← Κύπρος

Marys Tourist Shop Ltd ν. Νίκος Νικολάου, Αρ. Αγωγής: 1780/07, 21 Οκτωβρίου 2010

Marys Tourist Shop Ltd ν. Νίκος Νικολάου, Αρ. Αγωγής: 1780/07, 21 Οκτωβρίου 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2010:A86 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Δαυίδ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1780/07 Marys Tourist Shop Ltd Ενάγοντες και Νίκος Νικολάου Εναγόμενος και Αντωνάκης Ορθοδόξου Τριτοδιάδικος Ημερομηνία: 21 Οκτωβρίου 2010 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα Εταιρεία: κα Ζαχαρίου. Για τον Εναγόμενο: κ. Κνώφος (για ν΄ ακούσει απόφαση η κα Οικονόμου). Για τον Τριτοδιάδικο: κ. Σαββίδης. Α Π Ο Φ Α Σ Η Στις 26.3.06, στο δρόμο Λευκάρων - Σκαρίνου επεσυνέβη τροχαίο δυστύχημα με ενεχόμενα τα οχήματα με αρ. εγγραφής KJC730 και ΕΖΑ

  1. Οδηγός του οχήματος με αρ. εγγραφής ΚJC730 κατά το χρόνο του δυστυχήματος ήταν ο εναγόμενος ενώ ιδιοκτήτρια του τρίτο πρόσωπο, κάποια Αθανασία Νικολάου. Ιδιοκτήτρια του οχήματος με αρ. εγγραφής ΕΖΑ226, το οποίο κατά το χρόνο του δυστυχήματος οδηγούσε ο τριτοδιάδικος, είναι η ενάγουσα εταιρεία. Τα πιο πάνω αποτελούν παραδεκτά γεγονότα μεταξύ των διαδίκων στην παρούσα διαδικασία και ως τέτοια έχουν αναγνωριστεί και διακηρυχθεί από το Δικαστήριο στα πλαίσια της διαδικασίας. Με την καταχώρηση της παρούσας αγωγής, η ενάγουσα εταιρεία αξιώνει από τον εναγόμενο ειδικές αποζημιώσεις για ζημιές, δαπάνες και απώλειες τις οποίες υπέστη, συνεπεία του ως άνω οδικού δυστυχήματος. Τούτο γιατί ως οι δικογραφημένες θέσεις της πλευράς της, ενώ το όχημα ιδιοκτησίας της με αρ. εγγραφής ΕΖΑ226 οδηγείτο νόμιμα και κανονικά στο δρόμο Λευκάρων - Σκαρίνου με κατεύθυνση τη Σκαρίνου, ο εναγόμενος, κατά τον ουσιώδη με το δυστύχημα χρόνο οδηγώντας στον ίδιο δρόμο το όχημα με αρ. εγγραφής ΚJC730 και κινούμενος από την αντίθετη κατεύθυνση, οδήγησε το όχημα του τόσο αμελώς ώστε να προκαλέσει σύγκρουση με το όχημα της ενάγουσας προκαλώντας σε αυτό ζημιά, βλάβη και απώλεια. Αντίθετη ήταν η θέση της πλευράς του εναγομένου, ο οποίος αφού παραδέχεται το γεγονός του δυστυχήματος μεταξύ των δύο οχημάτων κατά το χρόνο και στον τόπο που αναφέρεται στην έκθεση απαίτησης της ενάγουσας, προβάλλει τη θέση ότι η σύγκρουση οφείλεται σε αποκλειστική και ή συντρέχουσα αμέλεια του οδηγού του οχήματος της ενάγουσας. Κατά την πρόοδο της διαδικασίας η πλευρά του εναγομένου με την άδεια του Δικαστηρίου εξέδωσε ειδοποίηση προσεπίκλησης τριτοδιαδίκου στον οδηγό του οχήματος με αρ. εγγραφής ΕΖΑ226, Αντωνάκη Ορθοδόξου, ο οποίο προστέθηκε στη διαδικασία ως τριτοδιάδικος. Ο εναγόμενος απαίτησε από τον τριτοδιάδικο κάλυψη εκ μέρους του για κάθε ζημιά ή έξοδα ή απαίτηση και ή για οποιοδήποτε ποσό ήθελε επιδικαστεί εναντίον του και προς όφελος της ενάγουσας στην παρούσα διαδικασία, προβάλλοντας τον ισχυρισμό ότι την ευθύνη για το υπό συζήτηση δυστύχημα φέρει ο τριτοδιάδικος. Ο τριτοδιάδικος εμφανιζόμενος στη διαδικασία με τις δικογραφημένες θέσεις του αρνείται την απαίτηση του εναγομένου σε βάρος του, προτάσσοντας τη θέση ότι το επίδικο δυστύχημα οφείλεται στην αποκλειστική και ή συντρέχουσα αμέλεια του εναγομένου, προβάλλοντας ότι καμία συνεισφορά για αποζημίωση δικαιούται ο εναγόμενος από τον τριτοδιάδικο. Κατά την πρόοδο της διαδικασίας με δήλωση των δικηγόρων των διαδίκων, συμφωνήθηκε και δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός ότι το σύνολο των ειδικών ζημιών της ενάγουσας στην υπό συζήτηση υπόθεση, επί πλήρους ευθύνης, περιοριζόταν στο συνολικό ποσό των €4.800 πλέον νόμιμο τόκο, ήτοι 5,5% από τη μέρα έκδοσης της απόφασης του Δικαστηρίου. Σημείο στο οποίο διαφωνούν, παραμένει το ζήτημα της ευθύνης που τυχόν θα πρέπει να επωμισθεί η πλευρά του εναγομένου και η τυχόν συνυπαιτιότητα του τριτοδιαδίκου σε σχέση με το υπό εξέταση οδικό δυστύχημα. Το σύνολο της μαρτυρίας η οποία προσκομίστηκε στα πλαίσια της παρούσας ακροαματικής διαδικασίας βρίσκεται στα πρακτικά της διαδικασίας. Δεν αποτελεί ασφαλώς πρόθεση του Δικαστηρίου η επανάληψη της μαρτυρίας στα πλαίσια της παρούσας απόφασης. Πολύ συνοπτικά και περιοριζόμενο στα βασικά και σχετικά με την παρούσα υπόθεση σημεία, το Δικαστήριο θα αναφερθεί σ΄ αυτή. Αυτονόητο είναι εξάλλου ότι κατά το στάδιο της αξιολόγησης της μαρτυρίας λαμβάνεται υπόψη το σύνολο της προσκομισθείσας και αποδεκτής μαρτυρίας ως επίσης κάθε σχετική λεπτομέρεια. Πρώτος μάρτυρας για την πλευρά της ενάγουσας κατέθεσε ο Αρχιλοχίας Φλώρος Νικάνδρου, σταθμάρχης κατά πάντα ουσιώδη χρόνο του Αστυνομικού Σταθμού Λευκάρων. Επισκέφθηκε τη σκηνή του υπό συζήτηση δυστυχήματος μετά από πάροδο επτά - δέκα ημερών που τούτο επισυνέβη. Τούτο έγινε, παρά το γεγονός πως ως σταθμάρχης δεν ήταν στα καθήκοντα του η διερεύνηση τροχαίων δυστυχημάτων, γιατί ως εξήγησε είχε προηγηθεί παράπονο από ένα εμπλεκόμενο στο δυστύχημα οδηγό, τον τριτοδιάδικο, ότι κάποια σημεία που υπήρχαν και υπέδειξε στη σκηνή του δυστυχήματος δεν συμπεριλήφθηκαν στο σχέδιο του δυστυχήματος από τον εξεταστή, αστυφύλακα με αρ. μητρώου 3392, Θεοδόση Θεοδοσίου. Κατέθεσε στο Δικαστήριο αντίγραφο σχεδιαγραφήματος της σκηνής του επίδικου δυστυχήματος το οποίο ως διευκρίνισε ετοιμάστηκε από τον ως άνω αστυφύλακα εξεταστή, εξηγώντας ότι οι σημειώσεις επί του εν λόγω τεκμηρίου με μολύβι έγιναν από τον ίδιο. Κατά το χρόνο που επισκέφθηκε μαζί με τον ως άνω εμπλεκόμενο - παραπονούμενο οδηγό τη σκηνή, ο οδηγός κ. Ορθοδόξου του υπέδειξε τέσσερα σημεία επί του καταστρώματος της ασφάλτου, τα οποία σύμφωνα πάντα με τον εν λόγω οδηγό προκλήθηκαν από το υπό συζήτηση τροχαίο δυστύχημα και τα οποία επιθυμούσε να συμπεριληφθούν στο σχεδιαγράφημα της σκηνής του δυστυχήματος. Χωρίς να έχει οποιαδήποτε άλλη εμπλοκή με την διερεύνηση της υπόθεσης ζήτησε από τον εξεταστή Αστυφύλακα Θεοδοσίου όπως τα πιο πάνω σημεία περιληφθούν στο σχεδιαγράφημα της σκηνής του δυστυχήματος. Εν πάση περιπτώσει ήταν σε θέση να θυμάται ότι κάποια από αυτά, χωρίς να ήταν σε θέση να τα προσδιορίσει, ήταν ήδη αποτυπωμένα στο σχεδιαγράφημα της σκηνής του δυστυχήματος. Το πρώτο αφορούσε ραβδώσεις επί της ασφάλτου κάτω από το σημείο Γ όπως αυτό αποτυπώνεται στο τεκμήριο
  2. Το δεύτερο σημείο αποτελούσε μαύρισμα ελαστικών το οποίο εντοπίζεται στο σημείο Δ του τεκμηρίου
  3. Το τρίτο ήταν κηλίδες από πράσινο υγρό που έτρεξε από το αυτοκίνητο μετά το δυστύχημα και εντοπίζεται με το σημείο Ζ στο τεκμήριο 1, ενώ το τέταρτο αφορούσε κηλίδες - σταγόνες από υγρό στην άσφαλτο οι οποίες ξεκινούσαν από το σημείο Γ και κατέληγαν στο σημείο Ζ, σημείο που όπως υπέδειξε δεν αποτυπώνεται στο τεκμήριο
  4. Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας παραδέχθηκε ότι ο ίδιος δεν γνώριζε πως, πότε και από ποια αυτοκίνητα δημιουργήθησαν τα πιο πάνω σημάδια-αποτυπώματα στα οποία αναφέρθηκε, όπως δεν γνώριζε καν αν τα πιο πάνω συνδέονταν με το επίδικο δυστύχημα. Δεύτερος μάρτυρας για την πλευρά της ενάγουσας κλήθηκε ο Αντωνάκης Ορθοδόξου, οδηγός του οχήματος με αρ. εγγραφής ΕΖΑ226 και τριτοδιάδικος σ'αυτή τη διαδικασία. Ο δρόμος ο οποίος επισυνέβη το οδικό δυστύχημα, υπέδειξε, αποτελεί κεντρική οδική αρτηρία. Είναι καλά γνωστός στον ίδιο αφού τον διανύει τρεις με τέσσερις φορές την εβδομάδα. Οδεύοντας με το όχημα του κατά πάντα ουσιώδη με την υπό συζήτηση αγωγή χρόνο στον ως άνω πολυσύχναστο, κατηφορικό δρόμο Λευκάρων - Σκαρίνου με κατεύθυνση τη Σκαρίνου, σε ένα σημείο του δρόμου όπου υπάρχει στροφή και το οδόστρωμα είναι επικλινές προς την πλευρά που ο ίδιος οδηγούσε, κινούμενος εντός της δικής του λωρίδας κυκλοφορίας, αντιλήφθηκε το όχημα του εναγομένου να κινείται απέναντι του. Αμέσως πάτησε φρένο αλλά δεν κατέφερε να αποφύγει τη σύγκρουση. Ξύπνησε μετά από ώρες στο Νοσοκομείο Λάρνακας. Η σύγκρουση των δύο οχημάτων, υποστήριξε, έγινε στη δική του πλευρά του δρόμου. Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας υπέδειξε ότι μια βδομάδα περίπου μετά το δυστύχημα, όταν μετέβηκε στον Αστυνομικό Σταθμό Λευκάρων για να προβεί σε κατάθεση, δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει πού έγινε η σύγκρουση. Αυτός ήταν και ο λόγος που ρωτούσε τους αστυνομικούς για το ζήτημα. Ο αστυφύλακας Θεοδοσίου, ο οποίος του έλαβε την κατάθεση, του ανέφερε τότε ότι ο ίδιος ευθυνόταν για το δυστύχημα, χωρίς να του επιτρέψει να πει οτιδήποτε. Μετά την κατάθεση του στην Αστυνομία συζήτησε το θέμα με ένα γνωστό του, πρώην συνταξιούχο αξιωματικό της Αστυνομίας, με τον οποίο επισκέφθηκαν και τη σκηνή του δυστυχήματος. Τότε ήταν που το άτομο αυτό του υπέδειξε στο χώρο του δυστυχήματος τέσσερα σημεία, που θα έπρεπε οπωσδήποτε να περιληφθούν στο σχεδιαγράφημα της σκηνής του δυστυχήματος. Του υπεδείχθη παράλληλα ως σημείο σύγκρουσης των δύο οχημάτων, από τον εν λόγω συνταξιούχο αξιωματικό, το σημείο Χ1 όπως αυτό αποτυπώνεται στο τεκμήριο
  5. Ο ίδιος με την με τη σειρά του στη συνέχεια τα υπέδειξε στον Αρχιλοχία Νικάνδρου. Σε κάθε περίπτωση επανέλαβε ότι ο ίδιος ούτε είδε ούτε εντόπισε οποιοδήποτε από τα εν λόγω σημεία κατά το χρόνο της σύγκρουσης, αφού αμέσως μετά το δυστύχημα ήταν λιπόθυμος και τον ξύπνησε η οικογένεια του, ώρες αργότερα, στο Νοσοκομείο. Δεν ήταν σε θέση εν πάση περιπτώσει να γνωρίζει πώς προκλήθηκαν τα εν λόγω σημεία ούτε βέβαια ήταν ειδικός, όπως υπέδειξε, για να διερευνήσει τέτοια ζητήματα. Τέθηκε υπόψη του η κατάθεση του στην οποία προέβη στην Αστυνομία, (τεκμήριο 2) την οποία και αναγνώρισε, υποδεικνύοντας όμως ότι η αναφορά σ΄ αυτήν πως "η σύγκρουση μεταξύ του άλλου οχήματος και του δικού μου έγινε στη δεξιά λωρίδα σύμφωνα με την πορεία μου" δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα αφού ο ίδιος ουδέποτε ανέφερε κάτι τέτοιο. Κατ' εφαρμογή των προνοιών του άρθρου 26 του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.9, πριν η πλευρά της ενάγουσας ολοκληρώσει την υπόθεση της, κατόπιν σχετικού αιτήματος της πλευρά του εναγομένου, με την άδεια του Δικαστηρίου κλήθηκε ο αστυφύλακας με αρ. μητρώου 3392, Θεοδόσης Θεοδοσίου, εξεταστής του υπό συζήτηση δυστυχήματος για σκοπούς αντεξέτασης. Ο μάρτυρας αναγνώρισε το τεκμήριο 1 ως αντίγραφο του σχεδιαγραφήματος της σκηνής του υπό συζήτηση δυστυχήματος το οποίο ο ίδιος ετοίμασε, παρουσιάζοντας ταυτόχρονα το πρωτότυπο του εν λόγω σχεδιαγραφήματος του (τεκμήριο 3). Υπέδειξε παράλληλα ότι οι σημειώσεις με μολύβι επί του τεκμηρίου 1 δεν αποτελούν δικά του γράμματα ή σημειώσεις. Ο μάρτυρας εξήγησε με λεπτομέρεια το σχεδιαγράφημα της σκηνής του δυστυχήματος, υποδεικνύοντας μεταξύ άλλων στις πορείες των δύο ενεχόμενων οχημάτων, το πλάτος της κάθε λωρίδας κυκλοφορίας, επεξηγώντας παράλληλα τις μετρήσεις στις οποίες προέβηκε, ενώ αναφέρθηκε και σε άλλα στοιχεία και ευρήματα που εντόπισε στην σκηνή του δυστυχήματος και τα οποία αποτυπώνονται στο σχεδιαγράφημα του. Ο εναγόμενος, ένας εκ των εμπλεκομένων στο δυστύχημα οδηγών, του υπέδειξε ως σημείο σύγκρουσης των δύο οχημάτων το σημείο Χ, θέση με την οποία και ο ίδιος συμφώνησε, αφού ως εξήγησε στο συγκεκριμένο σημείο, που βρίσκεται 70 cm από τη συνεχή άσπρη γραμμή στη μέση του δρόμου και εντός της λωρίδας κυκλοφορίας που εκινείτο το όχημα του εναγομένου, εντοπίστηκαν ανάμεσα σε άλλα κομμάτια από σπασμένα γυαλιά και πλαστικά που είχαν αποκοπεί από τα δύο εμπλεκόμενα οχήματα συνεπεία της σύγκρουσης. Τα σημεία Γ και Δ όπως εμφαίνονται στο σχεδιαγράφημα, του υπεδείχθη να τα αποτυπώσει σ΄ αυτό από συνάδελφο του, ειδικότερα τον Αρχιλοχία Νικάνδρου, 10 περίπου μέρες μετά το δυστύχημα. Σε σχέση με το σημείο Δ εξήγησε ότι επρόκειτο για γδάρσιμο - χαρακιά που προκλήθηκε στο οδόστρωμα κατά την φόρτωση του οχήματος με αρ. εγγραφής ΕΖΑ226 στο ρυμουλκό, ενώ για το σημείο Γ, υπέδειξε πως ο ίδιος σε κανένα στάδιο εντόπισε τούτο στη σκηνή. Το μπροστινό δεξιό λάστιχο του οχήματος ΕΖΑ226 διαπιστώθηκε από το μάρτυρα ότι είχε σκάσει, ενώ αναφερόμενος στις ζημιές των δύο εμπλεκόμενων οχημάτων υπέδειξε ότι οι ζημιές και στα δύο οχήματα εντοπιζόταν στις δεξιές μπροστινές πλευρές τους. Αντεξεταζόμενος από το συνήγορο του τριτοδιαδίκου, ο μάρτυρας απέρριψε την θέση ότι το σημείο σύγκρουσης των δύο οχημάτων μπορούσε να ήταν το σημείο Χ1, όπως αυτό αποτυπώθηκε στο σχεδιαγράφημα του, θέση που υποστήριξε σε μεταγενέστερο του δυστυχήματος χρόνο ο οδηγός του οχήματος με αρ. εγγραφής EZA226, υποδεικνύοντας ανάμεσα σε άλλα το γεγονός ότι, σε αντίθεση με το σημείο Χ, στο συγκεκριμένο μέρος του δρόμου δεν εντοπίστηκαν οποιαδήποτε ευρήματα ή σημάδια που να επιτρέπουν την πιο πάνω κατάληξη, ενώ ούτε και η απόσταση μεταξύ του σημείου Γ που ο οδηγός του οχήματος με αρ. εγγραφής EZA226 υποστήριζε ότι υπήρχε στη σκηνή και προκλήθηκε κατά τον χρόνο του δυστυχήματος και του Χ1 επιτρέπει την κατάληξη σ' αυτό το συμπέρασμα. Σε κάθε περίπτωση ο τριτοδιάδικος στην παρούσα διαδικασία οδηγός, ο οποίος μεταφέρθηκε στο Νοσοκομείο με ασθενοφόρο στο οποίο επιβιβάστηκε πεζός, όταν ο μάρτυρας έφθασε πριν το ασθενοφόρο στη σκηνή, είχε τις αισθήσεις του και συνομίλησε με τον ίδιο, παραδεχόμενος σ' αυτόν ότι το δυστύχημα οφειλόταν στο γεγονός ότι έχασε τον έλεγχο του οχήματος του, εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και συγκρούστηκε με το όχημα του εναγομένου. Ούτε στο χώρο του δυστυχήματος ούτε στα πλαίσια της κατάθεσης του ο τρτοδιάδικος οδηγός του EZA226 ανάφερε ότι έσκασε το ελαστικό του οχήματος του πριν το δυστύχημα. Τέτοιο ισχυρισμό προέβαλε αρκετές μέρες αργότερα, ο οποίος και διερευνήθηκε από ειδικό για το ζήτημα συνάδελφό του. Καταθέτοντας ο εναγόμενος για την υπόθεση του υιοθέτησε γραπτή δήλωση ως μέρος της κυρίως εξέτασης του. Υπέδειξε ανάμεσα σε άλλα ότι κατά πάντα ουσιώδη χρόνο οδηγούσε το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής ΚJC730 έχοντας συνοδηγό τη σύζυγο του κατά μήκος του δρόμου Σκαρίνου - Λευκάρων με κατεύθυνση τα Λεύκαρα. Σε κάποιο σημείο του δρόμου όπου υπάρχει στροφή στα δεξιά ως η πορεία του και σε απόσταση περίπου 20 μέτρων, είδε το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο τριτοδιάδικος κινούμενος με αντίθετη κατεύθυνση στον ίδιο δρόμο, να βρίσκεται εντός της πορείας του και να κατευθύνεται προς αυτόν. Προσπάθησε να αποφύγει τη σύγκρουση προβαίνοντας σε αντανακλαστική κίνηση στρίβοντας το τιμόνι του οχήματος του προς τα δεξιά πλην όμως λόγω της μικρής απόστασης που χώριζε τα δύο οχήματα δεν κατάφερε τούτο. Η σύγκρουση έγινε εντός της λωρίδας κυκλοφορίας του δρόμου που ο ίδιος εκινείτο, συμφωνώντας ότι ορθά αποτυπώνεται στο σημείο Χ επί του σχεδιαγραφήματος της σκηνής (τεκμήριο 3). Ο οδηγός του άλλου εμπλεκόμενου οχήματος, αμέσως μετά το δυστύχημα όταν ο μάρτυρας τον πλησίασε, ανέφερε επί λέξη στον ίδιο "συγνώμη εγλύστρισε μου το αυτοκίνητο". Κατά τον ίδιο τρόπο παραδέχθηκε στην παρουσία του την ευθύνη για το δυστύχημα στον αστυφύλακα Θεοδοσίου που στο μεταξύ κατέφθασε στη σκηνή, δηλώνοντας ότι έχασε τον έλεγχο του αυτοκινήτου του, εισήλθε στην αντίθετη λωρίδα και συγκρούστηκε με το όχημα του. Ο Αστυφύλακας 2011 Χ. Αριστοδήμου κλήθηκε από την πλευρά του εναγομένου ως μάρτυρας υπεράσπισης. Αποσπασμένος στον Περιφερειακό Αστυνομικό Σταθμό Κοφίνου αποτελεί εξεταστή οδικών τροχαίων δυστυχημάτων ενώ παράλληλα έχει τύχει εκπαίδευσης για έλεγχο ελαστικών οχημάτων. Στα πλαίσια της υπηρεσίας του κλήθηκε στις 11/4/2006στον Αστυνομικό Σταθμό Λευκάρων όπου προέβηκε σε έλεγχο του ελαστικού του οχήματος με αρ. εγγραφής ΕΖΑ226 το οποίο ενεπλάκη σε τροχαίο δυστύχημα την 26.3.2006 στο δρόμο Λευκάρων Σκαρίνου. Το εν λόγω ελαστικό ήταν σε πολύ καλή κατάσταση. Δεν υπήρχαν ενδείξεις ότι έσκασε πριν από τη σύγκρουση. Εντοπίστηκε σε αυτό σχισμή 4 cm, η οποία σύμφωνα με τον μάρτυρα δημιουργήθηκε κατά τη σύγκρουση, με αποτέλεσμα το λάστιχο να ξεφουσκώσει. Έλεγξε επίσης την εξωτερική στεφάνη του τροχού (rim) του εν λόγω ελαστικού χωρίς να εντοπίσει οποιαδήποτε ζημιά που να δηλώνει τριβή του επί της ασφάλτου. Ούτε στη σκηνή του δυστυχήματος, την οποία επισκέφθηκε την 11/4/2006 εντόπισε οτιδήποτε που να υποδεικνύει ότι το ελαστικό έσκασε πριν από τη σύγκρουση. Στην άσφαλτο, στο σημείο που επισυνέβη το δυστύχημα, εντόπισε ίχνη πλαγιολίσθησης εντός της λωρίδας κυκλοφορίας όπου εκινείτο ο τριτοδιάδικος που κατέληγαν στη συνεχόμενη άσπρη διαχωριστική γραμμή του δρόμου, πλησίον του σημείου που σημειώνεται με το γράμμα Χ στο τεκμήριο
  6. Ήταν κατηγορηματικός ότι το ως άνω ίχνος στο δρόμο, το οποίο αποτυπώνεται στο τεκμήριο 3 με το γράμμα Γ δεν αποτελούσε γδάρσιμο ή χαρακιά στο δρόμο αλλά μόλις διακρινόμενο ίχνος πλαγιολίσθησης. Αποτέλεσε θέση του μάρτυρα, όταν κλήθηκε να σχολιάσει τα ευρήματα που σημειώθηκαν στο τεκμήριο 3 και όσα ο ίδιος είχε την ευκαιρία να παρατηρήσει στα πλαίσια της εμπλοκής του στη διερεύνηση του υπό εξέταση δυστυχήματος, ότι ο οδηγός του οχήματος με αρ. εγγραφής ΕΖΑ226 είχε απολέσει τον έλεγχο του οχήματος του πριν από τη σύγκρουση, με αποτέλεσμα αυτό να παρεκκλίνει της πορείας του από αριστερά προς τα δεξιά ως η πορεία του και εισερχόμενο στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας του δρόμου ν συγκρουστεί με το όχημα που οδηγούσε ο εναγόμενος. Εξήγησε παράλληλα, γιατί κατά την αντίληψη του δεν μπορεί να θεωρηθεί ως σημείο σύγκρουσης το σημείο Χ
  7. Δεν κλήθηκε από οποιαδήποτε πλευρά άλλος μάρτυρας στη διαδικασία. Έχω ακούσει και εξετάσει προσεκτικά το σύνολο της ενώπιον μου τεθείσας μαρτυρίας, χωρίς να περιοριστώ σε όσα πιο πάνω περιληπτικά έχουν εκτεθεί. Έχοντας ήδη σημειώσει τους δικογραφημένους ισχυρισμούς όλων των πλευρών στη διαδικασία, παρακολούθησα τους μάρτυρες ενώ κατέθεταν ενώπιον μου με ιδιαίτερη περίσκεψη και προσοχή και έχω σε κάθε περίπτωση καταγράψει νοητικά την εντύπωση μου από τη ζωντανή εικόνα των μαρτύρων καθ΄ ον χρόνο έδιναν μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου, τη συμπεριφορά και αντιδράσεις τους στις ερωτήσεις που τους υποβάλλονταν, τον τρόπο με τον οποίο απαντούσαν, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων τους. Η ανάλυση των στοιχείων που οδηγούν στην αξιολόγηση της φιλαλήθειας ενός μάρτυρα, έχει όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Sayed v. Πλοίου M/V Mary John κ.α.

(2002)1 Α.Α.Δ. 661, δύο επάλληλα στοιχεία. Το πρώτο αφορά στο περιεχόμενο της ίδιας της μαρτυρίας. Τα αναφερόμενα σε αυτήν υποβάλλονται στη βάσανο της εύλογα αναμενόμενης ανθρώπινης λειτουργίας και βεβαίως συγκρίνονται και με το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό στην υπόθεση. Το άλλο, ανάγεται στην έμφυτη ικανότητα του ανθρώπου να διακρίνει από το σύνολο της προσωπικότητας αυτού που εξιστορεί κάτι αν λέει την αλήθεια. Το Δικαστήριο ασφαλώς, έχει τη δυνατότητα να αποδεχτεί μέρος μίας μαρτυρίας και να απορρίψει άλλη. Δεν υπάρχει κανόνας ότι μία μαρτυρία θα πρέπει να γίνει δεκτή ή να απορριφθεί στην ολότητα της. (βλ. Γεώργιος Σάββα ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 6497, ημερ. 13/11/98). Όπως εξάλλου έχει επισημανθεί σε σχέση με το ζήτημα στην υπόθεση Kadis v. Nicolaou and another
(1988)1 CLR 212, στη σελ. 216: "A witness may either be believed or disbelieved holly or in part according to the view taking of his credibility". Πριν προχωρήσω στην αξιολόγηση της τεθείσας ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρίας, σκόπιμο κρίνεται να γίνει ειδική αναφορά στην αξία και τη σημασία της πραγματικής μαρτυρίας. Η αξία της έχει αναφερθεί σε πλείστες υποθέσεις όπως Αδαμής v. Ηρακλέους
(1982)1 CLR 746, Θρασυβούλου ν. Κουλέρμου κ.α. Πολ. Έφεση 8658 ημερ. 21.3.96, Α/φοι Παπαλαζάρου Λτδ ν. Σοφοκλή Μιχαήλ Πολ. Έφεση 9198 / ημερ. 30.10.97. Συνιστά μεταξύ άλλων, όπως έχει υποδειχθεί στην υπόθεση Θεοφάνους ν. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 160, σταθερό οδηγό για τον καθορισμό γεγονότων που προκάλεσαν το δυστύχημα. Παράλληλα, στην υπόθεση Γιαννάκης Σοφοκλέους ν. Αστυνομίας Ποιν. Έφεση 6787 ημερ. 28.3.2000 υπογραμμίστηκε πως η πραγματική μαρτυρία σε υποθέσεις τροχαίων δυστυχημάτων συνιστά χρήσιμο υλικό για τον έλεγχο της αξιοπιστίας της μαρτυρίας και τον έλεγχο της ακρίβειας αντίθετων ισχυρισμών. Στην υπόθεση Knell v. Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ 51 αναφέρθηκαν μεταξύ άλλων ότι: "Η πραγματική μαρτυρία, εξάλλου, όπως έχει κατ΄ επανάληψη τονιστεί, συνιστά σταθερό οδηγό για την ιχνηλάτηση των περιστατικών του δυστυχήματος και γνώμονα για την κρίση τόσο της αξιοπιστίας των μαρτύρων όσο και της ακρίβειας του περιεχομένου της μαρτυρίας. Όχι σπάνια, η αναστάτωση που επιφέρει στους οδηγούς η σύγκρουση οχημάτων, προκαλεί σύγχυση ως προς τα διαδραματιζόμενα με επακόλουθο ενίοτε ανακρίβειες στη μαρτυρία τους. Είναι γι΄ αυτό που η πραγματική μαρτυρία παρέχει αμετακίνητη βάση για την αξιολόγηση των μαρτύρων και την εξαγωγή των αναγκαίων συμπερασμάτων για τα διαδραματισθέντα: Βλ. Ioannides v. Kyriacou
(1988)1 CLR 639; Georghios Prodromou Haloumias v. Police
(1970)2 CLR 154; Meshiou v. Eleftheriou
(1982)1 CLR 486; Adamis & Another v. Eracleous
(1982)1 CLR 746; Charalambous & Another v. Kaiafas
(1986)1 CLR 278; Teklima Ltd v. A. P. Lanitis Ltd and Another
(1987)1 CLR 614 και Ευαγγέλου ν. Γιαννακού
(1992)1 ΑΑΔ 1243. Η αξία της πραγματικής μαρτυρίας είναι η ίδια σε πολιτικές και ποινικές υποθέσεις. Και στις δύο περιπτώσεις αποτυπώνει γεγονότα που αποτελούν οδηγό για την κρίση της αξιοπιστίας των μαρτύρων και την ακρίβεια της μαρτυρίας τους." Στην υπόθεση Χαραλάμπους ν. Καϊάφας
(1986)1 CLR 278 αναφέρθηκαν μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα στη σελίδα 283 (σε ελεύθερη, δική μου μετάφραση από την Αγγλική): "Η πραγματική μαρτυρία από μόνη της δεν αποκαλύπτει το πως επεσυνέβη ένα δυστύχημα αλλά παρέχει εξαιρετικό υλικό για να αποφασιστεί η αξιοπιστία και η ακρίβεια αντικρουόμενης μαρτυρίας, σε σχέση με τις συνθήκες ενός δυστυχήματος." Μηδενική φαίνεται να είναι η αξία της μαρτυρίας του ΜΕ1 Αρχιλοχία Φλώρου Νικάνδρου, στην προσπάθεια του Δικαστηρίου να αποκρυσταλλώσει τις πραγματικές συνθήκες και περιστατικά κάτω από τα οποία επεσυνέβηκε το υπό συζήτηση δυστύχημα. Τούτο γιατί όπως ο ίδιος δήλωσε, τα όποια σημεία του υπεδείχθησαν από τον τριτοδιάδικο και ενεχόμενο στο δυστύχημα οδηγό μετά από διάστημα 7 -10 ημερών από το ως άνω δυστύχημα, ο ίδιος δεν ήταν σε θέση κατά τρόπο θετικό να μαρτυρήσει πότε, πώς, από ποιόν και από τι αυτά είχαν προκληθεί. Με δεδομένη την ως άνω θεώρηση του Δικαστηρίου για τη χρησιμότητα της μαρτυρίας του εν λόγω μάρτυρα στην υπό συζήτηση υπόθεση δεν μπορεί παρά να σημειωθεί πως παρά το γεγονός ότι προσπάθησε, ανεπιτυχώς, να παρουσιάσει την όποια εμπλοκή του στη διερεύνηση του δυστυχήματος ως επιβεβλημένη, συνεπεία παραπόνου που προηγήθηκε από ένα από τους εμπλεκόμενους στο υπό συζήτηση δυστύχημα οδηγούς, γεγονός παραμένει ότι ουσιαστικά επέτρεψε στον εαυτό του να παρέμβει στο έργο του εξεταστή του δυστυχήματος. Θα ανέμενε κανείς, εάν πραγματικά επιθυμούσε καθηκόντος να διερευνήσει τα παράπονα του εμπλεκόμενου οδηγού, να ετοίμαζε, με βάση τα δικά του ευρήματα και αναφορές του παραπονούμενου, ανάλογη δική του έκθεση, και όχι με τον τρόπο που ενήργησε απέναντι στον υφιστάμενο του αστυφύλακα να διαφοροποιήσει ουσιαστικά ήδη καταγεγραμμένα ευρήματα του εξεταστή κατά το χρόνο που ο τελευταίος επισκέφθηκε τη σκηνή του δυστυχήματος, αμέσως μετά που αυτό επισυνέβη. Παρέμβαση, που ως ο εξεταστής του δυστυχήματος παραδέχτηκε κατά τον χρόνο που κατάθετε στο Δικαστήριο, έφθασε στο σημείο να οδηγήσει στην ενσωμάτωση στο σχεδιαγράφημα της σκηνής που ετοίμασε ο τελευταίος κατά τον χρόνο άφιξης του στη σκηνή αμέσως μετά το δυστύχημα, ευρημάτων και στοιχείων που είτε ουδέποτε εντόπισε στη σκηνή π.χ. γδαρσίματα - χαρακιές στο οδόστρωμα της ασφάλτου (σημείο Γ στο τεκμήριο 3), είτε για τα οποία ήταν βέβαιος ότι δεν είχαν σχέση με το δυστύχημα, όπως αποτυπώματα στο οδόστρωμα που δημιουργήθηκαν από τη ρυμούλκηση οχημάτων από ρυμουλκό που μετέφερε εμπλεκόμενα οχήματα μετά το δυστύχημα (σημείο Δ στο τεκμήριο 3). Το γεγονός και μόνο, όπως ο ίδιος παραδέχθηκε, ότι τα σημεία που σε χρόνο πολύ μεταγενέστερο του υποδείχθηκαν από τον εμπλεκόμενο οδηγό, ο οποίος επίσης όπως και ο Νικάνδρου δεν γνώριζε καν από πού, πότε και από τι προκλήθηκαν εντούτοις υπέδειξε στον υφιστάμενο του εξεταστή του δυστυχήματος ότι αυτά θα έπρεπε να ενσωματωθούν στο σχεδιαγράφημα της σκηνής του δυστυχήματος, καταδεικνύει, τουλάχιστον το άστοχο και απαράδεκτο της παρέμβασης του. Κατά τον ίδιο τρόπο ασφαλώς, δεν άφηνει στο Δικαστήριο τις καλύτερες εντυπώσεις και η ενέργεια του εξεταστή του υπό συζήτηση τροχαίου δυστυχήματος, να αποδεχτεί ουσιαστικά την ως άνω παρέμβαση στο έργο του από τον συνάδελφο του Αρχιλοχία Νικάνδρου, επιτρέποντας ουσιαστικά την ενσωμάτωση στο σχεδιαγράφημα της σκηνής του δυστυχήματος το οποίο ετοίμασε εφτά με δέκα μέρες ενωρίτερα, στοιχείων και ευρημάτων τα οποία ο ίδιος παραδέχτηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ότι ποτέ δεν είδε στη σκηνή ή εν πάση περιπτώσει για τα οποία ο ίδιος είχε ιδίαν γνώση και αντίληψη ότι δεν είχαν άμεση σχέση με το δυστύχημα. Πέραν όμως από την ως άνω γενικότερη επισήμανση για τον τρόπο που φαίνεται να ολοκληρώθηκε η εξέταση του υπό συζήτηση δυστυχήματος από πλευράς αστυνομίας, έχοντας κατά νου τη ζωντανή παρουσία του εξεταστή αστυνομικού ενώπιον του Δικαστηρίου και σημειώνοντας ευθύς εξαρχής τις διευκρινίσεις τις οποίες προέβηκε σε σχέση με τα στοιχεία τα οποία παρουσιάζονται στο σχεδιαγράφημα της σκηνής του δυστυχήματος το οποίο ετοίμασε, αποσαφηνίζοντας ουσιαστικά ποια στοιχεία είχαν ενσωματωθεί καθ΄ υπόδειξη του προϊσταμένου του στο σχεδιαγράφημα του, η εντύπωση που σχημάτισε το Δικαστήριο ήταν ότι ο μάρτυρας καταθέτοντας ενώπιον του εξήγησε τη σκηνή του δυστυχήματος, προσπαθώντας ουσιαστικά να βοηθήσει το Δικαστήριο να αντιληφθεί όλες τις παραμέτρους σε σχέση με τις συνθήκες του υπό εξέταση τροχαίου δυστυχήματος. Κρίνεται ότι τα στοιχεία τα οποία ο μάρτυρας παρουσίασε στο Δικαστήριο και τα οποία περιλαμβάνονται και αποτυπώνονται στο σχεδιαγράφημα της σκηνής του δυστυχήματος όπως ο ίδιος τα αντιλήφθηκε, τα αποτύπωσε και τα εξήγησε, είναι καθόλα βοηθητικά και μπορεί να αποτελέσουν τη βάση για περαιτέρω αξιολόγηση της μαρτυρίας και την εξαγωγή των αναγκαίων συμπερασμάτων για τα διαδραματισθέντα. Ασφαλώς, το Δικαστήριο πέραν από τη λήψη υπόψη των πραγματικών εκείνων στοιχείων τα οποία περιγράφονται και αποτυπώνονται στο σχεδιαγράφημα της σκηνής του δυστυχήματος το οποίο ο ίδιος ο μάρτυρας ετοίμασε και έθεσε υπόψη του Δικαστηρίου (Τεκμήριο 3), διατηρεί κάθε δικαίωμα να καταλήξει το ίδιο σε δικά του συμπεράσματα και ευρήματα, απορρίπτοντας όταν κρίνει αναγκαίο και δικαιολογημένο, οποιαδήποτε προσωπικά συμπεράσματα ή υπολογισμός του συγκεκριμένου μάρτυρα, οι οποίοι δεν βασίζονται σε πραγματικά και μετρήσιμα στοιχεία ούτε φαίνεται να παρουσιάζουν μία λογική συνέπεια και συνέχεια με τα στοιχεία τα οποία έχουν ανευρεθεί στη σκηνή του υπό διερεύνηση δυστυχήματος και αποτυπωθεί στο σχεδιαγράφημα της σκηνής, όπως αυτό τελικά εξηγήθηκε από τον μάρτυρα ενώπιον του Δικαστηρίου. Καθόλα θετική υπήρξε η αντίληψη του Δικαστηρίου για την ποιότητα της μαρτυρίας του αστυφύλακα με αρ. μητρ. 2011 Χ. Αριστοδήμου, οι γνώσεις του οποίου όσον αφορά το αντικείμενο της διερεύνησης τροχαίων δυστυχημάτων και της εξέτασης ελαστικών οχημάτων δεν αμφισβητήθηκαν. Θετικός και σαφής στις απαντήσεις του, παρουσίασε και εξήγησε στο Δικαστήριο τα ευρήματα του από τις εξετάσεις τις οποίες προέβηκε, κατά τρόπο που επιτρέπει την υιοθέτηση από το Δικαστήριο, μεταξύ άλλων, των συμπερασμάτων του ότι το ελαστικό του οχήματος με αρ. εγγραφής ΕΖΑ226 που εξέτασε, σχίστηκε κατά το χρόνο της σύγκρουσης των δύο οχημάτων, ως επίσης στην εξωτερική στεφάνη του τροχού (rim) του εν λόγω ελαστικού δεν εντοπίστηκαν οποιαδήποτε σημάδια που να υποδηλώνουν τριβή του με το οδόστρωμα. Κατά τον ίδιο τρόπο γίνεται αποδεκτή η θέση του μάρτυρα ότι κατά το χρόνο που επισκέφθηκε τη σκηνή στις 11.4.2006, στο σημείο που ο Αρχιλοχίας Νικάνδρου υπέδειξε ότι υπήρχαν χαρακές στο οδόστρωμα (σημείο Γ επί του Τεκμηρίου 3), δεν εντοπίστηκαν τέτοιες χαρακές παρά μόνο πολύ αμυδρά ίχνη πλαγιολίσθησης όπως τα εξήγησε ο μάρτυρας. Δεν διαλανθάνει άλλωστε της προσοχής του Δικαστηρίου ότι η πιο πάνω τοποθέτηση του μάρτυρα φαίνεται να συνάδει με την τοποθέτηση του εξεταστή της υπόθεσης, ο οποίος δήλωσε πως τόσο αμέσως μετά το δυστύχημα κατά το χρόνο που ο ίδιος επισκέφθηκε τη σκηνή του δυστυχήματος όσο και μεταγενέστερα, ουδέποτε αντιλήφθηκε στο συγκεκριμένο σημείο του δρόμου να υπάρχουν χαρακιές επί του οδοστρώματος. Εξέτασα με πολλή προσοχή το σύνολο της μαρτυρίας του εναγόμενου οδηγού του οχήματος με αρ. εγγραφής ΚJC
  1. Δεν εντοπίζονται σε αυτή οποιαδήποτε στοιχεία τα οποία να αναιρούν την πειστικότητα της εκδοχής και την αλήθεια των λεγομένων του. Ο εν λόγω μάρτυρας δεν περιέπεσε σε καμία ουσιώδη αντίφαση που να αναιρεί τα λεγόμενα του, ενώ η μαρτυρία του επί των λεπτομερειών της υπό εξέταση υπόθεσης υπήρξε καθόλα πειστική. Έχοντας κατά νου τη ζωντανή εικόνα του στο μυαλό μου καθ΄ ον χρόνο κατέθετε από το εδώλιο του μάρτυρα, την αμεσότητα και το πηγαίο του λόγου του, είμαι πεπεισμένος ότι υπήρξε ειλικρινής μάρτυρας που έθεσε υπόψη του Δικαστηρίου τα αληθή γεγονότα όπως αυτά εξελίχθηκαν κατά πάντα ουσιώδη χρόνο. Οι θέσεις οι οποίες προέβαλε άλλωστε σε σχέση με τον τρόπο που επεσυνέβη το δυστύχημα, όχι μόνο δεν συγκρούονται αλλά αντίθετα φαίνεται να συνάδουν και να επιβεβαιώνονται με την πραγματική μαρτυρία η οποία τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Αντίθετα οι θέσεις οι οποίες προβλήθηκαν από τον οδηγό του οχήματος της ενάγουσας και τριτοδιάδικο σ΄ αυτήν τη διαδικασία είναι φανερό ότι έρχονται σε μεγάλο βαθμό σε σύγκρουση με την πραγματική μαρτυρία. Δεν διατηρώ καμία αμφιβολία ότι ο συγκεκριμένος μάρτυρας, εμπλεκόμενος οδηγός, προσήλθε στο Δικαστήριο με διάθεση να παραστήσει γεγονότα σχετικά με τον τρόπο που επισυνέβη το υπό συζήτηση δυστύχημα, κατά τρόπο που να εξυπηρετείται ο σκοπός της μη επίρριψης οποιασδήποτε ευθύνης σε αυτόν. Εγγενής ήταν ούτως ή άλλως η δύσκολη θέση στην οποία βρισκόταν ο εν λόγω μάρτυρας να υποστηρίξει τη δική του εκδοχή για τον τρόπο που επισυνέβη το δυστύχημα, στηριζόμενος σε παρατηρήσεις και εκτιμήσεις άλλου προσώπου που επισκέφθηκε τη σκηνή, σε χρόνο μάλιστα μεταγενέστερο από το δυστύχημα, κάνοντας αναφορά σε ευρήματα που άλλος εντόπισε στο χώρο και τα οποία ο μάρτυρας δεν μπορούσε να γνωρίζει ή να επιβεβαιώσει ότι προκλήθηκαν κατά το χρόνο του δυστυχήματος. Καταθέτοντας ο ως άνω μάρτυρας ενώπιον του Δικαστηρίου, δεν δίστασε να προβεί σε δηλώσεις και τοποθετήσεις εντελώς αντίθετες με δικές του αναφορές σε σχέση με το υπό εξέταση δυστύχημα, στις οποίες προέβηκε καθ΄ ον χρόνο προέβαινε σε γραπτή κατάθεση για το ζήτημα στην αστυνομία (Τεκμήριο 2). Στα πλαίσια της ως άνω κατάθεσής του, ο μάρτυρας δήλωσε ότι η σύγκρουση μεταξύ του οχήματος του και του οχήματος που οδηγούσε ο εναγόμενος έγινε στη δεξιά λωρίδα του δρόμου σύμφωνα με την πορεία του. Αντίθετα, ενώπιον του Δικαστηρίου παρουσιάστηκε κατηγορηματικός ότι η σύγκρουση των δύο οχημάτων έγινε εντός της δικής του λωρίδας κυκλοφορίας, θέση που προωθούσε, έστω και αν ο ίδιος όπως διαδήλωνε δεν ήταν σε θέση να θυμάται οποιεσδήποτε λεπτομέρειες σε σχέση με το δυστύχημα, ενώ αμέσως μετά από αυτό λιποθύμησε και ξύπνησε στο νοσοκομείο. Η επιμονή του σε αυτή τη θέση, όπως ο ίδιος δήλωσε, στηριζόταν στις εκτιμήσεις, συμβουλές και αναφορές κάποιου φίλου του, συνταξιούχου αστυνομικού ο οποίος σε χρόνο πολύ μεταγενέστερο επισκέφθηκε τη σκηνή και αποφάνθηκε, προφανώς κατά τρόπο που έπεισε το μάρτυρα, ότι η σύγκρουση των δύο οχημάτων έγινε εντός της δικής του λωρίδας κυκλοφορίας. Δεν δίστασε ακόμη ο μάρτυρας να υποστηρίξει ότι δεν προέβηκε στα πλαίσια της ως άνω κατάθεσης του στη συγκεκριμένη δήλωση, παρά το γεγονός όμως ότι σε καμία περίπτωση δεν αμφισβήτησε ότι τη συγκεκριμένη κατάθεση υπόγραψε ως ορθή αφού τη διάβασε. Απέδωσε μάλιστα μομφή στον εξεταστή του δυστυχήματος Θεοφάνους, ο οποίος σύμφωνα με το μάρτυρα ήταν το πρόσωπο που του έλαβε την κατάθεση και το μόνο που του είπε όταν ο ίδιος ρωτούσε να πληροφορηθεί πως επεσυνέβη το δυστύχημα κατά το στάδιο που επισκέφθηκε τον Αστυνομικό Σταθμό για να προβεί σε κατάθεση ήταν ότι ο ίδιος ευθύνεται για το δυστύχημα. Πέραν του γεγονότος ότι η πιο πάνω αντίφαση μεταξύ των τοποθετήσεων του μάρτυρα στο ουσιαστικό αυτό ζήτημα, από μόνη της έχει τη δική της σημασία, δυνάμενη να επιδράσει στο σύνολο της αξιοπιστίας του ως άνω μάρτυρα, είναι αρκετό να εντοπιστεί πως απλή επιθεώρηση της σχετικής κατάθεσης, καταδεικνύει ότι οι ως άνω μομφές στο πρόσωπο του εξεταστή σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να υιοθετηθούν, αφού την κατάθεση από τον περί ου ο λόγος μάρτυρα φαίνεται να έλαβε άλλος αστυνομικός, ο αστυφύλακας με αρ. μητρ. 2784 Ζ. Ηρακλέους και όχι ο εξεταστής του δυστυχήματος. Δεν διαλανθάνει παράλληλα της προσοχής του Δικαστηρίου ότι η προβολή της θέσης πως ο ίδιος αμέσως μετά το δυστύχημα παρέμεινε αναίσθητος και μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο όπου και συνήλθε μετά από την πάροδο αρκετών ωρών, δεν φαίνεται να συνάδει με τη μαρτυρία ήδη κριθέντων ως αξιόπιστων μαρτύρων επί του ζητήματος, όπως του αστυφύλακα εξεταστή του δυστυχήματος και του άλλου εμπλεκόμενου οδηγού, οι οποίοι υπέδειξαν πως ο μάρτυρας όχι μόνο δεν λιποθύμησε αλλά ότι μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο στο νοσοκομείο αφού επιβιβάστηκε σε αυτό πεζός έχοντας παραδεχθεί στα πλαίσια συνομιλίας που είχαν μαζί του, πως το όχημα του ιδίου είχε εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας. Στα πλαίσια της προσπάθειας του να αποδώσει ασφαλώς την πλήρη ευθύνη για το δυστύχημα στον άλλο ενεχόμενο οδηγό, εντάσσεται και η επιμονή του ότι όχημα που κινείται σε κατηφορικό δρόμο με κατεύθυνση το κατήφορο, όπως δηλαδή το δικό του στην υπό εξέταση περίπτωση, κινείται συνήθως με ταχύτητα πιο χαμηλή από όχημα που κινείται στον ίδιο δρόμο με αντίθετη, ανηφορική κατεύθυνση, όπως επίσης και η προσπάθεια του να εξηγήσει με κάθε λεπτομέρεια το γεγονός ότι στο συγκεκριμένο σημείο του δρόμου που έγινε το δυστύχημα υπήρχε μεγάλη στροφή ενώ το οδόστρωμα ήταν επικλινές προς την πλευρά του, σε αντίθεση με τις τοποθετήσεις του στην γραπτή του κατάθεση όπου δήλωνε πως δεν θυμόταν ότι υπήρχε στροφή στο συγκεκριμένο σημείο του δρόμου. Μετά την πιο πάνω γενικότερη τοποθέτηση μου και αξιολόγηση της προσκομισθείσας μαρτυρίας σε σχέση πάντα με το ζήτημα της ευθύνης, βρίσκω ότι τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης έχουν ως ακολούθως: Στις 26.3.2006 ο Αντωνάκης Ορθοδόξου οδηγούσε το όχημα με αρ. εγγραφής ΕΖΑ226 στον κύριο δρόμο Λευκάρων -Σκαρίνου με κατεύθυνση της Σκαρίνου. Ιδιοκτήτης του οχήματος είναι η ενάγουσα εταιρεία. Κατά τον ίδιο χρόνο στον ως άνω δρόμο με αντίθετη όμως κατεύθυνση εκινείτο και ο εναγόμενος, οδηγώντας το όχημα με αρ. εγγραφής KJC
  2. Σε ένα σημείο του ως άνω κατηφορικού δρόμου ως η κατεύθυνση του Ορθοδόξου, όπου υπήρχε ελαφριά αριστερή στροφή ως η πορεία του οχήματος του τελευταίου και ενώ τα δύο οχήματα ευρίσκονταν σε πολύ κοντινή απόσταση μεταξύ τους, πέριξ των 20 μέτρων, ο Ορθοδόξου παρεξέκλινε της πορείας του και εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, με αποτέλεσμα να συγκρουστεί με το όχημα του εναγομένου. Τούτο, παρά την προσπάθεια του τελευταίου να αποφύγει την σύγκρουση στρίβοντας το τιμόνι του προς τα δεξιά ως η πορεία του. Τα δύο οχήματα συγκρούστηκαν εντός της λωρίδας κυκλοφορίας που εκινείτο το όχημα του εναγόμενου, 70 cm περίπου από τη συνεχόμενη άσπρη διαχωριστική γραμμή στο δρόμο, ειδικότερα στο σημείο Χ όπως αυτό αποτυπώνεται στο σχεδιαγράφημα της σκηνής του δυστυχήματος που τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου (τεκμήριο 3). Τα δύο οχήματα υπέστησαν ζημίες στις δεξιές μπροστινές του γωνίες. Το όχημα του κ. Ορθοδόξου μετά το δυστύχημα μετακινήθηκε με ρυμουλκό ενώ ο ίδιος, έχοντας τις αισθήσεις του επιβιβάστηκε σε ασθενοφόρο και μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο Λάρνακας. Στο μεταξύ, στα πλαίσια συνομιλίας που είχε στη σκηνή του δυστυχήματος, πριν την μεταφορά του στο νοσοκομείο, τόσο με τον εναγόμενο οδηγό όσο και αργότερα με τον εξεταστή της υπόθεσης όταν κατέφθασε στη σκηνή, δήλωσε προς αυτούς ότι χάνοντας τον έλεγχο του οχήματος που οδηγούσε παρεξέκλινε της πορείας του και εισερχόμενος στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας συγκρούστηκε με το όχημα του εναγομένου. Με βάση τα πιο πάνω ευρήματα μου ως προς τα γεγονότα θα προχωρήσω να εξετάσω τις νομικές πτυχές της υπόθεσης. Ήδη από πολλά χρόνια η αμέλεια έχει καταγραφεί ότι αποτελεί την παράλειψη εκδήλωσης ενέργειας την οποία ένας συνηθισμένος άνθρωπος θα εκδήλωνε ή την εκδήλωση ενέργειας την οποία ο συνηθισμένος άνθρωπος δεν θα εκδήλωνε. Στην υπόθεση Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 1 αναφέρθηκαν μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα σε σχέση με την αμέλεια: "Η αμέλεια σύγκειται στην παράλειψη εκπλήρωσης του καθήκοντος μέριμνας και φροντίδας για την ασφάλεια άλλων προσώπων που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το καθήκον φροντίδας και μέριμνας (duty of care) οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεαστεί από τις πράξεις του οδηγού, τον γείτονα, όπως επιγραμματικά αναφέρεται στην απόφαση του Λόρδου Attking, στην υπόθεση Donoghoc v. Stevenson
(1932)AC562" Πιο κάτω, στην ίδια απόφαση αναφέρεται ότι: "Το κριτήριο για την διαπίστωση αμέλειας είναι αντικειμενικό και μέτρο ο προσεκτικός και όχι ο τέλειος οδηγός. Τέλος η πρόβλεψη συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες και τη λογική συνέπεια." Η αμέλεια εξάλλου, ως πραγματικό γεγονός η οποία είναι συνυφασμένη με τον χρόνο, τον τόπο και τις συγκεκριμένες συνθήκες κάθε περίπτωσης, έχει αναλυθεί από τον δικαστή κ. Κωνσταντινίδη στην υπόθεση Φοινικαρίδη κ.α. ν. Γεωργίου
(1991)ΑΑΔ 475. Ως άλλωστε υποδεικνύεται μεταξύ άλλων στην υπόθεση Αλεξάνδρου ν. Λεβέντη Πολιτικές Εφέσεις 8472 και 8463 ημερ. 24.4.96: "Το καθήκον επιμέλειας και συνεπώς η ίδια η αμέλεια ως αστικό αδίκημα δεν εξετάζεται αφηρημένα αλλά σε συνάρτηση με το συγκεκριμένο πρόσωπο που την επικαλείται με αναφορά στη συγκεκριμένη πράξη ή παράλειψη που προκάλεσε η ζημιά (βλ. Λάππας ν. Παφίτη κ.α. Πολιτική Έφεση 7999 ημερομηνίας 20/9/1995)". Σε κάθε περίπτωση πάντως το καθήκον για επιμελή οδήγηση δεν επεκτείνεται στη λήψη προληπτικών μέτρων έναντι της πιθανότητας εκδήλωσης αμέλειας εκ μέρους άλλων οδηγών. Ο νουνεχής οδηγός εύλογα μπορεί να υποθέσει και όπως ο ίδιος έτσι και άλλοι οδηγοί θα εκπληρώσουν το καθήκον επιμέλειας έναντι του ιδίου και άλλων οδηγών. Βλέπε Κυριάκου ν. Φιλίππου
(1992)1 ΑΑΔ 642 και Θρασυβούλου ν. Κουλέρμου κ.α. Πολιτική Έφεση 8658 ημερομηνίας 21.3.96. Έχει εξάλλου υποδειχθεί πως πράξεις οδηγού που βρίσκεται αντιμέτωπος με επικείμενη σύγκρουση δεν πρέπει να κρίνονται μικροσκοπικά αλλά με ευρύτητα ανάλογη με τα αγωνιώδη διλήμματα που αντιμετωπίζει και την έλλειψη ουσιαστικής ευκαιρίας για προγραμματισμό των πράξεών του (βλ. Νικολαϊδης κ.α. ν. Κλεοβούλου
(1992)1 ΑΑΔ 422). Ήδη από το 1982 στα πλαίσια της απόφασης στην υπόθεση Adamis and another v. Herakleous
(1982)1 CLR 746, υπογραμμίστηκε ότι οι ενέργειες ενός οδηγού ο οποίος βρίσκεται από μία διλημματική κατάσταση θα πρέπει να κρίνονται κάτω από τη συγκεκριμένη διλημματική κατάσταση στην οποία βρέθηκε και δεν συνιστά αμέλεια του γεγονός ότι ο οδηγός κάτω από αυτήν την πίεση επιλέγει ένα λανθασμένο ή εν πάση περιπτώσει όχι το αναμενόμενο μέτρο. Θέση που επιβεβαιώθηκε μεταξύ άλλων και στην υπόθεση Παύλου ν. Παπακυριακού
(2000)1 ΑΑΔ 974 όπου υπογραμμίστηκε ότι ένα εσφαλμένο μέτρο που λαμβάνεται από ένα οδηγό κάτω από την αγωνία της σύγκρουσης δεν συνιστά κατ΄ ανάγκη αμέλεια. (Βλέπε επίσης Κασιέρη κ.α. ν. Κυριάκου Πολιτική Έφεση 9049 ημερομηνίας 29.9.97, όπου γίνεται επισκόπηση της σχετικής νομολογίας σε σχέση με πράξεις οδηγού ο οποίος βρίσκεται αντιμέτωπος με δίλημμα το οποίο παρουσιάζεται στο δρόμο.) Επανερχόμενος στην υπό συζήτηση περίπτωση στη βάση των γεγονότων τα οποία έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, όπως αυτά έχουν γίνει αποδεκτά και έχοντας σαν βάση τις ως άνω αρχές, είναι φανερό κατά την αντίληψη μου ότι δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί αμέλεια από την οδική συμπεριφορά του εναγομένου. Ο περί ου ο λόγος οδηγός κατά πάντα ουσιώδη χρόνο εκινείτο καθόλα νόμιμα στη σωστή λωρίδα κυκλοφορίας ενός πολυσύχναστου δρόμου, όταν ξαφνικά όχημα που εκινείτο στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας από αυτόν στο δρόμο, εισήλθε στο δικό του ρεύμα κυκλοφορίας. Ο εναγόμενος εντελώς απροειδοποίητα, βρέθηκε μπροστά σε κίνδυνο που δημιούργησε ο εξ αντιθέτου του κινούμενος οδηγός, όταν μάλιστα τα δύο οχήματα τα οποία βρίσκονταν εν κινήσει χώριζε πολύ μικρή απόσταση. Στην αγωνία της στιγμής, αντέδρασε εμφανώς ενστικτωδώς και στην προσπάθεια του να αποφύγει τη σύγκρουση αποπειράθηκε να κινηθεί προς τα δεξιά, χωρίς τελικά τούτο να γίνει κατορθωτό. Ως πιο πάνω έχει αναφερθεί οι πράξεις του οδηγού που βρίσκεται αντιμέτωπος ξαφνικά και απροειδοποίητα με κίνδυνο στο δρόμο δεν κρίνονται μικροσκοπικά αλλά υπό το πρίσμα της διλημματικής κατάστασης στην οποία ο οδηγός βρέθηκε. Έχει πάγια νομολογηθεί ότι ένα εσφαλμένο μέτρο που λαμβάνεται από ένα οδηγό κάτω από την αγωνία της σύγκρουσης, δεν αποτελεί κατ' ανάγκη μέτρο αμέλειας. Στην υπό συζήτηση περίπτωση και αν ακόμη ήθελε θεωρηθεί ότι η ενστικτώδης προσπάθεια του εναγομένου, προ του κινδύνου που αντιμετώπισε, να στρίψει το τιμόνι του οχήματος του δεξιά ως η πορεία του για να αποφύγει τη σύγκρουση δεν ήταν η πλέον ενδεδειγμένη, δεν μπορεί κατά την αντίληψη μου, απομονωμένη από οτιδήποτε άλλο, να αποδώσει αμέλεια στον εναγόμενο οδηγό. Υπό το σύνολο των περιστάσεων που περιβάλλον την υπό συζήτηση περίπτωση ως έγιναν αποδεκτές, αλλά και ειδικότερα της εγγύτητας του άλλου οχήματος όταν τούτο πρόβαλε ξαφνικά στην πορεία του, (μόλις 20 περίπου μέτρα), και της ταχύτητας με την οποία εξελίχθησαν τα γεγονότα αφού και τα δύο οχήματα βρισκόταν σε κίνηση, δεν φαίνεται να παρείχαν το χρόνο ή την ευκαιρία στον εναγόμενο να λάβει οποιαδήποτε αποτελεσματικά μέτρα για να αποφύγει τη σύγκρουση. [βλέπε Κασιέρη κ.α. (ανωτέρω)]. Το κριτήριο άλλωστε, ως πιο πάνω έχει αναφερθεί για την διαπίστωση της αμέλειας, είναι αντικειμενικό και μέτρο ο προσεκτικός και όχι ο τέλειος οδηγός. Αντίθετα στη βάση όλων όσων έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου και έγιναν αποδεκτά, είναι φανερό κατά την αντίληψη μου ότι γενεσιουργός αιτία του δυστυχήματος ήταν η είσοδος του οχήματος του τριτοδιαδίκου στη λωρίδα κυκλοφορίας του εναγομένου κατά τρόπο και σε χρόνο που δεν επέτρεπε στον τελευταίο να λάβει αποτελεσματικά μέτρα για να αποφύγει τη σύγκρουση. Ενόψει όλων όσων πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω, η αγωγή σε βάρος του εναγομένου απορρίπτεται, με έξοδα προς όφελος της πλευράς του τελευταίου και σε βάρος της πλευράς της ενάγουσας, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον αρμόδιο προς τούτο Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Σοβαρά έχει απασχολήσει το θέμα των εξόδων σε σχέση με τον τριτοδιάδικο. Με δεδομένη την απόρριψη της αγωγής σε βάρος του εναγομένου, είναι φανερό ότι δεν θα μπορούσε στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας, κατά τρόπο δικονομικά ορθό, να επιμεριστεί οποιοδήποτε ποσοστό ευθύνης απευθείας σε βάρος του τριτοδιάδικου. Τούτο, παρά τα πιο πάνω ευρήματα του Δικαστηρίου σε σχέση με τον τρόπο που φαίνεται να επισυνέβη το υπό συζήτηση δυστύχημα και τον ρόλο του τριτοδιάδικου - ενεχόμενου οδηγού. Δεν διαλανθάνει ασφαλώς της προσοχής του Δικαστηρίου ότι με βάση τον βασικό κανόνα που ισχύει για τα έξοδα, αυτά πρέπει να ακολουθούν το αποτέλεσμα της διαδικασίας εκτός αν συντρέχει λόγος που επιτρέπει την εκτόπιση του. (Halsbury's Laws of England, 3η έκδοση, τόμος 30, σελ 412,παράγραφοι 795-796 και Θρασυβούλου v Arto Estates Ltd
(1993)1AAΔ 12). Ωστόσο, αποτελούν πάντα αντικείμενο της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου (Δ.59 των Διαδικαστικών Κανονισμών Περί Πολιτικής Δικονομίας), η οποία θα πρέπει να ασκείται κατά τρόπο δικαστικό και στη βάση ασφαλώς των πραγματικών περιστατικών που περιβάλλουν την εκάστοτε υπό συζήτηση περίπτωση. Στη Δ.10 θ.10 εξάλλου, προβλέπονται τα ακόλουθα, σε ελεύθερη δική μου μετάφραση, σε σχέση με τα έξοδα μεταξύ τριτοδιαδίκου και άλλων μερών στη διαδικασία: "Το Δικαστήριο ή ο Δικαστής μπορεί να αποφασίσει για όλα τα ζητήματα εξόδων μεταξύ του τριτοδιαδίκου και των άλλων μερών στην αγωγή, και μπορεί να διατάξει ένα ή περισσότερους από αυτούς να πληρώσει τα έξοδα οποιουδήποτε άλλου ή άλλων ή να δώσει τέτοιες οδηγίες ως προς τα έξοδα που θα ήθελαν φανεί δίκαιες ανάλογα με την υπόθεση." (Βλέπε επίσης την ανάλυση του ζητήματος στην Αγγλική Δικαστηριακή Πρακτική (Annual Practice) του 1958, σελ. 396 και επόμενα.) Αισθάνομαι πραγματικά ότι υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, η επιδίκαση οποιουδήποτε ποσού εξόδων προς όφελος του τριτοδιάδικου - ενεχόμενου οδηγού, ο οποίος ως διεφάνει φέρει την ευθύνη για το υπό συζήτηση δυστύχημα, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι δεν μπορεί στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας ως προωθήθηκε, να αποδοθεί με την παρούσα απόφαση ευθύνη σε βάρος του, θα οδηγούσε σε καταστρατήγηση ουσιαστικά του βασικού κανόνα ότι τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα (Welch v. Bank of England
(1955)1 All E.R. 811). Αντίθετα, στην υπό συζήτηση περίπτωση δικαιολογείται κατά την αντίληψη μου η απόρριψη της αξίωσης του εναγομένου σε βάρος του τριτοδιαδίκου χωρίς έξοδα. (Υπ.) ................... Α. Δαυίδ, Α.Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.