Ανδρούλας Κώστα Βασιλείου ν. Πέτρου Κώστα Πέτρου, Αρ. Αγωγής: 1972/2009, 27.10.2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2010:A90 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Γ. Ν. Γιασεμή, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1972/2009 Μεταξύ: Ανδρούλας Κώστα Βασιλείου, από την Πύλα. Ενάγουσας -και- Πέτρου Κώστα Πέτρου, από την Πύλα. Εναγομένου Ημερομηνία: 27.10.
- Εμφανίσεις: Για ενάγουσα-αιτήτρια: Ο κ. Κ. Ευσταθίου. Για εναγόμενο-καθ΄ ου η αίτηση: Ο κ. Σ. Σάββα. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η ενάγουσα με την καταχώριση της παρούσας αγωγής, σε ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, καταχώρισε συγχρόνως και την υπό εξέταση ενδιάμεση αίτηση για έκδοση παρεμπίπτοντος απαγορευτικού διατάγματος. Με αυτήν ουσιαστικά ζητείται όπως ο εναγόμενος διαταχθεί να παύσει να επεμβαίνει στο τμήμα του ακινήτου υπ΄ αριθμό εγγραφής 5643, τεμάχιο 460, φ/σχ. XLI/11 το οποίο βρίσκεται στην περιοχή του χωριού Πύλα της επαρχίας Λάρνακος και αποτελεί ιδιοκτησία της ενάγουσας με βάση συμφωνία διανομής την οποία αυτή συνήψε με τον εναγόμενο στις 5.9.
- Η επέμβαση την οποία ο εναγόμενος κατ' ισχυρισμό διενεργεί συνίσταται στην κατασκευή έργων οικοπεδοποίησης και οικοδόμηση κατοικιών στα οποία αυτός φέρεται να έχει ήδη προβεί στο άλλο τμήμα του εν λόγω ακινήτου το οποίο του αναλογεί με βάση την προαναφερθείσα συμφωνία, επεμβαίνοντας όμως μερικώς και στο τμήμα το οποίο αναλογεί στην ενάγουσα. Ας σημειωθεί ότι την ίδια ακριβώς θεραπεία, ήτοι την έκδοση διατάγματος για άρση της εν λόγω επέμβασης, αξιώνει η ενάγουσα και με την αγωγή της, πρόσθετα με διάφορες αξιώσεις που επίσης προβάλλει εναντίον του εναγομένου για αποζημιώσεις. Η εν λόγω αίτηση της ενάγουσας συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της ιδίας, όπως και η ειδοποίηση ενστάσεως του εναγομένου η οποία συνοδεύεται από ένορκη δήλωση την οποία ο εναγόμενος έχει ορκιστεί. Στις εν λόγω ένορκες δηλώσεις η κάθε πλευρά εκθέτει τη δική της εκδοχή όσον αφορά τα γεγονότα τα οποία αφορούν στις μεταξύ τους συμβατικές σχέσεις εστιάζοντας ιδιαίτερα σ΄ αυτά που αφορούν στην προαναφερθείσα επίδικη διαφορά. Σύμφωνα με ό,τι αναφέρει η ενάγουσα, προς υποστήριξη της παρούσας αίτησης, αρχικά αυτή ήταν η αποκλειστική ιδιοκτήτρια ολόκληρου του προαναφερθέντος ακινήτου εμβαδού 15 στρεμμάτων και 2 προσταθίων, ή 20 εκταρίων και 736 τετρ. μέτρων. Στις 14.3.1995 πώλησε μέρος αυτού, ήτοι εμβαδού 8 σκαλών ή 10.703 τετρ. μέτρων, στον εναγόμενο έναντι του συνολικού ποσού των £55.
- Το τμήμα το οποίο αγόρασε ο εναγόμενος αποτελούσε με βάση τη συμφωνία τα 13/25 μερίδια του όλου, υπολογιζομένων με βάση τα στρέμματα, ή τα 16/31 μερίδια υπολογιζομένων με βάση τα εκτάρια. Δηλαδή το μερίδιο του εναγομένου επί του συνόλου ήταν ελαφρώς μεγαλύτερο αυτού της ενάγουσας, και του μεταβιβάστηκε με αποτέλεσμα οι διάδικοι να καταστούν συνιδιοκτήτες στο εν λόγω ακίνητο με την αναλογία μεριδίων που αναφέρεται πιο πάνω. Κατά τη μεταβίβαση του ακινήτου στον ενάγοντα, όπως αναφέρεται πιο πάνω, το οποίο γεγονός επεσυνέβη κατά το 2003, τα μέρη κατάρτισαν και κατέθεσαν στο οικείο κτηματολογικό γραφείο συμφωνία διανομής φέρουσα ημερομηνία 5.9.2003, με την οποία καθορίστηκε το τμήμα το οποίο θα περιέλθει στην αποκλειστική ιδιοκτησία καθ΄ ενός από τους συμβαλλομένους, ήτοι της ενάγουσας και του εναγομένου στην παρούσα αγωγή, αντίστοιχα, μετά τη διαίρεση του ακινήτου και την έκδοση ξεχωριστού τίτλου για κάθε τμήμα. Περαιτέρω, η ενάγουσα αναφέρει στην ένορκη δήλωση της ότι μετά από πάροδο τριών ετών, περίπου, από τη συνομολόγηση της τελευταίας προαναφερθείσας συμφωνίας, πληροφορήθηκε ότι ο εναγόμενος είχε υποβάλει αίτηση ή και ότι προώθησε διαχωρισμό του ακινήτου διαφορετικό από τον συμφωνηθέντα. Επίσης, αναφέρει ότι στο πλαίσιο διερεύνησης των ανωτέρω πληροφοριών και αποταθείσα προς τούτο σε διάφορες κρατικές και ημικρατικές αρχές, διαπίστωσε ότι ο εναγόμενος είχε κατασκευάσει στο εν λόγω ακίνητο δρόμους χωρίς να προηγηθεί η εξασφάλιση της δικής της υπογραφής για υποβολή της σχετικής αίτησης προς την αρμόδια αρχή και οπωσδήποτε χωρίς να ληφθεί προηγουμένως η συγκατάθεση της για το σκοπό αυτό. Ισχυρίζεται δε ότι τα έργα οδοποιίας που έχουν γίνει επί τόπου βρίσκονται σε πλήρη διάσταση με τη συμφωνία διανομής ημερομηνίας 5.9.
- Για όλα αυτά η ενάγουσα ενημέρωσε, όπως αναφέρει, μέσω των δικηγόρων της, όλες τις αρμόδιες αρχές καθώς επίσης ότι για τη διενέργεια των εν λόγω έργων ουδέποτε η ίδια έδωσε τη συγκατάθεση της. Ισχυριζόμενη, περαιτέρω, ότι ο διενεργηθείς διαχωρισμός συνιστά επέμβαση σε ένα μεγάλο μέρος του ακινήτου το οποίο της αναλογεί με βάση την προαναφερθείσα συμφωνία διανομής, και επισημαίνοντας το γεγονός ότι ο εναγόμενος έχει προβεί και στην ανέγερση κατοικιών σ΄ αυτό και πάλιν χωρίς την έγκριση της. Συνεχίζοντας η ενάγουσα στην ένορκη δήλωση της αναφέρει ότι παρά τα όσα διαπίστωσε σε βάρος του ιδιοκτησιακού συμφέροντος της επί του εν λόγω ακινήτου σαν αποτέλεσμα των προαναφερθέντων αντισυμβατικών ενεργειών του εναγομένου, εν τούτοις η ίδια υπήρξε διαλλακτική. Με τη συμβολή και του δικηγόρου της προσπάθησε να προέλθει σε κάποια συμφωνία με τον εναγόμενο προκειμένου ο τελευταίος να την αποζημίωνε για την επέμβαση στη γη της. Μάλιστα, ο εναγόμενος φέρεται να έχει εκμεταλλευτεί τις προσπάθειες αυτές προκειμένου να διευκολύνει την πώληση κατοικιών, τις οποίες ανέγειρε παράνομα, σε τρίτα πρόσωπα. Δηλαδή, αποτεινόμενος ο εναγόμενος στους τρίτους τους διαβεβαίωνε ότι οι διαφορές του με την ενάγουσα είχαν διευθετηθεί. Τελικώς, προς το τέλος Μαρτίου 2009 οι προσπάθειες για διευθέτηση οδηγήθηκαν σε αποτυχία και ακολούθως η ίδια καταχώρισε την παρούσα αγωγή. Την παρούσα αίτηση της ενάγουσας συνοδεύει έκθεση ειδικού εκτιμητή ακινήτων, τεκμήριο
- Όπως θα αναμένετο από μια έκθεση του είδους, αυτή καταλήγει με εκτίμηση όσον αφορά την αγοραία αξία του ακινήτου ανά τετραγωνικό μέτρο ως χωράφι αλλά και ως οικόπεδο. Πρόσθετα, αφού αναφέρει η προσυπογράφουσα την έκθεση εμπειρογνώμονας ότι επιθεώρησε το κτήμα στις 15.4.2009, συμπληρώνει ότι διαπίστωσε επέμβαση των έργων που πραγματοποίησε ο εναγόμενος στο τμήμα του ακινήτου που αναλογεί στην ενάγουσα κατά 2.277 τ.μ. Όμως, δεν αναφέρει πώς κατέληξε στο πιο πάνω συμπέρασμα, δηλαδή της ύπαρξης της ισχυριζόμενης επέμβασης και αν προέβηκε σε οποιαδήποτε τοπογραφική εργασία, αλλά προπαντός δεν αναφέρει αν έχει η ίδια τις απαραίτητες γνώσεις προς τούτο. Το βέβαιο είναι ότι τα εμβαδά τα οποία έλαβε υπόψη τόσο για ολόκληρο το ακίνητο όσο και για τα μερίδια που αναλογούν στο κάθε μέρος είναι λανθασμένα και δε συνάδουν με τα στοιχεία που αναφέρονται, σχετικά, προηγουμένως. Για παράδειγμα θεωρεί ότι είναι μεγαλύτερου εμβαδού το τμήμα του ακινήτου που αναλογεί στην ενάγουσα. Όσον αφορά την εκδοχή του εναγομένου δεν τον βρίσκουν αντίθετο οι ισχυρισμοί της ενάγουσας αναφορικά με την σύναψη μεταξύ τους των προαναφερθεισών δύο συμφωνιών σε σχέση με το επίδικο ακίνητο. Όμως, ο εναγόμενος επισημαίνει στην ένορκη δήλωση του, μεταξύ άλλων, τους όρους στη συμφωνία πώλησης οι οποίοι προνοούν ότι το πωλούμενο τμήμα του εν λόγω ακινήτου θα μετατρέπετο σε οικόπεδα (όρος 2(α)) και ότι η πωλήτρια υποχρεούτο να υπογράφει για κάθε διάβημα το οποίο θα λαμβάνετο προς τις αρμόδιες αρχές και ήταν αναγκαίο για την αξιοποίηση γενικά του εν λόγω ακινήτου (όρος 8). Περαιτέρω, επισημαίνει ότι η ενάγουσα είχε παραχωρήσει προς το σκοπό αυτό γενικό πληρεξούσιο διορίζοντας ως αντιπρόσωπο της κάποιο Σταύρο Ιωνά Σταύρου από την Πύλα (τεκμήριο 2 στην ένορκη δήλωση του εναγομένου). Αυτός θα ενεργούσε για λογαριασμό της προς εκπλήρωση των προαναφερθέντων συμβατικών υποχρεώσεων της, δεδομένου ότι αυτή απουσίαζε για μεγάλα χρονικά διαστήματα στο εξωτερικό. Η παράγραφος (ξ) του εν λόγω πληρεξουσίου προβλέπει ακριβώς γι΄ αυτό. Ο εναγόμενος ενεργώντας, όπως ισχυρίζεται, στο πλαίσιο των συμφωνιών του με την ενάγουσα υπέβαλε όλες τις αναγκαίες αιτήσεις προς τις αρμόδιες αρχές, με την ενάγουσα ή τον αντιπρόσωπο της να τις υπογράφουν, όπως και ο ίδιος ως συνιδιοκτήτης του ακινήτου. Έτσι εξασφαλίστηκαν, μάλιστα στο όνομα της ενάγουσας, πολεοδομική άδεια για διαίρεση γης και επίσης άδεια διαίρεσης γης για διαχωρισμό του τμήματος του ακινήτου που του αναλογούσε σε 13 οικόπεδα. Στη συνέχεια προέβη σε όλες τις αναγκαίες ενέργειες για υλοποίηση των προαναφερθέντων αδειών μέσω συγκεκριμένου εργολάβου προς τον οποίο ανέθεσε το έργο, αφού πρώτα το αρμόδιο κτηματολογικό γραφείο οριοθέτησε επιτόπου την προτεινόμενη ανάπτυξη λαμβάνοντας προς τούτο υπόψη και την προαναφερθείσα συμφωνία διανομής. Τα ανωτέρω προκύπτουν από τα έγγραφα τα οποία ο εναγόμενος κατάθεσε και σημειώθηκαν τεκμήριο
- Περαιτέρω, το έγγραφο, τεκμήριο 4, το οποίο κατατέθηκε επίσης από τον ίδιο, αποτελεί πιστοποιητικό έγκρισης του εκτελεσθέντος έργου οικοπεδοποίησης του τμήματος του ακινήτου που αναλογεί στον εναγόμενο και φέρει ημερομηνία 16.10.
- Ενόψει των ανωτέρω ο εναγόμενος απορρίπτει τον ισχυρισμό της ενάγουσας ότι επέμβηκε σε οποιοδήποτε μέρος του τμήματος του ακινήτου το οποίο της αναλογεί. Της αποδίδει δε άρνηση και κωλυσιεργία στο να συνεργαστεί μαζί του προς εκπλήρωση των συμβατικών υποχρεώσεων της, που θα τον διευκόλυνε στην ταχύτερη υλοποίηση του έργου οικοπεδοποίησης του τμήματος που του αναλογεί με αποτέλεσμα να σημειωθεί πολύ μεγάλη καθυστέρηση στο θέμα αυτό. Όπως επίσης αναφέρει, η στάση ανωτέρω της ενάγουσας δυσχέρανε και τις προσπάθειες του για πώληση κατοικιών τις οποίες έχει ανεγείρει στα διαχωρισθέντα οικόπεδα. Και συμπληρώνει ότι η ενάγουσα συμπεριφέρθηκε ως ανωτέρω προκειμένου να εκμαιεύσει από αυτόν και άλλα χρήματα πέραν του ποσού το οποίο της κατέβαλε με την υπογραφή της συμφωνίας ως τίμημα για την αγορά του τμήματος που του αναλογεί στο εν λόγω ακίνητο. Αγορεύοντας ο συνήγορος της ενάγουσας προς υποστήριξη της αίτησης παρέπεμψε, βασικά, στη μαρτυρία της πελάτιδας του και, επισημαίνοντας ιδιαίτερα κάποιες αναφορές της σ΄ αυτήν, εισηγήθηκε ότι είναι δίκαιο, εύλογο και προς το συμφέρον της δικαιοσύνης όπως εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Στη δική του αγόρευση ο συνήγορος του εναγομένου παρέπεμψε στη μαρτυρία του πελάτη του για να εισηγηθεί ότι η ύπαρξη όλων των αναγκαίων αδειών και εγκρίσεων που ο τελευταίος εξασφάλισε από τις διάφορες αρχές αποδεικνύουν το νόμιμο των ενεργειών του σε σχέση με τη συγκεκριμένη ανάπτυξη ενώ οι ισχυρισμοί της ενάγουσας, ειδικά όσον αφορά την επέμβαση είναι, όπως εισηγήθηκε περαιτέρω, πολύ γενικοί, αόριστοι και εντελώς ατεκμηρίωτοι. Για τους λόγους αυτούς εισηγήθηκε όπως η αίτηση απορριφθεί. Η αίτηση εδράζεται, μεταξύ άλλων, στα άρθρα 4 και 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, καθώς επίσης στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/
- Ο συνήγορος της ενάγουσας δεν εισηγήθηκε στη βάση ποιού άρθρου θα πρέπει να εξεταστεί η αίτηση. Βέβαια, εξετάζοντας το άρθρο 5 του Νόμου, Κεφ. 6, είναι πρόδηλο ότι αυτό δεν εφαρμόζεται στην παρούσα περίπτωση. Σκοπός του είναι η διαφύλαξη συγκεκριμένου ακινήτου προς το οποίο να μπορεί να στραφεί ο ενάγοντας σε περίπτωση που λάβει απόφαση εναντίον του ιδιοκτήτη του σε απαίτηση του για χρέος ή για αποζημιώσεις. Αντίθετα, το άρθρο 4 του ιδίου Νόμου μπορεί να τύχει εφαρμογής σε περίπτωση όπως η παρούσα. Τα κριτήρια που θέτει είναι γενικά, ήτοι προς διαφύλαξη του αντικειμένου της αγωγής. Όμως, έχω την άποψη πως το δικαστήριο θα πρέπει, πρόσθετα, να ικανοποιηθεί ότι συντρέχουν και κάποιες άλλες, κατ΄ ελάχιστο, προϋποθέσεις που διασφαλίζουν το μη αυθαίρετο του αιτήματος με βάση το άρθρο
- Οι εν λόγω προϋποθέσεις πιστεύω ότι δεν μπορεί να είναι άλλες από αυτές που προβλέπει το άρθρο 32 του Νόμου 14/
- Συνεπώς, ενόψει της διαπίστωσης ανωτέρω η εξέταση η οποία ακολουθεί θα γίνει στη βάση των προνοιών του άρθρου
- Στην παρούσα υπόθεση η ενάγουσα προβάλλει ως αιτία αγωγής στην έκθεση απαιτήσεως της παράνομη επέμβαση την οποία ο εναγόμενος κατ΄ ισχυρισμό διενεργεί στο τμήμα του ακινήτου το οποίο της αναλογεί. Ανκαι συνιδιοκτήτες, ο εναγόμενος φέρεται να έχει επέμβει ως ανωτέρω κατά παράβαση της μεταξύ τους συμφωνίας διανομής η οποία ορίζει συγκεκριμένα το τμήμα και το μερίδιο καθενός από αυτούς στο υπό αναφορά ακίνητο. Υπό τέτοιες περιστάσεις είναι δυνατή η ύπαρξη της προαναφερθείσας ισχυριζόμενης παράνομης επέμβασης. Πρόκειται για το αγώγιμο δικαίωμα που δημιουργείται με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 43 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ.
- Συνεπώς, η διαπίστωση, ανωτέρω, ικανοποιεί την πρώτη προϋπόθεση που θέτει το άρθρο 32
(1)του Νόμου 14/1960, ότι για να εκδοθεί διάταγμα όπως το παρόν θα πρέπει να καταδειχθεί, με αναφορά στα δικόγραφα, ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά την ακροαματική διαδικασία. Μια άλλη προϋπόθεση, η οποία επίσης προβλέπεται από το πιο πάνω άρθρο, απαιτεί όπως αποδειχθεί από τον ενάγοντα ότι υπάρχει πιθανότητα αυτός να δικαιούται σε θεραπεία. Η εξέταση του ζητήματος αυτού εκφεύγει πλέον της δικογραφίας και θα πρέπει να γίνει αναφορά στη μαρτυρία η οποία σε τέτοιες περιπτώσεις τίθεται ενώπιον του δικαστηρίου συνήθως μέσω γραπτών ενόρκων δηλώσεων. Δεν απαιτείται απόδειξη με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων αλλά κάτι αρκετά λιγότερο, ότι ο ενάγοντας πιθανόν να δικαιούται σε θεραπεία. Όμως, όπως έχει εξηγηθεί στην υπόθεση A. Pieris Estates Ltd v. Odysseos
(1982)1 C.L.R. 557, η απαίτηση σε τέτοια περίπτωση θα πρέπει να είναι κάτι πέραν του ότι η εκδοχή του ενάγοντα είναι απλά δυνατόν να επιτύχει. Στην προκειμένη περίπτωση η μαρτυρία η οποία θα πρέπει να εξεταστεί υπό το φως της δεύτερης πιο πάνω προϋπόθεσης είναι αυτή των δύο διαδίκων και συνάμα συμβαλλομένων μερών στις δύο προαναφερθείσες συμφωνίες, η οποία παρατίθεται πιο πάνω. Ιδιαιτέρως σημαντικά για σκοπούς της παρούσας εξέτασης θεωρείται ότι είναι τα έγγραφα τα οποία κατέθεσε ο εναγόμενος και αφορούν άδειες και εγκρίσεις που έχουν εκδοθεί και επιμαρτυρούν ότι η ανάπτυξη του τμήματος του εναγομένου στο εν λόγω ακίνητο έγινε στα πλαίσια της νομιμότητας. Δηλαδή, ότι αυτός εξασφάλισε όλες τις αναγκαίες προς τούτο άδειες και εγκρίσεις από τις διάφορες κρατικές και άλλες αρχές. Στο βαθμό δε που απαιτείτο και η υπογραφή της ενάγουσας, ενώ αυτή απουσίαζε στο εξωτερικό, ήταν εδώ για το σκοπό αυτό ο πληρεξούσιος αντιπρόσωπος της που αναφέρεται πιο πάνω. Δεν αμφισβητήθηκε ότι σε κάποιες περιπτώσεις είχε υπογράψει και η ίδια τις σχετικές αιτήσεις. Αντίθετα, οι σοβαρές κατηγορίες τις οποίες η ενάγουσα διατυπώνει εναντίον του εναγομένου και ειδικότερα ότι αυτός ενήργησε παράνομα και αυθαίρετα αφού δεν εξασφάλισε προηγουμένως την υπογραφή και την συγκατάθεση της, δεν φαίνεται να βρήκαν έρεισμα στις αρμόδιες αρχές προς τις οποίες φέρεται να έγιναν σχετικές καταγγελίες. Ως εκ τούτου, δεν αναφέρεται στη μαρτυρία της ενάγουσας να υπήρξε οποιαδήποτε ανταπόκριση σε ό,τι σχετικό αυτή ή οι δικηγόροι της τους είχαν κοινοποιήσει. Ενώ, προφανώς, για τον ίδιο λόγο οι εν λόγω ισχυρισμοί της δεν υποστηρίχθηκαν από περαιτέρω μαρτυρία, όπως θα έπρεπε, δεδομένης της φύσης και της σοβαρότητας των σχετικών καταγγελιών. Όμως, πιο σημαντική στην κατάδειξη της αθέτησης από τον εναγόμενο της συμφωνίας διανομής και της επέμβασης την οποία κατ' ισχυρισμό αυτός διενεργεί επί του τμήματος της ενάγουσας στο ακίνητο θα ήταν μαρτυρία η οποία θα έτεινε προς την κατεύθυνση αυτή. Εν τούτοις, όπως έχει ήδη διαπιστωθεί, βασικά δε διενεργήθηκε σε σχέση με τη πτυχή αυτή οποιαδήποτε τοπογραφική εργασία εκ μέρους της ενάγουσας. Μόνο μια εκτίμηση της αγοραίας αξίας του ακινήτου έχει γίνει. Η δε εκτιμήτρια η οποία την έκαμε δεν αναφέρει πώς κατέληξε στο συμπέρασμα ότι υπάρχει επέμβαση επί του τμήματος της ενάγουσας και μάλιστα στην έκταση που καταγράφεται στην έκθεση της, τεκμήριο 6. Ενώ σε σχέση με το θέμα αυτό δεν παραβλέπεται και η απουσία μαρτυρίας ότι η συγκεκριμένη εκτιμήτρια έχει τα προσόντα τοπογράφου ικανής για διενέργεια τοπογραφικής εργασίας. Περαιτέρω, και αυτό δεν είναι προφανώς άσχετο με την προηγηθείσα διαπίστωση, η εν λόγω εκτιμήτρια όταν διατύπωσε την άποψη της για ύπαρξη επέμβασης επί του τμήματος της ενάγουσας είχε λάβει υπόψη της λανθασμένα στοιχεία όσον αφορά το εμβαδό και το μέγεθος του τμήματος του υπό αναφορά ακινήτου που αναλογεί στο κάθε μέρος. Ενδεικτικό είναι ότι δεν έλαβε υπόψη ούτε καν τα στοιχεία που καταγράφονται στο πιστοποιητικό ακίνητης ιδιοκτησίας αλλά ούτε και αυτά στη συμφωνία διανομής η οποία είναι κατατεθειμένη στο οικείο κτηματολογικό γραφείο. Αν έβλεπε το εν λόγω πιστοποιητικό θα διαπίστωνε επίσης ότι ιδιοκτήτρια του ακινήτου είναι η ενάγουσα και όχι ο σύζυγος της, ο οποίος προφανώς της είχε δώσει οδηγίες για να προβεί στην εν λόγω εκτίμηση. Με βάση την πιο πάνω ανάλυση της ενώπιον μου τεθείσας μαρτυρίας καταλήγω, για σκοπούς βέβαια πάντοτε της παρούσας ενδιάμεσης διαδικασίας, ότι δεν έχει καταδειχθεί στο στάδιο αυτό πιθανότητα να δικαιούται η ενάγουσα σε οποιαδήποτε θεραπεία και ειδικά αυτή για έκδοση διατάγματος άρσης της ισχυριζόμενης επέμβασης επί του τμήματος του ακινήτου που της αναλογεί. Η τρίτη και τελευταία προϋπόθεση την οποία θέτει το όρθρο 32
(1)απαιτεί από την ενάγουσα να καταδείξει ότι εκτός αν εκδοθεί το παρεμπίπτον διάταγμα θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Όπως εξηγείται στην Κυρρίσσαβα ν. Κύζη
(2001)1 Α.Α.Δ. 1245 η προϋπόθεση ανωτέρω «περιλαμβάνει και άλλα μεταβλητά κριτήρια εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά. Ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη.» Σχετικές επί του ιδίου θέματος είναι και οι υποθέσεις Papastratis v. Petrides
(1979)1 C.L.R. 231 και Papapetrou Bros Ltd v. Παπαπέτρου
(2003)1 Α.Α.Δ. 741. Προφανώς η αναζήτηση προς ικανοποίηση της προϋπόθεσης αυτής θα πρέπει ομοίως να γίνει με αναφορά στην προσαχθείσα μαρτυρία. Στην προκειμένη περίπτωση η αναφορά της ενάγουσας στη πτυχή αυτή είναι ότι επειδή, όπως τη συμβουλεύει ο δικηγόρος της, έχει πολύ καλή υπόθεση εναντίον του εναγομένου και υπάρχει άμεσος κίνδυνος καταστροφής και απώλειας του τεμαχίου γης που της αναλογεί, δε θα είναι δυνατό να αποδοθεί ουσιαστική δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο χρόνο. Αυτά αναφέρονται στην παράγραφο 14 της ένορκης δήλωσης της ενάγουσας. Πρόκειται για γενική δήλωση η οποία δε βασίζεται σε γεγονότα, αλλά όπως αναφέρει σε νομική συμβουλή, και δεν εξηγεί ποιος είναι ο άμεσος κίνδυνος καταστροφής και απώλειας του τμήματος που της αναλογεί στο υπό αναφορά ακίνητο. Το ίδιο γενικόλογη είναι και η αναφορά στην επόμενη παράγραφο της εν λόγω ενόρκου δηλώσεως, το περιεχόμενο της οποίας επίσης αποδίδεται σε συμβουλή δικηγόρου, η οποία φαίνεται να εκλαμβάνει ως δεδομένο ότι αφ΄ ης στιγμής υπάρχει επέμβαση σε ακίνητη περιουσία τότε το δικαστήριο κέκτηται εξουσία να εκδώσει παρεμπίπτον διάταγμα για τη διαφύλαξη της από περαιτέρω επέμβαση που διενεργείται σ΄ αυτή. Υπάρχει δόση αλήθειας στη νομική αυτή θέση, νοουμένου βέβαια ότι αποδεικνύεται με την απαιτούμενη βεβαιότητα ότι υπάρχει όντως κατάφορη επέμβαση σε ακίνητη περιουσία από την οποία επέμβαση δυνατό να επέλθει σοβαρή καταστρατήγηση, ακόμα και κατάργηση, ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων ή και δικαιωμάτων κατοχής του ενάγοντος. Όμως, με βάση τη μαρτυρία που έχει ήδη εξεταστεί η παρούσα πόρρω απέχει από το να αποτελεί τέτοια περίπτωση ενώ πρόσθετα δεν έχει καταδειχθεί ποια θα μπορούσε να είναι η ανεπανόρθωτη ζημιά που προκαλείται στην ενάγουσα για την οποία αυτή δε θα μπορούσε να τύχει θεραπείας στο πλαίσιο της παρούσας αγωγής, εξεταζομένης επί της ουσίας. Για την ακρίβεια, η ενάγουσα δεν έχει επικαλεσθεί οποιαδήποτε μαρτυρία σε σχέση με τη πτυχή αυτή πλην ότι διενεργείται επέμβαση απροσδιορίστου φύσεως και εκτάσεως στο τμήμα του ακινήτου το οποίο της αναλογεί με βάση την επίδικη συμφωνία διανομής. Καταλήγοντας, διαπιστώνω ότι καμιά από τις τρεις προϋποθέσεις τις οποίες θέτει το άρθρο 32
(1)του Νόμου 14/1960 έχει ικανοποιηθεί ώστε να μπορεί να εξεταστεί περαιτέρω κατά πόσο είναι δίκαιο ή πρόσφορο να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Εν όψει όλων των ανωτέρω, η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του εναγομένου και εναντίον της ενάγουσας. Αυτά να καταβληθούν με το πέρας της αγωγής αφού υπολογιστούν από την Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)............... Γ. Ν. Γιασεμής, Π.Ε.Δ. /ΣΣΑ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο