Επί τοις αφορώσι τον Κώστα Στυλιανού, Αρ. Ειδοποίησης Πτώχευσης: 897/09, 4 Νοεμβρίου, 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2010:A91 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: A. Δαυίδ, Α.Ε.Δ. Αρ. Ειδοποίησης Πτώχευσης: 897/09 Επί τοις αφορώσι τον Κώστα Στυλιανού (αρ. ταυτ. 22419) Ημερομηνία: 4 Νοεμβρίου,
- Εμφανίσεις: Για τους Αιτητές: κ. Κ. Στυλιανού για κ. Α. Παπαντωνίου. Για τον Καθ΄ ου η Αίτηση: κ. Χρ. Ιωάννου. Αίτηση Παραμερισμού Ειδοποίησης Πτώχευσης ημ. 23/2/2010 ΑΠΟΦΑΣΗ Οι εξ αποφάσεως Πιστωτές, στα πλαίσια της αγωγής υπ΄ αρ. 2045/05 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, στις 3/11/08, εξασφάλισαν μεταξύ άλλων και σε βάρος του εναγομένου 2, χρεώστη - αιτητή στα πλαίσια της υπό συζήτηση αίτησης, δικαστική απόφαση προς όφελος τους πλέον έξοδα, της οποίας η αναστολή εκτέλεσης έπαυσε να ισχύει από τις 3/11/
- Η απόφαση αφορούσε μεταξύ άλλων τα ποσά: (α) €206.604,39 με τόκο 9% επί ποσού €151.158,60 από 3/7/08 μέχρι εξόφλησης, (β) €54.590,04 με τόκο προς 9% επί ποσού €41.513,72 από 3/7/08 μέχρι εξόφλησης, (γ) €16.928,51 με τόκο προς 9% επί ποσού €12.412,07 από 3/7/08 μέχρι εξόφλησης και (δ) €46.603,87 με τόκο προς 9% επί ποσού €33.872,17 από 3/7/08 μέχρι εξόφλησης Στις 13/11/2009 οι εξ αποφάσεως πιστωτές, στη βάση της ως άνω απόφασης, προώθησαν παράκληση (request) για έκδοση ειδοποίησης πτώχευσης εναντίον του ως άνω χρεώστη - εναγομένου 2 στα πλαίσια της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής. Η ειδοποίηση συνοδευόταν από την αναγκαία οπισθογράφηση με βάση τον σχετικό κανονισμό 40 των Περί Πτωχεύσεως Κανονισμών, ότι η μη συμμόρφωση με την αίτηση ειδοποίησης θα συνεπάγεται πράξη πτώχευσης, σε περίπτωση δε που ο χρεώστης είχε ανταπαίτηση, ανταξίωση ή εγείρει ζήτημα συμψηφισμού που είναι ισοδύναμος ή υπερβαίνει το εξ αποφάσεως χρέος, θα πρέπει να καταχωρήσει ένορκη δήλωση προς ακύρωση της ειδοποίησης. Ο ως άνω χρεώστης μετά την έκδοση και επίδοση σε αυτόν την 25/11/09 της ειδοποίησης, καταχώρησε στις 23/2/10 την υπό συζήτηση αίτηση παραμερισμού και/ή ακύρωσης της ως άνω ειδοποίησης πτώχευσης. Το νομικό υπόβαθρο της αίτησης εδράζεται στον Περί Πτωχεύσεως Νόμο Κεφ. 5 άρθρα 3
(1)(ζ), 87, 90 και 93, στους Περί Πτωχεύσεως Κανονισμούς άρθρα 16, 17, 18 και 188, στους Διαδικαστικούς Κανονισμούς Περί Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 θ.θ.1-7, Δ.64, στα άρθρα 29 και 31 του Περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60, στις αρχές της επιείκειας, τη διακριτική ευχέρεια και τις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Το πραγματικό υπόβαθρο γεγονότων που υποστηρίζει την αίτηση τίθεται με ένορκη δήλωση του ως άνω χρεώστη, ημερομηνίας επίσης 23/2/10 η οποία και τη συνοδεύει. Δεν αμφισβητεί στα πλαίσια της ως άνω δήλωσης του ο ομνύον - χρεώστης ότι έχει εκδοθεί η αναφερόμενη στην ειδοποίηση πτώχευσης απόφαση σε βάρος του, η αναστολή της εκτέλεσης της οποίας έπαυσε να ισχύει την 3/11/09. Προβάλλει ωστόσο τη θέση ότι η σχετική ειδοποίηση πτώχευσης δεν δύναται να έχει οποιοδήποτε έννομο αποτέλεσμα αφού είναι παράτυπη, με δεδομένο ότι δεν αναφέρει στο σώμα της τη νομική βάση επί της οποίας στηρίζεται. Υποδεικνύοντας ότι ουσιαστικά ο ίδιος αποτελεί εγγυητή του πρωτοφειλέτη, εναγόμενου 1 στα πλαίσια της αγωγής 2042/05, προβάλλει τη θέση ότι η αίτηση είναι εκδικητική, καταχρηστική και κακόπιστη αφού οι αιτητές απέκρυψαν το γεγονός ότι ο εναγόμενος 1 στα πλαίσια της αγωγής 2042/05 έχει ακίνητη περιουσία η οποία είναι υποθηκευμένη προς όφελος των αιτητών, η αξία της οποίας υπερκαλύπτει το χρέος του ιδίου, με αποτέλεσμα οι αιτητές να είναι πλήρως εξασφαλισμένοι πιστωτές. Ούτε αναφέρεται στην αίτηση των πιστωτών για έκδοση της ειδοποίησης πτώχευσης, το γεγονός ότι προς εξασφάλιση του εξ αποφάσεως χρέους οι εξ αποφάσεως πιστωτές προχώρησαν στην εγγραφή memo στην ακίνητη περιουσία του ιδίου. Προτάσσει επίσης τη θέση ότι επιμελώς απεκρύβει από τους αιτητές - πιστωτές, το γεγονός πως ως η ως άνω απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, οι εξ αποφάσεως δανειστές προχώρησαν με την πώληση ενεχυριαζόμενων μετοχών, το τίμημα δε το οποίο εισέπραξαν διατέθηκε έναντι του εξ αποφάσεως χρέους. Καταχρηστικά και κακόπιστα, διατείνεται επίσης ο αιτητής ότι προωθούν οι εξ αποφάσεως δανειστές του την πτωχευτική διαδικασία αφού αν και ο Νόμος τους δίδει τη δυνατότητα να προχωρήσουν με μέτρα εκτέλεσης σε βάρος του αυτοί επέλεξαν να προχωρήσουν με την προώθηση της πτωχευτικής διαδικασίας. Ο ίδιος όντας συνταξιούχος έχει τη δυνατότητα να αποπληρώσει το εξ αποφάσεως χρέος του με μηνιαίες δόσεις. Αποτελεί καταληκτικά θέση του ιδίου ότι το Δικαστήριο ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια θα πρέπει να παραμερίσει την ειδοποίηση πτώχευσης ως καταχρηστική και ως Νόμο και ουσία αβάσιμη με έξοδα εις βάρος των αιτητών. Οι εξ αποφάσεως δανειστές, στις 17/5/2010, καταχώρησαν ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης στην ως άνω αίτηση παραμερισμού της ειδοποίησης πτώχευσης. Η ένσταση εδράζεται επίσης στον Περί Πτωχεύσεων Νόμο, Κεφ. 5, άρθρα 2, 3
(1)(ζ), 3
(2), 3
(3), 5
(1), 5
(2), 6, 87, 88, 90, 93, εις τους Περί Πτωχεύσεως Κανονισμούς, Κανονισμοί 2, 7, 16, 17, 18, 38, 39, 40, 41, 60
(2), 102
(1), 188 στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.39, Δ.48 θ.1-4, Δ.52, Δ.64, στον Περί Δικαστηρίων Νόμο του 1960 (Ν.14/60), στις γενικές ή/και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου, στους Κανόνες της Επιείκειας, στο άρθρο 30 του Συντάγματος, στο άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και στους Κανόνες της Φυσικής Δικαιοσύνης. Πλειάδα λόγων ένστασης προβάλλονται στο σώμα της. Μεταξύ άλλων, προτάσσεται ότι η ειδοποίηση πτώχευσης καταρτίστηκε σύμφωνα και με τον καθορισμένο τύπο. Ακόμη όμως και αν ήθελε θεωρηθεί ότι αυτή πάσχει λόγω ελλειπούς νομικής βάσης, τούτο αποτελεί απλή παρατυπία χωρίς να καθιστά τη διαδικασία άκυρη. Απορρίπτεται η προβαλλόμενη θέση περί κακοπιστίας στην προώθηση της ειδοποίησης πτώχευσης και ότι η τελευταία είναι εκδικητική και καταχρηστική, ενώ υποδεικνύεται πως εάν οι αιτητές αποτελούν ή όχι εξασφαλισμένους πιστωτές, αποτελεί ζήτημα που θα εξεταστεί κατά το στάδιο της αίτησης πτώχευσης και όχι κατά το στάδιο προώθησης της ειδοποίησης πτώχευσης. Σε κάθε περίπτωση πάντως υποδεικνύεται ότι η ύπαρξη υποθήκης επί της περιουσίας άλλου εναγομένου, ουδόλως επηρεάζει την ευθύνη του χρεώστη στον οποίο απευθύνεται η ειδοποίηση πτώχευσης αφού η ευθύνη μεταξύ των εναγομένων ως η απόφαση του Δικαστηρίου στην αγωγή υπ΄ αρ. 2042/05 είναι "αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα". Ούτε το γεγονός ότι οι αιτητές, ως είχαν δικαίωμα δυνάμει της ως άνω απόφασης, προέβηκαν στην πώληση μετοχών επηρεάζει τη νομιμοποίηση τους να προωθήσουν πτωχευτική διαδικασία, με δεδομένο ότι το ποσό που εισπράχθηκε και κατατέθηκε έναντι του εξ αποφάσεως χρέους, ήταν πολύ μικρό σε σχέση με το υπόλοιπο και οφειλόμενο ποσό. Η αίτηση προβάλλεται είναι αντικανονική, παράτυπη και άκυρη, πέραν του γεγονότος ότι καταχωρήθηκε εκπρόθεσμα και ως εκ τούτου θα πρέπει ως αβάσιμη να απορριφθεί, αφού προ της καταχώρησης της ο καθ΄ ου η αίτηση διέπραξε πράξη πτώχευσης και οι εξ αποφάσεως πιστωτές προχώρησαν ήδη στην καταχώρηση αίτησης πτώχευσης. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η ένσταση εκτίθενται στην ένορκη δήλωση κάποιας Εύης Αποστόλου, ημερομηνίας 17/5/2010, στα πλαίσια της οποίας επαναλαμβάνονται ουσιαστικά και εξειδικεύονται με λεπτομέρεια οι λόγοι της ένστασης όπως αυτοί προβάλλονται στο σώμα της, ενώ τίθενται υπόψη του Δικαστηρίου διάφορα τεκμήρια π.χ. εκτιμήσεις ακινήτων που ενισχύουν ως προβάλλεται τη θέση ότι οι εξ αποφάσεως δανειστές παραμένουν μη εξασφαλισμένοι πιστωτές. Με απαντητική ένορκη δήλωση η πλευρά του καθ΄ ου η αίτηση - αιτητή στα πλαίσια της υπό συζήτηση αίτησης, επαναλαμβάνει ουσιαστικά τις τοποθετήσεις του ότι η προώθηση της παρούσας πτωχευτικής διαδικασίας σε βάρος του είναι εκδικητική, καταχρηστική και κακόπιστη ενώ παράλληλα προβάλλεται η θέση ότι οι αιτητές δεν προσήλθαν με καθαρά χέρια ενώπιον του Δικαστηρίου, αφού καταχώρησαν εκτιμήσεις σε σχέση με την αξία της περιουσίας που καλύπτει το οφειλόμενο ποσό σε χρόνο μεταγενέστερο και στα πλαίσια της ένστασης του στην υπό συζήτηση αίτηση. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι κατά το στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας δεν παρουσίασαν οποιαδήποτε μαρτυρία. Περιορίστηκαν στην καταχώρηση γραπτών αγορεύσεων αναπτύσσοντας τις εκατέρωθεν θέσεις τους. Ζήτημα το οποίο θα πρέπει κατά την αντίληψη μου να εξεταστεί κατά προτεραιότητα, αποτελεί η θέση που προέβαλε η πλευρά των ενιστάμενων πιστωτών, ότι δηλαδή η υπό συζήτηση αίτηση παραμερισμού καταχωρήθηκε εκπρόθεσμα και ως εκ τούτου θα πρέπει ως αβάσιμη να απορριφθεί. Στο άρθρο 3 του Περί Πτωχεύσεως Νόμου, Κεφ. 5, καταγράφονται οι περιπτώσεις που ένας χρεώστης διαπράττει πράξη πτώχευσης. Στο εδάφιο
(1)(ζ) του ως άνω άρθρου, καθιερώνεται ως πράξη πτώχευσης, η μη συμμόρφωση με ειδοποίηση πτώχευσης εντός 7 ημερών. Η όλη διαδικασία της ειδοποίησης πτώχευσης, ρυθμίζεται στο μέρος ΙΙΙ των Πτωχευτικών Κανονισμών, ειδικότερα από τους Κανονισμούς 38-43. Ο Κ.40
(2)προβλέπει ότι η ειδοποίηση πτώχευσης θα περιλαμβάνει προειδοποίηση προς τον χρεώστη πως αν έχει ανταπαίτηση, συμψηφισμό ή ανταξίωση η οποία είναι ίση ή υπερβαίνει το ποσό του εξ αποφάσεως χρέους ή το ποσό το οποίο διετάχθει να πληρώσει και το οποίο δεν μπορούσε να προβάλει στην αγωγή ή τη διαδικασία στην οποία η απόφαση ή διαταγή ελήφθη, θα πρέπει εντός του χρόνου που προβλέπεται από τον Κ.40
(3)των Πτωχευτικών Κανονισμών να καταχωρήσει ένορκη δήλωση προς αυτόν το σκοπό στον Πρωτοκολλητή. Ο Κ.40
(3)των Πτωχευτικών Κανονισμών προβλέπει τα ακόλουθα σε σχέση με την προθεσμία εντός της οποίας θα πρέπει να καταχωρηθεί σχετική ένορκη δήλωση εκ μέρους του καθ' ου η αίτηση: "
(3). Σε περίπτωση ειδοποίησης που επιδίδεται στη Δημοκρατία ο χρόνος θα είναι τρεις ημέρες μετά την επίδοση. Στην περίπτωση ειδοποίησης που επιδίδεται οπουδήποτε αλλού ο Πρωτοκολλητής θα καθορίσει τον χρόνο όταν εκδίδει την ειδοποίηση." Θα πρέπει παράλληλα να σημειωθεί ότι τυχόν ένορκη δήλωση που καταχωρείται από τον καθ' ου η αίτηση με βάση τις πρόνοιες του Κ40
(2)των Πτωχευτικών Κανονισμών, επενεργεί ουσιαστικά ως αίτηση για παραμερισμό της εκδοθείσας πτωχευτικής ειδοποίησης. Ως ειδικότερα στον Κ.41 προβλέπεται: "Η καταχώρηση τέτοιας ένορκης δήλωσης θα λειτουργεί σαν αίτηση για παραμερισμό της ειδοποίησης πτώχευσης και με την καταχώρηση της ο Πρωτοκολλητής θα ορίζει ημερομηνία για την ακρόαση της αίτησης.." Σε κάθε περίπτωση θα πρέπει να σημειωθεί πως ο οφειλέτης δεν μπορεί να εγείρει με την ως άνω ένορκη δήλωση του οποιοδήποτε άλλο ζήτημα, πέραν αυτών που αναφέρονται στο άρθρο 40
(2)των Πτωχευτικών Κανονισμών. (βλ. Λαϊκή Τράπεζα Λτδ ν. Δημητρίου
(2008)1 ΑΑΔ 425 και στις εκεί αναφερόμενες αποφάσεις). Είναι επίσης σημαντικό να σημειωθεί πως τυχόν άλλοι λόγοι ακύρωσης της ειδοποίησης πτώχευσης, εκτός από αυτούς που αναφέρονται στο Κ.40
(2), όπως παρατυπία στην έκδοση ή κακή επίδοση της ειδοποίησης, ως επίσης ισχυρισμοί για εξόφληση του εξ αποφάσεως χρέους, μπορούν ασφαλώς να προβληθούν, στην περίπτωση όμως αυτή η ορθή διαδικασία είναι η καταχώρηση ξεχωριστής αίτησης και όχι επιδίωξη ακύρωσης της ειδοποίησης της πτώχευσης με την ένορκη δήλωση που προβλέπεται στον Κ.40
(2). Στις περιπτώσεις μάλιστα αυτές, ως έχει νομολογηθεί, δεν ισχύει η προθεσμία των τριών ημερών που προβλέπεται για την ένορκη δήλωση του Κ.40 (βλ. In Re Costas Louka
(1986)2 J.S.C. 365, In re a debtor (No.30) of 1956, Ex-parte the Debtor v. Harman,
(1957)2 All E.R.216 και Williams & Hunter on Bankruptcy, 19η έκδοση, σελ. 38). Στην υπό συζήτηση περίπτωση είναι φανερό ότι ο χρεώστης επέλεξε να επιδιώξει τον παραμερισμό της ειδοποίησης πτώχευσης που του επεδόθη, όχι μέσω ένορκης δήλωσης όπως προβλέπεται στον Κ.40
(3)των Πτωχευτικών Κανονισμών αλλά, μέσω της προώθησης Αίτησης Παραμερισμού, (application by motion) προβάλλοντας λόγους άλλους από αυτούς που αναφέρονται και περιοριστικά προσδιορίζονται στον Κ.40
(2). Προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου ότι η ειδοποίηση πτώχευσης στην υπό συζήτηση περίπτωση επιδόθηκε προσωπικά στο χρεώστη στις 25/11/2009. Το γεγονός τούτο, άλλωστε, δεν αμφισβητήθηκε από οποιαδήποτε πλευρά. Ο χρεώστης καταχώρησε την υπό συζήτηση αίτηση παραμερισμού της ειδοποίησης, μόλις στις 23/2/2010, τρεις σχεδόν ολόκληρους μήνες μετά την επίδοση σε αυτόν της σχετικής παράκλησης για έκδοση ειδοποίησης πτώχευσης, της ειδοποίησης και της οπισθογράφησης της, και σε χρόνο πολύ μεταγενέστερο της συμπλήρωσης της επταήμερης προθεσμίας που ο σχετικός νόμος τάσσει. Έχει ήδη αναφερθεί στα πλαίσια της παρούσας ότι στις περιπτώσεις όπου επιζητείται η ακύρωσης ειδοποίησης πτώχευσης μέσω αίτησης παραμερισμού για λόγους άλλους από αυτούς που αναφέρονται στον Κ.40
(2)των Πτωχευτικών Κανονισμών, δεν ισχύει η προθεσμία των τριών ημερών. Το ερώτημα που απασχολεί είναι εάν η προσπάθεια παραμερισμού της ειδοποίησης πτώχευσης μέσω αίτησης παραμερισμού στη βάση προφανώς του Κ.16 των Πτωχευτικών Κανονισμών, μπορεί να προωθηθεί σε οποιοδήποτε στάδιο, πέραν και ανεξάρτητα δηλαδή από οποιαδήποτε προθεσμία και χρονικό περιορισμό. Στο Σύγγραμμα Halsbury´s Laws of England 3rd edition vol.2, σελ. 283 στην παράγραφο 528 με τίτλο "When act of bankruptcy complete" αναφέρεται ότι: "This act of bankruptcy is complete immediately upon the expiration of the last day on which the bankruptcy notice can be complied with." Ομοίως, στο Σύγγραμμα Williams and Muir Hunter on Bankruptcy 19th edition, σελ. 37 σημειώνεται μεταξύ άλλων ότι: "The act of bankruptcy is complete at the last moment of the last day (excluding the day of service) prescribed for compliance .......". Οι ως άνω σχετικές υποδείξεις των αναφερόμενων συγγραμμάτων, επιβεβαιώνονται ουσιαστικά από τον Περί Πτωχεύσεως Νόμο, Κεφ. 105, αφού ως πιο πάνω έχει ήδη εντοπιστεί σύμφωνα με τον άρθρο 3
(1)(ζ) του ως άνω Νόμου, ο οφειλέτης διαπράττει πράξη πτώχευσης εάν δεν λάβει οποιαδήποτε από τα μέτρα που στο εν λόγω εδάφιο αναφέρονται ή δεν συμμορφωθεί με την σχετική ειδοποίηση μέσα σε επτά μέρες από την επίδοσή της. Στην υπόθεση Re a debtor (No 6864 of 1980, High Court), the debtor v. Slater Walker Ltd
(1981)2 All E.R. 987, ο πιστωτής, στη βάση τελικής δικαστικής απόφασης επέδωσε ειδοποίηση πτώχευσης στον χρεώστη καλώντας τον είτε να αποπληρώσει το εξ αποφάσεως χρέος του είτε να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι είχε, μεταξύ άλλων, ανταπαίτηση. Ο χρεώστης δεν έπραξε οτιδήποτε από τα δύο, με αποτέλεσμα, μετά την παρέλευση της προθεσμίας που ετίθετο στη σχετική ειδοποίηση να προωθηθεί από την πλευρά του πιστωτή αίτησης πτώχευσης. Ο χρεώστης προχώρησε στην καταχώρηση ένορκης δήλωσης για παραμερισμό της ειδοποίησης πτώχευσης, ζητώντας παράλληλα από το Δικαστήριο παράταση του χρόνου ένεκα της εκπρόθεσμης καταχώρησης της. Το Δικαστήριο απέρριψε ουσιαστικά την αίτηση παραμερισμού και το αίτημα για παράταση του χρόνου, με την υπόδειξη πως η πράξη πτώχευσης με τη λήξη των δέκα ημερών που αναφέρονταν στην ειδοποίηση (τόση ήταν η προθεσμία βάση των εν ισχύει κατά τον ουσιώδη χρόνο Αγγλικών Πτωχευτικών Κανονισμών) είχε ήδη αμετάκλητα συντελεστεί, διά εφαρμογής του Νόμου (by operation of law). Δεν παραβλέπω ασφαλώς τη δυνατότητα που παρέχεται στον χρεώστη, εάν η πλευρά του δεν κινηθεί έγκαιρα και πάντως μέχρι τη διάπραξη πράξης πτώχευσης συνεπεία της παρέλευσης επτά ημερών από την επίδοση της σχετικής ειδοποίησης, να απευθυνθεί εμπρόθεσμα στο Δικαστήριο για να ζητήσει την παράταση του χρόνου των επτά ημερών που ο νομοθέτης τάσσει και η σχετική ειδοποίηση περιλαμβάνει. Πράγματι, το Δικαστήριο στη βάση του άρθρου 93
(4)του Περί Πτωχεύσεως Νόμου, Κεφ. 105, και του Κ.41 των Πτωχευτικών Κανονισμών, μπορεί, αν το κρίνει δικαιολογημένο υπό της περιστάσεις της εκάστοτε υπό συζήτηση περίπτωσης να παρατείνει την πιο πάνω προθεσμία. Η παρέλευση της προθεσμίας που ο Νόμος τάσσει, χωρίς να εξασφαλιστεί κάποια παράταση από το Δικαστήριο, έχει σαν αποτέλεσμα να επέρχονται, κατ' εφαρμογή του νόμου, συγκεκριμένα αποτελέσματα, στη βάση των οποίων πλέον καθίσταται δυνατή η περαιτέρω προώθηση της πτωχευτικής διαδικασίας σύμφωνα με την κρατούσα νομοθεσία και κανονισμούς. Ουσιαστικά αυτό έγινε και στην υπό συζήτηση περίπτωση, αφού ως έχει τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου χωρίς να αμφισβητηθεί, οι εξ αποφάσεως δανειστές - καθ΄ ου η αίτηση στα πλαίσια της παρούσας, στη βάση ακριβώς της συντελεσθείσας πράξης πτώχευσης, με την παρέλευση των επτά ημερών που ο νόμος θέτει, προχώρησαν ήδη ως είχαν κάθε δικαίωμα στο επόμενο βήμα της εκ του νόμου προβλεπόμενης διαδικασίας και στην καταχώρηση αίτησης πτώχευσης. Η σχετική διάταξη του Νόμου (άρθρο 3
(1)(ζ) του Κεφ. 105, με την οποία τίθεται η συγκεκριμένη προθεσμία των επτά ημερών) είναι επιτακτική. Έχει ασφαλώς τη δική της, ιδιαίτερη σημασία, καθ΄ ον χρόνο τίθεται στα πλαίσια μιας πτωχευτικής διαδικασίας η οποία ακριβώς λόγω της φύσης της θα πρέπει η εκδίκαση της να ολοκληρώνεται σε σύντομο χρονικό διάστημα.(βλέπε Αναφορικά με την Αίτηση του Ιορδάνη Ιωάννου για έκδοση διατάγματος Certiorari
(2001)1Α Α.Α.Δ 138). Έχω την άποψη ότι η πάροδος της ως άνω εκ του Νόμου ταχθείσας προθεσμίας χωρίς να επιδιωχθεί σε οποιοδήποτε στάδιο η παράταση της, καθιστά εκ προοιμίου την υπό συζήτηση αίτηση ετεροχρονισμένη και απαράδεκτη. Εξακολουθεί να επιδιώκετε ουσιαστικά μέσω της ο παραμερισμός της ειδοποίησης, παραγνωρίζοντας όμως τις εξελίξεις που έχουν στο μεταξύ εκ του Νόμου επέλθει και τη διάπραξη ήδη πλέον, στη βάση της επιδοθείσας ειδοποίησης, πράξης πτώχευσης. Αν διαφορετική ήταν η προσέγγιση, αισθάνομαι ότι η πτωχευτική διαδικασία, ουσιαστικά θα αφηνόταν έρμαιο στις "ορέξεις" του εκάστοτε χρεώστη, ο οποίος οποτεδήποτε έκρινε σκόπιμο, ανεξάρτητα και πέραν από οποιεσδήποτε προθεσμίες, χρονικούς περιορισμούς, συνταγματικά καθιερωμένες αρχές όσον αφορά την αναγκαιότητα γρήγορης απονομής της δικαιοσύνης και εξυπηρέτησης της αρχής της τελεσιδικίας και ασφαλώς πέραν και ανεξάρτητα από τις όποιες εκ του νόμου προβλεπόμενες και επερχόμενες εξελίξεις και αποτελέσματα, ενίοτε ίσως και καταχρηστικά, θα μπορούσε να προωθεί αιτήσεις ως η υπό συζήτηση, εκτρέποντας την δια νόμου προβλεπόμενη πτωχευτική διαδικασία, οδηγώντας έτσι σε αχρείαστη αναστάτωση, καθυστέρηση της διαδικασίας και πολλαπλασιασμό των εξόδων. Ούτε μπορεί να θεωρηθεί ότι το εκπρόθεσμο της καταχώρησης της αίτησης συνιστά απλή παρατυπία, κατά τρόπο που θα επέτρεπε στο Δικαστήριο αντιμετωπίζοντας την ως τέτοια η τελική του κατάληξη να είναι θετική για τους αιτητές. (βλ. Κ.2 των Πτωχευτικών Κανονισμών). Ο χρόνος που εκ του Νόμου τίθεται, άπτεται της γενεσιουργού αιτίας του δικαιώματος παραμερισμού της ειδοποίησης πτώχευσης, καθιστώντας ουσιαστικά άκυρη και εκ προοιμίου έκθετη σε απόρριψη την υπό συζήτηση αίτηση. Παρά την πιο πάνω κατάληξη του Δικαστηρίου η οποία εκ των πραγμάτων φαίνεται να σφραγίζει την τύχη του υπό συζήτηση διαβήματος του χρεώστη, αισθάνομαι ότι για σκοπούς πληρότητας της παρούσας, θα πρέπει να εξεταστεί, σε συντομία έστω, και η ουσία της αίτησης σε περίπτωση που η ως άνω τοποθέτηση του Δικαστηρίου η οποία σφραγίζει και την τύχη της αίτησης ήθελε θεωρηθεί λανθασμένη. Η πτωχευτική διαδικασία, δεν αποτελεί μέτρο εκτέλεσης απόφασης αλλά μια διαφορετική, πρωτογενή "suι generis" διαδικασία που ως αναφέρεται στο Σύγγραμμα Williams and Hunter on Bankruptcy, 19η έκδοση, σελ. 1, είναι οιωνεί ποινική στο χαρακτήρα επηρεάζοντας την υπόσταση και την κατάσταση ενός χρεώστη σε σχέση με τη διαχείριση και τις μετέπειτα δοσοληψίες της περιουσίας του. Δεν συνιστά ενδιάμεση αλλά πρωτογενή διαδικασία, προσδιοριστική των επιδίκων θεμάτων που τίθενται προς εξέταση. Το βάρος απόδειξης της ύπαρξης των προϋποθέσεων για παραμερισμό της ειδοποίησης πτώχευσης, ακολουθεί τον γενικότερο διαχρονικό κανόνα ότι ο διάδικος που επιζητεί ορισμένη θεραπεία, φέρει και το ανάλογο βάρος απόδειξης των ισχυρισμών του. Παραμένει πάντα τούτο στους ώμους της πλευράς που προβαίνει σ΄ αυτήν την προσπάθεια, είτε μέσω της ένορκης δήλωσης που προβλέπεται στον Κ.40
(2)των Πτωχευτικών Κανονισμών είτε μέσω ξεχωριστής αίτησης ακύρωσής της.(βλέπε Μιχαλάκης Αλωνεύτη vs ALPHA BANK LTD Πολιτική Έφεση Αρ. 5/2008, ημερ. 14/4/2010). Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω, η εισήγηση εκ μέρους της πλευράς των αιτητών ότι η ειδοποίηση πτώχευσης πάσχει, αφού δεν αναφέρεται σ΄ αυτή οποιοσδήποτε διαδικαστικός κανονισμός δεν μπορεί να υιοθετηθεί. Στην Αίτηση του Χαράλαμπου Μεττή για έκδοση ενταλμάτων Certiorari και Mandamus
(2003)1 ΑΑΔ, 1909, δεν υιοθετήθηκε εισήγηση ότι αίτηση πτώχευσης θα πρέπει να απορριφθεί λόγω μη αναφοράς σε αυτήν του Νόμου, (Κεφ. 5), που προσδίδει αρμοδιότητα στο Επαρχιακό Δικαστήριο να επιλαμβάνεται διαδικασίες πτώχευσης, ενώ ταυτόχρονα υποδείχτηκε ότι παρατυπία στον τίτλο της αίτησης, που αφορούσε την μη αναφορά στον τίτλο της αίτησης του ως άνω νόμου, δεν θα μπορούσε να οδηγήσει σε ακυρότητα, αφού ο τίτλος της αίτησης και το περιεχόμενο της προσδιόριζαν την δικαιοδοσία του Δικαστηρίου. Ομοίως, στην υπόθεση Μερκής ν. Intertobacco (Cyprus) Ltd
(2006)1Β ΑΑΔ 788, λέχθηκε πως όταν οι πτωχευτικοί κανονισμοί 16 και 18 αναφέρονται στην ανάγκη να καταγράφεται στην αίτηση ή και στην ένσταση ο Νόμος και οι κανονισμοί στους οποίους βασίζονται, δεν εννοούν τους ίδιους τους κανονισμούς που παρέχουν την εν πάση περιπτώσει υπαρκτή δυνατότητα υποβολής αίτησης ή ένστασης. Στη σχετικά πρόσφατη υπόθεση Ιωσήφ Ηλία ν. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ, Πολ. Έφεση 260/2007, ημερ. 8/3/2010, όπου ανάμεσα σε άλλα συζητήθηκε και ζήτημα μη παράθεσης στην αίτηση πτώχευσης της νομικής βάσης επί της οποίας στηρίχθηκε, υπεδείχθη πως καθ΄ ην έκταση ο τίτλος της αίτησης συνάδει πλήρως με τον προβλεπόμενο για την περίπτωση τύπο των Πτωχευτικών Κανονισμών και σε αυτό αναφέρονται οι διατάξεις των σχετικών κανονισμών επί των οποίων στηρίζεται η αίτηση, η νομική βάση της αίτησης προσδιορίζεται επαρκώς. Είναι αναγκαίο πάντως στην υπό συζήτηση περίπτωση να σημειωθεί ότι η επίδικη ειδοποίηση πτωχεύσεως, η οποία έχει εισαχθεί με βάση τον Κ.39 των Πτωχευτικών Κανονισμών, φαίνεται να είναι ορθή, χωρίς να υπάρχει οποιαδήποτε ουσιαστική παρέκκλιση από τα διαγραφόμενα από τους σχετικούς κανονισμούς πρότυπα - έντυπα αρ. 3 και 4 του Παραρτήματος Α των Πτωχευτικών Κανονισμών. Σε κάθε περίπτωση, έχοντας υπόψη την πρωτογενή φύση της υπό συζήτηση διαδικασίας σε συνδυασμό θεωρούμενη με το άρθρο 102
(1)του Κεφ. 5 και του Κ.2 των Πτωχευτικών Κανονισμών, με δεδομένο ότι τόσο ο τίτλος όσο και το περιεχόμενο της υπό συζήτηση αίτησης προσδιορίζουν πλήρως την ταυτότητα του καθ΄ ου η αίτηση προσώπου, τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου και τη φύση της διαδικασίας, το Δικαστήριο και αν ακόμα εθεωρείτο ότι υπήρχε μη συμμόρφωση με τους σχετικούς κανονισμούς, δεν θα ήταν διατεθειμένο να ακυρώσει τη διαδικασία εξαιτίας του τυπικού αυτού ελαττώματος. Αποτελεί αξίωμα στο δικό μας νομικό σύστημα ότι οι διαδικασίες ενώπιον του Δικαστηρίου δεν θα πρέπει να χρησιμοποιούνται για σκοπούς άλλους από εκείνους για τους οποίους προορίζονται. (βλέπε Re a debtor (no.787 of 1954), Εx-parte The Debtor v. F. A. Dumont, Ltd
(1955)2 All E.R. 65 και Re a Judgment Summons (no.25 of 1952) Εx-parte Henlys, Ltd
(1953)1 All E.R. 424). Στην απόφαση London Clubs κ.α. ν. Ρόδου Παπαδόπουλου
(2002)1Γ ΑΑΔ 1699, όπου απασχόλησε ζήτημα κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας, με δεδομένο ότι στην εν λόγο περίπτωση δεν προωθήθηκαν μέτρα εκτέλεσης εναντίον του χρεώστη παρά το ότι υπήρχαν διατάγματα πληρωμής με δόσεις στα οποία δεν συμμορφωνόταν, κρίθηκε ότι η πτωχευτική διαδικασία, η οποία χρησιμοποιήθηκε δύο φορές σε βάρος του χρεώστη, αποσκοπούσε στο να καταπιεστεί ο χρεώστης. Στα πλαίσια της απόφασης στην υπόθεση Γεώργιος Αρέστη ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2002)1Β ΑΑΔ 1258, υπογραμμίστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο της χώρας ότι παρέχεται η δυνατότητα σε πιστωτές να επιδιώξουν την έκδοση διατάγματος παραλαβής σε βάρος της περιουσίας ενός χρεώστη, χωρίς προηγουμένως να είναι υποχρεωμένοι να επιχειρήσουν και να επιτύχουν έκδοση διατάγματος για την εξόφληση του χρέους του με μηνιαίες δόσεις. Στην υπόθεση Πετράκης ν. Κίμωνος
(2006)1Β ΑΑΔ 1311, όπου και πάλι το Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της χώρας απασχόλησε ζήτημα καταχρηστικής και καταπιεστικής προώθησης πτωχευτικής διαδικασίας, αφού υπογραμμίστηκαν τα ιδιάζοντα περιστατικά της υπόθεσης London Clubs (ανωτέρω), διακηρύχτηκε πως το γεγονός ότι ο εφεσείοντας επέλεξε να μην χρησιμοποιήσει τη διαδικασία των μηνιαίων δόσεων για την ικανοποίηση της υπέρ του εκδοθείσας απόφασης, ούτε οποιαδήποτε άλλη διαδικασία εκτέλεσης της απόφασης, δεν θα μπορούσε να ληφθεί υπόψη σε βάρος του, αφού τέτοιες διαδικασίες δεν προβλέπονται από τον Περί Πτωχεύσεως Νόμο ως προϋπόθεση για την καταχώρηση και την προώθηση αίτησης πτώχευσης. Στη σελίδα 1318 υποδείχθηκαν παράλληλα και τα ακόλουθα: "Εκεί όπου δεν υπάρχουν στοιχεία δόλου ή αθέμιτης εξασφάλισης χρημάτων ή πλεονεκτημάτων προς όφελος του συγκεκριμένου αιτητή - πιστωτή και εις βάρος του χρεώστη και των άλλων πιστωτών του, αίτηση εκδόσεως διατάγματος παραλαβής δεν θεωρείται ότι γίνεται για παράλληλο και αθέμιτο σκοπό ή κατά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας, έστω και αν έχει σαν συνεπαγόμενο αποτέλεσμα κάποιο πλεονέκτημα για τον πιστωτή". Επανερχόμενος στην υπό συζήτηση περίπτωση, στη βάση όλων όσων έχουν αναφερθεί πιο πάνω, το γεγονός ότι οι εξ αποφάσεως δανειστές επέλεξαν να προωθήσουν την πτωχευτική διαδικασία σε βάρος του καθ΄ ου η αίτηση, ως είχαν κάθε δικαίωμα εκ του Νόμου, δεν μπορεί ασφαλώς από μόνο του να προσδώσει στη συμπεριφορά τους οποιοδήποτε κίνητρο κακοπιστίας ή διάθεση κατάχρησης των διαδικασιών που προβλέπονται από το Νόμο στη Δημοκρατία. Σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή η θέση πως η πτωχευτική διαδικασία χρησιμοποιήθηκε για σκοπούς αλλότριους και αντίθετους με αυτούς που είναι ταγμένη να υπηρετήσει. Οι εξ αποφάσεως δανειστές, ουσιαστικά δεν έπραξαν τίποτε άλλο από το να μετέλθουν τις σχετικές πρόνοιες του Νόμου. Στην προκείμενη περίπτωση εξάλλου, δεν έχει τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου οποιοδήποτε στοιχείο ή συμπεριφορά των εξ' αποφάσεως δανειστών τα οποία να δικαιολογούν την κατάληξη στο συμπέρασμα ότι η πτωχευτική διαδικασία χρησιμοποιείται ως μέτρο καταπίεσης και η υπό συζήτηση αίτηση γίνεται για σκοπούς εκβιασμού του καθ΄ ου η αίτηση ώστε να αποπληρώσει το χρέος του. Ούτε καν ως ισχυρισμός τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου ότι η προώθηση της αίτησης εκ μέρους των εξ' αποφάσεως δανειστών ενέχει στοιχεία δόλου ή γίνεται προς το σκοπό εξασφάλισης αθέμιτων πλεονεκτημάτων προς όφελος τους και σε βάρος του χρεώστη και άλλων πιστωτών. Προβάλλεται η θέση από την πλευρά του αιτητή στα πλαίσια της παρούσας αίτησης, ότι η πλευρά των εξ αποφάσεως δανειστών αποτελούν εξασφαλισμένους πιστωτές. Το τι είναι εξασφαλισμένος πιστωτής αναφέρεται στο ερμηνευτικό άρθρο 2 του περί Πτωχεύσεως Νόμου Κεφ. 5. Σύμφωνα με αυτό: "«Ασφαλισμένος πιστωτής» σημαίνει πρόσωπο το οποίο κατέχει υποθήκη, ενέχυρο, επιβάρυνση ή δικαίωμα επίσχεσης επί της περιουσίας του πιστωτή ή σε οποιοδήποτε μέρος αυτής, ως ασφάλεια για χρέος που οφείλεται σε αυτόν από τον χρεώστη." (Βλέπε επίσης το Σύγγραμμα Williams & Hunter on Bankruptcy, 19η έκδοση, σελ. 525 και Halsbury´s Laws of England 4η έκδοση, τόμος 3, παράγραφοι 318-319 και 785). Η ύπαρξη εξασφάλισης πάντως επί κάποιας οφειλής, δεν συνιστά από μόνη της κώλυμα για κάποιο πιστωτή να προωθήσει αίτηση για έκδοση διατάγματος παραλαβής. Γεγονός παραμένει πάντως ότι το άρθρο 5
(2)του Περί Πτωχεύσεως Νόμου, οριοθετεί τον τρόπο ενέργειας του αιτητή σε σχέση με το θέμα των εξασφαλίσεων. Δεν διαλανθάνει παράλληλα της προσοχής, ο λόγος της απόφασης στα πλαίσια της υπόθεσης Παπαδόπουλος ν. Οργαν. Χρημ. Παγκυπριακής Λτδ
(2004)1 (Γ) ΑΑΔ 1716, σύμφωνα με τον οποίο παρά την επιτακτική διατύπωση του άρθρου 5
(2)του Κεφ. 5 η παράλειψη δήλωσης μιας εξασφάλισης δεν αποβαίνει από μόνη της μοιραία, ακόμη και για την αίτηση πτώχευσης. Ως πιο πάνω έχει ήδη αναφερθεί, το βάρος απόδειξης της ύπαρξης των προϋποθέσεων για παραμερισμό της ειδοποίησης πτώχευσης, παραμένει πάντα στους ώμους της πλευράς που προβαίνει σ΄ αυτήν την προσπάθεια. Πέραν του γεγονότος ότι έχουν εγγραφεί υποθήκες προς όφελος των εξ αποφάσεως δανειστών, επί ακινήτων που ανήκουν σε άλλο εναγόμενο από τον αιτητή στα πλαίσια της παρούσας, προς εξασφάλιση του εξ αποφάσεως χρέους στην υπ΄ αρ. 2045/05 αγωγή, του γεγονότος ότι οι εξ αποφάσεως δανειστές έχουν προχωρήσει στην εγγραφή memo επί ακινήτου περιουσίας του, ενώ παράλληλα έχουν προχωρήσει στην εκποίηση μετοχών προς ικανοποίηση του ως άνω εξ αποφάσεως χρέους, κανένα άλλο στοιχείο δεν έχει τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου, ικανό να αποσείσει από τους ώμους τους το σχετικό βάρος απόδειξης σε σχέση με τον προβαλλόμενο ισχυρισμό τους, ότι δηλαδή οι εξ αποφάσεως δανειστές αποτελούν εξασφαλισμένους πιστωτές. Αντίθετα, η πλευρά των εξ αποφάσεως δανειστών - ενιστάμενων στην υπό συζήτηση αίτηση, με στοιχεία τα οποία έθεσε υπόψη του Δικαστηρίου, τα οποία μάλιστα σε κανένα στάδιο της διαδικασίας δεν αμφισβητήθηκαν από την πλευρά του αιτητή, καταδεικνύει ότι οι προωθούντες την πτωχευτική διαδικασία εξακολουθούν να παραμένουν μη εξασφαλισμένοι πιστωτές. Σπεύδω ασφαλώς να σημειώσω πως το ζήτημα αν αποτελούν ή όχι οι εξ' αποφάσεως δανειστές εξασφαλισμένους πιστωτές είναι δυνατό να αποτελέσει αντικείμενο συζήτησης και στα πλαίσια της αίτησης πτώχευσης αν και εφόσον φυσικά προωθηθεί τελικά τέτοια αίτηση και εγερθεί τούτο ως ζήτημα προς συζήτηση στα πλαίσιά της. (βλέπε άρθρο 5
(2), Κεφ. 5) Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι μια ειδοποίησης πτώχευσης, λόγο ακριβώς των καταλυτικών συνεπειών που αυτή ενδέχεται να έχει, πρέπει να προωθείται με την απαραίτητη προσοχή και προεργασία, κατά τρόπο που σε αυτή να καταγράφονται τα ορθά στοιχεία και ασφαλώς να αναφέρεται το ποσό που πραγματικά οφείλεται. Τούτο άλλωστε σαφώς αναδύεται από το πρότυπο έντυπο αρ. 4 που απαιτείται με βάση τον Πτωχευτικό Κανονισμό 40, στα πλαίσια του οποίου σαφώς διαφαίνεται ότι θα πρέπει να προσδιορίζεται το ποσό "...... as being the amount due on a final judgment...". Στο ως άνω αναφερόμενο σύγγραμμα Williams & Hunter στις σελ 34 - 35, κάτω από τον τίτλο "Proviso (ii): notice to issue only for amount remaining due", αναφέρονται και τα ακόλουθα σε σχέση με το ζήτημα: «Where part of the judgment dept has been paid, a notice can only be issued for the balance, and where, before the day named in a country court judgment for payment, the debtor paid into court a sum in part satisfaction, but the judgment creditors repudiated the payment and issued a bankruptcy notice for the full amount, the notice was invalid, since after payment into court execution could only issue for the balance" Στην υπό εξέταση περίπτωση τόσο στην παράκληση για έκδοση ειδοποίησης όσο και στην σχετική ειδοποίηση καταγράφετε ότι ο χρεώστης παραμένει οφειλέτης, όχι αυτούσιου του εξ' αποφάσεως χρέους, αλλά ποσού που δυνάμει της ως άνω απόφασης εξακολουθεί να οφείλει. Ως μάλιστα έχει τεθεί στα πλαίσια της παρούσας χωρίς να αμφισβητηθεί, το ποσό που εισπράχθηκε από την πώληση των μετοχών, ως στην απόφαση προβλέπεται, έχει ήδη αφαιρεθεί από το εξ' αποφάσεως χρέος. Το γεγονός ότι οι εξ αποφάσεως δανειστές προχώρησαν, ως είχαν κάθε δικαίωμα δυνάμει της απόφασης του Δικαστηρίου, να εκποιήσουν τις μετοχές που σε αυτήν αναφέρονται, σε καμία περίπτωση δεν φαίνεται να επηρέασε το ύψος του οφειλόμενου τελικά ποσού και συνακόλουθα τη νομιμοποίηση των εξ αποφάσεως δανειστών να προωθήσουν την υπό συζήτηση αίτηση. Ομοίως, στην περίπτωση της εγγραφής memo επί ακίνητης περιουσίας του αιτητή στην παρούσα, έχοντας κατά νου όλα όσα έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου σε σχέση με την αξία των ακινήτων σε συνδυασμό με τις προγενέστερες επιβαρύνσεις που τα βαρύνουν, χωρίς και πάλι να αμφισβητηθούν, σε καμία περίπτωση τούτο από μόνο του δεν επιτρέπει την κατάληξη στο συμπέρασμα ότι οι εξ αποφάσεως δανειστές αποτελούν ασφαλισμένους πιστωτές. Πέραν άλλωστε από τις θέσεις των καθ' ων η αίτηση στην παρούσα για το ύψος των υποθηκών, που και πάλι δεν αμφισβητήθηκαν, οι οποίες από μόνες τους καταρρίπτουν τον γενικό και αόριστο όπως παρέμεινε ισχυρισμό του αιτητή ότι οι εξ' αποφάσεως δανειστές αποτελούν συνεπεία τούτων εξασφαλισμένους πιστωτές, θα πρέπει παράλληλα να εντοπιστεί ότι οι υποθήκες οι οποίες έχουν εγγραφεί προς εξασφάλιση του ως άνω εξ αποφάσεως χρέους επί της περιουσίας άλλου εναγομένου, με κανένα τρόπο δεν μπορούν να καλύψουν ως εξασφάλιση και την περίπτωση του χρεώστη - αιτητή στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας. Η περιουσία ανήκει σε τρίτο πρόσωπο [βλέπε Τάκη Οικονομίδη ν. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ
(1997)1Γ ΑΑΔ 1255 και Σπύρου Αντωνίου ν. Alpha Bank Ltd
(2007)1 ΑΑΔ 558 όπου επαναλήφθηκε ο κανόνας ότι δεν μπορεί κάποιος να θεωρείται ασφαλισμένος ή εξασφαλισμένος πιστωτής εντός της έννοιας του άρθρου 2 του Περί Πτωχεύσεως Νόμου, Κεφ. 5, εάν η υποθήκη ή οποιαδήποτε άλλη εξασφάλιση που αυτός κατέχει δεν είναι επί της περιουσίας του χρεώστη αλλά επί της περιουσίας οποιουδήποτε άλλου προσώπου (συνοφειλέτη ή άλλου)]. Στη βάση όλων όσων πιο πάνω έχουν αναφερθεί, αποτελεί αναπόδραστη κατάληξη του Δικαστηρίου ότι η υπό συζήτηση αίτηση παραμερισμού θα πρέπει να απορριφθεί. Συνακόλουθα, η αίτηση για παραμερισμό της ειδοποίησης πτώχευσης απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των πιστωτών, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον αρμόδιο προς τούτο Πρωτοκολλητή. (Υπ.) ........................ Α. Δαυίδ, Α.Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο