← Κύπρος

Επί τοις αφορώσι τον Χρίστο Χρίστου Κυριάκου, Αρ. Ειδοποίησης Πτώχευσης: 120/09, 10/11/2010

Επί τοις αφορώσι τον Χρίστο Χρίστου Κυριάκου, Αρ. Ειδοποίησης Πτώχευσης: 120/09, 10/11/2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2010:A93 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: A. Δαυίδ, Α.Ε.Δ. Αρ. Ειδοποίησης Πτώχευσης: 120/09 Επί τοις αφορώσι τον Χρίστο Χρίστου Κυριάκου (Α.Τ. 618665) Ημερομηνία: 10/11/2010 Εμφανίσεις: Για τους Αιτητές: κ. Μ. Χριστοδούλου (κα Χ" Δημήτρη για ν΄ ακούσει απόφαση). Για τους Καθ΄ ων η Αίτηση: κ. Χρ. Τσαγγαρός. Αίτηση Παραμερισμού Ειδοποίησης Πτώχευσης ημ. 13/9/2010 ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 27.5.2009 καταχωρήθηκε από την Marfin Popular Bank Public Co Ltd, αίτηση για έκδοση ειδοποίησης πτώχευσης εναντίον του Χρίστου Χρίστου Κυριάκου, από την Δερύνεια. Στην αίτηση επισυνάπτεται απόφαση ημερ. 2.6.2004 που εκδόθηκε μεταξύ άλλων και εναντίον του ως άνω Χρίστου Χρίστου Κυριάκου στα πλαίσια της αγωγής υπ΄ αρ. 45/2004 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου. Στη βάση αυτής της Δικαστικής απόφασης προωθήθηκε η ως άνω παράκληση για έκδοση πτωχευτικής ειδοποίησης. Η ειδοποίηση πτώχευσης η οποία συνοδευόταν από την αναγκαία οπισθογράφηση με βάση τον σχετικό Κ. 40 των Πτωχευτικών Κανονισμών, εκδόθηκε στις 27.5.2009 και επιδόθηκε προσωπικά στον ως άνω χρεώστη στις 18.6.

  1. Στις 13.9.2010, ο εξ αποφάσεως οφειλέτης Χρίστος Χρίστου Κυριάκου καταχώρησε την υπό συζήτηση αίτηση παραμερισμού και/ή ακύρωσης της ως άνω ειδοποίησης πτώχευσης. Την αίτηση συνοδεύει και υποστηρίζει ένορκη δήλωση του ως άνω χρεώστη, ημερομηνίας επίσης 13.9.
  2. Μεταξύ άλλων, στην ως άνω ένορκη δήλωση του ο Χρίστος Χρίστου Κυριάκου, προβάλλει τη θέση ότι το ποσό που αναφέρεται στην ειδοποίηση πτώχευσης ως οφειλόμενο είναι εσφαλμένο, διογκωμένο, αυθαίρετο και υπερβολικό χωρίς να αντικατοπτρίζει το πραγματικά οφειλόμενο από τον ίδιο με βάση τη δικαστική απόφαση που εκδόθηκε σε βάρος του στις 2.6.2004 στα πλαίσια της αγωγής 45/2004 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου. Αποτελεί θέση του ως άνω ομνύοντα χρεώστη ότι το ποσό που παρουσιάζεται ως οφειλόμενο είναι προϊόν παράνομων ενεργειών των εξ αποφάσεως δανειστών του, στο οποίο εμφανίζονται χρεώσεις που δεν προκύπτουν από την ως άνω απόφαση που εκδόθηκε σε βάρος του. Η πλάνη ως προς το ακριβές ποσό της οφειλής του, στην οποία και οι ίδιοι οι πιστωτές του τελούν, καταδεικνύεται, ως προβάλλει, και από το γεγονός πως ενώ στην αίτηση για έκδοση ειδοποίησης πτώχευσης αναφέρεται ως οφειλόμενο το ποσό των €257.014,43 πλέον τόκο 11,25% από 19.5.2009, στην αίτηση πτώχευσης που καταχωρήθηκε σε βάρος του μερικούς μήνες αργότερα, παρουσιάζεται ως οφειλόμενο το ποσό των €221.588,21, δηλαδή ποσό μικρότερο από αυτό που οι εξ αποφάσεως δανειστές του ισχυρίζονταν προηγουμένως. Οι πιστωτές, συνεχίζει ο ομνύον, είναι εξασφαλισμένοι πιστωτές με βάση το memo υπ΄ αριθμό ΕΒ9/
  3. Το γεγονός τούτο, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι παρέλειψαν να λάβουν οποιαδήποτε μέτρα εκτέλεσης της απόφασης πριν προωθήσουν την πτωχευτική διαδικασία σε βάρος του, καταδεικνύουν την πρόθεση τους να προωθήσουν την πτωχευτική διαδικασία καταχρηστικά και με σκοπό την είσπραξη του εξ αποφάσεως χρέους, γεγονός αντίθετο προς τους σκοπούς της πτωχευτικής διαδικασίας. Προτάσσει τέλος τη θέση πως η ειδοποίηση πτώχευσης δεν συνάδει με τους τύπους που καθορίζονται στους Περί Πτωχεύσεως Κανονισμούς και ως εσφαλμένη και παράτυπη θα πρέπει να παραμεριστεί. Στις 22.10.2010, οι εξ αποφάσεως δανειστές καταχώρησαν ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης στην ως άνω αίτηση παραμερισμού της ειδοποίησης πτώχευσης. Οι λόγοι της ένστασης προβάλλονται στο σώμα της. Ειδικότερα, προτάσσεται ότι η αίτηση είναι ουσιαστικά και νομικά αβάσιμη, ενώ καταχρηστικά και καθυστερημένα υποβλήθηκε με σκοπό την καθυστέρηση της εκδίκασης της αίτησης πτώχευσης που καταχωρήθηκε σε βάρος του χρεώστη - αιτητή στα πλαίσια της παρούσας. Περαιτέρω προβάλλεται ότι η υπό εξέταση αίτηση είναι αντίθετη με τον Περί Πτωχεύσεως Νόμο, Κεφ. 5 και τους Πτωχευτικούς Κανονισμούς, ενώ δεν αποκαλύπτει ουσιαστικούς ή βάσιμους λόγους για τον παραμερισμό ή/και ακύρωση της ειδοποίησης πτώχευσης, θεραπεία που εν πάση περιπτώσει το Δικαστήριο δεν έχει εξουσία να παραχωρήσει. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η ένσταση εκτίθενται στην ένορκη δήλωση κάποιας Κατερίνας Παυλίδου Λίλλη, ημερ. 22.10.2010, η οποία και την συνοδεύει, στα πλαίσια της οποίας προβάλλεται μεταξύ άλλων η θέση ότι το ποσό που αναφέρεται στην ειδοποίηση πτώχευσης δεν είναι εσφαλμένο, αλλά πρόκειται για το ποσό που κατά τον χρόνο καταχώρησης της σχετικής ειδοποίησης υφίστατο ως οφειλόμενο από τον χρεώστη, σύμφωνα πάντα με τις χρεώσεις των τόκων, κεφαλαιοποιήσεις και έξοδα, ως ειδικότερα προβλέπεται στην απόφαση ημερ. 2.6.2004 που εξεδόθη στα πλαίσια της αγωγής υπ΄ αριθμό 45/2004 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου. Το ότι στην αίτηση πτώχευσης του χρεώστη που ακολούθησε αναφέρεται μικρότερο ποσό, εξηγεί, έγκειται απλά στο γεγονός ότι ο χρεώστης στην παρούσα διαδικασία, όντας εγγυητής της εξ αποφάσεως οφειλέτιδας εναγομένης εταιρείας 1 στα πλαίσια της αγωγής υπ' αρ. 45/2004 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου, όφειλε να εξοφλήσει το ποσό που η εξ αποφάσεως οφειλέτιδα εναγόμενη εταιρεία 1 στην εν λόγω αγωγή, πραγματικά όφειλε κατά το χρόνο που καταχωρήθηκε η αίτηση πτώχευσης σε βάρος του. Προβάλλεται περαιτέρω η θέση ότι η υπό συζήτηση αίτηση υποβλήθηκε καθυστερημένα, μετά την τέλεση της πράξης πτώχευσης και εκτός των προβλεπόμενων προθεσμιών. Αποτελεί θέση της ομνύουσας ότι η υπό συζήτηση αίτηση καταχρηστικά προωθείται με μόνο σκοπό την καθυστέρηση της εκδίκασης της αίτησης πτώχευσης υπ΄ αρ. 83/2009 που καταχωρήθηκε σε βάρος του Αιτητή, προκαλώντας αχρείαστα έξοδα και καθυστέρηση, αφού οι λόγοι που προβάλλονται θα μπορούσαν να προωθηθούν ως ένσταση στα πλαίσια της ως άνω αίτησης πτώχευσης. Απορρίπτοντας ως άσχετο και μη δυνάμενο να επηρεάσει την πτωχευτική ειδοποίηση των εξ αποφάσεως πιστωτών προς τον χρεώστη το γεγονός ότι δεν λήφθηκε οποιοδήποτε μέτρο εκτέλεσης προς είσπραξη του εξ αποφάσεως χρέους είτε σε βάρος του ιδίου είτε σε βάρος οποιουδήποτε άλλου εξ αποφάσεως οφειλέτη πριν την προώθηση των πτωχευτικών διαδικασιών σε βάρος του, υπογραμμίζει ότι το ποσό που οφείλει ο αιτητής στην παρούσα είναι κατά πολύ μεγαλύτερο από το ποσό των €100.000, που επιφυλάχθηκε ως αξία του ακινήτου που βαρύνεται με memo το οποίο ενεγράφη επί της περιουσίας του χρεώστη προς εξασφάλιση του εξ αποφάσεως χρέους. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι κατά το στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας δεν παρουσίασαν οποιαδήποτε μαρτυρία, ούτε επιδίωξαν την αντεξέταση οποιουδήποτε από τους ενόρκως δηλούντες. Περιορίστηκαν στην καταχώρηση γραπτών αγορεύσεων αναπτύσσοντας τις εκατέρωθεν θέσεις τους. Ζήτημα το οποίο θα πρέπει κατά την αντίληψη μου να εξεταστεί κατά προτεραιότητα, αποτελεί η θέση που προέβαλε η πλευρά των ενιστάμενων πιστωτών, ότι δηλαδή η υπό συζήτηση αίτηση παραμερισμού θα πρέπει να απορριφθεί, αφού καταχωρήθηκε καθυστερημένα, μετά την τέλεση της πράξης πτώχευσης και συνακόλουθα το Δικαστήριο δεν έχει εξουσία να παραχωρήσει την θεραπεία που ζητείται με αυτή. Στο άρθρο 3 του Περί Πτωχεύσεως Νόμου, Κεφ. 5, καταγράφονται οι περιπτώσεις που ένας χρεώστης διαπράττει πράξη πτώχευσης. Στο εδάφιο

(1)(ζ) του ως άνω άρθρου, καθιερώνεται ως πράξη πτώχευσης, η μη συμμόρφωση με ειδοποίηση πτώχευσης εντός 7 ημερών. Η όλη διαδικασία της ειδοποίησης πτώχευσης, ρυθμίζεται στο μέρος ΙΙΙ των Πτωχευτικών Κανονισμών, ειδικότερα από τους Κανονισμούς 38-43. Ο Κ.40
(2)προβλέπει ότι η ειδοποίηση πτώχευσης θα περιλαμβάνει προειδοποίηση προς τον χρεώστη πως αν έχει ανταπαίτηση, συμψηφισμό ή ανταξίωση η οποία είναι ίση ή υπερβαίνει το ποσό του εξ αποφάσεως χρέους ή το ποσό το οποίο διετάχθει να πληρώσει και το οποίο δεν μπορούσε να προβάλει στην αγωγή ή τη διαδικασία στην οποία η απόφαση ή διαταγή ελήφθη, θα πρέπει εντός του χρόνου που προβλέπεται από τον Κ.40
(3)των Πτωχευτικών Κανονισμών να καταχωρήσει ένορκη δήλωση προς αυτόν το σκοπό στον Πρωτοκολλητή. Ο Κ.40
(3)των Πτωχευτικών Κανονισμών προβλέπει τα ακόλουθα σε σχέση με την προθεσμία εντός της οποίας θα πρέπει να καταχωρηθεί σχετική ένορκη δήλωση εκ μέρους του καθ' ου η αίτηση: "
(3). Σε περίπτωση ειδοποίησης που επιδίδεται στη Δημοκρατία ο χρόνος θα είναι τρεις ημέρες μετά την επίδοση. Στην περίπτωση ειδοποίησης που επιδίδεται οπουδήποτε αλλού ο Πρωτοκολλητής θα καθορίσει τον χρόνο όταν εκδίδει την ειδοποίηση." Θα πρέπει παράλληλα να σημειωθεί ότι τυχόν ένορκη δήλωση που καταχωρείται από τον καθ' ου η αίτηση με βάση τις πρόνοιες του Κ40
(2)των Πτωχευτικών Κανονισμών, επενεργεί ουσιαστικά ως αίτηση για παραμερισμό της εκδοθείσας πτωχευτικής ειδοποίησης. Ως ειδικότερα στον Κ.41 προβλέπεται: "Η καταχώρηση τέτοιας ένορκης δήλωσης θα λειτουργεί σαν αίτηση για παραμερισμό της ειδοποίησης πτώχευσης και με την καταχώρηση της ο Πρωτοκολλητής θα ορίζει ημερομηνία για την ακρόαση της αίτησης.." Σε κάθε περίπτωση θα πρέπει να σημειωθεί πως ο οφειλέτης δεν μπορεί να εγείρει με την ως άνω ένορκη δήλωση του οποιοδήποτε άλλο ζήτημα, πέραν αυτών που αναφέρονται στο άρθρο 40
(2)των Πτωχευτικών Κανονισμών. (βλ. Λαϊκή Τράπεζα Λτδ ν. Δημητρίου
(2008)1 ΑΑΔ 425 και στις εκεί αναφερόμενες αποφάσεις). Είναι επίσης σημαντικό να σημειωθεί πως τυχόν άλλοι λόγοι ακύρωσης της ειδοποίησης πτώχευσης, εκτός από αυτούς που αναφέρονται στο Κ.40
(2), όπως παρατυπία στην έκδοση ή κακή επίδοση της ειδοποίησης, ως επίσης ισχυρισμοί για εξόφληση του εξ αποφάσεως χρέους, μπορούν ασφαλώς να προβληθούν, στην περίπτωση όμως αυτή η ορθή διαδικασία είναι η καταχώρηση ξεχωριστής αίτησης και όχι επιδίωξη ακύρωσης της ειδοποίησης της πτώχευσης με την ένορκη δήλωση που προβλέπεται στον Κ.40
(2). Στις περιπτώσεις μάλιστα αυτές, ως έχει νομολογηθεί, δεν ισχύει η προθεσμία των τριών ημερών που προβλέπεται για την ένορκη δήλωση του Κ.40 (βλ. In Re Costas Louka
(1986)2 J.S.C. 365, In re a debtor (No.30) of 1956, Ex-parte the Debtor v. Harman,
(1957)2 All E.R.216 και Williams & Hunter on Bankruptcy, 19η έκδοση, σελ. 38). Στην υπό συζήτηση περίπτωση είναι φανερό ότι ο χρεώστης επέλεξε να επιδιώξει τον παραμερισμό της ειδοποίησης πτώχευσης που του επεδόθη, όχι μέσω ένορκης δήλωσης όπως προβλέπεται στον Κ.40
(3)των Πτωχευτικών Κανονισμών αλλά, μέσω της προώθησης Αίτησης Παραμερισμού, (application by motion) προβάλλοντας λόγους άλλους από αυτούς που αναφέρονται και περιοριστικά προσδιορίζονται στον Κ.40
(2). Προκύπτει, τόσο από τα στοιχεία του φακέλου όσο και από όλα όσα έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου στα πλαίσια της παρούσας αίτησης χωρίς να αμφισβητηθούν από οποιαδήποτε πλευρά, ότι η ειδοποίηση πτώχευσης στην υπό συζήτηση περίπτωση επιδόθηκε προσωπικά στο χρεώστη στις 18/06/2009. Ο χρεώστης καταχώρησε την υπό συζήτηση αίτηση παραμερισμού της ειδοποίησης, μόλις στις 13/09/10, δεκαπέντε σχεδόν ολόκληρους μήνες μετά την επίδοση σε αυτόν της σχετικής παράκλησης για έκδοση ειδοποίησης πτώχευσης, της ειδοποίησης και της οπισθογράφησης της, και σε χρόνο πολύ μεταγενέστερο της συμπλήρωσης της επταήμερης προθεσμίας που ο σχετικός νόμος τάσσει. Έχει ήδη αναφερθεί στα πλαίσια της παρούσας ότι στις περιπτώσεις όπου επιζητείται η ακύρωσης ειδοποίησης πτώχευσης μέσω αίτησης παραμερισμού για λόγους άλλους από αυτούς που αναφέρονται στον Κ.40
(2)των Πτωχευτικών Κανονισμών, δεν ισχύει η προθεσμία των τριών ημερών. Το ερώτημα που απασχολεί είναι εάν η προσπάθεια παραμερισμού της ειδοποίησης πτώχευσης μέσω αίτησης παραμερισμού στη βάση προφανώς του Κ.16 των Πτωχευτικών Κανονισμών, μπορεί να προωθηθεί σε οποιοδήποτε στάδιο, πέραν και ανεξάρτητα δηλαδή από οποιαδήποτε προθεσμία και χρονικό περιορισμό. Στο Σύγγραμμα Halsbury´s Laws of England 3rd edition vol.2, σελ. 283 στην παράγραφο 528 με τίτλο "When act of bankruptcy complete" αναφέρεται ότι: "This act of bankruptcy is complete immediately upon the expiration of the last day on which the bankruptcy notice can be complied with." Ομοίως, στο Σύγγραμμα Williams and Muir Hunter on Bankruptcy 19th edition, σελ. 37 σημειώνεται μεταξύ άλλων ότι: "The act of bankruptcy is complete at the last moment of the last day (excluding the day of service) prescribed for compliance .......". Οι ως άνω σχετικές υποδείξεις των αναφερόμενων συγγραμμάτων, επιβεβαιώνονται ουσιαστικά από τον Περί Πτωχεύσεως Νόμο, Κεφ. 105, αφού ως πιο πάνω έχει ήδη εντοπιστεί σύμφωνα με τον άρθρο 3
(1)(ζ) του ως άνω Νόμου, ο οφειλέτης διαπράττει πράξη πτώχευσης εάν δεν λάβει οποιαδήποτε από τα μέτρα που στο εν λόγω εδάφιο αναφέρονται ή δεν συμμορφωθεί με την σχετική ειδοποίηση μέσα σε επτά μέρες από την επίδοσή της. Στην υπόθεση Re a debtor (No 6864 of 1980, High Court), the debtor v. Slater Walker Ltd
(1981)2 All E.R. 987, ο πιστωτής, στη βάση τελικής δικαστικής απόφασης επέδωσε ειδοποίηση πτώχευσης στον χρεώστη καλώντας τον είτε να αποπληρώσει το εξ αποφάσεως χρέος του είτε να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι είχε, μεταξύ άλλων, ανταπαίτηση. Ο χρεώστης δεν έπραξε οτιδήποτε από τα δύο, με αποτέλεσμα, μετά την παρέλευση της προθεσμίας που ετίθετο στη σχετική ειδοποίηση να προωθηθεί από την πλευρά του πιστωτή αίτησης πτώχευσης. Ο χρεώστης προχώρησε στην καταχώρηση ένορκης δήλωσης για παραμερισμό της ειδοποίησης πτώχευσης, ζητώντας παράλληλα από το Δικαστήριο παράταση του χρόνου ένεκα της εκπρόθεσμης καταχώρησης της. Το Δικαστήριο απέρριψε ουσιαστικά την αίτηση παραμερισμού και το αίτημα για παράταση του χρόνου, με την υπόδειξη πως η πράξη πτώχευσης με τη λήξη των δέκα ημερών που αναφέρονταν στην ειδοποίηση (τόση ήταν η προθεσμία βάση των εν ισχύει κατά τον ουσιώδη χρόνο Αγγλικών Πτωχευτικών Κανονισμών) είχε ήδη αμετάκλητα συντελεστεί, διά εφαρμογής του Νόμου (by operation of law). Δεν παραβλέπω ασφαλώς τη δυνατότητα που παρέχεται στον χρεώστη, εάν η πλευρά του δεν κινηθεί έγκαιρα και πάντως μέχρι τη διάπραξη πράξης πτώχευσης συνεπεία της παρέλευσης επτά ημερών από την επίδοση της σχετικής ειδοποίησης, να απευθυνθεί εμπρόθεσμα στο Δικαστήριο για να ζητήσει την παράταση του χρόνου των επτά ημερών που ο νομοθέτης τάσσει και η σχετική ειδοποίηση περιλαμβάνει. Πράγματι, το Δικαστήριο στη βάση του άρθρου 93
(4)του Περί Πτωχεύσεως Νόμου, Κεφ. 105, και του Κ.41 των Πτωχευτικών Κανονισμών, μπορεί, αν το κρίνει δικαιολογημένο υπό της περιστάσεις της εκάστοτε υπό συζήτηση περίπτωσης να παρατείνει την πιο πάνω προθεσμία. Η παρέλευση της προθεσμίας που ο Νόμος τάσσει, χωρίς να εξασφαλιστεί κάποια παράταση από το Δικαστήριο, έχει σαν αποτέλεσμα να επέρχονται, κατ' εφαρμογή του νόμου, συγκεκριμένα αποτελέσματα, στη βάση των οποίων πλέον καθίσταται δυνατή η περαιτέρω προώθηση της πτωχευτικής διαδικασίας σύμφωνα με την κρατούσα νομοθεσία και κανονισμούς. Ουσιαστικά αυτό έγινε και στην υπό συζήτηση περίπτωση, αφού ως έχει τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου χωρίς να αμφισβητηθεί, οι εξ αποφάσεως δανειστές - καθ΄ ου η αίτηση στα πλαίσια της παρούσας, στη βάση ακριβώς της συντελεσθείσας πράξης πτώχευσης, με την παρέλευση των επτά ημερών που ο νόμος θέτει, προχώρησαν ήδη ως είχαν κάθε δικαίωμα στο επόμενο βήμα της εκ του νόμου προβλεπόμενης διαδικασίας και στην καταχώρηση της υπ' αριθμό 83/2009 Αίτησης Πτώχευσης. Η σχετική διάταξη του Νόμου (άρθρο 3
(1)(ζ) του Κεφ. 105, με την οποία τίθεται η συγκεκριμένη προθεσμία των επτά ημερών) είναι ασφαλώς σημαντική και σηματοδοτεί την επέλευση συγκεκριμένων εκ του νόμου προβλεπόμενων αποτελεσμάτων και εξελίξεων που επιτρέπουν την περαιτέρω προώθηση της διαδικασίας. Έχει, βέβαια, πάντα τη δική της ιδιαίτερη σημασία, καθ΄ ον χρόνο τίθεται στα πλαίσια μιας πτωχευτικής διαδικασίας η οποία ακριβώς λόγω της φύσης της θα πρέπει η εκδίκαση της να ολοκληρώνεται σε σύντομο χρονικό διάστημα.(βλέπε Αναφορικά με την Αίτηση του Ιορδάνη Ιωάννου για έκδοση διατάγματος Certiorari
(2001)1Α Α.Α.Δ 138). Έχω την άποψη ότι η πάροδος της ως άνω εκ του Νόμου ταχθείσας προθεσμίας χωρίς να επιδιωχθεί σε οποιοδήποτε στάδιο η παράταση της, καθιστά εκ προοιμίου την υπό συζήτηση αίτηση ετεροχρονισμένη και απαράδεκτη. Εξακολουθεί να επιδιώκετε ουσιαστικά μέσω της ο παραμερισμός της ειδοποίησης, παραγνωρίζοντας όμως τις εξελίξεις που έχουν στο μεταξύ εκ του Νόμου επέλθει και τη διάπραξη ήδη πλέον, στη βάση της επιδοθείσας ειδοποίησης, πράξης πτώχευσης. Αν διαφορετική ήταν η προσέγγιση, αισθάνομαι ότι η πτωχευτική διαδικασία, ουσιαστικά θα αφηνόταν έρμαιο στις "ορέξεις" του εκάστοτε χρεώστη, ο οποίος οποτεδήποτε έκρινε σκόπιμο, ανεξάρτητα και πέραν από οποιεσδήποτε προθεσμίες, χρονικούς περιορισμούς, συνταγματικά καθιερωμένες αρχές όσον αφορά την αναγκαιότητα γρήγορης απονομής της δικαιοσύνης και εξυπηρέτησης της αρχής της τελεσιδικίας και ασφαλώς πέραν και ανεξάρτητα από τις όποιες εκ του νόμου προβλεπόμενες, επερχόμενες και συντελεσθείσες εξελίξεις και αποτελέσματα, ενίοτε ίσως και καταχρηστικά, θα μπορούσε να προωθεί αιτήσεις ως η υπό συζήτηση, εκτρέποντας την δια νόμου προβλεπόμενη πτωχευτική διαδικασία, οδηγώντας έτσι σε αχρείαστη αναστάτωση, καθυστέρηση της διαδικασίας και πολλαπλασιασμό των εξόδων. Ούτε μπορεί να θεωρηθεί ότι το εκπρόθεσμο της καταχώρησης της αίτησης συνιστά απλή παρατυπία, κατά τρόπο που θα επέτρεπε στο Δικαστήριο αντιμετωπίζοντας την ως τέτοια η τελική του κατάληξη να είναι θετική για τους αιτητές. (βλ. Κ.2 των Πτωχευτικών Κανονισμών). Ο χρόνος που εκ του Νόμου τίθεται, άπτεται της γενεσιουργού αιτίας του δικαιώματος παραμερισμού της ειδοποίησης πτώχευσης, καθιστώντας ουσιαστικά άκυρη και εκ προοιμίου έκθετη σε απόρριψη την υπό συζήτηση αίτηση. Παρά την πιο πάνω κατάληξη του Δικαστηρίου η οποία εκ των πραγμάτων φαίνεται να σφραγίζει την τύχη του υπό συζήτηση διαβήματος του χρεώστη, το οποίο προωθήθηκε δεκαπέντε περίπου μήνες μετά την πάροδο της ως άνω προθεσμίας και ενώ έχει ήδη προωθηθεί στη βάση της σχετικής ειδοποίησης και της διαπραχθείσας μέσω της πράξης πτώχευσης, ήδη από μακρού χρόνου αίτηση πτώχευσης, αισθάνομαι ότι για σκοπούς πληρότητας της παρούσας, θα πρέπει να εξεταστεί, σε συντομία έστω, και η ουσία της αίτησης σε περίπτωση που η ως άνω τοποθέτηση του Δικαστηρίου η οποία σφραγίζει και την τύχη της αίτησης ήθελε θεωρηθεί λανθασμένη. Η πτωχευτική διαδικασία, δεν αποτελεί μέτρο εκτέλεσης απόφασης αλλά μια διαφορετική, πρωτογενή "suι generis" διαδικασία που ως αναφέρεται στο Σύγγραμμα Williams and Hunter on Bankruptcy, 19η έκδοση, σελ. 1, είναι οιωνεί ποινική στο χαρακτήρα επηρεάζοντας την υπόσταση και την κατάσταση ενός χρεώστη σε σχέση με τη διαχείριση και τις μετέπειτα δοσοληψίες της περιουσίας του. Δεν συνιστά ενδιάμεση αλλά πρωτογενή διαδικασία, προσδιοριστική των επιδίκων θεμάτων που τίθενται προς εξέταση. Το βάρος απόδειξης της ύπαρξης των προϋποθέσεων για παραμερισμό της ειδοποίησης πτώχευσης, ακολουθεί τον γενικότερο διαχρονικό κανόνα ότι ο διάδικος που επιζητεί ορισμένη θεραπεία, φέρει και το ανάλογο βάρος απόδειξης των ισχυρισμών του. Παραμένει πάντα τούτο στους ώμους της πλευράς που προβαίνει σ΄ αυτήν την προσπάθεια, είτε μέσω της ένορκης δήλωσης που προβλέπεται στον Κ.40
(2)των Πτωχευτικών Κανονισμών είτε μέσω ξεχωριστής αίτησης ακύρωσής της.(βλέπε Μιχαλάκης Αλωνεύτη vs ALPHA BANK LTD Πολιτική Έφεση Αρ. 5/2008, ημερ. 14/4/2010). Στην Αίτηση του Χαράλαμπου Μεττή για έκδοση ενταλμάτων Certiorari και Mandamus
(2003)1 ΑΑΔ, 1909, δεν υιοθετήθηκε εισήγηση ότι αίτηση πτώχευσης θα πρέπει να απορριφθεί λόγω μη αναφοράς σε αυτήν του Νόμου, (Κεφ. 5), που προσδίδει αρμοδιότητα στο Επαρχιακό Δικαστήριο να επιλαμβάνεται διαδικασίες πτώχευσης, ενώ ταυτόχρονα υποδείχτηκε ότι παρατυπία στον τίτλο της αίτησης, που αφορούσε την μη αναφορά στον τίτλο της αίτησης του ως άνω νόμου, δεν θα μπορούσε να οδηγήσει σε ακυρότητα, αφού ο τίτλος της αίτησης και το περιεχόμενο της προσδιόριζαν την δικαιοδοσία του Δικαστηρίου. Στη σχετικά πρόσφατη υπόθεση Ιωσήφ Ηλία ν. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ, Πολ. Έφεση 260/2007, ημερ. 8/3/2010, όπου ανάμεσα σε άλλα συζητήθηκε και ζήτημα μη παράθεσης στην αίτηση πτώχευσης της νομικής βάσης επί της οποίας στηρίχθηκε, υπεδείχθη πως καθ΄ ην έκταση ο τίτλος της αίτησης συνάδει πλήρως με τον προβλεπόμενο για την περίπτωση τύπο των Πτωχευτικών Κανονισμών και σε αυτό αναφέρονται οι διατάξεις των σχετικών κανονισμών επί των οποίων στηρίζεται η αίτηση, η νομική βάση της αίτησης προσδιορίζεται επαρκώς. Είναι αναγκαίο πάντως στην υπό συζήτηση περίπτωση να σημειωθεί πως η επίδικη ειδοποίηση πτωχεύσεως, η οποία έχει εισαχθεί με βάση τον Κ.39 των Πτωχευτικών Κανονισμών, δεν φαίνεται να παρουσιάζει οποιαδήποτε ουσιαστική παρέκκλιση από τα διαγραφόμενα από τους σχετικούς κανονισμούς πρότυπα - έντυπα αρ. 3 και 4 του Παραρτήματος Α των Πτωχευτικών Κανονισμών. Το γεγονός και μόνο ότι πάνω από την παράκληση για έκδοση της ειδοποίησης αναφέρεται ο τύπος του μέσου με το οποίο τούτη επιζητείται, (EX PARTE), ως επίσης και το όνομα των πιστωτών που προβαίνουν στην αίτηση-παράκληση, σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί τέτοιας μορφής παρατυπία, που θα μπορούσε από μόνη της να οδηγήσει σε απόρριψη του διαβήματος. Σε κάθε περίπτωση, έχοντας υπόψη την πρωτογενή φύση της υπό συζήτηση διαδικασίας σε συνδυασμό θεωρούμενη με το άρθρο 102
(1)του Κεφ. 5 και του Κ.2 των Πτωχευτικών Κανονισμών, με δεδομένο ότι τόσο ο τίτλος όσο και το περιεχόμενο της υπό συζήτηση αίτησης προσδιορίζουν πλήρως την ταυτότητα του καθ΄ ου η αίτηση προσώπου, τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου και τη φύση της διαδικασίας, το Δικαστήριο και αν ακόμα εθεωρείτο ότι υπήρχε μη συμμόρφωση με τους σχετικούς κανονισμούς, δεν θα ήταν διατεθειμένο να ακυρώσει τη διαδικασία εξαιτίας του τυπικού αυτού ελαττώματος. Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω, η εισήγηση εκ μέρους της πλευράς των αιτητών ότι η ειδοποίηση πτώχευσης πάσχει, αφού δεν συνάδει με τους τύπους που καθορίζονται στους περί πτωχεύσεως κανονισμούς δεν μπορεί να υιοθετηθεί. Προβάλλεται η θέση από την πλευρά του αιτητή στα πλαίσια της παρούσας αίτησης, ότι η πλευρά των εξ αποφάσεως δανειστών αποτελούν εξασφαλισμένους πιστωτές, με βάση το ΜΕΜΟ ΕΒ8/2009 που οι πιστωτές αναφέρουν στην Αίτηση Πτώχευσης που ακολούθησε. Το τι είναι εξασφαλισμένος πιστωτής αναφέρεται στο ερμηνευτικό άρθρο 2 του περί Πτωχεύσεως Νόμου Κεφ. 5. Σύμφωνα με αυτό: "«Ασφαλισμένος πιστωτής» σημαίνει πρόσωπο το οποίο κατέχει υποθήκη, ενέχυρο, επιβάρυνση ή δικαίωμα επίσχεσης επί της περιουσίας του πιστωτή ή σε οποιοδήποτε μέρος αυτής, ως ασφάλεια για χρέος που οφείλεται σε αυτόν από τον χρεώστη." (Βλέπε επίσης το Σύγγραμμα Williams & Hunter on Bankruptcy, 19η έκδοση, σελ. 525 και Halsbury´s Laws of England 4η έκδοση, τόμος 3, παράγραφοι 318-319 και 785). Η ύπαρξη εξασφάλισης πάντως επί κάποιας οφειλής, δεν συνιστά από μόνη της κώλυμα για κάποιο πιστωτή να προωθήσει αίτηση για έκδοση διατάγματος παραλαβής. Γεγονός παραμένει πάντως ότι το άρθρο 5
(2)του Περί Πτωχεύσεως Νόμου, οριοθετεί τον τρόπο ενέργειας του αιτητή σε σχέση με το θέμα των εξασφαλίσεων. Δεν διαλανθάνει παράλληλα της προσοχής, ο λόγος της απόφασης στα πλαίσια της υπόθεσης Παπαδόπουλος ν. Οργαν. Χρημ. Παγκυπριακής Λτδ
(2004)1 (Γ) ΑΑΔ 1716, σύμφωνα με τον οποίο παρά την επιτακτική διατύπωση του άρθρου 5
(2)του Κεφ. 5 η παράλειψη δήλωσης μιας εξασφάλισης δεν αποβαίνει από μόνη της μοιραία, ακόμη και για την αίτηση πτώχευσης. Ως έχει τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου, χωρίς να αμφισβητηθεί, η αξία του ως άνω ΜΕΜΟ ανέρχεται μόνο μέχρι €100.000, ποσό δηλαδή πολύ μικρότερο από το φερόμενο ως οφειλόμενο από τον χρεώστη-αιτητή στα πλαίσια της υπό συζήτηση αίτησης. Μνεία άλλωστε του περί ου ο λόγος ΜΕΜΟ, και επιφύλαξη της πιθανής του αξίας γίνεται και στην σχετική ειδοποίηση που επιδόθηκε στον χρεώστη κατ' εφαρμογή του Κ40 των Πτωχευτικών Κανονισμών. Ως πιο πάνω έχει ήδη αναφερθεί, το βάρος απόδειξης της ύπαρξης των προϋποθέσεων για παραμερισμό της ειδοποίησης πτώχευσης, παραμένει πάντα στους ώμους της πλευράς που προβαίνει σ' αυτήν την προσπάθεια. Πέραν του γεγονότος ότι προς εξασφάλιση του εξ αποφάσεως χρέους τους οι εξ αποφάσεως δανειστές έχουν προχωρήσει στην εγγραφή memo επί ακινήτου περιουσίας του χρεώστη-αιτητή στα πλαίσια της παρούσας, κανένα άλλο στοιχείο δεν έχει τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου, ικανό να αποσείσει από τους ώμους τους το σχετικό βάρος απόδειξης σε σχέση με τον προβαλλόμενο ισχυρισμό τους, ότι δηλαδή οι εξ αποφάσεως δανειστές αποτελούν εξασφαλισμένους πιστωτές. Αντίθετα, η πλευρά των εξ αποφάσεως δανειστών - ενιστάμενων στην υπό συζήτηση αίτηση, εξ' αρχής με την ειδοποίηση που επιδόθηκε στον χρεώστη αλλά και με στοιχεία τα οποία έθεσε υπόψη του Δικαστηρίου, τα οποία μάλιστα σε κανένα στάδιο της διαδικασίας δεν αμφισβητήθηκαν από την πλευρά του αιτητή, καταδεικνύει ότι οι προωθούντες την πτωχευτική διαδικασία εξακολουθούν να παραμένουν μη εξασφαλισμένοι πιστωτές. Σπεύδω ασφαλώς να σημειώσω πως το ζήτημα αν αποτελούν ή όχι οι εξ' αποφάσεως δανειστές εξασφαλισμένους πιστωτές, είναι δυνατό να αποτελέσει αντικείμενο συζήτησης και στα πλαίσια της αίτησης πτώχευσης αν και εφόσον φυσικά εγερθεί τούτο ως ζήτημα προς συζήτηση στα πλαίσιά της. (βλέπε άρθρο 5
(2), Κεφ. 5). Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι μια ειδοποίησης πτώχευσης, λόγο ακριβώς των καταλυτικών συνεπειών που αυτή ενδέχεται να έχει, πρέπει να προωθείται με την απαραίτητη προσοχή και προεργασία, κατά τρόπο που σε αυτή να καταγράφονται τα ορθά στοιχεία και ασφαλώς να αναφέρεται το ποσό που πραγματικά οφείλεται. Τούτο άλλωστε σαφώς αναδύεται από το πρότυπο έντυπο αρ. 4 που απαιτείται με βάση τον Πτωχευτικό Κανονισμό 40, στα πλαίσια του οποίου σαφώς διαφαίνεται ότι θα πρέπει να προσδιορίζεται το ποσό "...... as being the amount due on a final judgment...". Στο ως άνω αναφερόμενο σύγγραμμα Williams & Hunter στις σελ 34 - 35, κάτω από τον τίτλο "Proviso (ii): notice to issue only for amount remaining due", αναφέρονται και τα ακόλουθα σε σχέση με το ζήτημα: «Where part of the judgment dept has been paid, a notice can only be issued for the balance, and where, before the day named in a country court judgment for payment, the debtor paid into court a sum in part satisfaction, but the judgment creditors repudiated the payment and issued a bankruptcy notice for the full amount, the notice was invalid, since after payment into court execution could only issue for the balance" Στην υπό εξέταση περίπτωση, ως έχει τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου χωρίς να αμφισβητηθεί, η διαφορά στο ποσό που αναφέρεται στην ειδοποίηση πτώχευσης από αυτό που τελικά προσδιορίζεται στην Αίτηση Πτώχευσης που προωθήθηκε σε βάρος του χρεώστη στη βάση της ως άνω, μέσω της ειδοποίησης, πράξης πτώχευσης, οφείλεται στο γεγονός πως ο συγκεκριμένος χρεώστης, ως εγγυητής άλλου εξ' αποφάσεως οφειλέτη στα πλαίσια της απόφασης που εκδόθηκε στην αγωγή 45/2004 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου, δεν θα μπορούσε να ευθύνεται για ποσό μεγαλύτερο από αυτό που όφειλε κατά τον χρόνο προώθησης της Αίτησης Πτώχευσης, το πρόσωπο που εγγυήθηκε. Γενικοί και αόριστοι παρέμεναν άλλωστε οι προβαλλόμενοι ισχυρισμοί του χρεώστη-αιτητή στην παρούσα, ότι το ποσό που αναφέρεται στην ειδοποίηση είναι διογκωμένο και υπερβολικό. Κανένα στοιχείο ή μαρτυρία δεν τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου από την πλευρά του, η οποία φέρει και το ανάλογο βάρος, τα οποία να επιτρέπουν την απόρριψη των θέσεων των ενιστάμενων - εξ' αποφάσεως δανειστών για το ζήτημα και τη υιοθέτηση των πιο πάνω εισηγήσεων του χρεώστη - αιτητή στα πλαίσια της παρούσας. Σε κάθε περίπτωση πάντως, έχοντας κατά νου τις πρόνοιες του άρθρου 3
(3)(β) του Περί Πτωχεύσεως Νόμου, Κεφ. 105, και αν ακόμα ήθελε θεωρηθεί ότι στην ειδοποίηση είχε αναγραφεί ως οφειλόμενο ποσό από τον χρεώστη, ποσό μεγαλύτερο από αυτό που πραγματικά οφείλεται, το Δικαστήριο, υπό το σύνολο των περιστάσεων που περιβάλλουν την παρούσα ως έχουν τεθεί υπόψη του δεν θα ήταν διατεθειμένο για αυτό και μόνο τον λόγο να ακυρώσει την σχετική ειδοποίηση, αφού η εγκυρότητα της ειδοποίησης σύμφωνα με το ως άνω άρθρο του νόμου θα μπορούσε να αμφισβητηθεί για αυτό το λόγο, μόνο εάν ο χρεώστης πρόβαλλε αυτή την ανακρίβεια εντός της προθεσμίας που δόθηκε για πληρωμή και όχι, ως στην παρούσα περίπτωση, ενώ έχουν ήδη παρέλθει δεκαπέντε περίπου μήνες από την επίδοσή της στον χρεώστη και έχει ήδη δρομολογηθεί Αίτηση Πτώχευσης σε βάρος του. Αποτελεί αξίωμα στο δικό μας νομικό σύστημα ότι οι διαδικασίες ενώπιον του Δικαστηρίου δεν θα πρέπει να χρησιμοποιούνται για σκοπούς άλλους από εκείνους για τους οποίους προορίζονται. (βλέπε Re a debtor (no.787 of 1954), Εx-parte The Debtor v. F. A. Dumont, Ltd
(1955)2 All E.R. 65 και Re a Judgment Summons (no.25 of 1952) Εx-parte Henlys, Ltd
(1953)1 All E.R. 424). Στην απόφαση London Clubs κ.α. ν. Ρόδου Παπαδόπουλου
(2002)1Γ ΑΑΔ 1699, όπου απασχόλησε ζήτημα κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας, με δεδομένο ότι στην εν λόγο περίπτωση δεν προωθήθηκαν μέτρα εκτέλεσης εναντίον του χρεώστη παρά το ότι υπήρχαν διατάγματα πληρωμής με δόσεις στα οποία δεν συμμορφωνόταν, κρίθηκε ότι η πτωχευτική διαδικασία, η οποία χρησιμοποιήθηκε δύο φορές σε βάρος του χρεώστη, αποσκοπούσε στο να καταπιεστεί ο χρεώστης. Στα πλαίσια της απόφασης στην υπόθεση Γεώργιος Αρέστη ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2002)1Β ΑΑΔ 1258, υπογραμμίστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο της χώρας ότι παρέχεται η δυνατότητα σε πιστωτές να επιδιώξουν την έκδοση διατάγματος παραλαβής σε βάρος της περιουσίας ενός χρεώστη, χωρίς προηγουμένως να είναι υποχρεωμένοι να επιχειρήσουν και να επιτύχουν έκδοση διατάγματος για την εξόφληση του χρέους του με μηνιαίες δόσεις. Στην υπόθεση Πετράκης ν. Κίμωνος
(2006)1Β ΑΑΔ 1311, όπου και πάλι το Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της χώρας απασχόλησε ζήτημα καταχρηστικής και καταπιεστικής προώθησης πτωχευτικής διαδικασίας, αφού υπογραμμίστηκαν τα ιδιάζοντα περιστατικά της υπόθεσης London Clubs (ανωτέρω), διακηρύχτηκε πως το γεγονός ότι ο εφεσείοντας επέλεξε να μην χρησιμοποιήσει τη διαδικασία των μηνιαίων δόσεων για την ικανοποίηση της υπέρ του εκδοθείσας απόφασης, ούτε οποιαδήποτε άλλη διαδικασία εκτέλεσης της απόφασης, δεν θα μπορούσε να ληφθεί υπόψη σε βάρος του, αφού τέτοιες διαδικασίες δεν προβλέπονται από τον Περί Πτωχεύσεως Νόμο ως προϋπόθεση για την καταχώρηση και την προώθηση αίτησης πτώχευσης. Στη σελίδα 1318 υποδείχθηκαν παράλληλα και τα ακόλουθα: "Εκεί όπου δεν υπάρχουν στοιχεία δόλου ή αθέμιτης εξασφάλισης χρημάτων ή πλεονεκτημάτων προς όφελος του συγκεκριμένου αιτητή - πιστωτή και εις βάρος του χρεώστη και των άλλων πιστωτών του, αίτηση εκδόσεως διατάγματος παραλαβής δεν θεωρείται ότι γίνεται για παράλληλο και αθέμιτο σκοπό ή κατά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας, έστω και αν έχει σαν συνεπαγόμενο αποτέλεσμα κάποιο πλεονέκτημα για τον πιστωτή". Επανερχόμενος στην υπό συζήτηση περίπτωση, στη βάση όλων όσων έχουν αναφερθεί πιο πάνω, το γεγονός ότι οι εξ αποφάσεως δανειστές επέλεξαν να προωθήσουν την πτωχευτική διαδικασία σε βάρος του καθ΄ ου η αίτηση, ως είχαν κάθε δικαίωμα εκ του Νόμου, δεν μπορεί ασφαλώς από μόνο του να προσδώσει στη συμπεριφορά τους οποιοδήποτε κίνητρο κακοπιστίας ή διάθεση κατάχρησης των διαδικασιών που προβλέπονται από το Νόμο στη Δημοκρατία. Σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή η θέση πως η πτωχευτική διαδικασία χρησιμοποιήθηκε για σκοπούς αλλότριους και αντίθετους με αυτούς που είναι ταγμένη να υπηρετήσει. Οι εξ αποφάσεως δανειστές, ουσιαστικά δεν έπραξαν τίποτε άλλο από το να μετέλθουν τις σχετικές πρόνοιες του Νόμου. Στην προκείμενη περίπτωση εξάλλου, δεν έχει τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου οποιοδήποτε στοιχείο ή συμπεριφορά των εξ' αποφάσεως δανειστών τα οποία να δικαιολογούν την κατάληξη στο συμπέρασμα ότι η πτωχευτική διαδικασία χρησιμοποιείται ως μέτρο καταπίεσης και η υπό συζήτηση αίτηση γίνεται για σκοπούς εκβιασμού του καθ΄ ου η αίτηση ώστε να αποπληρώσει το χρέος του. Ούτε καν ως ισχυρισμός τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου ότι η προώθηση της αίτησης εκ μέρους των εξ' αποφάσεως δανειστών ενέχει στοιχεία δόλου ή γίνεται προς το σκοπό εξασφάλισης αθέμιτων πλεονεκτημάτων προς όφελος τους και σε βάρος του χρεώστη και άλλων πιστωτών. Στη βάση όλων όσων πιο πάνω έχουν αναφερθεί, αποτελεί αναπόδραστη κατάληξη του Δικαστηρίου ότι η υπό συζήτηση αίτηση παραμερισμού θα πρέπει να απορριφθεί. Συνακόλουθα, η αίτηση για παραμερισμό της ειδοποίησης πτώχευσης απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των πιστωτών, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον αρμόδιο προς τούτο Πρωτοκολλητή. (Υπ.) ........................ Α. Δαυίδ, Α.Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.