← Κύπρος

ΛΑΪΚΗ ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. ΣΤΑΥΡΟΣ ΞΙΟΥΡΟΠΠΑΣ κ.α., Αρ. Αγ. 1387/2006, 12 Νοεμβρίου, 2010

ΛΑΪΚΗ ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. ΣΤΑΥΡΟΣ ΞΙΟΥΡΟΠΠΑΣ κ.α., Αρ. Αγ. 1387/2006, 12 Νοεμβρίου, 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2010:A95 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγ. 1387/2006 ΛΑΪΚΗ ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ Εναγόντων και

  1. ΣΤΑΥΡΟΣ ΞΙΟΥΡΟΠΠΑΣ 2.ΕΛΛΗ ΡΟΔΟΘΕΟΥ ΞΙΟΥΡΟΠΠΑ
  2. ΧΑΡΗΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ
  3. ΜΑΡΙΑ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΧΑΡΗ Εναγομένων 12 Νοεμβρίου,
  4. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγοντες: Ο κ. Κ. Θεοδωρίδης Για Εναγόμενους 1, 2,3: Ο κ. Ι. Φράγκος Α Π Ο Φ Α Σ Η ΕΓΓΡΑΦΕΣ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ Με την παρούσα αγωγή οι ενάγοντες αξιώνουν από τους εναγομένους 1, 2 και 4 ποσό ΛΚ 210.460.68 με βάση έγγραφες συμφωνίες και/ή τραπεζικές πιστώσεις και/ή ως δάνειο και/ή σαν αναγνωρισμένο λογαριασμό και/ή ως αδικαιολόγητο πλουτισμό, πλέον τόκο και έξοδα. Περαιτέρω, ζητούν την έκδοση διατάγματος για πώληση των ενεχυριασμένων από τον εναγόμενο 1 στους ενάγοντες μετοχών και διάταγμα πώλησης με δημόσιο πλειστηριασμό ενυπόθηκου ακινήτου της εναγόμενης αρ.2 το οποίο έχει εγγραφεί προς όφελος των εναγόντων. Εναντίον του Εναγομένου 3 εξεδόθη απόφαση κατόπιν διαδικασίας απόδειξης λόγω παράλειψης του να καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης. Στην Υπεράσπιση τους οι Εναγόμενοι 1, 2 και 4 ισχυρίζονται βασικά τα εξής: - Οι λογαριασμοί του Εναγομένου 1 χρεώθηκαν και/ή επιβαρύνθηκαν με τόκο πέραν του νομίμου επιτρεπομένου και/ή χρεώθηκαν με ανατοκισμό. - Η Ενάγουσα χρέωσε και/ή παρανόμως εισέπραξε ψηλότερο επιτόκιο από το καθοριζόμενο στο Νόμο . - Οι επίδικες συμφωνίες είναι άκυρες και/ή παράνομες και οι πρόνοιες τους αναφορικά με την επιβολή και/ή χρέωση και/ή επιβάρυνση τόκου και/ή επιτοκίου καταστρατηγούν τις διατάξεις του περί Τόκων Νόμου του 1977 και/ή είναι αντίθετες με τα συναλλαχτικά είδη κτλ. ΜΑΡΤΥΡΙΑ Η πλευρά των εναγόντων για να αποδείξει την υπόθεση της κάλεσε συνολικά δύο μάρτυρες ως ακολούθως: · Κυριάκο Αναστασιάδη (ΜΕ1). · Παύλο Σταύρου (ΜΕ2). Η Υπεράσπιση κάλεσε ένα μάρτυρα τον Φίλιππο Χατζηζαχαρία (ΜΥ1). Να σημειωθεί περαιτέρω ότι πριν την προσκόμιση μαρτυρίας αμφότεροι οι συνήγοροι των διαδίκων κατέθεσαν από κοινού αριθμό εγγράφων, ήτοι τα Τεκμήρια 1-
  5. Μαρτυρία Κυριάκου Αναστασιάδη (Μ.Ε.1) Ο ΜΕ1 στην κατάθεση του ενώπιον του Δικαστηρίου ανέφερε, όπως μπορώ να συνοψίσω, τα ακόλουθα: · Είναι προϊστάμενος της Μονάδας Επενδυτικών Χορηγήσεων των Εναγόντων και βρίσκεται στην υπηρεσία τους από το
  6. · Με βάση γραπτή Συμφωνία ημερ. 7.10.99, η οποία έγινε μετά από αίτημα του εναγομένου 1, ο εναγόμενος 1 συμφώνησε με τους ενάγοντες να ανοίξει τρεχούμενο λογαριασμό (trading account) και τύχει χρηματοδότησης και/ή τραπεζικών διευκολύνσεων από τους ενάγοντες προς τον σκοπό αγοράς και πώλησης μετοχών εγγεγραμμένων στο ΧΑΚ μέσω της Λαϊκής Επενδυτικής Λτδ ως πληρεξουσίου αντιπροσώπου του εναγομένου
  7. (Αντίγραφο της συμφωνίας ημερ. 7.10.99 κατατέθηκε ως Τεκμήριο 1). · Με βάση το Τεκμήριο 1 οι ενάγοντες παραχώρησαν στον εναγόμενο 1 την πιστωτική διευκόλυνση σε τρεχούμενο λογαριασμό και στις 7.10.99 ο εναγόμενος 1 υπέγραψε πληρεξούσιο έγγραφο με το οποίο διόριζε την Λαϊκή Επενδυτική Λτδ πληρεξούσιο αντιπρόσωπο του για να αγοράζει, πωλεί, μεταβιβάζει κλπ κινητές αξίες εγγεγραμμένες στο ΧΑΚ. (Αντίγραφο του πληρεξουσίου ημερ. 7.10.99 κατατέθηκε ως Τεκμήριο 2). · Με βάση το Τεκμήριο 1 οι ενάγοντες άνοιξαν τον υπ΄ αριθμό 182-21-067308 λογαριασμό προς όφελος του εναγόμενου 1 στον οποίο γίνονταν οι διάφορες χρεώσεις και πιστώσεις σχετικά με την αγορά και πώληση κινητών αξιών στο ΧΑΚ εκ μέρους του εναγόμενου
  8. Η Λαϊκή Επενδυτική Λτδ ενεργώντας πάντοτε κατόπιν εντολών του εναγομένου 1 προέβη σε διάφορες χρονικές περιόδους προς όφελος και για λογαριασμό του σε αγορά και πώληση αξιών εγγεγραμμένων στο ΧΑΚ χρεώνοντας και πιστώνοντας ανάλογα τον λογαριασμό του εναγόμενου με αριθμό 182-21-
  9. Ο εν λόγω λογαριασμός από την ημερομηνία έναρξης του, δηλαδή 30.11.99 μέχρι 31.12.08 παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο οφειλόμενο από τον εναγόμενο 1 προς τους ενάγοντες ποσό €26.579,
  10. (Κατάσταση του λογαριασμού 182-21-067308 κατατέθηκε ως Τεκμήριο 3). · Κατάσταση αγοραπωλησιών της περιόδου από 9.10.99 μέχρι 16.1.09 που περιγράφεται "Customer Profile" κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  11. · Οι ενάγοντες απέστελλαν προς τον εναγόμενο 1 από την ημερομηνία έναρξης της λειτουργίας του επίδικου λογαριασμού μηνιαίες καταστάσεις του λογαριασμού αυτού τις οποίες ουδέποτε αμφισβήτησε. Επιπρόσθετα η Λαϊκή Επενδυτική Λτδ απέστελλε στον εναγόμενο 1 σημειώσεις σύμβασης (contract notes) όλων των αγοραπωλησιών που διενεργούνταν από την Λαϊκή Επενδυτική Λτδ προς όφελος του εναγόμενου 1 τις οποίες ο εναγόμενος 1 ουδέποτε αμφισβήτησε. (Δέσμη αντιγράφων σημειώσεων σύμβασης για την περίοδο από 21.10.99 μέχρι 24.12.99 κατατέθηκε ως Τεκμήριο 5). · Στη διάρκεια λειτουργίας του πιο πάνω λογαριασμού οι ενάγοντες κατ΄ επανάληψη πληροφόρησαν τον εναγόμενο 1 ότι ο λογαριασμός του ήταν σε υπέρβαση και ότι παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο καλώντας το να προβεί σε διευθέτηση της υπέρβασης. (Επιστολές των εναγόντων προς τον εναγόμενο 1 ημερ. 9.6.00, 19.10.00, 21.3.01 και 10.9.01 κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 6Α, Β, Γ και Δ αντίστοιχα). · Στις 2.4.03 οι ενάγοντες τερμάτισαν τη λειτουργία του λογαριασμού του εναγόμενου 1 με αρ. 182-21-067308 και τον κάλεσαν να εξοφλήσει το χρεωστικό υπόλοιπο πλέον τόκους. · Στις 7.12.98 οι ενάγοντες συνήψαν και άλλη γραπτή Συμφωνία με τον εναγόμενο 1 με την οποία ανέλαβαν όπως παρέχουν δάνεια και/ή πιστώσεις υπό τύπο τρεχούμενου και/ή λογαριασμού όψεως στον εναγόμενο
  12. (Αντίγραφο της συμφωνίας 7.12.98 κατατέθηκε ως Τεκμήριο 7). · Mε βάση την πιο πάνω Συμφωνία ημερ. 7/12/98 οι Ενάγοντες άνοιξαν τον υπ΄ αρ. 094-11-002781 τρεχούμενο λογαριασμό προς όφελος του Εναγομένου 1 ο οποίος στις 2/4/03 παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο οφειλόμενο στους Ενάγοντες ποσό ΛΚ138.798,58σ. Για εσωτερικούς σκοπούς των Εναγόντων και λόγω μεταφοράς των εργασιών τους σε άλλο υποκατάστημα ο πιο πάνω λογαριασμός στις 11/4/03 άλλαξε αριθμό λογαριασμού σε 048-11-
  13. Κατάσταση του λογαριασμού αυτού για την περίοδο από 11/4/03 μέχρι 31/12/08 η οποία παρουσιάζει χρεωστικό υπόλοιπο οφειλόμενο από τον Εναγόμενο 1 το ποσό των €497.533,19 κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  14. · Στις 7/10/02 οι Ενάγοντες με επιστολή τους που κατατέθηκε ως Τεκμήριο 10 προς τον Εναγόμενο 1 τον πληροφόρησαν ότι ο λογαριασμός του με αρ.094-11-002781 παρουσίασε υπέρβαση και τον κάλεσαν όπως προχωρήσει στην κάλυψη των υπερβάσεων. Λόγω της παράλειψης του Εναγόμενου 1 να συμμορφωθεί οι Ενάγοντες με επιστολή τους προς αυτόν ημερ. 2/4/03 (Τεκμήριο 9) τερμάτισαν τη λειτουργία του εν λόγω λογαριασμού και τον κάλεσαν να εξοφλήσει το οφειλόμενο ποσό των ΛΚ138.795,58σ. πλέον τόκοι, όπως ήταν τότε, ενημερώνοντας τον δε ότι το επιτόκιο του λογαριασμού μεταβαλλόταν σε 11,75% τον χρόνο. Μέχρι σήμερα ο Εναγόμενος παρέλειψε να ανταποκριθεί. · Οι Ενάγοντες με επιστολές τους ημερ. 2/4/03 πληροφόρησαν τις Εναγόμενες 2 και 4 ότι ο Εναγόμενος 1 δεν τηρούσε τις υποσχέσεις του προς τους Ενάγοντες με βάση τις μεταξύ τους Συμφωνίες επιφυλάσσοντας πλήρως τα δικαιώματα τους εναντίον των Εναγομένων 2 και 4 ως εγγυητές του Εναγόμενου
  15. Αντίγραφο των επιστολών προς τους Εναγόμενους 2 και 4 αντίστοιχα κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 11(Β) και 11(Α). · Στις 7/12/98 οι Ενάγοντες συνήψαν άλλη έγγραφη Συμφωνία με τον εναγόμενο 1 με βάση την οποία παρείχαν σε αυτό δάνειο για ποσό ΛΚ20,000 με αρ. λογαριασμού 094-12-
  16. Η Συμφωνία δανείου ημερ. 7/12/98 κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  17. · Στις 7/10/02 ο πιο πάνω λογαριασμός δανείου του Εναγόμενου 1 παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο και καθυστερημένες δόσεις για ποσό ΛΚ6200 πλέον τόκοι και οι Ενάγοντες ζήτησαν από τον Εναγόμενο 1 την κάλυψη των καθυστερήσεων του. Αντίγραφο επιστολής Εναγόντων ημερ. 7/10/02 κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  18. · Ο Εναγόμενος 1 παρέλειψε να συμμορφωθεί και οι Ενάγοντες με επιστολή τους προς αυτόν ημερ. 2/4/03 τερμάτισαν τη λειτουργία του λογαριασμού δανείου και απαίτησαν από αυτόν την πληρωμή του ποσού ΛΚ16.201,68 πλέον τόκοι οφειλόμενα από τον Εναγόμενο αλλά αυτός παρέλειψε να ανταποκριθεί μέχρι σήμερα. Ο λογαριασμός του δανείου από 094-12-004583 άλλαξε σε 048-12-
  19. Κατάσταση του λογαριασμού δανείου με τον νέο αριθμό για την περίοδο από 4/4/03 μέχρι 31/12/08 η οποία παρουσιάζει χρεωστικό υπόλοιπο για ποσό €49.460,19 κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  20. · Οι Εναγόμενοι 2 και 4 στις 7/12/98 με βάση έγγραφη Συμφωνία εγγύησης εγγυήθηκαν όλες τις υποχρεώσεις του Εναγομένου 1 που αφορούν την παρούσα αγωγή για απεριόριστο ποσό. Η Συμφωνία εγγύησης κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  21. · Η Εναγόμενη 2 με βάση Σύμβαση και Δήλωση Υποθήκης υπ΄ αρ. Υ3823/98 ημερ. 2/12/98 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λάρνακας (Τεκμήριο 15) υποθήκευσε προς όφελος των Εναγόντων το ακίνητο που περιγράφεται στην παράγραφο

(24)του Εγγράφου 1 για το ποσό των ΛΚ90,000 πλέον τόκο προς 8% το χρόνο από 2/12/98 μέχρι εξόφλησης. · Στις 31/12/08 οι λογαριασμοί του Εναγόμενου 1 παρουσίαζαν χρεωστικό υπόλοιπο οφειλόμενο προς τους Ενάγοντες ως εξής: Α. Ποσό €26.579,12 πλέον τόκοι προς 11.25% το χρόνο από 1/1/09 μέχρι εξόφλησης σε σχέση με το λογαριασμό 182-21-
  1. Β. Ποσό €497.533,19 πλέον τόκος 11.25% το χρόνο από 1/1/09 μέχρι εξόφλησης σε σχέση με το λογαριασμό 048-11-019229 και Γ. Ποσό €49.460,19 σε σχέση με το λογαριασμό 048-12-
  2. Το συνολικό ποσό ανέρχεται €573.572,50 πλέον τόκοι. · Τα πιο πάνω ποσά συνεχίζουν οι Εναγόμενοι 1, 2 και 4 μέχρι σήμερα να οφείλουν. Ο Εναγόμενος 1 στις επαφές του με τους Ενάγοντες παραδέχθηκε το χρέος του χωρίς ποτέ να αμφισβητήσει οποιαδήποτε συναλλαγή αφορούσε τους επίδικους λογαριασμούς και προσπαθούσε να εξεύρει τρόπους για αποπληρωμή του χρέους του. Αντεξεταζόμενος ο Μ.Ε.1 και ερωτηθείς αναφορικά με τα επιτόκια που χρεώνονταν οι επίδικοι λογαριασμοί από την ημερομηνία έναρξης τους και μέχρι σήμερα απάντησε ότι υπήρχε σταθερό επιτόκιο 8% μέχρι την ημερομηνία φιλελευθεροποίησης οπόταν με επιστολή προς τον πελάτη κυμάνθηκε το επιτόκιο. Αναφέρθηκε στο Τεκμήριο 16 που είναι η ανακοίνωση που στάληκε σε όλους τους πελάτες. Ο επενδυτικός λογαριασμός του Εναγόμενου 1 με αρ.182-21-067308 από την φιλελευθεροποίηση, δηλαδή από 1/1/01, ανήλθε ο τόκος στο 9%. Οσον αφορά τους άλλους δύο λογαριασμούς, δηλαδή τον τρεχούμενο λογαριασμό με αρ. 094-11-002781 το επιτόκιο ήταν σταθερό στο ύψος του 8% μέχρι 31/12/08 και από 1/1/01 αυξήθηκε στο 9%. Οσον αφορά το λογαριασμό δανείου με αρ. 094-12-004583 από 1/1/01 το επιτόκιο αυξήθηκε σε 8.5%. Το επιτόκιο για τους δύο λογαριασμούς που προαναφέρθηκαν, δηλαδή τρεχούμενο και λογαριασμό δανείου, το επιτόκιο από 2/4/03 αυξήθηκε σε 11,75%. Αυτό κοινοποιήθηκε με επιστολή των Εναγόντων ημερ. 2/4/03 προς τον Εναγόμενο 1 όπου αυτός πληροφορείται ότι το επιτόκιο των λογαριασμών του τρεχουμένου και του δανείου μεταβάλλεται σε 11,75% από 2/4/03 αντί 9% ο τρεχούμενος και 8,5% το δάνειο. Ερωτηθείς ο Μ.Ε.1 να καθορίσει το κεφάλαιο στους λογαριασμούς του Εναγομένου 1 ανέφερε ότι καθ΄ όσον αφορά το δάνειο αυτό ανέρχεται σε ποσό £20,000.- ενώ για τους άλλους δύο δεν μπορούσε να καθορίσει το κεφάλαιο. Εξήγησε δε ότι στον τρεχούμενο λογαριασμό υπάρχουν αναλήψεις, καταθέσεις και τραπεζικές χρεώσεις. Στον μάρτυρα όταν ως υποβολή ότι το συνολικό ποσό που παραχωρήθηκε στον Εναγόμενο 1 στη διάρκεια λειτουργίας του τρεχούμενου λογαριασμού ήταν €144,000.- και για τον επενδυτικό €10,424,- απάντησε ότι δεν μπορούσε να το επιβεβαιώσει. Τέλος, ο μάρτυρας διευκρίνισε ότι ο ίδιος δεν έχει ασχοληθεί, ούτε μπήκε στη διαδικασία αξιολόγησης των χρεώσεων τόκων στους επίδικους λογαριασμούς. Μαρτυρία Παύλου Σταύρου (Μ.Ε.2) Ο Παύλος Σταύρου (Μ.Ε.2) εργάζεται στην Υπηρεσία Είσπραξης Χρεών της Μarfin. Του ζητήθηκε να ελέγξει τους τρεις επίδικους λογαριασμούς ούτως ώστε να εξεταστεί ο ισχυρισμός του Εναγόμενου 1 για χρέωση των λογαριασμών αυτών με παράνομους τόκους. Κοίταξε συγκεκριμένα κατά πόσο υπήρχε κεφαλαιοποίηση τόκου ή παράνομες χρεώσεις στους λογαριασμούς. Εξήγησε ότι ο τρόπος διαπίστωσης αυτών είναι να εξεταστεί κατά πόσο οι καταθέσεις του πελάτη εξοφλούν τους τόκους. Σε περίπτωση που δεν εξοφλούν τους τόκους ο τόκος επανατοκίζεται και δημιουργείται επανατοκισμός. Ο Μ.Ε.2 βρήκε σημεία που δεν εξοφλούνταν οι τόκοι και υπήρχε ανατοκισμός και κεφαλαιοποίηση, πήρε όλες τις πράξεις, τις έβαλε σε πρόγραμμα τις τράπεζας και ετοίμασε αναθεωρημένες καταστάσεις χωρίς ανατοκισμούς. Πρόκειται για τις καταστάσεις που κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 19, 20 και
  3. Στις πιο πάνω καταστάσεις υπάρχουν οι ακόλουθες στήλες: · η πρώτη στήλη αναφέρεται στην αξία δηλαδή την ημερομηνία που γίνεται η πράξη. · Η δεύτερη στήλη είναι το επιτόκιο που χρεώνεται ο λογαριασμός. · Η τρίτη στήλη είναι οι λεπτομέρειες της πράξης. · Η τέταρτη αναφέρεται στις μέρες για υπολογισμό τόκου. · Η πέμπτη αναφέρεται στον δεδουλευμένο τόκο. · Η έκτη αναφέρεται σε οποιεσδήποτε χρεώσεις που γίνονται στο λογαριασμό. · Η έβδομη αναφέρεται σε οποιεσδήποτε πιστώσεις οι οποίες αφαιρούνται από το υπόλοιπο του πελάτη. · Η όγδοη στήλη αναφέρεται στο υπόλοιπο δηλαδή το ποσό που χρωστά ο πελάτης. · Η ένατη και τελευταία στήλη στο κεφάλαιο για υπολογισμό του τόκου. Αναφερόμενος στο Τεκμήριο19 εξήγησε ότι ξεκινά από την ημερομηνία 1/7/02 γιατί προηγουμένως οι καταθέσεις κάλυπταν τους τόκους και, συνεπώς, δεν υπήρχε θέμα ανατοκισμού ή κεφαλαιοποίησης. Θέμα προέκυψε μετά από την 1/7/
  4. Το ίδιο σε σχέση με το Τεκμήριο 20 που ξεκινά από 1/1/01 και σε σχέση με το Τεκμήριο 21 που ξεκινά από 30/6/
  5. Στις 31/12/08 το χρεωστικό υπόλοιπο των επιδίκων λογαριασμών είχε ως εξής: Ø Για το λογαριασμό 048-11-19229 ήταν €396,775,35 με τόκο 11,75% από 1.1.
  6. Εξακολουθεί δε μέχρι σήμερα να είναι οφειλόμενο και δεν έχει γίνει οποιαδήποτε κατάθεση μεταγενέστερα. Ø Για το λογαριασμό 048-12-0373395 ήταν €46,992.02 με τόκο 11,75% από 1.1.
  7. Το ποσό συνεχίζει να είναι οφειλόμενο. Ø Για το λογαριασμό 182-21-067308 ήταν €21.025,38 με τόκο 11,75% από 1.1.
  8. Το ποσό συνεχίζει να είναι οφειλόμενο. Οσον αφορά το ποσοστό επιτοκίου ο τρεχούμενος λογαριασμός μέχρι 31/3/03 ήταν 8% και μετά αυξήθηκε σε 11,75% με την επιστολή τερματισμού ημερομηνίας 31/3/
  9. Ο Μ.Ε.2 αναφερόμενος στον τρεχούμενο λογαριασμό παρέπεμψε στην παράγραφο 2 του Τεκμήριο 7 σχετικά με τον τρόπο χρεώσεων και εξήγησε ότι οι Ενάγοντες προέβαιναν στις χρεώσεις του λογαριασμού αυτού με βάση την τραπεζική τακτική και συγκεκριμένα με βάση την αξία των αναλήψεων και καταθέσεων (value date) που υπολογίζετο την επόμενη εργάσιμη ημέρα. Σε σχέση με τις επιταγές το value date είναι δύο εργάσιμες μέρες μετά την κατάθεση. Ως παράδειγμα παρέπεμψε στο Τεκμήριο 8(Α) στην καταχώριση ημερομηνίας 27/11/98 όπου φαίνεται κατάθεση επιταγής για ποσό £2000 η οποία έχει αξία (value date) την 1/12/
  10. Περαιτέρω παρέπεμψε στην καταχώρηση ημερομηνίας 9/12/98 που αφορά κατάθεση επιταγής για ποσό £2690 η οποία έχει ως value date την ημερομηνία 11/12/
  11. Στην καταχώρηση ημερ. 4/1/99 υπάρχει κατάθεση μετρητών για ποσό £1000 και ως value date δόθηκε η ημερομηνία 5/1/
  12. Στην καταχώρηση ημερ. 27/11/98 υπάρχει χρέωση £7.- και ως value date καθορίζεται η 1/12/98 με αποτέλεσμα το υπόλοιπο των ΛΚ1993 να τοκίζεται από 1/12/
  13. Στην καταχώρηση ημερ. 17/12 όπου υπάρχει πίστωση ποσού ΛΚ10,000 σε επιταγή ως value date είναι η ημερομηνία 21/12/ στο χρεωστικό υπόλοιπο ΛΚ44.460,
  14. Ο Μ.Ε.2 εξέτασε την μελέτη που ετοιμάστηκε από το λογιστή του Εναγόμενου 1 για τις χρεώσεις/πιστώσεις των επίδικων λογαριασμών προς το σκοπό απόδειξης ύπαρξης παρανόμων χρεώσεων, ήτοι Τεκμήριο Α προς αναγνώριση, που μεταγενέστερα κατατέθηκε από τον Μ.Υ.1 ως Τεκμήριο
  15. Διαφωνεί με αρκετά από αυτά που υπάρχουν στην εν λόγω μελέτη. Συγκεκριμένα διαφωνεί με τα εξής:
  16. Value date. Yπολογίζεται ως value date η ημερομηνία πράξης. Για παράδειγμα για το έτος 1998 στην καταχώρηση ημερ. 27/11/98 που αφορά κατάθεση ποσού ΛΚ2000 λογίζεται ως value date η ημερομηνία της πράξης, δηλαδή 27/11/98, ενώ θα έπρεπε να είναι 1/12/
  17. Αυτό ισχύει για όλες τις πράξεις.
  18. Τρόπος καταμερισμού των καταθέσεων. Στην καταχώρηση ημερομηνίας 4/1/99 για το έτος 1999 η κατάθεση μετρητών για ποσό ΛΚ1000 έχει ως value date την ημερομηνία 4/1/99 αντί 5/1/
  19. Ο τρόπος αυτός επηρεάζει το κεφάλαιο και κατ΄ επέκταση το τόκο και έτσι βρίσκουμε διαφορά στο αποτέλεσμα. Εξήγησε ότι η Τράπεζα οποιεσδήποτε καταθέσεις πηγαίνουν πρώτα προς εξόφληση του τόκου και μετά μειώνεται το κεφάλαιο. Ο λογιστής της άλλης πλευράς δεν χρησιμοποίησε αυτόν τον τρόπο και οι καταθέσεις μείωναν πρώτα το κεφάλαιο και όχι τον τόκο. Στην καταχώρηση της πράξης ημερ. 31/12/98 ξεκινά το αρχικό υπόλοιπο σε χρεωστικό ποσό Λ.Κ.65.755,76 και τόκο για ποσό ΛΚ65,76 που είναι οι τόκοι για 4 ημέρες μέχρι την κατάθεση ημερ. 4/1/99 που είναι η επόμενη πράξη για ποσό ΛΚ1.
  20. Όταν έγινε η κατάθεση αυτή δεν πήγε να εξοφλήσει πρώτα το ποσό των ΛΚ65,76 αλλά το ποσό των ΛΚ1.000 μείωσε κατ΄ ευθεία το κεφάλαιο το οποίο από ΛΚ65.755,76 μειώθηκε ΛΚ64.755,
  21. Ποσοστό επιτοκίου. Το επιτόκιο μέχρι 31/12/00 ήταν 8% και μετά για κάποιους λογαριασμούς 9% και άλλους 8% μεχρι την ημερομηνία τερματισμού 1/4/03 και μετέπειτα σε ποσοστό 11,75% βάσει της επιστολής που απέστειλαν οι Ενάγοντες και της ελευθεροποίησης του επιτοκίου. Αντ΄ αυτού ο λογιστής της άλλης πλευράς χρησιμοποίησε επιτόκιο ύψους 9% καθ΄ όλη την διάρκεια. Αν χρησιμοποιούσε τα πιο πάνω επιτόκια δεν θα υπήρχε διαφορά. Οσον αφορά επιταγές του πελάτη που επέστρεφαν απλήρωτες η πρακτική της τράπεζας ήταν να πιστώνει τον λογαριασμό προσωρινά με το ποσό της επιταγής που παρουσιάζεται και εν συνεχεία αποφασίζει αν θα την επιστρέψει ή αν θα την πληρώσει. Αν η επιταγή πληρωθεί αυτό γίνεται την επομένη και η πράξη καταχωρείται την επομένη. Το value date της επιταγής είναι μια μέρα πριν γιατί η Τράπεζα έχει ήδη πληρώσει την επιταγή. Ως παράδειγμα παρέπεμψε στο Τεκμήριο 8 (Α) στην καταχώρηση ημερομηνίας 9/12/98 που αφορά επιταγή που ξεκαθάρισε/πληρώθηκε στις 9/12/98 αλλά παρουσιάστηκε στις 8/12/98 και φέρει value date την ημερομηνία 8/12/
  22. Η περίπτωση αυτή αφορά επιταγή που «κρατήθηκε» [«held»] σύμφωνα με την σχετική καταχώρηση. Η Τράπεζα στην συγκεκριμένη περίπτωση πήρε απόφαση να την πληρώσει στις 9/12/98 αφού μίλησε με τον πελάτη. Ο λογιστής της άλλης πλευράς αγνοεί το «held» και χρησιμοποιεί ως value date την πρώτη ημερομηνία, δηλαδή 9/12/98 και όχι την προηγουμένη, με αποτέλεσμα να γλυτώνει μια μέρα τόκους. Αντεξεταζόμενος ο Μ.Ε.2 ερωτήθηκε πρώτα σε σχέση με το Τεκμήριο 19 που αφορά το λογαριασμό 048-11-
  23. Σε σχέση με την καταχώρηση ημερομηνίας 30/6/2005 συμφώνησε ότι το επιτόκιο ήταν 11,75% για 181 μέρες για το ποσό των £8.494,
  24. Ερωτηθείς κατά πόσο η σχετική μαθηματική πράξη ήταν ο πολλαπλασιασμός του ποσού των £146.940,22 επί του επιτοκίου 11.75% επί των ημερών δηλαδή 181 ημέρες και στη συνέχεια η διαίρεση δια του αριθμού των ημερών του χρόνου δηλαδή 360, διαφώνησε και είπε ότι το ποσό εδώ θα έπρεπε να είναι το προηγούμενο κεφάλαιο δηλαδή £143.784,91 και όχι το ποσό μαζί με τον τόκο. Ο Μ.Ε.2 εξήγησε ότι το υπόλοιπο στο Τεκμήριο 19 είναι το ποσό που χρωστεί ο πελάτης, ενώ το κεφάλαιο καταγράφεται για σκοπούς υπολογισμού του τόκου. Σε περίπτωση που ο πελάτης έκαμε καταθέσεις που εξοφλούσαν τους δεδουλευμένους τόκους μειώνεται το υπόλοιπο. Ο σκοπός του κεφαλαίου είναι για τον υπολογισμό των τόκων. Αναφερόμενος στο συγκεκριμένο ποσό εξήγησε ότι μεταξύ του ποσού των £146.940.22 και του ποσού των £143,784,91 υπάρχει μια διαφορά περίπου £3000 διότι ο πελάτης έκαμε κάποιες καταθέσεις εξοφλώντας δεδουλευμένους τόκους και μειώνοντας το κεφάλαιο. Στην καταχώριση 1/7/02 το υπόλοιπο που είναι £132.430,44 ισούται με το κεφάλαιο που είναι δηλαδή το ίδιο ποσό διότι είχαν εξοφληθεί οι τόκοι και μειώθηκε το κεφάλαιο. Στις 23/7/02 υπήρξε κατάθεση από τον πελάτη για ποσό £1000 με το οποίο εξοφλήθηκαν οι δεδουλευμένοι τόκοι δηλαδή το ποσό £647.44 και η διαφορά χρησιμοποιήθηκε για να μειωθεί το κεφάλαιο. Ως αποτέλεσμα ενώ το αρχικό κεφάλαιο ήταν ποσό £132.430.44 μειώθηκε σε £132.077,
  25. Στην καταχώριση 24/10/02 υπήρξε κατάθεση για £3000 που χρησιμοποιήθηκε για την πληρωμή του τόκου που ήταν £2.729,61 και εφόσον η κατάθεση ξεπερνούσε τον δεδουλευμένο τόκο μειώθηκε το κεφάλαιο με αποτέλεσμα από ποσό £132.077,88 να μειωθεί σε £131.807,
  26. Εξήγησε περαιτέρω ότι δεν υπάρχει περίπτωση το κεφάλαιο να είναι μεγαλύτερο ποσό από το υπόλοιπο. Στην καταχώρηση 6/12/02 υπήρχαν τόκοι £1.259,49 που υπολογίστηκαν επί του ποσού των £131.807,
  27. Υπήρχε μια χρέωση για £139,55 η οποία προστέθηκε στο κεφάλαιο και στο υπόλοιπο. Το υπόλοιπο θα περιλάμβανε το προηγούμενο υπόλοιπο συν το τόκο για £1.259,49 συν τη χρέωση για £139,
  28. Το κεφάλαιο αυξήθηκε κατά το ποσό της χρέωσης των £139,
  29. Αρα το ποσό £131.947,04 είναι το προηγούμενο κεφάλαιο συν η χρέωση £139,55, ενώ το ποσό £133.206,53 που είναι στη στήλη υπόλοιπο αποτελεί το προηγούμενο υπόλοιπο συν τους τόκους για ποσό £1259,49 συν τη χρέωση για ποσό £139,
  30. Ο Μ.Ε.2 δέχθηκε ότι για κάποια χρόνια που αφορούσαν τους επίδικους λογαριασμούς γινόταν ανατοκισμός και πρόσθεσε ότι στο Δικαστήριο έχει παρουσιάσει καταστάσεις χωρίς ανατοκισμό. Εκείνο όμως που παραμένει είναι η οφειλή σημαντικών ποσών από τον πελάτη που δεν έχει εξοφληθεί. Ο λόγος που υπήρχε ανατοκισμός ήταν γιατί η τράπεζα χρησιμοποιούσε κάποια συστήματα στον ηλεκτρονικό υπολογιστή και μετά από αποφάσεις δικαστηρίων διαπιστώθηκε το ζήτημα και η Τράπεζα εντόπισε ότι κάποιοι λογαριασμοί έτυχε να έχουν ανατοκισμό και αναθεώρησε τις σχετικές καταστάσεις. Ερωτηθείς γιατί δεν είχε ελέγξει τις καταστάσεις προτού κατατεθούν στο Δικαστήριο ανέφερε ότι ίσως ο συνάδελφος που τις κατάθεσε να μην ήταν ο αρμόδιος και ότι ήταν ο ίδιος ο Μ.Ε.2 που μελέτησε τις καταστάσεις. Ο Μ.Ε.2 δέχθηκε ότι πριν τις ημερομηνίες των Τεκμηρίων 19, 20 και 21 δεν υπήρχε ανατοκισμός. Εξήγησε ότι ανατοκισμός και άρα υπερχρέωση προκύπτει όταν οι καταθέσεις του πελάτη δεν εξοφλούν τους τόκους. Πριν τις συγκεκριμένες ημερομηνίες που αφορούν τα Τεκμήρια 19, 20 και 21 ο πελάτης προέβαινε σε καταθέσεις που εξοφλούσαν τους τόκους και, συνεπώς, δεν υπήρχε ανατοκισμός. Ερωτηθείς επί του Τεκμηρίου 8Α και στην καταχώρηση ημερομηνίας 31/3/99 (Quart.Interest) εξήγησε ότι το ποσό του δεδουλευμένου τόκου που ανέρχεται σε £1402,79 προστέθηκε στο προηγούμενο υπόλοιπο δηλαδή στο ποσό των £64.591,
  31. Η εγγραφή αυτή δείχνει τους δεδουλευμένους τόκους για την περίοδο από 1/1/99 μέχρι 31/3/
  32. Το συγκεκριμένο ποσό των τόκων δεν έχει σε καμία περίπτωση κεφαλαιοποιηθεί. Ως value date καταγράφεται η ημερομηνία 1/1/00 που θα γίνει η κεφαλαιοποίηση δηλαδή το συγκεκριμένο ποσό θα μπει στο κεφάλαιο για να κεφαλαιοποιηθεί την 1/1/
  33. Η εγγραφή εδώ γίνεται για να γνωρίζει ο πελάτης τους τόκους. Σε σχέση με την καταχώρηση ημερομηνίας 30/6/99 που αφορά τον τόκο (Quart. Interest) για ποσό £1513.74 ανέφερε ότι θα επιβληθεί επί του κεφαλαίου την 1/1/
  34. Ο τόκος στις 31.3.99 αγνοείται και δεν συμπεριλαμβάνεται εδώ. Το ποσό £1513.74 θα κεφαλαιοποιηθεί την 1/1/
  35. Δηλαδή οι πράξεις που έγιναν μεταγενέστερα δεν θα συμπεριλαμβάνουν το συγκεκριμένο ποσό για σκοπούς υπολογισμού του τόκου. Ερωτηθείς πως προέκυψε το ποσό των £1513,74 απάντησε ότι εδώ επειδή οι καταθέσεις εξόφλησαν το τόκο το κεφάλαιο είναι το ίδιο και γίνεται ο υπολογισμός με βάση το υπόλοιπο στις 31/12/98 επί του επιτοκίου και επί των ημερών και μετά διαιρούμε δια
  36. Επανέλαβε ότι η φόρμουλα υπολογισμού είναι ο πολλαπλασιασμός του εκάστοτε υπολοίπου επί του επιτοκίου επί των ημερών και στη συνέχεια διαιρούμε δια του αριθμού
  37. Ο υπολογισμός εδώ θα ήταν ο πολλαπλασιασμός του ποσού του τόκου δηλαδή £1513,74 επί του επιτοκίου επί του ποσού την 1/1/99 δηλαδή £65.767,15 νοουμένου ότι δεν υπήρχαν οποιεσδήποτε αναλήψεις στη διάρκεια του εξαμήνου. Επειδή όμως μέχρι 30/6/99 πληρώθηκαν και άλλες επιταγές με αποτέλεσμα να αυξηθεί το κεφάλαιο δεν θα καταλήγαμε σε αυτό το ποσό. Επομένως θα ληφθεί υπόψη το υπόλοιπο κατά την 1/1/99 για σκοπούς υπολογισμού του τόκου νοουμένου ότι δεν υπήρχαν πράξεις που ακολούθησαν. Αρνήθηκε την υποβολή ότι γινόταν ανατοκισμός όπως και την θέση ότι οι εξηγήσεις που έδωσε αναφορικά με τον διαχωρισμό των ημερομηνιών στους λογαριασμούς δεν ήταν επαρκώς πειστικές. Πρόσθεσε δε ότι έχει αξιολογήσει όλες τις πράξεις πριν την 1/7/02 και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν υπάρχει ανατοκισμός. Στην υποβολή ότι στο λογαριασμό 048-11-019229 οι τόκοι που χρεώθηκαν μέχρι 31/6/02 έχουν ενσωματωθεί στο κεφάλαιο τόκοι διαφώνησε λέγοντας ξανά ότι εφόσον το ποσό των τόκων είχε εξοφληθεί δεν υπήρχε θέμα κεφαλαιοποίησης λαμβάνοντας υπόψη την κατάθεση ως πίστωση του ποσού των £
  38. Ερωτηθείς τι λεφτά δόθηκαν στον πελάτη, αφαιρουμένων των τόκων και των χρεώσεων στα πλαίσια λειτουργίας του τρεχούμενου λογαριασμού 048-11-019229 απάντησε ότι η ερώτηση αυτή θα είχε νόημα αν επρόκειτο για δάνειο. Στην περίπτωση τρεχούμενου λογαριασμού υπάρχει καθημερινή αυξομείωση στο κεφάλαιο. Εκείνο που μπορεί να προσδιορίσει είναι το κεφάλαιο σε συγκεκριμένη ημερομηνία. Για παράδειγμα στις 30/6/06 το κεφάλαιο ανέρχετο στο ποσό των £171.114,
  39. Ερωτηθείς κατά πόσο η διαφορά που υπάρχει σε σχέση με το value date προέκυψε μόνο επί των πιστώσεων απάντησε αρνητικά λέγοντας ότι αφορά και τις χρεώσεις. Στην περίπτωση επιταγής του πελάτη που παρουσιάζεται και δεν έχει λεφτά μέσα. Μαρτυρία Φίλιππου Χ"Ζαχαρία (Μ.Υ.1) Ο Φίλιππος Χατζηζαχαρίας κατέθεσε ως ΜΥ
  40. Είναι διευθύνων σύμβουλος στον Ελεγκτικό Οίκο Hadjizaxharias & Christofis Co Ltd και ασκεί το ελεγκτικό και λογιστικό επάγγελμα. Του ζητήθηκε από τον εναγόμενο 1 πελάτη του για σκοπούς επιβεβαίωσης και ελέγχου των τραπεζικών του λογαριασμών με τη Λαϊκή Τράπεζα να υπολογίσει το κεφαλαίο, τους τόκους που χρεώθηκαν ως επίσης και τα τελικά υπόλοιπα που οφείλονταν στις 31.12.08 για τους ακόλουθους λογαριασμούς: 182-21-067308 094-11-002781 ο οποίος στην πορεία άλλαξε σε 048-11-019229 094-12-004583 ο οποίος στην πορεία άλλαξε σε 048-12-037395 Στα πλαίσια διεκπεραίωσης της εργασίας που ανέλαβε παρέλαβε τα ακόλουθα έγγραφα: ü Συμφωνία ημερ. 7.10.99 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 1). ü Συμφωνία ημερ. 7.12.98 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 7). ü Συμφωνία δανείου ημερ. 7.12.98 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 12). Επίσης παρέλαβε καταστάσεις των προαναφερόμενων λογαριασμών. Οι υπολογισμοί στους οποίους έχει προβεί αναφορικά με τις χρεώσεις τόκων στο εκάστοτε ερευνούμενο λογαριασμό έγινε επί των ημερησίων υπολοίπων, λαμβάνοντας υπόψη τη χρονική διάρκεια που παρέρχεται μεταξύ μιας χρέωσης και/ή πίστωσης και της επομένης που ακολουθούσε. Η εν λόγω μεθοδολογία συνάδει με τον όρο 3 της Συμφωνίας -Τεκμήριο 12 και τον όρο 2 της Συμφωνίας - Τεκμήριο
  41. Οσον αφορά τη Συμφωνία - Τεκμήριο 1 παρά το ότι δεν υπάρχει ρητός όρος, έχει εν τούτοις ακολουθήσει την ίδια διαδικασία. Ο διαιρέτης του εμπορικού έτους που χρησιμοποίησε είναι οι 360 μέρες. Κατέθεσε την μελέτη του ως Τεκμήριο
  42. Το εν λόγω Τεκμήριο διαχωρίζεται σε τρία μέρη: · ΜΕΡΟΣ Α: Ανάλυση του λογαριασμού υπ΄ αριθμό 094-11-002781 ο οποίος άλλαξε σε 048-11-
  43. Το Μέρος Α διαχωρίζεται σε 12 μέρη. Τα πρώτα 11 αφορούν ανάλυση ανά έτος. Το μέρος 12 περιέχει τη Συμφωνία των μερών ημερ. 7.12.98 - ΤΕΚΜΗΡΙΟ
  44. · ΜΕΡΟΣ Β: Ανάλυση του λογαριασμού υπ΄ αριθμό 094-12-004583 ο οποίος άλλαξε σε 048-12-
  45. Το Μέρος Β διαχωρίζεται σε 11 μέρη. Τα πρώτα 10 αφορούν ανάλυση ανά έτος και το μέρος 11 περιέχει τη Συμφωνία των μερών ημερ. 7.12.98 - ΤΕΚΜΗΡΙΟ
  46. · ΜΕΡΟΣ Γ: Ανάλυση του λογαριασμού με αριθμό 182-21-067308 το οποίο χωρίζεται σε 10 μέρη. Τα πρώτα 9 αφορούν ανάλυση τόκου ανά έτος και το μέρος 10 περιέχει τη Συμφωνία των μερών ημερ. 7.10.99 - ΤΕΚΜΗΡΙΟ
  47. Σε κάθε κατάσταση που ετοίμασε εμφανίζονται οι ακόλουθες στήλες οι οποίες ερμηνεύονται ως εξής: § Date: Ημερομηνία έκαστης τραπεζικής συναλλαγής. § Description: Περιγραφή έκαστης συναλλαγής. § Principal additions/repayments: ΄Ολες οι χρεώσεις που έγιναν στον λογαριασμό. § Principal payments: Ολες οι πιστώσεις/καταθέσεις που έγιναν στον λογαριασμό. § Interests Payments: Πληρωμές έναντι τόκου. § Cumulative Principal: Αρθροιστικό σύνολο των στηλών Principal additions/repayments και Principal payments. § Interest: Τόκος που έπρεπε να χρεωθεί επί του ποσού που αναγράφεται στη στήλη Cumulative Principal. § Cumulative Interest Due: Ο αρθριστικός τόκος που προκύπτει από την προηγούμενη στήλη. § Running Balance: Αρθροιστικό σύνολο των στηλών Cumulative Principal και Cumulative Interest. § Due Date: Ημερομηνία της αμέσως επόμενης συναλλαγής. § Number of days: Ο αριθμός ημερών μεταξύ συναλλαγών. § Interest Due: Επαλήθευση οφειλόμενου τόκου ως προκύπτει από τη στήλη Interest. Οι καταστάσεις λογαριασμών που ετοίμασε ο ΜΥ1 παρουσιάζουν στο τέλος κάθε έτους δύο εγγραφές. Η πρώτη αναφέρεται ως Bank Interest και αντανακλά το συνολικό ποσό τόκου που χρέωσε η Τράπεζα για το συγκεκριμένο έτος στον εν λόγω λογαριασμό. Η δεύτερη αναφέρεται ως HC Interest που αντανακλά τον τόκο που, κατά την άποψη του ΜΥ1, θα έπρεπε να χρεωθεί. Ο ΜΥ1 κατέληξε στα ακόλουθα συμπεράσματα: £ Αναφορικά με τον λογαριασμό 094-11-002781 ο οποίος άλλαξε σε 048-11-019229 το συνολικό ποσό τόκου το οποίο η Τράπεζα αρθροιστικά χρέωσε ανέρχεται σε €353.660,67 ενώ κατά τον ΜΥ1 η συνολική χρέωση έπρεπε να ήταν €190.602,
  48. Συνοπτική ανάλυση τόκου για τον εν λόγω λογαριασμό κατατέθηκε ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ
  49. £ Αναφορικά με τον λογαριασμό 094-12-004583 ο οποίος άλλαξε σε 048-12-037395 το συνολικό ποσό τόκου το οποίο η Τράπεζα αρθροιστικά χρέωσε ανέρχεται σε €33.675,83 ενώ κατά τον ΜΥ1 η συνολική χρέωση έπρεπε να ήταν €21.153,
  50. Συνοπτική ανάλυση τόκου για τον εν λόγω λογαριασμό κατατέθηκε ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ
  51. £ Αναφορικά με τον λογαριασμό 182-21-067308 το συνολικό ποσό τόκου το οποίο η Τράπεζα αρθροιστικά χρέωσε ανέρχεται σε €16.208,73 ενώ κατά τον ΜΥ1 η συνολική χρέωση έπρεπε να ήταν €10.477,
  52. Συνοπτική ανάλυση τόκου για τον εν λόγω λογαριασμό κατατέθηκε ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ
  53. Ο ΜΥ1 υπολόγισε και το κεφάλαιο η τράπεζα δάνεισε και/ή κατέβαλε προς τους Εναγόμενους. ­ Αναφορικά με τον λογαριασμό 094-11-002781 ο οποίος άλλαξε σε 048-11-019229 υπολογίστηκε το κεφάλαιο με την εξής μεθοδολογία. Ο ΜΥ1 έχει αρθροίσει της καταθέσεις και της αναλήψεις που έχουν γίνει στον επίδικο λογαριασμό συμπεριλαμβανομένων όλων των χρεώσεων που έχουν γίνει εκτός από τους τόκους και έχει καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η διαφορά που προκύπτει ανέρχεται στις 31.12.08 στο ποσό των €143.872,52 ως παρουσιάζεται στο Τεκμήριο
  54. Το εν λόγω ποσό αποτελεί και το κεφάλαιο που παραχωρήθηκε στους εναγόμενους. ­ Αναφορικά με τον λογαριασμό 094-12-004583 ο οποίος άλλαξε σε 048-12-037395 το ποσό κεφαλαίου είναι ισάξιο του ποσού που περιγράφεται στη Συμφωνία δανείου (Τεκμήριο 12), ήτοι ΛΚ20.000 ή το ισάξιο σε €34.
  55. ­ Αναφορικά με τον λογαριασμό 182-21-067308 υπολόγισε το κεφάλαιο με την ίδια μεθοδολογία του περιγράφεται ανωτέρω και καταλήγει ότι το κεφάλαιο που παραχωρήθηκε στους εναγομένους ανέρχεται στο ποσό των €10.370,39 ως φαίνεται στο Τεκμήριο
  56. Ερωτηθείς ποια ημερομηνία έλαβε υπόψη ως value date για να υπολογίσει τους τόκους απάντησε ότι έχει ληφθεί υπόψη η ημερομηνία έκαστης συναλλαγής όπως καταγράφεται στις καταστάσεις της Τράπεζας (bank statements). Πρόσθεσε ότι έχει υπολογίσει τους τόκους και με δεύτερη μεθοδολογία, δηλαδή, με βάση την ημερομηνία έκαστης συναλλαγής που καταγράφεται στα bank statements με βάση το value date που καθορίζεται από την Τράπεζα. Για το σκοπό αυτό κατέθεσε το Τεκμήριο 26 το οποίο περιλαμβάνει συνοπτική ανάλυση τόκων ανά έτος αλλά και τον υπολογισμό με βάση το value date όπως αναφέρεται στις καταστάσεις της Τράπεζας για έκαστη συναλλαγή. Συγκρίνοντας το Τεκμήριο 23 που αποτελεί συνοπτική ανάλυση τόκων ανά έτος όπου περιέχεται η σύγκριση των τόκων που υπολόγισε η Τράπεζα και των τόκων που υπολόγισε η πλευρά των Εναγομένων με βάση τη δική τους μεθοδολογία, με το Τεκμήριο 26 καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η διαφορά μεταξύ της πρώτης μεθοδολογίας με τη δεύτερη μεθοδολογία είναι ασήμαντη. Όπως προκύπτει από το Τεκμήριο 26 το ποσό στη δεύτερη στήλη με την περιγραφή HC Ιnterest είναι €190.602,66, ενώ το ποσό στην τρίτη στήλη με την περιγραφή value date είναι €191.977,
  57. Ερωτηθείς για τον όρο κεφάλαιο σε σχέση με το Τεκμήριο 23 που αφορά τον τρεχούμενο λογαριασμό απάντησε ότι αναφέρεται στο ποσό που η τράπεζα έχει διαθέσει στον πελάτη για να εξασκεί τις καθημερινές του συναλλαγές, δηλαδή την πιστωτική διευκόλυνση. Το κεφάλαιο υπολογίστηκε αρθρoίζοντας τις καταθέσεις και αφαιρώντας τις αναλήψεις συμπεριλαμβανομένων των χρεώσεων πλην του τόκου. Εξήγησε ότι με αυτή την μεθοδολογία επιτυγχάνεται η ίδια κατάληξη είτε λαμβάνοντας υπόψη τις καταστάσεις της τράπεζας, είτε τις εγγραφές επί της ανάλυσης που έκαμε ο Μ.Υ.
  58. Δηλαδή επιβεβαιώνεται το κεφάλαιο που η τράπεζα έχει παραχωρήσει εις πίστη του Εναγόμενου. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι μελέτησε τις Συμφωνίες που υπήρχαν μεταξύ των διαδίκων δηλαδή τα Τεκμήρια 7, 12 και
  59. Επίσης έλαβε υπόψη του πέραν των Συμφωνιών και τα Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα. Διαφώνησε με την υποβολή ότι η Μελέτη του είναι εντελώς λανθασμένη διότι δεν έλαβε υπόψη του όλα τα υπόλοιπα Τεκμήρια όπως π.χ. επιστολές που αντηλλάγησαν, ειδοποιήσεις και ανακοινώσεις. Του υπεβλήθη ότι η μεθοδολογία που χρησιμοποίησε και συγκεκριμένα το value date για τις χρεωπιστώσεις στον τρεχούμενο λογαριασμό ήταν λανθασμένη και αντίθετη με αυτή που προνοείτο στη συμφωνία Τεκμήριο
  60. Ο μάρτυρας διαφώνησε με την υποβολή αυτή και παρέπεμψε στα Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα υπ΄ αρ. 18 όπου αναφέρεται ότι όταν γίνει μια συναλλαγή και συγκεκριμένα το μέρος Α δώσει στο μέρος Β οποιαδήποτε αμοιβή ή προϊόν τότε το μέρος Β είναι πλέον ο νόμιμος ιδιοκτήτης της αμοιβής ή του προϊόντος τη συγκεκριμένη ημερομηνία. Σύμφωνα με τα ΔΛΠ 18 (Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα) η μεταφορά κινδύνων και οφειλών έχει αλλάξει ιδιοκτήτη. Από τη στιγμή, εξήγησε, που ο εναγόμενος έχει δώσει στη τράπεζα μια επιταγή είτε προς κατάθεση είτε προς ανάληψη και η τράπεζα την έχει αποδεκτεί και περάσει στο τραπεζικό ηλεκτρονικό σύστημα και φαίνεται και αναγράφεται στις καταστάσεις (π.χ. στο Τεκμήριο 8Α πρώτη στήλη αριστερά) τότε σημαίνει ότι έχει αποδεκτεί τη συγκεκριμένη συναλλαγή. Διαφώνησε με την υποβολή ότι αυτή η μέθοδος ήταν παντελώς λανθασμένη και μη σύμφωνη με τη Συμφωνία. Ερωτηθείς για την τακτική της τράπεζας αναφορικά με την αξία αναλήψεων και καταθέσεων απάντησε ότι σε περίπτωση που γίνεται κατάθεση cash τότε ο ταμίας τα περνά εις πίστη του πελάτη και η τράπεζα ισχυρίζεται ότι η συγκεκριμένη κατάθεση έχει αξία την επόμενη ημέρα. Σε περίπτωση κατάθεσης επιταγής η αξία μπορεί να υπερβεί μια με τρεις ημέρες αναλόγως του εκδότη και αναλόγως ποιας τράπεζας είναι η επιταγή. Δηλαδή αν η επιταγή είναι της ίδιας τράπεζας γίνεται άμεσα την ίδια μέρα, ενώ αν είναι άλλης τράπεζας, χρειάζεται να ξεκαθαρίσει 2-3 εργάσιμες ημέρες. Ερωτηθείς επί του Τεκμηρίου 22 που είναι η δική του μελέτη και συγκεκριμένα στην καταχώρηση του έτους Νοεμβρίου 1998, η εγγραφή ημερομηνίας 27/11/98 που αφορά κατάθεση £2000.- ανέφερε ότι υπολόγισε ως value date την ημερομηνία 27/11/
  61. Στην ερώτηση κατά πόσο αυτή η συγκεκριμένη κατάθεση αφορούσε κατάθεση επιταγής ανέφερε ότι διάβασε στο Τεκμήριο 8Α που είναι κατάσταση της τράπεζας την περιγραφή «cheque deposit". Ερωτηθείς στη συνέχεια γιατί δεν έλαβε υπόψη ως value date τότε τουλάχιστο δύο εργάσιμες ημέρες μετά και όχι την ημερομηνία 27/11/98 εφόσον επρόκειτο για επιταγή απάντησε ότι εξήγησε την μεθοδολογία και επανέλαβε ότι η διαφορά είναι μηδαμινή και στις 2 μεθοδολογίες. Ερωτηθείς να αναφέρει αν έκανε άλλη μελέτη για το value date όπως αυτό καταγράφεται στα bank statements απάντησε ότι στο Δικαστήριο κατέθεσε το Τεκμήριο 22 που είναι συνοπτική κατάσταση και στο οποίο δεν αναφέρεται το value date. Ερωτηθείς για την κατανομή πληρωμής απάντησε ότι ο ίδιος χρησιμοποίησε ως λογιστικό κανόνα ότι όταν γίνει μια κατάθεση αποπληρώνεται και ο τόκος και μέρος του κεφαλαίου. Όταν του ζητήθηκε να υποδείξει από τη Μελέτη του μια πληρωμή που έγινε με τον τρόπο που ανέφερε παρέπεμψε στην πρώτη σελίδα του τεκ.22 στην καταχώρηση ημερομηνίας 23/11/98 όπου υπάρχει μια χρέωση £7.- και η επόμενη συναλλαγή γίνεται στις 27/11/
  62. Αυτό σημαίνει ότι στις 27/11/98 ο τόκος που προέκυψε για τις 4 μέρες σε σχέση με την χρέωση των £7.- ήταν £0,
  63. Δηλαδή αν ο Εναγόμενος στις 27/11/98 αποφάσιζε να πληρώσει και να κλείσει ο λογαριασμός του έπρεπε να πληρώσει στην τράπεζα £7.01.-. Στις 27/11/98 έγινε κατάθεση από τον Εναγόμενο για £2,000.- και έλαβε υπόψη του ως υπόλοιπο στις 27/11/98 το ποσό των £1.993,- αφαιρώντας δηλαδή τη χρέωση των £7.- και ως running balance το ποσό των £1.992,99 που σημαίνει ότι έλαβε υπόψη του ότι ο Εναγόμενος πλήρωσε και τον τόκο ποσού 0,
  64. Η επόμενη συναλλαγή είναι πάλι 27/11/98 όπου υπάρχει χρέωση για ποσό £
  65. Εφόσον το υπόλοιπο πριν παρουσιαστεί η συγκεκριμένη χρέωση ήταν £1.993,- αφαιρώντας τις £1.500,- προκύπτει διαθέσιμο υπόλοιπο στο λογαριασμό του πελάτη ποσό £493,- Ο τόκος που αναλογεί μέχρι εκείνη την ημέρα επειδή το υπόλοιπο είναι πιστωτικό είναι 0,
  66. Συνεπώς στο running balance το υπόλοιπο του Εναγόμενου αφαιρώντας τον τόκο 0,01 είναι £493,
  67. Η επόμενη συναλλαγή είναι στις 30/11/08 όπου υπάρχει χρέωση για £195,- και ο τόκος υπολογίζεται επί των ημερών από συναλλαγή σε συναλλαγή, στην προκειμένη περίπτωση είναι τρεις ημέρες, δηλαδή 27/11/ η τελευταία συναλλαγή πριν την επόμενη 30/11 και ο τόκος ανέρχεται σε 0,37 πιστωτικό. Η επόμενη πράξη μέχρι 31/12 εφόσον δεν υπήρχε άλλη κατάθεση/ανάληψη για την περίοδο αυτή που είναι συνολικά 31 ημέρες ο τόκος υπολογίστηκε αφού πολλαπλασίασε το ποσό των £298,- (cumulative principal) επί του επιτοκίου 9% επί του αριθμού των ημερών δηλαδή 31 και στη συνέχεια διαιρώντας τα με τον αριθμό των 360 ημερών οπόταν προκύπτει τόκος για ποσό £2,
  68. Συνεπώς ανέφερε λήφθηκε υπόψη η αποπληρωμή τόκου και κεφαλαίου από την πρώτη συναλλαγή ημερολογιακά μέχρι την επομένη συναλλαγή ημερολογιακά. Δέχθηκε ότι το πιο πάνω παράδειγμα αφορούσε περίπτωση όπου υπήρχαν στο λογαριασμό λεφτά και επομένως ο λογαριασμός δεν ήταν χρεωστικός. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Μέσα στα πλαίσια της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με προσοχή όλους τους μάρτυρες ενώ κατέθεταν ενόρκως ενώπιόν μου. Αξιολόγησα τη μαρτυρία τους με βάση το περιεχόμενο, την ποιότητα, την πειστικότητα και τη σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία και καθοδηγούμενη από σειρά παραγόντων που είναι αδύνατο να καταγραφούν εξαντλητικά. Τέτοιοι παράγοντες είναι, μεταξύ άλλων, η σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων των μαρτύρων και η ύπαρξη σ΄αυτές ουσιαστικών αντιφάσεων ή υπερβολών, η λογικοφάνεια και αληθοφάνεια της εκδοχής τους, η ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψη στην υπόθεση και η εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα.[1] Προτού προχωρήσω να αξιολογώ τη μαρτυρία του κάθε μάρτυρα που κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου, θέλω να τονίσω ότι η αξιολόγησή μου δεν έχει περιοριστεί μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του καθενός μάρτυρα ξεχωριστά, αλλά την έχω συσχετίσει, αντιπαραβάλει και διερευνήσει με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων, δηλαδή υποβάλλοντάς την στη βάσανο της συνεκτίμησης στο πλαίσιο του συνόλου της μαρτυρίας, με βάση την προσέγγιση που η νομολογία μας επιτάσσει στο θέμα αυτό.[2] Επιπλέον, να αναφέρω ότι έχω εξετάσει το σύνολο των εγγράφων που κατατέθηκαν ενώπιόν μου ως τεκμήρια. Αξιολόγηση μαρτυρίας Μ.Ε.1 Αξιολογώντας εν πρώτοις τη μαρτυρία του Μ.Ε.1 διαπιστώνω ότι ο μάρτυρας αυτός παρέθεσε με σαφήνεια και εμπεριστατωμένα τα σχετικά γεγονότα που αφορούν στις επίδικες Συμφωνίες κάνοντας εκτενή αναφορά τόσο σε συγκεκριμένους όρους των Συμφωνιών όσο και σε όλα τα σχετικά με αυτές έγγραφα όπως επιστολές που στάληκαν στους εναγόμενους κ.τ.λ. Ο μάρτυρας αυτός ήταν πλήρως επεξηγηματικός σε σχέση με το σύνολο των εγγράφων που κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου. Για παράδειγμα, αναφερόμενος στο Τεκμήριο 4, που αποτελεί την κατάσταση αγοραπωλησιών μετοχών (Customer Profile), εξήγησε με κάθε λεπτομέρεια το περιεχόμενο αυτού του εγγράφου, κάνοντας ειδική αναφορά στις έξι στήλες που το απαρτίζουν και επεξηγώντας κάθε μια από αυτές. Με σαφήνεια εξήγησε τον τρόπο που ετοιμάστηκε το εν λόγω έγγραφο στο οποίο συγκεντρώνονται όλες οι συναλλαγές στις οποίες προέβαινε η Λαϊκή Επενδυτική Λτδ. εκ μέρους του εναγομένου 1 και τον τρόπο που προέκυπταν οι χρεωπιστώσεις. Συσχέτισε επίσης με σαφήνεια το Τεκμήριο 3, που αποτελεί κατάσταση λογαριασμού το εναγόμενου 1 αναφορικά με τον επενδυτικό λογαριασμό υπ΄ αριθμό 182-21-067308, με το Τεκμήριο 4 που αναφέρθηκε ανωτέρω. Για τον ίδιο λογαριασμό ο μάρτυρας κατέθεσε δέσμη Σημειώσεων Σύμβασης (Contract Notes) για όλες τις αγοραπωλησίες που διενεργούνταν από τη Λαϊκή Επενδυτική Λτδ. προς όφελος του εναγομένου
  69. Πλήρως επεξηγηματικός και κατατοπιστικός ήταν και σε σχέση με τους υπόλοιπους εναγόμενους στην παρούσα υπόθεση, δηλαδή τους εναγόμενους 2 και 4, οι οποίοι ήσαν εγγυητές του εναγομένου
  70. Για τον σκοπό αυτό ο μάρτυρας αναφέρθηκε στις Συμφωνίες που τους αφορούσαν, όπως Συμφωνία εγγύησης ημερ. 7/12/98 και Σύμβαση και Δήλωση Υποθήκης ημερ. 2/12/98 σ΄ ό,τι αφορά την εναγόμενη 2 που έχει την ιδιότητα της ενυπόθηκου εγγυητή. Πλείστα όσα κατέθεσε ο Μ.Ε.1 δεν έχουν αμφισβητηθεί από πλευράς Υπεράσπισης κατά το στάδιο της αντεξέτασης και, συνεπώς, παρέμειναν αναντίλεκτα. Η αντεξέταση, η οποία ήταν πολύ περιορισμένη, αφορούσε τα επιτόκια τα οποία χρέωσαν οι ενάγοντες τους επίδικους λογαριασμούς και ο Μ.Ε.1 έδωσε σαφείς και πλήρεις απαντήσεις κάνοντας αναφορά σε συγκεκριμένους όρους των επίδικων Συμφωνιών που αφορούσαν τα επιτόκια, σε διάφορες επιστολές που είχε καταθέσει ως Τεκμήρια (για παράδειγμα το Τεκμήριο 9) και το Τεκμήριο 16 το οποίο εξήγησε ότι αποτελούσε μία γενική ανακοίνωση που στάληκε από τους ενάγοντες σε όλους τους πελάτες τους τον Δεκέμβριο του 2000 συμπεριλαμβανομένου και του εναγόμενου 1 αναφορικά με την αλλαγή του επιτοκίου των επίδικων λογαριασμών στα πλαίσια της σχετικής νομοθεσίας Ν.160(Ι)/
  71. Ένα θέμα που εγέρθηκε κατά το στάδιο της αντεξέτασης αφορούσε και το κατά πόσο θα μπορούσε να καθοριστεί το κεφάλαιο στους λογαριασμούς που αναφέρονται στον τρεχούμενο λογαριασμό και στον επενδυτικό λογαριασμό. Παρά το γεγονός ότι ο μάρτυρας από την αρχή παραδέχθηκε ότι δεν ήταν σε θέση ο ίδιος να καθορίσει το κεφάλαιο σε αυτούς τους δύο λογαριασμούς έδωσε τη δική του απάντηση αναφορικά με το τι αποτελεί ένα τρεχούμενο λογαριασμό εξηγώντας ότι, σε τέτοιες περιπτώσεις, υπάρχουν οι αναλήψεις, οι καταθέσεις και οι τραπεζικές χρεώσεις. Οσον αφορά το θέμα της χρέωσης τόκων στους επίδικους λογαριασμούς, δεν υπήρξε από πλευράς Υπεράσπισης οποιαδήποτε ενασχόληση κατά την αντεξέταση του Μ.Ε.1 και ενόψει του ότι ήταν φανερό και είχε προκύψει και με βάση τα λεγόμενα του Μ.Ε.1 όταν ρωτήθηκε σχετικά ότι δεν είχε ασχοληθεί, ούτε είχε μπει στη διαδικασία να αξιολογήσει τις χρεώσεις τόκων στους σχετικούς λογαριασμούς των επιδίκων συμφωνιών. Κατ΄ ακολουθίαν της πιο πάνω αξιολόγησης κρίνω τη μαρτυρία του Μ.Ε.1 ειλικρινή και αξιόπιστη και την αποδέχομαι εκτός το μέρος εκείνο που αφορά τις αναφορές του για το συνολικά αξιούμενο από τους ενάγοντες ποσό με βάση τις καταστάσεις λογαριασμών που κατέθεσε ο ίδιος και συγκεκριμένα τα Τεκμήρια 3, 8, 8(Α), 13) ενόψει του ότι υπήρξε, στη συνέχεια, κατάθεση από τον Μ.Ε.2 αναθεωρημένων καταστάσεων λογαριασμών (Τεκμήρια 19, 20 και 21) επί των οποίων, τελικώς, βασίστηκαν οι ενάγοντες για την αξίωση του οφειλόμενου ποσού και με δεδομένο το γεγονός ότι ο Μ.Ε.1 δεν είχε ασχοληθεί ο ίδιος με τις χρεώσεις τόκων στους λογαριασμούς των επιδίκων Συμφωνιών για να μπορεί να καταθέσει με θετικότητα κατά πόσο αυτές ήσαν με βάση τα συμφωνηθέντα και χωρίς να υπάρχει θέμα ανατοκισμού. Αυτή, ωστόσο, η επιφύλαξη που τίθεται σ΄ ό,τι αφορά τη μη αποδοχή μέρους της μαρτυρίας που προσέφερε ο Μ.Ε.1, ουδόλως επηρεάζει όλα τα υπόλοιπα που ανέφερε και τα Τεκμήρια που κατέθεσε και, ειδικότερα, την ακρίβεια ή την ορθότητα των πράξεων και δοσοληψιών που καταγράφονται στις καταστάσεις λογαριασμών που κατατέθηκαν. Εν πάση δε περιπτώσει να επισημάνω στο σημείο αυτό, όπως αναφέρω και σε άλλο σημείο της Απόφασης, η ακρίβεια και ορθότητα των πράξεων και δοσοληψιών που καταγράφονται στις επίδικες καταστάσεις λογαριασμών δεν έτυχαν οποιασδήποτε αμφισβήτησης από πλευράς Υπεράσπισης. ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΠΟΥ ΑΠΟΤΕΛΟΥΝ ΚΟΙΝΟ ΕΔΑΦΟΣ Πρέπει ευθύς εξ αρχής να επισημανθεί ότι η Υπεράσπιση δεν έχει αμφισβητήσει την ύπαρξη ή την υπογραφή των επίδικων Συμφωνιών, τις διάφορες επιστολές που κατατέθηκαν από τους ενάγοντες ως Τεκμήρια αλλά ούτε και αμφισβητεί την ύπαρξη χρέους οφειλόμενου από τον εναγόμενο 1 προς τους ενάγοντες. Η εκδοχή που προωθήθηκε από την πλευρά των εναγόμενων κατά την ακροαματική διαδικασία ήταν ότι το οφειλόμενο από αυτούς ποσό δεν είναι αυτό που αξιώνουν οι ενάγοντες αλά κάποιο μικρότερο ποσό και για το σκοπό αυτό προσφέρθηκε η μαρτυρία του Φίλιππου Χατζηζαχαρία (ΜΥ1) για να τεκμηριώσουν τη θέση τους αναφορικά με το ποσό που διατείνονται ότι έπρεπε να είναι οφειλόμενο από αυτούς και το οποίο διαφέρει από αυτό που αξιώνουν οι ενάγοντες. Τα πιο κάτω γεγονότα, τα οποία προήλθαν από τη μαρτυρία του Κυριάκου Αναστασιάδη (Μ.Ε.1), αποτελούν, όπως προέκυψε, κοινό έδαφος και δεν έτυχαν αμφισβήτησης από πλευράς Υπεράσπισης. Τα καταγράφουμε πιο κάτω: · Με βάση γραπτή συμφωνία ημερ. 7.10.99, η οποία έγινε μετά από αίτημα του εναγομένου 1, ο εναγόμενος 1 συμφώνησε με τους ενάγοντες να ανοίξει τρεχούμενο λογαριασμό (trading account) και τύχει χρηματοδότησης και/ή τραπεζικών διευκολύνσεων από τους ενάγοντες προς τον σκοπό αγοράς και πώλησης μετοχών εγγεγραμμένων στο ΧΑΚ μέσω της Λαϊκής Επενδυτικής Λτδ ως πληρεξουσίου αντιπροσώπου του εναγομένου
  72. (Αντίγραφο της συμφωνίας ημερ. 7.10.99 κατατέθηκε ως Τεκμήριο 1). · Με βάση το τεκμήριο 1 οι ενάγοντες παραχώρησαν στον εναγόμενο 1 την πιστωτική διευκόλυνση σε τρεχούμενο λογαριασμό και στις 7.10.99 ο εναγόμενος 1 υπέγραψε πληρεξούσιο έγγραφο με το οποίο διόριζε την Λαϊκή Επενδυτική Λτδ πληρεξούσιο αντιπρόσωπο του για να αγοράζει, πωλεί, μεταβιβάζει κλπ κινητές αξίες εγγεγραμμένες στο ΧΑΚ. (Αντίγραφο του πληρεξουσίου ημερ. 7.10.99 κατατέθηκε ως Τεκμήριο 2). · Με βάση το τεκμήριο 1 οι ενάγοντες άνοιξαν τον υπ΄ αριθμό 182-21-067308 λογαριασμό προς όφελος του εναγόμενου 1 στον οποίο γίνονταν οι διάφορες χρεώσεις και πιστώσεις σχετικά με την αγορά και πώληση κινητών αξιών στο ΧΑΚ εκ μέρους του εναγόμενου
  73. Η Λαϊκή Επενδυτική Λτδ ενεργώντας πάντοτε κατόπιν εντολών του εναγομένου 1 προέβη σε διάφορες χρονικές περιόδους προς όφελος και για λογαριασμό του σε αγορά και πώληση αξιών εγγεγραμμένων στο ΧΑΚ χρεώνοντας και πιστώνοντας ανάλογα τον λογαριασμό του εναγόμενου με αριθμό 182-21-
  74. · Κατάσταση αγοραπωλησιών της περιόδου από 9.10.99 μέχρι 16.1.09 που περιγράφεται "Customer Profile" κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  75. · Οι ενάγοντες απέστελλαν προς τον εναγόμενο 1 από την ημερομηνία έναρξης της λειτουργίας του επίδικου λογαριασμού μηνιαίες καταστάσεις του λογαριασμού αυτού τις οποίες αυτός ουδέποτε αμφισβήτησε. Επιπρόσθετα η Λαϊκή Επενδυτική Λτδ απέστελλε στον εναγόμενο 1 σημειώσεις σύμβασης (contract notes) όλων των αγοραπωλησιών που διενεργούνταν από την Λαϊκή Επενδυτική Λτδ προς όφελος του εναγόμενου 1 τις οποίες ο εναγόμενος 1 ουδέποτε αμφισβήτησε. (Δέσμη αντιγράφων σημειώσεων σύμβασης για την περίοδο από 21.10.99 μέχρι 24.12.99 κατατέθηκε ως Τεκμήριο 5). · Στη διάρκεια λειτουργίας του πιο πάνω λογαριασμού οι ενάγοντες κατ΄ επανάληψη πληροφόρησαν τον εναγόμενο 1 ότι ο λογαριασμός του ήταν σε υπέρβαση και ότι παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο καλώντας το να προβεί σε διευθέτηση της υπέρβασης. (Επιστολές των εναγόντων προς τον εναγόμενο 1 ημερ. 9.6.00, 19.10.00, 21.3.01 και 10.9.01 κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 6Α, Β, Γ και Δ αντίστοιχα). · Στις 2.4.03 οι ενάγοντες τερμάτισαν τη λειτουργία του λογαριασμού του εναγόμενου 1 με αρ. 182-21-067308 και τον κάλεσαν να εξοφλήσει το χρεωστικό υπόλοιπο πλέον τόκους. · Στις 7.12.98 οι ενάγοντες συνήψαν και άλλη γραπτή Συμφωνία με τον εναγόμενο 1 με την οποία ανέλαβαν όπως παρέχουν δάνεια και/ή πιστώσεις υπό τύπο τρεχούμενου και/ή λογαριασμού όψεως στον εναγόμενο
  76. (Αντίγραφο της συμφωνίας 7.12.98 κατατέθηκε ως Τεκμήριο 7). · Mε βάση την πιο πάνω Συμφωνία ημερ. 7/12/98 οι Ενάγοντες άνοιξαν τον υπ΄ αρ. 094-11-002781 τρεχούμενο λογαριασμό προς όφελος του Εναγομένου
  77. Για εσωτερικούς σκοπούς των Εναγόντων και λόγω μεταφοράς των εργασιών τους σε άλλο υποκατάστημα ο πιο πάνω λογαριασμός στις 11/4/03 άλλαξε αριθμό λογαριασμού σε 048-11-
  78. · Στις 7/10/02 οι Ενάγοντες με επιστολή τους που κατατέθηκε ως Τεκμήριο 10 προς τον Εναγόμενο 1 τον πληροφόρησαν ότι ο λογαριασμός του με αρ.094-11-002781 παρουσίασε υπέρβαση και τον κάλεσαν όπως προχωρήσει στην κάλυψη των υπερβάσεων. Λόγω της παράλειψης του Εναγόμενου 1 να συμμορφωθεί οι Ενάγοντες με επιστολή τους προς αυτόν ημερ. 2/4/03 (Τεκμήριο 9) τερμάτισαν τη λειτουργία του εν λόγω λογαριασμού και τον κάλεσαν να εξοφλήσει το οφειλόμενο ποσό, όπως ήταν τότε, ενημερώνοντας τον δε ότι το επιτόκιο του λογαριασμού μεταβαλλόταν σε 11,75% τον χρόνο. Μέχρι σήμερα ο Εναγόμενος 1 παρέλειψε να ανταποκριθεί. · Οι Ενάγοντες με επιστολές τους ημερ. 2/4/03 πληροφόρησαν τις Εναγόμενες 2 και 4 ότι ο Εναγόμενος 1 δεν τηρούσε τις υποσχέσεις του προς τους Ενάγοντες με βάση τις μεταξύ τους Συμφωνίες επιφυλάσσοντας πλήρως τα δικαιώματα τους εναντίον των Εναγομένων 2 και 4 ως εγγυητές του Εναγόμενου
  79. Αντίγραφο των επιστολών προς τους Εναγόμενους 2 και 4 αντίστοιχα κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 11(Β) και 11(Α). · Στις 7/12/98 οι Ενάγοντες συνήψαν άλλη έγγραφη Συμφωνία με τον εναγόμενο 1 με βάση την οποία παρείχαν σε αυτό δάνειο για ποσό ΛΚ20,000 με αρ. 094-12-
  80. Η Συμφωνία δανείου ημερ. 7/12/98 κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  81. · Στις 7/10/02 ο πιο πάνω λογαριασμός δανείου του Εναγόμενου 1 παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο και καθυστερημένες δόσεις πλέον τόκους και οι Ενάγοντες ζήτησαν από τον Εναγόμενο 1 την κάλυψη των καθυστερήσεων του. Αντίγραφο επιστολής Εναγόντων ημερ. 7/10/02 κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  82. · Ο Εναγόμενος 1 παρέλειψε να συμμορφωθεί και οι Ενάγοντες με επιστολή τους προς αυτόν ημερ. 2/4/03 τερμάτισαν τη λειτουργία του λογαριασμού δανείου και απαίτησαν από αυτόν την πληρωμή του ποσού ΛΚ16.201,68 πλέον τόκοι οφειλόμενο από τον Εναγόμενο αλλά αυτός παρέλειψε να ανταποκριθεί μέχρι σήμερα. Ο λογαριασμός του δανείου από 094-12-004583 άλλαξε σε 048-12-
  83. · Οι Εναγόμενοι 2 και 4 στις 7/12/98 με βάση έγγραφη συμφωνία εγγύησης εγγυήθηκαν όλες τις υποχρεώσεις του Εναγομένου 1 που αφορούν την παρούσα αγωγή για απεριόριστο ποσό. Η Συμφωνία εγγύησης κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  84. · Η Εναγόμενη 2 με βάση Σύμβαση και Δήλωση Υποθήκης υπ΄ αρ. Υ3823/98 ημερ. 2/12/98 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λάρνακας (Τεκμήριο 15) υποθήκευσε προς όφελος των Εναγόντων το ακίνητο που περιγράφεται στην παράγραφο 24 του Εγγράφου 1 για το ποσό των ΛΚ90,000 πλέον τόκο προς 8% το χρόνο από 2/12/98 μέχρι εξόφλησης. · Στον εναγόμενο 1, όπως και σε όλους τους πελάτες των εναγόντων, στάληκε Ανακοίνωση (Τεκμήριο 16) για την αλλαγή του επιτοκίου των λογαριασμών του. Με την Ανακοίνωση αυτή οι ενάγοντες ανακοίνωσαν τα επιτόκια που θα ίσχυαν σε διάφορες χορηγήσεις με ισχύ από 1.01.2001 στα πλαίσια της ελευθεροποίησης του χρηματοοικονομικού συστήματος και με βάση τη σχετική νομοθεσία για ελευθεροποίηση του επιτοκίου. ΝΟΜΙΚΑ ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ Προτού συνεχίσω την αξιολόγηση της προσαχθείσας μαρτυρίας εξετάζοντας τη μαρτυρία του ΜΕ2 και του ΜΥ1 θεωρώ κατάλληλο το στάδιο να εξετάσω τα νομικά ζητήματα που έχουν εγερθεί στην παρούσα αγωγή. Συγκεκριμένα, η πλευρά του Εναγομένου 1 βασικά έχει εγείρει τα ακόλουθα ερωτήματα: Πρώτον: Αμφισβήτησε το δικαίωμα των εναγόντων να χρεώσουν τους επίδικους λογαριασμούς με ποσοστό επιτοκίου πέραν του 9% το χρόνο μετά τον τερματισμό των επίδικων Συμφωνιών. Δεύτερον: Προωθήθηκε η θέση ότι στα χρεωστικά υπόλοιπα των επιδίκων λογαριασμών περιέχονται παράνομες χρεώσεις τόκων (ανατοκισμός) και ότι οποιαδήποτε κεφαλαιοποίηση πέραν της μιας φοράς το χρόνο είναι παράνομη και αντισυμβατική. Τρίτον: Προωθήθηκε η θέση ότι έπρεπε και θα μπορούσαν οι ενάγοντες να καθορίσουν στον Επενδυτικό Λογαριασμό και στον Τρεχούμενο Λογαριασμό τα ποσά του κεφαλαίου σε κάθε ένα από αυτούς και ότι οι Ενάγοντες δεν μπορούν να διεκδικούν τόκους μεγαλύτερους από το αρχικό χρέος. Νομικό πλαίσιο και επίδικες Συμφωνίες Προς τον σκοπό εξέτασης των πιο πάνω ερωτημάτων θα πρέπει να γίνει αναφορά τόσο στο νομικό πλαίσιο που τα διέπει όσο και στις επίδικες Συμφωνίες. Πρέπει, εν πρώτοις, να επισημανθεί ότι κατά το χρόνο υπογραφής και των τριών επίδικων Συμφωνιών ίσχυε ο περί Τόκου Νόμος 2/77 ο οποίος στο ΄Αρθρο 3 προέβλεπε τα εξής: «Το επιτόκιον εφ΄ οιουδήποτε χρέους ή υποχρεώσεως δεν δύναται να υπερβαίνη το 9% ετησίως» Σύμφωνα δε με το ΄Αρθρο 5, ουδείς τόκος πέραν του προβλεπόμενου από το ΄Αρθρο 5 επιτοκίου θα εισπράττεται ή χρεώνεται, ενώ παράβαση του ΄Αρθρου 5 συνιστά ποινικό αδίκημα. Το ΄Αρθρο 33
(3)του Νόμου 14/60 διαλαμβάνει ότι: «Ουδέν εν τω παρόντι άρθρω περιλαμβανομένων θα παρέχη εξουσίαν προς παροχήν τόκου επί τόκου.» Περαιτέρω, το ΄Αρθρο 33
(1)του Νόμου 14/60 επιτρέπει την επιδίκαση τόκου «συμφώνως προς το συμφωνηθέν ή άλλως δια νόμου προβλεπόμενου επιτοκίου» και διαλαμβάνει στην επιφύλαξή του: «Νοείται ότι το τοιούτον επιτόκιον δεν θα υπερβαίνη το ανώτατον όριον του εκάστοτε υπό του νόμου επιτρεπομένου επιτοκίου.» Όπως επισημάνθηκε στην υπόθεση Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ. ν. Λάμπρου Χαριλάου Λτδ. κ.α., Πολ. ΄Εφεση 163/06 ημερ. 5.05.2009, το ΄Αρθρο 33
(1)του Νόμου 14/60 έχει τροποποιηθεί με τις πρόνοιες του Περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Νόμου αρ. 160(Ι)/99, του ΄Αρθρου 3(δ) του οποίου καθορίζει την υποχρέωση σε πιστωτικά ιδρύματα να μην ανατοκίζουν περισσότερο από δύο φορές ετησίως. Ο Νόμος 2/77 καταργήθηκε με τον περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων του 1999, Ν. 160
(1)/99[3], ο οποίος τέθηκε σε ισχύ την 1.01.2001[4]. Ο περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμος του 1999 (Ν.160
(1)/1999) κατάργησε τον περί Τόκου Νόμο του 1977 (Ν.2
(1)/1997) και τους περιορισμούς που υπήρχαν σε διάφορα θέματα όπως το ανώτατο επιτόκιο και το θέμα του ανατοκισμού. Το ΄Αρθρο 3
(1)του Ν. 160
(1)/99 δημιουργεί υποχρέωση ενημέρωσης του οφειλέτη για τυχόν μεταβολή του επιτοκίου[5] και απαγορεύει τον ανατοκισμό περισσότερες από δύο φορές το χρόνο[6]. Ανοίγω εδώ μια παρένθεση για να αναφερθώ στις σχετικές πρόνοιες που περιέχονται στις επίδικες Συμφωνίες. ® Στη Συμφωνία ημερ. 7/10/99 που αφορά τον ΕΠΕΝΔΥΝΤΙΚΟ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟ υπ΄ αρ. 82-21-067308 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 1) στον όρο 2 καθορίζονται τα εξής: «
  1. Κάθε χρεωστικό υπόλοιπο θα χρεώνεται με τόκο προς 8% το χρόνο. Η Τράπεζα μπορεί οποτεδήποτε με ή χωρίς προειδοποίηση να αυξομειώνει το επιτόκιο μέχρι το ανώτατο επιτρεπόμενο επιτόκιο με βάση τις εκάστοτε ισχύουσες νομοθετικές και/ή κανονιστικές ρυθμίσεις και/ή την τραπεζική πρακτική» (δική μου υπογράμμιση) ® Στη Συμφωνία ημερομηνίας 7/12/98 που αφορά τον ΤΡΕΧΟΥΜΕΝΟ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟ υπ΄ αριθμό 048-11-019119 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 7) στους όρους 2 και 3 προβλέπονται τα εξής: «
  2. Τα πιο πάνω δάνεια και/ή πιστώσεις και/ή άλλες Τραπεζικές ή πιστωτικές διευκολύνσεις θα χρεώνονται σύμφωνα με την ακόλουθη, κάθε φορά, τακτική της Τράπεζας: (α) Με το ανώτατο επιτρεπόμενο επιτόκιο με βάση τις εκάστοτε νομοθετικές και/ή κανονιστικές ρυθμίσεις και/ή την πρακτική της Τράπεζας πάνω στα ημερήσια χρεωστικά υπόλοιπα. Νοείται ότι θα εφαρμόζεται η τακτική που ακολουθείται κατά καιρούς από την Τράπεζα, όσον αφορά την αξία (value date) των αναλήψεων και καταθέσεων σε μετρητά και επιταγές. Για τον υπολογισμό του τόκου θα υπολογίζονται οι μήνες για όσες μέρες έχει ο καθένας από αυτούς, αλλά για την εύρεση του τόκου θα λαμβάνεται ως διαιρέτης το εμπορικό έτος που αποτελείται από 360 μέρες. (β) Με προμήθεια που υπολογίζεται σύμφωνα με την τακτική που ακολουθείται κατά καιρούς από την Τράπεζα. (γ) Τραπεζικά δικαιώματα (Ledger Fees) που υπολογίζονται σύμφωνα με την τακτική που ακολουθείται κατά καιρούς από την Τράπεζα. ΄Ολες αυτές οι υποχρεώσεις θα κεφαλαιοποιούνται την 31η Δεκεμβρίου κάθε χρόνου ή σύμφωνα με την τακτική που ακολουθείται κατά καιρούς από την Τράπεζα. Η Τράπεζα θα έχει δικαίωμα οποιαδήποτε στιγμή το αποφασίσει, να τροποποιήσει, ύστερα από ή χωρίς γραπτή ειδοποίηση προς τον πελάτη, το παραπάνω ποσοστό επιτοκίου μέχρι του νομίμου επιτοκίου που βρίσκεται σε ισχύ, και το ποσοστό προμήθειας και τα Τραπεζικά δικαιώματα (Ledger Fees) σύμφωνα με την τακτική που ακολουθείται κατά καιρούς από την Τράπεζα. Εννοείται ότι σε περίπτωση ειδοποίησης, η τροποποίηση αυτή θα έχει ισχύ είτε από την ημερομηνία της αποστολής της ειδοποίησης αυτής, είτε από τη μεταγενέστερη ημερομηνία που θα καθοριζόταν στην ειδοποίηση αυτή. Η Τράπεζα δικαιούται οποτεδήποτε θελήσει, και χωρίς προειδοποίηση προς τον πελάτη, να τερματίζει τη λειτουργία οποιουδήποτε λογαριασμού και/ή να καταστήσει απαιτητό ή απαιτητά οποιοδήποτε δάνειο/α και/ή πίστωση και/ή άλλες Τραπεζικές ή πιστωτικές διευκολύνσεις που γίνονται ή που θα γίνουν προς τον πελάτη και να ζητήσει αμέσως από τον πελάτη την πληρωμή όλων των ποσών, τα οποία ο πελάτης οφείλει στην Τράπεζα, συμπεριλαμβανομένου κεφαλαίου, τόκου, προμήθειας και οποιουδήποτε άλλου ποσού που οφείλεται σε σχέση προς οποιαδήποτε έξοδα, χρεώσεις και δαπάνες.» (δικές μου υπογραμμίσεις) ® Στη Συμφωνία ημερ. 7/12/1998 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 12) που αφορά το ΔΑΝΕΙΟ και τον λογαριασμό δανείου υπ΄ αρ. 048-12-037396 στους όρους 3 και 4 καθορίζονται τα εξής: «
  3. Το παραπάνω δάνειο θα χρεώνεται με: (α) Επιτόκιο προς 8,0000% το χρόνο και/ή μέχρι το ανώτατο επιτρεπόμενο επιτόκιο με βάση την εκάστοτε ισχύουσα νομοθεσία και/ή κανονιστικές ρυθμίσεις και/ή την πρακτική της Τράπεζας που ισχύει κάθε φορά πάνω στα ημερήσια χρεωστικά υπόλοιπα. Για να καθοριστεί ο τόκος θα υπολογίζονται οι μήνες προς όσες μέρες έχει οι καθένας από αυτούς, αλλά για να βρεθεί ο τόκος θα παίρνεται ως διαιρέτης το εμπορικό έτος των 360 ημερών. Εννοείται, ωστόσο, ότι η Τράπεζα θα δικαιούται να καταλογίζει τα έναντι του δανείου ποσά που κατατίθενται κάθε φορά πρώτα για εξόφληση ή για μερική εξόφληση των δουλεμένων τόκων ως τη μέρα της κατάθεσης, προμήθειας και δικαιωμάτων και τυχόν υπόλοιπου έναντι του κεφαλαίου. (β) Προμήθεια που υπολογίζεται σύμφωνα με την τακτική της Τράπεζας, που ισχύει κάθε φορά. (γ) Τραπεζικά δικαιώματα (LEDGER FEES) σύμφωνα με την τακτική της Τράπεζας που ισχύει κάθε φορά. Ολες αυτές οι χρεώσεις θα κεφαλαιοποιούνται κάθε φορά στις 31 Δεκεμβρίου κάθε χρόνου ή σύμφωνα με τη Νομοθεσία που ισχύει κάθε φορά και/ή την πρακτική της Τράπεζας. Η Τράπεζα θα έχει το δικαίωμα, σε οποιαδήποτε στιγμή αποφασίσει, να τροποποιεί το παραπάνω ποσοστό επιτοκίου και το ποσοστό προμήθειας και τα τραπεζικά δικαιώματα με ή χωρίς ειδοποίηση. Εννοείται ότι σε περίπτωση ειδοποίησης η τροποποίηση αυτή θα ισχύει είτε από την ημερομηνία της αποστολής της ειδοποίησης αυτής ή σε τέτοια μεταγενέστερη ημερομηνία, όπως θα καθοριστεί στην ειδοποίηση αυτή. Μόλις το πιο πάνω δάνειο ή οποιοδήποτε μέρος του ζητηθεί από την Τράπεζα, θα γίνεται απαιτητό και θα εξοφλείται, ενώ ο χρεώστης θα οφείλει να πληρώσει αμέσως κάθε ποσό που οφείλεται στην Τράπεζα, συμπεριλαμβανομένου του κεφαλαίου, τόκου, προμήθειας, δικαιωμάτων, δαπανών και άλλων εξόδων. Παράλειψη του χρεώστη να το πράξει αμέσως θα συνεπάγεται χρέωσή του με επιτόκιο προς 9% το χρόνο ή με τόσο ποσοστό επιτοκίου το οποίοι θα αποφασίζεται από την Τράπεζα από καιρό σε καιρό, με βάση τη νομοθεσία που ισχύει κάθε φορά και από τη μέρα της ζήτησης του δανείου και η Τράπεζα θα έχει το δικαίωμα να απαιτήσει δικαστικά ή με άλλο τρόπο την πληρωμή του χρέους με επιπλέον δικαστικά και άλλα έξοδα οποιασδήποτε φύσης ως την πλήρη και τέλεια εξόφληση.» (δικές μου υπογραμμίσεις) ΠΡΩΤΟ ΕΡΩΤΗΜΑ ΄Ηταν η εισήγηση του κ. Φράγκου εκ μέρους των εναγομένων ότι η μη ύπαρξη ανωτάτου επιτρεπόμενου επιτοκίου στον περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμου του 1999 (Ν. 160(Ι)/99) ουσιαστικά απαγορεύει στην Τράπεζα να εφαρμόσει τον Νόμο αυτό στις επίδικες Συμφωνίες και ότι η υπόθεση Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ. ν. Λάμπρου Χαριλάου Λτδ. κ.α., Πολιτική ΄Εφεση 103/06 ημερ. 5/5/2009 διακρίνεται. Στην υπόθεση Χαριλάου (ανωτέρω), η οποία αφορούσε απαίτηση για χρεωστικό υπόλοιπο τραπεζικών διευκολύνσεων που είχε παράσχει στην εφεσίβλητη εταιρεία η Εφεσείουσα Τράπεζα, κατόπιν συμφωνίας που έγινε μεταξύ των διαδίκων το 1994, λέχθηκε ότι η εφεσείουσα Τράπεζα είχε το δικαίωμα, σύμφωνα με τις πρόνοιες της συμφωνίας μεταξύ των δικαδίκων, να τροποποιεί το επιτόκιο μέχρι το επιτρεπόμενο νόμιμο επιτόκιο και ότι η εφεσείουσα τράπεζα τροποποίησε το επιτόκιο με σχετικές επιστολές ημερ. 26/8/02 οι οποίες στάληκαν στους εφεσίβλητους στις οποίες αναφερόταν ότι το επιτόκιο του λογαριασμού μεταβαλλόταν σε 12.5% και ότι ο τόκος θα εκεφαλαιοποιείτο την 1η Ιανουαρίου και 1η Ιουλίου κάθε χρόνου. Η ίδια προσέγγιση υιοθετήθηκε και στην υπόθεση Αντώνης Κόμπου ν. UNIVERSAL BANK LTD., Πολ. ΄Εφεση 340/06, ημερ. 27.2.09, στην οποία τονίστηκε ότι στον περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμο του 1999 (Ν.160(Ι)/99) δεν υπάρχει απαγόρευση, όπως υπήρχε στην προηγούμενη περί Τόκου νομοθεσία, σχετικά με το μέγιστο ποσοστό επιτοκίου, φτάνει να συμφωνήσει με αυτό το πρόσωπο που λαμβάνει το δάνειο. Σχετική, επίσης, είναι και η υπόθεση Παναγιώτης Νεάρχου κ.α. ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2005)1 Α.Α.Δ. 818, όπου το Ανώτατο Δικαστήριο αναφέρθηκε στην αναδρομική ισχύ του Ν.160(Ι)/99 σε υφιστάμενα δάνεια και/ή τραπεζικές διευκολύνσεις από την 1.1.01 και στο θέμα της γνωστοποίησης στον πελάτη περί της διαφοροποίησης του επιτοκίου, δικαίωμα το οποίο, υπογραμμίσθηκε στην εν λόγω απόφαση ότι προέκυπτε από τη συμφωνία που ίσχυε σε εκείνη την περίπτωση. Απ΄ όλα τα πιο πάνω, είναι η θέση μου ότι ο Νόμος 160(Ι)/99 είναι σαφής στο ότι καταργεί το ανώτατο επιτρεπτό επιτόκιο χωρίς καθορισμό οποιουδήποτε άλλου περιορισμού. Αυτό δίδει το δικαίωμα στους συμβαλλομένους να καθορίζουν μεταξύ τους ελεύθερα το ύψος του επιτοκίου που επιθυμούν να διέπει τη συμβατική τους σχέση. Ετσι οι επίδικες Συμφωνίες αναφέρονται σε χρέωση 8% ή άλλο ποσοστό επιτοκίου που θα επιτρέπεται με βάση τις εκάστοτε ισχύουσες νομοθετικές ρυθμίσεις οι οποίες, εν προκειμένω, επιτρέπουν τη χρέωση τόκου σε οποιοδήποτε ύψος ήθελε καθοριστεί από τους διαδίκους. Αυτή είναι, κατά την άποψή μου, η απλή και καθαρή ερμηνεία των σχετικών με το ζήτημα του επιτοκίου προνοιών στις επίδικες Συμφωνίες. Στην παρούσα υπόθεση ο αρχικός τόκος, με βάση τις επίδικες Συμφωνίες, ήταν 8% . Υπήρχε, όμως, όπως ήδη επισημάναμε ανωτέρω, πρόβλεψη ότι ο τόκος θα μπορούσε να είναι το ανώτατο επιτρεπόμενο επιτόκιο με βάση τις εκάστοτε νομοθετικές ρυθμίσεις. Με την επιστολή τους ημερ. 2/4/03 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 9) οι ενάγοντες πληροφόρησαν τους εναγόμενους ότι το επιτόκιο των επίδικων λογαριασμών μεταβάλλεται σε 11,75% από 2/4/03 και ότι ο τόκος θα κεφαλαιοποιείτο την 1η Ιανουαρίου και 1η Ιουλίου εκάστου έτους. Ότι η ως άνω επιστολή λήφθηκε από τους Εναγόμενους δεν αμφισβητήθηκε. Η επιστολή αυτή συνάδει πλήρως με το ΄Αρθρο 3
(1)του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμου του 1999 (Ν. 160(Ι)/99). Περαιτέρω, στον εναγόμενο 1 όπως και σε όλους τους πελάτες των εναγόντων στάληκε Ανακοίνωση (Τεκμήριο 16) για την αλλαγή του επιτοκίου των λογαριασμών του. Με την Ανακοίνωση αυτή οι ενάγοντες ανακοίνωσαν τα επιτόκια που θα ίσχυαν σε διάφορες χορηγήσεις με ισχύ από 1.01.2001 στα πλαίσια της ελευθεροποίησης του χρηματοοικονομικού συστήματος και με βάση τη σχετική νομοθεσία για ελευθεροποίηση του επιτοκίου. Κατά συνέπεια, η χρέωση υπό των εναγόντων τόκου προς 11,75% όπως και η αξίωση τόκου αυτού του ύψους είναι καθόλα νόμιμος. ΔΕΥΤΕΡΟ ΕΡΩΤΗΜΑ Το ερώτημα που εγέρθηκε σχετικά αφορά ισχυρισμό της Υπεράσπισης για παράνομες χρεώσεις τόκων (ανατοκισμό) και περαιτέρω ισχυρισμό ότι στην προκειμένη περίπτωση η οποιαδήποτε κεφαλαιοποίηση του τόκου πέραν της μιας φοράς τον χρόνο ήταν παράνομη και αντισυμβατική. Ο κ. Φράγκος εισηγήθηκε εν πρώτοις ότι με βάση τις επίδικες Συμφωνίες και ιδιαίτερα αυτές που περιέχονται στα Τεκμήρια 1 και 7 δεν υπάρχει οποιαδήποτε πρόνοια για δικαίωμα της Τράπεζας να διαφοροποιήσει τον τρόπο κεφαλαιοποίησης σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία. Συγκεκριμένα, ανέφερε ότι στα Τεκμήρια 7 και 12 γίνεται πρόνοια για κεφαλαιοποίηση μία φορά τον χρόνο την 31η Δεκεμβρίου έκαστου έτους. Όσον αφορά τη Συμφωνία που περιέχεται στο Τεκμήριο 12, αν και επεσήμανε ότι η σχετική πρόνοια διαφέρει από τις άλλες δύο Συμφωνίες και ότι κάνει αναφορά στην ισχύουσα νομοθεσία, ήταν η θέση του ότι αυτή η πρόνοια δεν μπορεί να ερμηνευθεί με τρόπο ώστε να επεκταθεί σε οποιαδήποτε άλλη νομοθεσία από αυτή που ίσχυε κατά τον χρόνο συνομολόγησης της Συμφωνίας. Τόνισε, συναφώς, ότι ο περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμος του 1999, Ν.160(Ι)/99, ο οποίος επιτρέπει τον ανατοκισμό δύο φορές τον χρόνο ισχύει αναφορικά με τις συμφωνίες που συνάπτονται μετά την έναρξη του χρόνου ισχύος του, δηλαδή μετά την 1/1/2001. Για το θέμα της δυνατότητας από πλευράς της Τράπεζας να προχωρεί στην κεφαλαιοποίηση των τόκων δύο φορές ετησίως επισημαίνω ότι με βάση τον Νόμο περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμο του 1999, Ν.160(Ι)/99, τα τραπεζικά ιδρύματα μπορούν να κεφαλαιοποιούν τον τόκο δύο φορές τον χρόνο. Σχετικό είναι το ΄Αρθρο 3
(1)(δ) όπου διαλαμβάνεται ότι τα πιστωτικά ιδρύματα έχουν υποχρέωση να μη ανατοκίζουν περισσότερο από δύο φορές τον χρόνο. Σε σχέση με τη Συμφωνία που αφορά τον τρεχούμενο λογαριασμό ημερ. 7/12/98 (Τεκμήριο 7) σχετικός είναι ο όρος 2 που διαλαμβάνει ότι: «Ολες αυτές οι υποχρεώσεις θα κεφαλαιοποιούνται την 31η Δεκεμβρίου κάθε χρόνο ή σύμφωνα με την τακτική που ακολουθείται κατά καιρούς από την Τράπεζα» (δική μου υπογράμμιση). Οσον αφορά τη Συμφωνία Δανείου ημερ. 7/12/98 (Τεκμήριο 12), σχετικός είναι ο όρος 3 που διαλαμβάνει ότι: «
  1. Το παραπάνω δάνειο θα χρεώνεται με (α) επιτόκιο προς 8% το χρόνο.......... (β) προμήθεια που υπολογίζεται.......... (γ) τραπεζικά δικαιώματα ............ Ολες αυτές οι χρεώσεις θα κεφαλαιοποιούνται κάθε φορά στις 31 Δεκεμβρίου κάθε χρόνο ή σύμφωνα με τη Νομοθεσία που ισχύει κάθε φορά και/ή την πρακτική της Τράπεζας.» (δική μου υπογράμμιση) Επίσης, σχετική με το θέμα είναι και η υπόθεση Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ. ν. Λάμπρου Χαριλάου Λτδ. κ.α., Πολιτική ΄Εφεση 103/06 ημερ. 5/5/
  2. Σχετικό είναι και το πιο κάτω απόσπασμα το οποίο και παραθέτω: «Στην παρούσα περίπτωση η εφεσείουσα τράπεζα δεν απαιτούσε την επιδίκαση τόκου επί τόκου. Η αξίωσή της ήταν για £66.668,49 με τόκο 12.5% από 18/3/05 με κεφαλαιοποίηση των τόκων δύο φορές ετησίως. Η εφεσείουσα τράπεζα είχε το δικαίωμα, σύμφωνα με τις πρόνοιες της συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων (Τ.1), να τροποποιεί το επιτόκιο μέχρι το επιτρεπόμενο νόμιμο επιτόκιο. Η εφεσείουσα τράπεζα τροποποίησε το επιτόκιο με σχετικές επιστολές ημερομηνίας 26/8/2002 οι οποίες στάληκαν στους εφσίβλητους, στις οποίες αναφερόταν ότι το επιτόκιο του λογαριασμού μεταβαλλόταν σε 12.5% και ότι ο τόκος θα εκεφαλαιοποιείτο την 1η Ιανουαρίου και 1η Ιουλίου κάθε χρόνο. Μέσα στα πιο πάνω πλαίσια κρίνεται ότι η αξίωση της εφεσείουσας τράπεζας ήταν καθόλα νόμιμη.» Na πω και κάτι άλλο. Οι επιφυλάξεις που εκφράστηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Τράπεζα Κύπρου κ.α. ν. Coudounaris Food Products Ltd. κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 641, αναφορικώς με το μέρος εκείνο της απόφασης στην υπόθεση National Bank of Greece S.A. v. Pinios Shipping Co. No.1 and another, The Maira
(1990)1 All E.R. 78, που άπτεται της ανάλυσης του ζητήματος των τόκων, θα πρέπει σήμερα να ειδωθούν μέσα στη νέα κατάσταση πραγμάτων που δημιούργησε η θέσπιση του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμος 160(Ι)/
  1. Να επαναλάβω εδώ, σ΄ ό,τι αφορά την εισήγηση του κ. Φράγκου ότι ο Νόμος 160(Ι)/99 ισχύει αναφορικά με συμφωνίες που συνάπτονται μετά την έναρξη της ισχύος του, δηλαδή μετά την 1.01.01, τα όσα ανέφερα και προηγουμένως στα πλαίσια εξέτασης του Πρώτου Ερωτήματος, ότι, δηλαδή, η υπόθεση Νεάρχου (ανωτέρω) αναφέρθηκε σε αναδρομική ισχύ του Ν.160(Ι)/99 σε υφιστάμενα δάνεια και/ή τραπεζικές διευκολύνσεις από την 1.01.
  2. Σχετικό με το θέμα του ανατοκισμού είναι και ο τρόπος που γινόταν ο καταλογισμός των πληρωμών αναφορικά με τους επίδικους λογαριασμούς. Η εκδοχή της πλευράς της ενάγουσας, όπως προωθήθηκε από τον Μ.Ε.2, και η οποία θα αξιολογηθεί στη συνέχεια, ήταν ότι οι καταθέσεις που γίνονταν στους επίδικους λογαριασμούς (πιστώσεις) καταλογίζονταν πρώτα έναντι των τόκων και, ακολούθως, έναντι του κεφαλαίου. Συγκεκριμένα, αναφέρθηκε ότι η κάθε πιστωτική συναλλαγή εξοφλούσε πρώτα τον δεδουλευμένο τόκο και, αν περίσσευε οποιοδήποτε ποσό, εξοφλούσε το κεφάλαιο ή μέρος του κεφαλαίου. Θα πρέπει εδώ να επισημάνω ότι στις επίδικες Συμφωνίες μεταξύ των διαδίκων δεν υπάρχει οτιδήποτε που να προσδιορίζει διαφορετικό τρόπο καταλογισμού των πληρωμών που εγίνοντο. Στη Συμφωνία Δανείου (Τεκμήριο 12) στον όρο 3(α) διαλαμβάνεται ότι «η Τράπεζα θα δικαιούται να καταλογίζει τα έναντι του δανείου ποσά που κατατίθενται κάθε φορά πρώτα για εξόφληση ή για μερική εξόφληση των δουλεμένων τόκων ως τη μέρα της κατάθεσης, προμήθειας και δικαιωμάτων και τυχόν υπολοίπου έναντι του κεφαλαίου». Στις άλλες δύο Συμφωνίες, τη Συμφωνία για άνοιγμα τρεχούμενου λογαριασμού (Τεκμήριο 8) και τη Συμφωνία για άνοιγμα επενδυτικού λογαριασμού (Τεκμήριο 3) οι Ενάγοντες δεν είχαν προσδιορίσει τον τρόπο που επιθυμούσαν να χρησιμοποιούνται οι καταθέσεις οι οποίες εγίνοντο, ενώ στη Συμφωνία Δανείου (Τεκμήριο 12) είχαν, όπως φαίνεται από τα πιο πάνω, προσδιορίσει ότι αυτές θα μπορούσαν να γίνουν πρώτα έναντι των τόκων και ακολούθως έναντι του κεφαλαίου. Οι πρόνοιες των Αρθρων 59-61 του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ.149 ουσιαστικά επαναλαμβάνουν τη νομική αρχή που έχει καθιερωθεί και έγινε γνωστή ως «Clayton Rule», δηλαδή, αν ο οφειλέτης δεν ορίσει το χρέος για το οποίο γίνεται μια πληρωμή, ούτε μπορεί να συναχθεί από άλλες περιστάσεις η βούληση του, τότε ο πιστωτής δικαιούται κατά βούληση να αποπληρώσει τα διάφορα χρέη. Στην υπόθεση Archbold Investments Ltd κ.α. ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ.
(2006)1 Α.Α.Δ. 1084, τονίστηκε ότι όταν δεν υπάρχει μαρτυρία για οποιαδήποτε συμφωνία ή άλλη συνεννόηση μεταξύ των μερών αναφορικά με τη μέθοδο που έπρεπε οι Ενάγοντες να χρησιμοποιούν για τον καταλογισμό των πληρωμών η αποπληρωμή από πλευράς τους πρώτα των τόκων και άλλων χρεώσεων ήταν ορθή. Για τον τρόπο καταλογισμού πληρωμών πολύ σχετική είναι και η πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ. ν. Λάμπρου Χαριλάου Λτδ. κ.ά., Πολ. ΄Εφεση 163/06 ημερ. 5/5/2009, στην οποία στις σελ. 8 με 9 του δακτυλογραφημένου κειμένου της απόφασης διαβάζουμε τα εξής: «Αναφορικά με το θέμα του ανατοκισμού το πρωτόδικο Δικαστήριο, αναφερόμενο στον τρόπο λειτουργίας της εφεσείουσας τράπεζας, σημείωσε στην απόφασή του τα πιο κάτω: "Η κατά γενικό τρόπο απαίτησης της ότι δεν υπήρχε ανατοκισμός καθότι γίνονταν πιστώσεις στον λογαριασμό, χωρίς οτιδήποτε άλλο, δεν μπορεί να είναι πειστική. Είναι φανερό ότι κάθε τέλος του χρόνου, όπως η ίδια παραδέχθηκε γινόταν κεφαλαιοποίηση του τόκου, από τότε που λειτούργησε ο λογαριασμός και προς την φιλελευθεροποίηση των επιτοκίων, αυτό εύκολα μπορεί να επισημανθεί στις καταστάσεις λογαριασμού (Τ.9), η κεφαλαιοποίηση αυτών των τόκων από 1η Ιανουαρίου κάθε χρόνο είναι φανερό ότι συνεπαγόταν ξανά τοκισμό τους και επομένως είναι ολοφάνερος ο ανατοκισμός που γινόταν καθ΄ όλη την διάρκεια της λειτουργίας του." Στη σχετική κατάθεση της η μάρτυς της εφεσείουσας τράπεζας ανέφερε ότι δεν υπήρξε ανατοκισμός αφού οι εφεσίβλητοι κατέθεταν συνεχώς στον επίδικο λογαριασμό και οι καταθέσεις καταλογίζονταν πρώτα έναντι των τόκων και ακολούθως έναντι του κεφαλαίου. Τούτο ανταποκρίνεται τόσο στο άρθρο 2(α) της συμφωνίας μεταξύ των αντιδίκων (Τ.1), όσο και από το σχετικό κανόνα που διαμορφώθηκε στην υπόθεση Devynes and others v. Noble and others, Baring and others v. Noble and others, Clayton;s case
(1814)-1823) All E.R. Rep.1. Το σκεπτικό της πιο πάνω απόφασης περιέχεται στις πρόνοιες του άρθρου 61 του περί Συμβάσεων Νόμου (Κεφ. 149)το οποίο προνοεί ότι όταν ένας οφειλέτης ο οποίος οφείλει διάφορα χρέη σε έναν πιστωτή δεν καθορίζει έναντι ποιου συγκεκριμένου χρέους γίνεται η πληρωμή, αυτό καταλογίζεται προς εξόφληση των χρεών κατά σειρά αρχαιότητας και αν τα χρέη έχουν την ίδια σειρά αρχαιότητας, ο καταλογισμός της πληρωμής γίνεται συμμετρικά. Η πιο πάνω απόφαση έχει ήδη τύχει της επιδοκιμασίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Ζαρτάρ Παχατουριάν ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ.
(2002)1 Α.Α.Δ. 322 από το Δικαστή Χατζηχαμπή, "προκύπτει σαφώς από τον όρο 4(α) ότι η Τράπεζα νομιμοποιείται όταν γίνεται πληρωμή έναντι του δανείου, να υπολογίζει και να εξοφλά τους μέχρι την ημέρα εκείνη δεδουλευμένους τόκους, όπως ακριβώς ήταν η πρακτική της στην προκείμενη περίπτωση."» Επίσης απόλυτα σχετική είναι και η απόφαση Επίσημος Παραλήπτης κ.ά. ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδας
(2005)1 Α.Α.Δ. 38 όπου αναφέρθηκαν τα εξής στις σελ. 46 - 48: «Ο δεύτερος και ο τέταρτος λόγος έφεσης αναφέρονται στο δικαίωμα της Τράπεζας για καταλογισμό των πληρωμών, περιλαμβανομένης της εξόφλησης πρώτα των τόκων και μετά του κεφαλαίου. Η θέση των εφεσειόντων είναι ότι το δικαστήριο εξέτασε το θέμα του καταλογισμού των πληρωμών (appropriation of payments) με βάση τον κανόνα της υπόθεσης Claynton αναφορικά με τρεχούμενους λογαριασμούς χωρίς να υπάρχει η αναγκαία προς τούτο κάλυψη και στις γραπτές προτάσεις της Τράπεζας με αποτέλεσμα να αιφνιδιαστούν (οι εφεσείοντες) ένεκα της παράλειψης. Τα άρθρο 56-61 του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149 ενσωματώνουν το αγγλικό κοινοδίκαιο που αφορά στον καταλογισμό των πληρωμών (appropriation of payments) περιλαμβανομένου και του κανόνα Clayton. Η αρχή, είναι ότι ένας χρεώστης ο οποίος οφείλει διάφορα χρέη στον ίδιο πιστωτή έχει δικαίωμα να καθορίσει κατά το χρόνο που πληρώνει για ποιοι από τα χρέη του θέλει να πιστωθεί η πληρωμή. Και εφόσον συμφωνεί και ο πιστωτής, η πληρωμή καταλογίζεται έναντι ή προς εξόφληση του συγκεκριμένου χρέους. Αν όμως ο χρεώστης δεν καθορίσει το χρέος έναντι του οποίου επιθυμεί να πιστωθεί το ποσό της πληρωμής τότε ο πιστωτής δύναται να χρησιμοποιήσει την πληρωμή έναντι ή δια την εξόφληση οποιασδήποτε προς αυτόν οφειλής του ιδίου χρεώστη. Όταν όμως κανένας από αυτούς δεν προβεί σε καταλογισμό της συγκεκριμένης πληρωμής τότε εφαρμόζεται ο κανόνας της υπόθεσης Clayton σύμφωνα με τον οποίο τεκμαίρεται από το νόμο ότι, (α) το πρώτο ποσό που έχει πληρωθεί είναι το πρώτο που θα αποσυρθεί (first in, first out) ή (β) η πληρωμή προορίζεται στο πρώτο χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού ούτως ώστε αυτό το χρεωστικό υπόλοιπο εξοφλείται είτε πλήρως είτε μερικώς. Στην κρινόμενη υπόθεση δεν τίθεται θέμα διαφόρων συγκεκριμένων χρεών των εφεσειόντων προς την Τράπεζα έτσι ώστε να προκύπτει ζήτημα καταλογισμού πληρωμών για το ένα ή το άλλο χρέος. Εδώ το θέμα προς εξέταση είναι κατά πόσο η Τράπεζα είχε δικαίωμα να καταλογίζει πληρωμές των εφεσειόντων που αφορούσαν ένα συγκεκριμένο δάνειο, πρώτα έναντι των τόκων του δανείου και αν υπήρχε υπόλοιπο, να καταλογίζει τούτο έναντι του κεφαλαίου. Το δικαστήριο, αντλώντας καθοδήγηση από νομικά συγγράμματα και τη νομολογία, κατέληξε στο ορθό συμπέρασμα ότι η Τράπεζα, στην απουσία άλλης συμφωνίας μεταξύ αυτής και των εφεσειόντων, είχε δικαίωμα να υπολογίζει τους τόκους μέχρι την ημερομηνία που γινόταν μια πληρωμή έναντι συγκεκριμένου χρέους και να εξοφλεί πρώτα τους τόκους και μετά το κεφάλαιο. Το εν λόγω συμπέρασμα, ερείδεται στη μαρτυρία του υπαλλήλου της Τράπεζας κι. Λ.Χ"Σάββα η οποία δεν έχει αντικρουστεί. Ο κ. Λ. Παπαλλής χωρίς να είχε λάβει υπόψη τις συμφωνίες των διαδίκων πάνω στις οποίες λειτουργούσαν οι λογαριασμοί, θεώρησε όλες τις πληρωμές ως γενόμενες έναντι του κεφαλαίου. Προφανώς δεν είχε υπόψη ότι η Τράπεζα, στην απουσία άλλης συμφωνίας περί του αντιθέτου, διατηρούσε νόμιμο δικαίωμα καταλογισμού των πληρωμών με τον τρόπο που αυτή καταλόγιζε τις συγκεκριμένες πληρωμές.» ΤΡΙΤΟ ΕΡΩΤΗΜΑ Το ερώτημα αυτό αφορά το κατά πόσο θα μπορούσε να καθοριστεί το ποσό του κεφαλαίου στον επενδυτικό λογαριασμό και στον τρεχούμενο λογαριασμό των εναγομένων και το κατά πόσο οι ενάγοντες δικαιούνται να διεκδικούν τόκους μεγαλύτερους από το αρχικό χρέος. Η εισήγηση του κ. Φράγκου είναι ότι με βάση το ΄Αρθρο 6 του περί Τόκου Νόμου του 1977 ο τόκος που μπορεί να ανακτηθεί με αγωγή δεν μπορεί να υπερβεί το αρχικό χρέος. Κρίνω σκόπιμο στο σημείο αυτό να παραθέσω αυτούσιο το πιο πάνω ΄Αρθρο το οποίο έχει ως εξής: «6.-
(1)Το ποσόν το οποίο δύναται να ανακτηθή δι΄ αγωγής ως καθυστερούμενος τόκος εφ΄ οιουδήποτε χρέους ή υποχρεώσεως δεν θα υπερβαίνη το ποσόν του αρχικού χρέους ή υποχρεώσεως εν σχέσει προς την οποίαν ο τοιούτος τόκος είναι πληρωτέος» Στην υπόθεση The Turkish Bank of Nicosia Ltd. v. Mustafa H. Cukurova and others
(1977)1 C.L.R. 233 αποφασίστηκε πως από τη στιγμή που η συμφωνία για πληρωμή τόκου προς 9% είχε ενσωματωθεί στην απόφαση το μόνο ποσό που μπορούσε να αξιωθεί ήταν το διπλάσιο του κεφαλαίου γιατί σε διαφορετική περίπτωση θα σήμαινε καταστρατήγηση του περί Τόκου Νόμου Κεφ. 150 (όπως ήταν τότε) και του άρθρου 33
(3)του Νόμου 14/60 και θα απέληγε στην καταβολή τόκου επί τόκου. Στην υπόθεση Τράπεζα Κύπρου κ.ά. ν. Coudounaris Food Products Ltd. κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 641 κρίθηκε ότι η χρέωση τόκου που υπερέβαινε το αρχικό κεφάλαιο ήταν παράνομη χρέωση τόκου κατά παράβαση του περί Τόκου Νόμου του 1997 και συνεπώς άκυρη. Στην υπόθεση Archbold Investments Ltd. κ.ά. ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ.
(2006)1 Α.Α.Δ. 1084 έγινε ισχυρισμός περί παράβασης του ΄Αρθρου 6 του Νόμου 2/77. Η υπόθεση αυτή αφορούσε λογαριασμό παρατραβήγματος όπου το εκάστοτε οφειλόμενο υπόλοιπο δεν ήταν σταθερό. Απορρίφθηκε δε η εισήγηση των εφεσειόντων για ύπαρξη σταθερού κεφαλαίου εφόσον στον εν λόγω λογαριασμό λέχθηκε ότι είχαν εγκριθεί αυξήσεις των ορίων παρατραβήγματος και ότι εγίνοντο συνεχείς χρεωπιστώσεις με αποτέλεσμα να μη υπάρχει σταθερό κεφάλαιο. Στο σημείο αυτό παραθέτω το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Archbold Investments Ltd. κ.ά. ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ.
(2006)1 Α.Α.Δ. 1084, στη σελίδα 1096: «Και αυτοί οι λόγοι δεν ευσταθούν. Εσφαλμένα οι εφεσείοντες θεωρούν ότι το οφειλόμενο από αυτούς κεφάλαιο ήταν £22.000.00 και, συνεπώς, δεν μπορούσε να ανακτηθεί ποσό πέραν του διπλασίου. Ο λογαριασμός, τον οποίο διατηρούσαν με τους εφεσίβλητους, ήταν λογαριασμός παρατραβήγματος και το εκάστοτε οφειλόμενο υπόλοιπο, όπως προκύπτει από τη μαρτυρία των εφεσιβλήτων αλλά και του εφεσείοντα 2, δεν ήταν σταθερό. Στο λογαριασμό εγκρίθηκαν αυξήσεις των ορίων παρατραβήγματος, εγίνοντο συνεχείς χρεοπιστώσεις, ώστε δεν υπάρχει σταθερό κεφάλαιο, όπως εισηγούνται οι εφεσείοντες.» Κατά συνέπεια, όπως προκύπτει από τη σχετική νομολογία, σε λογαριασμούς παρατραβήγματος όπου γίνονται συνεχώς χρεωπιστώσεις και το εκάστοτε οφειλόμενο υπόλοιπο δεν είναι σταθερό δεν μπορεί να προσδιοριστεί συγκεκριμένο ποσό ως κεφάλαιο γιατί δεν υπάρχει σταθερό κεφάλαιο. Αξιολόγηση μαρτυρίας ΜΕ2 και ΜΥ
  1. Προχωρώ στη συνέχεια να αξιολογήσω τη μαρτυρία του ΜΕ2 και του ΜΥ
  2. Aξιολογώντας πρώτα τη μαρτυρία του ΜΕ2 λέω από την αρχή ότι αυτή χαρακτηριζόταν από σαφήνεια και θετικότητα. Ο μάρτυρας αυτός ασχολήθηκε με τον έλεγχο των επίδικων λογαριασμών ούτως ώστε να διαπιστώσει κατά πόσο οι επίδικοι λογαριασμοί είχαν χρεωθεί με τόκους κατά παράβαση της ισχύουσας νομοθεσίας και κατά πόσο υπήρχαν σ΄ αυτούς ανατοκισμοί ως ήταν η θέση των εναγομένων. Όπως ο Μ.Ε.2 εξήγησε, έλεγξε όλες τις καταστάσεις των επιδίκων λογαριασμών που είχαν κατατεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου ως Τεκμήρια και για το σκοπό διαπίστωσης ύπαρξης ανατοκισμού εντόπισε το χρονικό σημείο όπου δεν εξοφλείτο ο τόκος και αυτός επανατοκίζετο με αποτέλεσμα να προκύπτει ανατοκισμός και, στη συνέχεια, πήρε όλες τις πράξεις και, χρησιμοποιώντας πρόγραμμα της Τράπεζας, ετοίμασε αναθεωρημένες καταθέσεις χωρίς ανατοκισμούς. Ηταν σαφής ότι πριν τις ημερομηνίες που καταγράφονται στις αναθεωρημένες καταστάσεις που ετοίμασε (ΤΕΚΜΗΡΙΑ 19, 20 και 21) λόγω του ότι ο πελάτης προέβαινε σε καταθέσεις με τις οποίες εξοφλούνταν οι τόκοι δεν υπήρχε θέμα να προκύπτει ανατοκισμός. Προσδιόρισε δε το χρονικό αυτό σημείο σ΄ό,τι αφορά το Τεκμήριο 19 την ημερομηνία 1/7/02 εφόσον οι καταθέσεις που γίνονταν μέχρι εκείνο το χρονικό στάδιο κάλυπταν τους τόκους, ενώ σε ό,τι αφορά το Τεκμήριο 20 την ημερομηνία 1/1/01 και, τέλος, για το Τεκμήριο 21 την ημερομηνία 30/6/
  3. Ο Μ.Ε.2 ήταν, επίσης, πλήρως επεξηγηματικός (σε σχέση με τον τρεχούμενο λογαριασμό) αναφορικά με τις χρεώσεις και πιστώσεις στον επίδικο λογαριασμό. Μάλιστα για το σκοπό αυτό έδωσε και συγκεκριμένα παραδείγματα κάνοντας αναφορά στο ΤΕΚΜΗΡΙΟ 8(Α). Βασική πτυχή της μαρτυρίας του ήταν η επεξήγηση του όρου «value date» και του τρόπου που χρησιμοποιήθηκε από την Τράπεζα αναφορικά με τις αναλήψεις και καταθέσεις. Δηλαδή, ο τρόπος με τον οποίο προέβαιναν οι ενάγοντες στη χρέωση των επιδίκων λογαριασμών του Εναγομένου με βάση την τραπεζική πρακτική και, συγκεκριμένα, εφαρμόζοντας το «value date»/aξία στις αναλήψεις και στις καταθέσεις που γίνονται είτε σε μετρητά είτε σε επιταγές. Επεξήγησε με σαφήνεια πότε δίνεται αξία στις πιστώσεις και χρεώσεις που γίνονται σε ένα τραπεζικό λογαριασμό και τη σημασία που έχει ο καθορισμός του «value date» για σκοπούς υπολογισμού του τόκου και των χρεώσεων ενός πελάτη. O M.E.2 ήταν απόλυτα πειστικός σε σχέση με την πρακτική που ακολουθεί η Τράπεζα για τον καθορισμό του «value date». Η αξιόπιστη μαρτυρία του κατέδειξε ότι σε ό,τι αφορά καταθέσεις μετρητών (cash) αυτές είχαν value date την επόμενη εργάσιμη ημέρα, ενώ το value date των επιταγών που κατατίθεντο ήταν δύο εργάσιμες ημέρες από την ημερομηνία κατάθεση τους. Συγκεκριμένα για τις επιταγές που κατατίθενται εξήγησε ότι παρουσιάζονται/ αποστέλλονται στην Κεντρική Τράπεζα την επομένη εργάσιμη ημέρα της κατάθεσης τους και τα λεφτά είναι διαθέσιμα για την Τράπεζα την επομένη, γι΄ αυτό και οι ίδιοι καθορίζουν το «value date» δύο εργάσιμες μέρες μετά την κατάθεση των επιταγών. Απόλυτα πειστικός ήταν και σε σχέση με τους λόγους που διαφώνησε με τη μελέτη που ετοίμασε ο λογιστής των Εναγομένων ΜΥ1 και συνεπακόλουθα τον τρόπο με τον οποίο στη Μελέτη αυτή (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 22) υπολογίστηκαν οι τόκοι στους επίδικους λογαριασμούς. Πρέπει, βεβαίως, από την αρχή να επισημανθεί ότι δύο από τους τρείς λόγους που ανέφερε για τους οποίους διαφωνούσε με την Μελέτη του ΜΥ1 αφορούν στην ουσία νομικούς λόγους που έχουν να κάνουν με την ερμηνεία των επίδικων Συμφωνιών, αφενός, και την ισχύουσα νομοθεσία, αφετέρου. Πρόκειται συγκεκριμένα για το ποσοστό του επιτοκίου και για τον τρόπο καταμερισμού των καταθέσεων, ζητήματα που εξετάσθηκαν και αναλύθηκαν σ΄ άλλο μέρος της παρούσας Απόφασης. Αντίθετα ο Μ.Υ.1 ως «value date» έλαβε υπόψη του την ημερομηνία εκάστης συναλλαγής για σκοπούς ετοιμασίας της Μελέτης του (Τεκμήριο 22) όπως αναγράφεται στις καταστάσεις της Τράπεζας (bank statements) επικαλούμενος τα Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα ΔΛΠ18 και, προφανώς, αγνοώντας τις πρόνοιες στις μεταξύ των διαδίκων Συμφωνίες που παραπέμπουν στην «τακτική που ακολουθείται κατά καιρούς από την Τράπεζα όσον αφορά την αξία (value date) των αναλήψεων και καταθέσεων σε μετρητά και επιταγές».[7] Αντεξεταζόμενος ο Μ.Υ.1 δεν ήταν καθόλου, οφείλω να τονίσω, κατατοπιστικός ή σαφής επί του θέματος του «value date» και, ενώ έλαβε υπόψη του ως «value date» την ημερομηνία εκάστης συναλλαγής, όπως αναγράφεται στις καταστάσεις της τράπεζας, ανέφερε ότι γνώριζε την τακτική της Τράπεζας αναφορικά με την αξία αναλήψεων και καταθέσεων λέγοντας ότι σε περίπτωση που γίνεται κατάθεση μετρητών (cash), τότε η τράπεζα ισχυρίζεται ότι η συγκεκριμένη κατάθεση έχει αξία την επόμενη μέρα και, σε περίπτωση κατάθεσης επιταγής, χρειάζεται να ξεκαθαρίσει 2-3 εργάσιμες μέρες και ότι, συνεπώς, η αξία μπορεί να υπερβεί μία με τρεις μέρες αναλόγως του ποιας τράπεζας είναι η επιταγή. Μάλιστα όταν κατά την αντεξέταση ερωτήθηκε σχετικά με την καταχώρηση ημερ. 27/11/98 στο Τεκμήριο 22 - που είναι η δική του Μελέτη - που αφορά κατάθεση επιταγής (cheque deposit) και ανέφερε ότι υπολόγισε ως «value date» την ημερομηνία 27/11/98, όταν ρωτήθηκε γιατί δεν έλαβε υπόψη του ως value date τουλάχιστον δύο εργάσιμες μέρες μετά και όχι την ημερομηνία 27/11/98 - εφόσον επρόκειτο για επιταγή - αρκέστηκε στο να πει, χωρίς να επεξηγεί, ότι εξήγησε τη μεθοδολογία και ότι εφάρμοσε και τις δύο μεθοδολογίες αναφορικά με το «value date» και ότι η διαφορά των δύο μεθοδολογιών οδηγεί σε μηδαμινή διαφορά. Μάλιστα είναι σημαντικό εδώ να επισημάνουμε και να τονίσουμε ότι ενώ ισχυρίσθηκε ότι έχει εφαρμόσει και τη μεθοδολογία που χρησιμοποιεί ως «value date» αυτό που χρησιμοποίησε η Τράπεζα στους επίδικους λογαριασμούς και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν προέκυπτε σημαντική διαφορά ανάμεσα στις δύο μεθοδολογίες αλλά μηδαμινή, ενώπιον του Δικαστηρίου δεν κατέθεσε την Μελέτη που διενήργησε εφαρμόζοντας αυτή τη μεθοδολογία παρά μόνο μια συνοπτική κατάσταση, το Τεκμήριο 26 και ενώ στο Τεκμήριο 22, που είναι η Μελέτη που έκανε, δεν υποδεικνύεται το value date που χρησιμοποίησε η Τράπεζα. Κατά συνέπεια ο Μ.Υ.1 δεν έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου εκείνο το απαραίτητο πραγματικό υπόβαθρο ούτως ώστε το Δικαστήριο να μπορεί από μόνο του να ελέγξει και να επιβεβαιώσει το τελικό συμπέρασμα που ο Μ.Υ.1 διατύπωσε και παρουσίασε με το Τεκμήριο 26 που, επαναλαμβάνω, αποτελεί μόνο μία συνοπτική ανάλυση τόκου χωρίς να περιλαμβάνεται οπουδήποτε μια αναλυτική κατάσταση που να οδηγεί στα αποτελέσματα του Τεκμηρίου
  4. Οσον αφορά τις επιταγές που επιστρέφονταν απλήρωτες ο Μ.Ε.2 εξήγησε με σαφήνεια και πειστικότητα ότι, εφόσον η τράπεζα σε τέτοιες περιπτώσεις πιστώνει προσωρινά ένα λογαριασμό με το ποσό της επιταγής που παρουσιάζεται και αποφασίζει την επομένη αν θα πληρωθεί ή αν θα επιστραφεί, το «value date» που χρησιμοποιείται είναι μία μέρα πριν, δηλαδή, η προηγούμενη μέρα εφόσον η Τράπεζα έχει ήδη πληρώσει την επιταγή, δηλαδή η ημέρα που η επιταγή παρουσιάστηκε και παρέπεμψε στο Τεκμήριο 8Α στην καταχώρηση 9/12/98 που αφορά την επιταγή υπ΄ αρ. 5635301 για ποσό ΛΚ15,000 όπου η ημερομηνία καταχώρισης είναι 9/12/98, ενώ το «value date» 8/12/98 εξηγώντας, περαιτέρω, ότι στην εν λόγω κατάσταση λογαριασμού υπήρχε στη σχετική καταχώρηση η ένδειξη «Η» που σημαίνει «held» και αφορά επιταγή που επιστράφηκε απλήρωτη και/ή δεν τιμήθηκε. Αντίθετα ο ΜΥ1 στη δική του Μελέτη, Τεκμήριο 22, παρά το ότι αντεξεταζόμενος ανάφερε ότι αναγνώριζε στις επίδικες καταστάσεις λογαριασμού τι σήμαινε η ένδειξη «Η» (held) στις σχετικές καταχωρήσεις, στην πράξη αγνόησε το γεγονός αυτό που αφορούσε επιταγές που δεν τιμήθηκαν ή επεστράφησαν απλήρωτες και χρησιμοποίησε ως «value date» την ημερομηνία καταχώρησης της πράξης και όχι την προηγουμένη ημέρα κατά την οποία η Τράπεζα είχε ήδη πληρώσει την επιταγή. Αυτό φαίνεται ξεκάθαρα και από την καταχώρηση ημερ. 1/12/98 που αφορά την επιταγή για ποσό ΛΚ210 - η οποία σύμφωνα με το Τεκμήριο 8Α έχει ένδειξη «Η» - όπου ο ΜΥ1 χρησιμοποίησε ως «value date» την ημερ. 1/12/98 και όχι 30/11/
  5. Ηδη έχουμε αποφανθεί ότι ο αρχικός τόκος ήταν με βάση της επίδικες συμφωνίες 8%. Δεδομένου όμως του γεγονότος ότι υπήρχε πρόβλεψη ότι ο τόκος θα μπορούσε να είναι το ανώτατο επιτρεπόμενο επιτόκιο με βάση τις εκάστοτε νομοθετικές ρυθμίσεις και του γεγονότος ότι με επιστολή τους οι ενάγοντες ημερ. 2/4/03 (Τεκμήριο 9) είχαν πληροφορίσει τους εναγόμενους ότι το επιτόκιο των επιδίκων λογαριασμών μεταβάλλετο σε 11,75% από 2/4/03, όπως επίσης και με την αποστολή στον εναγόμενο 1 Ανακοίνωσης (Τεκμήριο 16) για την αλλαγή του επιτοκίου του λογαριασμού του, η χρέωση υπό των Εναγόντων τόκου προς ποσοστό 11,75% ήταν καθόλα νόμιμη. Όπως, λοιπόν, προκύπτει από τη μαρτυρία του ΜΕ2, στον υπολογισμό του οφειλόμενου από τους Εναγομένους ποσών λήφθηκε υπόψη αρχικά μέχρι 31/12/00, ποσοστό επιτοκίου 8% και μετά για κάποιους λογαριασμούς 9% μέχρι την 1//4/03 και μετέπειτα το ποσοστό του 11,75%. Αντίθετα ο λογιστής των Εναγομένων Μ.Υ.1 χρησιμοποίησε στη Μελέτη που ετοίμασε (Τεκμήριο 22) επιτόκιο ύψους 8% και 9% καθ΄ όλη τη διάρκεια στοιχείο που, αναπόφευκτα, επηρεάζει το αποτέλεσμα καθόσον αφορά το συνολικό ποσό των χρεωθέντων τόκων σε βάρος των Εναγομένων. Συγκεκριμένα για τον τρεχούμενο λογαριασμό λήφθηκε ακόμη επιτόκιο ύψους 9% καθ΄όλη τη διάρκεια του για το λογαριασμό δανείου, επιτόκιο ύψους 8% καθ΄όλη τη διάρκεια του, και, τέλος για τον επενδυτικό λογαριασμό επιτόκιο ύψους 8% πάλι για όλη τη διάρκεια του λογαριασμού. Μάλιστα κατά την αντεξέταση του ο Μ.Υ.1, όταν του τέθηκε ξεκάθαρα ότι δεν είχε στη Μελέτη του λάβει υπόψη τη μεταβολή του ποσοστού των επιτοκίων στους επίδικους λογαριασμούς, αρκέστηκε να πει ότι έλαβε υπόψη του τις υπογεγραμμένες Συμφωνίες μεταξύ των μερών και μάλιστα ισχυρίστηκε ότι δεν είδε Συμφωνία στην οποία να αναφέρεται ότι ο τόκος διαφοροποιείται. Επισημαίνω εδώ ότι ο ΜΥ1 αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι για τους σκοπούς ετοιμασίας της Μελέτης του (Τεκμήριο 22) έλαβε υπόψη τις επίδικες Συμφωνίες και τα Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα. Οταν δε ερωτήθηκε ευθέως κατά πόσο έλαβε υπόψη του και τα υπόλοιπα Τεκμήρια που κατατέθηκαν στην παρούσα υπόθεση όπως επιστολές που αντηλλάγησαν, ειδοποιήσεις και ανακοινώσεις για αλλαγή επιτοκίου και γενικά σχετική αλληλογραφία η απάντηση του ήταν «αυτά που σας είπα» καταδεικνύοντας μ΄ αυτό τον τρόπο ότι τα πιο πάνω Τεκμήρια δεν ήταν ανάμεσα σ΄ αυτά τα στοιχεία που έλαβε υπόψη του για τους σκοπούς της Μελέτης του η οποία, επομένως, στηρίχθηκε μόνο στο περιεχόμενο των επιδίκων Συμφωνιών και στα «Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα». Θεωρώ ότι το γεγονός αυτό αποδεικνύει ακόμα ένα λόγο για τον οποίο η Μελέτη που ο ΜΥ1 ετοίμασε δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή γιατί ακριβώς δεν έχει στηριχθεί σ΄όλα τα σχετικά με τις επίδικες Συμφωνίες στοιχεία. Οσον αφορά τον καταμερισμό πληρωμών ο Μ.Ε.2, όπως εξήγησε με σαφήνεια και δίδοντας σχετικά παραδείγματα επί των επιδίκων λογαριασμών και συγκρίνοντας τον τρόπο καταμερισμού πληρωμών που ο ίδιος εφάρμοσε με εκείνο που εφάρμοσε ο λογιστής των εναγομένων (ΜΥ1), εφάρμοσε τον κανόνα ότι κάθε πιστωτική συναλλαγή εξοφλούσε πρώτα τον δεδουλευμένο τόκο και, αν περίσσευε οποιοδήποτε ποσό, εξοφλούσε το κεφάλαιο ή μέρος του κεφαλαίου. Είναι χαρακτηριστικό το παράδειγμα που επικαλέστηκε για να δείξει ότι ο ΜΥ1 δεν χρησιμοποίησε τη φόρμουλα σύμφωνα με την οποία οποιεσδήποτε καταθέσεις γίνονται στο λογαριασμό αυτές εξοφλούν πρώτα τον τόκο και μετά το κεφάλαιο, νοουμένου ότι παραμένει υπόλοιπο. Συγκεκριμένα στην καταχώρηση ημερ. 31/12/98 που αφορά το έτος 1999 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 22) ενώ το αρχικό «cumulative principal» ανέρχεται στο χρεωστικό ποσό ΛΚ65.755,76 και ο τόκος για τις 4 μέρες που μεσολαβουν μέχρι 4.1.99 στο ποσό του ΛΚ65,76 η κατάθεση ποσού ΛΚ1.000 στις 4/1/99 δεν πήγε να εξοφλήσει πρώτα το ποσό του τόκου των ΛΚ65,76 αλλά μείωσε κατευθείαν το κεφάλαιο εξ ού και κάτω από τη στήλη «cumulative principal» το ποσό διαμορφώθηκε από λΛΚ65.755,76 (χρεωστικό) που ήταν στις 31/12/98 σε ΛΚ 64.,755,76 (χρεωστικό). Αυτό, επομένως, συνιστά χαρακτηριστικό παράδειγμα του τρόπου που ο λογιστής των εναγομένων προέβη στην κατανομή των οποιωνδήποτε πληρωμών/καταθέσεων. Οσον αφορά δε την απάντηση που έδωσε ο Μ.Υ.1, αντεξεταζόμενος επί της πιο πάνω αναφερόμενης καταχώρησης, θεωρώ ότι, ενώ προσπάθησε να προωθήσει την εκδοχή ότι έγινε η πίστωση των ΛΚ1000 πρώτα έναντι του τόκου και μετά έναντι του κεφαλαίου οι καταχωρήσεις που περιέχονται για τη συγκεκριμένη περίπτωση τον διαψεύδουν. Για να γίνει το ζήτημα πιο ξεκάθαρο ο ΜΥ1 στις απαντήσεις του αναφέρθηκε στη συλλογιστική του που ακριβώς δείχνει ότι η πίστωση των ΛΚ1000 δεν χρησιμοποιήθηκε πρώτα έναντι του τόκου και στη συνέχεια έναντι του κεφαλαίου. Συγκεκριμένα, ενώ η συλλογιστική θα έπρεπε να είναι πρώτον να αφαιρεθεί από το ποσό των ΛΚ1000 το ποσό του τόκου που ανερχόταν σε ΛΚ65,76 που θα μας έδινε υπόλοιπο ΛΚ934,24, το οποίο στη συνέχεια θα έπρεπε να χρησιμοποιηθεί έναντι του κεφαλαίου, δηλαδή του ποσού των ΛΚ65,753,76 για να μας δώσει τελικά χρεωστικό υπόλοιπο ΛΚ64,821.52, ο Μ.Υ.1 καταλήγει στο «running balance» των ΛΚ64.821.52 αφού προσθέτει το «cumulative principal», δηλαδή ΛΚ64.755,76 με το ποσό του τόκου ΛΚ65,76, έχοντας, δηλαδή, αφαιρέσει το ποσό των ΛΚ1000 από το ποσό των ΛΚ65.755,76 (για να καταλήξει στο ποσό των ΛΚ64.755,76). Ο ΜΕ2 αντεξετάστηκε και σε σχέση με τις χρεώσεις ανά τρίμηνο στους επίδικους λογαριασμούς. Συγκεκριμένα ρωτήθηκε επί του ΤΕΚΜΗΡΙΟΥ 8Α για την καταχώριση ημερ. 31/3/99 (Quartely interest) και διευκρίνισε ότι η εγγραφή αυτή η οποία αφορά το ποσό ΛΚ1.402,79 δείχνει τους δεδουλευμένους τόκους για την περίοδο από 1/1/99 μέχρι 31/3/99 και ότι το συγκεκριμένο ποσό των τόκων δεν έχει σε καμιά περίπτωση κεφαλαιοποιηθεί. Μάλιστα επεσήμανε ότι ως «value date» της συγκεκριμένης καταχώρισης καθορίζεται η ημερομηνία 1/1/00 που είναι η ημερομηνία που θα γίνει κεφαλαιοποίηση, δηλαδή, το συγκεκριμένο ποσό θα μπει στο κεφάλαιο την 1/1/
  6. Ηταν ξεκάθαρος ότι η συγκεκριμένη εγγραφή γίνεται για να γνωρίζει ο πελάτης τους τόκους. Με άλλα λόγια οι τόκοι χρεώνονταν μεν κάθε τριμηνία με την ημερομηνία της τριμηνίας αλλά με ημερομηνία αξίας «value date» την πρώτη μέρα του επόμενου χρόνου. Παρομοίως απόλυτα ξεκάθαρος και επεξηγηματικός ήταν ο Μ.Ε.2 και σε σχέση με την καταχώρηση ημερ. 30/6/99 που αφορά τόκο (Quartely interest) για ποσό ΛΚ1513,
  7. Όπως εξήγησε όλο το ποσό των ΛΚ1513,74 θα κεφαλαιοποιείτο την 1/1/
  8. Μάλιστα δε στην υποβολή που του τέθηκε ότι στον τρεχούμενο λογαριασμό 048-1119229 οι τόκοι που χρεώθηκαν μέχρι 30/6/99 ενσωματώθηκαν στο κεφάλαιο, ο Μ.Ε.2 απάντησε ότι, εφόσον είχε γίνει κατάθεση ποσού ΛΚ5000 αυτό συνεπαγόταν την εξόφληση των τόκων και, κατά συνέπεια, δεν θα μπορούσαν οι τόκοι να κεφαλαιοποιηθούν. O M.E.1 εξήγησε με σαφήνεια ότι ο τόκος υπολογίζετο επί τη βάση του προηγούμενου υπόλοιπου κεφαλαίου, δηλαδή πάνω στο εκάστοτε υπόλοιπο κεφαλαίου[8] και εξήγησε τη σχετική μαθηματική πράξη, που διενηργείται για σκοπούς υπολογισμού του τόκου με συγκεκριμένη αναφορά στο Τεκμήριο 19, ενώ το υπόλοιπο αφορούσε το ποσό που χρωστούσε ο πελάτης. Από το Τεκμήριο 19 αλλά και τα όσα εξήγησε ο Μ.Ε.2 εύκολα συνάγεται ότι οι δεδουλευμένοι τόκοι για κάθε περίοδο προστίθεντο μεν στο υπόλοιπο, όμως ο τόκος υπολογίζετο πάνω στο εκάστοτε υπόλοιπο κεφαλαίου. Αυτό μάλιστα φαίνεται καλύτερα στις ημερομηνίες κατά τις οποίες είχαν γίνει πληρωμές στο λογαριασμό οπότε φαίνεται ξεκάθαρα και πως γινόταν ο καταμερισμός τους, δηλαδή με βάση τον τρόπο που εξήγησε ο Μ.Ε.
  9. Υπό το φως των πιο πάνω η θέση της Υπεράσπισης περί ανατοκισμού δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή γιατί διαψεύδεται από όλα όσα προσπάθησα να εξηγήσω ανωτέρω. Πέραν από τα πιο πάνω έχουμε ήδη αναφέρει, εξετάζοντας τα εγερθέντα στην παρούσα υπόθεση νομικά ζητήματα, ότι η Ενάγουσα, μετά την 1/1/01 που ο Νόμος 160(Ι)/99 τέθηκε σε ισχύ, ενήργησε με βάση τις πρόνοιες της σχετικής νομοθεσίας αναφορικά με την κεφαλαιοποίηση του τόκου, δικαίωμα που της παρείχετο συμφώνως των επιδίκων Συμφωνιών. Υπενθυμίζω εδώ ότι με βάση το Νόμο 160(Ι)/99 τα τραπεζικά ιδρύματα μπορούν να κεφαλαιοποιούν τον τόκο δύο φορές το χρόνο και επιτρέπεται ο ανατοκισμός δύο φορές το χρόνο. Σε σχέση με τη Συμφωνία που αφορά τον τρεχούμενο λογαριασμό ημερ. 7/12/98 (Τεκμήριο 7) σχετικός είναι ο όρος 2 που διαλαμβάνει ότι: «Ολες αυτές οι υποχρεώσεις θα κεφαλαιοποιούνται την 31η Δεκεμβρίου κάθε χρόνο ή σύμφωνα με την τακτική που ακολουθείται κατά καιρούς από την Τράπεζα» (δική μου υπογράμμιση). Οσον αφορά τη Συμφωνία Δανείου ημερ. 7/12/98 (Τεκμήριο 12) σχετικός είναι ο όρος 3 που διαλαμβάνει ότι: «
  10. Το παραπάνω δάνειο θα χρεώνεται με (α) Επιτόκιο προς 8% το χρόνο.......... (β) Προμήθεια που υπολογίζεται.......... (γ) Τραπεζικά δικαιώματα ............ Ολες αυτές οι χρεώσεις θα κεφαλαιοποιούνται κάθε φορά στις 31 Δεκεμβρίου κάθε χρόνου ή σύμφωνα με τη Νομοθεσία που ισχύει κάθε φορά και/ή την πρακτική της Τράπεζας.» (δική μου υπογράμμιση) Περαιτέρω, ο ΜΥ1 στη μαρτυρία του ανέφερε ότι στην ανάλυση που έκανε και περιέχεται στη Μελέτη που ετοίμασε (Τεκμήριο 22) ο υπολογιζόμενος τόκος κεφαλαιοποιείται μια φορά το χρόνο και αυτό παρά το γεγονός ότι είχε δηλώσει ότι γνώριζε τις πρόνοιες του Νόμου 160(Ι)/89 οι οποίες προνοούν για τη δυνατότητα κεφαλαιοποίησης τόκου δύο φορές το χρόνο με βάση τις οποίες όπως ήδη έχουμε αποφανθεί οι Ενάγοντες είχαν δικαίωμα να προβαίνουν σε κεφαλαιοποίηση του τόκου δύο φορές το χρόνο. Οσον αφορά τη θέση του Μ.Υ.1 για τον καθορισμό και προσδιορισμό του κεφαλαίου που η Τράπεζα παραχώρησε στον εναγόμενο 1 σε σχέση με τον τρεχούμενο λογαριασμό 048-11-019229 με βάση τη Συμφωνία Τεκμήριο 7 και τον λογαριασμό 182-21-067308 (trading account) με βάση τη Συμφωνία Τεκμήριο 1 υπό το φως της σχετικής νομολογίας στην οποία έγινε αναφορά στα πλαίσια εξέτασης του Τρίτου Νομικού Ερωτήματος[9] και των όσων με σαφήνεια επεξήγησε ο Μ.Ε.2 στη διάρκεια της μαρτυρίας του, δεν μπορώ να την αποδεκτώ και, συνεπώς, την απορρίπτω. Κατ΄ ακολουθία της πιο πάνω αξιολόγησης θεωρώ ότι η μαρτυρία του Μ.Ε.2 ήταν και σαφής και πλήρως επεξηγηματική σ΄ όλα τα ερωτήματα που κάλυψε και κυρίως σ΄ ό,τι αφορά τον τρόπο υπολογισμού και χρέωσης των τόκων στους λογαριασμούς των επίδικων Συμφωνιών ενώ έδωσε πειστικές εξηγήσεις μέσω παράθεσης συγκεκριμένων παραδειγμάτων γιατί η μεθοδολογία που ακολούθησε ο Μ.Υ.1 στον υπολογισμό των χρεωθέντων τόκων δεν ήταν ορθή. Για όλα αυτά την αποδέχομαι στο σύνολό της. Οσον αφορά τη μαρτυρία του Μ.Υ.1 ήδη έχω αναφερθεί στο στάδιο που την αξιολογούσα στους λόγους που δεν μπορώ να την αποδεκτώ καθ΄ όσον αφορά τον τρόπο και τη μεθοδολογία υπολογισμού των τόκων στους λογαριασμούς των επιδίκων Συμφωνιών. Αναθεωρημένες Καταστάσεις Λογαριασμού - Απόδειξη Οφειλόμενων Ποσών Η πλευρά των εναγόντων προς τον σκοπό απόδειξης της απαίτησής της έχει μέσω του Παύλου Σταύρου (Μ.Υ.2) καταθέσει καταστάσεις λογαριασμού που αφορούν και τους τρεις επίδικους λογαριασμούς του εναγόμενου 1 (Τεκμήρια 19, 20 και 21). Διευκρινίζεται ότι αρχικώς η πλευρά των εναγόντων είχε βασιστεί σε διαφορετικές καταστάσεις λογαριασμού ως εξής: · Για τον τρεχούμενο λογαριασμό υπ΄ αριθμό 048-11-01929 κατατέθηκε κατάσταση λογαριασμού το Τεκμήριο
  11. · Για τον λογαριασμό δανείου υπ αριθμό 048-12-037396 κατατέθηκε κατάσταση λογαριασμού το Τεκμήριο
  12. · Για τον επενδυτικό λογαριασμό υπ΄ αριθμό 182-21-067308 κατατέθηκε κατάσταση λογαριασμού το Τεκμήριο
  13. Όπως επεξηγήθηκε από τον Μ.Ε.2 η τράπεζα βασίζει, πλέον, την απαίτησή της εναντίον των εναγομένων σε αναθεωρημένες καταστάσεις λογαριασμού τις οποίες ο ίδιος είχε την ευκαιρία να ετοιμάσει χωρίς να περιέχεται σ΄ αυτές ανατοκισμός. Επομένως η βάση της παρούσας απαίτησης είναι οι καταστάσεις λογαριασμών Τεκμήρια 19, 20 και
  14. Πρέπει να επισημάνουμε ευθύς εξ αρχής ότι ο Μ.Ε.2 δεν έχει αντεξεταστεί όσον αφορά την ορθότητα των καταγραφέντων αριθμών ή την ακρίβεια των πράξεων που περιέχονται σε αυτές και ούτε έχουν αμφισβητηθεί οι πράξεις που καταγράφονται σε όλες τις εν λόγω καταστάσεις, εκτός από ένα σημείο. Ότι δηλαδή οι χρεωνόμενοι τόκοι γίνονταν κατά παράβαση της μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας και/ή κατά παράβαση της κειμένης νομοθεσίας λόγω ανατοκισμού, λόγω κεφαλαιοποίησης δύο φορές τον χρόνο και λόγω αντισυμβατικής και/ή παράνομης τροποποίησης και/ή αύξησης του επιτοκίου με αποτέλεσμα να αμφισβητείται, στο τέλος της ημέρας, το ύψος της οφειλής τους. Στο σημείο αυτό να πούμε δυο λόγια σε σχέση με τον τρόπο που πρέπει να αντιμετωπιστούν οι καταστάσεις λογαριασμού, Τεκμήρια 19, 20 και
  15. Το ΄Αρθρο 22 του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ. 9, όπως έχει τροποποιηθεί μεταγενέστερα, είναι σχετικό και το παραθέτω: «22.-
(1)Τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος άρθρου, αντίγραφο καταχώρισης σε τραπεζικά βιβλία γίνεται δεκτό σε όλες τις νομικές διαδικασίες ως εκ πρώτης όψεως απόδειξη τέτοιας καταχώρισης και των θεμάτων, δοσοληψιών και λογαριασμών που είναι καταχωρισμένα σ΄ αυτό.
(2)Αντίγραφο καταχώρισης σε τραπεζικό βιβλίο δε γίνεται δεκτό ως απόδειξη δυνάμει του παρόντος άρθρου, εκτός αν αποδειχθεί ότι κατά το χρόνο της καταχώρισης το βιβλίο ήταν ένα από τα συνήθη βιβλία της τράπεζας και η καταχώριση έγινε κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών και ότι το βιβλίο βρίσκεται υπό τη φύλαξη και τον έλεγχο της τράπεζας. Μαρτυρία για το πιο πάνω δύναται να δοθεί από διευθυντή ή υπάλληλο της τράπεζας είτε προφορικά είτε με ένορκη δήλωση.
(3)Αντίγραφο της καταχώρισης σε τραπεζικό βιβλίο δε γίνεται δεκτό ως απόδειξη δυνάμει του παρόντος άρθρου, εκτός αν αποδειχθεί περαιτέρω ότι το αντίγραφο έχει συγκριθεί με την αρχική καταχώριση και διαπιστώθηκε ότι είναι ορθό. Μαρτυρία για το πιο πάνω δύναται να δοθεί είτε προφορικά είτε με ένορκη δήλωση, από πρόσωπο το οποίο έλεγξε το αντίγραφο με την αρχική καταχώριση.
(2)Στο παρόν άρθρο- 'τράπεζα' ή 'τραπεζίτης' σημαίνει τράπεζα η οποία έχει άδεια να διεξάγει τραπεζική εργασία δυνάμει του περί Τραπεζικών Εργασιών (Προσωρινοί Περιορισμοί) Νόμου. 'τραπεζικά βιβλία', οπουδήποτε απαντάται, εκτός αν από το κείμενο προκύπτει διαφορετική έννοια, περιλαμβάνει καθολικά, ημερολόγια, ταμεία, λογιστικά βιβλία και άλλα αρχεία χρησιμοποιούμενα κατά τη συνήθη εργασία τράπεζας, είτε αυτά είναι σε γραπτή μορφή είτε φυλάσσονται σε μικροταινίες, μαγνητοταινίες ή σε οποιαδήποτε άλλη μορφή μηχανικού ή ηλεκτρονικού μηχανισμού ανάκτησης πληροφοριών.» Στα εδάφια
(2)και
(3)που ακολουθούν τίθενται οι προϋποθέσεις που πρέπει να υπάρχουν ώστε να γίνει αποδεκτό έγγραφο (αντίγραφο). Οι προϋποθέσεις είναι: - Κατά το χρόνο καταχώρισης το βιβλίο να ήταν ένα από τα συνήθη βιβλία της Τράπεζας. - Η καταχώριση να έγινε κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών της. - Το βιβλίο να βρίσκεται από τη φύλαξη και τον έλεγχο της Τράπεζας. - Το αντίγραφο να έχει συγκριθεί με την αρχική καταχώριση και να διαπιστώθηκε ότι είναι ορθό. Οι πιο πάνω προϋποθέσεις μπορούν να αποδειχθούν με σχετική ένορκη δήλωση ή προφορική μαρτυρία. Για τις πρώτες τρεις αρκεί η μαρτυρία Διευθυντή ή υπαλλήλου της Τράπεζας, ενώ για την τελευταία, απαιτείται μαρτυρία από το πρόσωπο το οποίο έλεγξε το αντίγραφο με την αρχική καταχώριση. Οι καταστάσεις λογαριασμού που έχουν κατατεθεί ως Τεκμήρια 19, 20 και 21, ενόψει του ΄Αρθρου 22 (ανωτέρω), συνιστούν εκ πρώτης όψεως απόδειξη των καταχωρήσεων, θεμάτων, δοσοληψιών και λογαριασμών που είναι καταχωρημένα σε αυτές. Το ΄Αρθρο 22 δημιουργεί ένα μαχητό τεκμήριο που αντιστρέφει το βάρος απόδειξης. Η συνέπεια της εφαρμογής του τεκμηρίου είναι να υποβοηθηθεί ο διάδικος προς όφελος του οποίου αυτό εγείρεται και να αναμένει να δει κατά πόσο ο αντίδικος θα αμφισβητήσει το τεκμήριο και θα παρουσιάσει ανταπόδειξη προς αντίκρουση του τεκμηρίου. Το βάρος απόδειξης, επομένως, για αντίκρουση των καταχωρίσεων στους επίδικους λογαριασμούς, ή, καλύτερα, τις καταστάσεις των επίδικων λογαριασμών έχουν οι εναγόμενοι. Από τη μαρτυρία του ΜΕ1 σχετικά με τις καταστάσεις ΤΕΚΜΗΡΙΑ 3, 8, 8Α, 13 καθώς και τη μαρτυρία του ΜΕ2 σχετικά με τις αναθεωρημένες καταστάσεις ΤΕΚΜΗΡΙΑ 19, 20, 21 η οποία, όπως φαίνεται ανωτέρω, κρίθηκε αξιόπιστη στο σύνολο της προέκυψε ότι οι χρεωπιστώσεις που γίνονταν ως αποτέλεσμα των συναλλαγών του Εναγομένου 1 καταχωρούνταν στους λογαριασμούς του στον κεντρικό υπολογιστή της Τράπεζας ο οποίος βρισκόταν και βρίσκεται πάντα υπό την κατοχή και τον έλεγχο των εναγόντων. Επίσης προέκυψε ότι, κατά το χρόνο καταχώρισης, ο κεντρικός αυτός υπολογιστής και, κατ΄ επέκταση όλες οι καταχωρήσεις σε όλους τους λογαριασμούς, αποτελούν τα συνήθη τραπεζικά βιβλία των Εναγόντων, οι δε καταχωρήσεις γίνονταν κατά τη συνήθη πορεία των εργασιών της Τράπεζας. Τέλος, προέκυψε ότι έγινε σύγκριση των καταχωρήσεων που βρίσκονται στον ηλεκτρονικό υπολογιστή/τραπεζικό βιβλίο των Εναγόντων και των καταχωρήσεων στους λογαριασμούς και κρίθηκε ότι ήταν ορθή αντιγραφή/αναπαραγωγή των αρχικών καταχωρήσεων στο τραπεζικό βιβλίο των Εναγόντων. Πέραν των πιο πάνω επισημαίνεται ότι σε καμία περίπτωση δεν αμφισβητήθηκαν από τους Εναγόμενους οι οποιεσδήποτε συναλλαγές και χρεωπιστώσεις έγιναν στους επίδικους λογαριασμούς, ούτε και προσκομίσθηκε οποιαδήποτε μαρτυρία που να τις αμφισβητεί πλην των τόκων που χρεώθηκαν οι επίδικοι λογαριασμοί. Σε καμία περίπτωση αμφισβητήθηκε είτε η ακρίβεια των πράξεων, είτε η ορθότητα των αριθμών που καταγράφονται στους επίδικους λογαριασμούς εκτός, επαναλαμβάνω, από τους τόκους. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Κατ΄ ακολουθία όλων των πιο πάνω οι ενάγοντες έχουν αποδείξει πλήρως και στον απαιτούμενο βαθμό την αξίωσή τους εναντίον των εναγόμενων 1, 2 και 4. Ως αποτέλεσμα η αξίωση των εναγόντων πετυχαίνει με αναφορά στα ποσά που οφείλει ο εναγόμενος 1 βάσει των αναθεωρημένων καταστάσεων (ΤΕΚΜΗΡΙΑ 19, 20 και 21). Αυτά έχουν ως ακολούθως: ® Για το λογαριασμό 048-11-19229 ποσό €396.775,35 με τόκο 11,75% από 1.01.2009. ® Για το λογαριασμό 048-12-0373395 ποσό €46.992,02 με τόκο 11,75% από 1.01.2009 ® Για το λογαριασμό 182-21-067308 ποσό €21.025,38 με τοκο 11,75% από 1.01.2009. Ως εκ τούτου εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγόντων ως ακολούθως: (Α) Εναντίον των εναγόμενων 1, 2 και 4 αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα με την επιδίκαση ποσού €464.792,75 σεντ, πλέον τόκο προς 11.75% ετησίως από 1.01.2009 μέχρι εξόφλησης. (Β) Εναντίον της εναγόμενης 2 διάταγμα για την πώληση με δημόσιο πλειστηριασμό του δυνάμει της Υποθήκης του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λάρνακας ενυπόθηκου ακίνητου της εναγόμενης αρ. 2 με αριθμό εγγραφής ΑΝ168 (17.11.1988) Φ/Σχ. XL/39.5 III Τμήμα ΑΝ, Τεμάχιο 240 χωράφι με οικία στην οδό 25ης Μαρτίου αρ. 8 στην Αραδίππου, Λάρνακα, δυνάμει της Υποθήκης του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λάρνακας Υ3823/1948, ημερομηνίας 2.12.1998, η οποία υποθήκη έχει εγγραφεί προς όφελος των εναγόντων. Τα έξοδα θα ακολουθήσουν το αποτέλεσμα και συνεπώς επιδικάζονται προς όφελος των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων 1, 2 και 4 όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Α.Ε.Δ. [1] Δέστε, μεταξύ άλλων, Παπακόκκινου κ.α. ν. Σμιρλή κ.α.
(2001)1 Α.Α.Δ. 506, C & A Pelekanos Associates Ltd. ν. Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273 και Χατζηγεωργίου ν. Δημοκρατίας
(1995)1 Α.Α.Δ. 174. [2] Δέστε Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056. [3] Δέστε ΄Αρθρο 7 του Ν.160
(1)/99. [4] Δέστε ΄Αρθρο 8 του Ν.160
(1)/99. [5] «3
(1)Όλα τα πιστωτικά ιδρύματα έχουν υποχρέωση- (α) .. .. .. .. .. .. .. .. (β) .. .. .. .. .. .. .. .. (γ) να ενημερώνουν τους οφειλέτες είτε με ανακοίνωση στον ημερήσιο τύπο είτε με γραπτή ειδοποίηση προς αυτούς για τυχόν αλλαγή στο επιτόκιο ή στον τρόπο υπολογισμού του ή στο χρόνο καταβολής του ή γενικά για οποιαδήποτε άλλη αλλαγή. (δ) .. .. .. .. ... .. .. .. .. .. .. ..» [6] «3
(1)Όλα τα πιστωτικά ιδρύματα έχουν υποχρέωση- (α) .. .. .. .. .. .. .. .. .. .. .. (β) .. .. .. .. .. .. .. .. .. .. .. (γ) .. .. .. .. .. .. .. .. .. .. .. (δ) να μην ανατοκίζουν περισσότερο από δύο φορές το χρόνο.» [7] Δέστε όρο 2(α) του Τεκμηρίου 7. [8] Δέστε στήλη «Κεφάλαιο» στο Τεκμήριο 19. [9] Δέστε Archbold Investments Ltd. κ.α. ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ.
(2006)1 Α.Α.Δ. 1084, 1096. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.