Εφορος Φόρου Προστιθέμενης Αξίας ν. FREE LINE HAIRDRESSING BEAUTY SALON (LARNACA) LTD, Αρ. Αγωγής: 3008/2007., 12 Nοεμβρίου, 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2010:A96 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3008/
- Μεταξύ: Εφορος Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Ενάγοντα, και FREE LINE HAIRDRESSING & BEAUTY SALON (LARNACA) LTD Εναγομένων Αίτηση ημερ. 15/10/10 για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. 12 Nοεμβρίου,
- ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Αιτητές-Εναγόμενους: κ. Αντ.Σωτηρίου. Για Καθ΄ ου η αίτηση-Ενάγοντα: κα Ματθαίου. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Mε την παρούσα αίτηση οι Αιτητές-Εναγόμενοι ζητούν διάταγμα του Δικαστηρίου για να καταχωρίσουν στην ένστασή τους συμπληρωματική ένορκη δήλωση. ΑΙΤΗΣΗ ΚΑΙ ΕΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΠΟΥ ΤΗ ΣΥΝΟΔΕΥΕΙ Η Αίτηση βασίζεται στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ.6, και στην Δ.39, θ.1 και Δ.48, θθ.4, 8 και 9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Η Αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Μιχάλη Παντέχη, Διευθυντή των Εναγομένων. Σ΄ αυτή αναφέρονται, όπως μπορώ να συνοψίσω, τα ακόλουθα: · Όπως πληροφορείται από τους δικηγόρους των Εναγομένων διαπιστώθηκε κατά το στάδιο προετοιμασίας της ακρόασης της αίτησης ότι η ένορκη δήλωση η οποία είχε καταχωρηθεί προς υποστήριξη της ένστασης των εναγομένων εκ παραδρομής δεν περιείχε ισχυρισμούς για υποστήριξη του 4ου λόγου αυτής. Ειδικότερα δεν περιλήφθηκε ισχυρισμός ότι κατά το έτος 1998, που είναι ο κρίσιμος χρόνος κατά τον οποίο υπάρχει ο ισχυρισμός των Εναγόντων πως οι Εναγόμενοι προέβηκαν σε καταδολιευτική πράξη, δεν ίσχυε ο Νόμος 134(Ι)/99 ο οποίος τροποποίησε τον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ.6 με την κατάργηση και αντικατάσταση των μερών VIII και IX του Νόμου αυτού. · Από νομική συμβουλή που ο ενόρκως δηλών λαμβάνει πληροφορείται ότι ο Νόμος 134(Ι)/99 δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας στις 19/11/99 και, συνεπώς, δεν καλύπτει νομικά την περίοδο πριν από τη δημοσίευση. · Όπως πληροφορείται από τους δικηγόρους του τα πιο πάνω συνιστούν ειδικό λόγο για να επιτραπεί στους Εναγόμενους να καταχωρήσουν συμπληρωματική ένορκη δήλωση για να μπορέσουν να προβάλουν τα πιο πάνω προς υποστήριξη των λόγων ένστασης τους. ΕΝΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΕΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΠΟΥ ΤΗ ΣΥΝΟΔΕΥΕΙ Στην Αίτηση κατεχωρήθη ΄Ενσταση με την ίδια νομική βάση ως η Αίτηση και σ΄ αυτή εξειδικεύονται οι ακόλουθοι λόγοι: § Δεν αποκαλύπτεται καλός λόγος για την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. § Η ένορκη δήλωση της οποίας ζητείται η καταχώρηση δεν περιέχει μαρτυρία αλλά νομικούς ισχυρισμούς και/ή ισχυρισμούς που δεν δύνανται να προβληθούν με ένορκη δήλωση. § Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση είναι αόριστη και/ή ατεκμηρίωτη και/ή δεν αποκαλύπτει επαρκή γεγονότα που δύνανται να στηρίξουν την αιτούμενη θεραπεία. Η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ΄Ενσταση υιοθετεί τους λόγους που καταγράφονται στο σώμα της ΄Ενστασης. ΘΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΕΙΣΗΓΗΣΕΙΣ ΤΩΝ ΜΕΡΩΝ Κατά την ακρόαση της αίτησης αμφότεροι οι συνήγοροι των διαδίκων αγόρευσαν υποστηρίζοντας τις εκατέρωθεν θέσεις τους. Ο κ. Σωτηρίου εκ μέρους των Αιτητών-Εναγομένων εισηγήθηκε εν πρώτοις ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να αγνοήσει την ένσταση καθότι δεν καταγράφει το συγκεκριμένο άρθρο του Νόμου ή τους συγκεκριμένους διαδικαστικούς Κανονισμούς επί των οποίων βασίζεται αλλά γενικά στους Θεσμούς επί των οποίων στηρίζεται και η αίτηση χωρίς να εξειδικεύονται. Περαιτέρω, υποστήριξε ότι απουσιάζουν τα απαραίτητα γεγονότα στα οποία οι Καθ΄ ων η Αίτηση στηρίζουν την ένσταση τους καθότι η απλή επίκληση μέσω της ένορκης δήλωσης του περιεχομένου της ένστασης δεν το καθιστά μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου. Οσον αφορά την ουσία της Αίτησης ο συνήγορος επικαλέστηκε τη Δ.48 θ.4
(2)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας η οποία προβλέπει ότι το Δικαστήριο έχει τη διακριτική ευχέρεια για καλό λόγο να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Όπως εξήγησε ο σκοπός της καταχώρησης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης είναι να περιληφθεί ισχυρισμός που να υποστηρίζει τη θέση των εναγομένων ότι η νομική βάση της αίτησης των Εναγόντων είναι ελλειπής και/ή λανθασμένη σύμφωνα με τον 4ο λόγο ένστασης. Με άλλα λόγια ανέφερε με τη συμπληρωματική ένορκη δήλωση οι Εναγόμενοι επιθυμούν να θέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία σχετικά με τον 4ο λόγο ένστασης τους και για να μπορούν οι Εναγόμενοι να τα αναπτύξουν ενώπιον του Δικαστηρίου κατά την εκδίκαση της κυρίως αίτησης. Ο κ. Σωτηρίου απέρριψε τον ισχυρισμό της άλλης πλευράς ότι με την προτεινόμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση οι Εναγόμενοι επιχειρούν να φέρουν σε γνώση του Δικαστηρίου νομικούς ισχυρισμούς και όχι μαρτυρία. Η κα Ματθαίου για τους Ενάγοντες, αφού αναφέρθηκε σε αποφάσεις των Επαρχιακών Δικαστηρίων που εξέτασαν τον τρόπο εφαρμογής της Δ.48 Θ.4
(2)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, υποστήριξε ότι στην προκειμένη περίπτωση οι Εναγόμενοι επιχειρούν να θέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου νομικά επιχειρήματα υπό τη μορφή μαρτυρίας μέσω ενόρκου δηλώσεως, χωρίς να εξηγείται είτε η αναγκαιότητα της ένορκης δήλωσης, είτε ο λόγος που οι εν λόγω νομικοί ισχυρισμοί δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο επιχειρηματολογίας κατά το στάδιο των αγορεύσεων. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η Δ.48 θ.4
(2)μετά από αναμόρφωση της με την Κ.Δ.Π, 5/99, ημερ. 23/12/99 διαμορφώθηκε ως εξής: «
(2)Το Δικαστήριο ή Δικαστής μετά από αίτηση ή προφορικό αίτημα, μπορεί, για καλό λόγο να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων. Η ακρόαση αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Διαταγή 39.» Με βάση αυτό το Θεσμό, σε περίπτωση αμφισβητουμένων γεγονότων, αποκλείεται πλέον, σε αντίθεση με το τι ίσχυε με τον παλαιό Θεσμό, η προσαγωγή πρόσθετης προφορικής μαρτυρίας, εκτός, βέβαια, από τη δυνατότητα αντεξέτασης, κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου, των ενόρκως δηλούντων. Τα συμπεράσματα τα οποία εύκολα εξάγονται από την ανάγνωση του κειμένου της πιο πάνω δικονομικής πρόνοιας είναι κατ΄ αρχήν τα ακόλουθα:
- Πέραν της αρχικής ή των αρχικών ενόρκων δηλώσεων που συνοδεύουν την Αίτηση δια κλήσεως, ή την Ειδοποίηση Πρόθεσης Ενστασης, το Δικαστήριο μπορεί να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων.
- Οι λέξεις «μπορεί να επιτρέψει» αφ΄ εαυτών υποδηλώνουν το ότι το Δικαστήριο διατηρεί τη διακριτική ευχέρεια κατά πόσο να επιτρέψει ή όχι την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης[1].
- Για να επιτρέψει το Δικαστήριο την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, θα πρέπει αυτός που την ζητά να καταδείξει την ύπαρξη «καλού λόγου» για τον οποίο θα έπρεπε να του επιτραπεί.
- Η καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης χωρίς άδεια του Δικαστηρίου δεν επιτρέπεται από τον Θεσμό, και οποιαδήποτε καταχωρηθείσα χωρίς άδεια τέτοια ένορκη δήλωση, σύμφωνα με τη νομολογία θα πρέπει να παραγνωρίζεται. Στην πράξη, οι πρόνοιες του πιο πάνω Θεσμού εφαρμόζονται όταν, μετά την καταχώρηση της Ενστασης ο αιτητής αισθάνεται την ανάγκη να απαντήσει, αντικρούσει ή αμφισβητήσει κάποια συγκεκριμένα επί μέρους θέματα που εγείρονται μέσω της Ενστασης, οπότε και ζητεί, είτε προφορικά, είτε με γραπτή αίτηση, όπως του επιτραπεί να καταχωρήσει απαντητική-συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Στόχος της καταχώρισης συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων είναι η ολοκληρωμένη παρουσίαση είτε της Αίτησης, είτε της ΄Ενστασης ώστε αυτή να οδηγηθεί σε ακρόαση στη βάση της ολοκληρωμένης εικόνας της διαφοράς. Και, βεβαίως, σκοπός της Δ.48, θ.4 είναι η παρουσίαση ενώπιον του Δικαστηρίου όλων εκείνων των γεγονότων που είναι αναγκαία για να υποστηριχθεί η εκατέρωθεν θέση των διαδίκων. ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΝΟΜΙΚΩΝ ΑΡΧΩΝ ΣΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ Καθοδηγούμενη από την πιο πάνω προσέγγιση προχωρώ να εξετάσω την υπό κρίση Αίτηση. Εν πρώτοις να αναφέρω ότι δεν συμφωνώ με την εισήγηση των Αιτητών/Εναγομένων ότι η ΄Ενσταση των καθ΄ ων η αίτηση θα πρέπει να αγνοηθεί λόγω του ότι δεν καταγράφει το συγκεκριμένο άρθρο του Νόμου ή τους συγκεκριμένους διαδικαστικούς κανονισμούς επί των οποίων βασίζεται. Στο σώμα της ΄Ενστασης καταγράφεται ότι αυτή βασίζεται «στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς επί των οποίων στηρίζεται και η αίτηση». Θεωρώ ότι με αυτό τον τρόπο υιοθετείται η νομική βάση της υπό κρίση αίτησης χωρίς να καταγράφονται εξειδικευμένα οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας που αναφέρονται στη νομική βάση της Αίτησης. ΄Οσον αφορά τη θέση των Εναγόμενων/Αιτητών, ότι απουσιάζουν τα απαραίτητα γεγονότα στα οποία ο καθ΄ου η αίτηση στηρίζει την ΄Ενστασή του είναι η θέση μου ότι μια ένσταση η οποία δεν στηρίζεται σε ένορκη δήλωση για γεγονότα τα οποία δεν φαίνονται στο δικαστικό φάκελο πάσχει στο βαθμό εκείνο που η υποστήριξή της από ένορκη δήλωση θα ήταν αναγκαία[2]. Δηλαδή εκεί όπου είναι αναγκαίο να προσφερθεί πραγματικό υπόβαθρο το οποίο θα στηρίξει στη συνέχεια σχετική επιχειρηματολογία. Στην προκείμενη περίπτωση δεν φαίνεται να υπάρχει τέτοια αναγκαιότητα δεδομένης της φύσης των λόγω που εξειδικεύονται στο σώμα της ΄Ενστασης. Προχωρώ στη συνέχεια να εξετάσω την ουσία της υπό κρίση Αίτησης. Στην προκειμένη περίπτωση οι Αιτητές-Εναγόμενοι έχοντας υποβάλει την παρούσα αίτηση με την οποία ζητείται διάταγμα για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης θα πρέπει να πείσουν το Δικαστήριο ότι το αίτημά τους υποβάλλεται για καλό λόγο. Όπως αναφέρεται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση σκοπός της καταχώρισης συμπληρωματικής ενόρκου δηλώσεως είναι η συμπερίληψη του ισχυρισμού από πλευράς εναγομένων ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο δεν ίσχυε ο Νόμος 134(Ι)/1999, ο οποίος τροποποίησε τον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο με την κατάργηση και αντικατάσταση των μερών VIII και ΙΧ του ΚΕΦ. 6, προς υποστήριξη του τέταρτου λόγου ενστάσεως. Θα συμφωνήσω με τη θέση του Καθ΄ ου η αίτηση-Ενάγοντα ότι αυτό που ουσιαστικά επιχειρείται να συμπεριληφθεί υπό μορφή μαρτυρίας μέσω συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης είναι νομικά επιχειρήματα και όχι μαρτυρία. Νομικά επιχειρήματα και γενικότερα οποιαδήποτε επιχειρηματολογία δεν έχουν θέση σε ένορκη δήλωση εφόσον σ΄ αυτή μόνο μαρτυρία πρέπει να περιλαμβάνεται. Κατά την άποψή μου, οι αιτητές/εναγόμενοι έχοντας συμπεριλάβει τον τέταρτο λόγο ένστασης στην ένστασή τους είναι ελεύθεροι κατά το κατάλληλο στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας να αναπτύξουν αυτό τον λόγο με την απαραίτητη επιχειρηματολογία. Τα όσα επιχειρούν λοιπόν να συμπεριλάβουν μέσω συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, κατά την άποψή μου, δεν προσθέτουν οτιδήποτε το οποίο δεν θα μπορούσε να υποστηριχθεί και να αναπτυχθεί με επιχειρηματολογία κατά το στάδιο των αγορεύσεων. Κατ΄ ακολουθίαν των πιο πάνω κρίνω ότι δεν έχει αποδειχθεί, με βάση τα όσα έχουν αναφερθεί από πλευράς αιτητών/εναγομένων, η ύπαρξη καλού λόγου που να δικαιολογεί στην προκειμένη περίπτωση την παραχώρηση άδειας από το Δικαστήριο για την καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Κατ΄ ακολουθίαν όλων των πιο πάνω, είναι η κρίση μου ότι η παρούσα Αίτηση πρέπει να απορριφθεί και, επομένως, απορρίπτεται. Οσον αφορά το θέμα των εξόδων δεν βρίσκω κανένα λόγο για να παρεκκλίνω από τον γενικό κανόνα ότι αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα εκτός αν υπάρχει καλός λόγος για έκδοση διαφορετικής διαταγής, και, συνεπώς, ο Καθ΄ου η αίτηση δικαιούται τα έξοδά του. Κατά συνέπεια τα έξοδα της παρούσας αίτησης επιδικάζονται υπέρ του Καθ΄ου η αίτηση και εναντίον των Αιτητών όπως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Α.Ε.Δ. [1] Δέστε Αίτηση Φυλόκυπρος Ματθαίου κ.α.
(2008)1 Α.Α.Δ. 510. [2] Δέστε Matthew Shaw κ.α. ν. Depfa Investment Bank Ltd. Αρ. Αγωγής 8809/05 (Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας) ημερ 28/2/07, απόφαση που δόθηκε από τον Στ. Ναθαναήλ Π.Ε.Δ. (όπως ήταν τότε) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο