Frantisek Stepanek κ.α. ν. Elizwood Trading Ltd κ.α., Αρ. Αγ. 2103/2010, 19.11.2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2010:A97 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Γ. Ν. Γιασεμή, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγ. 2103/2010 Μεταξύ:
- Frantisek Stepanek
- Jaroslav Rokos
- Sokolovska Uhelna, Pravni Nastupce A.S. Εναγόντων-Αιτητών -και-
- Elizwood Trading Ltd
- Αντρέας Καραπατάκης
- Avila Consulting Ltd
- Altolex Ltd
- Νεόφυτος Γρηγοριάδης Εναγομένων-Καθ΄ων η αίτηση Αιτήσεις ημερομηνίας 26.10.
- Ημερομηνία: 19.11.
- Εμφανίσεις: Για ενάγοντες-αιτητές: Ο κ. Κ. Θεοδωρίδης με κ. Μ. Κούμα. Για εναγόμενους 1-καθ΄ ων η αίτηση: Ο κ. Μ. Κυριακίδης. Για εναγόμενο 2-καθ΄ ου η αίτηση: Ο κ. Α. Καραπατάκης. Για εναγόμενους 3,4,5-καθ΄ων η αίτηση: Ο κ. Ν. Θρασυβούλου. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Αυτή είναι η δεύτερη αίτηση η οποία υποβάλλεται εκ μέρους των εναγόντων, αιτητών, στο πλαίσιο της μονομερούς αρχικής αίτησης τους ημερομηνίας 28.7.2010 με βάση την οποία εκδόθηκε στις 29.7.2010 διάταγμα αποκάλυψης του τύπου Norwich Pharmacal. Η πρώτη αφορούσε αίτημα για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης και απέτυχε. Η παρούσα, που στην πραγματικότητα είναι δύο πανομοιότυπες αιτήσεις οι οποίες εξετάζονται μαζί, αφορά αίτημα για αντεξέταση του Petr Zacoucky και του Νεόφυτου Γρηγοριάδη. Είναι τα πρόσωπα τα οποία ορκίστηκαν τις ένορκες δηλώσεις οι οποίες συνοδεύουν τις ενστάσεις των εναγομένων, καθ΄ ων η αίτηση, στην προαναφερθείσα αρχική αίτηση των εναγόντων. Αφού δηλώθηκε ότι το αίτημα θα ήταν μακροσκελές δόθησαν οδηγίες και υποβλήθηκε γραπτώς. Οι εναγόμενοι πρόβαλαν ένσταση η οποία εκδηλώθηκε με τον ίδιο τρόπο. Στο μεταξύ, παρόμοια αίτηση υπέβαλαν και οι εναγόμενοι 1 ζητώντας να αντεξετάσουν τον ομνύσαντα στην προαναφερθείσα αρχική αίτηση των εναγόντων. Συνεκδικάζεται με την παρούσα παρόμοια αίτηση των τελευταίων, ανκαι δεν υποβλήθηκε ένσταση σ΄ αυτή. Όπως δε δήλωσε ο συνήγορος των εναγόντων αφήνει το θέμα της έγκρισης της ή μη στη διακριτική εξουσία του δικαστηρίου. Οι υπό εξέταση αιτήσεις στηρίζονται στη Δ.39 Κ.1 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών ο οποίος προβλέπει τα ακόλουθα: "Upon an application evidence may be given by affidavit; but the Court or a Judge may, on the request of either party, order the attendance of the deponent for cross-examination." Η λέξη «may», στα ελληνικά «δύναται», υποδηλεί ότι η άσκηση της πιο πάνω εξουσίας επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου. Δεν καθορίζονται όμως στον εν λόγω κανονισμό οποιαδήποτε κριτήρια σε σχέση με την άσκηση της. Επομένως, θα πρέπει να εξεταστεί, για το σκοπό αυτό, το νομικό περιβάλλον εντός του οποίου γίνεται συνήθως η επίκληση της. Κατ΄ αρχάς, θα πρέπει να αναφερθεί η Δ.48 Κ.4
(2)όπου προνοείται ρητά ότι: «Η ακρόαση αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις ..» οι οποίες την στηρίζουν. Η επιφύλαξη με την οποία συνεχίζει η πιο πάνω πρόνοια, και βασικά υπενθυμίζει ότι αυτό γίνεται «τηρουμένης της δυνατότητας για αντεξέταση που προνοείται στη Δ.39», σαφώς δε θέτει οποιαδήποτε προϋπόθεση σε σχέση με την εφαρμογή της προαναφερθείσας ρητής επιταγής. Αλλά έρχεται, μάλλον, ως αρωγός της διαδικασίας αυτής, παρέχοντας τη δυνατότητα για αντεξέταση όπου αυτό κρίνεται αναγκαίο υπό τις δεδομένες, πάντοτε, περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Στο στάδιο αυτό εισέρχεται στην εικόνα η φύση της υπό εξέταση αίτησης και γενικά της διαδικασίας στην οποία αυτή αφορά. Αυτό είναι το άλλο στοιχείο που προσδιορίζει το νομικό περιβάλλον που αναφέρθηκε προηγουμένως. Στην προκειμένη περίπτωση η αρχική αίτηση των εναγόντων αιτητών έχει βασιστεί στο άρθρο 32
(1)του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960. Το διάταγμα δε για αποκάλυψη εκδόθηκε μονομερώς αφού κρίθηκε, προφανώς, ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις τις οποίες θέτει το προαναφερόμενο άρθρο. Η αναθεώρηση του ακολούθως θα διεξαχθεί πάνω στην ίδια νομική βάση, μετά βέβαια και την καταχώριση των ενστάσεων των εναγομένων και λαμβανομένης υπόψη της γραπτής ένορκης μαρτυρίας η οποία τις συνοδεύει. Στο στάδιο αυτό θα εξεταστεί εκ νέου αν, υπό το φως και των θέσεων των εναγομένων, εξακολουθούν να συντρέχουν οι προϋποθέσεις τις οποίες θέτει το άρθρο 32
(1), και αν, τελικώς, είναι πρόσφορο ή δίκαιο να παραμείνει το εν λόγω διάταγμα σε ισχύ. Έχει νομολογιακά καθιερωθεί πως όταν εξετάζεται κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις τις οποίες θέτει το άρθρο 32
(1)του Νόμου 14/1960, το δικαστήριο δεν υπεισέρχεται να εξετάσει την ουσία της διαφοράς των αντιδίκων μερών. Ειδικότερα, δεν αξιολογεί τη μαρτυρία η οποία έχει τεθεί ενώπιον του με τον τρόπο που αναφέρεται πιο πάνω και ούτε προβαίνει σε ευρήματα επί γεγονότων αφορώντα τη διαφορά (βλ. Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263 και Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248). Το μέγιστο στο οποίο μπορεί να φθάσει στο πλαίσιο της άσκησης αυτής είναι να διαπιστώσει αν με βάση την εν λόγω μαρτυρία, εξετάζοντας την ως έχει στην όψη της, όμως με κριτική διάθεση, αποκαλύπτεται ορατή πιθανότητα να δικαιούται ο ενάγοντας σε θεραπεία σε σχέση με τη δικογραφημένη υπόθεση του. (βλ. Odysseos v. Pieris Estates
(1982)1 C.L.R. 557). Η εξέταση αυτή αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32
(1). Όμως, το ίδιο επίπεδο απόδειξης εφαρμόζεται σε σχέση και με την τρίτη προϋπόθεση αφού η αρχή που έχει αναφερθεί προηγουμένως διατρέχει ολόκληρη τη διαδικασία η οποία διεξάγεται στη βάση του εν λόγω άρθρου. Δεδομένης λοιπόν της πιο πάνω αρχής και του επιπέδου απόδειξης που εφαρμόζεται στην περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 32
(1)είναι δύσκολο μάλλον να διαπιστωθεί πάνω σε θεωρητική βάση πότε μπορεί να ασκηθεί η διακριτική εξουσία την οποία προβλέπει η Δ.39 Κ.1. Σε ποια περίπτωση μπορεί να επιτραπεί η αντεξέταση ομνύσαντα σε διαδικασία όπως αυτή που περιγράφεται πιο πάνω; Προφανώς, εξαρτάται από τις συγκεκριμένες περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Ως παράδειγμα μπορεί να αναφερθεί η περίπτωση στην οποία καταδεικνύεται ότι με την αντεξέταση ο ομνύσας δυνατό να αλλάξει την αρχική του θέση και να συμφωνήσει με τη θέση του διαδίκου εκ μέρους του οποίου αντεξετάζεται. Ομολογουμένως πολύ σπάνια μπορεί να συμβεί αυτό. Εξ ου και η γενική παρατήρηση του δικαστή Καλλή Δ., στην υπόθεση Rana Wahed Ali (Αρ.1) 2004 1Γ Α.Α.Δ. 1660 ότι μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις μπορεί να επιτραπεί η αντεξέταση ομνύσαντος επί της ενόρκου δηλώσεως του. Η υπόθεση Σεβαστού ν. Σεβαστού
(2002)1Γ Α.Α.Δ. 1987 πιστεύω δεν αποτελεί παράδειγμα όπου θα έπρεπε να αντεξεταστεί ο ομνύσαντας. Ενώ όπως επισημαίνει περαιτέρω στην υπόθεση Rana Wahed Ali, ανωτέρω, η ύπαρξη ενός τέτοιου ενδεχόμενου, και εν πάση περιπτώσει, γενικά η αναγκαιότητα να επιτραπεί η αντεξέταση ομνύσαντος σε διαδικασία ακροάσεως αίτησης θα πρέπει να καταδειχθεί στη βάση γεγονότων τα οποία τίθενται ενώπιον του δικαστηρίου προς το σκοπό αυτό. Θα πρόσθετα, ίσως και γεγονότων τα οποία συνάγονται από την ήδη τεθείσα ενώπιον του μαρτυρία στο πλαίσιο της βασικής αίτησης. Θα πρέπει, σε κάθε περίπτωση, να ικανοποιείται το δικαστήριο για την ύπαρξη της αναγκαιότητας άσκησης της εν λόγω διακριτικής εξουσίας. Έχοντας δε υπόψη τις αγορεύσεις των συνηγόρων διαπιστώνων ότι αυτοί δε διαφωνούν ως προς τις προαναφερθείσες εφαρμοστέες αρχές. Η διαφωνία τους εστιάζεται, μάλλον, στην αντίληψη τους για την αναγκαιότητα αντεξέτασης σε συνάρτηση με τα γεγονότα. Στην παρούσα υπόθεση ζητείται να διαταχθεί η παρουσίαση στο δικαστήριο των προαναφερθέντων Petr Zacoucky και Νεόφυτου Γρηγοριάδη προκειμένου αυτοί να αντεξεταστούν επί του περιεχομένου των μισών περίπου από τις παραγράφους οι οποίες συναποτελούν την ένορκη δήλωση καθενός από αυτούς. Ενώ στην ένορκη δήλωση η οποία συνοδεύει την αίτηση - υπενθυμίζεται ότι είναι δύο οι αιτήσεις, άρα και οι ένορκες δηλώσεις, όμως είναι όμοιου περιεχομένου - εξηγείται ότι η αντεξέταση τους είναι αναγκαία ώστε να διαφανεί ότι οι ισχυρισμοί τους «δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα», ότι η ένορκη δήλωση του καθενός από αυτούς «περιέχει ανυπόστατους και ατεκμηρίωτους ισχυρισμούς» καθώς επίσης και «παραπλανητικούς ισχυρισμούς και γεγονότα τα οποία αμφισβητούν τις θέσεις και τους ισχυρισμούς των εναγόντων». Και, περαιτέρω, ότι οι ισχυρισμοί των εναγομένων έχουν προβληθεί από τους εν λόγω ομνύσαντες «κατά τρόπο που θα επηρεάσει λανθασμένα την κρίση του δικαστηρίου», κατά την ακρόαση της αναθεώρησης του εκδοθέντος διατάγματος για αποκάλυψη. Συμπληρώνεται δε ότι είναι αναγκαίο όπως οι ισχυρισμοί και τα γεγονότα που έχουν προβάλει οι εν λόγω ομνύσαντες «διασαφηνιστούν προς το δικαστήριο με την αντεξέταση τους». Στη συνέχεια γίνεται αναφορά σε κάθε παράγραφο ξεχωριστά, χωρίς να προστίθεται οποιοσδήποτε άλλος ουσιαστικός λόγος γιατί επιζητείται η αντεξέταση των ομνυσάντων επί του περιεχομένου της, πλην σε κάποιες περιπτώσεις όπου αναφέρεται ότι η αντεξέταση τους είναι αναγκαία ώστε να διαφανεί η γνώση τους. Έχοντας κατά νου τους πιο πάνω λόγους που επικαλούνται οι ενάγοντες διαπιστώνω ότι με την επιδιωκόμενη αντεξέταση, αν επιτραπεί, αναπόφευκτα θα υπεισέλθουν οι ενάγοντες ή οι εναγόμενοι 1, αναλόγως, σε θέματα μαρτυρίας τα οποία προφανώς άπτονται της ουσίας της διαφοράς τους με τους εναγομένους. Κάτι τέτοιο δεν είναι επιτρεπτό στο πλαίσιο εξέτασης αίτησης κάτω από τις πρόνοιες του άρθρου 32
(1)του Νόμου 14/1960 ή αναθεώρησης διατάγματος το οποίο εκδόθηκε με βάση αυτή, όπως είναι η παρούσα περίπτωση. Επομένως, οι αιτήσεις των εναγόντων για το σκοπό αυτό δεν μπορούν να επιτύχουν. Εκ των πραγμάτων, ίδια είναι η τύχη και της ανάλογης αίτησης η οποία υποβλήθηκε εκ μέρους των εναγομένων 1. Για τους λόγους ανωτέρω, οι αιτήσεις των εναγόντων για αντεξέταση ημερομηνίας 26.10.2010 απορρίπτονται με έξοδα υπέρ των εναγομένων και εναντίον των εναγόντων. Αυτά να καταβληθούν με το πέρας της αγωγής αφού υπολογιστούν από την Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Επίσης, για τους ίδιους λόγους, απορρίπτεται και η αίτηση για αντεξέταση των εναγομένων 1 ίδιας ημερομηνίας. Δεν επιδικάζονται έξοδα σε σχέση με αυτήν, με δεδομένο ότι δεν υποβλήθηκε οποιαδήποτε ένσταση. (Υπ.)................... Γ. Ν. Γιασεμής, Π.Ε.Δ. /ΣΣΑ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο