← Κύπρος

Α Σ Τ Υ Ν Ο Μ Ι Α ν. Εδουάρδος Χατζηχάνας, Αρ. Υπόθεσης: 6127/09, 19 Νοεμβρίου, 2010

Α Σ Τ Υ Ν Ο Μ Ι Α ν. Εδουάρδος Χατζηχάνας, Αρ. Υπόθεσης: 6127/09, 19 Νοεμβρίου, 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2010:A98 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Γεωργίου - Αντωνίου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 6127/09 Α Σ Τ Υ Ν Ο Μ Ι Α ν. Εδουάρδος Χατζηχάνας Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 19 Νοεμβρίου, 2010 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Θ. Παπανικολάου Για τον Κατηγορούμενο: κ. Χατζηχάνας ( για να ακούσει απόφαση ο κ. Κυριάκου, ασκούμενος δικηγόρος) Κατηγορούμενος παρόν Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει μια κατηγορία που αφορά το αδίκημα της επίθεσης που προκαλεί πραγματική σωματική βλάβη. Συγκεκριμένα κατηγορείται ότι την 01/10/2008, στη Λάρνακα, στον αυτοκινητόδρομο Ριζοελιάς-Καλού Χωριού, παράνομα επιτέθηκε στον Παύλο Κωνσταντίνου προξενώντας του πραγματική σωματική βλάβη. Η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε προς απόδειξη της υπόθεσής της, τέσσερις μάρτυρες. Πρώτος κατέθεσε ο Αστ.3296, κ. Φωκάς, (Μ.Κ.1), ο οποίος υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσής του και αυτή έγινε Τεκμήριο

  1. Σε αυτήν καταγράφει ότι την 01/10/2008, γύρω στις 20:00, καταγγέλθηκε από τον Παύλο Κωνσταντίνου ότι γύρω στις 19:30, στον αυτοκινητόδρομο Ριζοελιάς-Καλού Χωριού, κοντά στην πρώτη έξοδο προς Αρραδίππου, ο οδηγός άγνωστου οχήματος τον χτύπησε στο πρόσωπο και του προκάλεσε εκδορές στα χέρια, μετά από διαφωνία που είχαν αναφορικά με τον τρόπο που ο ίδιος οδηγούσε. Μετά από μισή ώρα επισκέφθηκε τον Αστυνομικό Σταθμό ο Εδουάρδος Χατζηχάνας και κατάγγειλε ότι στον αυτοκινητόδρομο Ριζοελιάς-Καλού Χωριού, ο οδηγός του οχήματος ΚΤΤ922 του είχε επιτεθεί και τον είχε χτυπήσει στο πρόσωπο, γιατί του είχε ζητήσει εξηγήσεις για τον τρόπο που οδηγούσε. Λήφθηκε ανακριτική κατάθεση από τον Παύλο Κωνσταντίνου και κατηγορήθηκε γραπτώς, στις 06/11/08, ο Εδουάρδος Χατζηχάνας για το αδίκημα της επίθεσης και της πρόκλησης πραγματικής σωματικής βλάβης. Ο συγκεκριμένος μάρτυρας κατέθεσε ως Τεκμήριο 2, τη γραπτή κατηγορία που είχε απαγγείλει στον Εδουάρδο Χατζηχάνα. Αντεξεταζόμενος, ισχυρίστηκε ότι είχε ετοιμάσει την κατάθεσή του στις 22/11/2008 και είχε βασιστεί στα γεγονότα που είχε ακούσει από τους εμπλεκόμενους στο επεισόδιο. Ήταν η θέση του ότι δεν κράτησε οποιεσδήποτε σημειώσεις αναφορικά με τα όσα είχε πράξει. Όμως, ήταν ο ισχυρισμός του ότι όλες οι ενέργειες του, που σχετίζονται με την υπόθεση, καταγράφονται στο ημερολόγιο ενεργείας του Σταθμού και από εκεί μπορεί κάποιος πολύ εύκολα να βρει τις πληροφορίες που γυρεύει. Ισχυρίστηκε ότι όταν προσήλθε ο Παραπονούμενος στο Σταθμό, του είχε δείξει τις εκδορές που υπήρχαν στα δύο του χέρια και ένα σημάδι στα χείλι του, τα οποία είχαν προέλθει, σύμφωνα με τον ισχυρισμό του Παραπονούμενου, από τα χτυπήματα του Κατηγορούμενου, κατά τον καυγά. Ισχυρίστηκε ότι και ο Κατηγορούμενος, όταν προσήλθε στο Σταθμό είχε τραύμα στην περιοχή του αριστερού του ματιού και αιμορραγούσε. Ερωτηθείς, ήταν η θέση του ότι δεν θυμόταν να του είχε αναφέρει ο Κατηγορούμενος ότι είχε χτυπηθεί στη μύτη. Ο ίδιος δεν ήταν σε θέση να αναφέρει πως είχε εξελιχθεί το περιστατικό. Αυτό που γνώριζε, ήταν ότι και οι δύο είχαν εμφανή τραύματα και ότι πιο σοβαρά τραυματισμένος φαινόταν ο Κατηγορούμενος. Όσον αφορά το παράπονο του Κατηγορούμενου, ότι υπέστη επίθεση, ήταν ο ισχυρισμός του ότι είχε κατηγορήσει και τον Παραπονούμενο. Όμως δεν υπήρχε, ήταν η άποψή του, ανεξάρτητη μαρτυρία για να διερευνηθεί περισσότερο το παράπονό του, πλην της κατάθεσης της συζύγου του, η οποία δεν μπορούσε να θεωρηθεί ως ανεξάρτητη. Κατέληξε, ότι ο ίδιος είχε επισκεφθεί τον χώρο που επισυνέβη το συμβάν και ρώτησε τους ενοίκους των δύο σπιτιών που υπάρχουν ακριβώς κάτω από τον αυτοκινητόδρομο, κατά πόσο είχαν αντιληφθεί οτιδήποτε πλην όμως δεν μπορούσαν να τον βοηθήσουν αναφορικά με το επεισόδιο. Ούτε και υπήρχε κάτι που να τον βοηθήσει να εξετάσει το ενδεχόμενο αυτοάμυνας. Ο Παραπονούμενος (Μ.Κ.2), κατέθεσε την κατάθεσή του ως Τεκμήριο 3 και υιοθέτησε το περιεχόμενό της. Στην κατάθεσή του αναφέρει ότι την 01/10/2008, γύρω στις 19:30, οδηγούσε το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΚΤΤ922, στον αυτοκινητόδρομο Λευκωσίας-Λάρνακας με κατεύθυνση την Λάρνακα. Όταν πλησίαζε στον κυκλικό κόμβο Ριζοελιάς, εκεί που το όριο ταχύτητας είναι 65χλμ, οδηγούσε στη δεξιά λωρίδα, ενόψει της πρόθεσής του να πάει δεξιά προς το αεροδρόμιο και ελάττωνε ταχύτητα. Πίσω του είδε να έρχεται, με μεγάλη ταχύτητα, ένα αυτοκίνητο το οποίο κόλλησε στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου του και του αναβόσβηνε τα μεγάλα του φώτα για να τον αναγκάσει να μπει αριστερά, έτσι ώστε να τον προσπεράσει. Ο ίδιος δεν μπορούσε να αλλάξει λωρίδα, αφού πρόθεσή του ήταν να πάει δεξιά. Άναψε τα φώτα κινδύνου, συνέχισε την πορεία του, ελάττωνε συνεχώς την ταχύτητα και μετά τον κυκλικό κόμβο μπήκε ξανά στη δεξιά λωρίδα. Το όχημα που ήταν πίσω του μπήκε αριστερά, δηλαδή δίπλα του και τον πλησίασε σε κοντινή απόσταση, αναγκάζοντάς τον να πάει ακόμα πιο δεξιά, με αποτέλεσμα να κινδυνεύει να χτυπήσει στον κυκλικό κόμβο. Ο ίδιος ελάττωσε ταχύτητα για να τον προσπεράσει το άλλο όχημα, αλλά αυτό ελάττωσε ταχύτητα και έμεινε λίγο πιο πίσω στο πλευρά του. Όταν εισήλθε στον αυτοκινητόδρομο Ριζοελιάς-Καλού Χωριού, ο ίδιος μπήκε στη δεξιά λωρίδα αναγκαστικά, αφού το άλλο αυτοκίνητο ήταν δίπλα του και τότε το άλλο αυτοκίνητο που συνέχιζε να είναι δίπλα του προσπάθησε να πλησιάσει ξανά το δικό του αυτοκίνητο. Ο ίδιος τότε ελάττωσε ταχύτητα για να φύγει από δίπλα του, όμως το ίδιο έπραξε και το άγνωστο αυτοκίνητο. Τότε, αύξησε απότομα την ταχύτητά του και μπήκε αριστερά για να αφήσει το άγνωστο αυτοκίνητο να τον προσπεράσει. Όμως αυτό συνέχιζε να παραμένει πίσω του και να έχει αναμμένα τα μεγάλα του φώτα. Ο ίδιος αναγκάστηκε να σταματήσει στο αριστερό παγκέτο, για να αφήσει το άγνωστο αυτοκίνητο να φύγει όμως το άγνωστο αυτοκίνητο σταμάτησε από πίσω του. Ο οδηγός του κατέβηκε απότομα απ' αυτό, κατευθύνθηκε προς το μέρος του δικού του αυτοκινήτου και χτύπησε με τη γροθιά του το πίσω μέρος του αυτοκινήτου του. Ο άγνωστος οδηγός τράβηξε το χέρι της πόρτας, η οποία άνοιξε και άρχισε να φωνάζει και να τον αποκαλεί «γάιδαρο». Ο ίδιος είχε στο μεταξύ κατεβεί από το αυτοκίνητο του και ζήτησε από τον οδηγό του άλλου αυτοκινήτου να απομακρυνθεί, αλλά αντί αυτού, ο άγνωστος οδηγός τον χτύπησε με το δεξί του χέρι στο πρόσωπο. Ο ίδιος προσπάθησε να ανακόψει το χέρι του χωρίς να τα καταφέρει. Λόγω του χτυπήματος, έπεσαν τα γυαλιά του προς το μέρος του αυτοκινήτου του αγνώστου οδηγού και όταν ο άγνωστος οδηγός του ζήτησε να φύγει, ο ίδιος τον παρακάλεσε να του επιτρέψει να πάρει τα γυαλιά του και μετά. Όταν έσκυψε να πάρει τα γυαλιά του, τον ξαναχτύπησε στο κεφάλι με τα χέρια του και τότε ο ίδιος σηκώθηκε και του είπε ότι αν ο ίδιος ήθελε να τον δείρει, θα μπορούσε να το κάνει, αφού είχε μαύρη ζώνη στο καράτε. Τότε, ο άγνωστος οδηγός του έδωσε μια κλωτσιά στο πλευρό και τον έσπρωξε, με αποτέλεσμα να βρεθεί στη μέση του δρόμου και με κίνδυνο να τον χτυπήσει κάποιο αυτοκίνητο. Όταν ο ίδιος ένιωσε ότι απειλείτο η ζωή του, αμύνθηκε χτυπώντας τον με το δεξί του χέρι στο πρόσωπο καθηλώνοντάς τον μπροστά από το αυτοκίνητό του, στο έδαφος. Όμως ο άγνωστος άντρας του ξανά επιτέθηκε και τότε παρενέβη η σύζυγος και η κόρη του και τον τράβηξαν προς τα πίσω. Ο ίδιος πήρε τα γυαλιά του και κατευθύνθηκε στο αυτοκίνητό του. Όμως ο άλλος άντρας τον ξαναέσπρωξε και όταν κατάφερε να μπει στο αυτοκίνητό του, ενώ ήταν ανοιχτή η πόρτα, άρχισε να την τραβά για να μην μπορεί να την κλείσει. Έβαλε ταχύτητα για να φύγει και δέχθηκε ξανά ένα χτύπημα στο πρόσωπο. Λόγω του ότι δεν ήθελε να συνεχιστεί το περιστατικό, έφυγε με μεγάλη ταχύτητα. Το άτομο που τον είχε χτυπήσει, σύμφωνα με την καταγραφείσα θέση του, ήταν ηλικίας 50-55 χρονών, λίγο παχουλός, φαλακρός και με μουστάκι. Οδηγούσε αυτοκίνητο τύπου Pajero, όμως ο ίδιος δεν μπόρεσε να δει τις πινακίδες εγγραφής. Ενώπιον του Δικαστηρίου, ο Παραπονούμενος αναγνώρισε στο πρόσωπο του Κατηγορούμενου το άτομο που τον είχε χτυπήσει. Ισχυρίστηκε ότι αμέσως μετά το χτύπημα είχε επισκεφθεί τον Αστυνομικό Σταθμό στη Ριζοελιά, όπου υπέβαλε προφορικό παράπονο και στη συνέχεια επισκέφθηκε για εξετάσεις, το Νοσοκομείο Λάρνακας. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι όταν έγινε το συμβάν ήταν 26 ετών και οδηγούσε ένα υβριδικό αυτοκίνητο μάρκας Honda Civic 14 αλόγων. Υπέδειξε ότι όταν κάποιος σκοπεύει να κατευθυνθεί δεξιά πρέπει να πάρει την δεξιά λωρίδα, σε κυκλικό κόμβο, γιατί η αριστερή λωρίδα είναι για αυτούς που θα κατευθυνθούν αριστερά και η μεσαία λωρίδα είναι για τα αυτοκίνητα που θα πάνε ευθεία. Ερωτηθείς γιατί δεν μπήκε στην αριστερή λωρίδα όταν είδε τον Κατηγορούμενο από πίσω του ισχυρίστηκε ότι θα μπορούσε να το πράξει αλλά η ταχύτητα του Κατηγορούμενου ήταν τέτοια που θα μπορούσε να προκληθεί ατύχημα. Ήταν ο ισχυρισμός του ότι ο Κατηγορούμενος τον είχε πλησιάσει στα 500 μέτρα και ήταν κολλημένος στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου του. Θεώρησε πιο ορθό να παραμείνει στη δεξιά πλευρά του δρόμου για να μην προκληθεί πρόβλημα, ενόψει και των άλλων αυτοκινήτων που χρησιμοποιούσαν το δρόμο. Ήταν ο ισχυρισμός του, ότι ο Κατηγορούμενος προσπάθησε να τον προσπεράσει στον κυκλικό κόμβο και λόγω του ότι τον πλησίασε τόσο πολύ ο ίδιος κινδύνευσε να χτυπήσει. Κατά την άποψή του, είχε δύο επιλογές ή να χτυπήσει στον κυκλικό κόμβο ή να ελαττώσει ταχύτητα, αναμένοντας ότι ο Κατηγορούμενος θα τον προσπερνούσε, όπως ήταν και η αρχική του πρόθεση. Όμως, επιχείρησε την προσπέραση στον κυκλικό κόμβο και αντί να πάει ευθεία, μπήκε στη μεσαία λωρίδα, κατευθύνθηκε προς το αεροδρόμιο, έτσι ώστε να τον προσπεράσει. Ερωτηθείς γιατί ελάττωσε ταχύτητα, ισχυρίστηκε ότι δεν ήθελε να χτυπήσει στον κυκλικό κόμβο αλλά ούτε να χτυπήσει στο άλλο αυτοκίνητο. Αντεξετασθείς για το χτύπημα το οποίο είχε επιφέρει ο Κατηγορούμενος στο αυτοκίνητό του, ισχυρίστηκε ότι ο Κατηγορούμενος είχε χτυπήσει στο καπό του δικού του αυτοκινήτου και η ζημιά που είχε προκληθεί ήταν ένα επιπόλαιο γδάρσιμο ή βούλωμα, το οποίο θα έφυγε με το πλύσιμο. Όμως, ήταν η θέση του, ότι δεν τον απασχολούσε η όποια ζημιά στο αυτοκίνητο. Αυτό που τον απασχολούσε ήταν το τι του είχε κάνει ο Κατηγορούμενος. Ερωτηθείς για το συμβάν, ισχυρίστηκε ότι ο Κατηγορούμενος είχε διαδραματιστεί στη λωρίδα ασφαλείας στην πόρτα του οδηγού του δικού του αυτοκινήτου. Ο Κατηγορούμενος είχε ανοίξει την πόρτα του δικού του αυτοκινήτου, λέγοντάς του διάφορα πράγματα και όταν τελικά κατέβηκε από το αυτοκίνητο τον χτύπησε στο πρόσωπο, δίπλα από το μάτι, με αποτέλεσμα να πέσουν τα γυαλιά του στο έδαφος, μεταξύ του αυτοκινήτου του Κατηγορούμενου και του δικού του, αφού η μεταξύ τους απόσταση ήταν περίπου δύο μέτρα. Από αυτό το χτύπημα ο ίδιος δεν είχε πάθει οτιδήποτε και τα γυαλιά του είχαν υποστεί μικρογδαρσίματα. Είδε τη γυναίκα του στην πόρτα του συνοδηγού και της ζήτησε να τον πάρει και να φύγει και της ανέφερε για τα γυαλιά του. Λόγω του ότι ο Κατηγορούμενος στεκόταν ακριβώς μπροστά του, του φάνηκε ότι τον εμπόδιζε από το να πάρει τα γυαλιά του. Μετά από διάλογο, μετακινήθηκε ελαφρώς και ο ίδιος κατευθύνθηκε προς τα γυαλιά του και τότε τον αντιλήφθηκε να έρχεται από πίσω του. Βρισκόταν, ο Κατηγορούμενος, σε απόσταση ενός μέτρου, όταν ο ίδιος έσκυψε για να πάρει τα γυαλιά του και τότε τον χτύπησε στο πρόσωπο με το χέρι. Πώς ακριβώς τον είχε χτυπήσει δεν είχε καταλάβει, γιατί ήταν σκυφτός. Όμως, το συγκεκριμένο χτύπημα ήταν αρκετά δυνατό και ήταν το χτύπημα το οποίο του προκάλεσε την ουλή στο εσωτερικό μέρος των χειλιών του. Κατάλαβε, μετά το συγκεκριμένο χτύπημα, ότι ο ίδιος είχε να κάνει με κάποιο επικίνδυνο άτομο και ήθελε να φύγει, αφού τα πράγματα που είχαν συμβεί ήταν εξωφρενικά. Στην προσπάθειά του αυτή, χτυπήθηκε από τον Κατηγορούμενο με κλωτσιά στο πισινό αριστερό μέρος του σώματός του. Ισχυρίστηκε ότι ο ίδιος είχε αναγκαστεί να τον χτυπήσει λόγω του ότι είχε σπρωχθεί από τον Κατηγορούμενο ενάμιση μέτρο στη μέση του αυτοκινητόδρομου και απειλείτο η ζωή του από τα διερχόμενα αυτοκίνητα, αφού στο συγκεκριμένο μέρος υπήρχαν τέσσερεις λωρίδες, δύο από τον κυκλικό κόμβο και δύο από την Αγία Νάπα. Ο Κατηγορούμενος, κατά την άποψή του, δεν είχε αντιληφθεί τους κινδύνους για τη ζωή και των δυο τους. Οι επιλογές του ήταν ή να μείνει στο δρόμο και να χτυπηθεί από διερχόμενο αυτοκίνητο ή να χτυπήσει τον Κατηγορούμενο για να απομακρυνθεί και να μπορέσει ο ίδιος να διαφύγει. Αλληλοσπρώχθηκαν και αυτός ήταν και ο λόγος που υπήρχαν στα χέρια του εκδορές, γιατί ο ίδιος ήταν πιο δυνατός από τον Κατηγορούμενο. Όμως, δεν είχε προσέξει οποιαδήποτε αιμορραγία στο πρόσωπο του Κατηγορούμενου τη δεδομένη στιγμή. Όταν μετακινήθηκε μπροστά από το αυτοκίνητο, είδε ότι υπήρχε αιμορραγία στο μάτι του Κατηγορούμενου. Επέμενε στη θέση του ότι ο ίδιος βρισκόταν σε αυτοάμυνα και ότι τη δεδομένη στιγμή δεν είχε άλλη επιλογή, εκτός από το να χτυπήσει τον Κατηγορούμενο. Ήταν η πρώτη και η τελευταία φορά που τον είχε χτυπήσει. Σε κανένα προηγούμενο σημείο δεν είχε χτυπήσει ή σπρώξει τον Κατηγορούμενο. Ο Κατηγορούμενος είχε κινηθεί εχθρικά προς το μέρος του, είχαν αλληλοσπρωχθεί και ο ίδιος τον είχε καθηλώσει μπροστά από το αυτοκίνητο. Παρενέβησαν η σύζυγος και η κόρη του, τραβώντας τον από το λαιμό και τους ώμους. Ο ίδιος δεν είχε καταλάβει να του δημιουργήθηκαν οποιαδήποτε τραύματα από την παρέμβαση αυτή. Ο δε Κατηγορούμενος, σηκώθηκε και μέχρι να πάει ο ίδιος στο αυτοκίνητό του, τον έφτασε, τον έσπρωξε με τα χέρια του στην πλάτη, παραπάτησε και μπήκε στο αυτοκίνητο. Προσπάθησε να κλείσει την πόρτα, όμως ο Κατηγορούμενος την κρατούσε με τα δύο του χέρια και δεν τον άφηνε. Η πόρτα τελικά έκλεισε όταν ο ίδιος ξεκίνησε το αυτοκίνητο και αυτό βρισκόταν σε κίνηση. Ενώ προσπαθούσε να βάλει ταχύτητα δέχθηκε ακόμα ένα χτύπημα από τον Κατηγορούμενο. Μετά το επεισόδιο κατευθύνθηκε στον Αστυνομικό Σταθμό, γιατί ήταν πανικοβλημένος με όλα αυτά που είχαν συμβεί. Κατέληξε ότι ο ίδιος ουδέποτε είχε αποκαλέσει τον Κατηγορούμενο «ηλίθιο» και ουδέποτε είχε χειρονομήσει εναντίον του. Αρνήθηκε ότι φορούσε οποιοδήποτε δαχτυλίδι ή άλλο μεταλλικό αντικείμενο στο χέρι του. Επόμενος μάρτυρας ήταν ο Αστ.3448, κ. Παπαγεωργίου (Μ.Κ.3), ο οποίος το 2008 υπηρετούσε στον Αστυνομικό Σταθμό Αραδίππου. Η κατάθεσή του σημειώθηκε ως Τεκμήριο 4 και σε αυτή κατέγραψε ότι είχε λάβει ανακριτική κατάθεση από τον Εδουάρδο Χατζηχάνα, μετά που του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο και τον πληροφόρησε για τα αδικήματα που διερευνούσε. Κατέθεσε επίσης ως Τεκμήριο 5 την κατάθεση του Κατηγορούμενου. Αντεξεταζόμενος, ισχυρίστηκε ότι η καταγραφή της κατάθεσής του Κατηγορούμενου ήταν η μόνη ενέργεια που έκανε ο ίδιος στη συγκεκριμένη υπόθεση. Απ' ότι θυμόταν, υπήρχε χτύπημα τόσο στον Κατηγορούμενο καθώς και στον Παραπονούμενο. Όμως οι εξετάσεις, από ότι θυμόταν, είχαν διεξαχθεί στη βάση του παραπόνου του Κατηγορούμενου εναντίον του Παραπονούμενου. Τελευταίος έδωσε μαρτυρία ο Δρ. Παντελή (Μ.Κ.4), ο οποίος εργάζεται στο Τμήμα Επειγόντων Περιστατικών του Νοσοκομείου Λάρνακας. Είναι ιατρός παθολόγος και έχει ολοκληρώσει τις σπουδές του στη γενική ιατρική στη Μόσχα, χωρίς να έχει κάνει οποιαδήποτε ειδικότητα. Του υποδείχθηκε το Τεκμήριο Α προς αναγνώριση και το αναγνώρισε ως δικό του πιστοποιητικό. Έγινε Τεκμήριο
  2. Στο πιστοποιητικό καταγράφει ότι ο Παραπονούμενος προπονείτο για πόνο γύρω από το αριστερό μάτι και τις αριστερές κάτω πλευρές. Έφερε εκδορές στην αριστερή πηχεοκαρπική, το δεξιό αντιβραχίονα και μικρό θλαστικό τραύμα στο έσω κάτω χείλος. Υπήρχε επίσης αποτύπωμα παπουτσιού στην αριστερή μεριά της μπλούζας του. Ήταν η θέση του ότι ο Παραπονούμενος είχε προσέλθει στο Τμήμα Πρώτων Βοηθειών, παραπονούμενος για πόνο στο δεξί του μάτι και στα πλευρά. Έφερε εκδορές στην αριστερή πηχεοκαρπική και το δεξιό αντιβραχίονα. Ο ίδιος δεν μπορούσε να καθορίσει από πού είχαν προέλθει τα συγκεκριμένα τραύματα. Εξήγησε ότι οι εκδορές είναι τα γδαρσίματα και το θλαστικό τραύμα δημιουργείται όταν ανοίξει η βλεννογόνος ή το δέρμα. Το θλαστικό τραύμα προκαλείται όταν χτυπήσει κάποιος ή όταν χτυπηθεί. Μπορεί επίσης να προκληθεί όταν πιεστούν τα χείλι από τα δόντια. Δεν μπορούσε να θυμηθεί κατά πόσο είχε εξετάσει τον Κατηγορούμενο. Αντεξεταζόμενος, αναγνώρισε το έγγραφο που του υποδείχθηκε ως το πιστοποιητικό που είχε εκδώσει μετά που εξέτασε τον Κατηγορούμενο και το κατέθεσε ως Τεκμήριο
  3. Ισχυρίστηκε ότι ο Κατηγορούμενος είχε θλαστικό τραύμα ενός εκατοστόμετρου, όπως το είχε υπολογίσει με το μάτι. Το συγκεκριμένο τραύμα μπορεί να προκληθεί, ήταν η θέση του και από γυμνό χέρι. Ερωτηθείς, δεν μπορούσε να εκφέρει άποψη κατά πόσο κάποιος που κρατούσε μεταλλικό αντικείμενο θα μπορούσε να προκαλέσει το συγκεκριμένο τραύμα. Όμως, ήταν ο ισχυρισμός του, ότι αν ο Παραπονούμενος φορούσε μεταλλικό αντικείμενο, ο Κατηγορούμενος θα είχε πολλά άλλα τραύματα, καθώς και μώλωπες. Όμως, ο Κατηγορούμενος είχε μόνο δυο τραύματα τα οποία κατά την άποψή του είχαν προκληθεί από το ίδιο χτύπημα. Τα τραύματα του Κατηγορούμενου, ήταν η εισήγησή του, είχαν προκληθεί από γροθιά με χέρι. Ερωτηθείς, ανέφερε ότι ο ίδιος είχε δώσει οδηγίες για να γίνουν ακτινογραφίες στον Κατηγορούμενο, αλλά, ισχυρίστηκε, ότι δεν προέκυψε οποιοδήποτε ιατρικό εύρημα από τις ακτινογραφίες. Αν υπήρχε ρωγμώδες κάταγμα θα μπορούσε ο ίδιος να το διαπιστώσει από την ακτινογραφία, αφού έχει 25 χρόνια πείρα και σίγουρα μια τέτοια διάγνωση ήταν εντός των καθηκόντων του. Ερωτηθείς για τα τραύματα του Παραπονούμενου, ήταν η θέση του ότι το σχίσιμο στα χείλι του Παραπονούμενου ήταν κάτω από ένα εκατοστόμετρο. Όμως, το συγκεκριμένο τραύμα μπορούσε να προκληθεί εάν την ώρα που κάποιος χτυπούσε τον Παραπονούμενο, ο Παραπονούμενος είχε το στόμα του ανοιχτό. Κατέληξε ότι συνήθως τραύματα όπως αυτά, που ο ίδιος είδε στον Παραπονούμενο και στον Κατηγορούμενο, είναι από αυτά που προκύπτουν όταν τσακώνονται δύο άτομα και οι μώλωπες εμφανίζονται μετά από ώρες. Τέλος, ανέφερε ερωτηθείς, ότι αν ο Κατηγορούμενος είχε σοβαρή απώλεια αίματος, αυτό θα φαινόταν και στα ρούχα του αλλά και από την εξέταση που του είχε κάνει. Ο ίδιος διαπίστωσε ένα χτύπημα στον Κατηγορούμενο και όχι δύο ή τρία. Επανεξεταζόμενος, ισχυρίστηκε ότι όταν εξέταζε τον Παραπονούμενο, διαπίστωσε σημάδι από παπούτσι στην αριστερή του πλευρά, εκεί που αιτείτο πόνο. Μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας εκ μέρους της Κατηγορούσας Αρχής, ο Κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία. Επέλεξε να δώσει ένορκη μαρτυρία και να καλέσει τρεις μάρτυρες. Ο Κατηγορούμενος υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσής του, Τεκμήριο 5 καθώς επίσης και το ιατρικό πιστοποιητικό που είχε εκδοθεί από τον ιατρό του Νοσοκομείου, Τεκμήριο
  4. Στην κατάθεσή του αναφέρει ότι ταξίδευε με ταχύτητα 110 χλμ στον αυτοκινητόδρομο. Πλησιάζοντας στον κυκλικό κόμβο Ριζοελιάς, ενώ βρισκόταν στην αριστερή λωρίδα, ήθελε να προσπεράσει το αυτοκίνητο που κινείτο στην δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας, παρά το γεγονός ότι η αριστερή λωρίδα ήταν άδεια. Ο ίδιος μπήκε στη δεξιά λωρίδα και αναβόσβησε τα φώτα του στο προπορευόμενο όχημα για να τον αφήσει να περάσει. Ο οδηγός του μπροστινού αυτοκινήτου του άναψε τα φώτα κινδύνου και ελάττωσε ταχύτητα. Ο ίδιος, του ξανά αναβόσβησε τα φώτα και αυτός χειρονόμησε εναντίον του βγάζοντας το χέρι από το παράθυρο. Είχε δει καθαρά την χειρονομία, γιατί στο συγκεκριμένο κομμάτι του δρόμου υπήρχε φωτισμός. Τότε ήταν που κατάλαβε ότι είχε να κάνει με επικίνδυνο οδηγό και οδήγησε το αυτοκίνητό του στην αριστερή λωρίδα, την οποία συνέχισε να κρατά και όταν μπήκε στον κυκλικό κόμβο. Ο οδηγός του άλλου αυτοκινήτου έστριψε ξαφνικά το όχημά του πάνω του και ο ίδιος έκαμε στραβοτιμονιά για να αποφύγει την σύγκρουση. Τότε ο άλλος οδηγός ανέπτυξε ταχύτητα, τον προσπέρασε επικίνδυνα, μπήκε μπροστά του και σταμάτησε απότομα. Ο ίδιος σταμάτησε και σταμάτησε. Όταν είδε τον άλλο οδηγό να κατευθύνεται προς το μέρος του φοβήθηκε για την κόρη του και τη σύζυγό του, οι οποίες βρίσκονταν στο αυτοκίνητο, κατέβηκε από το αυτοκίνητο και πριν προλάβει να προχωρήσει, ο Παραπονούμενος τον αποκάλεσε «ηλίθιο». Όταν ο ίδιος του απεύθυνε το λόγο για να του υποδείξει ότι η αριστερή λωρίδα είναι για το προσπέρασμα, ο Παραπονούμενος τον χτύπησε στο αριστερό μάτι. Λόγω του ότι πονούσε, έβαλε το χέρι του στο μάτι του και διαπίστωσε ότι αιμορραγούσε. Στη συνέχεια, ο Παραπονούμενος τον έσπρωξε, έπεσε στο έδαφος και αυτός γονάτισε από πάνω του. Ο ίδιος προσπάθησε να τον απωθήσει με τα χέρια του. Τότε κατέβηκε η γυναίκα του και η κόρη του και του φώναζαν να τον αφήσει. Ο Παραπονούμενος σηκώθηκε απότομα, μπήκε στο αυτοκίνητό του και έφυγε. Ο ίδιος ζήτησε από τη γυναίκα του να γράψει τους αριθμούς εγγραφής του αυτοκινήτου. Μετά το επεισόδιο μετέφεραν την κόρη του στο αεροδρόμιο και ο ίδιος με τη γυναίκα του πήγαν να καταγγείλουν το γεγονός στην Αστυνομία και στη συνέχεια στο Γενικό Νοσοκομείο, όπου του έγιναν 7 συρραφές στο μάγουλο και 3 στο φρύδι, ενώ επίσης διαγνώστηκε ελαφρά διάσειση, επηρεασμός σπονδύλου και σπάσιμο αγγείου στο μικρό δάκτυλο του αριστερού χεριού. Ενώπιον του Δικαστηρίου ανέφερε ότι είχε επισκεφθεί και άλλους ιατρούς και κατέθεσε ως τεκμήρια προς αναγνώριση το πιστοποιητικό του ιατρού Διέτη καθώς επίσης και πιστοποιητικό και φωτογραφίες που είχαν ληφθεί από το Δρ. Χατζηχάνα, ως Τεκμήρια Α και Β. Ισχυρίστηκε ότι ο ιατρός Διέτης, Διευθυντής της Νευρολογικής Κλινικής του Νοσοκομείου Λευκωσίας, ήταν ο θεράπον ιατρός του, γιατί πάσχει από σπονδυλοπάθεια και είχε εγχειριστεί από τον συγκεκριμένο ιατρό τρεις φορές, το 1991, το 1995 και το
  5. Με τον ιατρό Χατζηχάνα, ο οποίος είναι ορθοπεδικός, είναι συγγενείς και θεώρησε ορθό, ένεκα των πόνων που ένιωθε, να τον επισκεφθεί. Είχε αφόρητους πόνους στο αριστερό μικρό δάχτυλο και στο σπόνδυλο, ενώ ένιωθε ζαλάδα και θόλωση της όρασής του. Ήταν ο ισχυρισμός του ότι όλα αυτά ήταν αποτέλεσμα της επίθεσης που είχε υποστεί. Παρόλο που ο ιατρός στο Νοσοκομείο Λάρνακας τον είχε προτρέψει να παραμείνει στο Νοσοκομείο, προτίμησε να πάει στο σπίτι του για να επισκεφθεί τους δικούς του ιατρούς την επόμενη μέρα. Ο Δρ. Χατζηχάνας του έβγαλε επίσης φωτογραφίες. Όσον αφορά τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έγινε το επεισόδιο, ισχυρίστηκε ότι οδηγούσε στην αριστερή πλευρά του αυτοκινητόδρομου, όταν συνάντησε ένα προπορευόμενο αυτοκίνητο. Ο Παραπονούμενος που οδηγούσε το προπορευόμενο αυτοκίνητο μιλούσε στο τηλέφωνο και οδηγούσε αφηρημένα. Ο ίδιος δεν οδηγούσε με μεγάλη ταχύτητα. Συνέχισε να κρατά την αριστερή πλευρά του δρόμου και να είναι ελαφρώς πιο πίσω από το άλλο αυτοκίνητο που κινείτο στη δεξιά πλευρά, για να είναι πιο ασφαλισμένος. Είχε σταματήσει το δικό του αυτοκίνητο στην αριστερή λωρίδα ασφαλείας, γιατί είχε παρεμποδιστεί από του να σταματήσει στη λωρίδα την οποία οδηγούσε. Το έπραξε για τη δική του ασφάλεια, καθώς και των συνεπιβατών του, γιατί πίστευε ότι κινδύνευαν, αλλά και για να γλυτώσει από την περιπέτεια. Θεώρησε ορθό να αναφέρει στον Παραπονούμενο κάποια πράγματα για τον τρόπο οδήγησής του. Το μόνο που πρόλαβε να πει στον Παραπονούμενο, όταν σταμάτησαν και τα δύο αυτοκίνητα, ήταν ότι δεν ήταν σωστός ο τρόπος οδήγησής του. Αρνήθηκε ότι ο ίδιος είχε χτυπήσει με τη γροθιά του το πίσω μέρος του αυτοκινήτου του Παραπονούμενου. Ισχυρίστηκε ότι ο Παραπονούμενος κατέβηκε πρώτος από το αυτοκίνητό του και με γρήγορο βήμα πλησίασε το δικό του αυτοκίνητο και πριν προλάβει να καταλάβει τι γινόταν, τον είχε χτυπήσει και αυτός έπεσε. Ο ίδιος ποτέ δεν είχε χτυπήσει τον Παραπονούμενο, εκτός όταν βρισκόταν κάτω στο έδαφος και προσπαθούσε να τον απωθήσει ή/και να τον παρεμποδίσει, από το να του χτυπήσει. Ήταν η θέση του ότι ήταν στο έδαφος για 3-4 λεπτά και ο Παραπονούμενος είχε γονατίσει πάνω του και τον πατούσε. Η γυναίκα του και η κόρη του φώναζαν για βοήθεια. Όταν οι φωνές τους ακούστηκαν εκτός της περίφραξης του αυτοκινητόδρομου, τότε ο Παραπονούμενος τον άφησε απότομα, μπήκε στο αυτοκίνητο και έφυγε. Ενώ ήταν στο έδαφος, είχε ακούσει την κόρη του να μιλά στον Παραπονούμενο με ευγενικό τρόπο και να του δίνει τα γυαλιά του. Αντεξεταζόμενος, αρνήθηκε ότι είχε αναφέρει στην κυρίως εξέτασή του ότι ο Παραπονούμενος οδηγούσε αφηρημένος και προώθησε τη θέση ότι ο ίδιος δεν μπορούσε να πει κατά πόσο ήταν αφηρημένος. Αυτό που μπορούσε να πει ήταν ότι τον είχε δει να μιλά στο τηλέφωνο. Το είχε διαπιστώσει, γιατί είδε το ένα χέρι του στο αυτί του ή το κεφάλι του. Όμως, δεν είχε δει το τηλέφωνο. Όταν του υποδείχθηκε η κατάθεσή του, Τεκμήριο 5, παραδέχθηκε ότι δεν είχε αναφέρει οτιδήποτε αναφορικά με το τηλέφωνο όταν κατέθετε, γιατί είχε απολέσει ένα λίτρο αίμα και είχε διάσειση και αφού του παρείχετο τώρα η ευχέρεια στο Δικαστήριο συμπλήρωσε. Κατά την άποψή του, έχριζε αναφοράς το συγκεκριμένο θέμα, παρόλο που αρχικά δεν το είχε αναφέρει. Αρνήθηκε ότι ο ίδιος είχε μπει στη δεξιά λωρίδα και υποστήριξε ότι μόνο όταν θα προσπερνούσε είχε μπει στη δεξιά λωρίδα, εκεί που είναι η γέφυρα, 2-3 χιλιόμετρα πριν την γέφυρα. Το όριο ταχύτητας στο συγκεκριμένο σημείο, κατά την άποψή του, είναι 100χλμ. Δεν είχε, κατά τον ισχυρισμό του, στο συγκεκριμένο σημείο ένδειξη για μείωση της ταχύτητας. Ένδειξη για μείωση της ταχύτητας είδε μετά το σημείο που ο ίδιος είχε μπει στη δεξιά λωρίδα. Παραδέχθηκε ότι το προπορευόμενο όχημα είχε χαμηλότερη ταχύτητα από τη δική του, ο ίδιος κινείτο με 100-110χλμ. Το είχε προσέξει στα 400μ και όταν το πλησίασε στα 100μ μπήκε στη δεξιά λωρίδα. Ήταν γύρω στις 19:30 και λόγω του ότι είχε αρχίσει να σκοτεινιάζει, είχε τα φώτα του στη χαμηλή βαθμίδα. Σκοπός του ήταν να προσπεράσει το αυτοκίνητο του Παραπονούμενου και για να τραβήξει την προσοχή του, του έκανε ένδειξη με τα φώτα του, του τα αναβόσβησε, όπως συνηθίζεται. Πρόσεξε το χέρι του και τότε του έκανε ένδειξη ξανά με τα φώτα του και αυτός άναψε τα φώτα κινδύνου. Αυτό συνέβηκε αμέσως μετά τη γέφυρα. Ελάττωσε ταχύτητα, μπήκε στην αριστερή λωρίδα και παρέμεινε ελαφρώς πίσω από το αυτοκίνητο του Παραπονούμενου, με τα φώτα του στη χαμηλή στάση. Προορισμός του ήταν το αεροδρόμιο Λάρνακας. Ερωτηθείς, υποστήριξε ότι συμμορφούμενος με τον Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας, χρησιμοποιούσε την αριστερή λωρίδα και χρησιμοποίησε το δίχτυ του για να μπει στη λωρίδα που οδηγεί στο αεροδρόμιο, η οποία είναι η τρίτη σε σχέση με την πορεία σου όταν έρχεσαι από Λευκωσία. Αρνήθηκε ότι κρατούσε την αριστερή λωρίδα και ισχυρίστηκε ότι κρατούσε τη μεσαία λωρίδα, γιατί η αριστερή λωρίδα είναι αυτή που οδηγεί στο Παραλίμνι. Η έξοδος για το δρόμο του αεροδρομίου είναι η 3η σε σχέση με την πορεία ερχόμενος από Λευκωσία, κατά την άποψή του. Παραδέχθηκε όμως, ότι στην κατάθεσή του είχε αναφέρει ότι κρατούσε την αριστερή λωρίδα καθώς επίσης και ότι ένα αυτοκίνητο θα μείνει δεξιά για να μπει στην 3ην έξοδο. Είχε διαπιστώσει, ήταν ο ισχυρισμός του, ότι ο οδηγός του προπορευόμενου αυτοκινήτου ήταν επικίνδυνος. Δεν είχε κάποιο λόγο για να το υποψιαστεί, όμως το γεγονός ότι δεν του επέτρεπε να τον προσπεράσει, τον είχε θέσει σε υποψία. Στον κυκλικό κόμβο δε, ο Παραπονούμενος είχε στρίψει το αυτοκίνητό του, για να τον εκφοβίσει. Είχε διασταυρώσει το δρόμο από τη δεξιά στην αριστερή λωρίδα, ήταν ο ισχυρισμός του και μπήκε στη συνέχεια πιο αριστερά, στη λωρίδα ασφαλείας. Ο ίδιος σταμάτησε πίσω του, γιατί τον ενόχλησε η προκλητική συμπεριφορά και η οδήγηση του Παραπονούμενου. Πίστευε ότι δεν θα γλύτωνε και ότι ο Παραπονούμενος θα τον ακολουθούσε και γι' αυτό σταμάτησε για να μην θέσει σε κίνδυνο τη ζωή του και των υπολοίπων. Επίσης, είχε κατά νου να ζητήσει από τον Παραπονούμενο να τους αφήσει ήσυχους να πάνε στη δουλειά τους. Δεν περίμενε να εξελιχθούν τα πράγματα όπως εξελίχθηκαν. Όμως, όταν κατέβηκε από το αυτοκίνητό του, το μόνο που πρόλαβε να του πει ήταν κατά πόσο γνώριζε ότι η δεξιά πλευρά του αυτοκινητόδρομου ήταν η πλευρά που μπορεί κάποιος να προσπεράσει. Δεν ήταν θυμωμένος και δεν είχε κανένα λόγο να συμπεριφερθεί όπως ο Παραπονούμενος περιέγραψε. Αντίθετα, είχε πολλούς περισσότερους λόγους να είναι προσεκτικός, αφού μετέφερε την κόρη του στο αεροδρόμιο για να φύγει για τις σπουδές της, καθώς και τη γυναίκα του, η οποία είναι καρκινοπαθής. Δεν βιαζόταν, αφού το επεισόδιο εξελίχθηκε στις 19:30 και το αεροπλάνο της κόρης του έφευγε στις 21:
  6. Ερωτηθείς, ισχυρίστηκε ότι όταν είδε τον Παραπονούμενο να κατεβαίνει από το αυτοκίνητό του και να κατευθύνεται προς το μέρος του, ο ίδιος με φιλικές διαθέσεις κατέβηκε από το δικό του αυτοκίνητο, για να μην κινδυνεύσει η γυναίκα του και η κόρη του. Αρνήθηκε ότι είχε κατεβεί πρώτος από το αυτοκίνητο και ότι ήταν νευριασμένος. Ήταν η δική του θέση ότι όταν κατέβηκε ο Παραπονούμενος από το αυτοκίνητό του και βρίσκονταν απέναντι ο ένας στον άλλο, τον είχε ρωτήσει ευγενικά, αποκαλώντας τον «λεβέντη μου», κατά πόσο γνώριζε πώς να οδηγεί το αυτοκίνητο. Αρνήθηκε ότι τον χτύπησε με την παλάμη του. Ισχυρίστηκε ότι αυτός, δηλαδή ο Παραπονούμενος, τον χτύπησε με γροθιά και ο ίδιος έπεσε στο έδαφος και αιμορραγούσε, ενώ ο Παραπονούμενος βρισκόταν από πάνω του. Ήταν η θέση του ότι ο ίδιος έκανε μια κίνηση με το χέρι του, βάζοντας το αριστερό του χέρι στο πρόσωπο, για να σταματήσει τη ροή του αίματός του. Αρνήθηκε ότι ξαναχτυπήσε, τον Παραπονούμενο, στο κεφάλι και ισχυρίστηκε ότι όταν ο Παραπονούμενος έφυγε, ο ίδιος βρισκόταν ακόμα ανάσκελα μέσα στο δρόμο μπροστά από το αυτοκίνητό του, όπου τον είχε ρίξει ο Παραπονούμενος. Όμως, θυμόταν καλά ότι η κόρη του είχε δώσει στον Παραπονούμενο τα γυαλιά του καθώς επίσης και ότι η πόρτα του αυτοκινήτου του Παραπονούμενου ήταν ανοιχτή. Ερωτηθείς, ισχυρίστηκε ότι από τα χτυπήματα που είχε υποστεί από τον Παραπονούμενο είχε χάσει ένα λίτρο αίμα και είχε δύο σοβαρά τραύματα στο πρόσωπο. Δεν μπορούσε, λόγω της κατάστασης του σπονδύλου του, να σηκωθεί από το έδαφος με απότομη κίνηση. Σηκώθηκε μετά που ο Παραπονούμενος έφυγε και τότε ήταν που αποτίμησε τη ζημιά του. Η γυναίκα του και η κόρη του τραβούσαν τον Παραπονούμενο μέσα στο σκοτάδι και του φώναζαν να τον αφήσει ελεύθερο. Πλην όμως και η γυναίκα του είχε χτυπηθεί από τον αγκώνα του Παραπονούμενου, άθελά του, στο στήθος και ο ίδιος της φώναζε να προσέχει γιατί είχε υποβληθεί σε μαστεκτομή. Ο Δρ. Διέτης (Μ.Υ.1), έδωσε μαρτυρία προς υποστήριξη των θέσεων του Κατηγορούμενου. Ενώπιον του Δικαστηρίου ανέφερε ότι είναι ο Διευθυντής της Νευροχειρουργικής Κλινικής του Νοσοκομείου Λευκωσίας. Γνωρίζει τον Κατηγορούμενο από το 1980, αφού από τότε ήταν ασθενής του και τον έχει εγχειρήσει τρεις φορές, γιατί αντιμετώπιζε προβλήματα στην οσφυϊκή μοίρα. Είχε ζητήσει ραντεβού στις 03/10/2008, μετά από τραυματισμό του. Τον εξέτασε και εξέδωσε σχετικό πιστοποιητικό. Όταν του υποδείχθηκε το Τεκμήριο Α, το αναγνώρισε ως το πιστοποιητικό που είχε εκδώσει και αυτό κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  7. Του υποδείχθηκε το Τεκμήριο Β προς αναγνώριση και ισχυρίστηκε ότι οι φωτογραφίες 1, 2 και 3 του Τεκμηρίου Β, αντικατοπτρίζουν την κατάσταση στην οποία είχε δει τον Κατηγορούμενο. Ήταν η θέση του ότι το τραύμα στο μάτι προερχόταν από κατευθείαν χτύπημα, από κάποιο αντικείμενο, στον οφθαλμό. Παραδέχθηκε ότι ο συγκεκριμένος τραυματισμός θα μπορούσε να προέλθει και από χτύπημα με το χέρι. Η ύπαρξη θλαστικών τραυμάτων, ήταν η θέση του, θα μπορούσε να ενοχοποιήσει όμως και τη χρήση κάποιου σκληρού αντικειμένου. Ήταν περαιτέρω ο ισχυρισμός του, ότι ο Κατηγορούμενος λόγω των πολλαπλών χειρουργικών επεμβάσεων στο σπόνδυλο, παρουσιάζει σοβαρής μορφής αρθρίτιδα των επιφανειακών σπονδύλων. Συνέπεια αυτού, είναι ότι υποφέρει από οξεία οσφυαλγία με μικροτραυματισμούς στη σπονδυλική στήλη ή με απότομες κινήσεις. Αυτοί, κατά την άποψή του, ήταν και οι λόγοι που ο Κατηγορούμενος παρουσίασε την κατάσταση που περιγράφεται στο Τεκμήριο
  8. Ο ίδιος είχε επίσης διαπιστώσει αιμάτωμα στην περικογχική περιοχή, στο μάτι και πέριξ του ματιού με διατομή του δέρματος σε δύο σημεία, στο άνω βλέφαρο και στην παρειά. Είχε προκληθεί οίδημα στην περιοχή, με αποτέλεσμα να κλείσει το μάτι και παρά το ότι προπονείτο για θόλωση της όρασης, η κινητικότητα του οφθαλμού, όπως ο ίδιος είχε διαπιστώσει, είχε παραμείνει ανέπαφη. Εξήγησε ότι το αιμάτωμα συνεπάγεται θλάση των μυών και του δέρματος με τοπική αιμορραγία, η οποία δημιουργεί το τοπικό αιμάτωμα. Η απώλεια αίματος είναι μόνο μερικά εκατοστά και δεν τίθεται θέμα μεγάλης απώλειας αίματος. Ήταν ο ισχυρισμός του ότι αν υπήρχε απώλεια αίματος αυτή σταμάτησε το επόμενο δευτερόλεπτο, γιατί η αιμορραγία είναι στιγμιαία. Υποστήριξε ότι μια γροθιά στο πρόσωπο δημιουργεί μαύρισμα και τοπικό αιμάτωμα στο συγκεκριμένο σημείο. Δεν ανοίγει αγγείο για να υπάρχει συνεχής αιμορραγία. Αντεξεταζόμενος, ισχυρίστηκε ότι ο ανθρώπινος οργανισμός διαθέτει 3-4 λίτρα αίματος και αν απολεστεί ένα λίτρο αίματος ο οργανισμός θα σοκαριστεί, θα πέσει η πίεση και το άτομο θα ζαλίζεται, θα έχει συμπτώματα ολιγαιμίας. Ερωτηθείς, πώς και εξετάστηκε τόσο σύντομα ο Κατηγορούμενος στο Νοσοκομείο Λευκωσίας, ισχυρίστηκε ότι ο λόγος ήταν ότι προπονείτο για ζαλάδες και ανισορροπία και επειδή ήταν εγκεφαλική κάκωση επιβαλλόταν εξέταση. Λόγω του ότι είναι γνωστοί απευθύνθηκε στον ίδιο αφού τον είχε χειρουργήσει τρεις φορές. Τον είχε εξετάσει στις 03/01/2008, όμως του ζητήθηκε να γράψει το πιστοποιητικό το
  9. Ο ίδιος του είχε αναφέρει ότι είχε εμπλακεί σε επεισόδιο. Επειδή το μάτι ήταν κλειστό λόγω του αιματώματος, έκαμε οφθαλμοσκοπική εξέταση. Έκαμε επίσης και κλινική εξέταση της σπονδυλικής στήλης ελέγχοντας την κινητικότητα και κατά πόσο παρουσιάζει παθολογικά ή νευρολογικά σημεία. Διαπίστωσε μόνο επώδυνο σοβαρό περιορισμό της κινητικότητας της σπονδυλικής στήλης, ο οποίος οφειλόταν σε μυϊκό σπασμό. Ερωτηθείς, ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος παρουσιάζει συχνά προβλήματα οσφυαλγίας, λόγω του ότι μετά από τις χειρουργικές επεμβάσεις παρουσίασε οστεοαρθρίτιδα των αρθριτικών επιφανειών των σπονδύλων, όταν κάνει απότομες κινήσεις και τα όποια συμπτώματα αντιμετωπίζονται με φυσικοθεραπεία και φαρμακευτική έκχυση στις αρθρικές επιφάνειες των σπονδύλων. Ήταν η δική του άποψη, ότι ένας δυνατός πάτσος στο μάγουλο προκαλεί ερέθισμα και ότι ο τραυματισμός του Κατηγορούμενου χρειαζόταν πολύ περισσότερη δύναμη για να προκληθεί. Υποστήριξε ότι ο τραυματισμός θα ήταν πιο εκτεταμένος αν προκαλείτο από πτώση. Κατέληξε ότι ο Κατηγορούμενος παρουσίαζε εγκεφαλική διάσειση και οξύ πρόβλημα οσφυαλγίας. Ερωτηθείς, πώς ο ίδιος είχε διαπιστώσει την εγκεφαλική διάσειση, ισχυρίστηκε ότι δεν χρειάζεται εγκεφαλογράφημα για να διαπιστωθεί η εγκεφαλική διάσειση από τη στιγμή που ένας ασθενής παρουσιάζεται στον ιατρό με τέτοιο εξωτερικό χτύπημα και παραπονείται ότι ζαλίζεται. Τέτοιοι τραυματισμοί, ήταν η άποψή του, προκαλούν απότομη επιτάχυνση ή επιβράδυνση του εγκεφάλου, προκαλώντας εγκεφαλική διάσειση. Κατέληξε ότι στις 27/10/2008, που είχε λήξει η άδεια ασθενείας του Κατηγορούμενου, δεν πήγε εκ νέου για να τον δει και δεν γνώριζε αν έγινε καλά. Μαρτυρία δόθηκε και από τον Δρ. Χατζηχάννα (ΜΥ2), ορθοπεδικό ιατρό. Ο Δρ Χατζηχάννας ιδιωτεύει από το 1993 και διατηρεί δική του κλινική. Όσο αφορά τον Κατηγορούμενο, ισχυρίστηκε ότι είναι θείος του και ότι τον είχε εξετάσει από παλιά, όταν είχε ανοίξει την κλινική. Όταν του υποδείχθηκε το Τεκμήριο Β προς αναγνώριση, ισχυρίστηκε ότι ο ίδιος το είχε εκδώσει μετά που εξέτασε τον Κατηγορούμενο και κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  10. Αναγνώρισε επίσης τις φωτογραφίες ως αυτές που ο ίδιος είχε βγάλει τη μέρα της εξέτασης, τη δεύτερη μέρα μετά το συμβάν. Όσον αφορά τα τραύματα του Κατηγορούμενου, ισχυρίστηκε ότι τα μέτρησε με τον χάρακα και ήταν μεγαλύτερα από 2εκ., αλλά όταν θα υποχωρούσε το οίδημα θα περιορίζονταν στα 2εκ. Ερωτηθείς, ισχυρίστηκε ότι είχε ασκηθεί υπέρμετρη, υπερσύγχρονη και μεγάλου βαθμού βία, η οποία πιθανόν να προκλήθηκε από μεταλλικό αντικείμενο στον Κατηγορούμενο, με αποτέλεσμα να υπάρχουν ανατομικές βλάβες. Ήταν η θέση του, ότι θα πρέπει να ασκηθεί πάρα πολύ βία με τα δάχτυλα για να προκληθεί θλαστικό τραύμα και ότι πιο εύκολα προκαλείται από μεταλλικό αντικείμενο. Κατά την άποψή του, υπήρχαν δύο σημεία πρόσκρουσης κάτω από το μάτι και πάνω από το φρύδι. Λόγω του γεγονότος αυτού, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι αυτός που είχε επιφέρει το τραύμα φορούσε δαχτυλίδι ή αρραβώνα ή δύο δακτυλίδια ή κρατούσε αντικείμενο που έφερε δύο μεταλλικά επάρματα. Ήταν η δική του θέση ότι, όταν ένα άτομο δεχθεί χτύπημα στο κεφάλι δεν μπορούν να μην υπάρχουν συμπτώματα καθώς επίσης και ότι όταν το σώμα δεχθεί βίαιο χτύπημα, δεν υπάρχει περίπτωση να μην αφήσει ένα κοκκίνισμα ή μια εκδορά. Ήταν η θέση του, ότι σύμφωνα με τα όσα του είχε αναφέρει ο Κατηγορούμενος, είχε απώλεια συνειδήσεως πέραν του ενός λεπτού και υπέστη εγκεφαλική διάσειση. Επίσης, είχε υποστεί θλαστικά τραύματα με απώλεια αίματος, η οποία συνήθως είναι πολύ δύσκολο να εκτιμηθεί. Κατέληξε, ότι ως θεράπων ιατρός του Κατηγορούμενου θεωρούσε ότι δεν μπορούσε να κάνει άλματα, απότομες κινήσεις ή υπερεκτάσεις και φτασίματα γιατί του είχαν δοθεί οδηγίες να τα αποφεύγει. Αντεξεταζόμενος, ισχυρίστηκε ότι τις συγκεκριμένες φωτογραφίες που κατατέθηκαν τις είχε βγάλει έξω από την κλινική του. Ήταν η θέση του ότι είναι ιατρός χειρούργος ορθοπεδικός-τραυματολόγος. Όταν του υποβλήθηκε ότι τέτοια ειδικότητα δεν υπάρχει, ισχυρίστηκε ότι στην Κύπρο όλοι οι ορθοπεδικοί είναι και τραυματολόγοι. Ερωτηθείς πότε είχε εξετάσει τον Κατηγορούμενο, αρχικά ισχυρίστηκε ότι τον είχε εξετάσει την 1ην Οκτωβρίου, για να αναφέρει στη συνέχεια ότι τον εξέτασε στις 2 Οκτωβρίου και να τελειώσει λέγοντας ότι τον εξέτασε την ημέρα που γράφει το πιστοποιητικό. Ήταν η θέση του, ότι το τραύμα ήταν θλαστικό και αυτό μπορούσε να το καταλάβει από τα χείλη του τραύματος και την οστική καταστροφή που είχε προκαλέσει η βία στην ανατομική τομή. Απέκλεισε το ενδεχόμενο το τραύμα του Κατηγορούμενου να ήταν μια απλή εκδορά, γιατί υπήρχε λύση της συνέχειας του δέρματος λόγω της έντονης οστικής καταστροφής των πέριξ ιστών. Ο ίδιος κατέταξε το τραύμα του Κατηγορούμενου, λόγω της εμπειρογνωμοσύνης του, ως μεσαίου βαθμού θλαστικό τραύμα, λόγω και της συμμετοχής των γύρο ιστών στον τραυματισμό. Ήταν βέβαιος ότι είχε υποστεί, ο Κατηγορούμενος, από δύο διαφορετικά αντικείμενα τον τραυματισμό στα δύο σημεία πρόσκρουσης στο πρόσωπο, το ζυγωματικό και το φρύδι. Απέκλεισε το ενδεχόμενο να είχαν προκληθεί με γυμνό χέρι, εκτός αν το χτύπημα είναι από επαγγελματία. Εξήγησε ότι αν κάποιος ασχολείται με πολεμικές τέχνες μπορεί να διαμορφώσει, λόγω των πολλών χτυπημάτων, τις λεγόμενες υπερκερατώσεις, δηλαδή υπερτροφίες του δέρματος και του υποδόριου υποστηριχτικού ιστού. Όμως, η προσωπική του άποψη ήταν ότι ο Κατηγορούμενος είχε χτυπηθεί με αντικείμενο. Ισχυρίστηκε ότι σε όλες τις ιατρικές εκθέσεις οι ιατροί καταγράφουν τα υποκειμενικά τους ευρήματα. Ο ίδιος είχε διαπιστώσει ότι ο Κατηγορούμενος είχε ζάλη και αναγούλες λόγω του ότι του ζήτησε να πάει να κάνει εμετό. Του ανέφερε ότι είχε αυχεναλγία και το διαπίστωσε πιέζοντας τα μυϊκά σημεία του πόνου. Ήταν η θέση του, ότι του είχε αναφέρει ο θείος του, ο Κατηγορούμενος, ότι τον είχε χτυπήσει ο Παραπονούμενος μέσα στο αυτοκίνητο και όταν βγήκε έπεσε στο έδαφος. Ισχυρίστηκε, ερωτηθείς για την απώλεια αίματος, ότι αν ήταν συγχυσμένος μπορεί να έχασε 2-3 δέκατα του λίτρου ίσως και περισσότερο. Κατέληξε, ότι η κάκωση που υπέστη από την επίθεση θα επιδεινώσει την κατάστασή του. Τελευταία κατέθεσε η σύζυγος του Κατηγορούμενου, κα Δώρα Χατζηχάνα (Μ.Υ.3), η οποία υιοθέτησε την κατάθεση της και έγινε Τεκμήριο
  11. Ήταν η θέση της ενώπιον του Δικαστηρίου ότι η προκληθείσα από το χτύπημα αιμορραγία, στον άντρα της, είχε διαρκέσει 40-45 λεπτά από την ώρα που χτυπήθηκε μέχρι που πήγε στο Νοσοκομείο. Η ίδια, ήταν ο ισχυρισμός της, τραβούσε τον Παραπονούμενο από το λαιμό και τα χέρια, όμως ο σύζυγός της δεν τον χτύπησε. Αντεξεταζόμενη, ισχυρίστηκε ότι το επεισόδιο εξελίχθηκε γύρω στις 19.30 το βράδυ και πήγαινε να σκοτεινιάσει. Το επεισόδιο εξελίχθηκε περίπου 800μ με 1χλμ πριν τη γέφυρα. Προώθησε την άποψη ότι ο σύζυγός της είχε προσπαθήσει να προσπεράσει τον Παραπονούμενο δύο φορές και του είχε ανάψει τα φώτα του. Ο Παραπονούμενος και τις δυο φορές είχε ανάψει τα φώτα κινδύνου του. Όσον αφορά τη χειρονομία, το «κάβλιασμα», το είδε και η ίδια. Η συγκεκριμένη χειρονομία την έκανε να πιστέψει ότι ήταν νεαρός, λόγω του ότι οι νεαροί χειρονομούν πιο εύκολα από τους μεγαλύτερους. Ήταν η θέση της ότι ο σύζυγός της μπήκε στην αριστερή λωρίδα του δρόμου πολύ κοντά στον κυκλικό κόμβο και σταμάτησε στην αριστερή πλευρά. Το άλλο αυτοκίνητο τους προσπέρασε και σταμάτησε μπροστά τους και γι' αυτό σταμάτησαν και οι ίδιοι πίσω του. Ο σύζυγός της κατέβηκε από το αυτοκίνητο, χωρίς όμως να είναι θυμωμένος και κινήθηκε μπροστά από το αυτοκίνητο. Εκεί μπροστά, μεταξύ των δύο οχημάτων, είχαν εξελιχθεί τα γεγονότα όπου και ήρθαν για πρώτη φορά σε επαφή οι δύο τους. Ισχυρίστηκε στη συνέχεια, ότι ο οδηγός του άλλου αυτοκινήτου είχε κατεβεί πρώτος. Χτύπησε τον σύζυγό της στο μάτι και αυτός έπεσε στο έδαφος. Η ίδια του φώναζε να φύγει και ενώ έφευγε η κόρη της του έδωσε τα γυαλιά του. Ο σύζυγός της αιμορραγούσε συνέχεια, ακόμα και την ώρα που επισκέφτηκαν τον Αστυνομικό Σταθμό Αραδίππου. Παραδέχθηκε τελειώνοντας, ότι πριν την κατάθεση της στο Δικαστήριο είχε μιλήσει με τον σύζυγό της αναφορικά με το τι είχε αναφέρει στην κατάθεσή της. Μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας και οι δύο συνήγοροι προέβησαν σε εκτεταμένες αγορεύσεις τις οποίες το Δικαστήριο έχει κατά νου. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ - ΕΥΡΗΜΑΤΑ Έρχομαι τώρα στην αξιολόγηση της μαρτυρίας. Η ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία αντικρίζεται και αξιολογείται με βάση το περιεχόμενο της, την ποιότητα και πειστικότητά της και πάντοτε σε συνάρτηση και σύγκριση με την υπόλοιπη μαρτυρία. Δεν είναι ορθή μικροσκοπική εξέτασή της. Πρέπει να προσεγγίζεται σφαιρικά και κάτω από το πρίσμα των περιστάσεων. Η αξιολόγηση προφορικής μαρτυρίας είναι άρρηκτα συνυφασμένη με την αξιοπιστία του κάθε μάρτυρα. Παράγοντας εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας αυτής, είναι η εντύπωση που ο μάρτυρας αφήνει στο Δικαστήριο. Στο νοηματικό περιεχόμενο του όρου «εντύπωση» περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, οι αντιδράσεις του μάρτυρα, ο τρόπος που απαντά, η ευχέρεια που είχε να αντιληφθεί τα γεγονότα και η ιδιοσυγκρασία που εκδηλώνει. Το σύνολο δηλαδή των γνωρισμάτων που συνθέτουν αφενός τον μάρτυρα που έχει σεβασμό στην αλήθεια και αφετέρου που είχε τις εξ αντικειμένου δυνατότητες να συλλάβει με τις αισθήσεις του όσα αναβιώνει με τη μαρτυρία του βλ. Χ' Γεωργίου ν. Δημοκρατίας

(1995)2 ΑΑΔ 174 στην σελ 180 και Phipson on Evidence, 16η έκδοση, σελ 333. Οι Αστ.3269, κ. Φωκάς (Μ.Κ.1) και Αστ.3848, κ. Παπαγεωργίου (Μ.Κ.3), αναφέρθηκαν στις ενέργειές τους αναφορικά με την υπόθεση και ουσιαστικά η μαρτυρία τους παρέμεινε ακλόνητη. Η μαρτυρία τους γίνεται αποδεχτή. Ο Δρ. Παντελή (Μ.Κ.4), κατέθεσε ως εμπειρογνώμονας. Αναφορικά με τον τρόπο προσέγγισης της μαρτυρίας εμπειρογνωμόνων και γενικά τον τρόπο χειρισμού της μαρτυρίας τους σχετικές είναι, μεταξύ άλλων, οι υποθέσεις Θεοσκάπαστη Φάρμ ν. Δημοκρατίας
(1990)1 Α.Α.Δ. 984, σελ.988, Νικολάου ν. Σταύρου
(1992)1 Α.Α.Δ. 746, σελ.750-751, Σπύρου ν. Χατζηχαραλάμπους
(1989)1 Α.Α.Δ (Ε) 298, σελ.290, Ψάλτης ν. Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 113, Νικολάου ν. Αστυνομίας
(2008)2 ΑΑΔ 841 και Will's Principles of Circumstantial Evidence, 7η έκδοση, σελ. 216. Υπενθυμίζω ότι το Δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο να υιοθετήσει τις απόψεις ενός εμπειρογνώμονα, ακόμη και αν αυτές παραμείνουν χωρίς αντεξέταση. Η μαρτυρία των εμπειρογνωμόνων προσφέρεται στο Δικαστήριο με σκοπό την παρουσίαση της επιστημονικής βάσης πάνω στην οποία οι επιστήμονες εργάστηκαν, ώστε το Δικαστήριο να μπορέσει να εξάγει τα δικά του συμπεράσματα. Τα συμπεράσματα αυτά είναι που θα αποτελέσουν την ανεξάρτητη κρίση του Δικαστηρίου, με βάση τα γεγονότα που έχουν αποδειχθεί μέσα από τη μαρτυρία αφενός, βοηθούμενο όμως από την επιστημονική άποψη των εμπειρογνωμόνων αφετέρου. Το Δικαστήριο μπορεί να υιοθετήσει τη θέση ενός εμπειρογνώμονα, είτε στο σύνολό της, είτε εν μέρει, είτε καθόλου, ανάλογα με τα ευρήματά του και την αξιολόγηση της μαρτυρίας του, έχοντας υπόψη ότι οι εμπειρογνώμονες δεν έχουν κανένα προβάδισμα έναντι άλλων μαρτύρων και η μαρτυρία τους υπόκειται στους ίδιους ακριβώς κανόνες αξιολόγησης, όπως και οι συνήθεις μάρτυρες επί των γεγονότων. Στην Anastassiades v. The Republic
(1977)2 CLR 97, διευκρινίστηκε ότι οι εμπειρογνώμονες μπορούν να δώσουν μαρτυρία γνώμης, δηλαδή να εκφράσουν τη γνώμη τους πάνω σε υποθετικές καταστάσεις πραγμάτων ή καταστάσεις πραγμάτων που εκλαμβάνονται σαν δεδομένες. Κατά κανόνα, η μαρτυρία εμπειρογνώμονα θεωρείται ότι είναι μαρτυρία ανεξάρτητου μάρτυρα (βλ. R. v. Lanfear
(1968)1 All E.R. 683, Anastassiades v. The Republic
(1977)2 CLR 97, Kouppis v. The Republic
(1977)2 CLR 361). Ήταν αμερόληπτος μάρτυρας και αναφέρθηκε στον τραυματισμό τόσο του Παραπονούμενου καθώς και του Κατηγορούμενου, χωρίς οποιαδήποτε προσπάθεια βοήθειας προς την μια ή την άλλη πλευρά. Δεν έχω λόγο να μην τον πιστέψω. Έρχομαι τώρα στη μαρτυρία του Παραπονούμενου, η οποία θα πρέπει να αναφερθεί, ήταν σταθερή. Σε κανένα σημείο, τόσο της κυρίως εξέτασής του καθώς και της αντεξέτασής του, δεν έχασε ο μάρτυρας την ψυχραιμία του. Με σταθερότητα και συνοχή λόγου και σκέψης απάντησε την κάθε ερώτηση που του τέθηκε. Παραδέχτηκε ότι είχε χτυπήσει του Κατηγορούμενου και ανέφερε τι του είχε πει χωρίς οποιαδήποτε προσπάθεια να αποκρύψει τι είχε συμβεί. Kάποιες μικροαντιφάσεις υπήρχαν, όμως δεν ήταν τέτοιες που να κλονίσουν την αξιοπιστία του, αφού δεν ήταν ουσιαστικής φύσεως (βλ.Τούμπας ν. Αστυνομίας
(2004)2 ΑΑΔ 430, Σίφουνας κ.α. ν. Αστυνομίας
(2007)2 ΑΑΔ 91 και Παναγή ν. Αστυνομίας
(2007)2 ΑΑΔ 395). Mετέφερε τα βιώματά του χωρίς υπερβολές, αλλοιώσεις ή προσθήκες και δεν έδωσε στο Δικαστήριο οποιοδήποτε έρεισμα για να απορρίψει τη μαρτυρία του. Την αποδέχομαι. Αντίθετη είναι η άποψή μου για τη μαρτυρία του Κατηγορούμενου. Ο Κατηγορούμενος διακατεχόταν από άγχος και ήταν νευρικός κατά την διάρκεια της μαρτυρίας του. Σε αρκετά σημεία η μαρτυρία του ήταν αντιφατική. Και εξηγώ, στο Τεκμήριο 5, την κατάθεσή του, δεν αναφέρθηκε στο γεγονός ότι ο Παραπονούμενος οδηγούσε αφηρημένα κρατώντας το τηλέφωνο. Στην κυρίως εξέτασή του είπε, καθώς και στην κατάθεσή του, ότι είδε τον Παραπονούμενο να τον «καβλιάζει». Επέμενε και στην αντεξέτασή του ότι τον είχε δει να χειρονομεί, όμως στη συνέχεια υποστήριξε ότι ήταν σχεδόν σκοτάδι την ώρα που εξελίχθηκε το επεισόδιο. Οπόταν πώς μπορούσε να είναι τόσο σίγουρος; Είναι πραγματικά άξιο απορίας γιατί πρώτον αναβόσβηνε τα φώτα του στον Παραπονούμενο, σύμφωνα με τον ισχυρισμό του, απλώς και μόνο γιατί ήθελε να τον προσπεράσει, από τη στιγμή που κανένας από τους δύο δεν έτρεχε και η άλλη λωρίδα του δρόμου ήταν ελεύθερη. Δεύτερον, γιατί ο Κατηγορούμενος σταμάτησε το αυτοκίνητο του πίσω από αυτό του Παραπονούμενου, αφού από την αρχή που ακολουθούσε τον Παραπονούμενο είχε καταλάβει ότι είχε να κάνει με επικίνδυνο άτομο μετά το «κάβλιασμα». Στην κυρίως εξέτασή του ισχυρίστηκε ότι σταμάτησε πίσω από τον Παραπονούμενο για τη δική του ασφάλεια καθώς και των συνεπιβατών του, γιατί πίστευε ότι κινδύνευαν καθώς επίσης και για να γλυτώσει από την περιπέτεια. Αρχικά όμως, είχε ισχυριστεί ότι ο Παραπονούμενος του είχε ανακόψει την πορεία του. Πώς θα μπορούσε να διασφαλίσει την ασφάλειά του καθώς και της οικογένειάς, του σταματώντας πίσω από ένα άτομο που θεωρούσε επικίνδυνο; Επίσης, αφού τον θεωρούσε επικίνδυνο, γιατί ήθελε να λάβει το λόγο για την οδήγησή του; Μάλλον το αντίθετο θα έπρεπε να πράξει σύμφωνα με τα όσα είχε αναφέρει. Υποστήριξε ότι ο Παραπονούμενος τον είχε βάλει στο έδαφος και τον χτυπούσε, ενώ αρχικά είχε πει ότι έπεσε στο έδαφος μετά τη γροθιά, πλην όμως δεν υπήρχαν οποιαδήποτε τραύματα στο σώμα του. Ισχυρίστηκε ότι έχασε ένα λίτρο αίμα. Η θέση του αυτή έμεινε μετέωρη γιατί δεν υποστηρίχθηκε από τη μαρτυρία του Δρ. Παντελή (Μ.Κ.4), αλλά ούτε και από τη μαρτυρία του Δρ. Διέτη (Μ.Υ.1). Αν πράγματι έχανε ένα λίτρο αίμα, δεν θα μπορούσε να πάει, δεν θα ήταν σε θέση να το πράξει, στο αεροδρόμιο, να κατεβεί για να πάει στην Αστυνομία και στη συνέχεια να πάει πρώτα στον Αστυνομικό Σταθμό Αραδίππου και μετά στο Νοσοκομείο, λαμβάνοντας υπόψη ότι το ανθρώπινο σώμα διαθέτει μόνο 4 λίτρα αίμα. Επίσης, θα υπήρχε κάποια ένδειξη αίματος στα ρούχα του όταν επισκέφτηκε το Νοσοκομείο. Όμως, ο ιατρός Δρ. Παντελή (Μ.Κ.3), δεν ανέφερε οτιδήποτε για το θέμα αυτό και εν πάση περιπτώσει δεν αντεξετάστηκε επί του συγκεκριμένου θέματος. Ήταν επίσης η θέση του ότι ακόμα υποφέρει με το σπόνδυλό του λόγω του συγκεκριμένου περιστατικού, όμως η θέση του Δρ Διέτη (Μ.Υ.1), ήταν ότι υποφέρει, εν πάση περιπτώσει, από οσφυαλγίες πολύ τακτικά εξ ου και του χορηγείται θεραπεία. Όλες αυτές οι αντιφάσεις, τα ψέματα και οι υπερβολές οδηγούν το Δικαστήριο στο να απορρίψει τη μαρτυρία του. Όσον αφορά τη μαρτυρία του Δρ. Χατζηχάνα (Μ.Υ.2), θα πρέπει να αναφερθεί ότι ήταν καθοδηγημένος στη μαρτυρία του. Ήταν υπερβολικός και η μαρτυρία του δεν συμφωνούσε με των άλλων δυο ιατρών που έδωσαν μαρτυρία. Άφησε το Δικαστήριο με την εντύπωση ότι ήρθε απλώς και μόνο για να βοηθήσει το θείο του και όχι για να βοηθήσει το Δικαστήριο. Τα πιο πάνω συμπεράσματα συνάγονται από τα ακόλουθα γεγονότα: Ισχυρίστηκε ότι ασκήθηκε υπέρμετρη, υπερσύγχρονη και μεγάλου βαθμού βία. Το ιατρικό πιστοποιητικό, Τεκμήριο 7, καταγράφει θλαστικό τραύμα στο αριστερό φρύδι 1 εκ καθώς και θλαστικό τραύμα 2εκ κάτω από το αριστερό μάτι. Δεν γίνεται αναφορά σε συρραφή τραυμάτων. Δεν υπήρξε οποιαδήποτε μαρτυρία κατά πόσο τα συγκεκριμένα τραύματα προκαλούνται από υπέρμετρη βία, αντίθετα ο Δρ. Παντελή (Μ.Κ.4), ισχυρίστηκε ότι είναι τα συνήθη τραύματα που προκαλούνται σε μια συμπλοκή. Αλλά ούτε και ο ισχυρισμός του ότι προκλήθηκαν από αντικείμενα βρίσκει έρεισμα στη λογική. Γνώριζε και ανέφερε με πολύ σιγουριά ότι το συγκεκριμένο τραύμα θα μπορούσε να προκληθεί από επαγγελματία, χωρίς να έχει ερωτηθεί οτιδήποτε, καταδεικνύοντας ότι είχε μιλήσει με τον Κατηγορούμενο. Ήταν επίσης σίγουρος ότι ο Κατηγορούμενος δεν κάνει απότομες κινήσεις λόγω του ότι αυτό του έχουν συστήσει οι θεράποντες ιατροί, όπως ήταν επίσης σίγουρος ότι παρά τη φτωχή κατάσταση του σπονδύλου του Κατηγορούμενου και την οστεοαρθρίτιδα που τον ταλαιπωρεί, αυτό που επιδείνωσε την κατάστασή του ήταν το τραύμα από την επίθεση. Όμως, προφανώς θα λησμόνησε τι του είχε αναφερθεί και ισχυρίστηκε ότι σύμφωνα με τα όσα του είχε αναφέρει ο θείος του, ο Παραπονούμενος, τον χτύπησε ενώ ήταν εντός του αυτοκινήτου του και όταν κατέβηκε έπεσε. Δεν μπορώ να δεχθώ τη μαρτυρία του, αφού απώτερος στόχος της ήταν η παροχή βοήθειας στον Κατηγορούμενο. Υπερβολική και καθοδηγούμενη ήταν και η σύζυγος του Κατηγορούμενου (Μ.Υ.3), η οποία ήρθε για να βοηθήσει τον σύζυγό της, όμως λόγω του ότι η μαρτυρία της διαφοροποίητο από αυτή του συζύγου της, έφερε τα αντίθετα αποτελέσματα από αυτά που επιθυμούσε. Υποστήριξε ότι είχε δει και η ίδια τη χειρονομία του Παραπονούμενου παρά το ότι σκοτείνιαζε, ότι ο σύζυγός της δεν είχε χτυπήσει τον Παραπονούμενο, ότι ο Παραπονούμενος τους προσπέρασε και σταμάτησε μπροστά τους αναγκάζοντάς τους να σταματήσουν. Παραδέχθηκε ότι είχε συζητήσει όλα αυτά τα γεγονότα με τον σύζυγό της πριν δώσει μαρτυρία. Όλα αυτά οδηγούν το Δικαστήριο στο να απορρίψει τη μαρτυρία της. Καταλήγω λοιπόν, με βάση τη μαρτυρία όπως την έχω αποδεχθεί, ότι τα γεγονότα εξελίχθηκαν ως ακολούθως: Μεταξύ του Παραπονούμενου και του Κατηγορούμενου εξελίχθηκε ένα επεισόδιο στον αυτοκινητόδρομο Λευκωσίας - Λάρνακας, σε κάποιο σημείο του δρόμου πριν τον κυκλικό κόμβο Ριζοελιάς στο σημείο που μειώνεται το όριο ταχύτητας. Ο Παραπονούμενος οδηγούσε το όχημά του στη δεξιά λωρίδα, λόγω του ότι είχε πρόθεση να πάει δεξιά και πλησίαζε τον κυκλικό κόμβο. Ο Κατηγορούμενος που βρισκόταν από πίσω του και ήθελε να εισέλθει στη λωρίδα επιτάχυνσης, άρχισε να του αναβοσβήνει τα φώτα του και τον πλησίασε σε πολύ κοντινή απόσταση. Ο Κατηγορούμενος εισήλθε στην αριστερή λωρίδα μειώνοντας ταχύτητα και παρέμεινε στο πλευρό του Παραπονούμενου. Ο Παραπονούμενος μπήκε αριστερά και σταμάτησε στη λωρίδα ασφαλείας του αυτοκινητόδρομου για να αφήσει τον Κατηγορούμενο να τον προσπεράσει. Ο Κατηγορούμενος επειδή είχε θυμώσει, ήθελε να λάβει το λόγο για τον τρόπο οδήγησης του Παραπονούμενου και αντί να φύγει σταμάτησε πίσω του και κατέβηκε από το αυτοκίνητό του για να θυμώσει του Παραπονούμενου. Κατέβηκε τότε από το αυτοκίνητό του και ο Παραπονούμενος και αμέσως ο Κατηγορούμενος τον χτύπησε με το δεξί του χέρι στο πρόσωπο. Από το χτύπημα έπεσαν τα γυαλιά του στο έδαφος, προς το μέρος του αυτοκινήτου του Κατηγορούμενου και του ζήτησε να του επιτρέψει να τα πιάσει. Ενώ έσκυψε για να τα πιάσει ο Κατηγορούμενος, τον ξαναχτύπησε στο κεφάλι και του έδωσε επίσης μια κλωτσιά, με αποτέλεσμα να βρεθεί στη μέση του αυτοκινητόδρομου. Για να απομακρύνει τον Κατηγορούμενο, τον χτύπησε στο πρόσωπο και τον καθήλωσε στο έδαφος μπροστά από το αυτοκίνητό του. Τότε βγήκε η σύζυγος του Κατηγορούμενου και η κόρη του και τον τράβηξαν. Ο ίδιος ζήτησε να πάρει τα γυαλιά του και στη συνέχεια κατευθύνθηκε στο αυτοκίνητό του. Ο Κατηγορούμενος τον έφτασε και του έδωσε ένα μπάτσο. Ο ίδιος απομακρύνθηκε γρήγορα και κατευθύνθηκε στο Αστυνομικό Σταθμό Ριζοελιάς όπου και κατήγγειλε το περιστατικό. Είχε υποστεί εκδορές στην αριστερή πηχεοκαρπική, στο δεξιό αντιβραχίονα και μικρό θλαστικό τραύμα στο έσω κάτω χείλος, ενώ υπήρχε πάνω του και χτύπημα από παπούτσι. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το άρθρο 243 του Ποινικού Κώδικα, δυνάμει του οποίου κατηγορείται ο Κατηγορούμενος διαλαμβάνει τ΄ ακόλουθα: "Όποιος διαπράττει επίθεση που προκαλεί πραγματική σωματική βλάβη, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση τριών χρόνων.". Εξετάζοντας τη νομική πτυχή της υπόθεσης, θα πρέπει να γίνει αναφορά στον ισχυρισμό του Κατηγορουμένων ότι δεν χτύπησε καθόλου τον Παραπονούμενο και ούτε τον κλώτσησε. Έχοντας αποδεχθεί τη θέση του Παραπονούμενου, ότι υπέστη επίθεση από τον Κατηγορούμενο και έχοντας απορρίψει τη μαρτυρία του Κατηγορούμενου ότι δεν είχε επιτεθεί αλλά ούτε και είχε κλωτσήσει τον Παραπονούμενο, θεωρώ ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος έχουν αποδειχθεί. Το ότι τα τραύματα που υπέστη ο Παραπονούμενος (Μ.Κ.2), από την επίθεση του Κατηγορούμενου συνιστούν πραγματική σωματική βλάβη δεν μπορεί να αμφισβητηθεί. Ως προς το τι συνιστά πραγματική σωματική βλάβη παραπέμπω στις αποφάσεις R. v. Miller
(1954)2 All E.R. 529, Αστυνομία ν. Ιωάννου
(1989)2 Α.Α.Δ. 61 και Georgiades v. Police
(1985)2 C.L.R.
  1. Στην απόφαση Georghiades επιφανειακή εκδορά στο πρόσωπο με ερέθισμα θεωρήθηκε αρκετή για σκοπούς του άρθρου
  2. Οι όροι «σωματική βλάβη» και «τραύμα» ερμηνεύονται στο άρθρο 4 του Ποινικού Κώδικα. Στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν υπάρχει αμφιβολία, με βάση τη μαρτυρία που αποδέχθηκα και τα ευρήματά μου, ότι ο Κατηγορούμενος άσκησε βία εναντίον του Παραπονούμενου, προκαλώντας του τα τραύματα που καταγράφονται στο Τεκμήριο
  3. Στο σύγγραμμα του Archbold Criminal Practice 2002, στην παρά 19-212 επεξηγείται ο όρος τραύμα/πληγή ως ακολούθως: «incised wounds, punctured wounds, lacerated wounds, contused wounds ... To constitute a wound the continuity of the skin must be broken ... But a division of the internal skin e.g. within the cheep or lip, is sufficient to constitute a wound». Η μαρτυρία του ιατρού Παντελή (Μ.Κ.4), ήταν σαφής ότι υπήρξε λύση στη συνέχεια του δέρματος, αφού ο Παραπονούμενος (Μ.Κ.2), έφερε εκδορές στην αριστερή πηχεοκαρπική, το δεξιό αντιβραχίονα και μικρό θλαστικό τραύμα στα χείλη, σύμφωνα με το πιστοποιητικό, Τεκμήριο
  4. Για να διαπραχθεί το αδίκημα της επίθεσης, πρέπει αυτός που διαπράττει την επίθεση με πρόθεση ή χωρίς να νοιάζεται να επιφέρει στον άλλο άμεση παράνομη βία. Δε η πράξη βίας πρέπει να συνοδεύεται με εχθρική πρόθεση, σύμφωνα με το σύγγραμμα του Smith & Hogan 'Criminal Law', 10η έκδοση σελίδα
  5. Το σύγγραμμα Archbold 2002, στην παρα. 19-166 καταγράφει τα ακόλουθα: «An assault is any act - and not a mere omission to act- by which a person intentionally - or recklessly - causes another to apprehend immediate unlawful violence....... The act must be accompanied by a hostile intent calculated to cause apprehension in the mind of the victim. Where the hostile intent is not present, there will be no assault....». Όπως έχω αποδεχθεί τα γεγονότα, ο Κατηγορούμενος δεν νοιαζόταν κατά πόσο θα προκαλούσε στον Παραπονούμενο οποιοδήποτε τραύμα και μπορούσε να προβλέψει ότι αν τον χτυπούσε θα τραυματιζόταν, βλ. Archbold 2002, παράγραφο 19-
  6. Το μόνο που τον ένοιαζε ήταν να επιπλήξει τον Παραπονούμενο για τον κακό τρόπο οδήγησής του. Συνεπώς, τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, που προκύπτουν από το άρθρο 243, έχουν αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και ο Κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος. (Υπ.) ........................................ Ε. Γεωργίου - Αντωνίου, Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.