← Κύπρος

Ilya Zelmanov ν. Πέτρος Κώστα, Αρ. Αγωγής: 488/2010, 30 Νοεμβρίου 2010

Ilya Zelmanov ν. Πέτρος Κώστα, Αρ. Αγωγής: 488/2010, 30 Νοεμβρίου 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2010:A99 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Γ. Ν. Γιασεμή, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 488/2010 Μεταξύ: Ilya Zelmanov Ενάγοντα-Αιτητή και Πέτρος Κώστα Εναγόμενου-Καθ΄ου η αίτηση Αίτηση ημερομηνίας 26.2.2010 Ημερομηνία: 30 Νοεμβρίου 2010. Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα-Αιτητή: Ο κ. Θ. Θωμά με κ. Α. Ζηντίλη. Για τον Εναγόμενο-Καθ΄ου η αίτηση: Ο κ. Σ. Σάββα. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αίτηση ο ενάγοντας επιδιώκει την έκδοση περιμπίπτοντος απαγορευτικού διατάγματος το οποίο να απαγορεύει στον εναγόμενο, στους υπαλλήλους ή στους αντιπροσώπους του από του να πωλήσουν, μεταβιβάσουν, υποθηκεύσουν ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο αποξενώσουν τέσσερα συγκεκριμένα ακίνητα τα οποία βρίσκονται στην περιοχή του χωριού Πύλα της επαρχίας Λάρνακας. Τα στοιχεία τους παρατίθενται λεπτομερώς στην αίτηση. Ως νομική βάση της αίτησης αναφέρεται, μεταξύ άλλων, και το άρθρο 32

(1)του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960 στο οποίο περιόρισε, τελικώς, την αγόρευση του ο συνήγορος του ενάγοντα. Όσον αφορά τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η αίτηση αυτά παρατίθενται στην ένορκη δήλωση του ενάγοντα. Είναι σχετικά σύντομη η δήλωση αυτή σε αντίθεση με τη μακροσκελή ένορκη δήλωση του εναγομένου την οποία ο τελευταίος ορκίστηκε και κατέθεσε προς υποστήριξη της ένστασης του στην αίτηση. Προτού εξεταστούν οι εκατέρωθεν ισχυρισμοί από τις προαναφερθείσες ένορκες δηλώσεις ενδείκνυται να γίνει αναφορά στο στάδιο αυτό στην αιτία αγωγής και στην απαίτηση του ενάγοντα όπως μάλιστα αυτές αποτυπώνονται στην ειδικώς οπισθογραφημένη επί του κλητηρίου εντάλματος έκθεση απαιτήσεως. Σε συντομία, όπως προκύπτει από αυτή, ο ενάγοντας ήγειρε την παρούσα αγωγή αξιώνοντας από τον εναγόμενο να του μεταβιβάσει πέντε συγκεκριμένα ακίνητα. Τέσσερα είναι τα ίδια που αναφέρει και στην αίτηση του. Όπως ισχυρίζεται, τα αγόρασε ο εναγόμενος με οδηγίες του και για λογαριασμό του κατά την περίοδο μεταξύ 1993 και 1995, όμως, παρέλειψε και να του τα μεταβιβάσει. Αντ΄ αυτού ο εναγόμενος μεταβίβασε και ενέγραψε τα ακίνητα αυτά είτε στο όνομα του προσωπικά είτε στο όνομα κάποιας εταιρείας ιδίων συμφερόντων. Στο σώμα της έκθεσης απαιτήσεως δίνονται λεπτομέρειες για τέσσερα από τα πέντε ακίνητα που αναφέρονται στο αιτητικό μέρος της. Επίσης, στην έκθεση απαιτήσεως προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι για την αγορά των εν λόγω ακινήτων ο ενάγοντας είχε δώσει κατά καιρούς στον εναγόμενο, με υπόδειξη του, διάφορα χρηματικά ποσά με τα οποία θα πλήρωνε για την αγορά των ακινήτων το σύνολο των οποίων υπερέβαινε κατά πολύ το τίμημα το οποίο τελικώς πληρώθηκε γι' αυτά. Ως εκ τούτου ο ενάγοντας αξιώνει περαιτέρω από τον εναγόμενο, να του επιστρέψει συνολικό ποσό €357.097 το οποίο αντιστοιχεί στο ποσό των Λ.Κ.209.000 που, κατ' ισχυρισμό, του είχε δώσει επιπλέον. Το περιεχόμενο της έκθεσης απαιτήσεως δεν αποτελεί μαρτυρία. Αλλά, πρόκειται για ισχυρισμούς αναφορικά με τα ουσιώδη γεγονότα που συνθέτουν την εκδοχή του ενάγοντα και στηρίζουν την απαίτηση του εναντίον του εναγομένου. Στην προκειμένη περίπτωση ό,τι εκτίθεται στην έκθεση απαιτήσεως του ενάγοντα θεωρώ πως είναι ικανοποιητικό για να διαπιστωθεί ότι αποκαλύπτεται σε αυτή σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά τη δίκη. Το κριτήριο αυτό έχει ερμηνευθεί να σημαίνει συζητήσιμη υπόθεση στη βάση της δικογραφίας (Βλ. Odysseos v. Pieris Estates
(1982)1 CLR 557). Αυτή είναι η πρώτη προϋπόθεση που θέτει το άρθρο 32
(1)προκειμένου να καταστεί δυνατή η έκδοση παρεμπίπτοντος απαγορευτικού διατάγματος όπως αυτό το οποίο αιτείται ο ενάγοντας με την παρούσα αίτηση. Περαιτέρω, ο ενάγοντας, αιτητής για τέτοιο διάταγμα, θα πρέπει επίσης να καταδείξει μέσω έγγραφης μαρτυρίας ότι υπάρχει πιθανότητα να δικαιούται σε θεραπεία. Εννοείται ασφαλώς στα πλαίσια της αγωγής εντός της οποίας έχει υποβάλει και τη σχετική αίτηση. Διαπιστώνεται έτσι η ύπαρξη μιας αυτονόητης πλέον διασύνδεσης του περιεχομένου της έκθεσης απαιτήσεως, στην περίπτωση βέβαια που θα έχει ήδη κατατεθεί το δικόγραφο αυτό, ή έστω της γενικής οπισθογράφησης, και της ένορκης μαρτυρίας η οποία προσάγεται προς υποστήριξη της αίτησης και η οποία θα πρέπει να αναφέρεται κανονικά στα ίδια ουσιώδη γεγονότα, πλαισιούμενα, όμως, με την ανάλογη λεπτομέρεια προς ενίσχυση της αποδεικτικής τους αξίας. Αυτό θα πρέπει να ήταν η επιδίωξη του ενάγοντα στην ένορκη δήλωση του προς υποστήριξη της παρούσας αίτησης. Μια διευκρίνιση η οποία είναι αναγκαίο να γίνει στο στάδιο αυτό είναι πως στο πλαίσιο της εφαρμογής του άρθρου 32
(1)η πιθανότητα επιτυχίας της απαίτησης του ενάγοντα, προκειμένου αυτός να δικαιούται σε θεραπεία, θα πρέπει να διαπιστωθεί από την προσφερόμενη μαρτυρία ως έχει στην όψη της. Ενώ η οποιαδήποτε αξιολόγηση της επιχειρηθεί στο στάδιο αυτό δε θα πρέπει να καταλήγει σε ευρήματα επί γεγονότων τα οποία είναι σχετικά και αφορούν την επίδικη διαφορά. Όμως, η μαρτυρία αυτή, ως προς το περιεχόμενο και την αποδεικτική της αξία, όπως παρατηρείται στην υπόθεση Κυτάλα ν. Χρυσάνθου
(1996)1 Α.Α.Δ. 253, θα «πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται» η ύπαρξη πιθανότητας επιτυχίας της προβαλλόμενης αιτίας αγωγής. Ερχόμενος ακολούθως στην ένορκη δήλωση, αναφέρει σε αυτή ο ενάγοντας ότι περί το έτος 1995 ή και προηγουμένως γνώρισε τον εναγόμενο ο οποίος ασχολείτο με κτηματομεσιτικές ή/και κτηματικές εργασίες και συμφώνησαν να του έβρισκε ο τελευταίος κτήματα τα οποία αφού ενέκρινε θα τα αγόραζε. Στην πορεία του χρόνου ο εναγόμενος του βρήκε διάφορα τεμάχια γης τα οποία με υπόδειξη του τα αγόρασε δίδοντας του κάθε φορά διαφορετικό χρηματικό ποσό για πληρωμή του τιμήματος. Αυτό γινόταν με την κατάθεση από τον ίδιο του συγκεκριμένου χρηματικού ποσού σε κάποιο λογαριασμό του εναγομένου. Με τον τρόπο αυτό ο εναγόμενος φέρεται να αγόρασε για λογαριασμό του (του ενάγοντα), τα τέσσερα ακίνητα που αναφέρονται στην παρούσα αίτηση. Μάλιστα, όπως ο ενάγοντας σημειώνει στο τέλος της ένορκης δήλωσης του σε ένα από αυτά υπάρχουν μη εγκεκριμένα υποστατικά αποτελούμενα από πολυκατοικία με δεκαοκτώ διαμερίσματα και πέντε κατοικίες. ΄Οπως ο ενάγοντας αναφέρει στην συνέχεια, όταν κατά το 2009 διαπίστωσε ότι τα ακίνητα τα οποία ο εναγόμενος είχε αγοράσει με χρήματα του δεν τα ενέγραψε στο όνομα του, τον ενημέρωσε προσωπικά για το θέμα αυτό και ο εναγόμενος του έδωσε διάφορες δικαιολογίες. Επίσης, του έκανε και διάφορες εκκλήσεις για να το πράξει, όμως, ο εναγόμενος αμελούσε, αρνείτο ή και κωλυσιεργούσε, όπως το θέτει, να συμμορφωθεί. Τότε, μη έχοντας άλλη επιλογή κατάγγειλε τον εναγόμενο στην αστυνομία. Στο πλαίσιο της καταγγελίας αυτής εξετάζεται κατά πόσο ο εναγόμενος διέπραξε σε βάρος του αδικήματα κλοπής και εξασφάλισης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις. Στο μεταξύ μετά την εν λόγω καταγγελία ο εναγόμενος άρχισε, όπως ο ενάγοντας ισχυρίζεται περαιτέρω, να τον απειλεί μέσω τηλεφώνου ότι θα πωλήσει τα ακίνητα τα οποία είχε αγοράσει με τα χρήματα του οπότε αυτός δε θα έχει πλέον τη δυνατότητα να πραγματοποιήσει οποιοδήποτε κέρδος. Στη βάση των πιο πάνω ισχυρισμών του και αφού έλαβε, όπως αναφέρει, νομική συμβουλή, ο ενάγοντας εισηγείται, βασικά, ότι συντρέχουν στην περίπτωση του οι προϋποθέσεις οι οποίες καθιστούν την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος εφικτή. Προς επιβεβαίωση της θέσης του αυτής και των ισχυρισμών του ανωτέρω ο ενάγοντας συμπληρώνει την ένορκη δήλωση του ισχυριζόμενος ότι με βάση πληροφορίες τις οποίες έλαβε από το Κτηματολόγιο, ο εναγόμενος έχει ήδη πωλήσει ένα από τα ακίνητα που αγόρασε με δικά του χρήματα. Παραθέτει δε τα στοιχεία ενός ακινήτου το οποίο όμως δεν αναφέρει στην αίτηση ή και αλλού στην ένορκη δήλωση του. Στη δική του ένορκη δήλωση ο εναγόμενος απορρίπτει τους ισχυρισμούς του ενάγοντα οι οποίοι τον φέρουν να έχει οικειοποιηθεί περιουσιακά του στοιχεία είτε πρόκειται για ακίνητα είτε για χρήματα τα οποία ο ενάγοντας του έδωσε για την αγορά τους. Παραθέτει δε τους ισχυρισμούς του με τους οποίους επιχειρεί να εξηγήσει και να διαφωτίσει τις σχέσεις του με τον ενάγοντα σε ένα κείμενο οκτώ σελίδων. Προς τον ίδιο σκοπό επισυνάπτει στην ένορκη δήλωση του και αριθμό εγγράφων ως τεκμήρια. Κατά το στάδιο των αγορεύσεων οι συνήγοροι συμφώνησαν ως προς τις εφαρμοζόμενες αρχές. Διαφώνησαν όμως ως προς τα γεγονότα, με το συνήγορο του εναγομένου να επισημαίνει την ανεπάρκεια της μαρτυρίας η οποία έχει προσφερθεί από τον ενάγοντα για τους σκοπούς της αίτησης. Σε κάθε περίπτωση το αίτημα για έκδοση παρεμπίπτοντος απαγορευτικού διατάγματος ή και η παραμονή του σε ισχύ εφόσον αυτό έχει ήδη εκδοθεί, εξετάζεται υπό το φως του συνόλου της μαρτυρίας η οποία έχει προσφερθεί από τα αντιδικούντα μέρη. Και εξετάζεται συγχρόνως, στην βάση που έχει αναφερθεί προηγουμένως, ήτοι ως έχει στην όψη της, με κριτική όμως διάθεση ως προς το περιεχόμενο της που δεν πρέπει να ξεφεύγει από τα όρια τα οποία οριοθετούν την φύση της συγκεκριμένης αυτής διαδικασίας. Θα πρέπει σε περίπτωση, όπως είναι η προκείμενη, το δικαστήριο να περιοριστεί στη διαπίστωση ύπαρξης ή μη ορατής πιθανότητας επιτυχίας της αγωγής. Στην παρούσα περίπτωση δεν χρειάζεται καν να επεκταθεί η προαναφερθείσα εξέταση στην μαρτυρία του εναγομένου. Η έκθεση ανωτέρω της μαρτυρίας του ενάγοντα βασικά έχει περιλάβει όλα τα ουσιώδη στοιχεία που αποκαλύπτονται σ' αυτή. Η διαπίστωση δε η οποία γίνεται συναφώς είναι ότι το περιεχόμενο της είναι πραγματικά πενιχρό. Δεν αναφέρεται σ' αυτή πότε και υπό ποιες συνθήκες έγιναν οι αγορές των ακινήτων, τα κτηματολογικά στοιχεία των οποίων είναι προφανές ότι ο ενάγοντας γνωρίζει, αν και δεν αναφέρει πως. Ούτε πόσα κατέβαλε στον εναγόμενο για την αγορά τους αναφέρει αλλά και γιατί δεν μερίμνησε ο ίδιος για την μεταβίβαση τους στο όνομα του όταν ο εναγόμενος παρέλειψε να ενεργήσει για την ολοκλήρωση της πτυχής αυτής. Σύμφωνα με την υπόθεση Κυτάλα v. Χρυσάνθου, ανωτέρω, ελλείπει για σκοπούς της παρούσας εξέτασης αναγκαία μαρτυρία από την οποία να μπορεί να διαπιστωθεί η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας της αγωγής. Εν όψει της κατάληξης αυτής δεν χρειάζεται πιστεύω να εξεταστεί η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32
(1), και πολύ περισσότερο κατά πόσο είναι πρόσφορο ή δίκαιο να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Ως εκ τούτου, και για το λόγο που αναφέρεται πιο πάνω, η αίτηση αποτυγχάνει και απορρίπτεται, με έξοδα σε βάρος του ενάγοντα και υπέρ του εναγομένου. Αυτά να υπολογιστούν από την Πρωτοκολλητή και να καταβληθούν με το πέρας της αγωγής, αφού εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............ Γ. Ν. Γιασεμής, Π.Ε.Δ. /ΣΣΑ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.