← Κύπρος

ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΟΥ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟΥ ΚΑΡΠΑΣΙΑΣ ΛΤΔ. ν. ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΠΕΤΡΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής 1260/08, 8 Δεκεμβρίου 2010

ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΟΥ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟΥ ΚΑΡΠΑΣΙΑΣ ΛΤΔ. ν. ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΠΕΤΡΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής 1260/08, 8 Δεκεμβρίου 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2010:A100 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ. Ενώπιον: Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 1260/08 Μεταξύ: ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΟΥ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟΥ ΚΑΡΠΑΣΙΑΣ ΛΤΔ., από τη Λάρνακα Εναγόντων -και -

  1. ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΠΕΤΡΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ, από τη Ξυλοτύμπου,
  2. ΜΑΡΙΑΣ ΙΩΑΝΝΗ ΧΡΙΣΤΑΚΗ σύζυγος ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΠΕΤΡΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ, άλλως ΜΑΡΙΑ ΙΩΑΝΝΗ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ, από τη Ξυλοτύμπου,
  3. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ ΜΙΧΑΗΛ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ, από το Αυγόρου,
  4. ΧΡΥΣΩΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ, από το Αυγόρου, Εναγόμενων Αίτηση ημερ. 22.11.2010 για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης Ημερομηνία: 8 Δεκεμβρίου
  5. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για ενάγοντες-αιτητές: Ο κ. Χρ. Ιωάννου. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα μονομερή Αίτηση οι ενάγοντες-αιτητές ζητούν την έκδοση διατάγματος του Δικαστηρίου που να επιτρέπει την καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης διά της οποίας να διορθώνεται και/ή διευκρινίζεται πραγματικό γεγονός το οποίο αναφέρεται στην ένορκη δήλωση των αιτητών ημερ. 8.09.2010 η οποία συνοδεύει την αίτηση της ίδιας ημερομηνίας. Ως νομική βάση της Αίτησης καθορίζονται η Δ.39 θ 16, Δ.40, Δ.48 θθ. 1,2,3,4

(2), Δ.64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, οι συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου, οι κανόνες φυσικής δικαιοσύνης και το ΄Αρθρο 30 του Συντάγματος. Η Αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση υπαλλήλου των εναγόντων στην οποία αναφέρεται ότι εκ παραδρομής και λόγω τυπογραφικού λάθους δύο θέματα διατυπώθηκαν λανθασμένα στην ένορκη δήλωση της ιδίας υπαλλήλου των εναγόντων ημερ. 8.09.2010 που συνοδεύει την Αίτηση έρευνας της ίδιας ημερομηνίας. Στη συνέχεια της ενόρκου δηλώσεως προσδιορίζονται τα δύο αυτά θέματα και η αναγκαιότητα προσθήκης συγκεκριμένων φράσεων και αναφορών ούτως ώστε να τεθούν όλα τα πραγματικά γεγονότα ενώπιον του Δικαστηρίου. Από πλευράς καθ΄ ων η αίτηση-εναγομένων δεν υπήρξε ένσταση στην Αίτηση μετά που, κατόπιν οδηγιών του Δικαστηρίου, επιδόθηκε η εν λόγω αίτηση σ΄ αυτούς. Ο κ. Χριστόφορος Ιωάννου, εκ μέρους των αιτητών-εναγόντων, αγορεύοντας προς υποστήριξη της Αίτησής του επικαλέστηκε, βασικά, τις πρόνοιες της Δ.39 θ.16 σύμφωνα με την οποία παρέχεται η εξουσία τροποποίησης ένορκης δήλωσης με άδεια του Δικαστηρίου στην περίπτωση εκείνη όπου η ένορκη δήλωση είναι αντικανονική και/ή λανθασμένη. Ο κ. Ιωάννου υποστήριξε ότι στην προκειμένη περίπτωση τα θέματα που διατυπώθηκαν λανθασμένα στην ένορκη δήλωση αφορούν καθαρά το περιεχόμενό της και όχι τον τύπο της ένορκης δήλωσης. Η υπό εξέταση Αίτηση βασικά στηρίζεται στη Δ.39, θ.16 η οποία έχει ως εξής:- "16. A defective or erroneous affidavit may be amended by leave of the Court, which may be obtained ex parte." Έχω την άποψη ότι η Δ.39 θ.16 αφορά περιπτώσεις ενόρκων δηλώσεων οι οποίες δεν συνάδουν με τους κανόνες σύνταξης και περιεχομένου ενόρκων δηλώσεων όπως αυτοί καθορίζονται ρητά στη Δ.39. Όπως λέχθηκε Louis Vuitton v. ΔΕΡΜΟΣΑΚ ΛΤΔ κ.α.
(1992)1(Β) Α.Α.Δ 1453 η ένορκη δήλωση, η οποία συνιστά τη μαρτυρία που υποστηρίζει μια αίτηση με βάση τη Δ.48, πρέπει να συνάδει με τους κανόνες που διέπουν τον καταρτισμό της και προβλέπονται στη Δ.39 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Η Δ.39 καθορίζει στους θεσμούς που περιλαμβάνονται σ' αυτή τόσο τον τύπο μιας ένορκης δήλωσης όσο και το περιεχόμενο της π.χ. να βασίζεται σε γεγονότα για τα οποία ο καταθέτων έχει προσωπική γνώση, εκτός αν αποκαλύπτει την πηγή των πληροφοριών του.[1] Για παράδειγμα στην υπόθεση Louis Vuitton v. ΔΕΡΜΟΣΑΚ ΛΤΔ κ.α.
(1992)1(Β) Α.Α.Δ 1453 ένορκη δήλωση η οποία περιείχε εξ ακοής μαρτυρία, χωρίς να αποκαλύπτονται οι πληγές πληροφόρησης του καταθέτοντα, κρίθηκε ως πρόδηλα αντικανονική και ως μη συνάδουσα με τους κανόνες που διέπουν τον καταρτισμό της ως προβλέπονται στη Δ.39. Αξίζει εδώ να σημειωθούν οι πρόνοιες της Δ.39 θ.15[2] όπου δίδεται η ευχέρεια στο Δικαστήριο να αποδεχθεί ένορκη δήλωση έστω και αν έχει οποιαδήποτε ελαττωματικότητα («any defect») λόγω λανθασμένης περιγραφής των μερών ή άλλων στον τίτλο ή λόγω οποιασδήποτε άλλης παρατυπίας στον τύπο αυτής. Οι όροι που χρησιμοποιούνται στην εν λόγω διάταξη είναι όμοιοι με τους όρους που απαντώνται στη Δ.39, θ.16 και σαφώς οριοθετούν τα πλαίσια εφαρμογής τους. Στην προκειμένη περίπτωση κρίνω ότι η Δ.39, θ.16 δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής στα περιστατικά της υπό εξέταση αίτησης. Εκείνο που επιδιώκεται, στην προκειμένη περίπτωση, δεν είναι η διόρθωση κάποιας παρατυπίας που παρουσιάζεται στην ένορκη δήλωση που κατεχωρήθη από τους ενάγοντες προς υποστήριξη της αίτησης έρευνας, αλλά τροποποίηση του ιδίου του περιεχομένου της ένορκης δήλωσης δια της προσθήκης κάποιων αναφορών σε δύο συγκεκριμένα θέματα. Κάτι τέτοιο δεν καλύπτεται από το πεδίο εφαρμογής της Δ.39, θ.16 γιατί δεν εγείρεται θέμα παράτυπης ή λανθασμένης ένορκης δήλωσης υπό την έννοια ότι αυτή δεν συνάδει με τους κανόνες σύνταξης και περιεχόμενου ενόρκων δηλώσεων όπως εξηγήθηκε ανωτέρω. Στη νομική βάση της αίτησης έχει, όπως ήδη αναφέρθηκε ανωτέρω, συμπεριληφθεί και η Δ.48 θ.4
(2)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Προχωρώ να πω δυο λόγια σε σχέση με το πεδίο εφαρμογής της. Η Δ.48 θ.4
(2)μετά από αναμόρφωση της με την Κ.Δ.Π, 5/99, ημερ. 23/12/99 διαμορφώθηκε ως εξής: «
(2)Το Δικαστήριο ή Δικαστής μετά από αίτηση ή προφορικό αίτημα, μπορεί, για καλό λόγο να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων. Η ακρόαση αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Διαταγή 39.» Με βάση αυτό το Θεσμό, σε περίπτωση αμφισβητουμένων γεγονότων, αποκλείεται πλέον, σε αντίθεση με το τι ίσχυε με τον παλαιό Θεσμό, η προσαγωγή πρόσθετης προφορικής μαρτυρίας, εκτός, βέβαια, από τη δυνατότητα αντεξέτασης, κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου, των ενόρκως δηλούντων. Τα συμπεράσματα τα οποία εύκολα εξάγονται από την ανάγνωση του κειμένου της πιο πάνω δικονομικής πρόνοιας είναι κατ΄ αρχήν τα ακόλουθα :
  1. Πέραν της αρχικής ή των αρχικών ενόρκων δηλώσεων που συνοδεύουν την Αίτηση δια κλήσεως, ή την Ειδοποίηση Πρόθεσης Ενστασης, το Δικαστήριο μπορεί να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων.
  2. Οι λέξεις «μπορεί να επιτρέψει» αφ΄ εαυτών υποδηλώνουν το ότι το Δικαστήριο διατηρεί τη διακριτική ευχέρεια κατά πόσο να επιτρέψει ή όχι την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης[3].
  3. Για να επιτρέψει το Δικαστήριο την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, θα πρέπει αυτός που την ζητά να καταδείξει την ύπαρξη «καλού λόγου» για τον οποίο θα έπρεπε να του επιτραπεί.
  4. Η καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης χωρίς άδεια του Δικαστηρίου δεν επιτρέπεται από τον Θεσμό, και οποιαδήποτε καταχωρηθείσα χωρίς άδεια τέτοια ένορκη δήλωση, σύμφωνα με τη νομολογία θα πρέπει να παραγνωρίζεται. Στόχος της καταχώρισης συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων είναι η ολοκληρωμένη παρουσίαση είτε της Αίτησης, είτε της ΄Ενστασης ώστε αυτή να οδηγηθεί σε ακρόαση στη βάση της ολοκληρωμένης εικόνας της διαφοράς. Και, βεβαίως, σκοπός της Δ.48, θ.4 είναι η παρουσίαση ενώπιον του Δικαστηρίου όλων εκείνων των γεγονότων που είναι αναγκαία για να υποστηριχθεί η εκατέρωθεν θέση των διαδίκων. ΄Εχοντας κατά νου όλα τα πιο πάνω θεωρώ ότι η υπό εξέταση περίπτωση που εγείρεται με την παρούσα Αίτηση μπορεί να ενταχθεί στα πλαίσια της Δ.48 θ.4
(2)η οποία δίδει τη δυνατότητα στο Δικαστήριο για καλό λόγο να επιτρέψει την καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Στην προκειμένη περίπτωση θεωρώ ότι έχει προσφερθεί καλός λόγος με βάση τα αναφερθέντα στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση εφόσον διαπιστώνεται ότι κάποιες αναγκαίες αναφορές στα γεγονότα της υπόθεσης δεν έχουν, εκ παραδρομής και ή λόγω τυπογραφικού λάθους συμπεριληφθεί στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση Αίτηση. Δεν εγείρεται, ούτε επιχειρείται τροποποίηση ή διαφοροποίηση μαρτυρίας η οποία ετέθη ήδη ενώπιον του Δικαστηρίου με την καταχώριση της αναφερόμενης ένορκης δήλωσης στο φάκελο του Δικαστηρίου, κάτι το οποίο θα ήταν παντελώς ανεπίτρεπτο, αλλά προσθήκη και συμπερίληψη αναγκαίων αναφορών ούτως ώστε να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα πραγματικά γεγονότα που περιστοιχίζουν την αίτηση έρευνας που καταχωρήθηκε. Κατ΄ ακολουθία όλων των πιο πάνω κρίνω ότι στη βάση των όσων πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω δικαιολογείται η έγκριση της υπό εξέταση αίτησης και, συνεπώς, εκδίδεται διάταγμα ως η παράγραφος (Α) με την οποία δίδεται άδεια για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. ΄Οσον αφορά τα έξοδα θεωρώ ότι αυτά θα ήταν δίκαιο να βαρύνουν τους αιτητές - ενάγοντες και, επομένως, επιδικάζονται υπέρ των εναγομένων - καθ΄ ων η αίτηση και εναντίον των αιτητών-εναγόντων όπως θα υπολογιστούν στο τέλος της διαδικασίας. Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Α.Ε.Δ. [1] Δέστε Δ.39, θ.2 [2] "15. The Court of Judge may receive any affidavit sworn for the purpose of being used in any cause or matter, notwithstanding any defect by misdescription of parties or otherwise in the title or jurat, or any other irregularity in the form thereof, and may direct memorandum to be made on the document that it has been so served." (δικές μου υπογραμμίσεις) [3] Δέστε Αίτηση Φυλόκυπρος Ματθαίου κ.α.
(2008)1 Α.Α.Δ. 510. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.