Απόστολος Αποστόλου κ.α. ν. Ανδρέα Λάμπρου, Αρ. Αγωγής: 1604/07, 8/12/ 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2010:A101 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Δαυίδ, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1604/07
- Απόστολος Αποστόλου
- Μαρία Αποστόλου Εναγόντων και Ανδρέα Λάμπρου Εναγομένου Ημερομηνία: 8/12/ 2010 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες: κ. Γ. Γεωργίου. Για τον Εναγόμενο: κ. Λ. Βραχίμης.(Για να ακούσει απόφαση η κα. Χ.Μιλή) ΑΠΟΦΑΣΗ Με την καταχώρηση της παρούσας αγωγής οι ενάγοντες αξιώνουν από τον εναγόμενο Λ.Κ.2.293,97 ως ειδικές αποζημιώσεις, τόκο προς 8,5% ετησίως επί του ως άνω ποσού από 18/8/05 μέχρι εξοφλήσεως, ως επίσης τα έξοδα της διαδικασίας. Σύμφωνα με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς των εναγόντων, κατά ή περί τις 18/8/05 και περί ώρα 02:00 π.μ., ενώ ο ενάγοντας 1, όντας συνιδιοκτήτης και/ή νόμιμος κάτοχος και/ή δικαιούχος με την ενάγουσα 2 του οχήματος υπ' αρ. εγγραφής ΚLM491, οδηγούσε το ως άνω όχημα στον αυτοκινητόδρομο Δεκέλειας - κυκλικού κόμβου Ριζοελιάς, με κατεύθυνση τη Λάρνακα, σε κάποιο σημείο του ως άνω δρόμου παρά την έξοδο Ορόκλινης, ζώο (τράγος) που έφερε αριθμό ενωτίου CY2153372 και το οποίο ανήκε στον εναγόμενο, εντελώς ξαφνικά πετάχτηκε από το τσιμεντένιο διαχωριστικό του αυτοκινητόδρομου και συγκρούστηκε με το όχημα που ο ενάγοντας 1 κατά πάντα ουσιώδη χρόνο οδηγούσε, με αποτέλεσμα να προκληθούν ζημιές στο όχημα, το συνολικό ύψος των οποίων ανέρχεται στο ποσό που διεκδικείται με την παρούσα αγωγή. Αποδίδοντας αμέλεια οι ενάγοντες στον εναγόμενο για το ως άνω δυστύχημα, αξιώνουν από τον τελευταίο το πιο πάνω ποσό ως αποζημίωση για την αποκατάσταση των ζημιών του οχήματός τους. Ο εναγόμενος με την υπεράσπιση και ανταπαίτηση του, ενώ παραδέχεται ότι ήταν ο ιδιοκτήτης του ως άνω τράγου, προτάσσει πως κατά ή περί την 8/8/05, μόλις αντιλήφθηκε ότι ο συγκεκριμένος τράγος απουσίαζε από το υπόλοιπο κοπάδι του, το οποίο έβοσκε σε χωράφια κοντά στο χωριό Λειβάδια, δήλωσε την απώλεια του στον Αστυνομικό Σταθμό Ορόκλινης. Από τις 8/8/05 μέχρι και τις 18/8/05 που επισυνέβη το υπό συζήτηση δυστύχημα, ο εναγόμενος αγνοούσε πού βρισκόταν το ζώο παρά το γεγονός ότι το έψαχνε επανειλημμένα. Αποτελεί θέση του εναγόμενου ότι και αν ακόμα ήθελε αποδειχθεί ότι το ως άνω ζώο προκάλεσε με οποιοδήποτε τρόπο το δυστύχημα, ο ίδιος δεν φέρει οποιαδήποτε ευθύνη, την οποία αποδίδει στον οδηγό του οχήματος με αρ. εγγραφής KLM391, ανταπαιτώντας ταυτόχρονα και από τους δύο ενάγοντες την αξία του ζώου, ύψους περίπου Λ.Κ.
- Κατά την πρόοδο της διαδικασίας η πλευρά του εναγομένου απέσυρε την ανταπαίτηση της και το Δικαστήριο απέρριψε τούτη χωρίς έξοδα. Παράλληλα, δηλώθηκε ως κοινά παραδεκτό γεγονός ότι οι ζημιές της πλευράς των εναγόντων συνεπεία του υπό συζήτηση δυστυχήματος ανέρχονται στο ποσό των Λ.Κ.2.295,97 σεντ. Σημείο στο οποίο οι δύο πλευρές εξακολουθούν να διαφωνούν, παραμένει το ζήτημα της ευθύνης που τυχόν θα πρέπει να επωμιστεί η πλευρά του εναγομένου σε σχέση με το υπό εξέταση οδικό δυστύχημα. Το σύνολο της μαρτυρίας η οποία προσκομίστηκε στα πλαίσια της παρούσας ακροαματικής διαδικασίας βρίσκεται στα πρακτικά της διαδικασίας. Δεν αποτελεί ασφαλώς πρόθεση του Δικαστηρίου η επανάληψη της μαρτυρίας στα πλαίσια της παρούσας απόφασης. Πολύ συνοπτικά και περιοριζόμενο στα βασικά και σχετικά με την παρούσα υπόθεση σημεία, το Δικαστήριο θα αναφερθεί σ΄ αυτήν. Αυτονόητο είναι εξάλλου ότι κατά το στάδιο της αξιολόγησης της μαρτυρίας λαμβάνεται υπόψη το σύνολο της προσκομισθείσας και αποδεκτής μαρτυρίας, ως επίσης κάθε σχετική λεπτομέρεια. Πρώτος μάρτυρας για την πλευρά των εναγόντων κλήθηκε ο Αστ. με αρ. μητρώου 3501 Ανδρέας Κυριάκου. Το βράδυ τις 18/8/05 υπέδειξε ο μάρτυρας, ενώ υπηρετούσε στον Αστυνομικό Σταθμό Ορόκλινης, λήφθηκε πληροφορία ότι στον αυτοκινητόδρομο Λάρνακας - Αγίας Νάπας κυκλοφορούσε ελεύθερος ένας τράγος. Αμέσως, συνοδευόμενος από άλλο συνάδελφο του, έσπευσαν προς εντοπισμό του ζώου κινούμενοι με το όχημα τους από την περιοχή της Πύλας προς τη Λάρνακα. Σε ένα σημείο του ως άνω δρόμου, στην έξοδο προς Ορόκλινη, αντιλήφθηκαν το υπό συζήτηση δυστύχημα και εντόπισαν το κτυπημένο ζώο να βρίσκεται νεκρό στο δρόμο. Στην παρουσία του οδηγού του ενεχόμενου οχήματος με αρ. εγγραφής KLM491, ο μάρτυρας προέβη σε σχεδιαγράφημα της σκηνής του δυστυχήματος το οποίο και παρουσίασε στο Δικαστήριο (Τεκμήριο 1) ενώ στη συνέχεια το νεκρό ζώο μεταφέρθηκε στον Αστυνομικό Σταθμό Ορόκλινης όπου μέσω των Κτηνιατρικών Υπηρεσιών οι οποίες ειδοποιήθηκαν από συνάδελφο του την επόμενη ημέρα, η Αστυνομία ενημερώθηκε ότι ο ιδιοκτήτης του ζώου ήταν ο εναγόμενος ο οποίος και ειδοποιήθηκε σχετικά. Αφού εξήγησε στο Δικαστήριο τη σκηνή του δυστυχήματος και τα ευρήματα που αποτυπώνονται στο σχεδιαγράφημα, (Τεκμήριο 1) υπέδειξε ότι ο δρόμος στον οποίο τούτο επισυνέβη δεν φωτίζεται με οδικό φωτισμό παρά μόνο από τα φώτα των διερχόμενων αυτοκινήτων. Από τις 19:00 της 17/8/05 που ανέλαβε υπηρεσία στον Αστυνομικό Σταθμό Ορόκλινης μέχρι και τη στιγμή που λήφθηκε η πληροφορία στο Σταθμό για την ύπαρξη ζώου στο δρόμο, δεν επισκέφθηκε οποιοσδήποτε τον ως άνω Αστυνομικό Σταθμό προς αναζήτηση του ζώου ή για να κάνει σχετική αναφορά για το συγκεκριμένο ζώο. Παρουσιάζοντας στο Δικαστήριο το ημερολόγιο υποθέσεων του Αστυνομικού Σταθμού Ορόκλινης από 20/7/05 μέχρι 5/9/05, (Τεκμήριο 3) ως επίσης το βιβλίο για περιουσία που βρέθηκε ή χάθηκε του ίδιου Αστυνομικού Σταθμού για το έτος 2005, (Τεκμήριο 4), υπέδειξε ότι σε αυτά δεν εντοπίζεται οποιαδήποτε σημείωση ή αναφορά για απώλεια ή ανεύρεση του τράγου του εναγομένου. Αποτελεί υποχρέωση της Αστυνομίας, υποστήριξε, να καταγράφει σε σχετικά βιβλία οποιεσδήποτε καταγγελίες ή συμβάντα. Αντεξεταζόμενος υπέδειξε ότι στη βάρδια που ο ίδιος υπηρετούσε στις 17 και 18/8/2005, υπηρετούσαν συνολικά τρεις αστυνομικοί στον Αστυνομικό Σταθμό Ορόκλινης και ότι όλοι τους μπορούσαν να δεχτούν παράπονα από το κοινό. Επέμενε πως όσον αφορά τον ίδιο, ουδέποτε έτυχε να προσέλθει πολίτης για κάποιο παράπονο και να μην το καταγράψει στα σχετικά βιβλία του Σταθμού, πρακτική την οποία όμως, όπως εξήγησε, δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει και ως εκ τούτου να επιβεβαιώσει αν την ακολουθούσαν όλοι οι συνάδελφοι του. Εξήγησε παράλληλα ότι ο λόγος που δεν κατέγραψε την πληροφορία για τον τράγο που κυκλοφορούσε στον αυτοκινητόδρομο μόλις αυτή λήφθηκε στο Σταθμό, έγκειται στο γεγονός ότι έσπευσε κατά προτεραιότητα να εντοπίσει το ζώο, υποδεικνύοντας παράλληλα πως αμέσως μετά προέβηκε σε σχετική καταχώρηση για το δυστύχημα που προηγήθηκε. Καταθέτοντας ο Απόστολος Αποστόλου, (ενάγοντας αρ. 2) υπέδειξε ότι κατά πάντα ουσιώδη χρόνο επέστρεφε οδηγώντας το αυτοκίνητο του με αρ. εγγραφής KLM491 στη Λάρνακα όπου κατοικά, κινούμενος στο δρόμο Λάρνακας - Αγίας Νάπας. Στο ύψος του ως άνω δρόμου όπου βρίσκεται η έξοδος προς Ορόκλινη εκινείτο μπροστά του άλλο όχημα. Επιχείρησε να το προσπεράσει λαμβάνοντας προς τούτο τη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας του δρόμου. Ενώ βρισκόταν σε εξέλιξη η προσπάθεια του και το όχημα του ήταν ελάχιστα μπροστά από το όχημα που προσπερνούσε, άκουσε ξαφνικά ένα δυνατό θόρυβο και είδε ένα μαύρο πράγμα να πετά πάνω από το αυτοκίνητο του. Αμέσως οδήγησε με ασφάλεια το αυτοκίνητο του στη λωρίδα ασφαλείας του δρόμου, άναψε τα φώτα κινδύνου του οχήματος του και κατέβηκε από αυτό για να δει τι ήταν αυτό που κτύπησε. Σχεδόν ταυτόχρονα κατέφθασε στη σκηνή αυτοκίνητο της Αστυνομίας. Τότε ήταν που έγινε αντιληπτό ότι είχε κτυπήσει ζώο (αίγα). Τον πληροφόρησαν όπως εξήγησε προς τούτο οι αστυνομικοί. Η ταχύτητα με την οποία εκινείτο ήταν χαμηλή, περίπου 100 χαω. Πριν να κτυπήσει το ζώο δεν είδε οτιδήποτε να κινείται στο δρόμο, παρά το γεγονός ότι ο δρόμος ήταν καθαρός αφού φωτιζόταν τόσο από τα φώτα του οχήματος του ιδίου, όσο και από τα φώτα του οχήματος που εκείνη τη στιγμή προσπερνούσε. Καθ΄ ον χρόνο επιχειρούσε να προσπεράσει το προπορευόμενο όχημα είχε τα φώτα του οχήματος του στη χαμηλή στάση, για να μην ενοχλεί όπως εξήγησε τον οδηγό του οχήματος που προσπερνούσε. Το κτύπημα στο ζώο, υπέδειξε, έγινε ακριβώς δίπλα από το διαχωριστικό κιγκλίδωμα του δρόμου, ενώ ο οδηγός του οχήματος που προσπερνούσε αντιλαμβανόμενος προφανώς και εκείνος ότι κάτι είχε συμβεί, σταμάτησε επίσης στη σκηνή. Όταν διαπιστώθηκε ότι αυτό που κτύπησε στο όχημα του ήταν ζώο, του ανέφερε μάλιστα ότι στην ατυχία του ιδίου εκείνος στάθηκε τυχερός αφού το ζώο μπορούσε να κτυπήσει το δικό του όχημα. Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας υπέδειξε ότι κατά πάντα ουσιώδη χρόνο στο δρόμο δεν υπήρχε πολλή τροχαία κίνηση, ενώ ο ίδιος, πριν επιχειρήσει να προσπεράσει το προπορευόμενο του όχημα ακολουθούσε τούτο από απόσταση ασφαλείας. Τρίτος μάρτυρας για την πλευρά του ενάγοντα κλήθηκε ο Μιχάλης Γεωργίου. Στις 18/8/05 υπέδειξε ο μάρτυρας και περί ώρα 02:00 οδηγούσε το αυτοκίνητο του, στο οποίο επέβαινε η οικογένεια του, στον κύριο δρόμο Αγίας Νάπας - Λάρνακας με κατεύθυνση προς τη Λάρνακα. Όχημα που τον ακολουθούσε στον πιο πάνω δρόμο, αποπειράθηκε να τον προσπεράσει. Όπως αργότερα αντιλήφθηκε, επρόκειτο για το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο ενάγοντας αρ.
- Ενώ η προσπάθεια του άλλου οχήματος να τον προσπεράσει βρισκόταν σε εξέλιξη, ο μάρτυρας άκουσε κάποιο θόρυβο, με αποτέλεσμα τόσο ο ίδιος όσο και ο ενάγοντας οδηγός να σταματήσουν τα οχήματά τους. Ο ίδιος πλησίασε τον ενάγοντα οδηγό ρωτώντας τον τι συνέβηκε και ο τελευταίος του ανέφερε ότι κάτι πρέπει να είχε κτυπήσει. Αμέσως στο μέρος κατέφθασε η Αστυνομία, όπου τελικά έγινε αντιληπτό ότι κτυπήθηκε από το όχημα του ενάγοντα μία αίγα. Ο μάρτυρας ήταν κατηγορηματικός ότι η ταχύτητα των δύο οχημάτων κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ήταν πέριξ των 100 χαω και ότι παρά το γεγονός ότι τα φώτα των οχημάτων τόσο του ιδίου όσο και του ενάγοντα αρ. 2, ο οποίος βρισκόταν στη διαδικασία προσπεράσματος του δικού του οχήματος, φώτιζαν τον δρόμο, ο ίδιος δεν αντιλήφθηκε πριν το δυστύχημα οποιαδήποτε κίνηση ή την ύπαρξη του ζώου στο δρόμο. Υπογράμμισε ότι θεώρησε τον εαυτό του τυχερό που το ζώο κτύπησε στο όχημα του ενάγοντα και όχι στο δικό του, αφού όντας το δικό του αυτοκίνητο μικρότερο, θα μπορούσε το κτύπημα εκτός από τη πρόκληση ζημιάς να οδηγήσει και στον τραυματισμό του ιδίου και της οικογένειας του. Πρώτος μάρτυρας για την πλευρά του εναγομένου κλήθηκε ο Ανδρέας Χρυσοστόμου. Συνταξιούχος αστυνομικός από το 2008, υπέδειξε ότι μέχρι τον Αύγουστο του 2005 υπηρετούσε ως αστυφύλακας στον Αστυνομικό Σταθμό Ορόκλινης. Παρά το γεγονός ότι σε κάποιο στάδιο, εντός του Αυγούστου του 2005 μετατέθηκε σε άλλο Αστυνομικό Σταθμό, εντούτοις, καθ' υπόδειξη του υπεύθυνου του Αστυνομικού Σταθμού Ορόκλινης, έχοντας να διεκπεραιώσει αριθμό υποθέσεων του εν λόγω σταθμού τις οποίες ο ίδιος χειριζόταν πριν τη μετάθεση του, μετέβαινε στον εν λόγω Αστυνομικό Σταθμό εκτός ωρών εργασίας, για σκοπούς συμπλήρωσης των υποθέσεων αυτών. Μία από τις ως άνω ημέρες του Αυγούστου, που ο ίδιος βρισκόταν στον Αστυνομικό Σταθμό Ορόκλινης αντιλήφθηκε τον εναγόμενο να εισέρχεται στο σταθμό. Γνώριζε τον τελευταίο, αφού στο παρελθόν καθ΄ ον χρόνο υπηρετούσε στον Αστυνομικό Σταθμό Ορόκλινης είχε επιληφθεί μίας καταγγελίας για κλοπή που ο εναγόμενος είχε προβεί. Ο εναγόμενος τον πλησίασε και τον ρώτησε αν βρέθηκε κάποιος τράγος του που είχε χάσει. Στην ερώτηση του μάρτυρα αν είχε καταγγείλει τούτο, ο εναγόμενος του ανάφερε ότι το είχε πράξει ήδη δύο μέρες προηγουμένως. Ο μάρτυρας έλεγξε το ημερολόγιο του σταθμού χωρίς να εντοπίσει οποιαδήποτε αναφορά για ανεύρεση τράγου, πράγμα για το οποίο ενημέρωσε τον εναγόμενο. Την επόμενη ημέρα καθ' ων χρόνο ο μάρτυρας αποχωρούσε από τον Αστυνομικό Σταθμό Ορόκλινης έτυχε να ξανασυναντήσει τον εναγόμενο στην αυλή του εν λόγω σταθμού. Υπέδειξε στον τελευταίο πως αν προσήλθε στο σταθμό και πάλι για τον τράγο, να ρωτήσει "τα παιδιά μέσα". Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας υπέδειξε ότι δεν ήταν σε θέση να θυμάται τις ακριβείς ημερομηνίες που συνάντησε τον εναγόμενο στο σταθμό, ήταν όμως βέβαιος ότι ήταν τον Αύγουστο του 2005 σε ημερομηνίες που είχε ήδη μετατεθεί από τον Αστυνομικό Σταθμό Ορόκλινης και βρισκόταν εκεί απλά για σκοπούς διεκπεραίωσης υποθέσεων του εν λόγω σταθμού που ο ίδιος χειριζόταν και εξακολουθούσαν να εκκρεμούν. Ο λόγος που δεν φώναξε κάποιο συνάδελφο του για να προβεί ο εναγόμενος σε καταγγελία, εξήγησε, ήταν γιατί ο εναγόμενος τον ενημέρωσε ότι είχε ήδη προβεί σε σχετική καταγγελία. Ο ίδιος δεν έλεγξε το βιβλίο παραπόνων παρά μόνο κοίταξε εάν ανευρέθηκε ο τράγος. Δεν είχε οποιαδήποτε περαιτέρω εμπλοκή με το ζήτημα ενώ υπέδειξε ότι προφανώς επειδή ο εναγόμενος τον γνώριζε από την διερεύνηση παλαιότερης καταγγελίας που είχε κάνει για κλοπή ζώου του στον Αστ. Στ. Ορόκλινης, όταν τον είδε στο σταθμό, προσέγγισε τον μάρτυρα για να τον ρωτήσει αν ανευρέθηκε ο τράγος του. Δεύτερος μάρτυρας για την πλευρά του εναγόμενου κλήθηκε ο Δημήτρης Ποουρκού. Εργολάβος οικοδομών, όπως δήλωσε, διατηρεί ταυτόχρονα και λίγες κατσίκες. Γνωρίζει τον εναγόμενο αφού τον έβλεπε τακτικά να περνά με τα ζώα του έξω από τη μάντρα που και ο ίδιος διατηρεί. Στις 7 ή 8 του Αυγούστου του 2005, ο εναγόμενος τον ενημέρωσε ότι έχασε ένα μικρό τράγο και ο ίδιος προσφέρθηκε να τον βοηθήσει να τον εντοπίσουν. Πράγματι, σε διάφορες περιπτώσεις ο μάρτυρας με το αυτοκίνητο του έψαχνε και ο ίδιος στην ευρύτερη περιοχή για να μπορέσει να βοηθήσει τον εναγόμενο να εντοπίσει το ζώο του. Μία από τις ημέρες που έψαχναν για το ζώο, μετά από εισήγηση του πήγαν μαζί με τον εναγόμενο στην Αστυνομία Ορόκλινης όπου ο τελευταίος ρώτησε αν βρέθηκε το ζώο του. Η Αστυνομία ενημέρωσε τον εναγόμενο ότι δεν βρέθηκε το ζώο και έτσι συνέχισαν να το ψάχνουν, χωρίς όμως επιτυχία. Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας διευκρίνισε πως καθ΄ ον χρόνο έψαχναν το ζώο με τον εναγόμενο ο καθένας εκινείτο με το αυτοκίνητο του. Αναζητούσαν υπέδειξε το ζώο για μία βδομάδα περίπου. Επιβεβαίωσε παράλληλα το γεγονός ότι ο εναγόμενος τον ενημέρωσε ότι είχε ήδη καταγγείλει το ζήτημα στην Αστυνομία. Σε κάθε περίπτωση, όταν έτυχε σε κάποιο στάδιο των ερευνών τους να πάνε στην Αστυνομία Ορόκλινης για να ρωτήσουν για το ζώο, ο ίδιος δεν μπήκε μέσα στον Αστυνομικό Σταθμό αλλά ενημερώθηκε για το αποτέλεσμα από τον εναγόμενο ο οποίος εισήλθε στον Αστυνομικό Σταθμό. Όταν σε κάποιο μεταγενέστερο στάδιο ξαναρώτησε τον εναγόμενο τι έγινε με το ζώο, ο τελευταίος του είπε ότι το ζώο κτυπήθηκε από αυτοκίνητο. Τρίτος μάρτυρας για την πλευρά του εναγομένου κατέθεσε ο Γεώργιος Ζαχαρία Βοσκός. Γνωρίζει υπέδειξε τον εναγόμενο από μακρού χρόνου, εξ όψεως, καθώς επίσης ότι ο τελευταίος είναι ζωέμπορος. Στις 7/8/05 τον επισκέφθηκε στο σπίτι του ο εναγόμενος ζητώντας του όπως τον βοηθήσει να εντοπίσει ζώο του που είχε χαθεί, αφού ο ίδιος ήταν έμπειρος και για πολλά χρόνια βοσκός. Πράγματι αναζήτησαν για 5-6 μέρες το ζώο, δεν έγινε όμως κατορθωτό να το εντοπίσουν. Υπέδειξε παράλληλα ότι δύο φορές πήγε μαζί με τον εναγόμενο στην Αστυνομία Ορόκλινης ρωτώντας για το ζώο, πλην όμως τους ενημέρωναν ότι δεν έγινε κατορθωτός ο εντοπισμός του. Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας δήλωσε πως όταν ο εναγόμενος στις 7/8/05 τον επισκέφθηκε στο σπίτι του, τον ενημέρωσε ότι πήγε ήδη στην Αστυνομία και κατάγγειλε το γεγονός ότι έχασε το ζώο. Καταθέτοντας ο εναγόμενος για την υπόθεση του, υπέδειξε ότι στις 7/8/05 έβοσκε το κοπάδι του που αποτελείτο από 250 περίπου αιγοπρόβατα στην περιοχή του Αγίου Σάββα στα Λειβάδια. Το απόγευμα της ίδιας μέρας, γύρω στις 18:00-19:00, πέρασε από την ανοικτή περιοχή που έβοσκε το κοπάδι του διπλοκάμπινο αυτοκίνητο, με αποτέλεσμα τα ζώα του να "φανιάσουν", και φοβισμένα να μετακινηθούν κινούμενα προς την περιοχή όπου βρισκόταν το νερό που τα πότιζε. Ο εναγόμενος πρόσεξε ότι ένας μικρός τράγος, ηλικίας 10-11 μηνών, δεν πήγε όπως τα άλλα ζώα για να πιει νερό. Παρά τις προσπάθειες του δεν κατάφερνε να την εντοπίσει. Αντιλήφθηκε ότι τον είχε χάσει. Κάλεσε τον γιο του και τη σύζυγο του να προσέλθουν στο μέρος για να φροντίσουν για το κοπάδι και ο ίδιος συνέχισε να ψάχνει στην περιοχή για το χαμένο ζώο. Ενημέρωσε προς τούτο και κάποιο γνωστό και γείτονα του, τον Δημήτρη, που διατηρεί επίσης κτηνοτροφικό υποστατικό στην ευρύτερη περιοχή, ο οποίος του υποσχέθηκε ότι θα τον βοηθήσει να εντοπίσουν το ζώο. Γύρω στις 9:00-10:00 το βράδυ της ίδιας μέρας μετέβηκε στον Αστυνομικό Σταθμό Ορόκλινης όπου ανέφερε το γεγονός, δίδοντας το τηλέφωνο, το όνομα και τα σχετικά στοιχεία που του ζήτησαν για να τον ειδοποιήσουν στην περίπτωση που εντοπιζόταν το ζώο. Δεν ήταν η πρώτη φορά υπέδειξε που έχασε ζώο. Η Αστυνομία τον ενημέρωσε όταν ανευρέθηκε τούτο και ο ίδιος το παρέλαβε. Την ίδια ημέρα ζήτησε επίσης από ένα γνωστό του, παλιό και έμπειρο βοσκό να τον βοηθήσει στον εντοπισμό του ζώου του. Παρά τις προσπάθειες του ιδίου και των φίλων του να εντοπιστεί το ζώο στην ευρύτερη περιοχή, τούτο δεν έγινε κατορθωτό. Για έξι μέρες μετέβαινε στον Αστυνομικό Σταθμό Ορόκλινης, δύο φορές την ημέρα, ρωτώντας αν είχε ανευρεθεί το ζώο του. Μετά από 5-6 μέρες σταμάτησε τις προσπάθειες του για εντοπισμό του ζώου, θεωρώντας πλέον τούτο ανώφελο. Στο τέλος, όπως χαρακτηριστικά δήλωσε, του ανέφεραν από την Αστυνομία ότι πιθανόν το ζώο να "το έβαλαν στο φουρνί". Στις 18 του Αυγούστου, περί ώρα 09:00 έλαβε μήνυμα από την Αστυνομία ότι βρέθηκε το ζώο το οποίο είχε κτυπηθεί από αυτοκίνητο. Η Αστυνομία του ανέφερε ότι από τη δική της πλευρά, δεν θα προχωρήσουν σε καταγγελία εναντίον του. Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας υπέδειξε πως όταν χάθηκε το ζώο είχε ακόμη φως. Αυτός ήταν και ο λόγος που ο ίδιος έψαξε από την ίδια ώρα στην περιοχή για να το εντοπίσει, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Στις 7 Αυγούστου αφού αποχώρησε από την περιοχή που βρισκόταν το κοπάδι χωρίς να εντοπίσει το ζώο πήγε στο σπίτι του όπου έκανε μπάνιο και στη συνέχεια πήγε στο γνωστό του βοσκό για να ζητήσει τη γνώμη και τη βοήθεια του ενώ στη συνέχεια μετέβηκε στην Αστυνομία. Όταν επισκέφθηκε την Αστυνομία η ώρα ήταν προχωρημένη. Δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει ποιος αστυνομικός βρισκόταν εκεί όταν ανέφερε το συμβάν, ενώ παρά το γεγονός ότι είδε τον αστυνομικό ότι κατέγραφε αυτά που του έλεγε, δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει τι και πού κατέγραφε αυτά ο τελευταίος. Απορρίπτοντας κατηγορηματικά την υποβληθείσα προς αυτόν θέση ότι ουδέποτε δήλωσε στην αστυνομία την απώλεια του ζώου του, υπέδειξε ότι κάθε φορά που πήγαινε για να ρωτήσει στον Αστ. Σταθμό συναντούσε διαφορετικούς αστυνομικούς τους οποίους ο ίδιος δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει. Όταν τον έβλεπαν κοίταζαν τα βιβλία και του έλεγαν ότι δεν είχε εντοπιστεί το ζώο του. Διευκρίνισε ότι στην Αστυνομία δήλωσε ότι το ζώο του χάθηκε και όχι ότι κλάπηκε, αφού όπως εξήγησε δεν είδε οποιοδήποτε να του κλέβει τον τράγο. Έχω ακούσει και εξετάσει προσεκτικά το σύνολο της ενώπιον μου τεθείσας μαρτυρίας, χωρίς να περιοριστώ σε όσα πιο πάνω περιληπτικά έχουν εκτεθεί. Έχοντας ήδη σημειώσει τους δικογραφημένους ισχυρισμούς των δύο πλευρών, παρακολούθησα τους μάρτυρες ενώ κατέθεταν ενώπιον μου με ιδιαίτερη περίσκεψη και προσοχή και έχω σε κάθε περίπτωση καταγράψει νοητικά την εντύπωση μου από τη ζωντανή εικόνα των μαρτύρων καθ' ον χρόνο έδιναν μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου, τη συμπεριφορά και αντιδράσεις τους στις ερωτήσεις που τους υποβάλλονταν, τον τρόπο με τον οποίο απαντούσαν, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων τους. Η ανάλυση των στοιχείων που οδηγούν στην αξιολόγηση της φιλαλήθειας ενός μάρτυρα, έχει, όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Sayed v. Πλοίου M/V Mary John κ.α.
(2002)1 Α.Α.Δ. 661, δύο επάλληλα στοιχεία. Το πρώτο αφορά στο περιεχόμενο της ίδιας της μαρτυρίας. Τα αναφερόμενα σε αυτήν υποβάλλονται στη βάσανο της εύλογα αναμενόμενης ανθρώπινης λειτουργίας και βεβαίως συγκρίνονται και με το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό στην υπόθεση. Το άλλο ανάγεται στην έμφυτη ικανότητα του ανθρώπου να διακρίνει από το σύνολο της προσωπικότητας αυτού που εξιστορεί κάτι αν λέει την αλήθεια. Το Δικαστήριο ασφαλώς, έχει τη δυνατότητα να αποδεχτεί μέρος μίας μαρτυρίας και να απορρίψει άλλη. Δεν υπάρχει κανόνας ότι μία μαρτυρία θα πρέπει να γίνει δεκτή ή να απορριφθεί στην ολότητα της. (βλ. Γεώργιος Σάββα ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 6497, ημερ. 13/11/98). Όπως εξάλλου έχει επισημανθεί σε σχέση με το ζήτημα στην υπόθεση Kadis v. Nicolaou and another
(1988)1 CLR 212, στη σελ. 216: "A witness may either be believed or disbelieved holly or in part according to the view taking of his credibility" Καθ΄ όλα θετική υπήρξε η αντίληψη του Δικαστηρίου για την ποιότητα της μαρτυρίας τόσο του ίδιου του ενάγοντα αρ. 2 όσο και του μάρτυρα Μιχάλη Γεωργίου που κλήθηκε από την πλευρά των εναγόντων. Με λόγο σταθερό, χωρίς αντιφάσεις ή αυτοαναιρέσεις και οι δύο έπειθαν για την ειλικρίνεια τους ενώ δεν εντοπίζονται οποιαδήποτε στοιχεία τα οποία να αναιρούν την πειστικότητα της εκδοχής τους ως προς τον τρόπο που επισυνέβη το υπό συζήτηση δυστύχημα. Τίποτα δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου σε αντιπαραβολή των όσων οι πιο πάνω μάρτυρες έχουν αναφέρει σε σχέση με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες επισυνέβη το δυστύχημα ικανό να κλονίσει τη λογική συνέπεια και συνέχεια των θέσεων τους, οι οποίες ουσιαστικά παρέμειναν αναντίλεκτες. Κάποιες υποβολές του δικηγόρου του εναγομένου αντίθετες με τοποθετήσεις των πιο πάνω σε σχέση με τον τρόπο που επισυνέβη το δυστύχημα, απογυμνωμένες από ανάλογο μαρτυρικό υλικό και στοιχεία δυνάμενα να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο, παρέμειναν γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί και η αξία τους εκ των πραγμάτων μηδενική. Το γεγονός ότι η μαρτυρία του ενάγοντα αρ. 2 αλλά και του ως άνω μάρτυρα Γεωργίου για τον τρόπο που επισυνέβη το δυστύχημα παρέμεινε αναντίλεκτη, ενώ παράλληλα φαίνεται να συνάδει και να επιβεβαιώνεται σε ουσιαστικές τις πτυχές από την πραγματική μαρτυρία, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι οι ίδιοι δεν περιέπεσαν σε ουσιώδεις αντιφάσεις οι οποίες να αναιρούν τα λεγόμενα τους ή να θέτουν υπό αμφισβήτηση την εκδοχή τους για την εξέλιξη των γεγονότων όπως τα εξέθεσαν στο Δικαστήριο, καθιστούν το σύνολο της μαρτυρίας τους αποδεκτό. Καθόλα θετική υπήρξε επίσης η αντίληψη του Δικαστηρίου επίσης για την ποιότητα της μαρτυρίας του Αστυφύλακα Ανδρέα Κυριάκου. Σταθερός και συνεπής στις απαντήσεις του, παρουσίασε και εξήγησε τη σκηνή του δυστυχήματος προσπαθώντας να βοηθήσει το Δικαστήριο να αντιληφθεί τις παραμέτρους σε σχέση με τις συνθήκες του υπό εξέταση οδικού δυστυχήματος. Με δεδομένη την αντίληψη του Δικαστηρίου ότι επρόκειτο για ειλικρινή μάρτυρα, το σύνολο των τοποθετήσεων του, στο βαθμό και στην έκταση βεβαίως που αυτές ήταν σε θέση ο μάρτυρας να επιβεβαιώσει, στηριζόμενος στη δική του προσωπική γνώση, γίνονται αποδεκτές. Σημειώνεται το γεγονός ότι ο εν λόγο μάρτυρας κατά τον χρόνο που αναφέρθηκε γενικά στον τρόπο που πρέπει να ενεργεί η αστυνομία όταν γίνεται δέκτης παραπόνων ή πληροφορείται για διάφορα συμβάντα και την αναγκαιότητα τούτα να καταγράφονται στα ανάλογα ημερολόγια, παρά το γεγονός ότι για τον εαυτό του δήλωσε ότι πάντα ενεργεί κατά τον πιο πάνω τρόπο, εντούτοις δεν δίστασε να δηλώσει πως δεν ήταν σε θέση να επιβεβαιώσει ότι με τον ίδιον τον τρόπο ενεργούν όλα τα μέλη της αστυνομικής δύναμης. Κατά τον ίδιο τρόπο θετική υπήρξε η αντίληψη του Δικαστηρίου για την ποιότητα της μαρτυρίας του συνταξιούχου αστυνομικού, μάρτυρα υπεράσπισης Ανδρέα Χρυσοστόμου. Παρατηρώντας με προσοχή τον μάρτυρα καθ΄ ον χρόνο κατέθετε ενώπιον του Δικαστηρίου, δεν έχω καμία αμφιβολία ότι προσήλθε στο Δικαστήριο με διάθεση να θέσει υπόψη του όσα ο ίδιος γνώριζε για την υπόθεση, χωρίς διάθεση να παραστήσει γεγονότα που δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Ούτε βεβαίως στη βάση όλων όσων έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου, εντοπίζεται οτιδήποτε ικανό να αποδώσει στον μάρτυρα αλλότρια κίνητρα και διάθεση υποβοήθησης της υπόθεσης του εναγόμενου. Αντίθετα, ο μάρτυρας με λόγο πειστικό εξήγησε γιατί δεν ζήτησε από τον εναγόμενο να προβεί σε παράπονο για την απώλεια του ζώου του, παρά μόνο ήλεγξε σχετικό βιβλίο του Αστ. Στ. Ορόκλινης για να διαπιστώσει αν βρέθηκε ή όχι το ζώο του τελευταίου, για το οποίο όπως υπογράμμισε είχε ενημερωθεί από τον εναγόμενο ότι ο τελευταίος προέβη ήδη σε παράπονο δύο τουλάχιστον ημέρες ενωρίτερα από την πρώτη φορά που ο μάρτυρας τον συνάντησε στον Αστυνομικό Σταθμό Ορόκλινης. Σε κάθε περίπτωση το Δικαστήριο έχοντας υπόψη τα πιο πάνω, αποδέχεται την τοποθέτηση του ως άνω συνταξιούχου σήμερα αστυνομικού, ότι πράγματι ο εναγόμενος επισκέφθηκε τον Αστυνομικό Σταθμό Ορόκλινης κατά τον τρόπο και στον χρόνο που εξήγησε ο μάρτυρας, ζητώντας να ενημερωθεί για την ανεύρεση ή μη του ζώου. Δεν έχω καμία αμφιβολία για την καλή ποιότητα της μαρτυρίας τόσο του μάρτυρα υπεράσπισης Δημήτρη Ποουρκού όσο και του μάρτυρα υπεράσπισης Γεώργιου Ζαχαρία Βοσκού. Ο λόγος τους απλοϊκός αλλά πηγαίος και αυθεντικός, δεν αφήνει στο Δικαστήριο περιθώρια απόρριψης του. Έχοντας τη ζωντανή εικόνα τους στο μυαλό μου καθ΄ ον χρόνο κατέθεταν στο εδώλιο του μάρτυρα δεν έχω αμφιβολία ότι υπήρξαν ειλικρινείς μάρτυρες και ανέφεραν στο Δικαστήριο τα γεγονότα όπως αυτοί τα γνώριζαν και τα βίωσαν σε σχέση με την υπό συζήτηση υπόθεση. Δεν διαλανθάνει ασφαλώς της προσοχής του Δικαστηρίου η διάσταση που παρατηρείται σε σχέση με τις τοποθετήσεις του μάρτυρα υπεράσπισης Γεώργιου Ζαχαρία Βοσκού και του εναγόμενου, όσον αφορά τον χρόνο που ο εναγόμενος ενημέρωσε τον μάρτυρα ότι ανάφερε το ζήτημα στην αστυνομία. Αντίθετα με την τοποθέτηση του μάρτυρα ότι ο εναγόμενος τον ενημέρωσε πως είχε ήδη προβεί σε καταγγελία στην αστυνομία όταν τον επισκέφθηκε στο σπίτι του το βράδυ της 7/8/2005, ο ίδιος ο εναγόμενος υπέδειξε ότι πρώτα επισκέφθηκε τον συγκεκριμένο μάρτυρα στο σπίτι του και αργότερα το ίδιο βράδυ μετέβηκε στον Αστυνομικό Σταθμό Ορόκλινης όπου και προέβηκε σε σχετική δήλωση για το ζώο του. Η πιο πάνω διάσταση στις τοποθετήσεις των δύο, απομονωμένη από οτιδήποτε άλλο, αισθάνομαι πραγματικά ότι δεν μπορεί σε καμιά περίπτωση από μόνη της να κλονίσει τη θετική αντίληψη του Δικαστηρίου για την ποιότητα της μαρτυρίας όχι μόνο του μάρτυρα Γεώργιου Ζαχαρία Βοσκού αλλά και του ίδιου του εναγόμενου. Ο μακρύς χρόνος ο οποίος έχει διαρρεύσει από την ημέρα που επισυνέβησαν τα γεγονότα καθιστούν τη διαφορετική τοποθέτηση επί της συγκεκριμένης λεπτομέρειας, ένδειξη περισσότερο του αυθόρμητου, ανεπιτήδευτου και μη προσυμφωνημένου της μαρτυρίας τους, παρά στοιχείο που θα μπορούσε να πλήξει την αξιοπιστία τους, κλονίζοντας μάλιστα συθέμελα την ποιότητα της μαρτυρίας τους. Κατά τον ίδιο τρόπο, με τον ομολογουμένως χειμαρρώδη πολλές φορές λόγο του ο εναγόμενος, καθ' ων χρόνο κατέθετε από το εδώλιο του μάρτυρα έπειθε ότι αποτελούσε μάρτυρα της αλήθειας. Το «χαμηλό» επίπεδο της μόρφωσης του, που εύκολα μπορούσε να διακριθεί από τον τρόπο έκφρασης και άρθρωσης του λόγου του, σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσε να πλήξει με οποιοδήποτε τρόπο την ποιότητα της μαρτυρίας του. Αντίθετα με λόγο απλό, λεπτομερή, πειστικό και αυθόρμητο, χωρίς αντιφάσεις ή αυτοαναιρέσεις τέτοιες που να πλήττουν την ποιότητα της μαρτυρίας του έπειθε πως προσήλθε στο Δικαστήριο χωρίς διάθεση να παραστήσει γεγονότα που δεν ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα, ούτε αφήνει περιθώρια αμφισβήτησης των όσων υποστήριξε για την εξέλιξη των ουσιαστικών γεγονότων της παρούσας υπόθεσης. Η μαρτυρία του, όσον αφορά τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες απώλεσε το ζώο του το απόγευμα της 7ης Αυγούστου 2005 ουσιαστικά παρέμεινε αναντίλεκτη, ενώ σε σχέση με το ζήτημα της επίσκεψης του ή μη στην αστυνομία και της αναζήτησης του ζώου του, πέραν του γεγονότος ότι επιβεβαιώνεται και από άλλους, ήδη κριθέντες ως αξιόπιστους μάρτυρες προς τούτο, τίποτα δεν έχει τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου το οποίο θα απέκλειε εκ προοιμίου την υιοθέτηση και αυτών των θέσεων του. Το γεγονός ασφαλώς ότι στο σχετικό βιβλίο του Αστ. Στ. Ορόκλινης, (τεκμήριο 3) δεν εντοπίζεται καταγεγραμμένο το παράπονο του εναγόμενου για την απώλεια του ζώου, από μόνο του, δεν επιτρέπει την απόρριψη της θέσης του ότι πράγματι προέβη σε τέτοιο παράπονο, ούτε οδηγεί άνευ άλλου τινός στην απόρριψη της θέσης ότι μετέβηκε κατ' επανάληψη στον εν λόγο Αστ. Σταθμό αναζητώντας να πληροφορηθεί για το ζώο του, ως ο ίδιος αλλά και άλλοι μάρτυρες εισηγούνται και επιβεβαιώνουν. Άλλωστε ο αστφ. 3501 Ανδρέας Κυριάκου, υπέδειξε πως ο ίδιος δεν μπορούσε να επιβεβαιώσει ότι το καθήκον ή η τακτική να καταγράφονται στα σχετικά βιβλία του Αστ. Σταθμού κάθε πληροφορία, παράπονο ή περιστατικό ακολουθείτο πάντα από όλους τους συναδέλφους του. Απόλυτος και κατηγορηματικός προς τούτο υπήρξε μόνο για τον εαυτό του. Με βάση την πιο πάνω γενικότερη τοποθέτηση και αξιολόγηση της προσκομισθείσας μαρτυρίας, βρίσκω ότι τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης έχουν ως ακολούθως: Το απόγευμα της 7ης Αυγούστου το 2005, περί ώρα 18:00 - 19:00, ο εναγόμενος έβοσκε το κοπάδι του που αποτελείτο από 250 περίπου αιγοπρόβατα σε ανοιχτό χώρο στην περιοχή Αγίου Σάββα στα Λειβάδια. Επρόκειτο για περιοχή που συνήθιζε να παίρνει τα ζώα του για βοσκή. Σε κάποια στιγμή από τον ανοιχτό χώρο όπου βρισκόταν το κοπάδι του πέρασε διπλοκάμπινο αυτοκίνητο, με αποτέλεσμα τα ζώα του να φοβηθούν και ανήσυχα να μετακινηθούν. Συγκεντρώθηκαν σε κοντινό σημείο στην ίδια περιοχή όπου έπιναν νερό και τότε ο εναγόμενος διαπίστωσε ότι ένα από τα ζώα του, ειδικότερα ένας μικρός τράγος 10-11 μηνών, δεν ήταν μαζί με το υπόλοιπο κοπάδι. Προσπάθεια του να τον εντοπίσει αμέσως δεν απέδωσε, ενώ την ίδια μέρα ανέφερε τούτο σε γνωστό του που διατηρεί επίσης κτηνοτροφικό υποστατικό με κατσίκες στην ευρύτερη περιοχή, τον Δημήτρη Ποουρκού, ζητώντας τη βοήθεια του για να εντοπιστεί το ζώο. Την ίδια ημέρα μετέβη σε ένα γνωστό του, τον Γεώργιο Ζαχαρία Βοσκό, έμπειρο βοσκό, αναφέροντας του το γεγονός και ζητώντας τη γνώμη του και τη βοήθεια του για τον εντοπισμό του ζώου. Στη συνέχεια μετέβηκε στον Αστυνομικό Σταθμό Ορόκλινης όπου ανέφερε το συμβάν. Πράγματι, την επόμενη μέρα τόσο ο ίδιος με το αυτοκίνητο του όσο και τα δύο άλλα πρόσωπα στα οποία απευθύνθηκε, κινούμενοι ο κάθε ένας με το όχημα του προσπαθούσαν να εντοπίσουν το ζώο. Οι προσπάθειες συνεχίστηκαν για 5 με 6 μέρες περίπου, ενώ στο μεσοδιάστημα ο εναγόμενος μετέβαινε περιοδικά στον Αστ. Στ. Ορόκλινης ρωτώντας τους αστυνομικούς που βρίσκονταν στο σταθμό αν είχε εντοπιστεί το ζώο του. Μετά την πάροδο 6 περίπου ημερών σταμάτησε τις προσπάθειες ανεύρεσης του ζώου. Στις 18 του Αυγούστου και περί ώρα 9:00 το πρωί, έλαβε τηλεφώνημα από την αστυνομία για να μεταβεί στον Αστ. Στ. Ορόκλινης όπου και ενημερώθηκε ότι το ζώο του, που βρισκόταν στον αστυνομικό σταθμό νεκρό, είχε εμπλακεί τις πρωινές ώρες της ίδιας ημέρας σε τροχαίο δυστύχημα. Πράγματι περί ώρα 02:00 τις 18 Αυγούστου του 2005, ενώ ο ενάγοντας 2 οδηγώντας το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής ΚLΜ491 στον αυτοκινητόδρομο Δεκέλειας - κυκλικού κόμβου Ριζοελιάς, με κατεύθυνση τη Λάρνακα, επιχείρησε να προσπεράσει προπορευόμενο του όχημα, λαμβάνοντας προς τούτο τη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας στο δρόμο, εντελώς ξαφνικά το ως άνω ζώο (τράγος) του εναγομένου εισερχόμενο στο δρόμο από το τσιμεντένιο διαχωριστικό του αυτοκινητόδρομου, κτύπησε στο όχημα που οδηγούσε ο ενάγοντας αρ. 2 προκαλώντας σε αυτό ζημίες ύψους τότε Λ.Κ.2.293,97σεντ. Παρά το γεγονός ότι δεν υπήρχε οδικός φωτισμός στον αυτοκινητόδρομο, εντούτοις, ενόψει του γεγονότος ότι ο ενάγοντας οδηγός είχε τα φώτα του οχήματος του αναμμένα όπως αναμμένα ήταν επίσης τα φώτα του οχήματος που επιχειρούσε να προσπεράσει ,οι δύο οδηγοί είχαν καλή ορατότητα του δρόμου ενώ η ταχύτητα με την οποία εκινείτο ο ενάγοντας οδηγός ήταν γύρω στα 100 χαω. Η ξαφνική είσοδος του ζώου κατά τον πιο πάνω τρόπο στη λωρίδα κυκλοφορίας που ο ενάγοντας οδηγός ήλαυνε το όχημα του κατά τον τρόπο που πιο πάνω αναφέρθηκε, δεν επέτρεψε ούτε στον ίδιο ούτε στον οδηγό του οχήματος που αυτός προσπερνούσε να αντιληφθεί την παρουσία του ζώου στο δρόμο σε οποιαδήποτε στιγμή πριν το δυστύχημα. Ως πιο πάνω έχει ήδη αναφερθεί, η Ανταπαίτηση σε βάρος των Εναγόντων έχει ήδη αποσυρθεί και απορριφθεί από το Δικαστήριο. Τούτου δοθέντος, παρελκύει η αναγκαιότητα ενασχόλησης με το ζήτημα της τυχόν αμέλειας του Ενάγοντα 2, οδηγού του οχήματος με αριθμό εγγραφής ΚLM491 κατά πάντα ουσιώδη χρόνο. Είναι αρκετό να σημειωθεί πως στη βάση όλων όσων έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου, ως πιο πάνω έχουν γίνει αποδεκτά, σημειώνοντας τη ξαφνική και απρόσμενη είσοδο και εμφάνιση του ζώου στον αυτοκινητόδρομο, χωρίς κανένας από τους οδηγούς που κατά πάντα ουσιώδη χρόνο τον χρησιμοποιούσαν να μπορεί να αντιληφθεί σε οποιοδήποτε στάδιο την παρουσία του, την ταχύτητα που αυτοί φαίνεται να τηρούσαν και τις συνθήκες που επικρατούσαν στο δρόμο, σε συνδυασμό με την οδική συμπεριφορά του ενάγοντα αρ. 2 οδηγού κατά πάντα ουσιώδη χρόνο, δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να εξαχθεί οποιοδήποτε συμπέρασμα αμέλειας του Ενάγοντα οδηγού για το υπό συζήτηση δυστύχημα. Η αμέλεια εξάλλου ως πραγματικό γεγονός, είναι συνυφασμένη με τον τόπο, το χρόνο και τις συγκεκριμένες συνθήκες κάθε περίπτωσης (βλ. Panagiotou v. Mavrou
(1970)1 C.L.R. 215 και Φοινικαρίδη κ.α. v. Γεωργίου
(1991)1 Α.Α.Δ. 475). Όπως δε έχει υποδειχθεί στην υπόθεση Σωκράτους v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1, το καθήκον φροντίδας και μέριμνας (Duty of Care) οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεαστεί από τις πράξεις του οδηγού, ενώ το κριτήριο για τη διαπίστωση αμέλειας είναι πάντα αντικειμενικό και μέτρο ο προσεκτικός και όχι ο τέλειος οδηγός. Αμέλεια αποδίδουν οι Ενάγοντες στην πλευρά του Εναγομένου για την πρόκληση του υπό συζήτηση δυστυχήματος. Το ζήτημα που πραγματικά απασχολεί στην παρούσα, αποτελεί ζήτημα ευθύνης του ιδιοκτήτη του ζώου. Στο άρθρο 54 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ.148, προβλέπεται: "Σε αγωγή που εγείρεται σε σχέση με ζημιά, κατά την οποία αποδεικνύεται- α) ότι η ζημιά προκλήθηκε από άγριο ζώο, ή από άλλο ζώο που δεν είναι άγριο το οποίο είχε, όπως γνώριζε ο Εναγόμενος, ή πρέπει να θεωρηθεί ότι γνώριζε κατά τεκμήριο, την τάση για την τέλεση της πράξης από την οποία προκλήθηκε η ζημιά· και β) ότι ο Εναγόμενος ήταν ο ιδιοκτήτης ή είχε την ευθύνη του ζώου αυτού, ο Εναγόμενος φέρει το βάρος της απόδειξής του ότι δεν υφίσταται η αμέλεια για την οποία αυτός ευθύνεται σε σχέση με το ζώο αυτό. Το ως άνω άρθρο, υιοθετεί ουσιαστικά τη διάκριση του κοινοδικαίου μεταξύ άγριου και ήμερου ζώου. (βλ. Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, τόμος 2, σελ.259, παράγραφοι. 508 κ.ε.). Σε περιπτώσεις που το ζώο είναι άγριο, η ευθύνη είναι απόλυτη και αυστηρή. Αρκεί να αποδειχθεί τούτο και ο εναγόμενος ιδιοκτήτης θα πρέπει εκείνος να αποδείξει ότι η ζημιά δεν προκλήθηκε συνέπεια της δικής του αμέλειας. Σε περίπτωση άλλου ήμερου ζώου, η τυχόν ευθύνη στηρίζεται στην αρχή της γνώσης (scienter). Θα πρέπει δηλαδή να καταδειχθεί ότι ο εναγόμενος γνώριζε ή έπρεπε να γνωρίζει την τάση του ζώου του για την τέλεση της πράξης από την οποία προέκυψε η ζημιά, για να μετατεθεί σε αυτόν το βάρος απόδειξης ότι ο ίδιος δεν υπήρξε αμελής. (Ellis v Johnstone
(1963)1 All E.R. 286). Σε σχέση με τα ζητήματα ευθύνης του ιδιοκτήτη ή κατόχου ζώου που προκαλεί ζημιά, άγριου ή ήμερου, εκτενής ανάλυση γίνεται μεταξύ άλλων και στα συγγράμματα Clerrk & Lindsell on Torts, 4η έκδοση, παράγραφοι 1551 κ.ε., ως επίσης Winfield & Jolowicz on Tort, 17η έκδοση σελ. 727 κ.ε. Είναι γεγονός ότι στην Αγγλία, με βάση σχετικό νόμο, The Animal Act του 1971, έχει γίνει έκτοτε μία περιπτωσιολογική αντιμετώπιση διαφόρων περιπτώσεων ζημιών που προκαλούνται από ζώα, υιοθετώντας εν πολλοίς ο εν λόγο Νόμος τις αρχές του κοινοδικαίου. Σε κάθε περίπτωση πάντως, τόσο πριν όσο και μετά την θέσπιση του ως άνω νόμου, η ευθύνη κατόχου ζώου επεκτείνεται καλύπτοντας και περιπτώσεις που ο τελευταίος παραλείπει να πάρει μέτρα προστασίας και φροντίδας, κατά τρόπο που να παραβιάζεται το σύνηθες καθήκον επιμέλειας. Όπως υποδεικνύεται στο σύγγραμμα Charlesworth on Negligence, 6η έκδοση, στη σελ.547: "Even before the passing of the Animals Act 1971 it was a general principle of English law (subject to the exception of immunity, when it arose) that a person was liable for injury or damage caused by his animal as a result of his failure to take reasonable care." Στην υπόθεση Fardon v. Harcourt-Rivington
(1932)All E.R. 81, o Λόρδος Atkin έθεσε το ζήτημα ως εξής: "It is also true that, quite apart from the liability imposed upon the owner of animals or the person having control of them by reason of knowledge of their propensities, there is the ordinary duty of a person to take care either that his animal or his chattel is not put to such a use as is likely to injure his neighbour - the ordinary duty to take care in the cases put upon negligence." Στην ΠΟΛΥΜΕΝΤΑΛ ΛΤΔ, κ.α. v Κωνσταντίνου
(1998)1 Α.Α.Δ. 393, διαπιστώθηκε ότι οι κάτοχοι ήμερων ζώων υπέχουν καθήκον επιμέλειας προς τρίτους σχετικά με προβλεπτούς κινδύνους που μπορεί να προκύψουν από την διακίνηση των ζώων, λαμβανομένων όμως υπόψη της φύσης, της συμπεριφοράς και των τάσεων του συγκεκριμένου ζώου. (βλέπε επίσης Κωνσταντινίδης v Χαραλάμπους κ.α.
(2000)1Β Α.Α.Δ. 1299 και Ευαγγέλου v Χαραλάμπους
(2005)1 ΑΑΔ, 602) Στην υπό συζήτηση περίπτωση, ο τράγος του εναγομένου, δεν αποτελούσε ασφαλώς άγριο ζώο με την έννοια που αποδίδεται στον όρο από τον νόμο και την σχετική νομολογία. Αντίθετα, τούτο εντάσσεται στην έννοια του ήμερου ζώου, αφού αποτελούσε μέρος του κοπαδιού του εναγόμενου, που ο εναγόμενος διατηρούσε στα πλαίσια της «οικόσιτης» κτηνοτροφίας στην οποία φαίνεται ότι δραστηριοποιείται. Ως τέθηκε μάλιστα χωρίς να αμφισβητηθεί, ο συγκεκριμένος τράγος του εναγόμενου ποτέ στο παρελθόν δεν απομακρύνθηκε από το κοπάδι. Αντίθετα υπεδείχθη και παρέμεινε αναντίλεκτο, πως νεαρά αρσενικά ζώα όπως αυτό, όχι μόνο δεν απομακρύνονται από το κοπάδι αλλά συνήθως επιδιώκουν να βρίσκονται ανάμεσα σε αυτό. Με αυτά τα δεδομένα, εφόσον δηλαδή δεν υπήρχε εκ των προτέρων η παραμικρή ένδειξη ότι το συγκεκριμένο ζώο θα εκδήλωνε τάσης φυγής και απομάκρυνσης από το κοπάδι και ότι θα περιπλανιόταν μόνο του, για δέκα μάλιστα ολόκληρες μέρες, εμπλεκόμενο τελικά στο υπό συζήτηση δυστύχημα, δεν θα μπορούσε να αναμένεται από τον εναγόμενο να προβλέψει τούτο, μεταφέροντας έτσι στους ώμους του το βάρος να αποδείξει ότι δεν υπήρξε αμελής. Το ερώτημα που επίσης απασχολεί, είναι αν ο εναγόμενος ενήργησε με την ανάλογη και αναμενόμενη επιμέλεια σε σχέση με την επιτήρηση και φύλαξη του ζώου του, στα πλαίσια του ευρύτερου καθήκοντος για φροντίδα και επιμέλεια. Υπό τις περιστάσεις που φαίνεται να περιβάλλουν την υπό συζήτηση περίπτωση, ως έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου και έγιναν αποδεκτές, δεν υπάρχει μαρτυρία ότι ο εναγόμενος επέδειξε αμέλεια ή ολιγωρία στη φύλαξη του ζώου. Η πρώτη και τελευταία απομάκρυνση του ζώου από το κοπάδι, έγινε δέκα περίπου μέρες πριν το δυστύχημα, καθ' ων χρόνο τούτο βρισκόταν για βοσκή σε χωράφια που συνήθως έβοσκε με το υπόλοιπο κοπάδι, μακριά από τον αυτοκινητόδρομο και ακόμη μακρύτερα από τον χώρο του δυστυχήματος. Ούτε καν ως ισχυρισμός προβλήθηκε ότι ο τελευταίος παράνομα συνήθιζε να οδηγεί το κοπάδι του για βοσκή στο συγκεκριμένο ανοικτό χώρο (χωράφια). Ο χώρος στον οποίο βρισκόταν το ζώο, μακριά δηλαδή από οποιοδήποτε αυτοκινητόδρομο, δεν επέβαλλε εξάλλου την ανάγκη αυξημένης επαγρύπνησης και επιτήρησης των ζώων από την πλευρά του εναγόμενου. Καθ' ην έκταση ο εναγόμενος δεν είχε ανιχνεύσει ποτέ οποιαδήποτε τάση φυγής από το κοπάδι κατά το παρελθόν ή άλλη παρόμοια συμπεριφορά ή ανάλογη ροπή του ζώου, δεν θα αναμενόταν εύλογα η λήψη από την πλευρά του ιδιαίτερων αποτρεπτικών μέτρων, όπως να θέσει τούτο υπό περιορισμό στα υποστατικά του ή να το διατηρεί δεμένο και υπό αυστηρή επιτήρηση στην περίπτωση που αποφάσιζε να το οδηγήσει μαζί με το υπόλοιπο κοπάδι για βοσκή σε ανοιχτό χώρο. Η απομάκρυνση του ζώου έγινε ενόψει του γεγονότος ότι τρόμαξε, όπως και τα υπόλοιπα ζώα του κοπαδιού, από την διέλευση αυτοκινήτου από τον ανοικτό χώρο (χωράφια), στον οποίο βοσκούσε μαζί με το υπόλοιπο κοπάδι. Η διέλευση του αυτοκινήτου από τον χώρο όπου βρισκόταν το κοπάδι δεν θα μπορούσε ασφαλώς να αποδοθεί στον εναγόμενο. Ούτε τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου ότι από τον συγκεκριμένο ανοιχτό χώρο που έβοσκε το κοπάδι περνούσαν αυτοκίνητα, κατά τρόπο που θα ήταν προβλεπτή ίσως η αντίδραση του ζώου. Ο εναγόμενος δεν αδιαφόρησε μάλιστα για την εξέλιξη αυτή. Από την πρώτη στιγμή, μόνος και με την βοήθεια φίλων του προσπάθησε να το εντοπίσει, αναζητώντας το για αρκετές μέρες, αναφέροντας μάλιστα το περιστατικό σε αστυνομικούς του τοπικού Αστυνομικού Σταθμού. Έχοντας υπόψη όλα όσα πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω, κάτω από οποιεσδήποτε περιστάσεις δεν φαίνεται να μπορεί να αποδοθεί αμέλεια στον εναγόμενο για το δυστύχημα που επισυνέβη τις πρωινές ώρες της 18/08/2005 και απασχολεί την παρούσα. Δεν έχει καταδειχθεί ότι στην υπό συζήτηση περίπτωση ο εναγόμενος απέτυχε να εκπληρώσει το σύνηθες και οφειλόμενο καθήκον επιμέλειας προς τον ενάγοντα οδηγό, δυνάμενος συνακόλουθα να κριθεί υπεύθυνος αστικής αμέλειας. Σοβαρά έχει απασχολήσει το θέμα των εξόδων στην παρούσα διαδικασία. Δεν διαλανθάνει ασφαλώς της προσοχής του Δικαστηρίου ότι με βάση τον βασικό κανόνα που ισχύει για τα έξοδα, αυτά πρέπει να ακολουθούν το αποτέλεσμα της διαδικασίας, εκτός αν συντρέχει λόγος που επιτρέπει την εκτόπιση του. (Halsbury's Laws of England, 3η έκδοση, τόμος 30, σελ 412,παράγραφοι 795-796 και Θρασυβούλου v Arto Estates Ltd
(1993)1AAD 12). Ωστόσο, αποτελούν τούτα αντικείμενο της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου, η οποία θα πρέπει πάντα να ασκείται κατά τρόπο δικαστικό και στη βάση ασφαλώς των πραγματικών περιστατικών που περιβάλλουν την εκάστοτε υπό συζήτηση περίπτωση. Έχοντας κατά νου ότι κατά την πρόοδο της διαδικασίας έχει ήδη αποσυρθεί και απορριφτεί η ανταπαίτηση του εναγομένου, χωρίς έξοδα, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι ο ενάγοντας έχει ήδη υποστεί συνεπεία του κτυπήματος που δέχθηκε το αυτοκίνητο του από το ζώο του εναγομένου πέραν της αναστάτωσης και ταλαιπωρίας και χρηματική ζημιά, όπως αυτή από κοινού έχει προσδιοριστεί, αισθάνομαι ότι στην υπό συζήτηση περίπτωση δικαιολογείται η παράκαμψη του ως άνω κανόνα, κατά τρόπο που η κάθε πλευρά να επιβαρυνθεί τα έξοδα της στη διαδικασία. Συνακόλουθα η αγωγή απορρίπτεται, η κάθε πλευρά θα επιβαρυνθεί τα έξοδα της. (υπ.).......... Α. Δαυίδ, Α.Ε.Δ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο