ΦΟΥΚΑΡΙΔΗΣ ΣΙΑ ΛΤΔ ΕΡΓΟΛΑΒΟΙ ΕΛΑΙΟΧΡΩΜΑΤΙΣΤΕΣ ν. Γεωργία Κάτζη, Αρ. Αγωγής:2421/ 07, 10 Δεκεμβρίου, 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2010:A102 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Γ. Φιλίππου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής:2421/ 07 Μεταξύ: ΦΟΥΚΑΡΙΔΗΣ & ΣΙΑ ΛΤΔ ΕΡΓΟΛΑΒΟΙ ΕΛΑΙΟΧΡΩΜΑΤΙΣΤΕΣ Ενάγουσας και Γεωργία Κάτζη Εναγόμενης __________ Ημερομηνία: 10 Δεκεμβρίου, 2010 Εμφανίσεις: Για την ενάγουσα: κ. Θ. Θωμά Για την εναγόμενη: κ. Μ. Παπαθανασίου ΑΠΟΦΑΣΗ ΟΙ ΔΙΚΟΓΡΑΦΗΜΕΝΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ: Η ενάγουσα διατείνεται στην έκθεση απαιτήσεως της ότι από τις αρχές του 1998 μέχρι το τέλος του 2005 στη Λάρνακα είχε δανείσει την εναγόμενη, η οποία ήταν φίλη ενός εκ των διευθυντών της, σε διαφορετικές ημερομηνίες διάφορα χρηματικά ποσά συνολικού ύψους Λ.Κ.5.415,15σ. με τη συμφωνία όπως η εναγόμενη επιστρέψει τα ποσά αυτά σε διάστημα 6 μηνών με τόκο 8%. Εντούτοις, μέχρι σήμερα δεν επέστρεψε κανένα ποσό παρά τις συνεχείς εκκλήσεις της και σχετική γραπτή ειδοποίηση μέσω των δικηγόρων της. Η εναγόμενη στην υπεράσπιση της αρνείται τους ισχυρισμούς της ενάγουσας, ισχυρίζεται ότι ουδέποτε τη δάνεισε οποιοδήποτε ποσό και κατ΄επέκταση κανένα ποσό δεν της οφείλει. Περαιτέρω ισχυρίζεται ότι για χρονική περίοδο που συμπίπτει και με την πιο πάνω, η ενάγουσα είχε διεκδικήσει με αγωγή της από αυτή το μεγαλύτερο ποσό των Λ.Κ.10.000, υπόθεση την οποία διευθέτησε προς πλήρη διευθέτηση των μεταξύ τους διαφορών. Παράλληλα με τη παρούσα αγωγή εκκρεμούν και άλλες δύο αγωγές στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας με τις οποίες η ενάγουσα αξιώνει από αυτή μεγαλύτερα ποσά για χρονικές περιόδους που συμπίπτουν με αυτή της παρούσας αγωγής ήτοι με την αγωγή 2422/2007 το ποσό των Λ.Κ.6.650,00 και με την αγωγή 1567/2007 το ποσό των Λ.Κ. 8.125,35σ. Ζητά όπως η παρούσα αγωγή εναντίον της απορριφθεί ως ψευδής, εκδικητική, ως νόμω και ουσία αβάσιμη και παραπλανητική με έξοδα σε βάρος της ενάγουσας. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ: Η ενάγουσα παρουσίασε δύο μάρτυρες (Μ.Ε.) και η εναγόμενη ένα μάρτυρα (Μ.Υ.). Μετά την συμπλήρωση της μαρτυρίας εκ μέρους της πλευράς της ενάγουσας δηλώθηκαν παραδεκτά γεγονότα τα οποία θα καταγράψω αμέσως στη συνέχεια και έτσι οποιαδήποτε μαρτυρία δόθηκε πριν δηλωθούν αυτά και δεν συνάδει με αυτά δεν θα ληφθεί υπόψη. 1ο παραδεκτό γεγονός: Δηλώθηκε ότι το ποσό που αξιώνεται από την ενάγουσα με τη παρούσα αγωγή δεν είναι το ίδιο και δεν έχει σχέση με την αγωγή 154/2005 αντίγραφο της απόφασης της οποίας κατατέθηκε εκ συμφώνου ως Τεκμήριο
- Δηλώθηκε περαιτέρω ότι η Συμφωνία Τεκμήριο 2 αφορά τα ποσά και επιταγές που αφορούσαν την αγωγή 154/
- 2ο παραδεκτό γεγονός: Δηλώθηκε ότι η αγωγή 1567/07 Ε.Δ. Λάρνακας η οποία καταχωρήθηκε από την ενάγουσα στη παρούσα αγωγή εναντίον της ίδιας εναγόμενης για την ίδια περίοδο που αφορά και η παρούσα αγωγή δηλαδή από 22.09.2004 μέχρι 8.09.2005 αποσύρθηκε άνευ βλάβης και με την επιφύλαξη των δικαιωμάτων της ενάγουσας. Ο κ. Σάββας Φουκαρίδης (Μ.Ε.1) ήταν και είναι μέχρι σήμερα ο μοναδικός διευθυντής της ενάγουσας εταιρείας, κατάθεσε ως Τεκμήριο 1 το πιστοποιητικό σύστασης της. Ανέφερε ότι η εναγόμενη η οποία ήταν γνωστή των συμπεθέρων του, επικαλούμενη οικονομικά προβλήματα, του ζητούσε να τη βοηθήσει οικονομικά και έτσι την δάνεισε κατά καιρούς διάφορα χρηματικά ποσά της ενάγουσας εταιρείας και πέραν του ποσού το οποίο διεκδικεί με την παρούσα αγωγή της. Από αυτά τα ποσά η εναγόμενη είχε επιστρέψει μόνο το ποσό των Λ.Κ.2.500,00 στα πλαίσια της αγωγής 154/2006 η οποία και διευθετήθηκε. Παρουσίασε φωτοαντίγραφα διαφόρων επιταγών που αφορούν διάφορα ποσά τα οποία αντιστοιχούσαν με τα χρήματα που η ενάγουσα δάνεισε την εναγόμενη και τα οποία αφορούν τη παρούσα υπόθεση ως Τεκμήρια προς Αναγνώριση Α - Ι. Αυτά ανέρχονται πράγματι στο ποσό των Λ.Κ.5.415,05σ. το οποίο αξιώνει με την παρούσα αγωγή της. Υποστήριξε ότι η αγωγή που ήγειρε η ενάγουσα εναντίον της εναγόμενης με αριθμό 2422/2007 για το ποσό των Λ.Κ.6.650,00 η οποία εκκρεμεί ακόμη, δεν έχει καμιά σχέση με το ποσό που διεκδικεί στα πλαίσια της παρούσας αγωγής και εξήγησε πως είχε χρησιμοποιήσει εκείνο το ποσό η εναγόμενη προς όφελος της. Η εταιρεία του - η ενάγουσα, ασχολείται με οικοδομικές εργασίες και είναι από λογαριασμό της που προέρχονταν αυτά τα χρήματα τα οποία δικαιολογούσε μεταξύ άλλων και ως δάνεια. Είχαν διεκδικήσει και προφορικά και γραπτώς το ποσό που αξιώνει στη παρούσα αγωγή της η ενάγουσα από την εναγόμενη η οποία όμως αντί να το εξοφλήσει άρχισε να απειλεί τον ίδιο προσωπικά χρησιμοποιώντας μάλιστα και τρίτα πρόσωπα προς αυτόν τον σκοπό και γι΄αυτό προέβη και σε καταγγελία στην Αστυνομία. Ο γιος της εναγόμενης κάποια ημέρα του επιτέθηκε, επεισόδιο για το οποίο κατέληξαν στο Δικαστήριο όπου ο γιος της καταδικάστηκε ενώ ο ίδιος αθωώθηκε. Ισχυρίστηκε ότι η συμφωνία τους ήταν όπως η εναγόμενη επιστρέψει τα χρήματα αυτά που δανείστηκε μέσα σε έξι μήνες με τόκο προς 8% και μέχρι σήμερα δεν το έκαμε παρά τα επανειλημμένα διαβήματα του. Κατά την αντεξέταση του επέμεινε ότι η μόνη σχέση που είχαν με την εναγόμενη ήταν ότι ήταν γνωστή με τους συμπεθέρους του και την είχε γνωρίσει μέσω τους γύρω στο 2003 με 2004, τη λυπόταν γιατί είχε οικονομικά προβλήματα και δεν είχε κανένα να τη βοηθήσει. Η συμφωνία τους για τη παρούσα υπόθεση ήταν προφορική και δεν είχαν κάμει οποιαδήποτε γραπτή συμφωνία για τα ποσά που της έδιδε, θεωρούσε ότι οι επιταγές ήταν αρκετή απόδειξη για τη παροχή αυτών των ποσών με τα οποία δάνειζαν την εναγόμενη. Στην ενάγουσα εταιρεία ήταν και είναι ο μοναδικός διευθυντής και μέτοχοι της είναι ο γιος του, η κόρη του και η γυναίκα του. Με την ιδιότητα του αυτή ως του μοναδικού διευθυντή είχε αποφασίσει να δανείσει την εναγόμενη με χρήματα της εταιρείας καθώς ο ίδιος δεν διέθετε τέτοια ποσά. Τα δάνεια που παρείχε η ενάγουσα στην εναγόμενη φαίνονται στους λογαριασμούς της εταιρείας που έχουν κατατεθεί και είχαν δηλωθεί από τον λογιστή της στο φόρο ως διάφορα έξοδα, που και πως θα κατατάσσονταν αυτά στα λογιστικά βιβλία της εταιρείας ήταν ζήτημα καθαρά λογιστικό που το χειρίστηκε ο λογιστής της εταιρείας. Επανέλαβε ότι στις 3.11.2005, όταν πλέον είχε σταματήσει να εκδίδει επιταγές στην εναγόμενη και άρχισε να της ζητά πίσω τα χρήματα τους, αυτή άρχισε τις απειλές εναντίον του και έτσι αναγκάστηκε να προβεί σε καταγγελία της στην αστυνομία όπου έδωσε σχετική κατάθεση και κατάσταση για τα χρήματα που την είχαν δανείσει και τα οποία θεώρησε πλέον ότι τους είχε αποσπάσει με ψευδείς παραστάσεις και απειλές. Ο κ. Πέτρος Γεωργίου (Μ.Ε.2) είναι υπάλληλος της Ελληνικής Τράπεζας και υπεύθυνος του καταστήματος της στην Ορμήδεια. Ως εκ της ιδιότητας του έχει πρόσβαση σε όλα τα έγγραφα της Τράπεζας στο εν λόγω κατάστημα και στους λογαριασμούς των πελατών της. Μεταξύ αυτών και η ενάγουσα εταιρεία η οποία διατηρούσε τρεχούμενο λογαριασμό. Είχε τυπώσει κατάσταση αυτού του λογαριασμού για τη χρονική περίοδο από τον Μάιο μέχρι τον Σεπτέμβριο του 2005 περίοδος που ενδιαφέρει την υπόθεση αυτή (Τεκμήριο 3). Σε αυτόν εμφαίνονται και οι δώδεκα επιταγές που αφορούν τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Πιστά αντίγραφα αυτών των επιταγών παρουσίασε και κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 4 - 15, αφορούν δε διάφορα ποσά ανερχόμενα στο ποσό των Λ.Κ.
- 415,15σ. με δικαιούχο τους την εναγόμενη ή διατέθηκαν προς όφελος της καθώς, όπως εξήγησε στη συνέχεια, δύο από αυτές τις επιταγές φέρουν ως δικαιούχο τους την Αρχή Ηλεκτρισμού Κύπρου (Α.Η.Κ.) για το συνολικό ποσό των Λ.Κ. 90.05σ. και όπου ο αριθμός λογαριασμού για τον οποίο πληρώθηκαν, όταν του υποδείχθηκε ένας τέτοιος λογαριασμός (Τεκμήριο 16) από τον συνήγορο της ενάγουσας, φαίνεται ότι ανήκει στην εναγόμενη, επομένως και αυτές οι επιταγές εξαργυρώθηκαν προς όφελος της όπως και όλες οι υπόλοιπες οι οποίες εκδόθηκαν επ΄ονόματι της και εξαργυρώθηκαν από την ίδια με δική της οπισθογράφηση. Στην αντεξέταση του ανέφερε ότι γνωρίζει ότι τον λογαριασμό από τον οποίο εκδόθηκαν οι επιταγές στις οποίες έκαμε αναφορά τον είχε ανοίξει για λογαριασμό της ενάγουσας εταιρείας ο κ. Φουκαρίδης την υπογραφή του οποίου αναγνωρίζει. Δεν ήταν όμως σε θέση να γνωρίζει τους λόγους που εκδόθηκαν αυτές οι επιταγές εκ μέρους της ενάγουσας. Ο Αστ. 2686 Γεώργιος Κάουλλας (Μ.Υ. 1) ανέφερε ότι είναι αστυνομικός από το 1997 και ότι υπηρετεί στο ΤΑΕ Αμμοχώστου από το 2005 μέχρι και σήμερα. Στις 3.11.2005 ανέφερε ότι ο κ. Φουκαρίδης, τον οποίο αναγνώρισε στην αίθουσα του Δικαστηρίου, υπέβαλε κάποιο παράπονο εναντίον της εναγόμενης και ενός ακόμα αγνώστου προσώπου. Στα πλαίσια διερεύνησης του παραπόνου είχε συλλάβει την εναγόμενη και είχε διερευνήσει την υπόθεση συμπληρώνοντας τον φάκελο Serious 385/
- Ο κ. Φουκαρίδης είχε δώσει γραπτή κατάθεση στον ίδιο και το παράπονο του εναντίον της εναγόμενης ήταν : α. Απαίτηση περιουσίας με γραπτές απειλές, β. απαίτηση περιουσίας με απειλές με σκοπό την κλοπή και γ. απόπειρα απόκτησης περιουσίας με γραπτές απειλές. Τα αδικήματα αυτά υποστήριζε ότι είχαν διαπραχθεί μεταξύ 5.05.2005 και 3.11.2005 στην Ξυλοτύμπου και στη Λάρνακα. Ο κ. Φουκαρίδης του είχε δώσει κατάσταση λογαριασμού μεταξύ των οποίων και για 10 επιταγές, φωτοαντίγραφα των οποίων εξασφάλισε από το κατάστημα της Ελληνικής Τράπεζας στην Ορμήδεια, οι οποίες συμπίπτουν με τα Τεκμήρια 4,5, 7 -
- Κατάθεσε ως Τεκμήριο 18 την κατάσταση την οποία του είχε παρουσιάσει ο κ. Φουκαρίδης στην οποία και συμπεριλαμβάνονται και οι πιο πάνω επιταγές. Ο κ. Φουκαρίδης στην κατάθεση του είχε αναφέρει ότι αυτές οι επιταγές είχαν αποσπαστεί από τον ίδιο με απειλές μέσω γραπτών μηνυμάτων SMS. Συνεπεία της καταγγελίας είχε συλληφθεί η εναγόμενη εναντίον της οποίας εκδόθηκε διάταγμα για προσωποκράτηση της για τρεις ημέρες. Η ίδια είχε αναφέρει ότι δεν είχε ιδέα για την καταγγελία που της έκαμε ο κ. Φουκαρίδης. Κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι οι χειρόγραφες σημειώσεις στο τεκμήριο 18 όπου αναγράφονται οι ημέρες κατά τις οποίες εξεδόθησαν οι επιταγές ήταν δικές του και αφορούσαν διερεύνηση ισχυρισμού που προέβαλε η εναγόμενη στην κατάθεση της ότι τάχα ο κ. Φουκαρίδης την μετέφερε έξω από τράπεζα και τις έδιδε τις επιταγές για να τις εξαργυρώνει και του έδιδε το αντίτιμο σε μετρητά. Δεν απέκλεισε την πιθανότητα να του είχε πει και ότι αυτές οι επιταγές είχαν εκδοθεί επ΄ονόματι της ημέρα Παρασκευή που γίνονταν οι πληρωμές της εταιρείας και γι΄αυτό ήθελε να ξέρει ποιες ημέρες είχαν εκδοθεί αυτές οι επιταγές. Το παράπονο του κ. Φουκαρίδη ήταν ότι από τις αρχές Μαΐου 2005 μέχρι και τις 3.11.2005 δεχόταν απειλητικά τηλεφωνήματα και μηνύματα SMS από άγνωστο του πρόσωπο. Η υπόθεση εκείνη τελικά ταξινομήθηκε από το Αρχηγείο Αστυνομίας ως ανύπαρκτη. Από ό,τι γνώριζε τα παράπονα του κ. Φουκαρίδη εκείνη την περίοδο για απειλές και ζημιές που του προκαλούνταν σε περιουσιακά του στοιχεία ήταν συνεχή και γίνονταν σε διάφορους αστυνομικούς σταθμούς. ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ: Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των δύο πλευρών έκαμαν αναφορά κατά τις τελικές τους αγορεύσεις στη μαρτυρία που παρατέθηκε ενώπιον του δικαστηρίου και πως οι ίδιοι την αντιλαμβάνονται σχολιάζοντας συγκεκριμένα σημεία της. Ο κ. Παπαθανασίου εισηγήθηκε ότι μετά τη δήλωση των παραδεκτών γεγονότων η μοναδική υπεράσπιση της εναγόμενης παρέμεινε ο ισχυρισμός της ότι η ενάγουσα ουδέποτε την δάνεισε με οποιοδήποτε ποσό και έτσι τίποτε δεν της οφείλει. Αναφέρθηκε σε αδύνατα, κατά την άποψη του, σημεία της μαρτυρίας της ενάγουσας εισηγούμενος ότι δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου καμιά μαρτυρία για τα ποσά που κατ΄ ισχυρισμό η ενάγουσα δάνεισε την εναγόμενη καθώς τα φωτοαντίγραφα των επιταγών τα οποία κατάθεσε ο Μ.Ε. 1 και σημειώθηκαν ως Τεκμήρια προς Αναγνώριση παρέμειναν ως τέτοια και δεν συνδέθηκαν με τα πιστά αντίγραφα των επιταγών τα οποία κατάθεσε σε μεταγενέστερο στάδιο ο Μ.Ε.
- Πέραν αυτού η ενάγουσα δεν κατάφερε να αποδείξει οποιαδήποτε σχέση της με την εναγόμενη πλην του ότι ήταν η εκδότρια των επιταγών με τα ποσά των οποίων κατ΄ ισχυρισμό δάνεισε την εναγόμενη. Τα όποια λεφτά δόθηκαν στην εναγόμενη δόθηκαν προσωπικά από τον διευθυντή της ενάγουσας λόγω της προσωπικής του σχέσης με αυτή και όχι για οποιονδήποτε άλλο λόγο. Δεν παρουσιάστηκε μαρτυρία για απόφαση ή αποφάσεις της εταιρείας για την παροχή δανείων και δεν παρουσιάστηκε μαρτυρία για συμφωνία αποπληρωμής εντός έξι μηνών και με τόκο προς 8%. Δεν αποδείχθηκε ότι τα εν λόγω ποσά που διεκδικούνται εμφαίνονται στα λογιστικά βιβλία της ενάγουσας καθ΄ οιονδήποτε τρόπο. Η μαρτυρία που δόθηκε από την υπεράσπιση ότι ο Μ.Ε.1 έκαμε παράπονο εναντίον της εναγόμενης ότι τον απειλούσε και ότι απέσπασε με αυτόν τον τρόπο τις επιταγές με τις οποίες κατ΄ ισχυρισμό δόθηκαν τα χρήματα που αξιώνονται στην εναγόμενη, καθιστά την όλη μαρτυρία των εναγόντων αναξιόπιστη εφόσον παρουσιάστηκε μια νέα εκδοχή για το πως αυτά τα χρήματα δόθηκαν στην εναγόμενη, ότι δηλαδή ήταν με απειλές και όχι ως δάνεια. Επομένως, ήταν η εισήγηση του κ. Παπαθανασίου ότι ενάγουσα δεν έχει αποσείσει το βάρος απόδειξης της αξίωσης της ούτε ακόμα και στο επίπεδο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Ο κ. Θωμά στη δική του εισήγηση ανέφερε ότι η εισήγηση του κ. Παπαθανασίου δεν έχει έρεισμα στους δικογραφημένους ισχυρισμούς της ενάγουσας αλλά και της μαρτυρίας που παρουσίασε η οποία κατά την άποψη του είναι αρκετή προς απόδειξη της αξίωσης της. Η μαρτυρία εξάλλου της πλευράς της ενάγουσας παρέμεινε αναντίλεκτη εφόσον δεν αμφισβητήθηκε επί της ουσίας της. Ο Μ.Ε.2 έβλεπε τα αντίγραφα των επιταγών (τεκμήρια προς Αναγνώριση Α-Ι) και κατέθεσε τα αντίστοιχα πιστά αντίγραφα των ίδιων επιταγών ως Τεκμήρια 4-15 τις οποίες και σχολίαζε μια προς μια. Έτσι η εισήγηση της πλευράς της υπεράσπισης θα πρέπει να απορριφθεί. Τέλος, εισηγήθηκε ότι καμιά μαρτυρία δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου από την πλευρά της υπεράσπισης ότι εξόφλησε αυτά τα ποσά που έλαβε από την ενάγουσα. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ: Είχα την ευκαιρία να δω, να ακούσω και να παρακολουθήσω με προσοχή τους μάρτυρες να καταθέτουν στην ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης. Παρακολούθησα τον τρόπο που απαντούσαν στις διάφορες ερωτήσεις που τους υποβάλλονταν, το καλό μνημονικό τους και γενικά τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα (βλ. C&A Pelekanos Assoc. Ltd v. Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. σελ. 1273, στις σελ. 1280-1281). Έχω περαιτέρω υπόψη τα όσα λέχθηκαν στην Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, ότι δηλαδή η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο, την ποιότητα, την πειστικότητα και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Έχω συγκρίνει και αντιπαραβάλει μεταξύ τους τις προφορικές μαρτυρίες και τις παραδοχές τους σε συσχετισμό με την έγγραφη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου και με τη δήλωση παραδεχτών γεγονότων. Η εξέταση περαιτέρω της μαρτυρίας γίνεται και σε συνάρτηση με το περιεχόμενο των εγγράφων προτάσεων (βλ. Phipson On Evidence 14η έκδοση
(1990)παρ. 12 - 20, Ζαβρού v. Χαραλάμπους,
(996)1(Α) Α.Α.Δ. σελ. 447). Τέλος, λαμβάνω υπόψη μου τις επισημάνσεις που έγιναν από τους ευπαίδευτους συνηγόρους των διαδίκων κατά τις τελικές τους αγορεύσεις όπου αναλύουν τόσο την μαρτυρία και δίδουν τη δική τους ερμηνεία σε αυτή, όσο και τη νομική πτυχή της υπόθεσης. Έχοντας όλα τα πιο πάνω κατά νουν αισθάνομαι ότι είμαι έτοιμος για την αξιολόγηση της μαρτυρίας και για την κατάληξη μου σε ευρήματα και συμπεράσματα αναφορικά με την επίδικη διαφορά. Η μαρτυρία του κ. Φουκαρίδη (Μ.Ε.1), μοναδικού διευθυντή των εναγόντων είναι η πιο ουσιαστική γι΄αυτό και θα με απασχολήσει στη συνέχεια σε έκταση. Εξ αρχής αναφέρω ότι μου προκάλεσε θετική εντύπωση με τον απλό και σαφή τρόπο που κατέθεσε και την ευθύτητα που χαρακτήριζαν τις απαντήσεις του. Έδιδε πάντοτε ικανοποιητική εξήγηση σε όσα ερωτάτο και δέχομαι τη μαρτυρία του ότι προέρχεται από μάρτυρα της αλήθειας. Η μαρτυρία του επί της ουσίας δεν κλονίστηκε κατά το στάδιο της αντεξέτασης του. Αναφέρθηκε για το πως γνώρισε την εναγόμενη και υπό ποιες συνθήκες ελαυνόμενος από φιλάνθρωπα αισθήματα, θέλησε να τη βοηθήσει οικονομικά όπως εκείνη του είχε ζητήσει δανείζοντας την χρήματα. Επειδή ο ίδιος προσωπικά δεν είχε χρήματα για να τη δανείσει αποφάσισε να το κάμει με χρήματα της ενάγουσας της οποίας ήταν και ο μοναδικός διευθυντής και προς τούτο εξέδωσε διάφορες επιταγές από τραπεζικό λογαριασμό της ενάγουσας για διάφορα χρηματικά ποσά τα οποία δεν αμφισβητήθηκαν από την εναγόμενη ότι τα εισέπραξε ή ότι διατέθηκαν προς όφελος της. Δεν έχει, κατά την άποψη μου, καμιά σημασία που και πως κατατάσσονταν αυτά τα χρήματα στα λογιστικά βιβλία της εταιρείας ή αν έχουν εκδοθεί σχετικές αποφάσεις εκ μέρους της εταιρείας, εξάλλου για αυτές τις αιτιάσεις που προβλήθηκαν δεν έτυχα οποιασδήποτε παραπομπής σε νομολογία ή αυθεντίες. Σημασία κατά την άποψη μου έχει ότι αυτά τα ποσά δόθηκαν στην εναγόμενη ή διατέθηκαν προς όφελος της και αυτό δεν αμφισβητήθηκε. Δέχομαι επίσης τη θέση του Μ.Ε.1 ότι είχαν συμφωνήσει ότι τα χρήματα αυτά δόθηκαν στην εναγόμενη όχι χαριστικά και ότι αυτή θα έπρεπε να τα επέστρεφε εντός έξι μηνών με τόκο προς 8%. Ο μάρτυρας θεωρούσε ότι η πληρωμή των ποσών αυτών με επιταγές ήταν αρκετή απόδειξη για την παροχή τους στην εναγόμενη και έτσι δεν θέλησε να περιβάλει τη συμφωνία τους με γραπτό τύπο. Κρίνω ότι ήταν ειλικρινής η αναφορά του στο γεγονός ότι όταν άρχισε να ζητά από την εναγόμενη την επιστροφή των χρημάτων τους, αυτή άρχισε να τον απειλεί με διάφορους τρόπους και να του προκαλεί διάφορα προβλήματα έτσι που αναγκάστηκε να την καταγγείλει και στην αστυνομία μεταξύ άλλων καταγγελιών του και για το ότι του απέσπασε αυτά τα χρήματα με απειλές τα οποία και δεν του τα επέστρεφε. Οι αναφορές αυτές του Μ.Ε.1 έγιναν μετά από σχετικές ερωτήσεις εκ μέρους του συνηγόρου Υπεράσπισης και δεν συνιστούν προώθηση μιας δεύτερης εκδοχής εκ μέρους του. Δεν προβλήθηκε κάτι τέτοιο στην έκθεση απαιτήσεως και η πλευρά της εναγόμενης δεν εισηγήθηκε σε καμιά περίπτωση κάτι τέτοιο στο δικόγραφο της ή ενώπιον του Δικαστηρίου. Δέχομαι επίσης ότι μέχρι σήμερα οι ενάγοντες δεν έχουν εισπράξει οποιοδήποτε ποσό έναντι των πιο πάνω ποσών που έδωσαν στην εναγόμενη. Καταλήγοντας με την αξιολόγηση της μαρτυρίας του Μ.Ε.1 διαπιστώνω ότι επί της ουσίας της η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε και παρέμεινε αναντίλεκτη. Πέραν των πιο πάνω, εξετάζοντας προσεκτικά τις απαντήσεις που έδιδε ο μάρτυρας σε σχέση με τη καταγγελία που έκαμε της εναγόμενης στην αστυνομία για ¨εξαπάτηση τους¨ όπως ανέφερε εκ μέρους της, δεν διέκρινα ότι από αυτή προκύπτει διαφορετική εκδοχή πλην αυτής της παροχής δανεικών τα οποία η εναγόμενη δεν επέστρεφε. Εκείνο το οποίο ανέφερε ότι κατάγγειλε είναι ότι όταν άρχισε να ζητά τα χρήματα από την εναγόμενη αυτή άρχισε τις απειλές. Ήταν αυτός ο λόγος που αναγκάστηκε να προβεί σε καταγγελία της στην αστυνομία και να παραδώσει την κατάσταση λογαριασμού (Τεκμήριο 18) στην αστυνομία η οποία θα διερευνούσε το παράπονο του. Η μαρτυρία του Μ.Υ.1 η οποία αποσκοπούσε στο να πλήξει την αξιοπιστία του Μ.Ε.1, ότι τάχα παρουσιάζει αντιφατικότητα ή ότι προώθησε ταυτόχρονα δύο διαφορετικές εκδοχές δεν μπορεί να τύχη σύγκλησης εφόσον κατ΄αρχή ο Μ.Υ. αναφέρθηκε σε ζητήματα τα οποία ξεφεύγουν από τους δικογραφημένους ισχυρισμούς της εναγόμενης και ως τέτοια θα αγνοηθούν (βλ. μεταξύ άλλων Μελάς v. Κυριάκου,
(2003)1 Α.Α.Δ. σελ. 826, Παπαγεωργίου v. Κλάππα
(1991)1 Α.Α.Δ. σελ. 24, Ayia Napa Nissi Development Ltd κ.ά. v. Παπαμιχαήλ
(1992)1 Α.Α.Δ. σελ. 549, Μαυρομιχάλη v. Γενικού Εισαγγελέα
(1996)1 Α.Α.Δ. 530 και Βοσκού κ.ά. v. Ζήνωνος,
(2003)1 Α.Α.Δ. 695) και από την άλλη κατά την άποψη μου, η παραδοχή του Μ.Ε.1 ότι έκαμε καταγγελία στην αστυνομία ότι η εναγόμενη τους απέσπασε χρηματικά ποσά και ότι αργότερα αρνήθηκε να τα επιστρέψει προβαίνοντας μάλιστα και σε απειλές, δεν διαφοροποιεί με οποιονδήποτε τρόπο τον ισχυρισμό ότι αυτά τα χρήματα δόθηκαν σ΄αυτή ως δάνεια και όχι χαριστικά. Η μαρτυρία του κ. Π. Γεωργίου (Μ.Ε. 2) κρίνεται ως ανεξάρτητη και αυτή βασιζόταν σε στοιχεία που προέρχονταν από τον τραπεζικό λογαριασμό της ενάγουσας τα οποία τηρούνται στη τράπεζα όπου εργάζεται και δεν αμφισβητήθηκαν με οποιονδήποτε τρόπο ότι οι επιταγές στις οποίες μεταξύ άλλων αναφέρθηκε ο Μ.Ε.1 για απόδειξη του ισχυρισμού τους εκδόθηκαν είτε επ΄ονόματι της εναγόμενης είτε προς όφελος της. Όλες οι αιτιάσεις που προβλήθηκαν εκ μέρους της υπεράσπισης σε σχέση με το ζήτημα της μη κατάθεσης εκ μέρους της πλευράς της ενάγουσας των αντιγράφων των επιταγών τις οποίες κατέθεσε ο Μ.Ε.1 ως Τεκμήρια προς Αναγνώριση (Α- Ι) ως κανονικών τεκμηρίων, δεν μπορούν να έχουν θετική αντίκριση εφόσον η μαρτυρία του Μ.Ε.1 δεν περιορίστηκε στην κατάθεση αυτών των εγγράφων και μόνο. Αναφέρθηκε σε έκταση στα ποσά που τους όφειλε η εναγόμενη πέραν από την αναφορά που έκαμε για τις επιταγές. Στο σημείο αυτό αξίζει να αναφερθώ σε δύο υποθέσεις οι οποίες απαντούν στην επιχειρηματολογία της Υπεράσπισης: Στην υπόθεση Kades v. Nicolaou & Αnother,
(1986)1 C.L.R. 212 όπου o κ. Πικής Δ. (όπως ήταν τότε) στη σελ. 215 αναφέρει τα ακόλουθα: ¨Conceivably, the Court laboured under a misapprehension as to the burden of proof, treating the issue of the cheque as of itself supporting a claim for a loan. This is not so. As counsel for the appellant pointed out by reference to the caselaw summarized in Bullen & Leak, (Precedents of Pleadings,25th ed.p.675;see, also, Chitty on Contract,22nd ed.p.423) the advance of money, in cash or by cheque, is not of itself proof of loan. Certainly this is not a fact that may be presumed in face of allegations, as those made in this case, that the money was given for a purpose inconsistent with the existence of a loan¨. Σε μετάφραση: ¨Όπως φαίνεται, το Δικαστήριο ενήργησε με βάση λανθασμένη εντύπωση όσον αφορά το βάρος απόδειξης, θεωρώντας την έκδοση της επιταγής ως υποστηρίζουσα από μόνη της την απαίτηση για δάνειο. Τα πράγματα δεν έχουν έτσι. Όπως ο συνήγορος του εφεσείοντα υπέδειξε με αναφορά στη νομολογία που συνοψίζεται στο Bullen & Leake, (Precedents of Pleadings,25th ed.p.675; δέστε επίσης Chitty on Contract,22nd ed.p.423) η πληρωμή χρημάτων, τοις μετρητοίς ή με επιταγή, δεν αποδεικνύει από μόνη της δάνειο. Σίγουρα τούτο δεν είναι γεγονός που μπορεί να υποτεθεί εν όψει ισχυρισμών, όπως εκείνοι που έγιναν στην υπόθεση αυτή, ότι τα χρήματα δόθηκαν για σκοπό που δεν συνάδει με την ύπαρξη δανείου¨. Στην υπόθεση Slopodan Miorage v. Radivojenik
(1998)1 (B) A.A.Δ. σελ. 1162: Αποφασίστηκε ότι ακόμα και το γεγονός ότι κατάθεση ενός ποσού στο λογαριασμό της εναγόμενης δεν αποδείκνυε από μόνη της το δάνειο. Ο ενάγων είχε την υποχρέωση να αποδείξει ότι τα χρήματα δόθηκαν πράγματι ως δάνειο. Είναι φανερό ότι η μαρτυρία του Μ.Ε. 1 δεν περιορίστηκε μόνο στα στενά πλαίσια της κατάθεσης αντιγράφων των επιταγών για να αποδειχθεί ο ισχυρισμός ότι η ενάγουσα προέβαινε σε δανεισμό της εναγόμενης οι οποίες από μόνες τους εν΄πάση περιπτώσει δεν θα αποδείκνυαν και δανεισμό. Η μαρτυρία του Μ.Ε.1, σαφής όπως ήταν, υποστηρίζει τους δικογραφημένους ισχυρισμούς της ενάγουσας περί παροχής δανείων στην εναγόμενη σε διάφορες ημερομηνίες ποσά τα οποία συμποσούνται στο συνολικό ποσό που αξιώνεται με την αγωγή, το οποίο όπως ισχυρίστηκε και στο τέλος της κυρίως εξέτασης του αλλά και όπως επανέλαβε κατά την αντεξέταση του εξακολουθεί η εναγόμενη να το οφείλει ολόκληρο στην ενάγουσα. Επομένως, η παρουσίαση των επιταγών, για τις οποίες ερείσθω εν παρόδω δεν γίνεται καμιά αναφορά στην έκθεση απαιτήσεως, κρίνεται ότι αποσκοπούσε στο να καταδείξει τον ισχυρισμό περί παροχής στην εναγόμενη αυτών των ποσών. Σίγουρα δεν είναι μόνο από την αξιολόγηση αυτών των επιταγών και της αποδοχής τους ως αποδεκτής μαρτυρίας που θα εξαχθεί το όποιο συμπέρασμα, ούτε καν καθοριστικό δεν μπορεί να είναι. Η μαρτυρία εξετάζεται σφαιρικά, στην ολότητα της και σε συνδυασμό και όχι απομονωμένα, ο τρόπος απόδειξης ενός επίδικου γεγονότος δεν είναι φορμαλιστικός και τα αποδεικτικά μέσα δεν είναι περιορισμένα καθώς μια αξίωση μπορεί να αποδειχθεί με την προσφορά παραδεκτής μαρτυρίας η οποία προσλαμβάνει ποικίλες μορφές αρκεί ακόμα και η προφορική πάντοτε βέβαια υπό την αίρεση ότι τέτοια μαρτυρία δεν προσκρούει σε κανόνα του δικαίου της απόδειξης. Επομένως, η μη αναγνώριση των Τεκμηρίων προς Αναγνώριση Α - Ι από τον Μ.Ε.2 και έτσι η μη κατάθεση τους ως κανονικών τεκμηρίων καθόλου δεν εκθεμελιώνει ή αποδυναμώνει την μαρτυρία της ενάγουσας και την απόδειξη του ισχυρισμού της περί παροχής δανείων στην εναγόμενη καθώς, επαναλαμβάνω, αυτή δεν βασίστηκε αποκλειστικά στη παρουσίαση αυτών των επιταγών προς απόδειξη παροχής δανείων αλλά η μαρτυρία προσέλαβε και διαφορετική μορφή, τη προφορική μαρτυρία του κ. Φουκαρίδη. Περαιτέρω η μαρτυρία του κ. Γεωργίου, ο οποίος κατέθεσε πιστά αντίγραφα επιταγών (Τεκμήρια 4-15), τις οποίες και σχολίασε μια προς μία ότι δηλαδή εκδόθηκαν από την ενάγουσα κατά τον επίδικο χρόνο και ότι αυτές τις εξαργύρωσε η εναγόμενη ή διατέθηκαν προς όφελος της προσθέτει στη μαρτυρία του Μ.Ε.1 περί παροχής αντίστοιχων ποσών ως δανείων στην εναγόμενη από την ενάγουσα. Η μαρτυρία του Αστ. 2686 Γ. Καούλα (Μ.Υ.1) αποσκοπούσε στο να προβληθεί εκ μέρους της υπεράσπισης προηγούμενη αντιφατική κατάθεση του Μ.Ε.1 με όσα αξιώνει στα πλαίσια της παρούσας αγωγής και για όσα υποστήριξε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου και έτσι να πληγεί η αξιοπιστία του, εντούτοις όπως ανέφερα και πιο πάνω στη σελ. 10 δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη αυτή η μαρτυρία καθώς εκφεύγει των δικογραφημένων ισχυρισμών της υπεράσπισης. Επρόκειτο για γνωστούς στην εναγόμενη ισχυρισμούς πολύ πριν εγερθεί η παρούσα αγωγή και καταχωρηθεί η υπεράσπιση της και θα μπορούσε να τους είχε επικαλεσθεί. Επομένως οποιαδήποτε περαιτέρω αναφορά στη μαρτυρία του μάρτυρος αυτού δεν θα εξυπηρετούσε οτιδήποτε. (βλ. επίσης την υπόθεση Slopodan Miorage v. Radivojenik
(1998)1 (B) A.A.Δ. σελ. 1162 όπου αποφασίστηκε ότι η λήψη μαρτυρίας η οποία δεν είναι αποδεκτή πρέπει να απορρίπτεται από το Δικαστήριο κατά την έκδοση της απόφασης έστω και αν κατατέθηκε χωρίς ένσταση. Περαιτέρω στην υπόθεση Georghiades & Another v. Patsalides & Another 24 C.L.R. 275, λέχθηκαν τα ακόλουθα στη σελ. 280: « This evidence was received without objection. But, now, on considering this matter, we are of the view that this part of the evidence of plaintiff 1 is inadmissible, having regard to the written settlement, and it is our duty to reject it when giving judgment, as it is the duty of Courts to arrive at their decisions upon legal evidence only (Jacker v. Inetrnational Cable Co. 5 T.L.R. 13, cp. Miller v. Babu Madho Das, L.R. 23 Ind. App. 106, quoted in Phipson on Evidence, 9th edition, p. 711, and Ellinas v. Yianni
(1958)23 C.L.R. 22). Σε μετάφραση: « Η μαρτυρία λήφθηκε χωρίς ένσταση. Τώρα όμως, εξετάζοντας το θέμα, είμαστε της γνώμης ότι αυτό το μέρος της μαρτυρίας του ενάγοντα 1 δεν είναι αποδεκτό, έχοντας υπόψη το γραπτό συμβιβασμό και είναι καθήκον μας να το απορρίψουμε όταν εκδίδουμε απόφαση, καθόσον είναι καθήκον των Δικαστηρίων να καταλήγουν στις αποφάσεις τους με βάση νόμιμη μαρτυρία μόνο (Jacker v. Inetrnational Cable Co. 5 T.L.R. 13, cp. Miller v. Babu Madho Das, L.R. 23 Ind. App. 106, quoted in Phipson on Evidence, 9th edition, p. 711, and Ellinas v. Yianni
(1958)23 C.L.R. 22). Στην υπόθεση Ellinas v. Yianni and Others 23 CLR 22 (που αναφέρεται και στην πιο πάνω απόφαση) ο Ζεκιά Δ. αναφέρει τα ακόλουθα στη σελ. 30: ¨If inadmissible evidence has been received (whether with or without objection), it is the duty of the Judge to reject it when giving judgment, and if he has not done so, it will be rejected on appeal, as it is the duty of Courts to arrive at their decisions upon legal evidence only". Σε μετάφραση: ¨Αν μη αποδεκτή μαρτυρία έχει δοθεί (είτε χωρίς ή μετά από ένσταση), είναι καθήκον του Δικαστή να την απορρίψει όταν εκδίδει απόφαση και αν δεν το πράξει θα απορριφθεί κατ΄έφεση, καθόσον είναι καθήκον των Δικαστηρίων να καταλήγουν στις αποφάσεις τους με βάση νόμιμη μαρτυρία μόνο¨. Η ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ: Αμφισβητήθηκε ότι υπήρξε δανεισμός της εναγόμενης από τους ενάγοντες και επομένως το θεμελιώδες αυτό ζήτημα έχει καταστεί επίδικο. Επομένως θα πρέπει να με απασχολήσει η ύπαρξη των προϋποθέσεων της έγκυρης παροχής δανείου ενόψει των διισταμένων ισχυρισμών που προβλήθηκαν (βλ. Bullen & Leake & Jacob's Precedents of Pleadings 13η έκδοση (σελ. 666,670). Η έννοια του δανείου επεξηγείται στο σύγγραμμα Chitty on Contracts No.2 26η έκδοση, παράγραφος 3574 σελ. 624. Στην εν λόγω παράγραφο αναφέρεται σε μετάφραση ότι: ¨Η συμφωνία δανείου είναι η συμφωνία με βάση την οποία, κάποιος δανείζει ή συμφωνεί να δανείσει χρηματικό ποσό σε κάποιον τρίτον, με αντάλλαγμα τη ρητή ή εξυπακουόμενη υπόσχεση του άλλου προσώπου ότι θα επιστρέψει το ποσό αυτό, σε πρώτη ζήτηση ή σε καθορισμένο μελλοντικό χρόνο, με ή χωρίς τόκο¨. Για στοιχειοθέτηση του δανεισμού οι ενάγοντες οφείλουν να αποδείξουν την ύπαρξη συναφούς συμφωνίας ή έστω ότι η πληρωμή έγινε μετά από παράκληση της εναγόμενης ή με εξουσιοδότηση της. Η αυτόβουλη καταβολή του ποσού χωρίς την ύπαρξη αυτών των προϋποθέσεων δεν θεωρείται επαρκής (βλ. Bullen & Leake & Jacob´s, σελ. 666,669, Exall v- Partridge
(1779)(1775-1802) All E.R. 341, Leigh v. Dickenson
(1883)15 Q.B.D.60). Το Άρθρο 10 του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149 διαλαμβάνει τα ακόλουθα: ¨10
(1)Συμβάσεις είναι όλες οι συμφωνίες οι οποίες καταρτίζονται με την ελεύθερη συναίνεση μερών ικανών προς το συμβάλλεσθαι, για νόμιμη αντιπαροχή και νόμιμο σκοπό, οι οποίες δεν χαρακτηρίζονται ρητά από το Νόμο αυτό ως άκυρες˙ τηρουμένων των διατάξεων του Νόμου αυτού, οι συμβάσεις δύνανται να καταρτίζονται γραπτά ή προφορικά, ή μερικώς γραπτά και μερικώς προφορικά, ή δύνανται να συνάγονται από τη συμπεριφορά των μερών.
(2)Καμιά από τις διατάξεις που περιλαμβάνονται στο Νόμο αυτό δεν επηρεάζει Νόμο που ισχύει στη Δημοκρατία και ο οποίος δεν καταργείται ρητά από το Νόμο αυτό, με τον οποίο απαιτείται όπως οποιαδήποτε σύμβαση καταρτιστεί γραπτώς ή στην παρουσία μαρτύρων ή την ισχύ οποιουδήποτε Νόμου που αφορά την καταχώριση εγγράφων¨. ΕΥΡΗΜΑΤΑ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ: Το βάρος απόδειξης που είχε η ενάγουσα στους ώμους της ήταν να ικανοποιήσει το Δικαστήριο για την αλήθεια των ισχυρισμών της στο βαθμό που απαιτείται στις πολιτικές υποθέσεις δηλαδή με βάσει το ισοζύγιο των πιθανοτήτων (Για μια εκτενή ανάλυση του κριτηρίου του ισοζυγίου των πιθανοτήτων και της κατανόησης του τρόπου εφαρμογής του βλ. Baloise Insur. Co. Ltd v. Κατωμονιάτη κ.ά.
(2008)1 (Β) Α.Α.Δ. σελ. 1275 στις σελ. 1291,1292). Από το σύνολο της μαρτυρίας που δόθηκε στο Δικαστήριο κρίνω ότι η ενάγουσα πέτυχε και έχει αποδείξει την αξίωση της αποσείοντας το βάρος που είχε προς τούτο σύμφωνα με το πιο πάνω κριτήριο. Αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα από κεφάλαια της (βλ. επιπρόσθετα της προφορικής μαρτυρίας την κατάσταση του τραπεζικού λογαριασμού της (Τεκμήριο 3), δάνεισε κατά καιρούς την εναγόμενη μεταξύ άλλων και με το ποσό που αξιώνεται με τη παρούσα αγωγή μετά από παράκληση της εναγόμενης προς τον μοναδικό διευθυντή της και μετά από σχετική συμφωνία. Από την άλλη είναι γεγονός ότι η εναγόμενη με τον τρόπο που παρουσίασε την υπόθεση της, κατ΄αρχή με το δικόγραφο της στο οποίο αρνείται ότι είχε ποτέ δανειστεί οποιοδήποτε ποσό από τους ενάγοντες, όταν με παραδεκτό γεγονός αποδέχθηκε ότι είχε διευθετήσει προηγούμενη αγωγή των εναγόντων για χρήματα τα οποία και πάλι της είχαν δοθεί ως δανεικά, σε αντίθεση με όσα ισχυρίζεται στο δικόγραφο της με το οποίο είναι γεγονός ότι προσπάθησε να περιπλέξει τις μεταξύ τους δοσοληψίες και στη συνέχεια με τη παρουσίαση μαρτυρίας μόνο και μόνο για να καταδείξει αντιφατικότητα ή διαφορετική εκδοχή ως προς τις διεκδικήσεις των εναγόντων στη παρούσα υπόθεση, η οποία ξέφυγε από τους δικογραφημένους ισχυρισμούς της, προκάλεσε την εντύπωση ότι αναζητούσε προφάσεις και δικαιολογίες για να αποφύγει την πληρωμή των ποσών που δανείστηκε από την ενάγουσα. Πέραν της πιο πάνω προσπάθειας της δεν παρουσίασε καμιά άλλη μαρτυρία που να αναιρεί τον ισχυρισμό της ενάγουσας ότι της είχε δανείσει τα ποσά που διεκδικεί με την αγωγή της ή ότι κατέβαλε έναντι οποιοδήποτε ποσό ή ότι την εξόφλησε καθ΄οιονδήποτε τρόπο. Δεν έδωσε έστω την παραμικρή εξήγηση ή μια διαφορετική εκδοχή γιατί οι ενάγοντες της είχαν καταβάλει τα ποσά που διεκδικούν με τη παρούσα αγωγή τους. Έχοντας λοιπόν υπόψη τις πιο πάνω νομικές αρχές και ανάγοντας τις στη μαρτυρία που αποδέχθηκα, όπως την καταγράφω πιο πάνω, κρίνω ότι υπήρξε συμφωνία δανείου μεταξύ των διαδίκων η οποία προνοούσε επιπλέον και νόμιμη αντιπαροχή, δηλαδή τόκους προς 8% με την εξόφληση του εντός έξι μηνών. ΚΑΤΑΛΗΞΗ: Αναπόδραστη κατάληξη μου είναι η έκδοση απόφασης υπέρ της ενάγουσας και εναντίον της εναγόμενης για το ποσό των Λ.Κ.5.415,15σ. (αντίστοιχο σε Ευρώ 9.252,33σ.) πλέον τόκους προς 8% επί του πιο πάνω ποσού από 8.09.2005 ημερομηνία κατά την οποία παραχωρήθηκε και το τελευταίο μέρος του ποσού που αφορά την παρούσα υπόθεση προς όφελος της εναγόμενης σύμφωνα με την επιταγή Τεκμήριο 15 και για τον επιπρόσθετο λόγο ότι τα ποσά που κατά καιρούς δόθηκαν ως δάνειο δεν εξειδικεύονται στην έκθεση απαιτήσεως για να είναι ευχερής οποιαδήποτε άλλη διαταγή για τους τόκους. Επιδικάζονται έξοδα υπέρ της ενάγουσας και εναντίον της εναγόμενης όπως αυτά θα υπολογιστούν από την Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπογρ.)........ Χρ. Γ. Φιλίππου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο