TECHNICAL ENTERPRISES LTD ν. Χριστάκη Νικολάου, Αρ. Αγωγής:1368/ 06, 23 Δεκεμβρίου, 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2010:A106 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Γ. Φιλίππου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής:1368/ 06 Μεταξύ: TECHNICAL ENTERPRISES LTD Ενάγουσας και Χριστάκη Νικολάου Εναγόμενου _________ Ημερομηνία: 23 Δεκεμβρίου, 2010 Εμφανίσεις: Για την ενάγουσα: κ. Θ. Θωμά Για τον εναγόμενο: κ. Αρ. Βρυωνίδης ΑΠΟΦΑΣΗ ΟΙ ΔΙΚΟΓΡΑΦΗΜΕΝΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ: Η ενάγουσα είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης νομότυπα εγγεγραμμένη με έδρα της το ABU DHABI και ασχολείται με αγοραπωλησίες μηχανημάτων. Διατείνεται ότι με προφορική συμφωνία που έγινε στη Λάρνακα στις 29.03.2006 συμφώνησε με τον εναγόμενο να αγοράσουν από αυτόν μια διατρητική μηχανή και διάφορα εξαρτήματα τα οποία περιγράφει με λεπτομέρεια στην έκθεση απαιτήσεως της (στη συνέχεια τα μηχανήματα). Τα μηχανήματα σύμφωνα με τη συμφωνία τους θα παραδίδονταν στην ενάγουσα εντός ενός μηνός δηλαδή στις 29.04.2006 και η καταβολή των χρημάτων από την ενάγουσα θα γινόταν σε 90 ημέρες από την παραλαβή τους. Το τίμημα της αγοράς συμφωνήθηκε στις Λ.Κ.40.000,
- Με το κλείσιμο της συμφωνίας αυτής η ενάγουσα συμφώνησε αμέσως τη μεταπώληση τους για το ποσό των Λ.Κ.60.000,
- Λόγω της καθυστέρησης της παράδοσης των μηχανημάτων με υπαιτιότητα του εναγόμενου η μεταπώληση τους ακυρώθηκε με αποτέλεσμα η ενάγουσα να υποστεί ζημιά ύψους Λ.Κ.20.000,
- Λόγω της παράβασης της συμφωνίας τους εκ μέρους του εναγόμενου, η ενάγουσα πέραν της πιο πάνω ζημιάς της των Λ.Κ.20.000,00 ως διαφυγόντα κέρδη οφείλει και στον μεσάζοντα το ποσό των Λ.Κ.1.500,00 ως προμήθεια το οποίο αξιώνει επίσης από τον εναγόμενο. Η ενάγουσα ισχυρίζεται περαιτέρω ότι ήταν έτοιμη και όταν ακόμα καταχώρησε την αγωγή της στις 25.05.2006 να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της φτάνει να της παρέδιδε τα μηχανήματα ο εναγόμενος. Για τους πιο πάνω λόγους αξιώνει από τον εναγόμενο Λ.Κ.21.500,00 ως απώλειες ή ζημιές, νόμιμο τόκο και έξοδα. Ο εναγόμενος στην υπεράσπιση του πρόβαλε προδικαστική ένσταση για την τοπική αρμοδιότητα του παρόντος Δικαστηρίου και αρνήθηκε την ιδιότητα της ενάγουσας. Σε σχέση με την ουσία της επίδικης διαφοράς ισχυρίζεται ότι δεν συνήψε καμιά συμφωνία με την ενάγουσα ή οποιανδήποτε άλλη εταιρεία για την πώληση των ισχυριζόμενων μηχανημάτων. Κατά συνέπεια αρνείται όλους τους υπόλοιπους ισχυρισμούς και αξιώσεις της ενάγουσας. Τα αληθινά γεγονότα είναι αυτά τα οποία προβάλλει ενόρκως προς υποστήριξη της ένστασης του σε αίτηση για έκδοση προσωρινού διατάγματος που βρίσκεται στο φάκελο της υπόθεσης τα οποία επιφυλάχθηκε να επικαλεστεί και κατά την ακροαματική διαδικασία της αγωγής. Πρόκειται στην ουσία τους για ισχυρισμούς που προωθούν την ίδια εκδοχή όπως υποστηρίχθηκε κατά την προφορική μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ: Η μαρτυρία που παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου κατέδειξε δύο εκ διαμέτρου αντίθετες εκδοχές οι οποίες προβλήθηκαν από τις δύο πλευρές. Το όλο ζήτημα έχει αναχθεί τελικά στο κατά πόσο υπήρξε ή όχι συμβατική σχέση μεταξύ των διαδίκων και αν υπήρξε ποια ήταν τελικά η κατάληξη της. Σε αυτό το ζήτημα θα επικεντρωθεί στη συνέχεια και η προσοχή μου κατά την ανάλυση της μαρτυρίας την οποία θα επιχειρήσω και από την οποία θα εξαχθούν τα αναγκαία συμπεράσματα. Η πλευρά της ενάγουσας προς υποστήριξη της θέσης της παρουσίασε τέσσερις μάρτυρες (Μ.Ε.). Τον κ. Μοχάμαντ Άδναν Χαϊατ (Μ.Ε.1), συνέταιρο και Γενικό Διευθυντή της ενάγουσας, τον κ. Ανδρέα Ανδρέου (Μ.Ε.2) ο οποίος παρουσιάστηκε από την πλευρά της ενάγουσας για την εν λόγω αγοραπωλησία ως μεσάζων και τους κ.κ. Πανίκκο Στυλιανού και Λάκη Παντελίδη (Μ.Ε. 3 και 4) τραπεζικούς υπαλλήλους της Τράπεζας Κύπρου Λτδ όπου ο εναγόμενος διατηρούσε κατά τον επίδικο χρόνο τραπεζικό λογαριασμό. Από πλευράς υπεράσπισης κατέθεσε ο ίδιος ο εναγόμενος ως Μ.Υ.1 και ο γιος του Γεώργιος Νικολάου ως Μ.Υ.
- Ο κ. Μοχάμαντ Άδναν Χαϊατ (Μ.Ε.1), συνέταιρος και Γενικός Διευθυντής της ενάγουσας αναφέρθηκε για τις δύο συναντήσεις που είχε με τον εναγόμενο και με τον γιό του κ. Γεώργιο Νικολάου (Μ.Υ.2). Αναφέρθηκε στο τι διαμείφθηκε σε αυτές, σύμφωνα πάντοτε με τα όσα τουλάχιστον του μετέφερε ο κ. Α. Ανδρέου (Μ.Ε.2), ο οποίος παρίστατο στις εν λόγω συναντήσεις και ενεργούσε ως μεσάζοντας στη πράξη αγοραπωλησίας των μηχανημάτων κάμνοντας ταυτόχρονα και τον διερμηνέα των όσων συζητούνταν μεταφράζοντας από τα ελληνικά στα αγγλικά. Ανέφερε ότι δεν γνώριζε ελληνικά αλλά ούτε και ο εναγόμενος και ο γιος του (Μ.Υ.2) γνώριζαν αγγλικά, η όποια συνεννόηση τους γινόταν μέσω του κ. Α. Ανδρέου ο οποίος στη δική του κατάθεση παραδέχθηκε ότι τα αγγλικά του δεν ήταν και τόσο καλά. Η εντύπωση και η αντίληψη που αποκόμισε ο Μ.Ε.1 κατά τις συναντήσεις αυτές ήταν, τουλάχιστον όπως την παρουσίασε ο ίδιος, ότι υπήρξε προφορική συμφωνία της εταιρείας του και του εναγόμενου η οποία στη συνέχεια με τα έγγραφα που υπογράφτηκαν και αφορούσαν τον διατραπεζικό διακανονισμό της πληρωμής του συμφωνηθέντος τιμήματος η προφορική τους συμφωνία μετατράπηκε και σε γραπτή. Η συμφωνία διαλάμβανε την αγορά εκ μέρους της ενάγουσας των επίδικων μηχανημάτων έναντι συνολικού συμφωνηθέντος τιμήματος Λ.Κ.40.000,
- Με βάσει αυτή τη συμφωνία, ενεργώντας η εταιρεία του ως μεταπωλητής, συμφώνησε στη συνέχεια όπως πωλήσει τα εν λόγω μηχανήματα σε πελάτη που εξηύραν στο μεταξύ έναντι συνολικού τιμήματος Λ.Κ.60.000,
- Η συμφωνία με τον εναγόμενο διαλάμβανε ότι η πληρωμή του θα γινόταν μέσω διατραπεζικής πίστωσης και πληρωμής. Προς τούτο φρόντισε να σταλούν τα σχετικά έγγραφα και πιστώσεις που φανέρωναν ανέκκλητη πίστωση του συμφωνηθέντος τιμήματος στη τράπεζα του εναγόμενου με δικαιούχο τον εναγόμενο όπως επιμαρτύρησαν για αυτό το ζήτημα και οι δύο τραπεζικοί υπάλληλοι κ.κ. Πανίκκος Στυλιανού και Λάκης Παντελίδης (Μ.Ε. 3 και 4) οι οποίοι κλήθηκαν από την πλευρά της ενάγουσας. Ενώ ανέμενε την αποστολή των μηχανημάτων από το λιμάνι της Λεμεσού στη Βηρυτό του Λιβάνου και ακολούθως στο Dubai όπως ήταν η συμφωνία τους, πληροφορήθηκε ότι ο εναγόμενος αθέτησε την μεταξύ τους συμφωνία και πώλησε τα ίδια μηχανήματα σε κάποιον τρίτο, εισπράττοντας μάλιστα σύμφωνα με πληροφορία του πιο ψηλό τίμημα. Ακριβώς, λόγω της αθέτησης της συμφωνίας εκ μέρους του εναγόμενου η ενάγουσα ζημίωσε με το ποσό των Λ.Κ.20.000,00 που θα κέρδιζε από την μεταπώληση των μηχανημάτων και με το ποσό των Λ.Κ. 1.500,00 που υποσχέθηκε ως προμήθεια στον μεσάζοντα κ. Α. Ανδρέου ποσό ο οποίο και θα του δώσει. Την πιο πάνω θέση υποστήριξε και ο κ. Α. Ανδρέου στη δική του μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου. Από την άλλη, η εκδοχή του εναγόμενου ήταν ότι δεν υπήρξε οποιαδήποτε συμφωνία με την ενάγουσα παρά μόνο με τον κ. Α. Ανδρέου. Ποτέ δεν συνομίλησε με τον φερόμενο ως Διευθυντή της ενάγουσας κ. Μοχάμαντ Άδναν Χαϊατ (Μ.Ε.1) τον οποίο δεν αρνείται όμως ότι συνάντησε στο χωριό του το Μάμμαρι της Επαρχίας Λευκωσίας κατά τις δύο επισκέψεις του κ. Α. Ανδρέου τον οποίο και συνόδευε και που ίσως ο κ. Ανδρέου πράγματι να ενεργούσε εκ μέρους του. Οι επισκέψεις αυτές αποσκοπούσαν στο να δουν και ελέγξουν την διατρητική μηχανή την οποία και μόνον είχε προς πώληση και υπήρξε αντικείμενο της διαπραγμάτευσης τους και όχι και δέκα αρίδες ως προσαρτήματα της στα οποία έκαμαν αναφορά οι μάρτυρες της ενάγουσας. Συζήτησαν πράγματι τη τιμή που πωλούσε την διατρητική και από Λ.Κ.45.000,00 που ζητούσε αρχικά είχε συμφωνήσει αν πλήρωναν cash (τοις μετρητοίς) όπως ήταν η απαίτηση του λόγω της προηγούμενης εμπειρίας που είχε σε μια παρόμοια συναλλαγή με Λιβάνιο κατά την οποία είχε ζημιώσει πολλά χρήματα, να δεχόταν ως τίμημα το ποσό των Λ.Κ.40.000,
- Υπό αυτές τις περιστάσεις ήταν η θέση του ότι δεν υπήρξε τουλάχιστον με την ενάγουσα απευθείας οποιαδήποτε συμφωνία αλλά αν ο κ. Α. Ανδρέου με τον οποίο συνομιλούσε κανόνιζε τη πληρωμή του πιο πάνω ποσού αμέσως όπως ήταν η συμφωνία τους, τότε και μόνον τότε θα παρέδιδε και τη διατηρητική μηχανή. Η συμφωνία που έγινε διαλάμβανε τον πιο πάνω ουσιώδη όρο και αυτή έγινε με τον κ. Α. Ανδρέου με τον οποίο και συνεννοείτο στα ελληνικά που ήταν και στους δυο τους καταληπτή γλώσσα. Οποιαδήποτε έγγραφα φάνηκε ότι υπογράφτηκαν, αυτά τα υπέγραψε ο γιος του εναγόμενου ο Μ.Υ.2 στο γραφείο του κ. Α. Ανδρέου, αυτά ήταν συνταγμένα στην αγγλική γλώσσα την οποία δεν γνώριζε και πράγματι είχε θέσει αντί της υπογραφής το όνομα του πατέρα του σ΄αυτά έχοντας την εντύπωση, όπως του είχε εξηγήσει και παρουσιάσει ο κ. Α. Ανδρέου ότι αυτά που υπέγραφε ήταν τυπικά έγγραφα για να γίνει δυνατό να εμβαστούν τα χρήματα που συμφωνήθηκαν ως τίμημα για τη πώληση της διατρητικής μηχανής στο λογαριασμό του εναγόμενου. Οτιδήποτε υπεγράφη εκ μέρους του Μ.Υ.2 που δεν αφορούσε το έμβασμα που θα κατατίθετο στο λογαριασμό του εναγόμενου αμέσως, αυτό έγινε εν αγνοία του και εξαπατώντας τον ο κ. Α. Ανδρέου ο οποίος του παρουσίασε διαφορετικά αυτά τα έγγραφα χωρίς να του δώσει και αντίγραφα τους. Το ζήτημα αυτό είχε ξεκαθαρίσει για τον εναγόμενο σε τηλεφωνική επικοινωνία που είχε με τον κ. Α. Ανδρέου μόλις πληροφορήθηκε από την τράπεζα του τον τρόπο πληρωμής που επέλεξε ο προτιθέμενος αγοραστής ήδη από τις 25.04.
- Παρόλα αυτά ο κ. Α. Ανδρέου υποσχέθηκε ότι θα διερευνούσε το ζήτημα και θα επανερχόταν σε 2-3 ημέρες, έκτοτε όμως δεν επανήλθε και όταν στη συνέχεια βρήκε άλλο ενδιαφερόμενο αγοραστή, πώλησε την διατρητική μηχανή σε αυτόν με το ίδιο τίμημα ο οποίος τον πλήρωσε τοις μετρητοίς όπως ήθελε και όπως αποδεικνύουν τα έγγραφα που παρουσίασε προς απόδειξη αυτού του ισχυρισμού του. Πέραν των πιο πάνω ήταν επί πλέον ο ισχυρισμός του ότι ήταν από τον κ. Α. Ανδρέου που ο νέος ενδιαφερόμενος για την αγορά της διατρητικής είχε πληροφορηθεί για την πρόθεση του να την πωλήσει και μάλιστα τον είχε πληροφορήσει και για την τιμή που ο ίδιος είχε διαπραγματευθεί και πετύχει. Έμαθε για τις αξιώσεις της ενάγουσας εναντίον του μόνο με την επίδοση της παρούσας αγωγής και μετά που είχε πωλήσει τη διατρητική του μηχανή. ΟΙ ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ: Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των δύο πλευρών έκαμαν εκτενή αναφορά κατά τις τελικές τους αγορεύσεις στη προφορική και έγγραφη μαρτυρία που παρατέθηκε ενώπιον του δικαστηρίου σχολιάζοντας επιμέρους σημεία της και ερμηνεύοντας τα σύμφωνα με το πώς τα αντιλήφθηκαν οι ίδιοι. Εισηγήθηκαν, η κάθε πλευρά, όπως γίνει δεκτή η δική της εκδοχή και απορριφθεί η εκδοχή της άλλης ως αναληθούς και κατασκευασμένης που αποσκοπούσε στην εξυπηρέτηση των συμφερόντων της. Κάλεσαν το Δικαστήριο όπως αποδεχθεί τις θέσεις τους και εκδώσει απόφαση η μεν πλευρά της ενάγουσας υπέρ της και με έξοδα εναντίον του εναγόμενου η δε πλευρά του εναγόμενου όπως απορρίψει τις αξιώσεις της ενάγουσας και την αγωγή με έξοδα σε βάρος της. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ: Είχα την ευκαιρία να δω, να ακούσω και να παρακολουθήσω με προσοχή τους μάρτυρες να καταθέτουν στην ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης. Παρακολούθησα τον τρόπο που απαντούσαν στις διάφορες ερωτήσεις που τους υποβάλλονταν, το καλό μνημονικό τους και γενικά τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα (βλ. C&A Pelekanos Assoc. Ltd v. Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. σελ. 1273, στις σελ. 1280-1281). Έχω περαιτέρω υπόψη τα όσα λέχθηκαν στην Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, ότι δηλαδή η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο, την ποιότητα, την πειστικότητα και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Έχω περαιτέρω συγκρίνει και αντιπαραβάλει μεταξύ τους τις προφορικές μαρτυρίες και τις παραδοχές τους σε συσχετισμό με την έγγραφη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου. Η εξέταση περαιτέρω της μαρτυρίας γίνεται και σε συνάρτηση με το περιεχόμενο των εγγράφων προτάσεων (βλ. Phipson On Evidence 14η έκδοση
(1990)παρ. 12 - 20, Ζαβρού v. Χαραλάμπους,
(996)1(Α) Α.Α.Δ. σελ. 447). Τέλος, θα λάβω υπόψη μου τις επισημάνσεις που έγιναν από τους ευπαίδευτους συνηγόρους των διαδίκων κατά τις τελικές τους αγορεύσεις όπου αναλύουν τόσο τη μαρτυρία και δίδουν τη δική τους ερμηνεία σε αυτή, όσο και τη νομική πτυχή της υπόθεσης. Έχοντας όλα τα πιο πάνω κατά νουν αισθάνομαι ότι είμαι έτοιμος για την αξιολόγηση της μαρτυρίας και για τη κατάληξη μου σε ευρήματα και συμπεράσματα αναφορικά με την επίδικη διαφορά. Το όλο δε ζήτημα εφόσον η υπόθεση δεν παρουσιάζει ιδιαίτερα νομικά ζητήματα έγκειται στην αξιολόγηση και την κρίση του Δικαστηρίου επί της αξιοπιστίας των μαρτύρων που κατέθεσαν ενώπιον μου. Σε σχέση με την αξίωση της ενάγουσας για το ποσό των Λ.Κ.1.500,00, ποσό που οφείλεται κατά ισχυρισμό της ως προμήθεια προς τον κ. Α. Ανδρέου, παρατηρώ ότι με το δικόγραφο της η ενάγουσα δεν ισχυρίζεται ότι υπήρξε οποιαδήποτε επιπρόσθετη συμφωνία προς τούτο με τον εναγόμενο ούτε και παρουσιάστηκε τέτοια μαρτυρία κατά την ακροαματική διαδικασία. Πρόκειται για ποσό που ίσως οφείλει η ενάγουσα όπως διατείνεται στον μεσάζοντα σε σχέση με την επίδικη αγοραπωλησία. Επομένως, οποιαδήποτε τυχόν τέτοια συμφωνία δεσμεύει την ίδια την ενάγουσα και τον μεσάζοντα κ. Α Ανδρέου και επομένως δεν μπορεί να αξιώνεται επιπρόσθετα το ποσό αυτό από τον εναγόμενο. Εάν δε η ενάγουσα ήθελε πετύχει στη βασική της αξίωση εναντίον του εναγόμενου, τότε το ποσό της τυχόν προμήθειας, αν είχε πράγματι συμφωνηθεί, θα πρέπει να πληρωθεί από το ποσό των Λ.Κ.20.000,00 και όχι να αξιώνεται επιπρόσθετα από τον εναγόμενο. Επομένως με τα πιο πάνω είναι ξεκάθαρο ότι η αξίωση της ενάγουσας δεν μπορεί να συμπεριλαμβάνει και το ποσό των Λ.Κ.1.500,00 το οποίο δεν αφορά σε κάθε περίπτωση τον εναγόμενο. Τα όσα δε υποβλήθηκαν στον εναγόμενο περί τούτου, ότι δηλαδή είχε συμφωνήσει και αυτός παροχή προμήθειας προς τον κ. Α. Ανδρέου, αν και ο εναγόμενος αρνήθηκε τον ισχυρισμό αυτό, εκτός του ότι ξεφεύγει από τους δικογραφημένους ισχυρισμούς σε κάθε περίπτωση δεν μπορεί η ενάγουσα να διεκδικεί εκ μέρους του κ. Α. Ανδρέου. Ο Μ.Ε.1 κρίνω ότι για το μέρος της μαρτυρίας του που αφορά τις εμπορικές του δραστηριότητες μέσω της ενάγουσας η οποία είναι πράγματι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με έδρα το Abu Dhabi υπήρξε ειλικρινής. Προς τούτο παρουσίασε τη βεβαίωση της εγγραφής της ενάγουσας εταιρείας στο εμπορικό μητρώο της πιο πάνω χώρας ως Τεκμήρια 1 και
- Δέχομαι επίσης ότι είχε διενεργήσει και στο παρελθόν παρόμοιες εμπορικές πράξεις και στη Κύπρο με αγοραπωλησίες βαρειών μηχανημάτων και η πληρωμή του τιμήματος γινόταν πάντοτε μέσω της διατραπεζικής οδού που θεωρείται μια ασφαλής μέθοδος συναλλαγής. Δέχομαι επίσης τη θέση του ότι ως επί το πλείστον τέτοιες συναλλαγές γίνονται με τον τρόπο που περιέγραψε, μέσω δηλαδή διατραπεζικών διευκολύνσεων. Αυτά δεν αμφισβητήθηκαν από την Υπεράσπιση. Εξάλλου προς τούτο συνηγόρησε και η μαρτυρία των υπαλλήλων της τράπεζας στην οποία διατηρούσε λογαριασμό ο εναγόμενος και ασχολούνται με αυτά τα θέματα των Μ.Ε. 3 και
- Σε όσα πάλι σημεία από τη μαρτυρία του αναφέρθηκε στο τι αντιλήφθηκε ο ίδιος ότι διαμείφθηκε μεταξύ του κ. Α. Ανδρέου και του εναγόμενου και του γιου του (Μ.Υ2) κατά τις συναντήσεις τους στις οποίες παρίστατο και ο ίδιος και πάλι μπορώ να πω ότι έλεγε την αλήθεια εφόσον έτσι του τα μετέφερε ο κ. Α. Ανδρέου. Ισχυρίστηκε ότι έχοντας αυτή την εντύπωση, φρόντισε όπως η πληρωμή του τιμήματος των μηχανημάτων εκ μέρους της ενάγουσας γίνει μέσω διατραπεζικής πίστωσης και πληρωμής η οποία περιγράφεται στα Τεκμήρια 5,6 και
- Η αλήθεια ή η γνησιότητα αυτών των ενεργειών του είναι ζήτημα το οποίο θα με απασχολήσει στη συνέχεια. Υπάρχουν κατά την άποψη μου σημεία της μαρτυρίας του τα οποία θα πρέπει να εξετασθούν κάτω από το φακό της υπόλοιπης μαρτυρίας και σε σύγκριση με αυτή έτσι που θα καταδειχθεί κατά πόσο αυτός είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο ή όχι. Θα πάρω τα πράγματα με τη σειρά όπως παρουσιάστηκαν κατά την παράθεση της μαρτυρίας: - Ανέφερε ότι η συμφωνία τους συμπεριλάμβανε μαζί με τη διατρητική και 10 αρίδες. Αυτές δεν είχαν συμφωνηθεί αρχικά με τον εναγόμενο αλλά αργότερα στο γραφείο του κ. Α. Ανδρέου με τον γιο του ο οποίος τους ακολούθησε εκεί και αφού είχε σχετική διαβούλευση προηγουμένως με τον πατέρα του. Προκαλείται εύλογη τότε η απορία γιατί δεν είχαν συμφωνήσει το ζήτημα των δέκα αρίδων στη παρουσία του εναγόμενου και ιδιοκτήτη τους και ανέμεναν να μεταβεί ο γιος του στο γραφείο του κ. Α. Ανδρέου στη Λάρνακα για να θέσουν αυτή την επιπρόσθετη αξίωση τους για να κλείσει η συμφωνία, όπως ανέφεραν. Διερωτώμαι τότε, αν δεν είχαν καταλήξει σε συμφωνία όπως υποστήριξαν και αυτό πιστεύω ότι το έκαμαν επί σκοπού για να αποφύγουν την εξέταση της ένστασης για την τοπική αρμοδιότητα του παρόντος Δικαστηρίου, τότε γιατί να τους είχε ακολουθήσει ο γιος του εναγόμενου στη Λάρνακα, επίσκεψη η οποία αποσκοπούσε στην ετοιμασία των αναγκαίων εγγράφων προς υλοποίηση της συμφωνίας. Πως θα αποδεχόταν κάτι τέτοιο ο εναγόμενος αν η αξία της κάθε αρίδας κατά τον επίδικο χρόνο ήταν αυτή των Λ.Κ.1.000,00 η κάθε μια, όπως ανέφερε κατά την μαρτυρία του ο εναγόμενος και δεν αντεξετάστηκε επί τούτου. Λογικά δεν θα αναμενόταν και ανάλογη αύξηση του συμφωνηθέντος τιμήματος; - Ανέφερε ότι όπως ήταν η συνήθης τακτική τους στα πλαίσια των εμπορικών δραστηριοτήτων της εταιρείας του αμέσως μόλις επήλθε συμφωνία με τον εναγόμενο αναζήτησε και εξηύρε προτιθέμενο αγοραστή της διατρητικής για το ποσό των Λ.Κ.60.000,
- Το Τεκμήριο 8 όμως που είναι επιστολή της φερόμενης ως της τελικής αγοράστριας εταιρείας διαψεύδει κάτι τέτοιο εφόσον φαίνεται ότι η συμφωνία αυτή δεν θα μπορούσε να είχε γίνει πριν τα τέλη Απριλίου καθώς αυτό προκύπτει από το περιεχόμενο της παρ. 1 της επιστολής, ότι δηλαδή η ενάγουσα ¨είχε πρόθεση να αγοράσει¨ και όπου επίσης γινόταν αναφορά και σε άλλες ενέργειες σε σχέση με την επικείμενη συμφωνία οι οποίες ανάγονταν σε χρόνο μελλοντικό και σίγουρα μεταγενέστερο του τέλους Απριλίου του
- Επομένως ο ισχυρισμός του ότι είχαν συμφωνήσει με τον εναγόμενο στις 29.03.2006 δεν μπορεί να έχει καμιά αντίκριση. - Διερωτώμαι ακόμα πως γίνεται στις 4 και 19 Ιουλίου, όπως αναφέρεται στο Τεκμήριο 7, να γίνεται λόγος για καθυστέρηση παράδοσης του γεωτρύπανου όταν ήδη ο εναγόμενος από την 25.04.2006 είχε ενημερώσει τον κ. Α. Ανδρέου ότι δεν δεχόταν αυτόν τον τρόπο πληρωμής και την εκ μέρους του κ. Α. Ανδρέου παράκληση να του παράσχει χρόνο 2-3 ημερών για να διαβουλευθεί με τον Μ.Ε. 1, χωρίς όμως στη συνέχεια να επανέλθει και να επαναλάβει το ενδιαφέρον τους εκπληρώνοντας την συμφωνία τους καταβάλλοντας το τίμημα τοις μετρητοίς όπως είχαν συμφωνήσει. Επομένως τα διαλαμβανόμενα στα Τεκμήρια 7 και 8 που παρουσίασε ο ίδιος μάρτυρας δεν υποστηρίζουν την εκδοχή της ενάγουσας εφόσον γίνεται σε αυτά λόγος για ενέργειες, αν ανταποκρίνονται στην αλήθεια, πολύ μεταγενέστερες της ακύρωσης της συμφωνίας εκ μέρους του εναγόμενου ο οποίος και δεν μπορεί να φέρει οποιανδήποτε ευθύνη για την ζημιά που ισχυρίστηκε ο μάρτυρας όπως για παράδειγμα την απώλεια της αξιοπιστίας της εταιρείας του έναντι εμπορικών συνεργατών της. - Αν ο κ. Α. Ανδρέου ενεργούσε εκ μέρους της ενάγουσας τότε ποια θα μπορούσε να ήταν η ευθύνη του εναγόμενου αν αυτός είχε παραλείψει να ενημερώσει την ενάγουσα για την αντίδραση του εναγόμενου όταν πληροφορήθηκε για το πως θα γινόταν η πληρωμή του τιμήματος. Ποια τέλος είναι η ευθύνη του εναγόμενου όταν εν γνώσει του κ. A. Ανδρέου, ήδη από τις 15.05.2006 ο εναγόμενος είχε πωλήσει την διατρητική όπως αυτό φαίνεται από τα Τεκμήρια 10, 14,15 και 16 που αφορούν τα εμβάσματα για το τίμημα της διατρητικής στο λογαριασμό του εναγόμενου και όταν σε λίγες ημέρες δηλαδή στις 25.05.2006 είχε εγερθεί η παρούσα αγωγή εναντίον του εναγόμενου για αθέτηση της συμφωνίας τους και η ενάγουσα εξακολουθούσε να προβαίνει σε παραστάσεις ωσάν να μην είχε συμβεί οτιδήποτε; - Αν πάλι δεν είχε μεταφραστεί στον ίδιο ο όρος που έθετε συνεχώς ο εναγόμενος κατά τη διαπραγμάτευση της συμφωνίας που γινόταν με τον κ. Α. Ανδρέου, ότι δηλαδή ήθελε να πληρωθεί τοις μετρητοίς, γεγονός που καθιστούσε τον όρο αυτό ουσιώδη όρο της συμφωνίας, σίγουρα γι΄αυτό δεν μπορεί να ευθύνεται ο εναγόμενος. Ο ίδιος ο μάρτυρας ανέφερε ότι σε αυτές τις συναντήσεις με τον μόνο που μιλούσε ήταν με τον κ. Α. Ανδρέου και αυτό γινόταν στην αγγλική γλώσσα την οποία δεν καταλάβαινε ο εναγόμενος με τον οποίο ποτέ δεν μίλησε απευθείας. Χαρακτηριστική ήταν η απάντηση του κατά την αντεξέταση του όταν του υποβλήθηκε ότι είχαν συμφωνήσει για το τίμημα από την πρώτη τους συνάντηση όπως και τον τρόπο πληρωμής του, λέγοντας ότι αυτή την ερώτηση θα πρέπει να την απαντήσει ο κ. Α. Ανδρέου καθώς ο ίδιος δεν αντιλαμβανόταν τι συζητούσαν μεταξύ τους ο κ, Α.Ανδρέου και ο εναγόμενος. - Αναφέρθηκε σε συνάντηση του με τον γιο του εναγόμενου στη Λάρνακα ο οποίος είχε επισκεφθεί μάλιστα δύο φορές την ίδια ημέρα το γραφείο του κ. Α. Ανδρέου στη Λάρνακα για να συντελεσθεί η συμφωνία προσκομίζοντας τα σχετικά έγγραφα. Γι΄αυτό το ζήτημα έχω να παρατηρήσω τα ακόλουθα παίρνοντας τα πράγματα με τη σειρά που τα περιέγραψε ο μάρτυρας. Είχαν, είπε, επισκεφθεί για δεύτερη φορά το χωριό Μάμμαρι για επιθεώρηση της διατρητικής. Σε αυτή τη συνάντηση εκτός από τον ίδιο και τον κ. Α. Ανδρέου παρίστατο και ο εναγόμενος με τον γιο του. Δεν είχαν καταλήξει εκεί σε συμφωνία. Παρόλα αυτά ο γιος του εναγόμενου τους ακολούθησε και μετέβη στη Λάρνακα με δικό του όχημα στο γραφείο του κ. Α. Ανδρέου για να ετοιμαστούν τα έγγραφα. Εκεί συνεχίστηκε η διαπραγμάτευση. Διερωτώμαι τότε ποιος ήταν ο λόγος αν δεν είχαν συμφωνήσει να τους ακολουθήσει στη Λάρνακα ο γιος του εναγόμενου. Από την άλλη θεωρώ παράλογο για την ετοιμασία των δύο τιμολογίων να είχαν μεταβεί στη Λάρνακα και αυθημερόν, όπως ισχυρίζεται η πλευρά της ενάγουσας, ο γιος του εναγόμενου να επιστρέψει στο Μάμμαρι για να υπογράψει τα δύο έγγραφα ο πατέρας του και να επανέλθει σε τέσσερις ώρες, στη Λάρνακα, όπως ανέφερε ο Μ.Ε.1 προφανώς για να παρουσιάσει περισσότερο αληθοφανή αυτά τα γεγονότα, φέρνοντας μαζί του υπογεγραμμένα τα έγγραφα, όταν ο ίδιος ο Μ.Υ.2 παραδέχθηκε ότι έγραψε σ΄αυτά το όνομα του πατέρα του στο γραφείο του κ. Α. Ανδρέου και χωρίς την παρουσία του Μ.Ε.1 σε μεταγενέστερο χρόνο και όχι την ίδια ημέρα της 2ης συνάντησης που είχαν στο Μάμμαρι. Επομένως και από το γεγονός ότι στα έγγραφα αυτά υπάρχει υπογραφή την οποία έθεσε για τους λόγους που εξήγησε ο Μ.Υ.2 ενώπιον του κ. Α. Ανδρέου και με παρότρυνση του, ισχυρισμούς τους οποίους αποδέχομαι, θα απορρίψω και για αυτή τη πτυχή της υπόθεσης τον ισχυρισμό του Μ.Ε.
- - Ανέφερε ότι η ενάγουσα τήρησε όλα τα συμφωνηθέντα με τον εναγόμενο και ότι από ότι πληροφορήθηκε η τράπεζα είχε ενημερώσει τον εναγόμενο μόλις είχαν φτάσει τα έγγραφα για το έμβασμα των χρημάτων. Σ΄αυτό το σημείο αποδέχομαι τον ισχυρισμό του εναγόμενου ότι αμέσως επικοινώνησε με τον κ. Α. Ανδρέου και του ανέφερε ότι η συμφωνία τους ήταν άκυρη ενόψει της μη τήρησης του όρου της συμφωνίας τους για την καταβολή τοις μετρητοίς του τιμήματος. Αν πράγματι ο κ. Α. Ανδρέου δεν ενημέρωσε για αυτό τον Μ.Ε.1 ή σκόπιμα το απέκρυψε, γι΄αυτό δεν υπέχει καμιά ευθύνη ο εναγόμενος για όσα η ενάγουσα συνέχισε να πράττει. - Σε άλλο σημείο της αντεξέτασης του ανέφερε ότι ο κ. Α. Ανδρέου ανακάλυψε ότι είχε πωληθεί η διατρητική από τον εναγόμενο σε κάποιον τρίτο και τον είχε ενημερώσει προς τούτο. Με δεδομένο μάλιστα ότι δόθηκαν οδηγίες για έγερση της αγωγής η οποία φέρει ημερομηνία 25.05.2006 τότε προς τι οι περαιτέρω διαβουλεύσεις του με την προτιθέμενη αγοράστρια της διατρητικής μηχανής σε μεταγενέστερο στάδιο, σύμφωνα με τα Τεκμήρια 7 και 8 ; - Τέλος, ευρισκόμενος προφανώς σε σύγχυση, ανέφερε ότι η ημερομηνία που φέρει το Τεκμήριο 7 δηλαδή 22.07.2006 είναι λανθασμένη και οφείλεται σε λάθος της αγοράστριας εταιρείας, ισχυρισμός ο οποίος και πάλι καταρρίπτεται από το ίδιο το περιεχόμενο της επιστολής αυτής εφόσον δεν μπορεί να είναι λανθασμένη η ημερομηνία της όταν αναφέρεται σε γεγονότα που προηγήθηκαν αμέσως πριν και γίνεται αναφορά σε συνάντηση τους που πραγματοποιήθηκε λίγες ημέρες πριν δηλαδή στις 19.07.
- Επομένως, κατά την άποψη μου, η σύνταξη αυτού του εγγράφου έγινε επί σκοπού για να παράσχει στην ενάγουσα έρεισμα διεκδίκησης αποζημιώσεων από τον εναγόμενο. Ο κ. Α. Ανδρέου (Μ.Ε.2) θα πρέπει να πω ότι δεν μου προκάλεσε εντύπωση μάρτυρα της αλήθειας και η μαρτυρία του έβριθε από υπεκφυγές, κενά και αντιφάσεις συγκρινόμενη ακόμα και με τη μαρτυρία του Μ.Ε.
- Θα αναφερθώ στη συνέχεια σε διάφορα σημεία της μαρτυρίας του από τα οποία εξήγαγα τα πιο πάνω συμπεράσματα: - Ανέφερε εξ αρχής ότι ο σκοπός της επίσκεψης του με τον Μ.Ε.1 στο Μάμμαρι όπου βρισκόταν η διατρητική ήταν για να την επιθεωρήσουν και να διαπραγματευτούν τη τιμή της που ως προς το 2ο ζήτημα διαφοροποιήθηκε από τον Μ.Ε.1 ο οποίος ανέφερε ότι δεν είχαν συζητήσει για την τιμή της κατά την 1η επίσκεψη τους. - Περιόρισε τον ρόλο του σε αυτόν του μεταφραστή, ενώ ο Μ.Ε.1 τον χαρακτήρισε ως μεσάζοντα στον οποίο μάλιστα όφειλε και προμήθεια. Από την άλλη όμως αν ο ρόλος του ήταν του απλού μεταφραστή τότε πως ο ίδιος αναφέρθηκε σε προμήθεια που δικαιούται από την ενάγουσα και μάλιστα ότι είχε συμφωνήσει και με τον εναγόμενο να του δώσει προμήθεια. Ο ίδιος δηλαδή ήρθε σε αντίφαση με τα ίδια τα λεγόμενα του. - Αναφέρθηκε και αυτός στο τι επακολούθησε της 2ης συνάντησης τους με την επίσκεψη του γιου του εναγόμενου στη Λάρνακα και την επιστροφή του ξανά πίσω στο Μάμμαρι για να υπογράψει ο πατέρας του τα τιμολόγια, θέση την οποία απορρίπτω ως εντελώς πέραν από κάθε λογική. Τα έγγραφα αυτά είναι πλέον αναμφισβήτητο, μετά και την παραδοχή του Μ.Υ.2, ότι υπεγράφησαν από τον ίδιο τον γιο του εναγόμενου ο οποίος έθεσε το όνομα του πατέρα του με προτροπή μάλιστα του ίδιου του κ. Α. Ανδρέου στο γραφείο του και στην απουσία του Μ.Ε.1 θέση για την οποία δεν αντεξετάστηκε ο Μ.Υ.
- Εάν τα είχε υπογράψει ο ίδιος ο Μ.Υ.2 τότε γιατί θα έπρεπε να είχε επιστρέψει στο Μάμμαρι όπως ανέφερε ο κ. Α. Ανδρέου; - Ισχυρίστηκε ότι μόλις έφτασαν τα χαρτιά στη Τράπεζα του εναγόμενου, ο τελευταίος του είχε τηλεφωνήσει λέγοντας του ότι άλλαξε γνώμη και ήθελε τα χρήματα τοις μετρητοίς και όχι σε 90 ημέρες όπως προβλεπόταν σε αυτά. Σε πλήρη δε αντίφαση με όσα ανέφερε ο Μ.Ε.1 σε σχέση με την ενημέρωση που έτυχε από τον κ. Α. Ανδρέου για το ζήτημα που προέκυψε, ο κ. Α. Ανδρέου ανέφερε ότι τον ενημέρωνε για τις εξελίξεις μέρα παρά μέρα. - Ο ισχυρισμός του περί συμφωνίας για πληρωμή προμήθειας από τον εναγόμενο, αν και χωρίς καμιά ουσιαστική σημασία για τη παρούσα υπόθεση, και πάλι δεν μπορεί να ανταποκρίνεται στην αλήθεια. Είναι φανερό ότι ο τρόπος με τον οποίο ενεργούσε δεν ξεκαθάριζε τον ρόλο του στη συναλλαγή. Ο εναγόμενος εξέλαβε ότι με αυτόν διαπραγματευόταν και με αυτόν συμφώνησε. Διαπραγματεύτηκε ο ίδιος το τίμημα και κατάφερε και μείωσε την αξίωση του εναγόμενου κατά Λ.Κ.5.000,00 από το ποσό που αρχικά ζητούσε. Με αυτά ως δεδομένα πως θα ερχόταν και θα διεκδικούσε επιπλέον και την παροχή σε αυτόν προμήθειας; - Για το ζήτημα της συμπερίληψης στην αγοραπωλησία και δέκα αρίδων που όπως ανέφερε ο Μ.Ε.1 αυτή η συζήτηση έγινε για πρώτη φορά στη Λάρνακα, διερωτώμαι πως είναι δυνατό να είχε συμφωνήσει κάτι τέτοιο ο εναγόμενος όταν μείωσε την αρχική του αξίωση κατά Λ.Κ.5.000,00 και να αποδεχθεί στη συνέχεια από την άλλη και την συμπερίληψη και των 10 αρίδων με την ίδια τιμή; - Προσποιήθηκε αρχικά ότι για πρώτη φορά είχε γνωρίσει τον εναγόμενο στα πλαίσια αυτής της συναλλαγής, στη συνέχεια όμως παραδέχθηκε ότι τον γνώριζε εφόσον ασχολείτο με παρεμφερείς δουλειές με αυτές που ασχολείτο και ο ίδιος. Μάλιστα η γνωριμία τους έφτανε και μέχρι το σημείο να γνωρίζει και για τη πώληση εκ μέρους του εναγόμενου και άλλων μηχανημάτων, ότι ο εναγόμενος είχε διαφορά με κάποιον άλλο Λιβανέζο στο παρελθόν για παρόμοια συναλλαγή από την οποία είχε ζημιώσει και ότι ο γιος του ο Μ.Υ.2 είχε μεταβεί στην Αμερική αρκετές φορές και επομένως δεν μπορεί να ήταν ένας καλόπιστος και ανίδεος ως προς τέτοιες συναλλαγές νέος. Είναι φανερό ότι και σ΄αυτό το ζήτημα δεν θέλησε να πει την αλήθεια. - Για το ζήτημα της υπογραφής των Τεκμηρίων 3 και 4 εκ μέρους του Μ.Υ.2 κρίνω ότι η μαρτυρία του τελευταίου ήταν πειστική και σε κανένα σημείο της δεν κλονίστηκε κατά την αντεξέταση του. Δέχομαι τη θέση του ότι δεν γνώριζε καθόλου αγγλικά και έτσι δεν μπορούσε να αντιληφθεί το νόημα αυτών των εγγράφων. Δέχομαι επίσης τη θέση του ότι νόμιζε πως ένα ήταν το έγγραφο και το υπέγραψε εις διπλούν και όχι δύο έγγραφα με διαφορετικό περιεχόμενο και ήταν με έκπληξη που είδε όταν του υποδείχθηκε στο Δικαστήριο ότι σ΄αυτό αναγραφόταν ο αριθμός 90 για τις ημέρες πληρωμής, εφόσον το μόνο που θυμόταν από το έγγραφο που υπέγραψε ήταν το ποσό των Λ.Κ.40.000,00 που του υπέδειξε ο κ. Α. Ανδρέου. Επομένως όσα περί του αντιθέτου υποστήριξε ο κ. Α. Ανδρέου γι΄αυτό το ζήτημα τα απορρίπτω ως αναληθή. Η μαρτυρία των κ.κ. Πανίκκου Στυλιανού και Λάκη Παντελίδη (Μ.Ε. 3 και 4) στην ουσία δεν αμφισβητήθηκε και την αποδέχομαι στην ολότητα της. Αυτή περιστράφηκε γύρω από την διατραπεζική διευθέτηση της καταβολής του τιμήματος που έγινε από την ενάγουσα με ανέκκλητη πίστωση που άνοιξε προς όφελος του εναγόμενου. Τη σημασία της μαρτυρίας τους σε σχέση με γεγονότα που αφορούν την ισχυριζόμενη συμφωνία την καταγράφω στην ανάλυση της μαρτυρίας των υπόλοιπων μαρτύρων. Από τη μαρτυρία τους είναι σημαντική η αναφορά τους στο ότι ο χρόνος πληρωμής των χρημάτων σε τέτοιου είδους συναλλαγές είναι αυτός που καθορίζεται από τους συναλλασσόμενους και μπορεί να είναι ακόμα και άμεση, εάν αυτό επιθυμούν οι συναλλασσόμενοι. Επομένως τίποτε δεν εμπόδιζε την άμεση πληρωμή του τιμήματος όπως αξίωνε ο εναγόμενος την οποία θα ακολουθούσε και η παράδοση του μηχανήματος εκ μέρους του εναγόμενου όπως ήταν η συμφωνία. Ο εναγόμενος κ. Χριστάκης Νικολάου (Μ.Υ.1) και ο γιος του κ. Γεώργιος Νικολάου (Μ.Υ.2) με τον απλοϊκό, πειστικό και ανεπιτήδευτο τρόπο που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου μου προκάλεσαν εντύπωση μαρτύρων της αλήθειας. Δεν υπέπεσαν σε οποιανδήποτε αντίφαση και όσα ανέφεραν ήταν γνήσια και ανταποκρίνονται στην αλήθεια και κατ΄ουδένα λόγο δεν προκάλεσαν εντύπωση ανθρώπων που θα μπορούσαν να συνεννοηθούν μεταξύ τους για να προβάλουν μια εκδοχή απλώς και μόνο για να αποβεί προς όφελος τους. Τα όσα υποστήριξαν συνάδουν με την λογική των πραγμάτων, δεν παρέμειναν κενά ή σημεία τα οποία θα μπορούσαν να δώσουν λαβή αμφισβήτησης. Ήταν ξεκάθαρη η θέση τους ότι η συμφωνία που είχε συζητήσει ο εναγόμενος με τον κ. Α. Ανδρέου ήταν απλή ως προς το περιεχόμενο της. Συνίστατο σε συμφωνία πώλησης της διατρητικής μηχανής έναντι συμφωνηθέντος τιμήματος Λ.Κ.40.000,00 το οποίο θα έπρεπε να καταβληθεί cash (τοις μετρητοίς) κατά την προσφιλή ορολογία που χρησιμοποίησαν και οι δύο και ακολούθως να παρέδιδαν τη διατρητική μηχανή στον αγοραστή. Αυτός ο όρος εφόσον δεν τηρήθηκε εκ μέρους του προτιθέμενου αγοραστή τότε δεν υπήρχε οποιαδήποτε υποχρέωση του εναγόμενου (προτιθέμενου πωλητή) απέναντι σ΄αυτόν και κατά επέκταση, εάν ήθελε γίνει δεκτό ότι ενεργούσε εκ μέρους της, απέναντι στην ενάγουσα. Επομένως για τον εναγόμενο η συμφωνία δεν ολοκληρώθηκε εφόσον δεν εκπληρώθηκε όρος της με την μη καταβολή τοις μετρητοίς του συμφωνηθέντος τιμήματος και αυτό γιατί είναι κοινά παραδεκτό ότι η διατραπεζική εντολή που δόθηκε αφορούσε την πληρωμή του τιμήματος εφόσον ο εναγόμενος παρέδιδε στο λιμάνι τη διατρητική μηχανή και παρουσίαζε τα σχετικά έγγραφα στην τράπεζα του οπότε τότε και μόνο θα άρχιζε η προθεσμία των 90 ημερών και μόνο με την πάροδο αυτού του χρόνου θα κατατίθετο το ποσό της πίστωσης στον λογαριασμό του. ΕΥΡΗΜΑΤΑ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ: Το βάρος απόδειξης που είχε η ενάγουσα στους ώμους της ήταν να ικανοποιήσει το Δικαστήριο για την αλήθεια των ισχυρισμών της στο βαθμό που απαιτείται στις πολιτικές υποθέσεις δηλαδή με βάσει το ισοζύγιο των πιθανοτήτων (Για μια εκτενή ανάλυση του κριτηρίου του ισοζυγίου των πιθανοτήτων και της κατανόησης του τρόπου εφαρμογής του βλ. Baloise Insur. Co. Ltd v. Κατωμονιάτη κ.ά.
(2008)1 (Β) Α.Α.Δ. σελ. 1275 στις σελ. 1291,1292). Έχοντας υπόψη τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου όπως αυτή την έχω αναλύσει πιο πάνω καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα - συμπεράσματα: Ο εναγόμενος περί το τέλος του 2005 και τις αρχές του 2006 αποφάσισε να πωλήσει μια διατρητική μηχανή ιδιοκτησίας του. Περί τις αρχές του 2006 ο κ. Ανδρέας Ανδρέου (Μ.Ε.2) που είχε πληροφορηθεί το γεγονός διευθέτησε με τον Διευθυντή της ενάγουσας Μοχάμαντ Άδναν Χαϊτ (Μ.Ε.1) που ενδιαφερόταν να αγοράσει ένα τέτοιο μηχάνημα να μεταβούν στο χωριό Μάμμαρι της Λευκωσίας για να επιθεωρήσουν τη διατρητική. Αυτό και έγινε, κατά τη διαπραγμάτευση δε για το τίμημα κατέληξαν στις Λ.Κ.40.000,00 από τις Λ.Κ.45.000,00 που ζητούσε αρχικά ο εναγόμενος ο οποίος εξ αρχής κατέστησε σαφή τη θέση του ότι η συμφωνία θα υλοποιείτο και θα παρέδιδε τη διατρητική μόνο αν το συμφωνηθέν τίμημα καταβαλλόταν τοις μετρητοίς. Οι Μ.Ε. 1 και 2 ανέφεραν ότι θα το σκέφτονταν και θα επανέρχονταν. Πράγματι επανήλθαν σε περίπου 20 ημέρες αξιώνοντας όπως συμπεριληφθούν στη συμφωνία και αριθμός αρίδων πράγμα που ο εναγόμενος δεν αποδέχθηκε. Αργότερα και συγκεκριμένα στις 29.03.2006 ο κ. Ανδρέου (Μ.Ε.2) κάλεσε στο γραφείο του στη Λάρνακα τον γιο του εναγόμενου (Μ.Υ.2) για να υπογράψει όπως του είχε πει τα Τεκμήρια 3 και 4 προς διευθέτηση όπως του είχε πει της πληρωμής του συμφωνηθέντος τιμήματος στον τραπεζικό λογαριασμό του εναγόμενου. Αντί αυτού, αργότερα περί τις 25.04.2006 ο εναγόμενος πληροφορήθηκε μέσω της τράπεζας του ότι είχαν φτάσει τα χρήματα με ανέκκλητη πίστωση προς όφελος του τα οποία θα κατατίθονταν στο λογαριασμό του σε 90 ημέρες αφότου θα παρουσίαζε στη τράπεζα τα έγγραφα που θα αποδείκνυαν τη παράδοση της διατρητικής στο λιμάνι με παραλήπτη την ενάγουσα μέσω του λιμανιού της Βηρυτού και με τελικό προορισμό της το Dubai. Αμέσως ο εναγόμενος αντέδρασε και από τηλεφώνου ενημέρωσε τον Μ.Ε.2 ότι δεν ήταν αυτό που είχαν συμφωνήσει σε σχέση με την καταβολή του τιμήματος και ότι η συμφωνία τους τερματιζόταν, δεν ίσχυε πλέον και δεν θα υλοποιείτο. Ο Μ.Ε. 2 ανέλαβε να ενημερώσει τον Μ.Ε. 1 και ζήτησε πίστωση χρόνου 2-3 ημερών. Με τη πάροδο αυτού του χρόνου αλλά και πολλών άλλων ημερών μέχρι και τις 15.05.2006, χωρίς να υπάρξει οποιαδήποτε ανανέωση του ενδιαφέροντος εκ μέρους του κ. Α. Ανδρέου ο εναγόμενος εξέλαβε πλέον την σιωπή τους ως τερματισμό του ενδιαφέροντος τους και επομένως θεώρησε ότι αποδεσμεύτηκε και ο ίδιος από την συμφωνία. Έτσι χωρίς πλέον να υπέχει οποιανδήποτε συμβατική υποχρέωση απέναντι στον κ. Α. Ανδρέου ή την ενάγουσα προχώρησε στις 15.05.2006 και πώλησε τη διατρητική μηχανή σε τρίτο ενδιαφερόμενο με το ίδιο τίμημα λαμβάνοντας άμεσα το ποσό του τιμήματος το οποίο εμβάστηκε στο λογαριασμό του. Η ενάγουσα στη συνέχεια κίνησε τη παρούσα αγωγή αξιώνοντας αποζημιώσεις ή και υλοποίηση της συμφωνίας. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας όπως την επιχείρησα πιο πάνω και τα ευρήματα στα οποία κατέληξα είναι φανερό ότι με οδηγούν στην αποδοχή της εκδοχής της πλευράς του εναγόμενου η οποία κρίνεται ως πειστική σε αντίθεση με εκείνη της πλευράς της ενάγουσας η οποία παρουσιάζει κενά, αντιφάσεις και ξεφεύγει από τους κανόνες της λογικής έτσι που κατά την άποψη μου δεν θα μπορούσε να γίνει αποδεκτή. Από τα πιο πάνω βγαίνει αβίαστα το συμπέρασμα ότι η συμφωνία που είχαν συνάψει ο εναγόμενος με τον κ. Α. Ανδρέου ήταν η πώληση και παράδοση της επίδικης διατρητικής μηχανής υπό την προϋπόθεση (αίρεση) της καταβολής σε μετρητά του συμφωνηθέντος τιμήματος της*. Η μη εκπλήρωση εκ μέρους του προτιθέμενου αγοραστή του όρου αυτού κατέστησε τη συμφωνία άκυρη.** *Άρθρο 31 του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149 ¨Σύμβαση υπό αίρεση¨ είναι σύμβαση για πράξη η αποχή από πράξη, αν γεγονός συνακόλουθο της σύμβασης επέλθει ή δεν επέλθει.¨ **Άρθρο 32 του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149 ¨Σύμβαση για πράξη ή αποχή από πράξη υπό την αίρεση της επέλευσης μελλοντικού και αβέβαιου γεγονότος δεν είναι νομικά εκτελεστή μέχρι την επέλευση του γεγονότος¨ . Τα τεκμήρια 3 και 4 τα οποία επικαλείται η ενάγουσα για να στηρίξει την απαίτηση της δεν έχουν οποιαδήποτε νομική ισχύ εφόσον αυτά κατά την άποψη μου εξασφαλίστηκαν εξαπατώντας* τον γιο του εναγόμενου στον οποίο έγιναν διαφορετικές παραστάσεις από ότι πίστευε σε αυτό συνηγορεί και το γεγονός ότι όταν υπέγραφε τα έγγραφα δεν γνώριζε την αγγλική γλώσσα στην οποία ήταν συνταγμένα και βασίστηκε σε όσα του παρουσίασε ο κ. Α. Ανδρέου. Από τα πιο πάνω γεγονότα καθίσταται φανερό ότι οι αξιώσεις της ενάγουσας εναντίον του εναγόμενου δεν έχουν έρεισμα σε οποιανδήποτε έγκυρη συμφωνία που συνήψαν μεταξύ τους και ως εκ τούτου απορρίπτονται. ΚΑΤΑΛΗΞΗ: Από το σύνολο της μαρτυρίας που δόθηκε στο Δικαστήριο κρίνω ότι η ενάγουσα δεν κατάφερε να αποσείσει το βάρος που είχε και έτσι οι αξιώσεις της εναντίον του εναγόμενου δεν έχουν αποδειχθεί και ως εκ τούτου απορρίπτονται. Η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα σε βάρος της ενάγουσας όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπογρ.)........ Χρ. Γ. Φιλίππου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ *Άρθρο 17 του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149: Ορισμός Απάτης : ¨Απάτη¨ περιλαμβάνει οποιαδήποτε από τις πιο κάτω λέξεις οι οποίες διαπράττονται από κάποιο από τους συμβαλλόμενους ή με τη συγκατάθεση αυτού, ή από τον αντιπρόσωπο του, με σκοπό εξαπάτησης άλλου συμβαλλόμενου ή του αντιπροσώπου του, ή εξώθησης αυτού σε σύναψη σύμβασης- (α) την παράσταση αναληθούς γεγονότος ως αληθούς, από πρόσωπο που δεν πιστεύει ότι αυτό είναι αληθές˙ (β) την ενεργό απόκρυψη γεγονότος από πρόσωπο που γνωρίζει το γεγονός ή πιστεύει αυτό˙ (γ) υπόσχεση που δόθηκε χωρίς πρόθεση εκπλήρωσης της˙ (δ) κάθε άλλη πράξη επιτήδεια προς εξαπάτηση .... cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο