← Κύπρος

Μαρκίτας Λουκαϊδου ν. Rocksmooth Properties Ltd., Αρ. Αγωγής 3459/09, 23 Δεκεμβρίου 2010

Μαρκίτας Λουκαϊδου ν. Rocksmooth Properties Ltd., Αρ. Αγωγής 3459/09, 23 Δεκεμβρίου 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2010:A107 ,ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ. Ενώπιον:- Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 3459/09 Μεταξύ: Μαρκίτας Λουκαϊδου, από τη Λάρνακας, Ενάγουσας -και- Rocksmooth Properties Ltd., από τη Λεμεσό, Εναγόμενων Αίτηση ημερ. 19.11.2010 για προσωρινό διάταγμα Ημερομηνία: 23 Δεκεμβρίου

  1. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Αιτήτρια-Ενάγουσα: Η κα Γ. Ζαχαρίου. Για Καθ΄ων η αίτηση-Εναγόμενους: Η κα Α. Νικηφόρου. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με κλητήριο ειδικά οπισθογραφημένο η ενάγουσα αξιώνει από τους εναγόμενους ποσό €375.892,32 ως υπόλοιπο συμφωνηθείσας τιμής πώλησης πλέον νόμιμο τόκο και έξοδα. Μετά την καταχώρηση του κλητηρίου εντάλματος ακολούθησε καταχώρηση σημειώματος εμφάνισης από τους Εναγομένους και εν συνεχεία, αφού προηγήθηκε αίτηση της Ενάγουσας για απόφαση λόγω παράλειψης καταχώρησης Υπεράσπισης, Υπεράσπιση όπως και Απάντηση στην Υπεράσπιση από μέρους της ενάγουσας. Μετά δε τη συμπλήρωση των δικογράφων έγινε αίτηση ορισμού και ορίσθηκε η αγωγή για οδηγίες στις 9.12.
  2. Στις 19.11.10 καταχωρήθηκε από την Αιτήτρια /Ενάγουσα η υπό κρίση αίτηση με την οποία ζητείται η έκδοση προσωρινού διατάγματος το οποίο να απαγορεύει στους Εναγομένους να πωλήσουν, υποθηκεύσουν, μεταβιβάσουν, διαθέσουν και/ή με οποιοδήποτε τρόπο αποξενώσουν το ακίνητο στοιχεία του οποίου καταγράφονται στην παράγραφο

(1)της Αίτησης μέχρι τελικής εκδίκασης της υπόθεσης και /ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Το Δικαστήριο αφού εξέτασε την αίτηση για την οποία μεσολάβησε καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης από την Αιτήτρια, την ενέκρινε και εξέδωσε το πιο πάνω διάταγμα. Με την παρούσα διαδικασία επιζητείται από πλευράς Αιτήτριας η οριστικοποίηση του εκδοθέντος διατάγματος, ενώ από πλευράς Καθ΄ ων η Αίτηση η ακύρωσή τους. ΑΙΤΗΣΗ ΚΑΙ ΕΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΠΟΥ ΤΗ ΣΥΝΟΔΕΥΕΙ Η παρούσα αίτηση βασίζεται στα άρθρα 4-7, 9 του Κεφ. 6, στο άρθρο 32 του Νόμου 14/60, στη Δ.48 θθ 1-4, 8 και 9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στο άρθρο 30
(2)του Συντάγματος και στις Συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Συνοδεύεται δε από ένορκη δήλωση της Ενάγουσας στην οποία αναφέρονται, όπως μπορώ να συνοψίσω, τα ακόλουθα: Å Η απαίτηση της Ενάγουσας εναντίον των Εναγομένων είναι για ποσό €375.892,32 ως υπόλοιπο συμφωνηθείσας τιμής πώλησης του ακινήτου στοιχεία του οποίου καταγράφονται στην ένορκη δήλωση. Å Κατά παράβαση των όρων των μεταξύ των διαδίκων συμφωνιών οι Εναγόμενοι παρέλειψαν να πληρώσουν τα οφειλόμενα ποσά όπως φαίνεται και στο κλητήριο ένταλμα (ΤΕΚΜΗΡΙΟ Α). Å Από πληροφορίες που έχει η Ενάγουσα οι Εναγόμενοι δεν έχουν οποιαδήποτε άλλη περιουσία η οποία να είναι δυνατό να εξασφαλίσει την πληρωμή του οφειλόμενου ποσού. Å Στις 16.11.2010 τηλεφώνησε στην Ενάγουσα ο διευθυντής των Εναγομένων και της ανέφερε ότι θα προχωρούσαν σε διαδικασία για πώληση του επίδικου ακινήτου. Η Ενάγουσα διαμαρτυρήθηκε έντονα και ο διευθυντής της ανέφερε να μην ανησυχεί. Å Τελικά στις 17.11.2010 οι Εναγόμενοι προχώρησαν και ανήρτησαν ανακοίνωση στο επίδικο ακίνητο ότι διατίθεται προς πώληση και ενοικίαση. Επισυνάπτονται ως ΤΕΚΜΗΡΙΑ Β, Γ, Δ, Ε και ΣΤ φωτογραφίες που έβγαλε η Ενάγουσα και δείχνουν τις ενέργειες των Εναγομένων. Å Υπάρχει ορατός κίνδυνος οι Εναγόμενοι, δεδομένου ότι εκκρεμεί η δικαστική διαδικασία εναντίον τους, να μεταβιβάσουν, αποξενώσουν και επιβαρύνουν την εν λόγω ακίνητη ιδιοκτησία για σκοπούς αποφυγής εξόφλησης του οφειλόμενου ποσού και εμποδισμού της Ενάγουσας από την ικανοποίηση της υπέρ της τυχόν εκδοθεισόμενης απόφασης. Τυχόν δε αποξένωση του ακινήτου εκ μέρους των εναγομένων θα επιφέρει απεριόριστη και ανεπανόρθωτη ζημιά στην Ενάγουσα. Å Η καταχώρηση της παρούσας αίτησης έγινε αφού διέρρευσε κάποιος χρόνος από την αγωγή και αυτό οφείλεται στις ενέργειες των Εναγομένων που αναφέρονται ανωτέρω, οι οποίες δημιούργησαν την άμεση ανάγκη να καταχωρήσει η Ενάγουσα την παρούσα αίτηση στο στάδιο αυτό. Με άδεια του Δικαστηρίου η Ενάγουσα καταχώρησε συμπληρωματική ένορκη δήλωση στην οποία αναφέρει ότι από πληροφόρηση που έλαβε από το Κτηματολόγιο και από άτομα που γνωρίζουν την εναγόμενη εταιρεία, το συγκεκριμένο ακίνητο είναι η μοναδική ακίνητη περιουσία των Εναγομένων η δε οικονομική κατάσταση της εταιρείας, όπως φαίνεται από έρευνα στον Έφορο Εταιρειών, δεν είναι καλή αφού έχει πάρα πολλές επιβαρύνσεις και κυμαινόμενη επιβάρυνση ύψους €600.000 σε όλο το ενεργητικό της εταιρείας. Επισυνάπτεται ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ Β αντίγραφο της έρευνας. ΕΝΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΕΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΠΟΥ ΤΗ ΣΥΝΟΔΕΥΕΙ Στην αίτηση κατεχωρήθη ένσταση η οποία βασίζεται στα άρθρα 1, 2, 4-7 και 9 του Κεφ. 6, στο άρθρο 32 του Ν.14/60, στη Δ.39 θθ 1-2, Δ.48 θθ 1-11 και Δ.64 θθ 1-2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας καθώς και στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Ως λόγοι ένστασης εξειδικεύονται, μεταξύ άλλων, οι εξής: · Η Αιτήτρια δεν έχει αποδείξει τις τρεις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60. · Η αίτηση είναι παράτυπη και ή άκυρη καθότι δεν αναφέρει όλα τα πραγματικά περιστατικά που αφορούν την παρούσα αίτηση αλλά υιοθετεί το περιεχόμενο του κλητηρίου εντάλματος. · Η Αιτήτρια αποκρύπτει ουσιαστικά γεγονότα αναφορικά με την ύπαρξη περιουσίας των Εναγομένων και δεν προσέρχεται στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια καθότι έχει αποκρύψει ουσιώδη γεγονότα που είναι ιδιαίτερα σημαντικά στην αξιολόγηση του αιτήματος για προσωρινή θεραπεία. · Η Αιτήτρια δεν έχει αποδείξει το στοιχείο του κατ΄ επείγοντος και η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε σχεδόν ένα χρόνο μετά την καταχώρηση της αγωγής. · Η αξία του ακινήτου για το οποίο επιδιώκεται το ζητούμενο διάταγμα υπερβαίνει κατά πολύ το ποσό που διεκδικείται στην αγωγή και ως εκ τούτου η δέσμευση του δεν είναι ανάλογη της θεραπείας που επιδιώκεται. · Δεν αποδεικνύεται με οποιοδήποτε τρόπο η αξία της περιουσίας για την οποία επιδιώκεται η έκδοση του προσωρινού διατάγματος. · Η Αιτήτρια δεν αποδεικνύει ότι οι Καθ΄ ων η αίτηση δεν έχουν την οικονομική κατάσταση και ή άλλα περιουσιακά στοιχεία και ότι δεν είναι σε θέση να ικανοποιήσουν την Αιτήτρια σε μελλοντική απόφαση. · Υπάρχει κατάχρηση της διαδικασίας και σκοπείται παρέλκυση της διαδικασίας. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του διευθυντή των Εναγομένων. Σε ένα μεγάλο μέρος της ένορκης δήλωσης υιοθετούνται και επαναλαμβάνονται οι λόγοι ένστασης. Επιπλέον προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι η Ενάγουσα είχε τηλεφωνήσει στον ίδιο και του ανέφερε ότι δεν την ενδιέφερε πλέον το διαμέρισμα που θα έπαιρνε με βάση τη συμφωνία αντιπαροχής που συνήφθη μεταξύ των διαδίκων και ότι μάλιστα αυτή τον προέτρεψε να πωλήσει το ακίνητο και να της δοθεί το χρηματικό ποσό το οποίο θα συμφωνείτο μετά την πώληση του ακινήτου. Συνεχίζει αναφέροντας ότι η αποξένωση του ακινήτου γίνεται με προτροπή της Ενάγουσας προκειμένου αυτή να λάβει χρηματικό ποσό αντί του διαμερίσματος που θα λάμβανε με βάση τη συμφωνία αντιπαροχής. Γίνεται επίσης αναφορά σε ακυρωτική συμφωνία η οποία επισυνάπτεται ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ Α στην ένορκη δήλωση και σε συμφωνία αντιπαροχής η οποία επισυνάπτεται ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ Β. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το ουσιαστικό δίκαιο για την έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων παρέχεται στο Αρθρο 32 του Νόμου 14/60, ενώ η δικονομία για τέτοια διατάγματα προσδιορίζεται από τον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο και Κανονισμούς[1]. Το άρθρο αυτό παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία εξουσία σχετικά με την έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. Δεν θα παραθέσω εδώ το τόσο γνωστό άρθρο που εξετάστηκε από τα Κυπριακά Δικαστήρια σε σειρά υποθέσεων[2] αλλά θα προχωρήσω στην εξέταση των ουσιαστικών προϋποθέσεων που το άρθρο αυτό καθορίζει ότι πρέπει να συντρέχουν για να έχει το Δικαστήριο τη διακριτική ευχέρεια να εκδίδει παρεμπίπτοντα διατάγματα που θα έκρινε δίκαια ή πρόσφορα. Οι προϋποθέσεις αυτές είναι οι εξής: (α) η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση (β) η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγων σε θεραπεία (γ) το ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Η πρώτη προϋπόθεση για την ύπαρξη του σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση κατά τη δίκη έχει ερμηνευθεί ότι δεν περιλαμβάνει ο,τιδήποτε πέραν του να καταδειχθεί μια συζητήσιμη υπόθεση (arguable case) με βάση τα δικόγραφα. Η προϋπόθεση ύπαρξης πιθανότητας ο ενάγων να δικαιούται σε θεραπεία επεξηγήθηκε ότι αναφέρεται στην απόδειξη ύπαρξης κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα επιτυχίας αλλά κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων (balance of probabilities) που είναι το μέτρο και/ή βαθμός απόδειξης που απαιτείται στις αστικές υποθέσεις. Η «πιθανότητα» στα πλαίσια της επιφύλαξης του Άρθρου 32
(1)απαιτεί από τον Αιτητή μόνο να δείξει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας. Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση, δηλαδή ότι χωρίς την έκδοση του διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, αυτή εξετάζεται κάτω από το ερώτημα κατά πόσο η επιδίκαση αποζημιώσεων θα ήταν επαρκής θεραπεία με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης. Δηλαδή αν η επιδίκαση των αποζημιώσεων υπέρ του ενάγοντα στο τελικό στάδιο της υπόθεσης είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του, τότε η έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος δεν είναι απαραίτητη. Τα δύο πρώτα κριτήρια και προϋποθέσεις, είναι σε κάποιο βαθμό αλληλένδετα, ιδιαίτερα στην περιορισμένη σφαίρα εξέτασης σ΄ αυτό το ενδιάμεσο στάδιο όπου τα δικόγραφα εξετάζονται μαζί με το αποδεικτικό υλικό που εμπεριέχεται στις ενόρκους δηλώσεις και της μαρτυρίας που προκύπτει από την αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Μπορεί να λεχθεί ότι στην εξέταση της πρώτης προϋπόθεσης η βάση της αίτησης έχει άμεση σχέση με τη νομική θεμελίωση της αξίωσης, ενώ η δεύτερη προχωρεί και στην εξέταση της προσφερόμενης μαρτυρίας για την πραγματική θεμελίωση της αίτησης. Επιπρόσθετα με τις πιο πάνω τρεις προϋποθέσεις το Δικαστήριο θα πρέπει να σταθμίσει αν είναι εύλογο και δίκαιο να εκδώσει ή διατηρήσει το διάταγμα[3]. Το πραγματικό υπόβαθρο της Αίτησης πρέπει να διακριβούται μέσα από τις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις τηρούμενης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Δ.39 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Στο στάδιο όμως αυτό το Δικαστήριο δεν αναμένεται να αξιολογήσει τη μαρτυρία που τίθεται ενώπιον του και πρέπει να αποφεύγει τη διεξοδική διευκρίνιση και εξέταση επίδικων θεμάτων της αγωγής. Σ΄ αυτό το στάδιο το Δικαστήριο καλείται μόνο να εξετάσει κατά πόσο πληρούνται οι τρεις προϋποθέσεις που θέτει το Αρθρο 32 του Νόμου 14/60 όπως αναφέρθηκαν ανωτέρω. Για να αποδειχθούν δε οι τρεις αυτές προϋποθέσεις, ο αιτητής πρέπει να παραθέσει ενώπιον του Δικαστηρίου το υπόβαθρο της μαρτυρίας (the substratum of evidence), η οποία θα χρειαστεί σκοπό μόνο να δικαιολογήσει την έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος[4]. Ωστόσο, τονίζω ότι σε ενδιάμεσες αιτήσεις, όπως η παρούσα, τα θέματα δεν αποφασίζονται τελεσίδικα από το Δικαστήριο το οποίο θα πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε τελικά συμπεράσματα ως προς το πραγματικό και νομικό υπόβαθρο της υπόθεσης[5]. Εκτός από το Άρθρο 32 του Ν.14/60 η Αίτηση βασίζεται και στο άρθρο 5 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6. Το δικαιοδοτικό πλαίσιο του Άρθρου 5 του ΚΕΦ. 6 αφορά δέσμευση ακινήτου περιουσίας του εναγομένου προς το σκοπό ικανοποίησης απόφασης την οποία ήθελε πετύχει ο ενάγοντας και ρυθμίζει το θέμα της απαγόρευσης με παρεμπίπτον διάταγμα της πώλησης ή αποξένωσης της ακίνητης περιουσίας του εναγομένου εφόσον η απαίτηση του ενάγοντα αναφέρεται σε χρέος ή αποζημιώσεις. Σύμφωνα με το άρθρο 5
(1)του Κεφ.6 το Δικαστήριο δύναται να διατάξει τον Εναγόμενο όπως μη αποξενώσει τόση από την ακίνητη περιουσία η οποία είναι εγγεγραμμένη στ΄ όνομα του όση, κατά τη γνώμη του Δικαστηρίου θα ήταν αρκετή για να ικανοποιήσει την απαίτηση του Ενάγοντα και τα έξοδα της Αγωγής. Τα κριτήρια και οι προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για να εκδοθεί διάταγμα με βάση το Άρθρο 5 εκτίθενται στην παράγρ. 2 του Άρθρου και είναι τα εξής:- (Ι) Ο ενάγων να έχει καλή βάση αγωγής (ΙΙ) Με την πώληση ή μεταβίβαση της περιουσίας σε τρίτο πρόσωπο να είναι πιθανόν ο ενάγων να εμποδιστεί στην ικανοποίηση απόφασης που ενδεχόμενα να εκδοθεί υπέρ του. Σύμφωνα με τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου τα κριτήρια και οι προϋποθέσεις που περιέχονται στο Άρθρο 5 του Κεφ.6 δεν μπορούν να εξετάζονται ανεξάρτητα από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Νόμου 14/60. Απλώς το άρθρο αυτό κάνει ειδική ρύθμιση των καταστάσεων στις οποίες αναφέρονται. Δεν αφαιρεί τίποτε από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 που προσδιορίζει το γενικό πλαίσιο της δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων στην έκδοση παρεμπίπτοντων διαταγμάτων[6]. Επομένως, όταν το Δικαστήριο επιλαμβάνεται αιτήσεων που βασίζονται και στα δύο άρθρα θα εφαρμόσει τόσο τις γενικές προϋποθέσεις σύμφωνα με το Άρθρο 32 του Ν.14/60 αλλά και τα ειδικότερα κριτήρια ή περιορισμούς που τίθενται από το Άρθρο 5 του ΚΕΦ. 6 στο βαθμό ή μέτρο που αυτά διαφοροποιούνται[7]. Σε σχέση με την προϋπόθεση της ύπαρξης καλής βάσης αγωγής στην υπόθεση Τσιολάκκη ν. Στυλιανίδη
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 782 αποσαφηνίστηκε ότι ο όρος αυτός που προσδιορίζει βάσει του άρθρου 5 του ΚΕΦ. 6 το βάσιμο της αγωγής για την έκδοση συντηρητικού διατάγματος αναφορικά με ακίνητο που δεν αποτελεί επίδικο θέμα της αγωγής έχει την ίδια έννοια με τον όρο «σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση» που τίθεται στο Άρθρο 32 του Ν.14/
  1. Και στις δύο περιπτώσεις είναι αναγκαία η αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης ως προϋπόθεση για έκδοση συντηρητικού διατάγματος. Όσον αφορά το δεύτερο κριτήριο που πρέπει να πληρείται με βάση το Άρθρο 5 του ΚΕΦ. 6 έχει νομολογηθεί ότι αυτό αντιστοιχεί προς την τρίτη προϋπόθεση του Άρθρου 32 του Ν.14/
  2. Από το λεκτικό του Άρθρου 5 του ΚΕΦ. 6 εξάγεται το συμπέρασμα ότι η ακίνητη περιουσία που σκοπείται να δεσμευτεί δεν πρέπει να είναι δυσανάλογη με την απαίτηση και τα έξοδα. Από το γεγονός αυτό συνάγεται ότι ο ενάγων πρέπει να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία για το ακίνητο για το οποίο ζητεί τη δέσμευση και την κατά προσέγγιση αξία του ώστε να συσχετισθεί με το ύψος της απαίτησης του ενάγοντα. Ο ενάγων σχετικά με τις δύο άνω προϋποθέσεις θα πρέπει να προσφέρει μαρτυρία και στοιχεία αναφορικά με την οικονομική κατάσταση του εναγομένου, τη φύση και την αξία, της ακίνητης περιουσίας τη δέσμευση της οποίας επιζητεί όσο και την ενδεχόμενη ύπαρξη άλλης περιουσίας από την οποία θα μπορούσε να ικανοποιηθεί η απόφαση που ενδέχεται ο ενάγων να λάβει υπέρ του. ΤΟ ΣΤΟΙΧΕΙΟ ΤΟΥ ΚΑΤΕΠΕΙΓΟΝΤΟΣ Πριν όμως το Δικαστήριο εξετάσει αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις έκδοσης ενός διατάγματος με βάση το Άρθρο 32 του Ν.14/60 θα πρέπει να εξετάσει κατά πόσο είχε δικαιοδοσία να εκδώσει το διάταγμα που έχει εκδώσει μονομερώς πράγμα το οποίο σημαίνει ότι θα πρέπει να είχε καταδειχθεί ενώπιον του το επείγον της έκδοσης ενός τέτοιου διατάγματος. Έχουν εδώ εφαρμογή οι πρόνοιες του Άρθρου 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου ΚΕΦ.
  3. Στο μονομερές στάδιο της αίτησης ο παράγοντας του χρόνου είναι σημαντικός. Ο αιτητής θα πρέπει στο στάδιο εκείνο να δείξει το κατ' επείγον της αίτησης ώστε να δικαιολογείται η μονομερής εξέταση της και να παρακαμφθεί ο κανόνας της φυσικής δικαιοσύνης και το δικαίωμα της άλλης πλευράς να ακουστεί πριν την έκδοση του διατάγματος. Το Άρθρο 9
(1)του ΚΕΦ. 6 έχει εφαρμογή εξαιρετικώς και μόνο προκειμένου περί επειγουσών ή άλλων ειδικών περιστάσεων που να δικαιολογούν την έκδοση του διατάγματος ex parte. Θα εξετάσω, λοιπόν, ως πρώτο θέμα το στοιχείο του κατεπείγοντος, γιατί διατάγματα ex-parte, όπως είναι νομολογημένο, εκδίδονται με βάση το άρθρο 9
(1)του ΚΕΦ. 6 μόνο εφόσον καταδεικνύεται το κατεπείγον του αιτήματος ή άλλες ειδικές περιστάσεις. Παραπέμπω σχετικά στην Χριστοδούλου ν. Vraets
(1999)1 Α.Α.Δ 1475[8], η οποία αναφέρεται και στις υποθέσεις Louis Vuitton ν. Δέρμοσακ
(1992)1(Β) Α.Α.Δ 1453 και Resola v. Χρήστου
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1179:- "Το επείγον, όπως παρατηρείται στην υπόθεση Resola (ανωτέρω), αποτελεί δικαιοδοτικό όρο. Μόνο, εφόσον καταδεικνύεται το κατεπείγον του αιτήματος, δικαιολογείται, όλως εξαιρετικώς η άσκηση δικαστικής εξουσίας στην απουσία του εναγομένου. Μόνο τότε μπορεί να συγχωρηθεί η παρέκκλιση από τον θεμελιώδη κανόνα της δικαιοσύνης, να ακούσει και τα δύο μέρη πριν εκφέρει κρίση.» Η πιο πάνω ανάγκη διατυπώνεται με διαφορετικά, αλλά με την ίδια ουσία, λόγια στην υπόθεση Vuitton (ανωτέρω) όπου παρατηρείται ότι:- «Η έκδοση προσωρινού διατάγματος εξ πάρτε, συνιστά εξαιρετικό μέτρο εφ΄ όσο παρέχεται κατά παρέκκλιση του κανόνα της φυσικής δικαιοσύνης που αποκλείει την παροχή θεραπείας χωρίς την παροχή ευκαιρίας στον αντίδικο να ακουσθεί». Μέσα στο ίδιο πνεύμα κινείται και η επισήμανση που έγινε στις υποθέσεις In Re Stavros Hotel Appartments Ltd,
(1994)1 Α.Α.Δ 836, 841 και In Re B.P. Cyprus Ltd
(1996)1 Α.Α.Δ 861, 864, ότι δηλαδή το υπαρκτό του επείγοντος αποτελεί προϋπόθεση για την επίκληση της δικαιοδοσίας κάτω από το άρθρο 9 του ΚΕΦ. 6. Πιο πρόσφατα στην υπόθεση Χ"Βασιλείου ν. White Knight Holdings Ltd
(2004)1(A) A.A.Δ 203, 207 ο Δικαστής Πικής έθεσε το θέμα ως εξής:- "... Η αδράνεια του εφεσείοντος να ζητήσει θεραπεία μόλις τα κρίσιμα γεγονότα περιήλθαν σε γνώση του αναιρεί το κατεπείγον του αιτήματος. Κατεπείγον θεωρείται ζήτημα, το οποίο περιέρχεται σε γνώση του προσφεύγοντος σε χρόνο που δεν του παρέχεται η δυνατότητα κίνησης των νενομισμένων διαδικασιών προς γνωστοποίηση του αιτήματος του στον αντίδικο του και εξασφάλιση του δικαιώματος του δευτέρου να ακουστεί. Λόγοι, συνυφασμένοι με την πεμπτουσία της απονομής της δικαιοσύνης, επιβάλλουν την παροχή ευκαιρίας ακρόασης στον αντίδικο, πριν το Δικαστήριο επιληφθεί θέματος που επηρεάζει τα δικαιώματα ή τα κατά ώμο συμφέροντα του. Η παροχή θεραπείας ερήμην του αντίδικου αποτελεί εξαιρετικό μέτρο το οποίο μπορεί να αναζητηθεί μόνο, εφόσον εξ αντικειμένου δεν παρέχεται άλλο μέσο προστασίας των δικαιωμάτων του αιτούντος.» Για το θέμα του κατεπείγοντος σχετικές είναι οι παραγράφοι 5 και 6 της ένορκης δήλωσης της ενάγουσας από τις οποίες προκύπτει ότι στις 16.11.2010 πληροφορήθηκε από τον διευθυντή των εναγόμενων ότι θα προχωρούσαν σε διαδικασίες για την πώληση του επίδικου ακινήτου και ότι στις 17.11.2010 οι εναγόμενοι προχώρησαν και ανήρτησαν ανακοίνωση στο επίδικο ακίνητο ότι διατίθεται προς πώληση και ενοικίαση και για το σκοπό αυτό η ενάγουσα επεσύναψε στην ένορκη της δήλωση 5 φωτογραφίες (ΤΕΚΜΗΡΙΑ Α, Β, Γ, Δ Ε και Στ) τις οποίες έβγαλε η ίδια όπου φαίνεται η σχετική ανακοίνωση του αναρτήθηκε στο επίδικο ακίνητο. Επισημαίνεται ότι η υπό κρίση αίτηση κατεχωρήθη μόλις 2 μέρες μετά την πληροφόρηση που είχε η ενάγουσα τηλεφωνικά από τον διευθυντή των εναγόμενων για την πρόθεση των εναγόντων για πώληση του επίδικου ακινήτου και 3 μέρες μετά την ανάρτηση σχετικής ανακοίνωσης ότι διατίθετο το ακίνητο προς πώληση ή ενοικίαση ως αναφέρθηκε ανωτέρω. Όπως έχει νομολογηθεί το κρίσιμο στοιχείο για την αίτηση και την εξέταση του ζητήματος της ύπαρξης του στοιχείου του κατεπείγοντος δεν είναι ο χρόνος έγερσης της αγωγής και ο χρόνος που προέκυψε το αγώγιμο δικαίωμα ενός αιτητή που στην προκειμένη περίπτωση ήταν εντός του 2009 αλλά ο χρόνος πληροφόρησης του αιτητή για τη δυνατότητα του να επιτύχει την ενδιάμεση αυτή θεραπεία.[9] Στην προκείμενη περίπτωση το θέμα κατέστη κατεπείγον από τη στιγμή της πληροφόρησης της Αιτήτριας/Ενάγουσας περί της πρόθεσης των εναγόμενων να πωλήσουν ή άλλως αποξενώσουν το επίδικο ακίνητο το οποίο, όπως αναφέρεται στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση της ενάγουσας, αποτελεί τη μοναδική ακίνητη περιουσία των εναγόντων. Κατ΄ ακολουθία των πιο πάνω θεωρώ ότι το στοιχείο του κατεπείγοντος έχει καταδειχθεί. ΜΗ ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ ΟΥΣΙΩΔΩΝ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ Η Εναγόμενη/Καθ΄ ης η Αίτηση μεταξύ των διαφόρων λόγων που επικαλείται για σκοπούς ακύρωσης του συντηρητικού διατάγματος που εξεδόθη στην παρούσα υπόθεση είναι αυτός που αφορά την από πλευράς Εναγόντων-Αιτητών μη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων στο στάδιο που αιτούντο την έκδοση του διατάγματος μονομερώς. Προχωρώ τώρα να θέσω το σχετικό νομικό πλαίσιο. Η έκδοση προσωρινού διατάγματος μονομερώς (ex parte) συνιστά εξαιρετικό μέτρο εφόσον παρέχεται κατά παρέκκλιση του κανόνα της φυσικής δικαιοσύνης που αποκλείει την παροχή θεραπείας χωρίς την παροχή ευκαιρίας στον αντίδικο να ακουστεί[10]. Οι μονομερείς αιτήσεις είναι αιτήσεις υψίστης πίστεως (ubberima fides) εφόσον κρίνονται έξω από το κανονικό πλαίσιο της δίκης και οι κανόνες πρέπει να τηρούνται με αυστηρότητα. Η ορθή διάσταση της υποχρέωσης πλήρους αποκάλυψης σε μονομερείς αιτήσεις, αναπτύχθηκε από τον Πική, Π., δίδοντας την απόφαση της Ολομέλειας στην Demstar Limited v. Zim Israel Navigation Co. Ltd,
(1996)1 Α.Α.Δ. 597, 601-602: "Είναι θεμελιωμένο ότι διάδικος ο οποίος επιδιώκει με μονομερή αίτηση τη χορήγηση θεραπείας, πρέπει να προβεί σε πλήρη αποκάλυψη των γεγονότων τα οποία επενεργούν στην άσκηση των εξουσιών του Δικαστηρίου για την παροχή θεραπείας. Η αρχή αυτή συναρτάται με την καλή πίστη η οποία πρέπει να επιδεικνύεται οποτεδήποτε επιδιώκεται η θεραπεία στην απουσία του αντιδίκου ..... ......................................... Το στοιχείο της εξαπάτησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για ακύρωση του διατάγματος. (Βλέπε Τhe Andria
(1984)1 All E.R. 1126 (C.A.). The Hagen
(1908)P.189. Boyce v. Gill
(1981)64 L.T. 824. Brink´s Mat Ltd Elcombe
(1988)1 W.L.R. 1350 (C.A.). Γρηγορίου Άκης άλλως Γρηγόρης Ν. και Άλλοι ν. Χριστοφόρου και Άλλων
(1995)1 Α.Α.Δ. 248. Η θέση αυτή κρίνεται σωστή. Ό,τι ανατρέπει τη βάση του διατάγματος είναι η μη αποκάλυψη γεγονότων εξ αντικειμένου ουσιώδους σημασίας για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Στην απουσία τους, η απόφαση του Δικαστηρίου καθίσταται ακροσφαλής". Όπως λέχθηκε στη Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248, στις σελ. 264-265: "H διαδικασία με μονομερή αίτηση επιβάλλει στον αιτητή την αποκάλυψη στο Δικαστήριο όλων των ουσιαστικών γεγονότων που μπορεί να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική κρίση. Η αίτηση αυτή είναι υψίστης πίστεως (uberrima fides). Ο Αιτητής έχει καθήκον να φέρει σε γνώση του Δικαστηρίου οποιαδήποτε γεγονότα γνωρίζει, ή που με εύλογη επιμέλεια θα εγνώριζε, τα οποία μπορεί να είναι ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο και μπορεί να ασκήσουν επιρροή στην κρίση του Δικαστηρίου. Παράλειψη παρουσίασης ουσιαστικών γεγονότων ενώπιον του Δικαστηρίου στη μονομερή αίτηση, θεωρείται ως είδος εξαπάτησης του Δικαστηρίου και το Δικαστήριο απαντά "δεν σας ακούω πλέον" και ακυρώνει τη διαταγή που έδωσε, χωρίς να εξετάσει την ουσία. Τα γεγονότα πρέπει να είναι ουσιώδη για την απόφαση του Δικαστηρίου στη μονομερή αίτηση ...". Στην Cobelfret κ.ά. v. Cyprus Potato Marketing Board
(1996)(απόφαση Ολομέλειας) το θέμα τέθηκε ως εξής: "Είναι θεμελιωμένο ότι διάδικος ο οποίος επιδιώκει με μονομερή αίτηση τη χορήγηση θεραπείας, πρέπει να προβεί σε πλήρη αποκάλυψη των γεγονότων τα οποία επενεργούν στην άσκηση των εξουσιών του Δικαστηρίου για την παροχή θεραπείας. Η αρχή αυτή συναρτάται με την καλή πίστη η οποία πρέπει να επιδεικνύεται οποτεδήποτε επιδιώκεται η θεραπεία στην απουσία του αντιδίκου ...". Επιπρόσθετα, η "... υποχρέωση πλήρους αποκάλυψης δεν καλύπτει μόνο ουσιώδη γεγονότα που είναι γνωστά στον αιτητή, αλλά και εκείνα που μπορούσε να ανακαλύψει με εύλογη έρευνα" (Δέστε Fedossova Larissa κ.ά. Αίτηση για έκδοση Certiorari 62/97, ημερ. 16.10.97). Το κριτήριο του τι συνιστά ουσιώδες γεγονός είναι αντικειμενικό. Έτσι το καθήκον του Ενάγοντα είναι να αποκαλύψει όλα τα γεγονότα τα οποία εύλογα μπορούσαν να ληφθούν ή θα λαμβάνονταν υπόψη από το Δικαστή όταν αποφάσιζε κατά πόσο θα εγκρίνει την αίτηση. Στην ένορκη δήλωση του διευθυντή των εναγόμενων γίνονται κάποιες γενικές και αόριστες αναφορές αναφορικά με το θέμα της μη αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων κατά το στάδιο έκδοσης του προσωρινού διατάγματος. Συγκεκριμένα στην παρα.
(14)της ένορκης δήλωσής του αναφέρει ότι «η αιτήτρια δεν προσέρχεται στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια καθότι έχει αποκρύψει πολύ ουσιώδη γεγονότα τα οποία είναι ιδιαίτερα σημαντικά στην αξιολόγηση του αιτήματος για προσωρινή θεραπεία», ενώ στην παρα.
(18)αναφέρει ότι «η αιτήτρια δεν αποκαλύπτει όλα τα ουσιώδη γεγονότα τα οποία είναι ιδιαίτερα σημαντικά για την αξιολόγηση του αιτήματος για προσωρινή θεραπεία». Τέλος, στην παρα.
(13)της ένορκης δήλωσής του αναφέρει ότι η αιτήτρια αποκρύπτει ουσιαστικά γεγονότα αναφορικά με την ύπαρξη περιουσίας των εναγόμενων προκειμένου να παραπλανήσει το Δικαστήριο για να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. Εκείνο το οποίο πρέπει στο σημείο αυτό να υπογραμμισθεί είναι ότι ενώ οι αναφορές των παρα.
(14)και
(18)της ένορκης δήλωσης του διευθυντή των εναγόμενων χαρακτηρίζονται από μια αοριστία και γενικολογία χωρίς οι σχετικοί ισχυρισμοί που προβάλλονται να εξειδικεύονται με συγκεκριμένα γεγονότα, στην παρα.
(13)της ένορκης του δήλωσης, ενώ προβάλλεται ισχυρισμός περί απόκρυψης ύπαρξης περιουσίας των εναγόμενων, ουδεμία περαιτέρω αναφορά γίνεται επί αυτού του ζητήματος και ούτε οι ίδιοι οι εναγόμενοι εξειδικεύουν αυτό τον ισχυρισμό για να αποκαλύψουν οι ίδιοι πλέον την ύπαρξη συγκεκριμένης περιουσίας από μέρους τους. Με άλλα λόγια και αυτός ο ισχυρισμός μένει γενικός και αόριστος χωρίς οποιαδήποτε εξειδίκευση. Στην αγόρευση της κας Νικηφόρου το ζήτημα της μη αποκάλυψης ουσιαστικών γεγονότων παίρνει μια άλλη διάσταση. Εκεί τα γεγονότα αυτά, σύμφωνα με τη σχετική εισήγηση που γίνεται, είναι ότι αφορούν τηγ μη αποκάλυψη από την ενάγουσα του γεγονότος ότι υπογράφτηκε Ακυρωτική Συμφωνία ημερ. 8.04.2008 αναφορικά με το Πωλητήριο ΄Εγγραφο ημερ. 22.11.2007 και Συμφωνία Αντιπαροχής μεταξύ των διαδίκων. Διαπιστώνεται, ωστόσο, ότι τα πιο πάνω ζητήματα αναφέρονται σε αντικρουόμενες εκδοχές που οι διάδικοι προβάλλουν στην παρούσα αγωγή. Με άλλα λόγια, από τη μια έχουμε την εκδοχή της ενάγουσας η οποία επικαλείται τη συνομολόγηση συμφωνίας με τους εναγόμενους κατά το Νοέμβριο του 2007 για πώληση του επίδικου ακινήτου έναντι συγκεκριμένου τιμήματος πώλησης και την υπογραφή για το σκοπό αυτό πωλητηρίου εγγράφου ημερ. 22.11.2007, ενώ από την άλλη έχουμε την εκδοχή των εναγόμενων ότι υπογράφτηκε ακυρωτική συμφωνία ημερ. 8.04.2008 αναφορικά με το πωλητήριο έγγραφο ημερ. 22.11.2007 και Συμφωνία Αντιπαροχής και επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση του εναγόμενου ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ Α η Ακυρωτική Συμφωνία και ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ Β η Συμφωνία Αντιπαροχής. Να σημειωθεί εδώ ότι στο ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα και συγκεκριμένα οι παρα.
(10)και
(11)αυτού η ενάγουσα δεν αποδέχεται την αναφερόμενη συμφωνία αντιπαροχής και ισχυρίζεται ότι η τελική, οριστική και αληθής συμφωνία των διαδίκων ήταν η πώληση του ακινήτου αντί ποσού Λ.Κ.480.000 (€820.128,69) και ότι οιεσδήποτε άλλες συμφωνίες ή έγγραφα είναι άκυρα και/ή δεν έχουν οποιαδήποτε νομική ισχύ, ενώ για τη συμφωνία αντιπαροχής που επικαλούνται οι εναγόμενοι ημερ. 8.04.2008 ισχυρίζεται ότι, αν υπεγράφη, ήταν κατόπιν δόλου και/ή ψευδών παραστάσεων και/ή εξαπάτησης της ενάγουσας όπως εξηγείται στην παρα.
(10)του ειδικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος. Κατ΄ ακολουθία λοιπόν όλων των πιο πάνω καταλήγω ότι δεν εγείρεται στην υπό εξέταση αίτηση θέμα απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων. ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΝΟΜΙΚΩΝ ΑΡΧΩΝ ΣΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ Προχωρώ να εξετάσω κατά πόσο πληρούνται στην παρούσα υπόθεση οι προϋποθέσεις που προνοούνται από το Αρθρο 32 του Ν.14/60 και το Αρθρο 5 του Κεφ. 6. Εξετάζοντας την πρώτη προϋπόθεση που θέτει το Αρθρο 32
(1)για σοβαρό θέμα προς εκδίκαση ως και την ύπαρξη καλής βάσης αγωγής που θέτει το Αρθρο 5
(1)του Κεφ. 6 και επαναλαμβάνοντας ότι το θέμα αυτό κρίνεται από τα δικόγραφα, διαπιστώνω ότι εγείρεται θέμα υπόλοιπου συμφωνηθείσας τιμής πώλησης με βάση γραπτή συμφωνία ημερ. 22.11.2007 που συνήφθη μεταξύ των διαδίκων δια της οποίας η ενάγουσα συμφώνησε να πωλήσει στους εναγόμενους το ακίνητό της - το επίδικο - στοιχεία του οποίου καταγράφονται στην παρα. 1 του ειδικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος έναντι του ποσού των Λ.Κ.480.000 (€820.128,69) το οποίο θα αποπληρώνετο από τους εναγόμενους ως εξής: · Λ.Κ.280.000 (€478.400,40) με την υπογραφή της Συμφωνίας · Λ.Κ.10.000 (€17.086,01) σε 14 μέρες από την υπογραφή της Συμφωνίας · Το υπόλοιπο εκ Λ.Κ.190.000 (€324.634,27) ταυτόχρονα με την εγγραφή και μεταβίβαση του ακινήτου. Είναι δε η εκδοχή της ενάγουσας ότι οι εναγόμενοι αφού κατέβαλαν στην ενάγουσα ποσό Λ.Κ.260.000 (€444.236,37) και μετά την πάροδο 6 μηνών από τη μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου στις 11.04.2008 που τους δόθηκε από την ενάγουσα, παρά τη σχετική πρόνοια της Συμφωνίας, μέχρι σήμερα οι εναγόμενοι παραλείπουν και/ή αρνούνται να καταβάλουν το οφειλόμενο υπόλοιπο που ανέρχεται σε Λ.Κ.220.000 (€375.892,32). Υπενθυμίζω ότι η πρώτη προϋπόθεση αφορά τη νομική θεμελίωση της αξίωσης της ενάγουσας. Είναι λοιπόν η κρίση μου ότι η ενάγουσα, με βάση όλα τα πιο πάνω, έχει αποκαλύψει στο δικόγραφό της σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση και, συνεπώς, η πρώτη προϋπόθεση πληρούται. Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, επαναλαμβάνω ότι είναι αρκετό η Ενάγουσα να πείσει το Δικαστήριο ότι έχει κάποια σοβαρή πιθανότητα επιτυχίας. Η Ενάγουσα πρέπει να αναφέρεται σε γεγονότα που να πείθουν το Δικαστήριο ότι έχει πραγματική προοπτική επιτυχίας, η δε ικανοποίηση του εξαρτάται από τη συσχέτιση της νομικής θεμελίωσης της αξίωσης με την προσφερόμενη μαρτυρία, όπως αυτή εξάγεται σε αυτό το στάδιο από τις ένορκες δηλώσεις και την προφορική μαρτυρία που προκύπτει από την αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων εκατέρωθεν. Επισημαίνεται ότι στην προκειμένη περίπτωση αμφότεροι οι διάδικοι έχουν περιοριστεί στις ένορκες δηλώσεις που καταχωρήθηκαν εκατέρωθεν χωρίς να ζητηθεί η αντεξέταση οποιουδήποτε από τους ενόρκως δηλούντες. Τα γεγονότα που αναφέρονται είναι όσα παραθέσαμε ανωτέρω εφόσον η ενάγουσα στην ένορκη της δήλωση στις παρα. 2 και 3 αφού αναφέρεται στο υπόλοιπο ποσό της συμφωνηθείσας τιμής πώλησης του επίδικου ακινήτου ισχυρίζεται ότι οι εναγόμενοι κατά παράβαση των όρων των μεταξύ τους συμφωνιών παρέλειψαν να πληρώσουν τα οφειλόμενα ποσά και παραπέμπει στο κλητήριο ένταλμα το οποίο υιοθετεί και επαναλαμβάνει. Από την άλλη η εκδοχή των εναγομένων είναι ότι το πωλητήριο έγγραφο το οποίο επικαλείται η ενάγουσα ακυρώθηκε από τους διάδικους στις 8.04.2008 και ότι για το σκοπό αυτό οι διάδικοι υπέγραψαν στις 8.04.2008 ακυρωτική συμφωνία ίδιας ημερομηνίας. Περαιτέρω ισχυρίζονται ότι το ποσό των Λ.Κ.260.000 ή €444.236,37 το οποίο καταβλήθηκε στην ενάγουσα από τους εναγόμενους καταβλήθηκε στα πλαίσια της συμφωνίας αντιπαροχής που υπέγραψαν οι διάδικοι στις 8.04.2008 και όχι στα πλαίσια της συμφωνίας πώλησης ημερομηνίας 22.11.2007. Για το σκοπό αυτό επισυνάπτονται στην ένορκη δήλωση του διευθυντή των εναγομένων που συνοδεύει την ένσταση ως Τεκμήριο Α Ακυρωτική Συμφωνία και ως Τεκμήριο Β Συμφωνία Αντιπαροχής. Επαναλαμβάνω. Το Δικαστήριο δεν χρειάζεται αλλά ούτε και πρέπει να εξάξει οποιοδήποτε θετικό και/ή δεσμευτικό εύρημα ως προς τα συγκρουόμενα πραγματικά γεγονότα που περιστοιχίζουν τα πιο πάνω, απλώς να διαπιστώσει ότι οι προϋποθέσεις του Άρθρου 32 ικανοποιούνται. Αποφεύγω δε, επιμελώς, να καταλήξω σε οποιοδήποτε τελικό συμπέρασμα ως προς το πραγματικό και νομικό υπόβαθρο της υπόθεσης εφόσον σε μια τέτοια ενδιάμεση αίτηση τα ζητήματα που εγείρονται δεν αποφασίζονται τελεσίδικα. Είναι η κρίση μου, λοιπόν, ότι με τα όσα η πλευρά της ενάγουσας έχει επικαλεστεί προς υποστήριξη της αίτησης, με το περιορισμένο βάρος που έχει για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας, είναι αρκετά για σκοπούς κατάδειξης ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Θα προχωρήσουμε στη συνέχεια να εξετάσουμε κατά πόσο η ενάγουσα έχει ικανοποιήσει την τρίτη προϋπόθεση του Αρθρου 32
(1)του Ν.14/60 και τη δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 5 του Κεφ. 6. Δηλαδή κατά πόσο η ενάγουσα κατάφερε να αποδείξει ότι είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εκτός εάν εκδοθεί το διάταγμα και ότι με την πώληση ή μεταβίβαση της περιουσίας σε κάποιο τρίτο είναι πιθανό η ενάγουσα να εμποδιστεί στην ικανοποίηση της απόφασης που ενδεχόμενα να εκδοθεί υπέρ της. Περαιτέρω, η τρίτη προϋπόθεση του Άρθρου 32 ικανοποιείται όχι μόνο όταν η επιδίκαση αποζημιώσεων δεν θα ήταν επαρκής θεραπεία αλλά και στην περίπτωση όπου υπάρχει ο κίνδυνος να μην μπορέσει ο εναγόμενος να ικανοποιήσει απόφαση που ενδεχομένως ληφθεί εναντίον του. Όπως προκύπτει από τη σχετική νομολογία η αδυναμία ή η δυσκολία απονομής πλήρους δικαιοσύνης επεκτείνεται και στο στάδιο της εκτέλεσης[11]. Να πω και κάτι τελευταίο. Δεν είναι απαραίτητη η προσαγωγή μαρτυρίας για απόδειξη της πρόθεσης του εναγόμενου να αποξενώσει ή επιβαρύνει την περιουσία του. Εκείνο που έχει σημασία είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση, εφόσον διαδραματισθούν στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως να εκδοθεί[12] Οι εναγόμενοι-καθ΄ων η αίτηση παραπονούνται ότι δεν αποδεικνύεται με οποιοδήποτε τρόπο η αξία της περιουσίας που έχει δεσμευθεί με το εκδοθέν προσωρινό διάταγμα και ότι ούτε έχει αποδείξει η ενάγουσα ότι οι εναγόμενοι δεν έχουν την οικονομική κατάσταση και/ή άλλα περιουσιακά στοιχεία και, συνεπακόλουθα, ότι δεν είναι σε θέση να ικανοποιήσουν την ενάγουσα σε μελλοντική απόφαση. Το πρώτο που παρατηρείται είναι ότι όντως δεν υπάρχει σαφής και επακριβής μαρτυρία για την αξία του επίδικου ακινήτου που καλύπτεται από το ακίνητο. Ταυτόχρονα όπως πρέπει να επισημανθεί ότι η αίτηση δεν είναι παντελώς κενή όσον αφορά τη γενικότερη αυτή πτυχή του θέματος αλλά και της οικονομικής κατάστασης των εναγόμενων στην οποία διαφαίνεται η ύπαρξη κυμαινόμενης επιβάρυνσης (floating charge) σε όλο το ενεργητικό της εταιρείας του εναγόμενου και η ύπαρξη δύο υποθηκών που φαίνεται να φορούν το επίδικο ακίνητο, η μία για ποσό €553.000 (Υ2472/08 και ημερ. 18.04.2008) και η άλλη για ποσό €139.000 (Υ2884/09 και ημερ. 7.07.2009) εφόσον επισυνάπτεται στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση της ενάγουσας έρευνα από τον ΄Εφορο Εταιρειών. Επισημαίνω εδώ ότι ενώ οι Εναγόμενοι/Καθ΄ ων η αίτηση έθεσαν θέμα για την αξία του επίδικου ακινήτου προβάλλοντας τη θέση ότι η αξία του υπερβαίνει κατά πολύ το ποσό που διεκδικείται στην παρούσα αγωγή, ήτοι το ποσό των €375.892,32, οι ίδιοι ουδεμία συγκεκριμένη και σαφή πληροφόρηση έδωσαν αναφορικά με την αξία του, πέραν της πιο πάνω γενικής και αόριστης αναφοράς, και ούτε έδωσαν οποιαδήποτε πληροφόρηση αναφορικά με οποιαδήποτε ευρύτερη περιουσία τους αλλά ούτε και αποκάλυψαν κατά πόσο έχουν άλλη περιουσία. Από την άλλη, ωστόσο, δεν αντικρούουν τους ισχυρισμούς της ενάγουσας και τα όσα στοιχεία η ίδια παρουσίασε, όπως π.χ. την έρευνα από τον ΄Εφορο Εταιρειών και δεν μπορώ να θεωρήσω ως αρκετή τη γενική και αόριστη άρνηση των ισχυρισμών της ενάγουσας χωρίς, όμως, ταυτόχρονα οι εναγόμενοι να προβάλλουν τη δική τους θέση με αποτέλεσμα να μην υπάρχει συγκεκριμένη αντίκρουση ισχυρισμών της αίτησης. Θεωρώ στο σημείο αυτό να παραθέσω την ακόλουθη περικοπή από την πρωτόδικη απόφαση στην υπόθεση Alpha Bank Limited v. Reliable Motor Cars (Nicosia) Ltd. κ.α., Αρ. Αγωγής 1308/06, Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας ημερ. 5.06.2006 που δόθηκε από τον Στ. Ναθαναήλ, Πρόεδρο Επαρχιακού Δικαστηρίου (όπως ήταν τότε) όπου στη σελίδα 13 της δακτυλογραφημένης απόφασης λέχθηκαν τα εξής: «Στην υπόθεση Ρένα Αριστοτέλους Λτδ. - πιο πάνω - αναφέρεται ότι αν οι εκεί εφεσείοντες είχαν προτείνει κάποια εναλλακτική προσέγγιση ως προς πρόταση για δέσμευση μιας συγκεκριμένης περιουσίας και απελευθέρωσης της υπόλοιπης ή ως προς την ύπαρξη τρόπου παραχώρησης ικανοποιητικής εγγύησης προς τους αιτητές χωρίς τη δέσμευση ακίνητης περιουσίας τους, τότε το παράπονό τους ότι θα έπρεπε να δεσμευτεί τόση περιουσία όση θα επαρκούσε για την ικανοποίηση της απαίτησης, θα είχε νόημα. Η γενική άρνηση αφήνει έκθετη την ένσταση από τη άποψη ότι δεν υπάρχει συγκεκριμένη αντίκρουση ισχυρισμών στην αίτηση.» Επισημαίνεται εδώ ότι στην υπόθεση Ρένα Αριστοτέλους Λτδ. κ.ά. ν. Benfleet Enterprises Ltd. κ.α.
(2006)1 Α.Α.Δ. 280 αφού έγινε αναφορά στο ΄Αρθρο 5
(1)του Κεφ. 6 τονίστηκε ότι η απλή αναφορά των εφεσειόντων σε εκείνη την υπόθεση ότι διέθεταν και άλλη ακίνητη περιουσία εκτός από εκείνη που είχε δεσμευθεί δεν ήταν αρκετή για να μη εκδοθεί διάταγμα. Παραθέτω στο σημείο αυτό το σχετικό απόσπασμα από την εν λόγω απόφαση: «Το άρθρο 5
(1)προνοεί για δέσμευση τόσης περιουσίας, όσο θα επαρκεί για ικανοποίηση της απαίτησης, μαζί με τα έξοδα. Και αυτή την προϋπόθεση ικανοποίησαν οι εφεσίβλητοι. Αν οι εφεσείοντες είχαν προτείνει εναλλακτική προσέγγιση, το επιχείρημα τους θα είχε κάποιο νόημα, αφού το δικαστήριο θα έπρεπε, ίσως, να επιλέξει τη λιγότερο επαχθή για τους εφεσείοντες επιλογή, νοουμένου ότι αυτή θα ήταν εξ ίσου αποτελεσματική. Οι εφεσείοντες περιορίστηκαν να αναφέρουν ότι διαθέτουν και άλλη ακίνητη περιουσία. Αυτό, όμως, δεν είναι αρκετό για να μην εκδοθεί ένα τέτοιο διάταγμα. Θα πρέπει να δεσμευτεί ακίνητη περιουσία αρκετή ώστε ο ενάγων να διασφαλίζεται ότι τυχόν δικαστική απόφαση υπέρ του θα ικανοποιηθεί.» Στην προκείμενη περίπτωση λοιπόν η ενάγουσα, αν και δεν ανέφερε την αξία του επίδικου ακίνητου του οποίου προώθησε τη δέσμευση του, εντούτοις έδωσε κάποιες θέσεις που έχουν αναφορά στις υποθήκες με τις οποίες βαρύνεται το επίδικο ακίνητο εφόσον μπορεί να λεχθεί ότι ανάλογα με το ύψος της υποθήκης μπορεί να συναχθεί, έστω ένα γενικό συμπέρασμα ότι είναι και ανάλογης αξίας η περιουσία εκείνη, και ταυτόχρονα πρόβαλε τον ισχυρισμό, που δεν έτυχε τελικά οποιασδήποτε απάντησης από τους εναγόμενους, ότι αυτή η ακίνητη περιουσία είναι η μοναδική ακίνητη περιουσία των εναγόμενων, ενώ παρέθεσε στοιχεία σύμφωνα με τα οποία σ΄ όλο το ενεργητικό της εναγόμενης εταιρείας υπάρχει κυμαινόμενη επιβάρυνση ύψους €600.000. ΄Εχω τη γνώμη ότι η πλευρά της ενάγουσας έθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου αρκετό υλικό που να δικαιολογεί την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος και να οδηγεί στο συμπέρασμα ότι σε περίπτωση μη δέσμευσης του επίδικου ακινήτου η απόφαση που τυχόν εκδοθεί υπέρ της να μείνει στο τέλος ανικανοποίητη. Οι εναγόμενοι μπορούσαν δε κάλλιστα να αμφισβητήσουν τις πιο πάνω αναφορές της ενάγουσας και να ζητήσουν να αντεξετάσουν την ενάγουσα, γεγονός που δεν επέλεξαν να πράξουν. Σχετικά με το υπό εξέταση θέμα είναι και η υπόθεση Φετοκάκης ν. Λάμπρου Χριστοφή κ.α.
(2006)1 Α.Α.Δ. 800 επισημάνθηκε ότι σε περίπτωση που η πλευρά του καθ΄ ου η αίτηση ισχυρίζεται ότι έχει δεσμευθεί μεγαλύτερη σε αξία περιουσία απ΄ ό,τι η απαίτηση των εναγόντων σε βαθμό που θα εδικαιολογείτο η διαφοροποίηση του διατάγματος θα μπορούσε να είχε δώσει στοιχεία που να οδηγούσαν σε τέτοιο συμπέρασμα. Ας σημειωθεί ότι σ΄ εκείνη την υπόθεση είχε επισημανθεί ότι ενώπιον του Δικαστηρίου δεν υπήρχε έστω ένδειξη της αξίας της περιουσίας που είχε δεσμευθεί εφόσον καμιά εκτίμηση δεν είχε παρουσιαστεί για το ζήτημα αυτό. Παραθέτω στο σημείο αυτό το μέρος της απόφασης του πρωτόδικου Δικαστηρίου που καταγράφηκε στην απόφαση του Εφετείου: «Η απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου πάνω στο θέμα ήταν η πιο κάτω: "Εξετάζοντας τώρα το κριτήριο της πιθανότητας οι ενάγοντες να μην μπορούν να ικανοποιήσουν μεταγενέστερη απόφαση που ήθελε τυχόν εκδοθεί υπέρ τους (Αρ.5
(1)Κεφ.6) και κατ΄ ακολουθία τη (γ) προϋπόθεση του άρθρου 32 και την προϋπόθεση του άρθρου 9
(2)του Ν.31(Ι)/92 καταλήγω ότι ενώπιον του Δικαστηρίου δεν υπάρχει έστω ένδειξη της αξίας της περιουσίας που έχει δεσμευθεί. Το γεγονός και μόνο ότι είναι η μόνη περιουσία του καθ΄ ου και ότι θα είναι αδύνατο να ικανοποιηθεί τουλάχιστον μερικώς η αξίωση των αιτητών ύψους σύμφωνα με τη θέση τους £200.000 χωρίς καμιά εκτίμηση για την αξία της περιουσίας, δεν προσδιορίζει και το ύ ψος της αξίας της περιουσίας η οποία έχει δεσμευθεί. Βέβαια ο καθ΄ ου αναφέρει ότι εντός των τεμαχίων βρίσκεται υπό ανέγερση η κατοικία της οικογένειας του και ότι τα τεμάχια είναι υποθηκευμένα αντί ποσού £100.
  1. Αυτό είναι ενδεικτικό ότι η αξία τους υπερβαίνει το ποσό αυτό αλλά και πάλι δεν μπορεί να συναχθεί η αξία τους. Ο καθ΄ ου και πάλι δεν έδωσε έστω ενδεικτικό ποσό ώστε να διαφανεί αν η δέσμευση αφορά σε περιουσία πολύ μεγαλύτερης αξίας οπότε ισχυρίστηκε ο καθ΄ ου ότι δεσμεύτηκε με περιουσία πολύ μεγαλύτερης αξίας, συνεπώς δεν βρίσκω λόγο γιατί να μην διατηρηθεί το προσωρινό διάταγμα σε σχέση με την ακίνητη περιουσία".» Το Ανώτατο Δικαστήριο απορρίπτοντας την έφεση έκρινε την αντιμετώπιση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ως ορθή. Παραθέτω στη συνέχεια τη σχετική περικοπή από την εν λόγω απόφαση στη σελίδα 806: «Στην παρούσα περίπτωση η απαίτηση των εφεσιβλήτων είναι για το ποσό των £282.300 υπό τύπο αποζημιώσεων με επιπρόσθετη απαίτηση για τιμωρητικές και παραδειγματικές αποζημιώσεις. Το εκδοθέν διάταγμα έχει δεσμεύσει δύο τεμάχια ακίνητης ιδιοκτησίας του εφεσείοντος και 1.000 μετοχές που είναι εγγεγραμμένες στο όνομά του σε μία ιδιωτική εταιρεία. Από τα στοιχεία που έχουν παρουσιαστεί φαίνεται ότι τα πιο πάνω δύο τεμάχια είναι υποθηκευμένα έναντι του ποσού των £100.
  2. Ο ίδιος ο εφεσείων δεν έχει δώσει οποιαδήποτε στοιχεία τα οποία θα οδηγούσαν σε συμπέρασμα ότι έχει δεσμευθεί μεγαλύτερη σε αξία περιουσία από ότι η απαίτηση των εφεσιβλήτων, σε βαθμό που θα εδικαιολογείτο η διαφοροποίηση του διατάγματος.» Οσον αφορά το λόγο ένστασης, ότι μετά τα γεγονότα που αναφέρει η ενάγουσα στην αίτησή της δεν αποδεικνύεται ότι υπάρχει κίνδυνος αποξένωσης της περιουσίας των εναγόμενων, αυτό πιστοποιείται από την ένορκη δήλωση της ενάγουσας και συγκεκριμένα από τα όσο καταγράφονται στις παρα. 5 και 6 της ένορκης δήλωσης ως και τα επισυνημμένα στην αρχική ένορκη δήλωση ΤΕΚΜΗΡΙΑ Β, Γ, Δ, Ε και Στ. Μάλιστα στην ένορκη δήλωση του διευθυντή των εναγόμενων ενώ στην παρα. 17 ισχυρίζεται ότι «η Αιτήτρια με τα γεγονότα που αναφέρονται στην αίτησή της δεν αποδεικνύει ότι υπάρχει κίνδυνος αποξένωσης της περιουσία των Καθ΄ ων η αίτηση», στην παρα. 8 που προηγείται ισχυρίζεται ότι «η αποξένωση του ακινήτου γίνεται με προτροπή της Αιτήτριας προκειμένου να λάβει χρηματικό ποσό αντί του διαμερίσματος που θα λάμβανε με βάση τη Συμφωνία Αντιπαροχής», παραδεχόμενος με αυτό τον τρόπο ότι επίκειται αποξένωση του επίδικου ακινήτου ανεξάρτητα από τις συνθήκες κάτω από τις οποίες αυτό πρόκειται να γίνει, οι οποίες, όπως προκύπτει από τις εκατέρωθεν εκδοχές των διαδίκων είναι αντικρουόμενες. Απ΄ όλα τα πιο πάνω προκύπτει ότι η Ενάγουσα/Αιτήτρια έχει ικανοποιήσει το τρίτο κριτήριο τόσο με συγκεκριμένη μαρτυρία για την πρόθεση αποξένωσης του επίδικου ακινήτου - εφόσον οι εναγόμενοι τοποθέτησαν σ΄ αυτό πινακίδα προς πώληση ή ενοικίασή του - όσο και σε συνάρτηση με την πιθανή επίδραση που τέτοια αποξένωση θα είχε επί της απαίτησης της Ενάγουσας. Οσον αφορά το ισοζύγιο της ευχέρειας, κρίνεται, ενόψει όλων των πιο πάνω ότι αυτό σαφώς κλίνει υπέρ της αιτήτριας. Ως αποτέλεσμα κρίνεται ορθό όπως το προσωρινό διάταγμα οριστικοποιηθεί με έξοδα υπέρ της αιτήτριας και εναντίον των καθ΄ ων η αίτηση όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. ΄Εχοντας καταλήξει ως ανωτέρω θεωρώ ότι μπορεί να δοθεί στους καθ΄ ων η αίτηση και δυνατότητα υπαλλακτικής λύσης. Για τη δυνατότητα αυτή αντλώ καθοδήγηση από την υπόθεση Alpha Bank Ltd. v. Reliable Motor Cars (Nicosia) Ltd. κ.ά. Αρ. Αγωγής 1308/06 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, ημερ. 5.06.2006 η οποία δόθηκε από τον Πρόεδρο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας Στ. Ναθαναήλ (όπως ήταν τότε). Δίδεται όμως η δυνατότητα στους καθ΄ ων η αίτηση να καταθέσουν εγγύηση τραπεζική ή άλλη στην ικανοποίηση του Πρωτοκολλητή για το ποσό των €400.000 (που υπερκαλύπτει το αξιούμενο ποσό πλέον τόκοι και έξοδα) οπότε και το απαγορευτικό διάταγμα θα θεωρείται ως αυτομάτως ακυρωθέν με την κατάθεση της πιο πάνω εγγύησης. Εναλλακτικά οι καθ΄ ων η αίτηση μπορούν να υποδείξουν οποιοδήποτε ακίνητο αξίας ίσης με περίπου €400.000 προς αντικατάσταση του δεσμευμένου με το οριστικοποιηθέν διάταγμα ακινήτου, αφού βεβαίως προηγηθεί για το σκοπό αυτό σχετική αίτηση των ιδίων των καθ΄ ων η αίτηση. Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου Α.Ε.Δ. [1] Δέστε Demades v. Studio
(1996)1 A.A.Δ. και Αίτηση Χάρη Φεσσά
(1990)1 Α.Α.Δ. 704. [2] Δέστε Acropol Shipping Co Ltd v. Petros I. Rossis
(1976)1 C.L.R. 38, Constantinides v. Macrigiorgi
(1978)1 C.L.R. 585, M & M Transport v. Εταιρεία Αστικών Λεωφορείων
(1981)1 C.L.R. 605, Odysseos v. Pieris Estates
(1982)1 C.L.R. 557, National Bank of Greece S.A. v. Motovia Ltd
(1987)1 C.L.R. 303, Pastella Marine Co Ltd v. National Iranian Tanker Co Ltd
(1987)1 C.L.R. 583, 599-602, Metro Shipping & Travel Ltd v. Global Cruises S.A.
(1989)1 Α.Α.Δ. 182, Ζεμενίδης ν. Ζεμενίδου
(1992)1 Α.Α.Δ. 54, Τσολάκη ν. Στυλιανίδη
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 282), Louis Vuitton v. Dermosak Limited κ.α.
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 1453. [3] Δέστε Bacardi v. Vinco
(1996)1(Β) Α.Α.Δ. 788 Ζηντίλης ν. Ανδρέου
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1603, Mitsingas v. Timberland
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1791 και Άκης (Μεταφορές Δεμάτων) Εξπρές Λτδ ν. C. Kokkouri Trading
(1998)1 Α.Α.Δ. 149. [4] Δέστε Hadjikyriacos Co Ltd v. United Biscuits UK Ltd
(1984)1 C.L.R. 263, 267-268 [5] Δέστε Adidas v. Jonitexo Ltd
(1984)1 C.L.R. 263, Άκης άλλως Γρηγόρης Ν. Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστιάνα Σταύρου Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248. [6] Δέστε Παναγίδου κ.α. ν. Παναγίδου κ.α.
(2001)1(Α) Α.Α.Δ. 396 και ABP Holdings Ltd v. Κιταλίδης κ.α.
(1994)1 ΑΑΔ 692 σελ. 701: «Το άρθρο 32, που παραθέτουμε πιο πάνω, δίδει ευρύτατη εξουσία στο Δικαστήριο να εκδίδει οποιοδήποτε παρεμπίπτον, απαγορευτικό ή προστακτικό διάταγμα, όταν κριθεί δίκαιο ή πρόσφορο, χωρίς να τίθεται κανένας περιορισμός. Πριν από τη θέσπιση του Ν.14/60, ίσχυε ο περί Δικαστηρίων Νόμος του 1953, 40/53. Το λεκτικό του άρθρου 37
(1)του Νόμου αυτού ήταν πανομοιότυπο με αυτό του άρθρου 32 του Ν.14/60. Στην υπόθεση The Polich Ocean Lines and Another v. N. Spyropoulos and Another XX
(2)C.L.R. 73, Το Δικαστήριο αποφάσισε πως δεν είχε εξουσία να εκδώσει παρεμπίπτον διάταγμα, για να απαγορεύσει στον εναγόμενο να διαθέσει χρηματικό ποσό, που δεν ήταν αντικείμενο της αγωγής. .............. Στη χώρα μας η νομοθετική εξουσία προτίμησε να μη παρέμβει στο ζήτημα. Άφησε τα Δικαστήρια να λειτουργούν με την ευρύτατη εξουσία που τους παρέχεται από το άρθρο 32 του Ν.14/60. Τα άρθρα 4 και 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, κάμνουν ειδική ρύθμιση των καταστάσεων στις οποίες αναφέρονται. Δεν αφαιρούν τίποτε από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Νόμου 14/60, που προσδιορίζει, όπως είπαμε πιο πριν το γενικό πλαίσιο της δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων στην έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων». [7] Δέστε Lakatamitis v. Theodorou
(1983)1 C.L.R. 520 και Papastratis v. Petrides
(1979)1 C.L.R. 231 [8] Δέστε Αναστασία Κιτρομιλίδη ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ Π.Ε. 11927 και 11928 ημερ. 22.9.05 και Κώστας Καλογήρου ν. C.C.F. CREDIT CAPITAL FINANCE LTD Π.Ε. 11895 ημερ. 28.9.05, Τσιαντής ν. Hellenic Bank (Investment) Ltd,
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ 2029 [9] Δέστε Χριστοδούλου ν. Vraets
(1999)1 Α.Α.Δ. 1475, στη σελίδα 1481. [10] Δέστε Louis Vuitton v. Δέρμοσακ
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 1453, 1463. [11] Δέστε Παντελίδη ν. Πιερή
(1998)1(Α) Α.Α.Δ 2111, Larticon Ltd v. Detergenta Developments
(2004)1 Α.Α.Δ. 1121. [12] Δέστε Phasarias (Automotive Centre) Ltd. ν. Σκυροποιία «Λεωνίκ» Λτδ.
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 785, 789-790: «Δεν μπορούμε να συμφωνήσουμε πως αναδύεται ως ανάγκη η προσαγωγή μαρτυρίας για πραγματική πρόθεση του εναγόμενου για αποξένωση ή επιβάρυνση. Εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση εφόσον γίνουν, στην ικανοποίηση ης δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί. Ο κίνδυνος, δηλαδή, να μη ικανοποιηθεί η δικαστική απόφαση αν μεταβιβαστεί ή επιβαρυνθεί η περιουσία..» Δέστε επίσης LARTICON LTD. v. DETERGENTA DEVELOPMENTS LTD Π.Ε. 11471 ημερ. 11.6.04 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.