← Κύπρος

Μιχάλη Α. Μιχαηλίδη ν. Αντώνη Οικονομίδη, Αρ. Αγωγής: 1399/04, 20.1.2010

Μιχάλη Α. Μιχαηλίδη ν. Αντώνη Οικονομίδη, Αρ. Αγωγής: 1399/04, 20.1.2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2010:A2 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Χαραλάμπους, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1399/04 Μεταξύ: Μιχάλη Α. Μιχαηλίδη από την Πάφο Ενάγοντα Και Αντώνη Οικονομίδη από την Πάφο Εναγόμενου ---------------------- Ημερομηνία: 20.1.2010 Αίτηση ημερ. 24.9.2009 για διαγραφή της Έκθεσης Απαίτησης και για παράταση χρόνου καταχώρησης της Έκθεσης Υπεράσπισης Για Εναγόμενο-Αιτητή κ. Α. Παπαχαραλάμπους για κ. Χρ. Γεωργιάδη Για Ενάγοντα-Καθ΄ ου η Αίτηση κ. Αβρααμίδης (Για ν΄ ακούσει απόφαση κ. Ζόππος) Ενάγοντας παρών ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η αίτηση αυτή βασίζεται στη Δ.19 κ.1, 4, 7 και 26, Δ.21 κ.1, Δ.57 και Δ.48 κ.2, 3 και 9 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η αίτηση υποστηρίζεται και από ένορκη δήλωση του Αιτητή- Εναγόμενου στην οποία εκτίθενται τα ακόλουθα γεγονότα: «

  1. Η έκθεση απαίτησης δεν αποτελεί έκθεση, κατά συνοπτικό τρόπο, ουσιωδών γεγονότων.
  2. Η έκθεση απαίτησης περιέχει σκανδαλώδεις, πειρακτικούς, μη αναγκαίους ισχυρισμούς, επουσιώδη γεγονότα, πλατειασμούς, διηγήσεις, μη σχετικούς ισχυρισμούς και μη αποδεκτούς σαν μαρτυρία, γνώμες, συμπεράσματα, επιχειρήματα, ισχυρισμούς που αλληλοαναιρούνται, που είναι ασυμβίβαστοι μεταξύ τους, αοριστίες, ασάφειες και επαναλήψεις, λεπτομέρειες ισχυρισμών που δεν ανταποκρίνονται στους εν λόγω ισχυρισμούς.
  3. Η έκθεση απαίτησης περιέχει αναφορές σε βάσεις αγωγής οι οποίες δεν είναι συμβατές μεταξύ τους και σε βάσεις αγωγής που δεν αναγνωρίζονται νομικά σαν τέτοιες.
  4. Η έκθεση απαίτησης προβάλλει αχρείαστους ισχυρισμούς που υπονοούν την διάπραξη από τον εναγόμενο πειθαρχικών και ποινικών αδικημάτων και ηθικών παραπτωμάτων.
  5. Η έκθεση απαίτησης είναι υπερβολικά εκτεταμένη.
  6. Ως συνέπεια όσων παραπάνω στις παρ. 2 - 6, εκτίθενται, η έκθεση απαίτησης είναι ακατάληπτη με περαιτέρω συνέπεια να μην είναι δυνατή η σύνταξη έκθεσης υπεράσπισης που να απαντά σε όλα αυτά που συνωστίζονται στην έκθεση απαίτησης.
  7. Σε περίπτωση που επιχειρηθεί η σύνταξη έκθεσης υπεράσπισης στην ήδη καταχωρηθείσα έκθεση απαίτησης, η έκθεση υπεράσπισης αναπόφευκτα θα πάσχει δικονομικά εξίσου με την έκθεση απαίτησης.
  8. Η έκθεση απαίτησης, όπως έχει συνταχθεί τείνει να προκαταβάλει, θα περιπλέξει και καθυστερήσει την όλη εκδίκαση της αγωγής και θα προκαλέσει ταλαιπωρία και αχρείαστα έξοδα.
  9. Η καταχώρηση έκθεσης απαίτησης, όπως αυτή που έχει καταχωρηθεί, συνιστά κατάχρηση της Δικαστικής Διαδικασίας.
  10. Η έκθεση απαίτησης όπως έχει συνταχθεί τείνει να βλάψει και εμποδίσει τη δίκαιη και καθαρή εκδίκαση της παρούσας αγωγής.
  11. Η απόφανση της παραπάνω αίτησης διαγραφής της έκθεσης απαίτησης θα αποτελέσει καθοριστικό παράγοντα για τη συμμόρφωση των ισχυρισμών της υπεράσπισης.
  12. Η προώθηση της δικαστικής διαδικασίας, αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας ενόψει όσων αναφέρονται, παραπάνω.» Ο Καθ΄ ου η Αίτηση-Ενάγοντας καταχώρησε ένσταση στην Αίτηση την οποία στηρίζει στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς Δ.19 θ.θ. 2, 3, 4 και 13, Δ.21 θ.1, Δ.27 θ.3, Δ.39 θ.θ. 1, 2 και Δ.48 θ.θ. 1, 2

(1),
(2),
(3), 3, 4 και 7 και επί των συμφυών εξουσιών και πρακτική του Δικαστηρίου και επικαλείται τους κάτωθι λόγους: «
  1. Η αίτηση είναι νομικά και πραγματικά αβάσιμη.
  2. Τα ζητούμενα Διατάγματα υπό στοιχεία (α) και (β) της αίτησης δεν βρίσκουν έρεισμα στους θεσμούς επί των οποίων βασίζεται η Αίτηση και εν πάση περιπτώσει βασίζονται σε θεσμούς λανθασμένους και άσχετους με την ζητούμενη θεραπεία.
  3. Η Δ.19 θ.θ.1, 4, 6, 7 και 26 στην οποία ο Αιτητής στηρίζει την Αίτηση του, δεν παρέχει διακριτική ευχέρεια στο Σεβαστό Δικαστήριο να επιληφθεί του Αιτήματος του Αιτητή και να εκδώσει τα Αιτούμενα Διατάγματα.
  4. Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου βάσει της Δ.19 θ.26 περιορίζεται στη διαγραφή μέρους των δικογράφων και δεν παρέχει εξουσία διαγραφής ολόκληρης της αγωγής.
  5. Το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να απορρίψει μια αγωγή όταν η αγωγή δεν αποκαλύπτει καλή βάση αγωγής ή είναι επιπόλαιη ή παρενοχλητική. Με την υπό κρίση Αίτηση δεν προβάλλονται τέτοιοι ισχυρισμοί οι οποίοι θα έπρεπε να βασίζονται στους ορθούς θεσμούς.
  6. Ούτε η Δ.21 θ.1 και η Δ.57 παρέχει οποιοδήποτε έρεισμα για οποιαδήποτε από τις Αιτούμενες θεραπείες.
  7. Ο Αιτητής δεν προσδιορίζει σαφώς και επακριβώς ποια συγκεκριμένη παράγραφος της Εκθέσεως Απαιτήσεως ή ποιο συγκεκριμένο μέρος της περιέχει ισχυρισμούς που θα πρέπει να διαγραφούν.
  8. Η αίτηση ή/και η ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει δεν εξειδικεύουν τους δικογραφημένους ισχυρισμούς οι οποίοι είναι άσχετοι, σκανδαλώδεις, πειρακτικοί, αλληλοαναιρούμενοι, μη αναγκαίοι ή επουσιώδεις, ασυμβίβαστοι, ή που περιέχουν μαρτυρία, πλατειασμούς, διηγήσεις, μη σχετικούς ισχυρισμούς, γνώμες, συμπεράσματα, επιχειρήματα, αοριστίες, ασάφειες και επαναλήψεις.
  9. Ακόμα όμως και εάν εξειδικεύονταν τέτοιοι ισχυρισμοί στην αίτηση ή/και εάν ακόμα ήθελε φανεί ότι η Έκθεση Απαίτησης περιέχει τέτοιους ισχυρισμούς, πράγμα που ο Καθ΄ ου η Αίτηση δεν παραδέχεται, κάτι τέτοιο δεν οδηγεί ή/και δεν αποτελεί αυτοτελή λόγο για διαγραφή.
  10. Η Έκθεση Απαιτήσεως είναι συνταγμένη νομότυπα και κανονικά και όλα τα γεγονότα που εκτίθενται σ΄ αυτή είναι ουσιώδη.
  11. Η παρούσα αγωγή αποκαλύπτει όχι μόνο εύλογη αιτία αγωγής, αλλά πολύ καλή βάση αγωγής και δεν είναι παρενοχλητική ή επιπόλαιη.
  12. Ακόμα και εάν δεν ευσταθούν οι ως άνω λόγοι ένστασης, το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να εξασκήσει τη διακριτική ευχέρεια του υπέρ του αιτητή.» Τα αιτήματα που απευθύνει ο Εναγόμενος προς το Δικαστήριο και οι θεραπείες που ζητά από το Δικαστήριο είναι δύο. Η πρώτη θεραπεία που ζητά είναι να διαγραφεί η Έκθεση Απαίτησης και η δεύτερη θεραπεία διάταγμα που να παρατείνει το χρόνο καταχώρησης της Έκθεσης Υπεράσπισης και/ή αναστολή κάθε περαιτέρω διαδικασίας μέχρι να αποφασιστεί η αίτηση του (Α) αμέσως παραπάνω, δηλαδή η θεραπεία της διαγραφής της Έκθεσης Απαίτησης. Η νομική βάση της αίτησης που στηρίζει το αίτημα για διάταγμα διαγραφής της Έκθεσης Απαίτησης είναι η Δ.19 κ.4 και
  13. Ο κ.4 της Δ.19 προνοεί περί του πως διατυπώνεται ένα δικόγραφο και ο κ. 26 της Δ.19 έχει ως εξής: «The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, order to be struck out or amended any matter in any indorsement or pleading which may be unnecessary or scandalous or which may tend to prejudice, embarrass, or delay the fair trial of the action.» Η ουσία της θεραπείας που ζητείται από τον Εναγόμενο είναι η διαγραφή ολόκληρης της Έκθεσης Απαίτησης για το λόγο ότι δεν είναι αναγκαία, ότι είναι σκανδαλώδης, ότι τείνει να προκαλέσει προκατάληψη στον Εναγόμενο, ότι είναι ενοχλητική και θα καθυστερήσει την δίκαιη εκδίκαση της αγωγής. Η ένσταση του Ενάγοντα στηρίζεται στους ίδιους Διαδικαστικούς Κανονισμούς που στηρίζεται και η αίτηση δηλαδή τη Δ.19, Δ.21, Δ.48 και στηρίζεται περαιτέρω και στη Δ.27 θ.3 και Δ.39 θ.1 και
  14. Η Δ.27 κ.3 που εν πάση περιπτώσει δεν αποτελεί νομική βάση της αίτησης έχει ως εξής: «
  15. The Court may order any pleading to be struck out on the ground that it discloses no reasonable cause of action or answer, and in any such case or in case of the action or defence being shown by the pleadings to be frivolous or vexatious, the Court may order the action to be stayed or dismissed, or judgment to be entered accordingly as may be just.» Αμφότεροι οι ευπαίδευτοι συνήγοροι, υποστήριξαν τους αντίστοιχους ισχυρισμούς τους με σχετικές αυθεντίες και νομολογία τόσο του δικού μας Ανωτάτου Δικαστηρίου όσο και Αγγλικών Δικαστηρίων που έχουν ερμηνεύσει παρόμοιες πρόνοιες. Ότι η διαγραφή μιας αίτησης και/ή αγωγής και/ή δικογράφου σε αρχικό στάδιο της διαδικασίας είναι πολύ εξαιρετικό μέτρο που πρέπει να εφαρμόζεται μόνον στις περιπτώσεις εκείνες που η αίτηση ή η αγωγή ή το δικόγραφο, ανάλογα με την περίπτωση, στερείται αδιαμφισβήτητα νομικού ή πραγματικού ερείσματος, είναι φανερό και από την υπόθεση In re PELMAKO DEVELOPMENT LIMITED
(1991)1 A.Α.Δ. 246 στην οποία η αίτηση είχε νομική βάση, μεταξύ άλλων, τη Δ.19 κ.26 και Δ.27 κ.3 και το Δικαστήριο, τόσο πρωτόδικα όσο και κατ΄ έφεση αρνήθηκε να διαγράψει την αίτηση. Παραθέτω μικρό μόνο απόσπασμα από τη σελ. 255 της εν λόγω απόφασης: «Όπως έχουμε αναφέρει, η εγκυρότητα αίτησης για διάλυση, εξετάζεται αποκλειστικά με βάση το περιεχόμενο της και τις αντικειμενικές συνέπειες που συνεπάγεται η τεκμηρίωση των ισχυρισμών που προβάλλονται σ΄ αυτή. Η διαγραφή δικογράφου, και ιδιαίτερα δικογράφου με το οποίο ο διάδικος επικαλείται την άσκηση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, αποτελεί εξαιρετικό μέτρο το οποίο δικαιολογείται μόνο εφόσο το δικόγραφο κρίνεται αναντίλεκτα ανυπόστατο. Διαφορετικά, η διαγραφή θα συνεπαγόταν και παραβίαση του δικαιώματος διαδίκου να προσφύγει ενώπιον Δικαστηρίου, δικαίωμα το οποίο κατοχυρώνεται από το άρθρο 30.1 του Συντάγματος.» Το λεκτικό του Κανόνα 26 της Δ.19 είναι πανομοιότυπο με τον αντίστοιχο Αγγλικό Κ.27 της Δ.19 (βλέπε Supreme Court Practice 1959). Ο γενικός κανόνας αναφορικά με την εφαρμογή του Κανονισμού αυτού καθιερώθηκε στην υπόθεση Knowles v. Roberts
(1888)38 Ch.D. 263, σελ. 270 από τον Bowen L.J. όπου ανάφερε ότι το Δικαστήριο δεν θα υπαγορεύσει στους διαδίκους πώς θα συντάξουν τα δικόγραφα τους αλλά παράλληλα ο κανόνας αυτός υπόκειται στον περιορισμό ότι αν ένας διάδικος εισάξει δικόγραφο το οποίο είναι ή αχρείαστο ή σκανδαλώδες ή το οποίο τείνει να δυσχεράνει ή να καθυστερήσει τη δίκαιη εκδίκαση μιας υπόθεσης τότε το δικόγραφο αυτό είναι εκτός των δικαιωμάτων του διάδικου και το Δικαστήριο έχει εξουσία για τη διαγραφή του. Γεγονότα ή ζητήματα τα οποία είναι σχετικά με τα επίδικα θέματα γενικά δεν κρίνονται ως σκανδαλώδη με την έννοια του πιο πάνω Κανονισμού (βλ. Millinghton v. Loring
(1880)6 Q.B.D. 190, σελ. 196). Επομένως το τι πρέπει να εξεταστεί είναι κατά πόσο το ζήτημα για το οποίο υπάρχει ισχυρισμός ότι είναι σκανδαλώδες είναι κάτι για το οποίο θα γινόταν αποδεκτή μαρτυρία για να δείξει την αλήθεια ενός ισχυρισμού στις έγγραφες προτάσεις και ο οποίος ισχυρισμός είναι ουσιαστικός για την επίλυση των επιδίκων θεμάτων (Christie v. Christie
(1873)Ch. App. 499, σελ. 503 και Bullen & Leake and Jacob´s Precedents of Pleadings 12η Έκδοση, σελ. 144-145 κάτω από τον τίτλο «Scandalous pleadings»). Στην υπόθεση Χριστάκη Φ. Πελετιέ ν. Fayek M. Ataya,
(1990)1 Α.Α.Δ. σελ. 504 το πρωτόδικο Δικαστήριο διέταξε τη διαγραφή μέρους της παραγράφου 5 της Έκθεσης Υπεράσπισης σε αγωγή λίβελου που βασικά αποτελούσε επίκληση της υπεράσπισης της «δικαιολογίας» (justification). Παρόλο που τα όσα αναφέροντο στο μέρος αυτό αφορούσαν εταιρεία στην οποία ο Ενάγων ήταν Διευθύνων Σύμβουλος κι΄ όχι στον ίδιο τον Ενάγοντα, το Εφετείο ανέτρεψε την πρωτόδικη απόφαση καθότι έστω κι΄ αν υπάρχει η αρχή περί ξεχωριστής νομικής οντότητας μιας εταιρείας εντούτοις γεγονότα σχετικά με απόφαση του Δικαστηρίου εναντίον της εταιρείας μπορούσαν να έχουν σχέση και με τον Διευθυντή αυτής. Σχετικά με τις αρχές που διέπουν το θέμα αυτό της διαγραφής δικογράφων ή μέρους αυτών αναφέρομαι γενικά στο σύγγραμμα Bullen & Leake (πιο πάνω) σελ. 155-156 κάτω από τον τίτλο «Frivolous or vexatious pleadings and actions», σελ. 146-147 κάτω από τον τίτλο "Pleadings tending to prejudice embarrass or delay fair trial» και σελ. 148 κάτω από τον τίτλο «Abuse of process». H Δ.21 κ.10 που αποτελεί διαζευκτική βάση της αίτησης διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «
  1. Where a defendant sets up a counter-claim, if the plaintiff, or any other person made a party to it, contends that the claim thereby raised ought not to be disposed of by way of counter-claim, but in an independent action, the Court or a Judge may at any time order that such counter-claim be excluded.» Είναι φανερό από το λεκτικό του κ.10 ότι τα κριτήρια για αποκλεισμό της Ανταπαίτησης είναι διαφορετικά από τα κριτήρια της Δ.27 κ.3 ή της Δ.19 κ.
  2. Δηλαδή δεν είναι αναγκαίο εδώ να αποδειχθεί ότι το δικόγραφο είναι ανυπόστατο ή ενοχλητικό ή σκανδαλώδες (frivolous or vexatious) ή ότι τείνει να προκαλέσει προκατάληψη στον Ενάγοντα για να διαταχθεί ο αποκλεισμός του. Εδώ είναι αρκετό αν ικανοποιηθεί το Δικαστήριο ότι δεν πρέπει να εκδικαστεί η ανταπαίτηση μαζί με την αγωγή αλλά με ανεξάρτητη αγωγή από μέρους του Εναγόμενου. Ο ίδιος ο κ.10 δεν περιέχει οιαδήποτε κριτήρια κι΄ έτσι αυτά θα πρέπει να αναζητηθούν από τη νομολογία. Βέβαια εκεί που εκτός από τα κριτήρια του κ.19 ικανοποιούνται και τα κριτήρια της Δ.27 κ.3 ή Δ.19 κ.26 είναι πιο εύκολο για να διατάξει το Δικαστήριο τον αποκλεισμό (exclusion) της Ανταπαίτησης. Ο κ.10 της Δ.21 έτυχε ερμηνείας από το Ανώτατο Δικαστήριο στις υποθέσεις Said Galip v. Umit Suleyman
(1963)2 C.L.R. 129, Pilavachi & Co Ltd v. International Chemical Company Ltd
(1965)1 C.L.R. 97 και Νίκος Κ. Σιακόλας ν. Federal Bank of Libanon SAL
(1992)1 Α.Α.Δ. 710 όπου γίνεται αναφορά και σε αποφάσεις των Αγγλικών Δικαστηρίων και βασικά στην Gray v. Webb. Σχετικά είναι και τα όσα αναφέρονται στο σύγγραμμα Bullen & Leake (πιο πάνω) σελ. 103 κάτω από τον τίτλο «Separate trials of claim and counterclaim». Στην υπόθεση Σιακόλας (πιο πάνω) σελ. 718-719 τα κριτήρια έχουν διατυπωθεί από το Δικαστή (όπως ήταν τότε) κ. Γ. Μ. Πική ως εξής: «Εξετάσαμε τα θέματα που εγείρονται υπό το φως των εισηγήσεων και της επιχειρηματολογίας που ανέπτυξαν τα δύο μέρη. Συνάγεται από τις πρόνοιες της Δ.21 θ.10 και τη νομολογία ότι η διαπίστωση λόγων που δικαιολογούν τον αποκλεισμό της ανταπαίτησης επαφίεται στο πρωτόδικο δικαστήριο. Το κυριαρχικό στοιχείο στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου είναι το πρόσφορο της εκδίκασης της ανταπαίτησης συγχρόνως με την αγωγή και η πιθανότητα πρόκλησης δυσχέρειας στον ενάγοντα απ΄ αυτό το ενδεχόμενο. Παρόλο που η συνάφεια των επίδικων θεμάτων της ανταπαίτησης μ΄ εκείνα της αγωγής δεν αποτελεί προϋπόθεση για την έγερση ανταπαίτησης η πιθανότητα πρόκλησης δυσχέρειας στον ενάγοντα από τη συνεκδίκαση της ανταπαίτησης, λόγω της ασυνάφειας των επίδικων θεμάτων και ιδίως το ενδεχόμενο σημαντικής καθυστέρησης στην εκδίκαση της αγωγής, συνιστά λόγο για τον αποκλεισμό της ανταπαίτησης.» (Οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου) Είναι φανερό ότι η Δ.21 δεν έχει καμία σχέση με την εκδικαζόμενη υπόθεση. Η Δ.27 κ.3 που δεν αποτελεί εν πάση περιπτώσει νομική βάση της αίτησης αλλά νομική βάση της ένστασης αναφέρει τα ακόλουθα: «3. The Court may order any pleading to be struck out on the ground that it discloses no reasonable cause of action or answer, and in any such case of the action or defence being shown by the pleadings to be frivolous or vexatious, the Court may order the action to be stayed or dismissed, or judgment to be entered accordingly as may be just.» Τόσον από αποφάσεις Αγγλικών Δικαστηρίων όσο και από αποφάσεις του δικού μας Ανωτάτου Δικαστηρίου φαίνεται ότι τα Δικαστήρια μόνον σε αραιές και καθαρές περιπτώσεις απορρίπτουν μια αγωγή in limine (on the threshold) δηλαδή στην έναρξη της διαδικασίας και χωρίς δίκη επί της ουσίας της υπόθεσης. (Βλέπε μεταξύ άλλων Knowles v. Roberts
(1888)38 Ch. D. 263, Dyson v. Attorney-General
(1911)1 K.B. 410, Law v. Dearnley
(1950)1 All E.R. 124, Mavromoustakis v. Yeroudes
(1965)1 C.L.R. 176, Papamichael v. Chaholiades
(1970)1 C.L.R. 305, Ιερά Μονή Αγίου Γεωργίου Κοντού ν. Γεώργιος Βοντισιάνου κ.λ.κ.
(1989)1 C.L.R. 359 και την υπόθεση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας Νίκος Κ. Κούντουρος ν. Χαράλαμπου Χ"Νικόλα
(1978)2 J.S.C. 227 η οποία δεν είναι δεσμευτική για το Δικαστήριο τούτο αλλά βοηθητική). Στη σελίδα 335 της υπόθεσης Χ"Νικόλα (πιο πάνω) ο κ. Πογιατζής, Α.Ε.Δ., όπως ήταν τότε, αναφέρει τα ακόλουθα: «The words `frivolous and vexatious action´ used in our Order 27, rule 3 and the corresponding English Order 25, rule 4 have construed to apply only to those pleadings which are so clearly frivolous that to put them forward would be an abuse of the process of the Court Whitworth v. Darbishire (68 L.T. 216). Under this Rule the question whether the pleading is obviously frivolous and vexatious is concluded by what appears on the pleading itself. It is a discretionary power which is exercised with caution and whenever the claim as pleaded is beyond amendment and is obviously unsustainable. There is nothing at all in the indorsed statement of claim in this action to suggest that it is a frivolous and vexatious action. On the contrary, it raises fairly the cause or causes of action which are fit to be adjudicated upon.» ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ Μελέτησα με τη μέγιστη δυνατή προσοχή τους αντίστοιχους ισχυρισμούς που επικαλέστηκε η κάθε πλευρά και εξέτασα αυτούς κάτω από το φως των πιο πάνω νομικών αρχών. Αρχίζοντας από το μέγεθος της Έκθεσης Απαίτηση¦ βρίσκω ότι είναι πράγματι σημαντικό. Όμως η νομική αρχή είναι ότι ο όγκος ενός δικογράφου δεν είναι λόγος για τη διαγραφή του. Παρόμοια, το κριτήριο αν η προβαλλόμενη απαίτηση ευσταθεί ή όχι και πάλι είναι άσχετο. (Βλέπε Bullen & Leake and Jacob´s Precedents of Pleadings, 12η Έκδοση, σελίδες 147-148). Παραθέτω μικρό μόνο απόσπασμα από τις εν λόγω σελίδες που έχει ως ακολούθως: «Moreover, the mere fact that statements in a pleading may be difficult to deal with does not render them "prejudicial" or "embarrassing" if they are material facts and are otherwise properly pleaded, and mere prolixity, i.e. stating material facts at unnecessary length or with unnecessary detail , is not sufficient ground for striking out. A pleading is not embarrassing merely because it is probable that the allegations made may ultimately turn out to be untrue in fact or because points of law are stated or alleged which may then turn out to be bad or because it states facts which the party who pleads them is entitled to prove.» Στην αίτηση του ο Αιτητής-Εναγόμενος δεν εξειδικεύει πουθενά οποιοδήποτε απόσπασμα της Έκθεσης Απαίτησης που δυνατόν να υπόκειται σε διαγραφή. Η θεραπεία που ζητά είναι η εξ ολοκλήρου και συλλήβδην διαγραφή της Έκθεσης Απαίτησης του Καθ΄ ου η Αίτηση. Η θεραπεία που αξιώνει ο Αιτητής, είναι εν πολλοίς ακαθόριστη, αόριστη και γενική με αποτέλεσμα το Δικαστήριο, να μην είναι σε θέση να προχωρήσει έστω και σε μερική αποδοχή της αίτησης έστω και αν υπάρχουν αποσπάσματα υποκείμενα σε διαγραφή. Η θεραπεία που αφορά την παράταση χρόνου για καταχώρηση της Έκθεσης Υπεράσπισης θα κριθεί με βάση την αίτηση για απόφαση που έχει καταχωρήσει ήδη ο Καθ΄ ου η Αίτηση-Ενάγοντας. Ενόψει των ανωτέρω η αίτηση κρίνεται αβάσιμος και απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του Καθ΄ ου η Αίτηση και εναντίον του Αιτητή όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή, εγκριθούν από το Δικαστήριο και πληρωθούν στο τέλος της όλης διαδικασίας. (Υπ.) ................ Φ. Χαραλάμπους, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.