Ελένη Μπάκα, Αρ. Ειδ. Πτώχευσης. 1079/2009, 4 Φεβρουαρίου 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2010:A5 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΠΤΩΧΕΥΣΕΩΝ Ενώπιον: Κ. Κουνίδου Ε.Δ Αρ. Ειδ. Πτώχευσης. 1079/2009 ΣΕ ΠΤΩΧΕΥΣΗ: Ελένη Μπάκα από την Πάφο ---------------------------------------------- 4 Φεβρουαρίου 2010 Αίτηση ημερομηνίας 21.10.2009 για παραμερισμό της Ειδοποίησης πτώχευσης Για την αιτήτρια: κ. Χουβαρτάς Για τους καθ΄ων η αίτηση: κ. Μυτίδης Α Π Ο Φ Α Σ Η Σύμφωνα με την ειδοποίηση πτώχευσης η Ελένη Μπάκα από Πάφο οφείλει στην Ελληνική Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ το ποσό των €2398.06 (Λ.Κ.1403.52) πλέον Φ.Π.Α με τόκο 9% ετησίως από 19/10/2000 μέχρι εξοφλήσεως και το ποσό των €405.79 (Λ.Κ. 237.50) έξοδα της αγωγής πλέον τόκο 8% ετησίως από 13/12/2000 μέχρι εξοφλήσεως πλέον Φ.Π.Α Τα πιο πάνω ποσά οφείλονται δυνάμει δικαστικής απόφασης στην Αγωγή 4735/2000 του Ε.Δ Πάφου η οποία δεν τελεί υπό αναστολή, πιστό αντίγραφο της απόφασης επισυνάπτεται με την ειδοποίηση πτώχευσης. H ειδοποίηση πτώχευσης, επιδόθηκε στην Ελένη Μπάκα, στις 16.10.2009, ένορκη δήλωση του ιδιώτη επιδότη εν σχέση με την επίδοση βρίσκεται στον φάκελο της υπόθεσης. Η πιο πάνω καλείται σύμφωνα με την ειδοποίηση όπως από την επίδοση της να πληρώσει στους αιτητές ή στον Δικηγόρο τους, τα αναφερόμενα ποσά. Οι συνέπειες της μη συμμόρφωσης της μετά πιο πάνω, αναφέρονται στην οπισθογράφηση, η οποία επίσης της επιδόθηκε. Η Ελένη Μπάκα στις 21.10.2000 καταχώρησε αίτηση με την οποία ζητά παραμερισμό και/ή ακύρωση της ειδοποίησης πτώχευσης. Σύμφωνα με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση της, η ειδοποίηση πτώχευσης θα πρέπει να παραμεριστεί και/ή ακυρωθεί, για τους ακόλουθους λόγους, όπως τους έχω συνοψίσει: (α) Οι αιτητές δεν αναφέρουν τι μέτρα έλαβαν για την είσπραξη του ποσού της απόφασης και ως εκ τούτου δεν έχει ξεκαθαρίσει μέχρι σήμερα πιο είναι το ακριβές υπόλοιπο του εξ αποφάσεως χρέους για να μπορεί η αιτήτρια να προβεί στην παρούσα αίτηση. Θα έπρεπε ως ισχυρίζεται στην παράγραφο 3 της ενόρκου δηλώσεως της οι αιτητές να είχαν προχωρήσει με αίτηση δια πληρωμή του χρέους με μηνιαίες δόσεις και για αυτό η ενέργεια τους να ζητούν την έκδοση ειδοποίησης πτώχευσης εναντίον της είναι πρόωρη και εκδικητική και κατά συνέπεια καταχρηστική των διαδικασίων. (β) Η ειδοποίηση πτώχευσης είναι άκυρη, άκαιρη εκδικητική και καταπιεστική και επιδιώκει αλλότριους σκοπούς. Καταχρηστικά οι αιτητές επιμένουν στην διαδικασία πτώχευσης εναντίον της. Οι αιτητές όφειλαν να προχωρήσουν στην πώληση των αντικειμένων που αναφέρονται στην απόφαση και ακολούθως αν δεν ικανοποιούντο να προχωρήσουν με άλλα μέτρα. (γ) Η ειδοποίηση πτώχευσης είναι παράτυπη και/ή αντικανονική γιατί σε αυτή δεν υπάρχει νομική βάση στην οποία να στηρίζεται και είναι αντίθετη με τους περί Πτωχεύσεως Διαδικαστικούς Κανονισμούς. Ειδικότερα δε λέγει ότι αυτή είναι άκυρη γιατί δεν συνάδει με τους Κανονισμούς 16, 39 και 49 και τον τύπο 3 και 4, γιατί ενώ στην δεύτερη σελίδα της ειδοποίησης αναφέρεται ότι παρέχεται χρόνος 7 ημερών για να πληρώσει το χρέος της αναφέρεται επίσης ότι ο χρόνος που της παρέχεται για να καταχωρήσει αίτηση για ακύρωσης της είναι 3 ημέρες, με αποτέλεσμα να δημιουργείται ανακολουθία και σύγχυση και επίσης, γιατί σε αυτή δε γίνεται αναφορά ποιες πληρωμές έχουν γίνει τόσο από την ίδια όσο και από άλλη πρόσωπα. Επίσης ισχυρίζεται ότι είναι άκυρη η επιδοθείσα ειδοποίηση πτώχευσης γιατί τα έγγραφα που της επιδόθηκαν είναι παράτυπα αφού η ειδοποίηση πτώχευσης δεν φέρει την απαραίτητη ανάγλυφη σφραγίδα του Δικαστηρίου. (δ) Δεν γίνεται καμία αναφορά αν για την απόφαση η οποία εκδόθηκε στις 4.7.2001 δόθηκε άδεια για εκτέλεση. (ε) Ανακολουθία, παρατυπία και σύγχυση ισχυρίζεται ότι δημιουργείται και από το γεγονός ότι ενώ στην πρώτη σελίδα της ειδοποίησης αναφέρεται το Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου στην δεύτερη σελίδα αναφέρεται Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού. Στην αίτηση καταχωρήθηκε ένσταση στην οποία περιλαμβάνονται οι ακόλουθοι λόγοι ένστασης: (α) Η αίτηση είναι ουσία αβάσιμη καθότι περιέχονται ισχυρισμοί στην ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει, οι οποίοι προβάλλονται σε λανθασμένο στάδιο και/ή αποτελούν αβάσιμες ενστάσεις. (β) Η αιτήτρια δεν προσέρχεται με «καθαρά χέρια» εφόσον δεν αναφέρει στην Ένορκη της Δήλωση ότι οι καθ΄ων η αίτηση προέβηκαν σε μέρα εκτέλεσης της απόφασης εναντίον της. (γ) Η ειδοποίηση πτώχευσης των καθ΄ων η αίτηση είναι καθ΄όλα έγκυρη και νόμιμη. (δ) Οποιαδήποτε τυχόν παρατυπία της ειδοποίησης δεν μπορεί να καταστήσει άκυρη την όλη διαδικασία. (ε) Η πτωχευτική διαδικασία δεν αποτελεί μέτρο εκτέλεσης της απόφασης, ούτως ώστε να απαιτείται άδεια εκτέλεσης της απόφασης. Στ) Δεν αποτελεί προϋπόθεση η λήψη οποιονδήποτε άλλων μέτρων εκτέλεσης της απόφασης πριν την καταχώρηση της ειδοποίησης πτώχευσης. Η ακρόαση της αίτησης διεξήχθηκε επί των όσων η αιίτητρια και εξουσιοδοτημένος υπάλληλος των καθ΄ων η αίτηση αναφέρουν στις ένορκες δηλώσεις τους, υποστηρίζοντας με σχετικές αγορεύσεις η κάθε πλευρά την θέση της. Για σκοπούς συντομίας θα γίνει αναφορά στα σημαντικότερα σημεία της μαρτυρίας κατά την εξέταση της νομικής πτυχής του θέματος. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν έχει εξεταστεί και ληφθεί υπόψη οτιδήποτε έχει τεθεί ενώπιον του δικαστηρίου. Κρίνω, παρά το γεγονός ότι έχουν επισημανθεί και τονιστεί αρκετά κατά την ακρόαση της αίτησης, τα οποία τονίζω ότι έχουν ληφθεί υπόψη, η αίτηση θα πρέπει να κριθεί με βάση ορισμένα ουσιαστικά κριτήρια και γεγονότα στα οποία θα επικεντρωθεί το δικαστήριο. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ: Το άρθρο 3 του Κεφ. 5 αναφέρει τι συνιστά πράξη πτώχευσης. 3.-
(1)Ο χρεώστης διαπράττει πράξη πτώχευσης σε καθεμία από τις ακόλουθες περιπτώσεις: (ζ) αν πιστωτής εξασφαλίζει εναντίον του τελεσίδικη απόφαση ή τελικό διάταγμα για οποιοδήποτε ποσό, και, ενώ δεν αναστάληκε η εκτέλεση της απόφασης ή του διατάγματος, επέδωσε σε αυτόν στην Κύπρο ή άλλου με άδεια δικαστηρίου, ειδοποίηση πτώχευσης βάσει του Νόμου αυτού και μέσα σε επτά ημέρες μετά την επίδοση της ειδοποίησης σε αυτόν, σε περίπτωση που η επίδοση γίνεται στην Κύπρο και σε περίπτωση που η επίδοση γίνεται αλλού μέσα στον καθορισμένο από το Διάταγμα που παρέχει την άδεια για επίδοση χρόνο, ο χρεώστης είτε συμμορφώνεται με τις απαιτήσεις της ειδοποίησης, είτε ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι έχει ανταπαίτηση, δικαίωμα συμψηφισμού ή ανταγωγή η οποία εξισώνεται ή υπερβαίνει το ποσό του εξ΄αποφάσεως χρέους ή το ποσό που διατάχθηκε να πληρωθεί, και την οποία δεν ήταν δυνατό να προβάλει στην αγωγή ή τη διαδικασία στην οποία εξασφαλίστηκε ή απόφαση ή το διάταγμα. Για τους σκοπούς του άρθρου αυτού οποιοδήποτε πρόσωπο το οποίο κατά τον εκάστοτε χρόνο νομιμοποιείται να εκτελέσει τελεσίδικη απόφαση ή τελικό διάταγμα, θα θεωρείται ότι είναι πιστωτής που εξασφάλισε τελεσίδικη απόφαση ή τελικό διάταγμα.
(3)Ειδοποίηση πτώχευσης με βάση το Νόμο αυτό θα γίνεται κατά τον καθορισμένο τύπο και θα καλεί τον χρεώστη να πληρώσει το εξ αποφάσεως χρέος ή το ποσό που διατάχτηκε να πληρώσει σύμφωνα με τους όρους της απόφασης ή του διατάγματος, ή να εξασφαλίσει το χρέος ή να συμβιβάσει αυτό κατά τρόπο που να ικανοποιεί τον πιστωτή ή το Δικαστήριο, και να εκθέτει τις συνέπειες της μη συμμόρφωσης προς την ειδοποίηση και πρέπει να επιδίδεται κατά τον καθορισμένο τρόπο. Όπως προκύπτει από την Νομολογία, οι περιπτώσεις που παρέχονται στον καθ΄ου η αίτηση για να προσβάλει την εγκυρότητα μιας πτωχευτικής ειδοποίησης, περιορίζονται στους πιο πάνω λόγους (βλ. Νίκος Λάρκος ν. Ελένη Παναγή Κατσιάρη Πολιτική Έφεση 10610, ημερομηνίας 23.10.2000). Σύμφωνα με το σύγγραμμα Williams and Muir Hunter «The Law and Practice in Bankruptcy», 19η έκδοση, χρεώστης δύναται να υποβάλει αίτηση (διαδικασία άλλη από αυτή που προβλέπεται στον Κανονισμό 40 με Ένορκη Δήλωση) για παραμερισμό της Ειδοποίησης Πτώχευσης για λόγους άλλους, όπως, παρατυπία, κακή επίδοση, πληρωμή του χρέους κ.α. Στις περιπτώσεις μάλιστα αυτές, ως έχει νομολογηθεί δεν ισχύει η προθεσμία των τριών ημερών που προβλέπεται για την ένορκη δήλωση του Κ.40 (βλ. In Re Costas Luka
(1986)2 JSC 365 και Williams and Muir Hunter «The Law and Practice in Bankruptcy», 19η έκδοση, σελ.38). Προκύπτει από τα πιο πάνω ότι μπορεί να επιζητηθεί ο παραμερισμός Ειδοποίησης Πτώχευσης για λόγους άλλους από αυτούς που περιλαμβάνονται στον Κανονισμό
- Τέτοια αίτηση θα πρέπει να έχει ως νομική βάση τον Κανονισμό
- Λαμβανομένων υπόψη των πιο πάνω, ως επίσης και όσων πιο εκτίθενται, επίσης πιο πάνω, και σχετίζονται με τους λόγους που η καθ΄ης η αίτηση ζητά τον παραμερισμό της ειδοποίησης πτώχευσης και έχοντας υπόψη μου ότι η αίτηση της στηρίζεται μεταξύ άλλων και στον Κανονισμό 16, κρίνω ότι δεν ευσταθεί ο πρώτος λόγος της ένστασης των καθ΄ων η αίτηση. Σε ότι αφορά αν αποτελούν οι ισχυρισμοί της «αβάσιμες ενστάσεις» αυτό θα εξεταστεί στη συνέχεια. Περαιτέρω σε σχέση με τον ισχυρισμό της καθ΄ης η αίτηση ότι δημιουργείται ανακολουθία και σύγχυση από το γεγονός ότι στην δεύτερη σελίδα της ειδοποίησης αναφέρεται ότι της παρέχεται χρόνος 7 ημερών για να πληρώσει το χρέος της και στην τρίτη σελίδα χρόνος 3 ημερών για να καταχωρήσει αίτηση για ακύρωση της ειδοποίησης πτώχευσης, παρατηρώ ότι σε σχέση με τις 3 ημέρες χρονικό διάστημα που της παρέχεται, δεν είναι για να καταχωρήσει αίτηση, αλλά ένορκη δήλωση για παραμερισμό της ειδοποίησης, κατά τρόπο που η ειδοποίηση πτώχευση συμμορφώνεται με τις πρόνοιες του Κανονισμού 40 (βλέπε πιο πάνω) ενώ το χρονικό διάστημα των 7 ημερών που της παρέχεται είναι για να προβεί σε εξόφληση του εξ΄ αποφάσεως χρέους της. Συνεπακόλουθα καμιά βασιμότητα δεν έχει ο ισχυρισμός της περί σύγχυσης και ανακολουθίας. Ισχυρίζεται η αιτήτρια στις παραγράφους 8 και 9 της ένορκης της δήλωσης, ότι η ειδοποίηση πτώχευσης είναι παράτυπη και/ή αντικανονική γιατί σε αυτή δεν υπάρχει νομική βάση στην οποία να στηρίζεται και είναι αντίθετη με τους περί Πτωχεύσεως Διαδικαστικούς Κανονισμούς. Ειδικότερα δε λέγει ότι αυτή είναι άκυρη γιατί δεν συνάδει με τους Κανονισμούς 16, 39 και 49 και τον τύπο 3 και
- Έχοντας κατά νου και μελετώντας τα εν λόγω έγγραφα, διαπιστώνω ότι η επίδικη ειδοποίηση πτώχευσης εισήχθη με βάση τον Καν. 39 των Πτωχευτικών Κανονισμών, είναι σύμφωνη με το πρότυπο-έντυπο αρ. 3 του Παραρτήματος «Α» των Κανονισμών, που αποτελεί την παράκληση για έκδοση της πτωχευτικής ειδοποίησης και ως εκ τούτου θεωρώ ότι ο πιο πάνω ισχυρισμός δεν ευσταθεί. Αναφορικά με τον ισχυρισμό ότι είναι άκυρη η επίδοση της ειδοποίησης πτώχευσης γιατί δεν υπάρχει η ανάγλυφη σφραγίδα του Δικαστηρίου, και ότι σε αυτή στην δεύτερη σελίδα αναφέρεται «Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού» αντί «Πάφου», παραπέμπω στο άρθρο 102 του Κεφ. 5, όπου, τυπικό ελάττωμα ή αντικανότητα δεν ακυρώνει καμιά πτωχευτική διαδικασία, όταν μάλιστα, όπως προκύπτει, δεν είχε εγερθεί από τα μέρη, ώστε να έθεταν και ζήτημα επηρεασμού τους. Στην προκειμένη περίπτωση παρά το ότι εγέρθηκαν τα πιο πάνω που πρόκειται για ελαττώματα και αντικανότητα της αίτησης, δεν έγινε καμιά αναφορά για το πώς αυτά επηρέασαν και με πιο τρόπο την αιτήτρια αλλά ούτε αυτά θεωρώ ότι είναι τέτοιας φύσης και μορφής ώστε να μπορούν με οποιοδήποτε τρόπο να επηρεάσουν την αιτήτρια. Στον κανονισμό 40 αλλά και στο άρθρο 3 του Κεφ. 5 δεν περιλαμβάνεται προϋπόθεση ότι στην αίτηση για έκδοση ειδοποίησης πτώχευσης θα πρέπει να αναφερθούν οι πληρωμές που έχουν γίνει και τα μέτρα εκτέλεσης που έχουν ληφθεί από τον αιτητή προς ικανοποίηση της απόφασης, ως εκ τούτου ο ισχυρισμός της αιτήτριας ότι η ειδοποίηση πτώχευσης είναι παράτυπη και/ή αντικανονική γιατί δεν αναφέρεται σε αυτή ποιες πληρωμές έχουν γίνει τόσο από την ίδια όσο και από άλλη πρόσωπα, δεν ευσταθεί. Τα πιο πάνω απαντούν και στον ισχυρισμό της αιτήτριας περί υποχρέωσης των αιτητών να είχαν αρχικά προχωρήσει με αίτηση για πληρωμή του χρέου με μηνιαίες δόσεις, τέτοια υποχρέωση δεν επιβάλλεται από τον Νόμο και τους Κανονισμούς Ισχυρίζεται η αιτήτρια ότι δεν γίνεται αναφορά στην ειδοποίηση κατά πόσο δόθηκε άδεια εκτέλεσης της απόφασης ημερομηνίας 4.7.
- Το άρθρο 3
(1)(g) του Περί Πτωχεύσεως Νόμου Κεφ. 5 επιβάλλει την ύπαρξη τελικής εκτελεστής απόφασης. Στην υπόθεση Νικολαίδης ν. Φετά
(1992)1 ΑΑΔ 970 τονίζεται ότι η απόφαση είναι εκτελεστή εάν δεν υπάρχει αναστολή εκτέλεσης. Αυτό που απαιτείται, σε περίπτωση παρέλευσης 6 ετών από την έκδοση μιας απόφασης είναι άδεια του δικαστηρίου για εκτέλεση της (βλέπε Δ.40Θ.8 των Θεσμών Πολιτικής δικονομίας). Η παρούσα διαδικασία έχει αποφασιστεί ότι δεν αποτελεί μέτρο εκτέλεσης αλλά είναι μια "sui generis" διαδικασία οιονεί ποινικού χαρακτήρα. Ως εκ τούτου δεν απαιτείται η εξασφάλιση άδειας του Δικαστηρίου για εκτέλεση της απόφασης, αν παρέλθει το πιο πάνω χρονικό διάστημα των 6 ετών, αφού η διαδικασία γενικά της πτώχευσης δεν αποτελεί μέσο εκτέλεσης μιας απόφασης όπως αναφέρθηκε και στην υπόθεση Αρέστη ν. Λαική
(2002)1 ΑΑΔ 1258. Σκοπός της πτωχευτικής διαδικασίας, όπως τονίστηκε στην υπόθεση London Clubs Ltd v. Ρ. Παπαδόπουλου,
(2002)ΑΑΔ 1(Γ) 1699, είναι η προστασία και διασφάλιση της περιουσίας του υπό πτώχευση ώστε να χρησιμοποιηθεί όπως ο νόμος ορίζει για την ικανοποίηση εξ΄ολοκλήρου ή μερικώς και κατ΄ισονομία όλων των πιστωτών. Στην υπόθεση Πετράκης ν. Κίμωνος
(2006)1 (Β) ΑΑΔ 1311, λέχθηκαν τα πιο κάτω: «Το όλο θέμα είναι θέμα γεγονότων. Εκεί που δεν υπάρχουν στοιχεία δόλου ή αθέμιτης εξασφάλισης χρημάτων ή πλεονεκτημάτων προς όφελος του συγκεκριμένου αιτητή - πιστωτή και εις βάρος του χρεώστη και των άλλων πιστωτών του, αίτηση εκδόσεως διατάγματος παραλαβής δεν θεωρείται ότι γίνεται για παράλληλο και αθέμιτο σκοπό ή κατά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας, έστω και αν έχει σαν συνεπαγόμενο αποτέλεσμα κάποιο πλεονέκτημα για τον πιστωτή». Η απόφαση την υπόθεση London Clubs Ltd (ανωτέρω), αφορούσε ειδοποιήσεις πτώχευσης. Υποβλήθηκε αίτηση ακυρώσεως των επιδοθεισών ειδοποιήσεων πτώχευσης επειδή συνιστούσαν κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Είχαν προηγηθεί άλλες δύο ειδοποιήσεις πτωχεύσεως οι οποίες αποσύρθηκαν από τους αιτητές αφού ο καθ΄ου η αίτηση συμφώνησε να πληρώνει το ποσό μηνιαίων δόσεων τριπλάσιο από εκείνο που είχε αρχικά συγκατατεθεί να πληρώνει. Το Εφετείο παρατήρησε πως δεν εξηγήθηκε στο πρωτόδικο δικαστήριο γιατί δεν είχε προωθηθεί η ορθή διαδικασία είσπραξης της εξ αποφάσεως οφειλής του εφεσίβλητου μετά που αυτός αμέλησε να καταβάλει τις καθυστερημένες δόσεις του. Παρά το ότι υπήρχε σχετικό διάταγμα του Δικαστηρίου για μηνιαίες δόσεις, οι εφεσείοντες δεν το προώθησαν προς εκτέλεση. Πέραν τούτου οι εφεσείοντες είχαν αποσύρει, προηγουμένως, τις δύο ειδοποιήσεις πτώχευσης, με αντάλλαγμα την αύξηση του ποσού των δύο διαταγμάτων μηνιαίων δόσεων από Λ.Κ.100.- το καθένα σε Λ.Κ.300.- το καθένα. Με εκείνα τα δεδομένα το Εφετείο αποφάνθηκε πως η διαδικασία που ανελήφθη από τους εφεσείοντες ήταν καταπιεστική εις βάρος του εφεσίβλητου , γιατί δεν απέβλεπε, με την ορθή χρήση της δικαστικής διαδικασίας, στην εκτέλεση των υπέρ του αποφάσεων, αλλά απέβλεπε στην καταπίεση του εφεσίβλητου με την κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Σύμφωνα με την Loukos Trading Co Ltd κ.ά ν. Ρέιντποου Πλήτσιηγκ και Ντάιγκ Κο Λτδ
(2000)1 (Β) ΑΑΔ 1014: « Έχει νομολογηθεί ότι τα δικαστήρια έχουν εξουσία να ελέγχουν τις διαδικασίες προς αποφυγή καταχρήσεως της δικαστικής διαδικασίας. Έχει επίσης, νομολογηθεί ότι η κατάχρηση της διαδικασίας μπορεί να προσλάβει πολλές μορφές και ότι ανάλογα ευρεία είναι και η δικαιοδοσία του δικαστηρίου για την παρεμπόδιση της (βλ. Constantinides v. Vima Ltd
(1983)1 C.L.R. 348, Έλληνας ν. Δημοκρατίας
(1989)2 ΑΑΔ 149, Αρχιεπίσκοπος Κύπρου (Αρ.2)
(1993)1 ΑΑΔ 248, Διευθυντής Φυλακών ν. Περρέλα
(1995)1 ΑΑΔ 217, Re Beogradska D.D.
(1996)1 AΑΔ 911 και Βασιλείου ν. Μακρίδη
(2000)1 ΑΑΔ 133). Στην Περέλλα, πιο πάνω, σελ.222, υποδείχθηκε ότι η «δικαιοδοσία για παρεμπόδιση, περιστολή, απόρριψη ή αναστολή διαδικασίας, που συνιστά κατάχρηση των δικαιοδοσιών του Δικαστηρίου, εκπηγάζει από την ίδια τη φύση της δικαστικής λειτουργίας που έχει ως λόγο το δίκαιο και μέσο τους μηχανισμούς που παράγουν την κατίσχυση του.» Στην προκειμένη περίπτωση από τα ενώπιον μου στοιχεία δεν υπάρχει οτιδήποτε από το οποίο να φαίνεται ότι οι αιτητές χρησιμοποιούν την δικαστική διαδικασία με άλλο στόχο άλλον από εκείνο που προβλέπεται, και κατά τρόπο καταπιεστικό για την καθ΄ης η αίτηση. Ο ισχυρισμός της παρέμεινε γενικώς, αόριστος αλλά και ατεκμηρίωτος. Σύμφωνα με την απόφαση ημερομηνίας 4.7.2001, ο εναγόμενος 1 διατάσσεται να παραδώσει στην ενάγουσα τα αντικείμενα, όπως αυτά περιγράφονται στην απόφαση, για να πωληθούν σε Δημόσιο πλειστηριασμό και τα έσοδα από την πώληση διατεθούν προς εξόφληση του ποσού της απόφασης, τόκων και εξόδων, ενώ οποιοδήποτε τυχόν εναπομείναν ποσό να διατεθεί προς όφελος του εναγόμενου 1 Στην ειδοποίηση πτώχευσης δεν γίνεται καμία αναφορά με το πιο πάνω σκέλος της απόφασης ή αν τα συγκεκριμένα αντικείμενα έχουν πωληθεί. Στην ειδοποίηση πτώχευσης καταγράφονται επακριβώς τα ποσά που αναφέρονται στην απόφαση και ως εκ τούτου φαίνεται ότι δεν έγινε καμία πληρωμή. Παρά το ότι η αιτήτρια ισχυρίζεται ότι η ειδοποίηση είναι άκυρη και αντικανονική αφού σε αυτή δε γίνεται αναφορά ποιες πληρωμές έχουν γίνει τόσο από την ίδια όσο και από άλλη πρόσωπα, δεν αναφέρει ρητά αλλά ούτε και παραθέτει στοιχεία σε σχέση με πληρωμές αν έχουν γίνει πράγματι και ποια ποσά αφορούν. Το άρθρο 3 (ζ) του Κεφ. 5 καταγράφεται πιο πάνω, αναφορά στο εν λόγο άρθρο γίνεται σε τελεσίδικη απόφαση ή τελικό διάταγμα για οποιοδήποτε ποσό. Ο όρος «τελεσίδικη απόφαση» (final judgment) εμφανίζεται και στο άρθρο 4(10(γ) της Αγγλικής Bankruptcy Act, 1833 (βλ. τώρα Bankruptcy Act, 1914, άρθρο 1
(1)(γ)). Έχει ερμηνευτεί στην υπόθεση RE Chinery, Ex p. Chinery
(1884)12 Q,B,D 342,345: « I think we ought to give to the words "final judgment" in this subsection their strict and proper meaning, i.e. a judgment obtained in an action by which a previously existing liability of the defendant to the plaintiff is ascertained or established." Σε ελληνική μετάφραση: «Νομίζω ότι πρέπει να δώσουμε στις λέξει «τελεσίδικη απόφαση» σ΄ αυτό τι εδάφιο την αυστηρή και σωστή έννοια της. Είναι απόφαση που λαμβάνεται σε μια αγωγή με την οποία μια προυπάρχουσα υποχρέωση του εναγόμενου προς τον ενάγοντα εξακριβώνεται ή αποδεικνύεται.» Στην Huntly (Marchioness) v. Gaskell (19050 2Ch. (CA) 656,667 ο όρος έχει ερμηνευτεί ως εξής: «When the word 'final' is used, as I think it is an some authorities with reference to judgments, that does not mean, I apprehend, a judgment which is not open to appeal, but merely 'final' as apposed to 'interlocutory'. A judgment is, in my opinion, not the less an estoppel between the parties to the action because it may be reversed on appeal to the House of Lords.» Σε ελληνική μετάφραση: «Όπου η λέξη 'τελεσίδικη' χρησιμοποιείται, καθώς νομίζω, σε μερικές αυθεντίες σε σχέση με αποφάσεις, αντιλαμβάνομαι ότι αυτό δεν σημαίνει απόφαση η οποία δεν υπόκειται σε έφεση, αλλά απλώς 'τελεσίδικη' σε αντίθεση με την 'ενδιάμεση'. Κατά την γνώμη μου μια απόφαση δεν αποτελεί μικρότερο κώλυμα μεταξύ των μερών επειδή δυνατόν να ανατραπεί κατ΄ έφεση από την Δικαστική Επιτροπή των Λόρδων.» Στην υπόθεση Αναφορικά με τον Τάκη Οικονομίδη ν. Λαική Τράπεζα Λτδ
(1997)1 ΑΑΔ 1255, λέχθηκε τα εξής: «όπως το ίδιο το άρθρο 3
(1)(ζ) προβλέπει μόνο με την αναστολή εκτέλεσης της απόφασης ο χρεώστης δεν διαπράττει πράξη πτώχευσης.» Αναφορικά με το οφειλόμενο ποσό, το άρθρο 3
(1)(ζ) σε αντίθεση με το άρθρο 5
(1)δεν αναφέρεται σε εκκαθαρισμένο ποσό, που αποτελεί προϋπόθεση για την υποβολή αίτηση πτώχευσης, αλλά κάνει αναφορά σε οποιοδήποτε ποσό. Ο πιστωτής πράγματι δεν θα δικαιούται να υποβάλει αίτηση πτώχευσης εναντίον του χρεώστη εκτός αν το χρέος είναι εκκαθαρισμένο ποσό, πληρωτέο είτε αμέσως είτε σε καθορισμένο χρόνο, εφόσον φυσικά συντρέχουν σωρευτικά και οι άλλες προϋποθέσεις που τάσσει το άρθρο 5
(1). Παρά ταύτα δεν εμποδίζεται από το να υποβάλει αίτηση για την έκδοση ειδοποίησης πτώχευσης. Συνεπακόλουθα με τα πιο πάνω δεν επηρεάζει με οποιοδήποτε τρόπο την εγκυρότητα της ειδοποίησης πτώχευσης η μη ύπαρξη χρέους που να εκκαθαρισμένο ποσό σε αυτό το στάδιο. Ο ισχυρισμός ότι οι καθ΄ων η αίτηση δεν νομιμοποιούνται στη λήψη μέτρων για πτώχευση και ότι δεν υπάρχει εκκαθαρισμένο χρέος, άπτονται θεμάτων τα οποία το άρθρο 6
(2)του Νόμου απαιτεί από τον πιστωτή κατά την ακρόαση της αίτησης πτώχευσης. Είναι η κατάληξη μου για τους πιο πάνω λόγους που έχω αναφέρει πιο πάνω ότι η αιτήτρια, η οποία είχε το βάρος να αποδείξει τους λόγους για τους οποίους η ειδοποίηση πτώχευσης θα πρέπει να παραμεριστεί, δεν ικανοποίησε το Δικαστήριο προς αυτή την κατεύθυνση έτσι ώστε η ειδοποίηση να παραμεριστεί και για αυτό η αίτηση της απορρίπτεται. Ο χρόνος εντός του οποίου δύναται η αιτήτρια να συμμορφωθεί στην Ειδοποίηση αρχίζει σήμερα. Τα έξοδα δεν υπάρχει λόγος να μην ακολουθήσουν το αποτέλεσμα, γι΄αυτό επιδικάζονται υπέρ των καθ΄ων η αίτηση και εναντίον της αιτήτριας. (Υπ)............ Κ. Κουνίδου, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητή cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο