← Κύπρος

Papiris Bros Estates Ltd ν. Julian Power of London, Αρ. Αγωγής: 2677/2007, 18 Φεβρουαρίου 2010

Papiris Bros Estates Ltd ν. Julian Power of London, Αρ. Αγωγής: 2677/2007, 18 Φεβρουαρίου 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2010:A7 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κουνίδου, Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 2677/2007 Μεταξύ: Papiris Bros Estates Ltd, από την Πάφο Εναγόντων Και Julian Power of London Εναγόμενου ------------------------- Ημερομηνία: 18 Φεβρουαρίου 2010 Μονομερής Αίτηση ημερομηνίας 19.1.2010 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους Ενάγοντες αιτητές : κ Λ. Κληρίδης Για τον εναγόμενο καθ΄ου η αίτηση: Καμία εμφάνιση ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στην παρούσα υπόθεση οι ενάγοντες καταχώρησαν μονομερή αίτηση ημερομηνίας 19.1.2010 με την οποία ζητούν από το Δικαστήριο την έκδοση των ακόλουθων διαταγμάτων: (α) Για διαγραφή της κατάθεσης Πωλητηρίου Εγγράφου ημερομηνίας 30.4.2004 μεταξύ των διαδίκων στην αγωγή. (β) Για Καταβολή των εξόδων της ακύρωσης και Φ.Π.Α και (γ) Αποζημιώσεις Η αίτηση βασίζεται στις Δ.2 Θ.2, Δ.5, Θ.9 Δ.6 και Δ.48, Θ.8

(1)(α.1), (e) των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Οι πιο πάνω διαταγές δεν σχετίζονται καθ΄ οιονδήποτε τρόπο με το αίτημα ως αυτό καταγράφεται στην αίτηση, αφού αυτές αφορούν, την σφράγιση κλητηρίου εντάλματος, την υποκατάστατο επίδοση του κλητηρίου εντάλματος, την επίδοση εκτός δικαιοδοσίας, και τον τύπο της αίτησης αναφορικά με τα πιο πάνω θέματα. Για το ζήτημα αυτό σχετική αναφορά γίνεται πιο κάτω. Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκο δήλωση του Διευθύνοντα Σύμβουλου των εναγόντων, o οποίος μεταξύ άλλων, αναφέρει ότι εκ παραδρομής, μη αναφερόμενος σε πιο οφείλεται αυτή η παραδρομή, στις 23.6.2003 δεν εκδόθηκε διάταγμα ακύρωσης του πωλητηρίου εγγράφου ημερομηνίας 30.4.
  1. Οι λοιπές αναφορές στην ένορκη του δήλωση, αφορούν την επίδοση του κλητηρίου εντάλματος μετά την έκδοση διατάγματος για υποκατάστατο επίδοση του και την μη εμφάνιση του εναγόμενου στην αγωγή. Το Δικαστήριο επισήμανε στα όσα έχουν προηγηθεί στην παρούσα υπόθεση, όπως αυτά φαίνονται από τον ίδιο τον φάκελο της και έθεσε το ερώτημα στον συνήγορο των αιτητών αν μπορούν να προωθούν την πιο πάνω αίτηση οι ενάγοντες. Θεωρώ σκόπιμο, σε αυτό το στάδιο, να παραθέσω το ιστορικό της παρούσας αγωγής, όπως αυτό διαγράφεται μέσα από τον φάκελο της υπόθεσης. Με γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο, το οποίο οι ενάγοντες καταχώρησαν στις 27.7.2007 ζητούσαν: (α) Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να ακυρώνεται το πωλητήριο έγγραφο μεταξύ των διαδίκων ημερομηνίας 30.4.2004 (β) Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να ακυρώνεται η κατάθεση υπό του εναγόμενου στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου του πωλητηρίου εγγράφου ημερ. 30.4.2004 λόγω παραβάσεων του (γ) Πληρωμή υπό του εναγόμενου στην ενάγουσα Εταιρεία αποζημιώσεων πέραν των Λ.Κ.25,000 ως αποζημιώσεις για παραβάσεις του πιο πάνω πωλητηρίου εγγράφου (δ) Έξοδα της αγωγής και Φ.Π.Α (ε) Νόμιμο τόκο. Στην συνέχεια καταχωρήθηκε αίτηση για υποκατάταστατο επίδοση του κλητηρίου εντάλματος, η οποία αποσύρθηκε άνευ βλάβης, ακολούθησε δεύτερη αίτηση με το ίδιο αίτημα η οποία εγκρίθηκε από το Δικαστήριο με την έκδοση ανάλογου Διατάγματος στις 19.10.
  2. Επειδή δεν έγινε εφικτή η επίδοση του κλητηρίου εντάλματος, συμφώνα με το πιο πάνω διάταγμα, καταχωρήθηκε νέα αίτηση ημερομηνίας 29.11.2007, η οποία εγκρίθηκε από το Δικαστήριο στις 7.12.
  3. Με το διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 7.1.2007 διατάχθηκε η υποκατάστατος επίδοση του κλητηρίου εντάλματος προς τον εναγόμενο με δημοσίευση του 2 φορές σε συγκεκριμένη εφημερίδα. Στις 14.4.2008 οι ενάγοντες καταχώρησαν την έκθεση απαίτησης τους, με την οποία αξίωναν εναντίον του εναγόμενου το ποσού των Λ.Κ.36.750, ποσό το οποίο αντιστοιχούσε στις οφειλόμενες, από τον εναγόμενο, δόσεις για την αγορά ακίνητης περιουσίας από τους ενάγοντες με την συμφωνία πώλησης ημερομηνίας 30.4.2004, περαιτέρω ζητούσαν και αποζημιώσεις ύψους Λ.Κ.10,000 για παράβαση της συμφωνίας. Στην έκθεση απαίτησης τους δεν ζητούσαν ακύρωση της συμφωνίας πώλησης και απόσυρση της από το Κτηματολόγιο. Επειδή ο εναγόμενος δεν καταχώρησε εμφάνιση στον χρόνο που καθοριζόταν με το πιο πάνω διάταγμα μετά την επίτευξη της επίδοσης, οι ενάγοντες καταχώρησαν στις 14.4.2008 αίτηση για απόφαση λόγω παράλειψης του εναγόμενου να καταχωρήσει εμφάνιση. Η πιο πάνω αίτηση ορίστηκε για απόδειξη στις 2/6/
  4. Στις 2/6/2008 δόθηκε άδεια για καταχώρηση συμπληρωματικής ενόρκου δηλώσεως και η αίτηση ορίστηκε για εξέταση στις 23/6/
  5. Στις 23/6/2008 το δικαστήριο αφού ικανοποιήθηκε σχετικά με την επίδοση του κλητηρίου εντάλματος και ότι οι ενάγοντες απέδειξαν την απαίτηση τους προχώρησε στην έκδοση απόφασης υπέρ των εναγόντων και εναντίον του εναγόμενου για το ποσό των €62.791.10 πλέον νόμιμο τόκο και έξοδα και όχι για το ποσό που έχει κάνει αναφορά ο συνήγορος των εναγόντων στην αγόρευση του και ο διευθυντής των εναγόντων στην ένορκη του δήλωση ήτοι για ποσό Λ.Κ.85.000.- Στις 7.8.2008 ακολούθησε μονομερής αίτηση με την οποία οι ενάγοντες ζητούσαν την έκδοση διατάγματος με το οποίο να ακυρώνεται η κατάθεση του πωλητηρίου εγγράφου ημερομηνίας 30.4.2004 το οποίο είχε κατατεθεί για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης, αίτηση η οποία αφού ορίστηκε για οδηγίες στις 12.9.2008 απορρίφθηκε. Αίτηση με το ίδιο περιεχόμενο, αυτή την φορά δια κλήσεως, καταχωρήθηκε και στις 19.11.2008 και ταυτόχρονα καταχωρήθηκε και αίτηση με την οποία ζητείτο η υποκατάστατος επίδοσης της πιο πάνω αίτησης. Και οι δύο πιο πάνω αιτήσεις ορίστηκαν για οδηγίες στις 18.12.2010, ημερομηνία κατά την οποία αποσύρθηκαν αφού ο δικηγόρος που εμφανίστηκε για τους ενάγοντες - αιτητές δήλωσε τα εξής: «Ζητώ άδεια να αποσύρω και τις δύο αιτήσεις, καθότι σήμερα καταχωρήσαμε αγωγή για ακύρωση του πωλητηρίου εγγράφου μαζί με αίτηση για σφράγιση της, η οποία ορίστηκε στις 23.12.2008». Στις 3.12.2009 καταχωρήθηκε εκ νέου μονομερής αίτηση με το ίδιο αίτημα η οποία απορρίφθηκε στις 10.12.2009 λόγω μη προώθησης της. Άλλη μονομερής αίτηση, με το ίδιο περιεχόμενο, καταχωρήθηκε και στις 11.12.2009, την οποία το δικαστήριο όρισε, αφού επισήμανε τα όσα είχαν προηγηθεί στην υπόθεση, για αγορεύσεις στις 15.1.2010, ημερομηνία κατά την οποία αποσύρθηκε με επιφύλαξη. Στις 19.1.2010 καταχωρήθηκε η υπό κρίση αίτηση, την οποία για τους λόγους που το Δικαστήριο είχε και προηγουμένως αναφέρει και καταγράφονται στο πρακτικό ημερομηνίας 15.12.2009, όρισε επίσης για αγορεύσεις, θέτοντας το ερώτημα στον συνήγορο των εναγόντων αν μπορούν οι εναγόμενοι να προωθούν τέτοια αίτηση σε αυτό το στάδιο. Όπως πιο πάνω αναφέρω η Νομική βάση της αίτησης δεν σχετίζεται με τα αιτούμενα διατάγματα, αυτό προκύπτει, από την φύση των αιτούμενων διαταγμάτων και όσων στην ένορκη δήλωση που την συνοδεύει αναφέρονται. Αυτό που ουσιαστικά ζητείται με την αίτηση είναι η έκδοση απόφασης εναντίον του εναγόμενου, σε αυτή την περίπτωση η αίτηση θα έπρεπε ασφαλώς να στηρίζεται στην Διαταγή 17 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Συνεπακόλουθα, δεν υπάρχει συμμόρφωση την Διαταγή 48.θ1 των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας αφού ελλείπει το δικαιοδοτικό υπόβαθρο στήριξης της αίτησης. Ακολουθεί η απάντηση στο ερώτημα, ποια θα είναι η τύχη της αίτησης κάτω από αυτές τις περιστάσεις αλλά και κάτω από το πρίσμα της Δ.64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Αφού εξέτασα με προσοχή το λεκτικό της Δ.64 και την ερμηνεία που της δόθηκε σε αριθμό αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, έχω καταλήξει ότι η διαταγή αυτή δεν δίνει την εξουσία στο Δικαστήριο για να προβεί σε τροποποίηση μιας αίτησης με την παράθεση της ορθής Νομικής βάσης. Όπως λέχθηκε και στην υπόθεση Bank of Foreign Trade of Russian Federation "Vneshtorgbank" v. Icc Chemicals (UK) Ltd PΗ Πολιτική Έφεση 10337 ημερομηνίας 13.10.1999, η διαταγή 64 δεν έχει καμία σχέση με την τροποποίηση δικογράφων ή αιτήσεων. Η Διαταγή 64 εφαρμόζεται μόνο στις περιπτώσεις που δεν υπάρχει συμμόρφωση με τους θεσμούς και μόνο στην έκταση που η ίδια καθορίζει. Δεν πρόκειται κατά την άποψη μου για παρατυπία που μπορεί να θεραπευτεί, σε τέτοια περίπτωση θα πρέπει το δικαστήριο ουσιαστικά να προβεί σε τροποποίηση της αίτησης. Πρόκειται κατά την άποψη μου για παράληψη μοιραία για την αίτηση κατά τρόπο που την αφήνει έκθετη σε απόρριψη. Παραβλέποντας όμως το γεγονός αυτό, υποθέτοντας ότι η αίτηση στηρίζεται σε ορθή νομική βάση, θα εξετάσω κατά πόσο οι ενάγοντες μπορούν να προωθούν σε αυτό το στάδιο αίτηση για έκδοση απόφασης εναντίον του εναγόμενου λόγω της παράληψης του να καταχωρήσει εμφάνιση. Ο συνήγορος των εναγόντων, στην γραπτή του αγόρευση, αναφέρει, ότι ο λόγος που ζητούν την ακύρωση του πωλητηρίου εγγράφου είναι γιατί το Επαρχιακό Κτηματολόγιο Πάφου τους γνωστοποίησε ότι καμία νομική πράξη δεν θα μπορούσε να γίνει αναφορικά με το επίδικο κτήμα χωρίς την ακύρωση από το αρμόδιο Δικαστήριο του πωλητηρίου εγγράφου. Το γεγονός ότι η έκδοση του διατάγματος δεν ζητήθηκε οφείλεται όπως υποστήριξε σε παράλειψη. Υποστήριξε ότι το αίτημα θα πρέπει να γίνει αποδεχτό αφού: (α) Η ακύρωση του πωλητηρίου εγγράφου ήταν μέρος του αιτητικού στο κλητήριο ένταλμα. (β) Το κλητήριο ένταλμα επιδόθηκε σύμφωνα με το Διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 7.12.
  6. Ο κ. Κληρίδης συνεχίζει στην γραπτή του αγόρευση, αναφέροντας επί λέξει τα εξής: «Είναι η θέση μας ότι το γεγονός αυτό δηλαδή η παράλειψη μας να ζητήσουμε ταυτόχρονα την έκδοση του διατάγματος ακύρωση ουδόλως μας εμποδίζει να ζητήσουμε σ΄ αυτό το στάδιο την απόφαση ακύρωσης του πωλητηρίου εγγράφου ημερομηνίας 30.4.2004 εφ΄όσον η έκδοση της απόφασης για την πληρωμή του ποσού των Λ.Κ.85.000 η οποία ήτο το (Α) στο αιτητικό του κλητηρίου εντάλματος η δε ακύρωση του πωλητηρίου εγγράφου του πωλητηρίου εγγράφου στο αιτητικό (Β) τα οποία ευρίσκονται εις χείρας της καθ΄ης η Αίτηση αφού εκκρεμούσε το αίτημα ακύρωση του πωλητηρίου εγγράφου ημερ. 30.4.
  7. (Β) παρά την εκδοθείσα απόφαση για καταβολή του ποσού των Λ.Κ.85.000.- Επιπλέον εισηγούμαστε ευσεβάστως ότι εφ΄όσον στη μονομερή μας Αίτηση υπάρχουν όλα τα τεκμήρια τα οποία εκαθορίζοντο στο διάταγμα του προηγουμένου Δικαστή και αφού μέρος του αιτητικού της αγωγής, το αιτητικό (α) αποτέλεσε απόφαση του Δικαστηρίου, δεν υπάρχει κανένα κώλυμα για την έκδοση απόφασης και για αιτητικό (Β) του κλητηρίου εντάλματος της 27.7.2007 το οποίο είναι επίσης τεκμήριο στη μονομερή Αίτηση. Επίσης υποβάλλουμε ευσεβάστως στο Δικαστήριο ότι εφ΄όσον η αγωγή 2677/2007 εκκρεμεί ενώπιον του Δικαστηρίου είναι απόλυτο δικαίωμα της ενάγουσας Εταιρείας να προωθεί την παρούσα μονομερή Αίτηση. Τέλος υποβάλλουμε ευσεβάστως ότι η καθ΄ης η αίτηση δεν πρόκειται ν΄αδικηθεί ποσώς με την ακύρωση του εγγράφου αυτού, αφού ήδη έχει εκδοθεί απόφαση εναντίον της καταβολής ποσού Λ.Κ. 85.000 ενώ αντιθέτως θα διευκολυνθεί η αιτήτρια Εταιρεία να εκτελέσει την απόφαση αυτή, την οποία αυτή τη στιγμή δεν μπορεί να προβεί σε εκτέλεση χωρίς την ακύρωση του πωλητηρίου εγγράφου ημερομηνίας 30.4.2009». Τονίζω δε, ότι αυτό το οποίο με την αίτηση ζητείται και επαναλαμβάνεται με την ένορκη δήλωση που την συνοδεύει, είναι η έκδοση διατάγματος για διαγραφή της κατάθεσης Πωλητηρίου Εγγράφου ημερομηνίας 30.4.2004 και όχι ακύρωση και διαγραφή του. Δεν θα συμφωνήσω με τις πιο πάνω θέσεις του συνηγόρου των εναγόντων, ότι δηλαδή τα πιο πάνω δίδουν το δικαίωμα στους ενάγοντες να αξιώνουν με αίτηση τους θεραπείες σε αυτό το στάδιο. Το σκεπτικό, ο σκοπός και ο τρόπος που προωθήθηκε η αίτηση είναι παντελώς αδικαιολόγητος. Το ιστορικό της υπόθεσης έχει πιο πάνω καταγραφεί, οι ενάγοντες εξασφάλισαν απόφαση, σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης τους, στην οποία δεν είχε συμπεριληφθεί αίτημα για έκδοση διατάγματος για ακύρωση και απόσυρση του πωλητηρίου εγγράφου. Παρά το ότι στην αίτηση τους ημερομηνίας 14.4.2008 ζητούν απόφαση ως η απαίτηση επί του κλητηρίου εντάλματος, στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση με την οποία προχώρησαν σε απόδειξη της απαίτησης τους, οι ενάγοντες ζητούσαν απόφαση για το συνολικό ποσό Λ.Κ. 36.750 και για αυτό το ποσό έλαβαν απόφαση υπέρ τους. Δεν τίθεται καν ζήτημα κατά την άποψη μου για παράλειψη, γεγονός το οποίο εν πάση περιπτώσει θεωρώ άνευ σημασίας. Τα δικαίωματα και οι υποχρεώσεις των διαδίκων έχουν καθοριστεί και συγκεκριμενοποιηθεί με την απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 23.6.2008 και δεν τίθεται ζήτημα εκκρεμοδικίας κάτω από αυτές τις περιστάσεις. Οποιαδήποτε άλλη προσέγγιση του θέματος, θα οδηγούσε σε παραλογισμούς, ατέρμονες διαδικασίες, αναβίωση παλαιών αγωγών και απαιτήσεων, σε αβεβαιότητα και συνεχή εκκρεμοδικία. Σε ότι αφορά την ουσία της υπόθεσης, να σημειωθεί ότι στην έκθεση απαίτησης των εναγόντων δεν υπάρχει ισχυρισμός και δεν γίνεται καμία αναφορά για ακύρωση του πωλητηρίου εγγράφου ημερομηνίας 4.4.2004 από μέρους των εναγόντων. Το ποσό για το οποίο εκδόθηκε η απόφαση, είναι αυτό το οποίο οι ενάγοντες ζητούσαν με την έκθεση απαίτησης τους (Λ.Κ.36.750 ήτοι €62.791.10), ποσό το οποίο ήταν οι οφειλόμενες δόσεις με βάση την συμφωνία πώλησης του ακινήτου. Το αιτούμενο διάταγμα υπό κανονικές συνθήκες, όχι φυσικά στα πλαίσια της παρούσας αίτησης, θα μπορούσε να εκδοθεί σε περίπτωση ακύρωσης της συμφωνίας πώλησης, γεγονός το οποίο θα εμπόδιζε τους ενάγοντες να λάβουν απόφαση υπέρ τους και για το υπόλοιπο του τιμήματος της συμφωνίας πώλησης αλλά αποζημιώσεις. Υπό τις περιστάσεις και για όλους του λόγους που έχω πιο πάνω εξηγήσει η αίτηση κρίνεται αδικαιολόγητη και απορρίπτεται. Καμία Διαταγή για έξοδα. (Υπ.) Κ. Κουνίδου Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.