Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας κ.α. ν. Χριστάκης Γεωργίου, Αρ.Aγωγής: 278/2010, 24 Φεβρουαρίου 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2010:A8 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Κ.Κουνίδου Ε.Δ. Αρ.Aγωγής: 278/2010 Μεταξύ: 1) Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας 2) Κοινοτικού Συμβουλίου Δρυνιάς Εναγόντων και Χριστάκης Γεωργίου Εναγόμενου ----------------------- Ημερομηνία: 24 Φεβρουαρίου 2010 Αίτηση ημερομηνίας: 28.1.2010 Προσωρινό Διάταγμα ημερομηνίας 29.1.2010 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα 1 - Αιτητή: κα. Ν. Μαθηκολώνη (Για να ακούσει απόφαση κ. Στ. Ερωτοκρίτου) Για τους Ενάγοντες 2 - Αιτητές: κ. Μυτίδης για κ. Κ. Κωνσταντίνου Για τον Εναγόμενο - Καθ΄ου η Αίτηση: κ. Χ. Ζόππος και για κ. Κορακίδη η κα Πέτρου Εναγόμενος - καθ΄ου η αίτηση: Παρών ----------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η αγωγή των εναγόντων εναντίον του εναγόμενου βασίζεται σε παράνομη επέμβαση, παράνομη κατακράτηση κινητής περιουσίας και αντιποίηση εξουσίας. Τα γεγονότα που οδήγησαν στην καταχώρηση της παρούσας αγωγής και τα οποία είναι μη αμφισβητούμενα είναι τα εξής: Στις 17.12.2006 εξελέγη Κοινοτάρχης Δρυνιάς ο κ. Ιωάννης Τρύφωνος κατόπιν διεξαγωγής κοινοτικών εκλογών. Στην συνέχεια ο Έπαρχος Πάφου με επιστολή του ημερομηνίας 19.10.2007 εισηγήθηκε προς την Διευθύντρια του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης την διαγραφή του κ. Τρύφωνος από τον εκλογικό κατάλογο Δρυνιάς με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 100 του Ν.141
(1)/2002 για τους λόγους που εξηγεί στην πιο πάνω επιστολή του. Στις 12.12.2007 με επιστολή της η Διευθύντρια του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης πληροφόρησε τον κ. Τρύφωνος ότι ύστερα από έρευνα που έγινε σε συνεργασία με την Επαρχιακή Διοίκηση Πάφου, διαπιστώθηκε ότι η συνήθης διαμονή του είναι στην Πάφο και όχι στην Κοινότητα Δρυνιά και αφού λήφθηκαν υπόψη οι απόψεις του ιδίου και της έκθεσης του Έπαρχου Πάφου, αποφασίστηκε η διαγραφή του από τον εκλογικό κατάλογο Δρυνιάς και η εγγραφή του στον εκλογικό κατάλογο Δήμου Πάφου, όπου θεωρείται ότι έχει την συνήθη διαμονή του. Στη συνέχεια ο Έπαρχος Πάφου, με επιστολή του ημερομηνίας 16.1.2008 πληροφόρησε τον κ. Τρύφωνος ότι μετά την απόφαση του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης για διαγραφή του από τον Εκλογικό Κατάλογο Δρυνιάς και την εγγραφή του στον Εκλογικό Κατάλογο Πάφου, όπου είχε τη συνήθη διαμονή του, γεγονός το οποίο του γνωστοποιήθηκε με την επιστολή ημερομηνίας 12.12.2007, αυτός δεν μπορεί να διατελεί Κοινοτάρχης Δρυνιάς σύμφωνα με το άρθρο 16
(2)του Περί Κοινοτήτων Νόμου 86
(1)/99 και λόγω του προαναφερόμενου γεγονότος η θέση του Κοινοτάρχη θεωρείται ως κενωθείσα και θα πληρωθεί σύμφωνα με το Νόμο. Στις 21.3.2008 στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας δημοσιεύτηκε Γνωστοποίηση με αριθμό 323 για τον καθορισμό της ημερομηνίας και του τόπου υποβολής υποψηφιοτήτων για Αναπληρωματική Εκλογή Κοινοτάρχη της Κοινότητας Δρυμιά στην Επαρχία Πάφου. Ο εναγόμενος υπέβαλε υποψηφιότητα και στις 6.4.2008 ημερομηνία των εκλογών εκλέγει στο αξίωμα του Κοινοτάρχη Δρυνιάς. Ακολούθως ανακηρύχθηκε Κοινοτάρχης της κοινότητας Δρυνιά και σχετική γνωστοποίηση με αριθμό 430 δημοσιεύτηκε στις 24.4.2008 στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας. Ο Τρύφωνος με την προσφυγή υπ΄αρ. 445/2008 που καταχώρησε στο Ανώτατο Δικαστήριο, ζήτησε δήλωση του Δικαστηρίου ότι η πράξη και/η η απόφαση που του στάληκε με επιστολή ημερομηνίας 16.1.2008 και με την οποία πληροφορήθηκε ότι παύθηκε από Κοινοτάρχης και/ή ότι δεν μπορεί να διατελεί και/ή να συνεχίσει να είναι Κοινοτάρχης Δρυνιάς, είναι άκυρη, παράνομη και στερημένη εννόμου αποτελέσματος. Η πιο πάνω προσφυγή έχει επιτυχή έκβαση υπέρ του και στις 6.11.2009 εκδόθηκε δηλωτική απόφαση ως η παράγραφος Α του αιτητικού. Μετά την πιο πάνω εξέλιξη, ο Έπαρχος Πάφου με επιστολή του ημερομηνίας 10.11.2009 πληροφορεί, μεταξύ άλλων και τον εναγόμενο, ότι ύστερα από την προσφυγή και την απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 6.11.2009 ακυρώνεται η διαγραφή του κ. Ιωάννη Τρύφωνος από τον εκλογικό κατάλογο Δρυνιάς και η παύση του από τη θέση του Κοινοτάρχη. Συνεπώς, από την πιο πάνω ημερομηνία επαναγράφεται στον εκλογικό κατάλογο Δρυνιάς και επανέρχεται στη θέση του Κοινοτάρχη Δρυνιάς. Ενόψει τούτου όλες οι πράξεις που ακολούθησαν από την 6.11.2009 αναστέλλονται, μέχρι εκδίκασης της έφεσης που όπως πληροφορήθηκε προτίθεται να καταχωρήσει ο Γενικός Εισαγγελέας στο Ανώτατο Δικαστήριο. Με νέα επιστολή του ο Έπαρχος Πάφου προς τον εναγόμενο, ημερομηνίας 2.12.2009 και σε συνέχεια της πιο πάνω επιστολής του, επειδή όπως διαπίστωσε αυτός δεν συμμορφώθηκε, ήτοι δεν παρέδωσε τον κ. Τρύφωνος όλα τα περιουσιακά στοιχεία του Κοινοτικού Συμβουλίου Δρυνιάς που βρίσκονται στην κατοχή του, τον καλούσε όπως πράξει τούτου το συντομότερο δυνατό. Σύμφωνα με την πιο πάνω επιστολή, παράλειψη του να συμμορφωθεί εξυπακούει την άμεση λήψη εναντίον του όλων των υπό του Νόμου προβλεπόμενων μέτρων. Στις 28.1.2010 καταχωρήθηκε η παρούσα αγωγή και το Δικαστήριο στις 29.1.2010 επιλήφθηκε μονομερούς αιτήσεως των εναγόντων ημερομηνίας 28.1.2010 και έκδωσε προσωρινό διάταγμα με το οποίο διέτασσε τον εναγόμενο να παραδώσει στον νέο κοινοτάρχη Δρυνιάς κ. Ιωάννη Τρύφωνος ακίνητη περιουσία του Κοινοτικού Συμβουλίου Δρυνιάς που βρισκόταν στην κατοχή του. Η αίτηση επί τη βάση της οποίας εκδόθηκε το επίδικο διάταγμα στηρίζεται στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6 άρθρα 4,5,7,9, στο άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου Ν. 14/60και στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 Θ. 1 - 9 και Δ.39. Ο εναγόμενος καταχώρησε ένσταση στη διατήρηση του διατάγματος στην οποία προβάλει τους ακόλουθους ως λόγους ένστασης: (α) Οι ενάγοντες δεν έχουν συζητήσιμη υπόθεση. (β) Οι ενάγοντες δεν έχουν πιθανότητα επιτυχίας στην αγωγή. (γ) Οι προϋποθέσεις για την έκδοση προσωρινού διατάγματος δεν πληρούνται. Η ακρόαση της αίτησης διεξήχθηκε επί των όσων οι ενάγοντες αιτητές και ο εναγόμενος καθ΄ου η αίτηση αναφέρουν στις ένορκες δηλώσεις τους, υποστηρίζοντας με σχετικές αγορεύσεις η κάθε πλευρά την θέση της. Οι δύο πρώτοι λόγοι της ένστασης του καθ΄ου η αίτηση εμπεριέχονται στον τρίτο αφού η ύπαρξη συζητήσιμης υπόθεσης και ορατής πιθανότητας επιτυχίας στην αγωγή αποτελούν δύο εκ των προυποθέσεων που πρέπει να συντρέχουν για να μπορεί να εκδοθεί και να διατηρηθεί σε ισχύ προσωρινό Διάταγμα δυνάμει του άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60. (βλ. Odysseos v Pieris Estates
(1982)1 CLR 557, Acroprol Shipping Co Ltd v Rossis
(1976)1 AAΔ 38, Κωνσταντινίδης v Μακρυγιώργου και άλλου
(1978)1 ΑΑΔ 585, M. & Μ. Transprort v Εταιρείας Αστικών Λεωφορείων
(1981)1 ΑΑΔ 608, Hadjikyriakos Co Ltd v United Biscuits (U.K.) Ltd
(1979)1 CLR 689, Jonitexo Ltd ν Adidas
(1984)1 CLR 263, National Bank of Greece v Moticia
(1987)1 AAΔ 303, KOT v Θεωρή
(1989)1 ΑΑΔ (Ε) 255, Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν Χ¨Βασίλη
(1989)1 ΑΑΔ (Ε) 152, Cyprus Sulphur & Copper Co Ltd και Άλλων V Παραλράμα Λτδ,
(1990)1 ΑΑΔ 1040, Bacardi & Co Ltd v Vinco Ltd
(1996)AAΔ.788, Demades Overseas Ltd v Studio Ma. St. Ltd και άλλοι, Πολ. Εφ. 9636 και 9637 ημερ. 18/7/1996, Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου,
(1995)1 ΑΑΔ 248). Σε όλες τις πιο πάνω υποθέσεις αναλύθηκαν, οι ουσιαστικές προϋποθέσεις οι οποίες πρέπει απαραίτητα να συνυπάρχουν για να δικαιολογείται η έκδοση διατάγματος δυνάμει του άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου N.14/60 καθώς και ο τρόπος άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Οι πρόνοιες του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 θα πρέπει να ικανοποιούνται ανεξάρτητα από τις πρόνοιες των άρθρων 4 και 5, εφόσον το άρθρο 32 έχει ευρύτερη εφαρμογή (βλ.Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου κ.α (πιο πάνω)). Θα πρέπει να αναφερθεί ότι ο αιτών την έκδοση προσωρινού διατάγματος είναι εκείνος που φέρει μέχρι τέλους τo βάρος της απόδειξης ότι υφίστανται οι ουσιαστικές προϋποθέσεις του άρθρου 32 (βλ. Χάρης Φεσσάς, Αίτηση 129/90
(1990)1 ΑΑΔ 704) και επιπρόσθετα στο τελικό στάδιο το Δικαστήριο θα πρέπει να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. Αμφισβήτηση των γεγονότων, τα οποία πιο πάνω έχουν καταγραφεί και τα οποία συνθέτουν την παρούσα υπόθεση, δεν υπήρξε, οι αγορεύσεις των συνηγόρων των διαδίκων επικεντρώθηκαν στο κατά πόσο έχει καταδειχτεί η ύπαρξη συζητήσιμης υπόθεσης και κατά πόσο υπάρχει πιθανότητα επιτυχίας στην αγωγή δηλαδή κατά πόσο υφίστανται υπό τις περιστάσεις οι προϋποθέσεις για την έκδοση και διατήρηση του επίδικου διατάγματος που είναι ο πρώτος και δεύτερος λόγος της ένστασης του εναγόμενου. Είναι η θέση των συνηγόρων των εναγόντων πως όλες οι προϋποθέσεις για την έκδοση και διατήρηση του διατάγματος πληρούνται και πως κανένας λόγος δεν έχει καταδειχθεί που να δικαιολογεί την ακύρωση του. Η κα Μαθηκολώνη, την αγόρευση της οποίας υιοθέτησε και ο συνήγορος των εναγόντων 2, με αναφορά στην Αναθεωρητική Έφεση 3766 Χαράλαμπος Νικόλα Θεοδώρου ν. Επαρχιακού Διευθυντή Τμήματος Πολεοδομίας και Οικήσεως Πάφου ημερομηνίας 10.4.2004, εισηγήθηκε πως, με την ακύρωση από το Ανώτατο Δικαστήριο της απόφασης με την οποία ο κ. Τρύφωνος διαγράφηκε από τον εκλογικό κατάλογο και παύθηκε από κοινοτάρχης, συμπαρασύρθηκε και συνακυρώθηκε και η εκλογή του εναγόμενου ως κοινοτάρχη αφού η αναπληρωματική εκλογική διαδικασία που διεξήχθη, στηριζόταν στην ακυρωθείσα πράξη και συγκεκριμένα στο γεγονός ότι ο προκάτοχος της θέσης του κοινοτάρχη είχε παυθεί. Αν δηλαδή, δεν διαγραφόταν από τον εκλογικό κατάλογο Δρυνιάς ο κ. Τρύφωνος γεγονός το οποίο είχε ως συνέπεια την παύση του από κοιντάρχη σε καμία περίπτωση δεν θα υπήρχε η νομιμοποιητική βάση για την διεξαγωγη της αναπληρωματικής εκλογής, στα πλαίσα της οποίας ο εναγόμενος εξελέγη κοινοτάρχης Δρυνιάς. Η πιο πάνω απόφαση σύμφωνα με την αγόρευση της, είναι πολύ πιο πρόσφατη από την απόφαση Πανταζής ν. Δημοκρατίας ημερομηνίας 20.3.1995 , που επικαλείται η πλευρά του εναγόμενου αλλά και αντίθετη. Λέγοντας επίσης πως αν ακόμα το Δικαστήριο ήθελε θεωρήσει ότι ισχύει η νομολογία που επικαλείται η πλευρά του εναγόμενου, δηλαδή η Πανταζής (πιο πάνω), οι ισχυρισμοί του, σύμφωνα με την κα Μαθηκολώνη, υπόκεινται σε απόρριψη για το λόγο ότι η διοίκηση προχώρησε στην ανάκληση της εκλογής του εναγόμενου ήτοι με τις επιστολές ημερομηνίας 10.11.2009 και 2.12.2009 (Τεκμήρια 5Α και 5Β). Ο δε ισχυρισμός του εναγόμενου ότι δεν είναι δυνατό να ανακληθεί η εκλογή του διότι «δεν αποτελούσε πράξη/απόφαση συγκεκριμένου διοικητικού οργάνου αλλά εκλογή η οποία μπορούσε να προσβληθεί μόνο με εκλογική αίτηση εντός ενός μηνός από την δημοσίευση της γνωστοποίησης της ανακύρηξης..» στερείται ερείσματος και έρχεται σε αντίθεση με την υπόθεση Αναθεωρητική Έφεση 2908 Ανδρέας Ξενοφώντος ν. Α.Η.Κ. ημερομηνίας 15.2.2002 στην οποία αναφέρθηκαν τα εξής: « Στην Πανταζής ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω) εξηγείται, και σ΄αυτό το σημείο εστιάζεται ο λόγος της επί του προκειμένου ότι ανακλητικές πράξεις, επακόλουθες ακυρωτικής δικαστικής απόφασης, προς αποκατάσταση της νομιμότητας, δεν είναι εκτελεστές. Δε συνιστούν πράξεις εξουσίας, δηλωτικές της βούλησης της Διοίκησης για τη ρύθμιση του θέματος. Δεν εμφέρουν τη συνήθη έννοια του όρου «ανάκληση», όπως αυτός είναι γνωστός στο διοικητικό δίκαιο - (βλ. Ναυτικός Όμιλος Πάφου ν. Αρχής Λιμένων
(1991)1 ΑΑΔ 1147). Η ανάκληση, κατά τα άλλα, εκτελεστής απόφασης ή πράξης συνιστά αυτοτελή εκτελεστή απόφαση ή πράξη, υποκείμενη σε αναθεώρηση κάτω από το άρθρο 146.1 του Συντάγματος - (βλ. μεταξύ άλλων, Δημοκρατία ν. Κασσέρα
(1996)3 ΑΑΔ 27 Takis P. Markides Ltd v. Γενικός Εισαγγελέας
(1997)1 ΑΑΔ 1424). Η αρχή, η οποία συνάγεται, είναι ότι πράξεις επαναφοράς της νομιμότητας, καθώς και αποκατάστασης υπαλλήλου στη θέση την οποία έπρεπε να κατέχει, δε συνιστούν εκτελεστές διοικητικές πράξεις ή αποφάσεις, υποκείμενες σε αναθεωρητικό έλεγχο. Δεν αποτελούν απόρροια εξουσιαστικής εκδήλωσης της Διοίκησης, αλλά μηχανιστική πράξη, προς αποκατάσταση της πρέπουσας τάξης στη Διοίκηση.» Με βάση τα πιο πάνω, είναι η θέση των εναγόντων, ότι η αναστολή ή ανάκληση της εκλογής του εναγόμενου ήταν μια μηχανιστική πράξη προς αποκατάσταση της νομιμότητας και εφαρμογής της απόφασης του Δικαστηρίου και πως η Διοίκηση δεν είχε ούτε επιλογή ούτε εξουσία να πράξει αλλιώς και ως εκ τούτου δεν τίθετο θέμα να προβεί η Διοίκηση δια του εκλογοδικείου σε ακύρωση της διαδικασίας αναπληρωματικής εκλογής, με βάση την οποία εξελέγη κοινοτάρχης Δρυνιάς ο εναγόμενος. Η επιστολή ημερομηνίας 10.11.2009 Τεκμήριο 5 Α, ήταν επακόλουθο της ακυρωτικής απόφασης του Δικαστηρίου ημερομηνίας 6.11.2009 και είχε ως σκοπό της την επαναφορά της νομιμότητας. Δεν αποτελούσε σύμφωνα και με την ανωτέρω νομολογία, απόρροια εξουσιαστικής εκδήλωσης της Διοίκησης, αλλά μηχανιστική πράξη προς αποκατάσταση της πρέπουσας τάξης στη Διοίκηση και για αυτόν τον λόγο δεν είναι ούτε εκτελεστή διοικητική πράξη. Συναφώς δεν τίθετο θέμα ακύρωσης της εκλογής του εναγόμενου δια του εκλογοδικείου όπως παντελώς εσφαλμένα και αντίθετα με την νομολογία ισχυρίζεται ο εναγόμενος. Από την άλλη, σύμφωνα με την συνήγορο των εναγόντων, εάν ο εναγόμενος θεωρούσε εκτελεστή την πράξη που του κοινοποιήθηκε με την επιστολή ημερομηνίας 6.11.2009, θα έπρεπε να την είχε προσβάλει εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας πράγμα που δεν έπραξε. Θα ήταν παράλογο σύμφωνα με την κα Μαθηκολώνη, να αναμένεται να ανατρέξει η Διοίκηση υπό τις περιστάσεις αυτές στη ακύρωση των εκλογών από το εκλογοδικείο, φαίνεται πέρα από τα πιο πάνω και από το γεγονός ότι η προθεσμία του ενός μηνός που τάσσει ο νόμος για υποβολή εκλογικής αίτησης είχε παρέλθει πολύ πριν εκδοθεί η ακυρωτική απόφαση του Δικαστηρίου οπόταν δημιουργήθηκε η ανάγκη για αποκατάσταση της νομιμότητας και επαναφοράς του κ. Τρύφωνος στα καθήκοντα του. Πάντα σύμφωνα με την δικηγόρο του εναγόμενου 1, θα ήταν δυνατόν αλλά και παράλογο ενώ η Δημοκρατία υπερασπιζόταν στην προσφυγή, την διαγραφή του κ. Τρύφωνος από τον εκλογικό κατάλογο Δρυνιάς, να πρόσβαλλε και την εκλογή του εναγόμενου αφού εκείνο το χρονικό διάστημα δεν γνώριζε την έκβαση της προσφυγής. Αναφορικά με την τρίτη προϋπόθεση παραπέμποντας στις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την αίτηση ανάφερε πως καθίσταται πρόδηλο ότι οι ενάγοντες 2 θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά εάν δεν συνεχίσει η ισχύς του διατάγματος και θα είναι αδύνατο να αποκατασταθούν οι ζημίες που θα προκύψουν στο Συμβούλιο αλλά και στην Κοινότητα από την στέρηση του μοναδικού πυροσβεστικού οχήματος το οποίο παράνομα κατακρατεί ο εναγόμενος. Ενώ, όπως ανάφερε ο εναγόμενος με την ένορκη του δήλωση δεν προβάλλει λόγους γιατί δεν θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά οι ενάγοντες. Ο κ. Κορακίδης με την σειρά του ανέφερε πως η Νομική Υπηρεσία του κράτους, προκάλεσε ένα τεράστιο πρόβλημα στο χωριό Δρυνιά, διότι ενήργησε επιπόλαια, χωρίς μελέτη σε βάθος και πως τώρα επιχειρεί με το προσωρινό διάταγμα να εκθρονίσει τον εναγόμενο δια παντός και να ενθρονίσει τον προηγούμενο κοινοτάρχη, αφού η υπόθεση δε θα εκδικαστεί πριν τις νέες εκλογές. Σκοπίμως ανάφερε, ερμηνεύουν λανθασμένα το νόμο και υποστηρίζουν ότι η εκλογή είναι διοικητική πράξη και προς αντίκρουση της θέσης αυτής παρέπεμψε στο βιβλίο «Η Δράση και ο Ελεγχος της Δημόσιας Διοίκησης» 2η έκδοση 2004 του Ν. Χρ. Χαραλάμπους στη σελίδα 114, στην οποία αναφέρεται ότι οι εκλογές δεν είναι διοικητικές πράξεις, και εφόσον είπε, δεν είναι διοικητική πράξη, δεν μπορεί και να ανακληθεί η εκλογή. Ο ισχυρισμός της Νομικής Υπηρεσίας ότι ο Έπαρχος ανακάλεσε τις εκλογές είναι ένας εξωφρενικός ισχυρισμός σύμφωνα με τον κ. Κορακίδη. Η υπόθεση Χαράλαμπος Νικόλα Θεοδώρου (πιο πάνω) την οποία επικαλέστηκε η συνήγορος του εναγόμενου δεν έχει καμία σχέση με αυτό το ζήτημα, υποστήριξε ο κ. Κορακίδης. Σύμφωνα με την Πανταζής (πιο πάνω) η οποία υιοθετήθηκε και στην υπόθεση Δήμητρα Π΄΄Μιλτιάδους ν. Κυπριακής Δημοκρατίας Μέσω Επιστροπής Δημόσιας Υπηρεσίας Υπόθεσης 1099/2003 ημερομηνίας 21.1.2004 εδραιώθηκε το δίκαιο που επικρατεί στην Κύπρο. Στην υπόθεση Πανταζής επικράτησε η άποψη της αμφισβήτησης ότι δεν ακυρώνονται αυτόματα οι ατομικές διοικητικές «πράξεις-συνέπεια» και θα πρέπει να ανακληθούν ενώ αν δεν ανακληθούν είναι ισχυρές, επίσης σύμφωνα με την Πανταζής, «η υποχρέωση της Διοίκησης προς την ανάκληση των «πράξεων - συνέπεια», δεν είναι εντούτοις, απόλυτη. Η Διοίκηση απαλλάσσεται από την υποχρέωση της να προβεί στην οφειλόμενη ανάκληση αν αυτό απαιτεί η προστασία των καλόπιστων τρίτων, προστασία η οποία ταυτίζεται με τη χρηστή και εύρυθμη διοίκηση και η οποία επιβάλλει τη διατήρηση και εγκυρότητα ορισμένων πράξεων παρόλο που αυτές είναι συνέπεια της ακυρωθείσας ατομικής, ή οποτεδήποτε η Διοίκηση κατορθώσει να επιλύσει κατ' άλλο τρόπο την υποχρέωση συμμόρφωσης της προς το ακυρωτικό δεδικασμένο». Εδώ είπε, δεν έχουμε ατομική διοικητική πράξη για να μπορέσει να ανακληθεί. Εδώ έχουμε εκλογή, η εκλογή δε μπορεί κανένας να την αμφισβητήσει εκτός από το εκλογοδικείο. Παρέπεμψε επίσης το Δικαστήριο και στην υπόθεση Μάριος Νεοφύτου v. Κυπριακής Δημοκρατίας, 423/02 ημερ. 21/4/03, στην οποία αναφέρεται πως μόνο το εκλογοδικείο θα μπορούσε να υπεισέλθει στο ζήτημα της ακύρωσης εκλογής κοινοτάρχη. Επίσης, αν και δεν είναι απόλυτά επί του σημείου, όπως ανάφερε σχετική είναι και η υπόθεση Μιχαηλίδης v. Δημοκρατίας, 324/90 ημερ. 13/5/92, στην οποία γίνεται αναφορά στο πότε ένα όργανο θεωρείται de Facto διοικητικόόργσνο. Σχετικά με το Τεκμήριο 5 Α, επιστολή ημερομηνίας 10/11/09, είπε, δεν είναι ο Έπαρχος το πρόσωπο που εξέλεγξε τον Εναγόμενο, επομένως δε μπορεί να κάμει ανάκληση μίας πράξης που δεν είναι εκείνος που την έκδωσε. Σχολιάζοντας το περιεχόμενο της επιστολής στο σημείο που αναφέρει ότι «ενώ όλες οι πράξεις που ακολούθησαν μεά την 6.11.2009 (που είναι η ημερομηνία έκδοσης της απόφαση του Ανωστάτου Δικαστηρίου) αναστέλλονται» ανάφερε πως στην προκειμένη περίπτωση δεν έγινε καμία πράξη μετά την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου ενώ η εκλογή προηγήθηκε της απόφασης. H συνέχιση του προσωρινού διατάγματος, σύμφωνα με τον κ. Κορακίδη, θα σημαίνει ότι ο Εναγόμενος δεν θα ασκήσει ποτέ τα καθήκοντα του, διότι μέχρι να δικαστεί η αγωγή, θα έρθουν οι νέες εκλογές. Εκείνο το οποίο επιβάλλουν οι περιστάσεις, είναι η διατήρηση του status quo προς το συμφέρον της κοινότητας, της νομιμότητας και της δικαιοσύνης και καμία ανεπανόρθωτη ζημιά δε θα υποστεί η κοινότητα αν αναλάβει τα καθήκοντα ο Εναγόμενος ο οποίος είναι ο κοινοτάρχης και του οποίου ουδέποτε ακυρώθηκε η εκλογή. Προχωρώντας, για τους σκοπούς εξέτασης της ουσίας του αιτήματος έχω μελετήσει με προσοχή όλα τα ενώπιον μου στοιχεία υπό το φως των σχετικών αυθεντιών και αρχών. Είναι θεμελιωμένο ότι στο στάδιο τη εκδίκασης αιτήσεων για παρεμπίπτοντα διατάγματα δεν είναι ορθό και επιθυμητό, το Δικαστήριο να προβαίνει σε ευρήματα αξιοπιστίας και ευρήματα ως προς τα ουσιώδη επίδικα γεγονότα, τα οποία θα κληθεί να αποφασίσει σε μεταγενέστερο στάδιο. Στην υπόθεση Jonitexo Ltd ν. Adidas
(1984)1 CLR 263, έχει υποδειχθεί, ότι το Δικαστήριο εξετάζει την ενώπιον του μαρτυρία με σκοπό να αποφασίσει κατά πόσο δικαιολογείται η έκδοση του προσωρινού διατάγματος και οποιαδήποτε εξέταση της ενώπιον του μαρτυρίας με σκοπό την διεξαγωγή συμπερασμάτων, τα οποία ενδεχομένως να προκαταβάλουν τα τελικά συμπεράσματα ή να τα παραβλάψουν, πρέπει να αποφεύγεται. Αυτό δε γιατί το αρμόδιο Δικαστήριο για εξαγωγή τέτοιων συμπερασμάτων είναι το Δικαστήριο ενώπιον του οποίου θα εκδικαστεί η κυρίως υπόθεση. Θεωρώ όμως ότι είναι επιτρεπτό να προβώ σε διάφορες παρατηρήσεις αναφορικά με την μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον μου για σκοπούς απάντηση των ζητημάτων που έχουν εγερθεί. Στην προκειμένη περίπτωση η ακρόαση της αίτησης διεξήχθη επί τη βάση των ενόρκων δηλώσεων εφόσον καμία πλευρά δεν ασκήθηκε το δικαίωμα αντεξέτασης που της παρείχε η Δ.48. θ.4 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Συνεπακόλουθα οι προβαλλόμενοι ισχυρισμοί στις ένορκες δηλώσεις και τα επισυναπτόμενα τεκμήρια αποτελούν το μαρτυρικό υλικό στο οποίο το δικαστήριο θα στηριχθεί κατά την εξέταση της αίτησης. Όσον αφορά την πρώτη προϋπόθεση, επεξηγήθηκε σε πολλές αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ότι δεν υπάρχει λόγος να ερμηνεύεται ότι περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν της κατάδειξης μιας συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τα δικόγραφα. (βλ. Odysseos v Pieris Estates πιο πάνω). Αναφορικά με την ύπαρξη «καλής αιτίας αγωγής» στην υπόθεση Κυτάλα ν. Χρυσάνθου κ.α
(1996)1 ΑΑΔ 253, λέχθηκαν τα εξής: «Είναι πάντως σαφές από τον επιθετικό προσδιορισμό ότι η αιτία αγωγής πρέπει να διακρίνεται από την ποιότητα της. Το ότι διατυπώνεται αιτία αγωγής δεν είναι από μόνο του αρκετό. Η αιτία αγωγής πρέπει να είναι καλή με την έννοια ότι, από άποψης ποιότητας συγκεντρώνει πιθανότητα επιτυχίας. Πρόκειται λοιπόν για προϋπόθεση όμοια με την αντίστοιχη στην επιφύλαξη του άρθρου 32
(1)του περί Δικαστηρίων Νόμου 1960.» Σύμφωνα με την Odysseos (ανωτέρω), η πιθανότητα στα πλαίσια επιφύλαξης του άρθρου 32
(1)απαιτεί από τον ενάγοντα να καταδείξει ότι έχει ορατή δυνατότητα επιτυχίας. Αναφορικά με την δεύτερη προϋπόθεση, η έννοια της «πιθανότητας» επιτυχίας κατά την Odysseos (ανωτέρω), περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά κάτι πολύ λιγότερο από το «ισοζύγιο των πιθανοτήτων» που είναι το μέτρο για την απόδειξη σε αστικές υποθέσεις. Το Δικαστήριο εξετάζοντας αυτή την προϋπόθεση έχει υποχρέωση να εξετάσει χωρίς βέβαια να αποφασίσει οτιδήποτε σ΄αυτό το στάδιο, την ποιότητα ή ισχυρότητα της μαρτυρίας της υπόθεσης του ενάγοντα. Το επίπεδο με το οποίο θα κριθεί η μαρτυρία σ΄αυτό το στάδιο δεν είναι πολύ ψηλό. Σύμφωνα με την υπόθεση Κυτάλα (πιο πάνω), η μαρτυρία θα πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας για εξασφάλιση θεραπείας. Ενώ όπως λέχθηκε στην υπόθεση Σεβαστού ν. Σεβαστού
(2002)1 (Γ) 1980, επιτρέπεται μόνο πρωταρχική εξέταση της μαρτυρίας για σκοπούς συνεκτίμησης της αποδεικτικής δύναμης της κάθε πλευράς. Δεν θεωρώ σκόπιμο να αναλύσω πτυχές που αφορούν το Διοικητικό Δίκαιο, όπως την ανάκληση διοικητικών πράξεων, την έννοια και ερμηνεία των «πράξεων - συνέπεια», των μηχανιστικών πράξεων κτλ. καθότι θεωρώ ότι η προσοχή του Δικαστηρίου θα πρέπει να στραφεί μόνο στην απάντηση του ερωτήματος κατά πόσο εκλογικό αποτέλεσμα και εκλογή μπορεί να ακυρωθεί και πως. Αναπληρωματική εκλογή για την πλήρωση κενωθείσας θέσης πληρούται σύμφωνα με την διαδικασία των άρθρων 36 και 40 του περί Κοινοτήτων Νόμου του Ν. 86
(1)/1999. Σχετικά με την αναπληρωματική εκλογή, που διεξήχθη στην προκειμένη περίπτωση, είναι τα Τεκμήρια Α και Β στην ένορκη δήλωση του εναγόμενου καθ΄ου η αίτηση. Ως αποτέλεσμα της εκλογής που διενεργήθηκε ήταν η εκλογή του εναγόμενου ως Κοινοτάρχη Δρυνιάς. Τίθεται όπως πιο πάνω αναφέρω το εξής ερώτημα: Είναι οι εκλογές και το αποτέλεσμα εκλογών που νόμιμα διενεργήθηκαν διοικητική πράξη και μπορεί να ακυρωθεί ή να ανακληθεί ωσάν να ήταν τέτοια; Αυτό είναι το κύριο ερώτημα που θα πρέπει να απαντηθεί καθότι είναι αυτό που εισηγούνται οι ενάγοντες και μάλιστα ότι αυτό μπορεί να γίνει με ανάκληση της εκλογής του εναγόμενου από τον Έπαρχο που στην προκειμένη περίπτωση έγινε, όπως υποστηρίζουν, με επιστολή προς τον εναγόμενο ημερομηνίας 10.11.2009 (Τεκμήριο 5 Α), ενέργεια την οποία αποκαλούν μηχανιστική πράξη και η οποία έγινε για σκοπούς συμμόρφωσης με το αποτέλεσμα της προσφυγής του κ. Τρύφωνος. Στο σύγγραμμα «Η Δράση και ο Έλεγχος της Δημόσιας Διοίκησης» 2η έκδοση 2004 του Ν. Χρ. Χαραλάμπους στη σελίδα 114, αναφέρεται ότι οι πράξεις σχετιζόμενες με εκλογές δεν είναι διοικητικές πράξεις και κατά συνέπεια δεν μπορούν να προσβληθούν με Προσφυγή ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου, σύμφωνα με το άρθρο 146 του Συντάγματος. Οι πράξεις αυτές μπορούν να προσβληθούν μόνο με εκλογική αίτηση η οποία υποβάλλεται στο Ανώτατο Δικαστήριο σύμφωνα με το άρθρο 145 του Συντάγματος και τις διατάξεις του εκλογικού νόμου. Οι αποφάσεις στις οποίες η συνήγορος του ενάγοντα 1 παρέπεμψε το Δικαστήριο, διαφέρουν σημαντικά τόσο σε σχέση με τα ζητήματα που επιλύουν όσο και από τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης αφού στην προκειμένη περίπτωση πρόκειται για εκλογικό αποτέλεσμα. Θα συμφωνήσω με τον κ. Κορακίδη ότι ο μοναδικός τρόπος ακύρωσης εκλογής, είναι δια εκλογικής αίτησης σύμφωνα με το άρθρο 145 του Συντάγματος στο Ανώτατο Δικαστήριο το οποίο έχει αποκλειστική αρμοδιότητα. Το γεγονός ότι τέτοια αίτηση δεν θα μπορούσε καταχωρηθεί, από οποιοδήποτε θεωρούσε ότι είχε τέτοιο δικαίωμα, αφού στην προκειμένη περίπτωση παρήλθε η προθεσμία (βλέπε άρθρο 57
(4)του περί Εκλογής Μελών της Βουλής Αντιπροσώπων Νόμου 72/79) πριν την έκδοση της απόφασης στην προσφυγή του κ. Τρύφωνος, δεν έχει καμία σημασία για το παρών δικαστήριο και δεν σημαίνει οπωσδήποτε ότι δικαιολογεί την λήψη άλλου μέτρου εναντίον του αποτελέσματος εκλογών. Η ακύρωση από το Ανώτατο Δικαστήριο της απόφασης με την οποία ο κ. Τρύφωνος διαγράφηκε από τον εκλογικό κατάλογο και παύθηκε από κοινοτάρχης σε καμία περίπτωση δεν συμπαρασύρει και συνακυρώνει και την εκλογή του εναγόμενου ως κοινοτάρχη Δρυνιάς, όπως είναι η θέση των συνηγόρων των εναγόντων αλλά και του ενόρκως δηλούντα στην αίτηση Γεώργιου Νικολάου, Ανώτερου Διοικητικού Λειτουργού/Βοηθού Έπαρχου, ο οποίος αναφέρει ότι με την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην προσφυγή, επανήλθε σε ισχύ η έννομη κατάσταση που ίσχυε προ της διαγραφής του κ. Τρύφωνος από τον εκλογικό κατάλογο της κοινότητας ήτοι ο κ. Τρύφωνος αποκαταστάθηκε στην θέση κοινοτάρχη Δρυνιάς. Κάτι τέτοιο δεν προκύπτει από την ίδια την απόφαση του Δικαστηρίου (Τεκμήριο 4). Το Ανώτατο Δικαστήριο στην Αναθεωρητική του δικαιοδοσία εκδίδει ακυρωτικές αποφάσεις, με υποχρέωση του διοικητικού οργάνου να συμμορφωθεί και όπως λέχθηκε στην Μάριος Νεοφύτου ν. Κυπριακής Δημοκρατίας Υπόθεση 323/2002 ημερομηνίας 21.4.2002 «Δεν υποκαθιστά όμως τη δική του κρίση, στην επίδικη απόφαση, σ΄αυτή του διοικητικού οργάνου που, συμμορφούμενο με το περιεχόμενο της δικαστικής απόφασης, θα επανεξετάσει και θα λάβει νέα απόφαση». Η πιο πάνω απόφαση Μάριος Νεοφύτου, θεωρώ ότι είναι σχετική με τα ζητήματα που εγείρονται και στην παρούσα υπόθεση. Στην πιο πάνω υπόθεση ο αιτητής πρόσβαλε την απόφαση του Αναπληρωτή Επάρχου Λεμεσού, με την οποία του κοινοποιήθηκε πως έπαυσε να είναι μέλος του Κοινοτικού Συμβουλίου Ύψωνα, στο οποίο εξελέγη, και τη θέση του κατελάμβανε το ενδιαφερόμενο μέρος, επιλαχών υποψήφιος, Νεόφυτος Νεοφύτου. Η προσβαλλόμενη απόφαση ελήφθη κατ΄ εφαρμογή του Άρθρου 16
(2)(στ) του Περί Κοινοτήτων Νόμου του 1999 (Ν.86
(1)/99) μετά που διαπιστώθηκε πως εταιρεία στην οποία μετείχε ο αιτητής είχε συμβατική σχέση με το Συμβούλιο για την εκτέλεση έργων επ΄ αμοιβή. Εγέρθηκε προδικαστική ένσταση από τον Δικηγόρο της Δημοκρατίας, ο οποίος εισηγήθηκε πως το Ανώτατο Δικαστήριο στην αναθεωρητική του δικαιοδοσία βάσει του άρθρου 146 του Συντάγματος δεν έχει εξουσία να επιληφθεί της υπόθεσης. Δικαιοδοσία έχει, βάσει ρητών διατάξεων του Περί Κοινοτήτων Νόμου, το Ανώτατο Δικαστήριο ως εκλογοδικείο. Το Δικαστήριο δέχτηκε ότι η πιο πάνω ένσταση ευσταθεί και αφού αναφέρθηκε στα άρθρα 31
(1)και 39 του Περί Κοινοτήτων Νόμου τόνισε τα εξής: «σύμφωνα με τις πιο πάνω ρυθμίσεις, ισχύουν κατ΄ αναλογία οι διατάξεις του Άρθρου 57 του περί Εκλογής Μελών της Βουλής των Αντιπροσώπων Νόμου, Ν. 72/79, όπως τροποποιήθηκε, που παρέχει τη δικαιοδοσία στο Εκλογοδικείο να επιλαμβάνεται των ζητημάτων που αναφέρονται σ΄αυτόν, και τούτο προς συμμόρφωση με τη επιταγή του Συντάγματος, Άρθρο 145. (Δες Παρισινός ν. Κυριάκου κ.α. Εκλογική Αίτηση 1/01, ημερ. 24.4.2002) Η γραμματική ερμηνεία των πιο πάνω νομοθετημάτων συνάδει απόλυτα με την τελολογική. Το Ανώτατο Δικαστήριο στην Αναθεωρητική του δικαιοδοσία εκδίδει ακυρωτικές αποφάσεις, με υποχρέωση του διοικητικού οργάνου να συμμορφωθεί. Δεν υποκαθιστά όμως τη δική του κρίση, στην επίδικη απόφαση, σ΄αυτή του διοικητικού οργάνου που, συμμορφούμενο με το περιεχόμενο της δικαστικής απόφασης, θα επανεξετάσει και θα λάβει νέα απόφαση. Με δύο λόγια, στην περίπτωση που εξετάζουμε και αν ακόμα κηρυσσόταν άκυρη η προσβαλλόμενη απόφαση δεν θα αποκαθίστατο στη θέση του κοινοτικού συμβούλου ο αιτητής. Απλώς θα ακυρωνόταν η κατάληψη της θέσης από το ενδιαφερόμενο μέρος. Και αυτό σε αντίθεση με τη δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου ως εκλογοδικείο που, σύμφωνα με το Άρθρο 57
(3)του Ν.72/79, επιλαμβάνεται και αποφασίζει την ουσία του εκλογικού αποτελέσματος». Συνεπακόλουθα με τα πιο πάνω, και με δεδομένο, όπως προκύπτει από τα όσα έχω παραθέσει, πως αποκλειστική αρμοδιότητα για την ακύρωση της εκλογής του εναγόμενου έχει το εκλογοδικείο ως το μόνο αρμόδιο υπό του Νόμου Δικαστήριο, πράγμα που στην προκειμένη περίπτωση δεν έγινε, και ότι οι ενάγοντες στηρίζουν την αγωγή τους σε παράνομη επέμβαση, επειδή θεωρούν ότι ανακλήθηκε η εκλογή του εναγόμενου με τις επιστολές Τεκμήρια 5Α και 5Β, καταλήγω πως απέτυχαν να καταδείξουν την ύπαρξη καλής βάσης αγωγής και την ύπαρξη ορατής δυνατότητας επιτυχίας. Η ένσταση του εναγόμενου επιτυγχάνει. Εφόσον κατά την κρίση μου, οι ενάγοντες έχουν αποτύχει να αποδείξουν ότι υφίστανται οι πιο πάνω προϋποθέσεις δεν τίθεται ζήτημα άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου υπέρ της οριστικοποίησης του διατάγματος. Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω η αίτηση των εναγόντων απορρίπτεται και το διάταγμα ημερομηνίας 29.1.2010 που εκδόθηκε με βάση την αίτηση των εναγόντων παύει να ισχύει. Τα έξοδα της διαδικασίας αυτής επιδικάζονται υπέρ του εναγόμενου - καθ΄ ου η αίτηση και εναντίον των εναγόντων - αιτητών όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .............. Κ. Κουνίδου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο