← Κύπρος

Μαρούλλα Χ¨Λαμπρή KELEMEN ν. LIASIDOU ESTATES LTD, Αρ.Aγωγής: 2226/09, 5 Μαρτίου 2010

Μαρούλλα Χ¨Λαμπρή KELEMEN ν. LIASIDOU ESTATES LTD, Αρ.Aγωγής: 2226/09, 5 Μαρτίου 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2010:A9 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Κ.Κουνίδου Ε.Δ. Αρ.Aγωγής: 2226/09 Μεταξύ: Μαρούλλα Χ¨Λαμπρή KELEMEN, από την Πάφο Ενάγουσα και LIASIDOU ESTATES LTD, από την Πάφο Εναγομένων ----------------------- Ημερομηνία: 5 Μαρτίου 2010 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα - Αιτήτρια: κα. Α. Σοφιανού Για Εναγόμενη - Καθ΄ης η Αίτηση: κ. Ν. Παπακλεοβούλου ----------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η ενάγουσα, πέτυχε στις 27.10.2009 με μονομερή αίτηση της ημερομηνίας 23.10.2009, την έκδοση προσωρινού διατάγματος, με το οποίο η εναγόμενη εμποδίζεται από το να πωλήσει, μεταβιβάσει, επιβαρύνει ή καθ΄οιονδήποτε άλλο τρόπο αποξενώσει ή διαθέσει ακίνητη περιουσία της, μέχρι τελικής εκδίκασης της αγωγής ή νεότερης διαταγής του δικαστηρίου. Η αίτηση επί τη βάση της οποίας εκδόθηκε το επίδικο διάταγμα στηρίζεται στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6 άρθρα 4

(1),5,7,9, στο άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου Ν. 14/60και στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 Θ. 1,2,3 και
  1. Να σημειωθεί ότι το άρθρο 4 του Κεφ. 6 δεν τυγχάνει εφαρμογής στην προκειμένη περίπτωση, αφού η ακίνητη περιουσία της οποίας η δέσμευση ζητείται δεν αποτελεί αντικείμενο της αγωγής. Σύμφωνα με την ένορκη δήλωση της ενάγουσας, η οποία όπως αναφέρει είναι αρχιτέκτονας και διατηρεί αρχιτεκτονικό γραφείο στη Πάφο, μετά από εντολή της εναγόμενης εκπόνησε αρχιτεκτονικά σχέδια γύρω στο 2007 για 12 επαύλεις σε σχέση με ακίνητη περιουσία της. Η αξίωσης της είναι για το ποσό των €28.020 υπόλοιπο συμφωνηθείσας και εύλογης αμοιβής για τις πιο πάνω υπηρεσίες της προς την εναγόμενη, σε σχέση με την ετοιμασία αρχιτεκτονικών σχεδίων και την κατάθεση τους για την έκδοση πολεοδομικών αδειών. Υποστηρίζει ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και πιθανότητα να δικαιούται τις αξιώσεις και θεραπείες που ζητά στην αγωγή της. Όπως πληροφορήθηκε πρόσφατα, η εναγόμενη σκοπεύει να πωλήσει εντός των επόμενων ημερών τα ακίνητα για τα οποία ετοίμασε τα αρχιτεκτονικά σχέδια και ότι η εναγόμενη δεν έχει οποιοδήποτε άλλο περιουσιακό στοιχείο στη Κύπρο. Πιστεύει ότι αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα, θα είναι δύσκολο ή και αδύνατο να αποδοθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Σύμφωνα με την ίδια η πώληση, υποθήκευση ή άλλη διάθεση ή δέσμευση των ακινήτων θα καταστήσει άνευ νοήματος τις θεραπείες που ζητά με την αγωγή της και θα εμποδιστεί από το να ικανοποιήσει την απόφαση που ενδεχομένως να εκδοθεί και πως εάν δεν εκδοθεί το διάταγμα θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά. Στην συμπληρωματική ένορκη της δήλωση αναφέρεται στην αξία των ακινήτων που ζητά την δέσμευση σύμφωνα με πληροφορίες που έλαβε από το Κτηματολόγιο. Το εν λόγω διάταγμα ορίστηκε επιστρεπτέο από το Δικαστήριο για να επιδοθεί στην εναγόμενη ώστε να έχει την ευκαιρία να εμφανιστεί ενώπιον του Δικαστηρίου και να το αμφισβητήσει, πράγμα το οποίο η εναγόμενη έκανε και προς τούτο καταχώρησε ένσταση. Η ένσταση Η εναγόμενη στην γραπτή ένσταση της για διατήρηση του διατάγματος, η οποία υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του διευθυντή της προβάλει ως λόγους ένστασης τους ακόλουθους:
  2. Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που θέτει ο νόμος για την έκδοση και διατήρηση ενός τέτοιου διατάγματος.
  3. Ελλείπει το στοιχείο του καταπείγοντος.
  4. Υπήρξε μεγάλη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην υποβολή της αξίωσης αλλά και της αίτησης.
  5. Δεν αποδεικνύεται αλλά ούτε και πιθανολογείται ως ενδεχόμενο η ανεπανόρθωτη ζημιά στην Ενάγουσα.
  6. στον Ενάγοντα εάν αυτός επιτύχει στην αγωγή του που και αυτό θα είναι μόνο για το ζητούμενο ½ τούτου.
  7. Δεν καθορίζεται ορθώς, σοβαρώς και αξιόπιστως η αξία όλων και καθενός των περιγραφόμενων κτημάτων.
  8. Ο αιτητής με την αίτηση του καταχράται της διαδικασίας.
  9. Η ισχυριζόμενη πληροφορία για πώληση είναι ατυχής φευγαλέα και όχι μόνο στερείται αλήθειας αλλά είναι και προσχηματική προς δήθεν αιτιολόγηση του ετεροχρονισμένου του διαβήματος. Αναφορικά με τον 5ο λόγω της ένστασης, δεν έχω αντιληφθεί να έχει οποιαδήποτε σχετικότητα με την υπό εκδίκαση αίτηση και φαίνεται ότι εκ παραδρομής ή και λανθασμένα έχει περιληφθεί στους λόγους της ένστασης της εναγόμενης, λαμβανομένου υπόψη και του γεγονότος ότι δεν έχει αναφερθεί οτιδήποτε προς υποστήριξη τούτου. Ο ενόρκως δηλών στην ένσταση, αρνείται με την ένορκη δήλωση του, όλους τους ισχυρισμούς που περιλαμβάνονται τόσο στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση όσο και αυτούς της συμπληρωματικής ενόρκου δηλώσεως ημερομηνίας 27.10.2009 και ισχυρίζεται τα πιο κάτω: Η ενάγουσα δεν μπορεί ούτε να πιθανολογεί την προς όφελος της αίσια έκβαση της δίκης, αφού έχει προκληθεί από την καταχωρηθείσα υπεράσπιση με τον ισχυρισμό του «μολυσμένου της ισχυριζόμενης σύμβασης από παρανομία» και ως εκ τούτου για να έχει πιθανότητα επιτυχίας όφειλε να καταθέσει τουλάχιστο την εξουσιοδότηση διορισμένου αρχιτέκτονα μέλους του ΕΤΕΚ σύμφωνα με τους Κανονισμους του στην οποία εξουσιοδότηση θα έπρεπε να αναφέρεται όχι μόνο ο διορισμός αλλά και το ποσό της συμφωνηθείσας αμοιβής, άλλως ουδέν νομιμοποιείται και δικαιούται να αξιώνει από το σεβαστό Δικαστήριο. Μπορεί το δικαστήριο στο στάδιο τούτο, να μην υπεισέρχεται εις την ουσία της υπόθεσης αλλά και να μη διερωτηθεί όταν η Ενάγουσα στην παρ. 4 της Ένορκης της Δήλωσης ημερ. 23.10.09 δηλώνει ότι έλαβε εντολή ως αρχιτέκτονας, που βρίσκεται αυτός ο απαιτητός διορισμός που νομιμοποιεί την έγερση της όλης αγωγής και επιλύει και την πάσα διαφορά. Η δε παρατιθέμενη ως αξία των περιγραφομένων τεμαχίων, στις παρ. 1, 2 και 3 της συμπληρωματικής ένορκης ομολογίας της Αιτήτριας ημερ. 27.10.09 δεν στηρίζεται σε κανένα σωστό και σοβαρό υπόβαθρο. Οι πληροφορίες περί αξίας, δεν μπορούν να προέρχονται από το Κτηματολόγιο, αφού είναι παντάπασιν γνωστό και δεν χρειάζεται άλλη μαρτυρία για το ότι: (i) Το Κτηματολόγιο δεν δίνει προφορικές ενημερώσεις αλλά μόνο πληροφορίες με κατάλληλα πιστοποιητικά, για τις αναφορές για την ακίνητη ιδιοκτησία και τα εμπράγματα δικαιώματα. (ii) Το Κτηματολόγιο δεν παρέχει εκτιμήσεις κτημάτων σε ιδιώτες άλλες παρά μόνο για σκοπούς μεταβιβαστικών κατά την εκτέλεση μιας μεταβίβασης ή με εντολή του Δικαστηρίου. (iii) Συναφώς και οι αξίες στις παραγράφους 2 & 3 της εν λόγω Ένορκης Ομολογίας, αυτό-αναιρούν κατ΄ εκείνη και το ζητούμενο Διάταγμα όταν η ίδια θέτει στην παρ. 7 της Ένορκης της Ομολογίας ημερ. 23.10.09, ότι ενάγει για €28.
  10. Η Ενάγουσα αξιώνει για υπηρεσίες που προσέφερε το 2007, σύμφωνα με την παρ. 2 της Αγωγής που καταχώρησε στις 08.07 και που έρχεται να ζητήσει παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα στις 23.10.09 προβάλλουσα κίνδυνο εκ της αναβολής, αποκτά ένα τέτοιο προσωρινό διάταγμα στις 27.10.09 και επιμένει και σήμερα και με όσα εξετέθησαν και πιο πάνω, να το διατηρήσει μέχρι ολοκλήρωσης της υπόθεσης και ότι ταύτα συνηγορούν με το κατεπείγον, πράγματα για τα οποία είναι παντελώς αντίθετος με τη συμβουλή του δικηγόρου μας. Ούτε βέβαια μπορεί να υπάρξει ικανοποιητικό υπόβαθρο το πιθανολόγημα αόριστης αναφοράς για δήθεν πληροφορία «πελάτη» που έδωκε στην Ενάγουσα ενημερωτική πληροφορία για σύντομη μέσα σε 2-3 μέρες πώληση πριν την 23.10.09 όταν ο χρόνος παρήλθε άπρακτος και ούτε ένας αγοραστής θα έδινε δημοσιοποίηση των διαπραγματεύσεων του. Εκ τούτου δεν αποδέχομαι αλλά απορρίπτω έναν τέτοιο ισχυρισμό που απλά γίνεται ένεκα της διαδρομής του χρόνου. Ούτε η Ενάγουσα/Αιτήτρια προσέρχεται στο Δικαστήριο με καθαρά τα χέρια ως προς τις ζητούμενης θεραπείες παρά μόνο με πρόφαση και με τέχνασμα την δήθεν όψιμη γνώση, αφού δεν της ήταν άγνωστη η ακίνητη περιουσία της Εναγόμενης. Νομική πτυχή Όπως πιο πάνω αναφέρθηκε η αίτηση βασίζεται στο άρθρο 32 του Νόμου 14/60 όσο και στα άρθρα 5 και 9 του Κεφ.
  11. Με βάση το άρθρο 5 του Κεφ. 6, είναι θεμελιωμένο ότι το δικαστήριο ενώπιον του οποίου εκκρεμεί αγωγή για χρέος ή αποζημιώσεις, έχει διακριτική εξουσία καθ΄οιονδήποτε χρόνο μετά την έγερση της αγωγής να διατάξει τον εναγόμενο να μην αποξενώσει (μεταξύ άλλων) τόσο μέρος της ακινήτου ιδιοκτησίας του, όσο κατά την γνώμη του Δικαστηρίου θα είναι επαρκές για να ικανοποιηθεί η απαίτηση του ενάγοντα μαζί με τα έξοδα της αγωγής. Τέτοιο παρεμπίπτον διάταγμα δεν εκδίδεται, εκτός αν φανεί στο Δικαστήριο ότι ο εναγόμενος έχει καλό αγώγιμο δικαίωμα και ότι με την αποξένωση της ακίνητης περιουσίας είναι πιθανό να εμποδιστεί ο ενάγοντας από του να πετύχει την ικανοποίηση της απόφασης του Δικαστηρίου που τυχόν να εκδοθεί προς όφελος του. Στην υπόθεση C.Phasarias (Automotive Centre) Limited v. Σκυροποια «Λεωνίκ» Λίμιτεδ
(2001)1 (Β) ΑΑΔ 785, παρατηρήθηκε ότι η απαίτηση του άρθρου 5 να υπάρχει πιθανότητα να εμποδιστεί ο ενάγων στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που τυχόν να εκδοθεί υπέρ του, αν δεν εκδοθεί το ζητούμενο παρεμπίπτον διάταγμα, ουσιαστικά αντιστοιχεί στην τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32, δηλαδή θα πρέπει να καταδειχθεί δυσκολία ή αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Το άρθρο 32 του Ν.14/60 Υπάρχει πλούσια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου αναφορικά με το άρθρο 32 του Ν. 14/60 και την εφαρμογή του. Το προαναφερόμενο άρθρο δίδει στο Δικαστήριο ευρείες εξουσίες και πλατιά διακριτική ευχέρεια να εκδίδει παρεμπίπτοντα διατάγματα στις υποθέσεις όπου φαίνεται στο Δικαστήριο ότι αυτό είναι δίκαιο ή πρόσφορο. Για την έκδοση τέτοιων διαταγμάτων τίθενται οι πιο κάτω προϋποθέσεις:` α) Ο αιτητής θα πρέπει να αποδείξει ότι έχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. β) Ότι έχει πιθανότητα επιτυχίας κατά την ακροαματική διαδικασία της αγωγής και γ) Ότι αν δεν εκδοθεί το ζητούμενο διάταγμα θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε κατοπινό στάδιο (βλ. σχετικές υποθέσεις Odysseos v Pieris Estates
(1982)1 CLR 557, Acroprol Shipping Co Ltd v Rossis
(1976)1 AAΔ 38, Κωνσταντινίδης v Μακρυγιώργου και άλλου
(1978)1 ΑΑΔ 585, M. & Μ. Transprort v Εταιρείας Αστικών Λεωφορείων
(1981)1 ΑΑΔ 608, Hadjikyriakos Co Ltd v United Biscuits (U.K.) Ltd
(1979)1 CLR 689, Jonitexo Ltd ν Adidas
(1984)1 CLR 263, National Bank of Greece v Moticia
(1987)1 AAΔ 303, KOT v Θεωρή
(1989)1 ΑΑΔ (Ε) 255, Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν Χ¨Βασίλη
(1989)1 ΑΑΔ (Ε) 152, Cyprus Sulphur & Copper Co Ltd και Άλλων V Παραλράμα Λτδ,
(1990)1 ΑΑΔ 1040, Bacardi & Co Ltd v Vinco Ltd
(1996)AAΔ.788, Demades Overseas Ltd v Studio Ma. St. Ltd και άλλοι, Πολ. Εφ. 9636 και 9637 ημερ. 18/7/1996, Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου,
(1995)1 ΑΑΔ 248). Σε όλες τις πιο πάνω υποθέσεις αναλύθηκαν, οι ουσιαστικές προϋποθέσεις οι οποίες πρέπει απαραίτητα να συνυπάρχουν για να δικαιολογείται η έκδοση διατάγματος δυνάμει του άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου N.14/60 καθώς και ο τρόπος άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Οι πρόνοιες του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 θα πρέπει να ικανοποιούνται ανεξάρτητα από τις πρόνοιες των άρθρων 4 και 5, εφόσον το άρθρο 32 έχει ευρύτερη εφαρμογή (βλ.Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου κ.α (πιο πάνω)). Θα πρέπει να αναφερθεί ότι ο αιτών την έκδοση προσωρινού διατάγματος είναι εκείνος που φέρει μέχρι τέλους τo βάρος της απόδειξης ότι υφίστανται οι ουσιαστικές προϋποθέσεις του άρθρου 32 (βλ. Χάρης Φεσσάς, Αίτηση 129/90
(1990)1 ΑΑΔ 704) και επιπρόσθετα στο τελικό στάδιο το Δικαστήριο θα πρέπει να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. Στην προκειμένη περίπτωση η ακρόαση της αίτησης διεξήχθη επί τη βάση των ενόρκων δηλώσεων εφόσον καμία πλευρά δεν ασκήθηκε το δικαίωμα αντεξέτασης που της παρείχε η Δ.48. θ.4 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Συνεπακόλουθα οι προβαλλόμενοι ισχυρισμοί στις ένορκες δηλώσεις αποτελούν το μαρτυρικό υλικό στο οποίο το δικαστήριο θα στηριχθεί κατά την εξέταση της αίτησης. Επιπλέον, οι συνήγοροι των διαδίκων αγόρευσαν προς υποστήριξη των θέσεων τους. Για σκοπούς συντομίας θα γίνει αναφορά στα σημαντικότερα σημεία της μαρτυρίας κατά την εξέταση της νομικής πτυχής του θέματος. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν έχει εξεταστεί και ληφθεί υπόψη οτιδήποτε έχει τεθεί ενώπιον του δικαστηρίου. Κρίνω, παρά το γεγονός ότι έχουν επισημανθεί και τονιστεί αρκετά κατά την ακρόαση της αίτησης, τα οποία τονίζω ότι έχουν ληφθεί υπόψη, η αίτηση θα πρέπει να κριθεί με βάση ορισμένα ουσιαστικά κριτήρια και γεγονότα στα οποία θα επικεντρωθεί το δικαστήριο. Προχωρώντας, για τους σκοπούς εξέτασης της ουσίας του αιτήματος έχω μελετήσει με προσοχή όλα τα ενώπιον μου στοιχεία υπό το φως των σχετικών αυθεντιών και αρχών. Είναι θεμελιωμένο ότι στο στάδιο τη εκδίκασης αιτήσεων για παρεμπίπτοντα διατάγματα δεν είναι ορθό και επιθυμητό, το Δικαστήριο να προβαίνει σε ευρήματα αξιοπιστίας και ευρήματα ως προς τα ουσιώδη επίδικα γεγονότα, τα οποία θα κληθεί να αποφασίσει σε μεταγενέστερο στάδιο. Στην υπόθεση Jonitexo Ltd ν. Adidas
(1984)1 CLR 263, έχει υποδειχθεί, ότι το Δικαστήριο εξετάζει την ενώπιον του μαρτυρία με σκοπό να αποφασίσει κατά πόσο δικαιολογείται η έκδοση του προσωρινού διατάγματος και οποιαδήποτε εξέταση της ενώπιον του μαρτυρίας με σκοπό την διεξαγωγή συμπερασμάτων, τα οποία ενδεχομένως να προκαταβάλουν τα τελικά συμπεράσματα ή να τα παραβλάψουν, πρέπει να αποφεύγεται. Αυτό δε γιατί το αρμόδιο Δικαστήριο για εξαγωγή τέτοιων συμπερασμάτων είναι το Δικαστήριο ενώπιον του οποίου θα εκδικαστεί η κυρίως υπόθεση. Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση: Όσον αφορά την πρώτη προϋπόθεση, επεξηγήθηκε σε πολλές αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ότι δεν υπάρχει λόγος να ερμηνεύεται ότι περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν της κατάδειξης μιας συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τα δικόγραφα. (βλ. Odysseos v Pieris Estates πιο πάνω). Είναι φανερό μέσα από την ένορκη δήλωση της αιτήτριας, από την ένορκη δήλωση του Διευθυντή της καθ' ης η αίτηση και από τα δικόγραφα ότι στην προκειμένη περίπτωση υπάρχουν ζητήματα προς εκδίκαση και αποκαλύπτεται συζητήσιμη υπόθεση. Πιθανότητα επιτυχίας Εγείρεται επίσης για εξέταση η ύπαρξη «καλής αιτίας αγωγής» εφόσον αποτελεί προϋπόθεση του άρθρου 5 του Ν.14/60, της οποίας την ύπαρξη αμφισβητεί η πλευρά της εναγόμενης. Στην υπόθεση Κυτάλα ν. Χρυσάνθου κ.α
(1996)1 ΑΑΔ 253, λέχθηκαν τα εξής: «Είναι πάντως σαφές από τον επιθετικό προσδιορισμό ότι η αιτία αγωγής πρέπει να διακρίνεται από την ποιότητα της. Το ότι διατυπώνεται αιτία αγωγής δεν είναι από μόνο του αρκετό. Η αιτία αγωγής πρέπει να είναι καλή με την έννοια ότι, από άποψης ποιότητας συγκεντρώνει πιθανότητα επιτυχίας. Πρόκειται λοιπόν για προϋπόθεση όμοια με την αντίστοιχη στην επιφύλαξη του άρθρου 32
(1)του περί Δικαστηρίων Νόμου 1960.» Σύμφωνα με την Odysseos (ανωτέρω), η πιθανότητα στα πλαίσια επιφύλαξης του άρθρου 32
(1)απαιτεί από τον ενάγοντα να καταδείξει ότι έχει ορατή δυνατότητα επιτυχίας. Αναφορικά με την δεύτερη προϋπόθεση, η έννοια της «πιθανότητας» επιτυχίας κατά την Odysseos (ανωτέρω), περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά κάτι πολύ λιγότερο από το «ισοζύγιο των πιθανοτήτων» που είναι το μέτρο για την απόδειξη σε αστικές υποθέσεις. Το Δικαστήριο εξετάζοντας αυτή την προϋπόθεση έχει υποχρέωση να εξετάσει χωρίς βέβαια να αποφασίσει οτιδήποτε σ΄αυτό το στάδιο, την ποιότητα ή ισχυρότητα της μαρτυρίας της υπόθεσης του ενάγοντα. Το επίπεδο με το οποίο θα κριθεί η μαρτυρία σ΄αυτό το στάδιο δεν είναι πολύ ψηλό. Σύμφωνα με την υπόθεση Κυτάλα (πιο πάνω), η μαρτυρία θα πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας για εξασφάλιση θεραπείας. Ενώ όπως λέχθηκε στην υπόθεση Σεβαστού ν. Σεβαστού
(2002)1 (Γ) ΑΑΔ 1980, επιτρέπεται μόνο πρωταρχική εξέταση της μαρτυρίας για σκοπούς συνεκτίμησης της αποδεικτικής δύναμης της κάθε πλευράς. Σύμφωνα με την αγόρευση του συνηγόρου της εναγόμενης, όπως και στην έκθεση υπεράσπισης της η εναγόμενη προβάλλει, αν πράγματι τούτο συμβαίνει, η σύμβαση μεταξύ εναγόμενης και ενάγουσας δεν είναι εκτελεστή ένεκα παρανομίας. Αναφορικά με το ζήτημα αυτό, εκτεταμένη αναφορά, έκανε στους Κανονισμούς του ΕΤΕΚ και το τυποποιημένο έντυπο, υπό μορφή διοριστήριου που πρέπει με την ανάθεση του έργου να υπογράφει ο πελάτης, εξουσιοδότηση που θεωρείται, σύμφωνα με τον συνήγορο της εναγόμενης, απαραίτητη προϋπόθεση του διορισμού των Μελών του ΕΤΕΚ. Ως των ως άνω, είναι η θέση της εναγόμενης, ότι οποιοσδήποτε διορισμός γίνεται με αντίθετο τρόπο είναι παράνομος και δεν τυγχάνει δικαστικής προστασίας ή για την γένεση ή την νομιμοποίηση αξίωσης για πληρωμή αμοιβής. Επίσης αναφορά έχει γίνει και σε νομολογία σχετική με το θέμα της διαπίστωσης από το Δικαστήριο ύπαρξης έκδηλης παρανομίας σε σύμβαση που στην προκειμένη περίπτωση όπως υποστήριξε υπάρχει έκδηλη παραβίαση του Κώδικα Δεοντολογίας των Αρχιτεκτόνων και Πολιτικών Μηχανικών (ΚΔΠ 115/78). Κάλεσε, υπό τις περιστάσεις το Δικαστήριο να δεχτεί ότι δεν υπάρχει εκτελεστή σύμβαση μεταξύ των διαδίκων με αποτέλεσμα να μην τηρείται η προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν. 14/60 που αφορά την ύπαρξη πιθανότητας επιτυχίας. Η συνήγορος της ενάγουσας, αναφορικά με το πιο πάνω ζήτημα, υποστήριξε ότι μέχρι το στάδιο που τα μέρη συμφώνησαν δηλαδή την εκπόνηση αρχιτεκτονικών σχεδίων και την κατάθεση τους για την έκδοση αδειών δεν ήταν αναγκαία η εξουσιοδότηση σύμφωνα με την Κ.Δ.Π.55/
  1. Παρόμοια ζητήματα εγέρθηκαν και στην υπόθεση Γιάννης Φετοκάκης ν. Λάμπος Χριστοφή κ.α Πολιτική Εφεση 12026 ημερομηνίας 8.9.
  2. Εγέρθηκε ως λόγος έφεσης ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν αποδέχτηκε την εισήγηση ότι η συμφωνία μεταξύ του εφεσείοιντος και των εφεσίβλητων ήταν έκδηλα παράνομη αφού ο εφεσείων δεν ήταν εργολάβος οικοδομών και δεν μπορούσε να αναλάβει την εκτέλεση των εργασιών της ανακαίνισης της κατοικίας. Η προσέγγιση του πρωτόδικου Δικαστηρίου πάνω στο θέμα ήταν η εξής: « Από την ένορκη δήλωση εκ μέρους των αιτητών και από την ένορκη δήλωση του καθ΄ου η αίτηση, φαίνεται ότι υπάρχουν ζητήματα προς εκδίκαση τα οποία αναφύονται μέσα από την προφορική συμφωνία με την οποία ο εναγόμενος ανέλαβε την διεκπεραίωση εργασιών με σκοπό την ανακαίνιση της κατοικίας των αιτητών. Η ακριβής φύσης της σχέσης των εναγόντων και εναγόμενου δεν είναι του παρόντος να αναζητηθεί και θα προσδιοριστεί στο τελικό στάδιο της δίκης.» Το Εφετείο έκρινε ότι η προσέγγιση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ήταν ορθή και πως η νομική φύση της συμφωνίας για την ανακαίνιση της οικίας είναι θέμα το οποίο θα πρέπει να εξεταστεί κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας της αγωγής και δεν θα μπορούσε να εξεταστεί μέσα στα περιορισμένα πλαίσια τα οποία παρέχονται κατά την εκδίκαση μιας αίτησης (βλ. Γρηγορίου ν. Χριστοδούλου
(1995)1 ΑΑΔ 248). Υπό τις περιστάσεις καταλήγω πως η υπεράσπιση και ο ισχυρισμός ως προς «το μολυσμένο της ισχυριζόμενης σύμβασης από παρανομία» που προβάλλει ο εναγόμενος και ο ισχυρισμός για τη μη προσκόμισης ή ύπαρξη εξουσιοδότησης διορισμού και συμφωνηθείσας αμοιβής για νομιμοποίηση έγερσης αγωγής πρόκειται για ζήτημα το οποίο για να μπορέσει το Δικαστήριο να αποφασιστεί στην ουσία θα είναι αναγκασμένο να προχωρήσει στην εξέταση τέτοιων θεμάτων που θα ήταν καλύτερα, λαμβανομένων υπόψη και των πιο πάνω, να αναμένουν την ακρόαση της αγωγής Ο ισχυρισμός περί παρανομίας στη σύμβαση δεν είναι του παρόντος να αναζητηθεί και να προσδιοριστεί αλλά θα πρέπει να αναμένει το τελικό στάδιο της δίκης. Στην υπό κρίση περίπτωση η ενάγουσα περιορίστηκε στην ένορκη δήλωση που στηρίζει την αίτηση της στην παράθεση των ισχυρισμών της, κατά περίπου όμοιο τρόπο που αυτοί καταγράφονται στην έκθεση απαίτησης. Παρόλα αυτά δεν θεωρώ ότι η ένορκη της δήλωσης της ενάγουσας στερείται αξίας. Είναι η άποψη μου ότι έχει καταφέρει να αποδείξει τουλάχιστον σ΄αυτό το στάδιο της διαδικασίας ότι έχει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας ώστε να πετύχει στην εξασφάλιση της θεραπείας του ζητά. Να σημειωθεί πως παρά το ότι γίνεται πλήρης άρνηση των ισχυρισμών που η ενάγουσα παραθέτει στις ένορκες δηλώσεις της από μέρους του ενόρκως δηλούντα στην ένσταση και ως εκ τούτου και της ανάθεσης εκπόνησης αρχιτεκτονικών σχεδίων από την εναγόμενη προβάλλει ταυτόχρονα και τον ισχυρισμό για ύπαρξη παρανομίας στη σύμβαση λόγω της μη ύπαρξης γραπτής εξουσιοδότησης εκ μέρους της εναγόμενης, γεγονός το οποίο ενδυναμώνει τον ισχυρισμό ότι υπήρξε κάποιου είδους συμφωνία. Έχοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω, καταλήγω υπό τις περιστάσεις ότι η ενάγουσα έχει ικανοποιήσει και αυτή την προϋπόθεση. Κατάληξη η οποία δεν σημαίνει βέβαια ότι τα επίδικα θέματα, υπό το φως των γεγονότων και περιστάσεων καθώς και της μαρτυρίας που θα προσαχθεί κατά την δίκη δεν θα αποτελέσουν ζητήματα που θα παραμείνουν ζωντανά, για να αποφασιστούν από το Δικαστήριο το οποίο θα εκδικάσει την ουσία της υπόθεσης. Εξετάζοντας την τήρηση της τρίτης προϋπόθεσης, επισημαίνω ότι το Δικαστήριο σε αυτή την περίπτωση εξετάζει κατά πόσο με βάση τα ενώπιον του στοιχεία καθώς και των περιστάσεων της κάθε υπόθεσης θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εάν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. (βλ.Timberland Co v. Evans & Sons Ltd κ.α
(1998)1 ΑΑΔ (Β), Παναγίδου ν. Παναγίδου
(2001)1 (Β) ΑΑΔ 396). Το άρθρο 5
(2)του Κεφ. 6 σκοπό έχει να διασφαλίσει στον ενάγοντα την είσπραξη του εξ αποφάσεως χρέους που θα προκύψει από πιθανή επιτυχία του στην αγωγή. Συνεπακόλουθα ως προς την τήρηση αυτής της προϋπόθεσης θα πρέπει το δικαστήριο να εξετάσει κατά πόσο μπορεί η ενάγουσα θα παρεμποδιστεί στο να πετύχει ικανοποίηση της απόφασης σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής της. Την τρίτη προϋπόθεση η ενάγουσα προσπάθησε να ικανοποιήσει με τις παραγράφους 9 μέχρι και 13 της ένορκης δήλωσης της που συνοδεύει την αίτηση της. Το Ανώτατο στην υπόθεση Phasarias (πιο πάνω) παρατήρησε ότι δεν είναι απαραίτητη η προσαγωγή μαρτυρίας για απόδειξη της πρόθεσης του εναγόμενου να αποξενώσει ή επιβαρύνει την περιουσία του. Εκείνο που έχει σημασία είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση, εφόσον γίνουν, στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως να εκδοθεί. Η ενάγουσας ως πληροφορήθηκε (βλέπε παρ. 9 της ενόρκου δηλώσεως της) 2 -3 ημέρες πριν την καταχώρηση της αίτησης, από πελάτη της εταιρείας, η εναγόμενη σκοπεύει να πωλήσει εντός των επόμενων ημερών τα ακίνητα της. Ο συνήγορος της εναγόμενης υποστηρίζει ότι ο ισχυρισμός της ενάγουσας που περιλαμβάνεται στην παράγραφο 9 της ενόρκου δηλώσεως της είναι αόριστος και προβάλλεται με τόση αφέλεια που δεν πείθει και πως δεν μπορεί να της δοθεί τέτοια αξία ώστε να καταλήξει κάποιος σε ασφαλές συμπέρασμα, αφού καν δεν τίθεται σαν βάση ότι η εναγόμενη άρχισε διαπραγματεύσεις για την πώληση της περιουσίας της. Τονίζοντας επίσης και τις επαγγελματικές δραστηριότητες της εναγόμενης, η οποία είναι Developer. Στην υπόθεση Χριστάκης Σάββα v. Παναγιώτας Τηλεμάχου
(2001)1 (Γ) 2081, στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης για παρεμπίπτον διάταγμα, εκτός από μαρτυρία ότι η καθ΄ης η αίτηση πρόβαινε σε ενέργειες για να πωλήσει το ακίνητο, υπήρχε και μαρτυρία ότι η καθ΄ης η αίτηση δεν είχε καμία άλλη περιουσία. Η αναφορά σε πελάτη της εταιρείας δεν είναι αόριστη πηγή και θεωρώ ότι συνιστά επαρκή αποκάλυψη της πηγής πληροφόρησης της ενάγουσας. Να σημειωθεί ότι η ενάγουσα δεν έχει αντεξεταστεί επί του περιεχομένου της ενόρκου δηλώσεως της, ενώ αυτό το οποίο ισχυρίζεται και αναφέρει σύμφωνα με την πληροφόρηση που έχει λάβει είναι ότι η εναγόμενη σκοπεύει να πωλήσει όλα τα τεμάχια των οποίων την δέσμευση ζητά και όχι τις επαύλεις, όπως ο συνήγορος της εναγόμενης ανάφερε στην αγόρευση του. Επιπρόσθετα δε αυτό που η ενάγουσα ισχυρίζεται είναι ότι η εναγόμενη δεν έχει οποιοδήποτε άλλο περιουσιακό στοιχείο στην Κύπρο και πως όλα τα τεμάχια είναι υποθηκευμένα με την υποθήκη Υ1330/2007 για το συνολικό ποσό των €758.619.04 σεντ. Ενώπιον μου υπάρχει συγκεκριμένος ισχυρισμός ότι τα ακίνητα των οποίων η δέσμευση ζητήθηκε, είναι η μόνη περιουσία της εναγόμενης στην Κύπρο και επίσης υπάρχει ικανοποιητική μαρτυρία (βλ. Τηλεμάχου (πιο πάνω)) ότι η εναγόμενη προτίθεται να πωλήσει τα ακίνητα. Συνεπακόλουθα είναι εμφανές πως επιπρόσθετη επιβάρυνση των ακινήτων και αποξένωσης τους, νοουμένου ότι είναι η μόνη περιουσία της εναγόμενης στην Κύπρο δημιουργεί τον κίνδυνο να παρεμποδιστεί η ενάγουσα στην ικανοποίηση απόφασης που ήθελε εκδοθεί υπέρ της σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής της. Επομένως με βάση πιο πάνω τα στοιχεία κρίνω ότι πληρείται η τρίτη προϋπόθεση. Ισχυρίζεται η εναγόμενη πως ελλείπει το στοιχείο του κατεπείγοντος και πως υπήρξε μεγάλη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση εις την υποβολή της αξίωσης αλλά και της αίτησης. Στην υπόθεση RESOLA (CYPRUS) LTD v. Χρήστου Πολιτική Έφεση 9610 ημερομηνίας 31.3.1998, το επείγον για την παροχή θεραπείας αποτελεί δικαιοδοτικό όρο. Μόνο, εφόσον καταδεικνύεται το κατεπείγον του αιτήματος, δικαιολογείται, όλως εξαιρετικά, η άσκηση δικαστικής εξουσίας στην απουσία του εναγόμενου. Μόνο τότε μπορεί να συγχωρεθεί η παρέκκλιση από το θεμελιώδη κανόνα της δικαιοσύνης, να ακούσει και τα δύο μέρη πριν εκφέρει κρίση. Όπως διαπιστώνει ο Κωνσταντινίδης, Δ., σε δύο αποφάσεις του. (In Re Stavros Hotel Apartments Ltd - (Αίτηση Αρ. 76/94 - 29.12.94) In Re B.P. CYPRUS LTD (Αίτηση 143/96 - 1.8.96)), το υπαρκτό του επείγοντος αποτελεί προϋπόθεση για την επίκληση της δικαιοδοσίας κάτω από το Άρθρο 9 του ΚΕΦ. 6. Στην Vuitton v. Δέρμοσακ Λτδ και άλλης
(1992)1 ΑΑΔ 1453, σελ 1462, τονίστηκε ότι:- «Η έκδοση προσωρινού διατάγματος εξ πάρτε, συνιστά εξαιρετικό μέτρο εφόσο παρέχεται κατά παρέκκλιση του κανόνα της φυσικής δικαιοσύνης που αποκλείει την παροχή θεραπείας χωρίς την παροχή ευκαιρίας στον αντίδικο να ακουστεί.» Το καταπείγον το θέματος μπορεί να προκύψει και μετά την γένεση της βάσης της αγωγής. Στην υπόθεση Χριστοδούλου ν. Vraets Πολιτική Έφεση 10244 ημερομηνίας 28.9.99 λέχθηκε πως «το κρίσιμο στοιχείο για την αίτηση δεν ήταν ο χρόνος έγερσης της αιτίας της αγωγής αλλά ο χρόνος πληροφόρησης του εφεσίβλητου για τη δυνατότητα να πετύχει την ενδιάμεση θεραπεία». Στην προκειμένη περίπτωση το γεγονός ότι η αγωγή εγέρθηκε 2 χρόνια μετά την γένεση της αξίωσης της ενάγουσας δεν θεωρώ ότι επενεργεί καθ΄οιονδήποτε τρόπο στην υπό κρίση αίτηση και επίσης ότι επιβάλλετο να δοθεί στα πλαίσια της παρούσας αίτησης δικαιολογία από την ενάγουσα αναφορικά με το θέμα αυτό. Παρά το ότι η ενάγουσα γνώριζε την ύπαρξη της ακίνητης περιουσίας της εναγόμενης πριν την έγερση της αγωγής, αφού σε σχέση με αυτή, ως είναι ο ισχυρισμός της ετοίμασε αρχιτεκτονικά σχέδια, σύμφωνα με την ένορκη δήλωση της, 2 - 3 ημέρες πριν την καταχώρηση της αίτησης είχε πληροφορηθεί για την πρόθεση της εναγόμενης να πωλήσει την ακίνητη περιουσία της, και δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι ενήργησε με καθυστέρηση αλλά με τρόπο που καταδεικνύετο το κατεπείγον της ανάγκης έκδοσης του διατάγματος. Υπό τις περιστάσεις θεωρώ ότι δεν υπάρχει καθυστέρηση κατά τρόπο που να δικαιολογεί την άρνηση χορήγησης ενδιάμεσης θεραπείας. Ο ισχυρισμός για κατάχρηση της διαδικασίας στηρίζεται στις ενέργειες της ενάγουσας σε αυτό το χρονικό σημείο και θεωρώ ότι έχει ήδη απαντηθεί. Το άρθρο 5 του Κεφ. 6 παρατίθεται πιο πάνω. Από το περιεχόμενο του προκύπτει ότι ο ενάγων πρέπει να γνωρίζει κατά προσέγγιση το ακίνητο για το οποίο ζητεί τη δέσμευση και την κατά προσέγγιση αξία του, ώστε να συσχετιστεί με το ύψος της απαίτησης του ενάγοντα. Επίσης το άρθρο 5 του Κεφ. 6 αναφέρεται σε μη αποξένωση τόσης ακίνητης περιουσίας (so much of the immovable property) ώστε να αποφεύγεται η δέσμευση περιουσίας πέραν εκείνης που, εφόσον θα δεσμευτεί, θα απομακρύνει τον κίνδυνο. Αναφορικά με την αξία των ακινήτων, αμφισβητείται το γεγονός ότι το Κτηματολόγιο πληροφόρησε την ενάγουσα ως προς τις αξίες των ακινήτων. Σύμφωνα με τον συνήγορο της εναγόμενης οι αναφορές της ενάγουσας για γνώση των αξιών των κτημάτων της Εναγόμενης δεν είναι γνήσιες και ορθές και πως είναι υποθετικές και παραπλανητικές, αυθαίρετες και αναληθείς και για τους λόγους που παραθέτει και ο ενόρκως δηλών στην ένσταση του. Η ενάγουσα όπως και πιο πάνω έχω αναφέρει δεν έχει αντεξεταστεί επί του περιεχομένου της ενόρκου δηλώσεως της και συγκεκριμένα για το αν και πως έλαβε πληροφόρηση από το Κτηματολόγιο. Από την άλλη ο ενόρκως δηλών στην ένσταση υποστηρίζει ότι η παρατιθέμενη αξία των ακινήτων στις παραγράφους 1,2 και 3 της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης της ενάγουσας δεν στηρίζεται σε κανένα σωστό και σοβαρό υπόβαθρο, χωρίς ο ίδιος να αναφέρει οτιδήποτε σχετικό με την αξία των ακινήτων. Ως εκ τούτου το μόνο στοιχείο που υπάρχει ενώπιον μου αναφορικά με την αξία των ακινήτων είναι αυτή που δίδει η ενάγουσα καθώς και σε σχέση με το ύψος της υποθήκης που βαρύνουν τα ακίνητα. Στην περίπτωση που πράγματι ήθελε φανεί ότι το αιτούμενο διάταγμα αφορά περιουσία μεγαλύτερης αξίας, το Δικαστήριο, εφόσον τηρούνται όλες οι απαιτούμενες από τον νόμο προϋποθέσεις, δεν ακυρώνει για τον λόγο αυτό το διάταγμα αλλά το περιορίζει σε τόση έκταση ώστε να συσχετιστεί με το ύψος της απαίτησης του ενάγοντα. Στην υπόθεση Phasarias (πιο πάνω), λέχθηκαν τα εξής: « Αυτά, θέλουμε να αποσαφηνίσουμε, δεν σημαίνουν και αποδοχή της άποψης του ευπαίδευτου συνηγόρου των εφεσίβλητων πως αν ήταν μεγάλη η διαφορά μεταξύ της αξίας του ακινήτου και της αξίωσης δεν θα ήταν σε καμία περίπτωση δυνατό να εκδοθεί τέτοιο παρεμπίπτον διάταγμα. Δεν προκύπτει, όπως ήταν η εισήγηση, τέτοιος περιορισμός από το άρθρο 5 του Κεφ. 6. Το άρθρο 5
(1)αναφέρεται σε μη αποξένωση τόσης ακίνητης περιουσίας (so much of immovable property) ώστε να αποφεύγεται η δέσμευση περιουσίας πέραν εκείνης που, εφόσον δεσμευτεί, θα απομακρύνει τον κίνδυνο.» Με βάση την ενώπιον μου μαρτυρία η κατά προσέγγιση αξία των ακινήτων της εναγόμενης είναι €1.115.000 και αφού αφαιρεθεί η υποθήκη προσδιορίζεται σε περίπου €356.500 ενώ η αξίωση της ενάγουσας είναι για το ποσό των €28020. Υπό το φως των πιο πάνω και με δεδομένο ότι διάταγμα δεν ακυρώνεται για τον λόγο αυτό αλλά περιορίζεται σε τόση έκταση ώστε να συσχετιστεί με το ύψος της απαίτησης του ενάγοντα, θεωρώ ορθό όπως αναλόγως διαμορφωθεί το διάταγμα που έχει εκδοθεί, δεδομένου βέβαια ότι έχω ήδη δεχτεί ότι υπό τις περιστάσεις έχουν τηρηθεί όλες οι προϋποθέσεις για την έκδοση και διατήρηση του. Εν όψει όλων των πιο πάνω το προσωρινό διάταγμα ημερομηνίας 27.10.2009 οριστικοποιείται με την διαφοροποίηση ότι θα αφορά το 1/10 έκαστου τεμαχίου. Τα έξοδα της διαδικασίας, ακολουθώντας το αποτέλεσμα, επιδικάζονται υπέρ της ενάγουσας - αιτήτριας και εναντίον της εναγόμενης - καθ΄ης η αίτηση όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Τα οποία όμως θα πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) .......... Κ. Κουνίδου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.