← Κύπρος

ΑΝΔΡΕΑ ΑΝΤΩΝΙΟΥ ν. TORGUT YASHAR κ.α., Αρ. Αγωγής: 175/07, 12 Μαρτίου 2010

ΑΝΔΡΕΑ ΑΝΤΩΝΙΟΥ ν. TORGUT YASHAR κ.α., Αρ. Αγωγής: 175/07, 12 Μαρτίου 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2010:A12 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κουνίδου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 175/07 Μεταξύ: ΑΝΔΡΕΑ ΑΝΤΩΝΙΟΥ, εκ Λευκωσίας Ενάγοντος - και -

  1. TORGUT YASHAR, } υπό την ιδιότητα τους ως
  2. DURIYE DJAVIT HJIMELVIT } διαχειριστές της περιουσίας του αποβιώσαντος Τζαβίτ Χ΄Μεβλούτ
  3. ΚΗΔΕΜΟΝΑ ΤΟΥΡΚΟΚΥΠΡΙΑΚΩΝ ΠΕΡΙΟΥΣΙΩΝ, εκ Λευκωσία
  4. ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, εκ Λευκωσία Εναγομένων -------------------------- Αίτηση ημερομηνίας 1.2.2010 για τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης Ημερομηνία: 12 Μαρτίου 2010 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα - Αιτητή: κ. Η. Ευθυμίου και για κ. Α. Ποιητή Για Εναγόμενη 2 - Καθ' ης η αίτηση: κ. Σ. Σάββα για κ. Δώρο Κακουλλή -------------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Μετά την έναρξη της ακρόασης της αγωγής και αφού ολοκληρώθηκε η μαρτυρία του Μ.Ε.1 Πρωτοκολλητή του Ε.Δ Πάφου, ο ενάγοντας καταχώρησε την υπό κρίση αίτηση, με την οποία ζητά την έκδοση διατάγματος τροποποίησης της έκθεσης απαίτησης του και συγκεκριμένα την τροποποίηση της παραγράφου (Γ) του αιτητικού κατά τρόπο ώστε το ποσό των Λ.Κ.19.000.- που αναφέρεται στην πιο πάνω παράγραφο να διαγραφεί και να αντικατασταθεί με το ποσό των €344.079, επίσης αιτείται την τροποποίηση της παραγράφου 12 των λεπτομερειών της οπισθογράφησης του κλητηρίου ως εξής: «
  5. Λεπτομέρειες ζημιών του ενάγοντος: (α) Αξία του κτήματος σήμερα €368.000.- μείον το ποσό που ο ενάγων όφειλε να καταβάλει σαν υπόλοιπο τιμήματος €29.046,22 ήτοι διαφορά €338.953,78 (β) Προσθέτως ποσό καταβληθέν ήδη από τον ενάγοντα €5.125,80 --------------------- ΣΥΝΟΛΟΝ: €344.079,58» Υποστηρίζει ο ενάγων στην ένορκη του δήλωση, πως η εκτίμηση η οποία έγινε από τον εκτιμητή αναφέρετο σε άλλο χρονικό σημείο και όχι στην περίοδο από Οκτώβριο μέχρι και Δεκέμβριο του 2006 που είναι ο κρίσιμος χρόνος. Ζήτησε από τον εκτιμητή νέα εκτίμηση και το ποσό το οποίο ο ίδιος (ο εκτιμητής) εξάγει για την αξία του κτήματος αναφορικά με την πιο πάνω χρονική περίοδο είναι €368.000.-, ως εκ τούτου είναι αναγκαίο να γίνουν οι σχετικές τροποποιήσεις. Υποστηρίζει ότι είναι απαραίτητο να γίνει η σχετική τροποποίηση γιατί αυτό επιτάσσει η δικαιοσύνη, πως οι αιτούμενες τροποποιήσεις είναι καλόπιστες και αναγκαίες για την δίκαιη εκδίκαση της υπόθεσης και πως εάν εγκριθούν τα συμφέροντα των εναγομένων ουδόλως θα βλαβούν ανεπανόρθωτα. Στην αίτηση καταχωρήθηκε ένσταση με την οποία προβάλλονται συνολικά εννέα λόγοι ένστασης, ως ακολούθως:
  6. Η αίτηση καταχωρήθηκε με μεγάλη καθυστέρηση , μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας και μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας του πρώτου μάρτυρα.
  7. Αποτελεί κατάχρηση δικαστικής διαδικασίας, γιατί θα έχει ως άμεσο αποτέλεσμα τον επηρεασμό της καθ΄ύλην αρμοδιότητας του Δικαστηρίου, επηρεασμός ο οποίος θα οδηγήσει στην παραπομπή της υπόθεσης σε άλλο Δικαστήριο το οποίο θα επαναρχίσει την εκδίκαση της υπόθεσης.
  8. Δεν παρατίθενται στην ένορκη δήλωση του Ενάγοντα εύλογες ή επαρκείς δικαιολογίες ή λόγοι για την καθυστέρηση της υποβολής της αίτησης. Στην ένορκη δήλωση του ο Ενάγοντας αναφέρεται αόριστα και γενικά σε εκτίμηση του επίδικου ακινήτου η οποία δεν αφορούσε την περίοδο του 2006, χωρίς να αναφέρει: - ποια περίοδο αφορούσε η εκτίμηση, - αφού γνώριζε από την καταχώρηση της αγωγής ότι η εκτίμηση δεν αφορούσε τον «κρίσιμο χρόνο» γιατί, περίμενε να αιτηθεί την τροποποίηση της αγωγής μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας,
  9. Δεν μπορεί να κριθεί από το Δικαστήριο η δικαιολογία την οποίαν επικαλείται ο Ενάγοντας, αφού αφορά γενικά και αόριστα εκτίμηση του επίδικου ακινήτου η οποία δεν είναι ενώπιον του Δικαστηρίου.
  10. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η αίτηση ήταν σε γνώση του Ενάγοντα πριν και κατά την καταχώρηση της αγωγής καθώς και σε όλο το χρονικό διάστημα που εκκρεμούσε ενώπιον του Δικαστηρίου η υπόθεση. Σίγουρα ο λόγος τροποποίησης δεν ανάγεται σε θέμα που προέκυψε πρόσφατα ή σε θέμα που αγνοούσε ο ενάγοντας.
  11. Η αιτούμενη τροποποίηση θα προκαλέσει κατάφορη αδικία, δυσμενή επηρεασμό στα δικαιώματα της εναγόμενης και ταλαιπωρία η οποία δεν μπορεί να αποζημιωθεί σε χρήμα, αφού με την αλλαγή κλίμακας θα πρέπει η αγωγή να παραπεμφθεί σε άλλο Δικαστήριο το οποίο θα έχει καθ ύλην αρμοδιότητα και η μέχρι σήμερα ακροαματική διαδικασία θα θεωρείται ως μη γενόμενη.
  12. Με την αιτούμενη τροποποίηση θα πληγούν τα συνταγματικά δικαιώματα της εναγόμενης και συγκεκριμένα το δικαίωμα της για εκδίκαση της δικαστικής διαφοράς εντός εύλογου χρόνου και δίκαιης δίκης.
  13. Το Δικαστήριο στερείται εξουσίας να εκδώσει διάταγμα ως η αίτηση, γιατί η αποδοχή της αίτησης ισοδυναμεί με διαταγή επανεκδίκασης της υπόθεσης. Ο Σάββα Ασιήκας, δικηγορικός υπάλληλος στο δικηγορικό γραφείο του δικηγόρου της εναγόμενης 2, προβαίνει σε ένορκη δήλωση στην ένσταση και απορρίπτει όλους τους ισχυρισμούς που εμπεριέχονται στην ένορκη δήλωση του ενάγοντα και κατά κάποιο τρόπο επαναλαμβάνει τους λόγους της ένστασης της εναγόμενης
  14. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Είναι γνωστές οι βασικές αρχές επί των οποίων το Δικαστήριο αποφασίζει θέματα τροποποίησης. Η έγκριση σχετικού αιτήματος έγκειται στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, συνεκτιμώντας τόσο τον παράγοντα της τυχόν καθυστέρησης όσο και τον παράγοντα της αναγκαιότητας της έκδοσης του σχετικού διατάγματος τροποποίησης, έτσι ώστε το Δικαστήριο να έχει ενώπιον του ολοκληρωμένη εικόνα για σκοπούς ορθής απονομής της δικαιοσύνης. Η Διαταγή 25 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας έτυχε ερμηνείας σε σωρεία αποφάσεων όπου τονίστηκε ότι η τροποποίηση δικογράφων μπορεί να επιτραπεί όταν αυτή είναι αναγκαία για την επίλυση της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων, εκτός από περιπτώσεις που η τροποποίηση μπορεί να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή όταν ο αιτητής κινείται με κακή πίστη (βλ. Ευριπίδου ν. Καννάουρου

(1985)1 Α.Α.Δ. 24, William Patric Jack v. Philiappa Estates Ltd
(1988)1 A.A.Δ. 607, Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation και άλλων
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 33, Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου κ.α.
(1991)1 Α.Α.Δ. 934, Αννα Latouf Agini v. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος
(1999)1 (Α) Α.Α.Δ. σελ. 11, Federal Bank of Lebanon (S.A. L) v. Nίκου K. Σιακόλα
(1999)1 (Α) Α.Α.Δ. σελ 44.) Οι αρχές που διέπουν την τροποποίηση δικογράφων σύμφωνα με τις πρόνοιες της Διαταγής 25 συνοψίστηκαν στην υπόθεση Σ. Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation Ltd και άλλων (ανωτέρω) από τον Δικαστή Πική (όπως ήταν τότε) ως ακολούθως: «
(1)Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
(2)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στην συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 στου Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διάδικου.
(3)Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευτεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στην διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο μπορεί να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
(4)Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβανομένων υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave v. Case, 28 Ch. D. 361, υποδείχθηκε ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά τη δίκη. Στην υπόθεση Π. Χρίστου ν. Α. Στυλιανού Αζά
(1992)1 Α.Α.Δ. 704 στην σελ 707, αναφέρθηκαν τα εξής: «Η θεμελιακή αρχή που ξεπροβάλλει από τις αποφάσεις είναι πως η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαίο για το προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής». Στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) v. N.K. Σιακόλα (ανωτέρω) αναφέρθηκαν τα εξής: «Αναμφίβολα η σύγχρονη τάση, όπως βγαίνει από τη σχετική νομολογία, είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσει στις κατάλληλες περιπτώσεις ακόμη και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστερήσεις νοουμένου βέβαια ότι δεν προκαλεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα». Κατά κανόνα η άδεια για τροποποίηση των δικογράφων δίνεται εκτός αν ο αιτών ενεργεί κακόβουλα (mala fide) ή υπέβαλε το αίτημα του πολύ καθυστερημένα δεδομένου ότι η τροποποίηση δεν θα επηρεάζει τα δικαιώματα του αντιδίκου (Α. Ευριπίδου ν. Π. Kαννάουρου
(1985)1 C.L.R. 24). Στην προκειμένη περίπτωση η ακρόαση της αίτησης διεξήχθη επί τη βάση των ενόρκων δηλώσεων εφόσον καμία πλευρά δεν ασκήθηκε το δικαίωμα αντεξέτασης που της παρείχε η Δ.
  1. θ.4 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Συνεπακόλουθα οι προβαλλόμενοι ισχυρισμοί στις ένορκες δηλώσεις αποτελούν το μαρτυρικό υλικό στο οποίο το δικαστήριο θα στηριχθεί κατά την εξέταση της αίτησης. Επιπλέον, οι συνήγοροι των διαδίκων αγόρευσαν προς υποστήριξη των θέσεων τους. Για σκοπούς συντομίας θα γίνει αναφορά στα σημαντικότερα σημεία της μαρτυρίας κατά την εξέταση της νομικής πτυχής του θέματος. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν έχει εξεταστεί και ληφθεί υπόψη οτιδήποτε έχει τεθεί ενώπιον του δικαστηρίου. Κρίνω, παρά το γεγονός ότι έχουν επισημανθεί και τονιστεί αρκετά κατά την ακρόαση της αίτησης, τα οποία τονίζω ότι έχουν ληφθεί υπόψη, η αίτηση θα πρέπει να κριθεί με βάση ορισμένα ουσιαστικά κριτήρια και γεγονότα στα οποία θα επικεντρωθεί το δικαστήριο. Για σκοπούς πληρότητας, κατά την εξέταση της αίτησης, κρίνω πως επιβάλλεται να καταγράψω στην απόφαση μου αυτή, το ιστορικό της αγωγής. Η αγωγή καταχωρήθηκε στις 24.1.2007 σε ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο με το οποίο ο ενάγων, μεταξύ άλλων, ζητά αποζημιώσεις ποσού Λ.Κ.19,000 για ζημιές που υπέστη, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, λόγω παράβασης συμφωνίας πώλησης ενός ακινήτου δυνάμει πωλητηρίου εγγράφου ημερομηνίας 20.9.
  2. Εμφάνιση στην αγωγή καταχώρησε μόνο η εναγόμενη 2 και αφού συμπληρώθηκαν τα δικόγραφα, στις 27.3.2008, με την καταχώρηση της απάντησης στην υπεράσπιση και της υπεράσπισης στην ανταπαίτηση της εναγόμενης 2, υποβλήθηκε αίτηση ορισμού στις 3.4.2008 και ορίστηκε η υπόθεση πρώτη φορά για οδηγίες στις 14.5.2008 και στην συνέχεια στις 17.6.2008 και 16.9.
  3. Η υπόθεση ορίστηκε πρώτη φορά για ακρόαση στις 29.10.
  4. Στις 7.10.2008 καταχωρήθηκε αίτηση από τον ενάγοντα για χωριστή εκδίκαση εγειρόμενου νομικού σημείου, η οποία ορίστηκε την ίδια ημέρα που η υπόθεση ήταν ορισμένη για ακρόαση, δηλαδή στις 29.10.
  5. Την 29.10.2008 η ακρόαση της αγωγής αναβλήθηκε και τόσο η αγωγή όσο και η αίτηση ορίστηκαν για οδηγίες στις 13.11.2008, ημερομηνία κατά την οποία η αίτηση απορρίφθηκε και η αγωγή έλαβε νέα ημερομηνία για οδηγίες στις 17.12.
  6. Στις 13.11.2008 τέθηκε ζήτημα τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης και το δικαστήριο αναβάλλοντας την υπόθεση έδωσε οδηγίες όπως η αίτηση για τροποποίηση οριστεί την ίδια ημέρα με την ημερομηνία που είχε δοθεί ήδη ήτοι στις 17.12.
  7. Στις 17.12.2008 ο συνήγορος του ενάγοντα ζήτησε όπως του δοθεί περαιτέρω χρόνος για την καταχώρηση αίτησης για τροποποίηση καθότι ο ενάγων αντιμετώπιζε προβλήματα υγείας και η αγωγή ορίστηκε ξανά για οδηγίες στις 4.2.
  8. Αίτηση για τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης του ενάγοντα καταχωρήθηκε στις 23.12.2008 και ορίστηκε στις 4.12.2009 ημερομηνία που ήταν ήδη ορισμένη η αγωγή για οδηγίες. Στις 4.2.2010 εκ συμφώνου εκδόθηκε διάταγμα τροποποίησης της έκθεσης απαίτησης του ενάγοντα ως η αίτηση. Να σημειωθεί ότι, το πιο πάνω αίτημα για τροποποίηση δεν σχετίζεται με οποιοδήποτε τρόπο με την υπό εξέταση αίτηση σε ότι αφορά τις αιτουμένες τροποποιήσεις. Η αγωγή την ίδια ημέρα που εκδόθηκε το πιο πάνω διάταγμα τροποποίησης, ορίστηκε για ακρόαση στις 2.4.2009, ημερομηνία κατά την οποία ζητήθηκε αναβολή από μέρους του ενάγοντα, καθότι ο δικηγόρος που θα χειριζόταν την υπόθεση ήταν απασχολημένος στην ακρόαση άλλης αγωγής στο Ε.Δ. Λάρνακας. Η ακρόαση ορίστηκε ξανά για τις 1.6.2009 όπου και ξανά υποβλήθηκε αίτημα για αναβολή και πάλι από την πλευρά του ενάγοντα και η υπόθεση έλαβε νέα ημερομηνία ακρόασης για τις 29.9.
  9. Στις 29.9.2009, ζητήθηκε αναβολή από την πλευρά του ενάγοντα καθότι είχε διαπιστωθεί, κάτι το οποίο επισημάνθηκε και από το Δικαστήριο, ότι η αγωγή δεν έχει προωθηθεί εναντίον των εναγομένων 1, 3, και 4, για να δοθεί η ευκαιρία στον ενάγοντα να υποβάλει αίτηση για απόφαση εναντίον τους, λόγω παράλειψης καταχώρησης εμφάνισης. Το αίτημα εγκρίθηκε και η αγωγή ορίστηκε ξανά για ακρόαση στις 11.1.
  10. Η ακροαματική διαδικασία άρχισε στις 11.1.2010 και πριν την έναρξη της δηλώθηκαν από τον συνήγορο του ενάγοντα τα εξής: «Λόγω του ότι οι προϋποθέσεις που τάσσει ο Νόμος περί Ειδικής Εκτέλεσης δεν έχουν τηρηθεί, θα εγκαταλείψουμε την απαίτηση μας για ειδική εκτέλεση της επίδικης συμφωνίας, όπως αυτή εκτίθεται στο διατακτικό της έκθεσης απαίτησης υπό στοιχεία (α) και (β) και θα περιοριστούμε μόνο σε αποζημιώσεις όπως αξιώνονται στην αγωγή μας, κατά παράβαση της συμφωνίας, και του ποσού το οποίο έχουν καταβάλει των £3.000 έναντι της συμφωνίας». Στις 27.1.2010, ημερομηνία που η υπόθεση είχε οριστεί για συνέχιση της ακρόασης, υποβλήθηκε αίτημα για αναβολή της ακρόασης από τον συνήγορο του ενάγοντα, με σκοπό την καταχώρηση αίτησης για τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης, καθότι όπως ανέφερε, η έκθεση εκτίμησης η οποία ετοιμάστηκε προ πολλού δεν συνάδει με την ημερομηνία παραβίασης της συμφωνίας με βάση την οποία ο ενάγων αξιώνει αποζημιώσεις. Η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε την 1.2.2010, η οποία επιδόθηκε και στους εναγόμενους 3 και 4, των οποίων ο συνήγορος που εμφανίστηκε για αυτούς κατά την ημερομηνία που ήδη η αίτηση είχε οριστεί για ακρόαση, ανάφερε πως δεν φέρει ένσταση στην έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Έχοντας υπόψη το ιστορικό της υπόθεσης, διαφαίνεται, πως η υπό κρίση αίτηση έχει καταχωρηθεί με κάποια καθυστέρηση και σε προχωρημένο στάδιο της διαδικασίας. Το γεγονός αυτό αφορά έναν από τους λόγους ένστασης της εναγόμενης
  11. Ο συνήγορος της εναγόμενης 2, συμφώνησε με την θέση του κ. Ευθυμίου, ότι σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας μπορεί να επιτραπεί η τροποποίηση δικογράφων, αναφέροντας πως θα πρέπει όμως o αιτών να αιτιολογήσει και την αναγκαιότητας της αλλά και τον χρόνο που επιχειρείται η τροποποίηση. Παραπέμποντας στην παράγραφο 3 της ένορκης δήλωσης του ενάγοντα - αιτητή, προκύπτει είπε, ότι ο αιτητής, γνώριζε από την καταχώρηση της αγωγής την εκτίμηση αφού σε αυτή στηρίχθηκε η γραφή του Δικογράφου του ενώ δεν αναφέρει ότι δεν το πρόσεξε και άρα δεν το γνώριζε και εφόσον ήταν εις γνώση του γιατί δεν το ζήτησε από την αρχή και το ζητά 3 χρόνια μετά την καταχώρηση της αγωγής. Είναι η θέση της νομολογίας πως, όπου υπάρχει καθυστέρηση, απαιτείται η παροχή κάποιας εξήγησης. Στην SABA & CO (T.M.P) v. T.M.P Agents
(1994)1 ΑΑΔ 426, κρίθηκε πως η σημασία του θέματος της δικαιολόγησης της καθυστέρησης ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης και σχετίζεται με τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό χρησιμότητας της τροποποίησης. Στην Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 ΑΑΔ 934, λέχθηκε όπως η σύγχρονη τάση είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες περιπτώσεις, έστω και αν η αναγκαιότητα τροποποίησης είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης. Η πιο πάνω αρχή όμως περιορίστηκε στην υπόθεση Ταξί Κυριάκος Λτδ ν. Ανδρέας Παύλου
(1995)1 ΑΑΔ 560, όπου τονίστηκε πως το ζήτημα εξακολουθεί να υπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου που πρέπει να ασκείται έχοντας υπόψη το σύνολο των πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης. Όσον αφορά το χρόνο στον οποίο υποβάλλεται αίτηση για τροποποίηση, σχετική είναι και η απόφαση στην Astor Manufacturing & Exporting Co κ.α ν. A.G. Lenentis κ.α
(1993)1 ΑΑΔ
  1. Εξέτασα με προσοχή την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση και πουθενά, είτε άμεσα είτε με συγκεκαλυμμένο τρόπο, δεν υπάρχει ισχυρισμός που να δικαιολογεί την καθυστέρηση υποβολής της αίτησης. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση δεν γίνεται καμία αναφορά για το πότε διαπιστώθηκε πως η έκθεση απαίτησης στηρίχθηκε σε λανθασμένη εκτίμηση. Προκύπτει, εκ των πραγμάτων, ότι η «λανθασμένη εκτίμηση», ήταν στα χέρια του ενάγοντα πριν την καταχώρηση της αγωγής, αφού σε αυτή στηρίχθηκε η σύνταξη της αγωγής του. Το πότε διαπιστώθηκε ότι η εκτίμηση ήταν λανθασμένη παραμένει άγνωστο. Η διαπίστωση θα μπορούσε να έγινε, υποθέτοντας πάντα, αφού ο ίδιος δεν αναφέρει οτιδήποτε σχετικό με το θέμα αυτό, είτε αμέσως μετά την καταχώρηση της έκθεσης απαίτησης ή σε οποιοδήποτε μεταγενέστερο στάδιο ή πριν την καταχώρηση της αίτησης για τροποποίηση. Υπό τις περιστάσεις δημιουργούνται και τα ανάλογα ερωτήματα, γιατί ο ενάγων να ζητά σε αυτό το στάδιο την τροποποίηση της αγωγής του και μετά την έναρξη της ακρόασης; Επίσης κατά γενικό και αόριστο τρόπο ο ενάγων αναφέρει ότι ζήτησε νέα εκτίμηση, χωρίς και πάλι να αναφέρει πότε την ζήτησε και πότε έλαβε γνώση του περιεχομένου της. Ούτε και οι δύο εκτιμήσεις έχουν συμπεριληφθεί στην αίτηση του και ένορκη δήλωση του ώστε να διαφανεί πότε αυτές είχαν ετοιμαστεί. Όπως πιο πάνω αναφέρω, σύμφωνα με την νομολογία, όπου υπάρχει καθυστέρηση απαιτείται η παροχή κάποιας εξήγησης. Όφειλε ο ενάγων και ήταν υποχρέωση του, να δώσει εξηγήσεις και να δικαιολογήσει γιατί αποτάθηκε τώρα και ζητά την τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης του. Το ζήτημα της καθυστέρησης που διαπιστώνεται στην καταχώρηση της αίτησης παρέμενε χωρίς δικαιολογία και το βάρος το οποίο θα έπρεπε να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για τροποποίηση, υπό τις περιστάσεις δεν το έχει αποσείσει. Στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) v. N.K. Σιακόλα Πολιτική Έφεση 11215 ημερομηνίας 22.2.2002, το πρωτόδικο Δικαστήριο ενέκρινε το αίτημα του εναγόμενου για τροποποίηση της έκθεσης Υπεράσπισης του, παρά το ότι διαπιστώθηκε ότι υπήρξε καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης για τροποποίηση. Το πρωτόδικο Δικαστήριο δέχτηκε, παρά το ότι δεν υπήρχε τέτοιος ισχυρισμός στην ένορκη δήλωση που συνόδευε την αίτηση, πως η καθυστέρηση οφειλόταν σε αβλεψία και παραδρομή. Κατ΄έφεση, η πρωτόδικη απόφαση παραμερίστηκε καθότι, ο ισχυρισμός για αβλεψία και παραδρομή δεν υπήρχε στην ένορκη δήλωση της αίτησης και δεν θα μπορούσε αυτό να συμπληρωθεί με την αγόρευση το δικηγόρου του αιτητή και να αποτελέσει λόγο επί του οποίου να βασίσει το Δικαστήριο την απόφαση του. Στην προκειμένη περίπτωση δεν υπάρχει κανένας ισχυρισμός που να τείνει να δικαιολογήσει την καθυστέρηση ώστε να μπορέσει το δικαστήριο να αξιολογήσει και να του αποδώσει οποιαδήποτε βαρύτητα. Υπό τις περιστάσεις το παράπονο της καθ΄ης η αίτηση για αδικαιολόγητη καθυστέρηση κρίνεται πως ευσταθεί. Ο αιτητής που είχε υποχρέωση να ικανοποιήσει το Δικαστήριο για το καλόπιστο της αίτησης απέτυχε να το πράξει. Η σημασία της ανεπάρκειας που παρουσιάζει η ένορκη δήλωση του ενάγοντα ως προς τα πιο πάνω θέματα έχει σχέση με την έλλειψη γνησιότητας του αιτήματος του. Θα προχωρήσω, στην εξέταση της αναγκαιότητας και χρησιμότητας της αιτούμενης τροποποίησης, ασχέτως δηλαδή της πιο πάνω διαπίστωσης αφού ο παράγοντας χρόνος ανκαι σχετικός, από μόνος του δεν μπορεί να είναι αποφασιστικής σημασίας και θα πρέπει να συνεκτιμηθεί με τους υπόλοιπους παράγοντες. Με την αιτούμενη τροποποίηση, ο ενάγων επιδιώκει την αύξηση του ποσού της απαίτησης του, η οποία όπως πιο πάνω αναφέρω, στηρίζεται σε παράβαση συμφωνίας πώλησης ενός ακινήτου δυνάμει πωλητηρίου εγγράφου ημερομηνίας 20.9.
  2. Όπως εξηγείται στην Πανζιαρή ν. Aquarian Ltd κ.α
(1993)1 ΑΑΔ 748, το άρθρο 75 διαφυλάττει το δικαίωμα του συμβαλλόμενου, ο οποίος ακυρώνει τη σύμβασης για βάσιμο λόγο, να διεκδικήσει αποζημιώσεις για ζημιά που έχει υποστεί λόγω ανακοπής ή μη εκπλήρωσης του συμβολαίου. Το άρθρο 73, εξάλλου, καθορίζει την αποζημίωση, την οποία δικαιούται ο συμβαλλόμενος από τη διάρρηξη της συμφωνίας από τον αντισυμβαλλόμενο. Το λογικά προβλεπτό της ζημιάς όπως διαγράφεται από τη σύμβαση, είναι το μέτρο της αποζημίωσης. Ο κρίσιμος χρόνος για τον καθορισμό της είναι, κατά κανόνα, ο χρόνος της διάρρηξης και το επίμετρο η διαφορά μεταξύ της τιμής αγοράς και της αξίας του ακινήτου κατά τον χρόνο της διάρρηξης. Στην προκειμένη περίπτωση, ο ενάγων εκ των όσων στην έκθεση απαίτησης του εκθέτει, προσδιορίζει ως χρόνο διάρρηξης της συμφωνίας, «κρίσιμο χρόνο», τον Οκτώβριο μέχρι και Δεκέμβριο του 2006, και εφόσον η αξία του ακινήτου κατά τον πιο πάνω χρόνο, προσδιορίζεται σύμφωνα με την «νέα εκτίμηση», στο ποσό που ζητά να του επιτραπεί να προσθέσει δια τροποποιήσεως, η αιτούμενη τροποποίηση φαίνεται ότι υπό τις περιστάσεις, πως είναι χρήσιμη για την υπόθεση του και αναγκαία για την επίλυση της διαφοράς μεταξύ αυτού και των εναγομένων. Η αύξηση του ποσού της απαίτησης και η αύξηση κατά αυτό τον τρόπο και της κλίμακας της αγωγής, δεν αποτελεί παράγοντα που επενεργεί κατά της έγκρισης αιτήματος για τροποποίηση. Άλλωστε η αύξηση της κλίμακας μιας αγωγής δεν είναι ζήτημα τροποποίησης, αφού τέτοια αύξηση μπορεί να γίνει με την προσθήκη των ανάλογων χαρτοσήμων στο Πρωτοκολητείο. Στην προκειμένη περίπτωση, η ακρόαση της υπόθεσης έχει αρχίσει με την κατάθεση του Μ.Ε.1. Η έγκριση του αιτήματος θα έχει όμως ως παρεπόμενο αποτέλεσμα και την αύξηση της κλίμακας της αγωγής. Η αύξηση της κλίμακας της αγωγής θα έχει ως αποτέλεσμα, το παρών δικαστήριο, το οποίο έχει αρχίσει την ακρόαση της υπόθεσης, να μην μπορεί να την συνεχίσει αφού δεν θα έχει πλέον δικαιοδοσία. Το γεγονός αυτό, υποστηρίζει η εναγόμενη 2 θα προκαλέσει δυσμενή επηρεασμό στα δικαιώματα της και ταλαιπωρία η οποία δεν μπορεί να αποζημιωθεί σε χρήμα και πως θα πληγεί το συνταγματικό δικαίωμα της για εκδίκαση της υπόθεσης της εντός εύλογου χρόνου και δίκαιης δίκης. Η καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος θεωρώ ότι είναι αλληλένδετο με το πιο πάνω θέμα. Το προχωρημένο της διαδικασίας, το στάδιο που έχει υποβληθεί το αίτημα χωρίς να έχει δικαιολογηθεί η καθυστέρηση, το γεγονός ότι σε περίπτωση που η αίτηση εγκριθεί η υπόθεση θα εκφύγει της δικαιοδοσίας του παρόντος δικαστηρίου πράγμα που σημαίνει πως θα πρέπει να επαναπρογραμματιστεί η ακρόαση της, η εκ νέου έναρξη της ακρόασης της με αποτέλεσμα την επιμήκυνση του χρόνου εκδίκασης της, τείνουν στην αποδοχή της θέσης της εναγόμενης ότι θα επηρεαστούν τα δικαιώματα της και θα υποστεί βλάβη. Ο παράγοντας της καθυστέρησης στην υποβολή της αίτησης για τροποποίηση σε συνάρτηση με το ιστορικό της διαδικασίας αλλά και το δικαίωμα της εναγόμενης 2 ως λογική απόρροια των προνοιών του άρθρου 30.2 του Συντάγματος που επιτάσσει την μέσα σε εύλογο χρόνο διεξαγωγή και περάτωση της δίκης θεωρώ πως δεν δικαιολογούν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου προς όφελος του αιτήματος του ενάγοντα. Συνεπακόλουθα η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα με έξοδα υπέρ της εναγόμενης 2 - καθ΄ης η αίτηση και εναντίον του ενάγοντα - αιτητή τα οποία να υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και να εγκριθούν από το Δικαστήριο. Τα έξοδα θα πληρωθούν στο τέλος της διαδικασίας. Η αγωγή ορίζεται για συνέχιση της ακρόασης στις 24.3.2010 και ώρα 11:00 (Υπ.) .............. Κ. Κουνίδου Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.