← Κύπρος

Ηλία Ορνιθάρη ν. Τμήμα Δημοσίων Έργων κ.α., Αρ. Αγωγής: 59/10, 31 Μαρτίου 2010

Ηλία Ορνιθάρη ν. Τμήμα Δημοσίων Έργων κ.α., Αρ. Αγωγής: 59/10, 31 Μαρτίου 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2010:A17 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Κ. Κουνίδου Ε.Δ Αρ. Αγωγής: 59/10 Μεταξύ: Ηλία Ορνιθάρη από την Πάφο Ενάγοντα - και -

  1. Τμήμα Δημοσίων Έργων από την Πάφο
  2. Iacovou Brothers (Constructions) Limited από την Πάφο Εναγομένων -------------------------------- Αίτηση ενάγοντα ημερoμηνίας 22.2.2010 για άδεια καταχώρησης συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων Ημερομηνία: 31 Μαρτίου 2010 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα - Αιτητή : κ. Α. Χρ. Δημητριάδης (για να ακούσει απόφαση η κα Ε. Δημοσθένους) Για τους Εναγόμενους 1 - Καθ΄ ων η Αίτηση: κ. Μ. Μυτίδης για κα Ε. Κόκκινου. Για τους Εναγόμενους 2 - Καθ΄ων η Αίτηση: κ. Μ. Μυτίδης για κ. Α. Ανδρέου -------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την αίτηση του ο ενάγων ζητά διάταγμα που δικαστηρίου για καταχώρηση συμπληρωματικής/απαντητικής ένορκης δήλωση εις απάντηση της ενστάσεως και/ή των ενόρκων δηλώσεων των Μάριο Πόγιαννου και Αλέξη Τεκκή ημερομηνίας 25.1.2010 και 11.2.2010 αντίστοιχα που υποστηρίζουν τις ενστάσεις των εναγόμενων 1 και 2 αναφορικά με την αίτηση του ημερομηνίας 8.1.2010 για έκδοση προσωρινού διατάγματος. Η αίτηση στηρίζεται στις διαταγές 48 Θ 1 - 9 και 39 Θ 1 - 2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας στις συμφυείς εξουσίες και στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκο δήλωση του ενάγοντα, ο οποίος στις παραγράφους 5 - 8 της ένορκης δήλωσης του αναφέρει τα εξής:
  3. Διάβασα το περιεχόμενο των πιο πάνω αναφερόμενων ενόρκων δηλώσεων και διαφωνώ με το περιεχόμενο τους.
  4. Περαιτέρω στις ενόρκους δηλώσεις αναφέρονται γεγονότα τα οποία χρήσουν απάντησης καθ΄ότι αποτελούν γεγονότα για τα οποία υπάρχει σημαντική διαφωνία, παρουσιάζονται δε με τρόπο παραπλανητικό και λανθασμένο και εάν αφεθούν χωρίς την αναγκαία εκείνη απάντηση γεγονότων που να τα καταρρίπτει ή διευκρινίζει θα δημιουργηθεί σημαντική αδικία εις βάρος μου καθ΄ότι θα παρουσιάζονται ενώπιον του Δικαστηρίου γεγονότα τέτοια τα οποία δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα ή δεν έχουν το νόημα που τους αποδίδουν οι εναγόμενοι/καθ΄ων η αίτηση. Παραδείγματα: 6.1.
  5. Ο ενόρκως δηλών Μάριος Πόγιαννος ισχυρίζεται στην παράγραφο 21 της ένορκης δήλωση του ότι η ενδεχόμενη ζημιά που ενάγοντα είναι αποτιμητέα σε χρήμα και ότι μπορεί να καλυφθεί από τους εναγόμενους. Ο ενάγοντας θα προσκομίσει μαρτυρία εμπειρογνώμονα ότι η ζημιά που θα υποστεί εάν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα θα είναι ανεπανόρθωτη καθότι θα επηρεαστεί το φυσικό περιβάλλον η αποτίμηση του οποίου σε χρηματικές αξίες είναι εκτός πραγματικότητας. 6.1.
  6. Ο Μάριος Πόγιαννος στην παράγραφο 10 της ένορκης δήλωσης του ισχυρίζεται ότι αποστάληκε στην διεύθυνση του ενάγοντα έντυπη προσφορά με συστημένη επιστολή και ότι αυτή παρουσιάζεται ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ Δ στην ένορκη δήλωση του. Ο ενάγοντας απορρίπτει τους ισχυρισμούς του ενόρκως δηλούντα (α) ότι η Βουκουρεστίου 25, 2370 Λευκωσία αποτελούσε κατά τους επίδικους χρόνος διεύθυνση του Ενάγοντα και/ή (β)ότι έχει σταλεί συστημένη έντυπη προσφορά στην διεύθυνση που ισχυρίζεται ο ενόρκως δηλών και/ή (γ) ότι τέτοια επιστολή έχει σταλεί εντός της περιόδου που προβλέπεται από την σχετική νομοθεσία και/ή ότι (δ) είναι έγκυρη η ισχυριζόμενη προσφορά. 6.1.
  7. Περαιτέρω οι ισχυρισμού του Μάριου Πόγιαννου στην παρ, 11 ότι η έντυπη προσφορά αποζημίωσης ημερ. 15.9.2008 που κατά τον ισχυρισμό του επιστράφηκε αζήτητη δόθηκε δια χειρός στην συνέχεια στο Ενάγοντα, σκοπό έχει να παραπλανήσει το Δικαστήριο γιατί δεν αναφέρει πότε δόθηκε στον Ενάγοντα και/ή κατά πόσο δόθηκε το πρωτότυπο της επιστολής ή αντίγραφο και/ή δεν προσκομίζει τον φάκελο της επιστολής της επιστολής με τις σφραγίδες και την σήμανση του ταχυδρομείου. Ο ενάγοντας θα προσκομίσει μαρτυρία από τον κάτοχο του ακινήτου που βρίσκεται στην οδό Βουκουρεστίου 5, 2370 Λευκωσία ότι ποτέ δεν εστάλη τέτοια επιστολή στην πιο πάνω διεύθυνση κατά τον χρόνο που ισχυρίζονται οι εναγόμενοι. 6.1.
  8. Περαιτέρω ο ισχυρισμός του ενόρκως δηλούντα ότι ο Ενάγοντας είναι μόνιμος κάτοικος εξωτερικού και/ή ότι επισκέπτεται την επίδικη περιουσία περιστασιακά είναι αναληθής γιατί ο Ενάγοντας διαμένει στην εν λόγω ακίνητη περιουσία του μόνιμα και ταξιδεύει στο εξωτερικό περιοδικά. 6.1.
  9. Τόσο στην ένορκη δήλωση του Μάριου Πόγιαννου όσο και στην ένορκη δήλωση του Αλέξη Τεκκή γίνεται ισχυρισμός ότι δικαιοδοσία για το θέμα έχει το Ανώτατο Δικαστήριο σύμφωνα με το άρθρο 146 η οποία πρέπει να αντικρουστεί από τον Ενάγοντα. 6.1.
  10. Περαιτέρω θα δοθούν λεπτομέρειες γεγονότων που καθιστούν αναγκαία την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων.
  11. Περαιτέρω και εξ όσων συμβουλεύομαι από τους δικηγόρους μου η Διαταγή 48 Θ.4 των θεσμών πολιτικής δικονομίας προβλέπει ρητά την καταχώρηση σχετικής απαντητικής ένορκης δήλωσης ως μέσω αντιπαραβολής των αμφισβητούμενων γεγονότων των διαδίκων.
  12. Με βάση τα πιο πάνω αναφερόμενα θεωρώ λογικό και δίκαιο, όσο κα αναγκαίο την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Στην αίτηση καταχωρήθηκε ένσταση από τους καθ΄ων η αίτηση εναγόμενους 2, ενώ οι καθ΄ων η αίτηση εναγόμενοι 1, αν και φαίνεται να διαφωνούν στο να δοθεί άδεια για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, δεν έχουν καταχωρήσει γραπτή ένσταση. Ο δικηγόρος που εμφανίστηκε για τους καθ΄ων η αίτηση εναγόμενους 2 αλλά και τους καθ΄ων η αίτηση εναγόμενους 1, κατά την ημερομηνία που ήταν ορισμένη για ακρόαση η αίτηση, δήλωσε πως λόγω του ότι η πλευρά του καθ΄ου η αίτηση εναγόμενου 1 δεν είχε την ευκαιρία να ετοιμάσει την δική της ένσταση, ο καθ΄ου η αίτηση εναγόμενος 1 υιοθετεί τα όσα οι καθ΄ων η αίτηση εναγόμενοι 2 έχουν αναφέρει στα πλαίσια υποστήριξης της ένστασης τους. Ο καθ΄ου η αίτηση εναγόμενος 1 είχε την ευκαιρία και διατήρησε το δικαίωμα του να καταχωρήσει γραπτή ένσταση στο αίτημα και το δικαστήριο του επέτρεψε να το πράξει τούτο μέχρι την 12.3.2010 αλλά δεν συμμορφώθηκε. Το Δικαστήριο δεν έχει ενώπιον του οιανδήποτε γραπτή ένσταση από μέρους του καθ΄ου η αίτηση εναγόμενου 1 να εξετάσει, αλλά ούτε και η πλευρά του αιτητή μπορεί να την αντικρούσει με επιχειρηματολογία. Δεν θεωρώ ότι παρέχεται η δυνατότητα, υπό τις περιστάσεις, να υιοθετηθεί από την πλευρά του καθ΄ου η αίτηση εναγόμενου 1, η αγόρευση των καθ΄ων η αίτηση εναγόμενων 2, για σκοπούς υποστήριξης τι; μιας ανύπαρκτης ένστασης; Το αίτημα θεωρώ πως θα πρέπει να εξεταστεί υπό το φως των γραπτών στοιχείων που υπάρχουν ενώπιον του Δικαστηρίου και της επιχειρηματολογίας που τέθηκε από την πλευρά του καθ΄ου η αίτηση εναγόμενου 2 και της πλευράς του αιτητή. Χωρίς βέβαια αυτό να σημαίνει ότι στην ανυπαρξία γραπτής ένστασης από μέρους του καθ΄ου η αίτηση εναγόμενου 1, ο αιτητής απαλλάσσεται από την υποχρέωση να αποδείξει την ύπαρξη καλού λόγου για να του παραχωρηθεί άδεια καταχώρησης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης και σε σχέση και με την ένορκη δήλωση του Μάριου Πόγιαννου, που είναι ο ενόρκως δηλών στην ένσταση του καθ΄ου η αίτηση εναγόμενου
  13. Δεν μπορώ να δεχτώ όμως την θέση του συνηγόρου του αιτητή ότι η συμπεριφορά του καθ΄ου η αίτηση εναγόμενου 1, ο οποίος δεν καταχώρησε ένσταση συμπαρασύρει και την ένσταση των καθ΄ων η αίτηση εναγόμενων 2 και πως εφόσον το αντικείμενο της αίτησης είναι το ίδιο και για τους δύο εναγόμενους δεν νοείται να εκδοθεί διάταγμα για τους εναγόμενους 1 και να μην εκδοθεί διάταγμα για τους εναγόμενους
  14. Δεν θεωρώ ότι κάτι τέτοιο είναι «νομικά παράνομο», όπως ο συνήγορος του αιτητή το έθεσε. Σε τέτοιους είδους αιτήσεις το δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να εγκρίνει την αίτηση, αφού διαπιστώσει ότι υπάρχει καλός λόγος για να δοθεί άδεια καταχώρησης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, είτε ολικά είτε μερικώς. Στην ένσταση των εναγομένων 2 - καθ΄ων η αίτηση, η οποία υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Χρίστου Τσαγγαρού, δικηγόρου συνεργάτη στο Δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων των εναγόμενων - καθ' ων η αίτηση 2, περιλαμβάνονται 12 λόγοι ένστασης ως ακολούθως:
  15. Η αίτηση είναι νόμω και ουσία αβάσιμη.
  16. Οι Αιτητές δεν δικαιούνται τις αιτούμενες θεραπείες.
  17. Η αίτηση είναι παράτυπη και/ή αντικανονική.
  18. Η αίτηση υπεβλήθει καθυστερημένα χωρίς οιαδήποτε δικαιολογία.
  19. Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις ως αυτές τάσσονται από το Νόμο και τη Νομολογία.
  20. Η παρούσα αίτηση είναι καταχρηστική.
  21. Δεν υπάρχει σοβαρός λόγος για την έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος.
  22. Δεν παρατίθονται τέτοια στοιχεία και/ή δεν παρατίθονται καθόλου στοιχεία που να δικαιολογούν την έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος.
  23. Δεν επισυνάπτεται η Ένορκος Δήλωση που προτίθενται να καταθέσουν.
  24. Δεν επιτρέπεται η καταχώρηση απαντητικής ένορκης δήλωσης.
  25. Η αίτηση αποσκοπεί αποκλειστικά και μόνο στην καθυστέρηση και/ή στην πρόκληση ταλαιπωρίας στους Εναγόμενους Καθ΄ ων η Αίτηση.
  26. Η αίτηση του Αιτητή είναι κακόπιστη και γίνεται για αλλότριο σκοπό. Η ακρόαση της αίτησης, διεξήχθη στη βάση των ενόρκων δηλώσεων και οι συνήγοροι των διαδίκων αγόρευσαν προς υποστήριξη των θέσεων τους. Τα όσα έχουν αναφέρει στο Δικαστήριο έχουν καταγραφεί στο πρακτικό που τηρήθηκε και δεν θεωρώ σκόπιμο να τα επαναλάβω. Σχετική αναφορά στις θέσεις τους θα γίνεται κατωτέρω στα σημεία που αυτό κρίνεται αναγκαίο. Θα ασχοληθώ κατά προτεραιότητα με το πρώτο ζήτημα που έθιξε ο δικηγόρος του αιτητή και σχετίζεται με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση των καθ΄ων η αίτηση εναγόμενων
  27. Υποστηρίζει ο συνήγορος του αιτητή, ότι η ένορκη δήλωση στην αίτηση θα πρέπει να αγνοηθεί και απορριφθεί γιατί είναι εξ΄υπαρχής άκυρη. Ως βάση και αιτιολογία υποβολής αυτής της θέσης, προβάλλεται από τον συνήγορο του αιτητή, ότι η ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης (α) γίνεται από δικηγόρο ο οποίος ανήκει στο δικηγορικό γραφείο το οποίο εμφανίζεται για τους Εναγόμενους 2, (β) ο ενόρκως δηλών αναφέρεται στην ένορκη του δήλωση σε ένορκη δήλωση του Ανδρέα Ορνιθάρη και αφού η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση γίνεται από τον ίδιο τον ενάγοντα, Ηλία Ορνιθάρη, η ένορκη δήλωση των καθ΄ων η αίτηση αναφέρεται σε γεγονότα και πρόσωπα τα οποία είναι παντελώς άσχετα με την παρούσα αίτηση (γ) η ένορκη δήλωση των καθ΄ων η αίτηση στην ένσταση αναφέρεται σε γεγονότα που δεν έχουν καμία σχέση με την παρούσα αίτηση αλλά αφορούν την κυρίως αίτηση. Στην παράγραφο 3 της ένορκης δήλωσης της ένστασης ο ενόρκως δηλών αναφέρει τα εξής: «Έχω διαβάσει την ένορκη δήλωση του κ. Ανδρέα Ορνιθάρη, εκ Πάφου, που συνοδεύει την υπό εξέταση αίτηση και εκτός όπου προβαίνω σε ρητή παραδοχή, διαφωνώ πλήρως με το περιεχόμενο της». Αυτή η αναφορά του ενόρκως δηλούντα στην ένσταση σύμφωνα με τον συνήγορο του αιτητή, θα πρέπει να οδηγήσει στο να αγνοηθεί και απορριφθεί η ένορκη δήλωση ως εξ΄υπαρχής άκυρη, αφού τα όνομα στου ενάγοντα είναι Ηλίας Ορνιθάρη και όχι Ανδρέας Ορνιθάρη. Το γεγονός ότι στην ένσταση των εναγομένων 2 καθ΄ων η αίτηση, αναφέρεται στην πρώτη σελίδα, - Ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης στην αίτηση του Ενάγοντα - Αιτητή ημερομηνίας 22/02/2010 και ορισθείσας στις 04/03/2010 για οδηγίες, ενώ στο τέλος της 2ης σελίδας, αναφέρεται - Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η ένσταση φαίνονται στην ένορκη δήλωση του κου Χρίστου Τσαγγαρού, από την Λάρνακα, ενώ στην παράγραφο 3 γίνεται αναφορά σε λανθασμένο όνομα αλλά όχι επίθετο είναι εμφανές ότι πρόκειται περί λάθους. Έχω διέλθει με προσοχή του περιεχομένου της ένορκης δήλωσης στην ένσταση και έχω διαπιστώσει πως, ούτε σε γεγονότα, ούτε και πρόσωπα παντελώς άσχετα με την αίτηση γίνεται αναφορά, πέραν της πιο πάνω λανθασμένης αναφοράς του ονόματος του ενάγοντα. Είναι φανερό ότι τόσο η ένσταση όσο και ένορκη δήλωση αναφέρονται στην αίτηση του ενάγοντα, στο αίτημα του και στους ισχυρισμούς του. Συνεπακόλουθα κανένα έρεισμα δεν βρίσκει η πιο πάνω εισήγηση του συνηγόρου του αιτητή. Το αν στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση αναφέρονται γεγονότα που δεν έχουν σχέση με την παρούσα αίτηση αλλά με την κυρίως αίτηση, δεν θεωρώ ότι, κάτι τέτοιο και αν ακόμα ήθελε διαπιστωθεί, μπορεί να οδηγήσει στο να αγνοηθεί η ένορκη δήλωση στην ένσταση. Έχοντας υπόψη το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης στην ένσταση, θεωρώ πως σε αυτή αναφέρονται και καλύπτονται ζητήματα που αφορούν άμεσα την υπό εξέταση αίτηση. Αυτό το οποίο μπορεί να γίνει σε μια τέτοια περίπτωση, δηλαδή αν πράγματι ήθελε διαφανεί και κριθεί ότι σε αυτή γίνεται αναφορά σε ζητήματα, που δεν αποτελούν αντικείμενο εξέτασης στα πλαίσια της υπό κρίση αίτησης ή που είναι αχρείαστη η αναφορά τους, το Δικαστήριο θα πρέπει μάλλον να τα αγνοήσει, δεν μπορεί όμως να οδηγηθεί στην κατάληξη πως θα πρέπει να αγνοήσει την ένορκη δήλωση. Να σημειωθεί πως ο συνήγορος του αιτητή, όπως έθεσε το ζήτημα στην αγόρευση του, αναφερόταν σε ολόκληρο το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης. Σύμφωνα με τον συνήγορο του αιτητή η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση θα πρέπει να αγνοηθεί και απορριφθεί αφού αυτή γίνεται από τον δικηγόρο Χρίστο Τσαγγαρού, ο οποίος ανήκει στο δικηγορικό γραφείο το οποίο εμφανίζεται για τους Εναγόμενους
  28. Στην πολύ πρόσφατη υπόθεση DMITRY ν. ELENA RYBOLOVLEVA Πολιτική Έφεση 130/2009 ημερομηνίας 29.1.2010 λέχθηκαν τα εξής: «Το θέμα της κατάρτισης και υποβολής σε δικαστική διαδικασία ένορκης δήλωσης από δικηγόρο, διέπεται από καλά καθιερωμένες αρχές που πηγάζουν από την νομολογία. Αν χρειάζεται να τις συνοψίζουμε ξανά, θα λέγαμε ότι γενικά ομιλούντες, μια ένορκη δήλωση δεν αποκλείεται απλά επειδή ο ομνύων είναι δικηγόρος. Οι δικηγόροι όμως θα πρέπει να αποστασιοποιούνται από τα γεγονότα που σχετίζονται με τα επίδικα θέματα και τυγχάνει γενικά ανεπιθύμητο να εμφανίζονται ως μάρτυρες ή ενόρκως δηλούντες σε δικαστική διαδικασία στην οποία εκπροσωπούν διάδικο, εκτός εάν αυτό είναι αναγκαίο. Αφ' ης όμως στιγμής ο δικηγόρος έχει με τον ένα ή άλλο τρόπο καταστεί μάρτυρας γεγονότων, τότε κωλύεται, λόγω ασυμβίβαστου, να συνεχίζει να εμφανίζεται χειριζόμενος την υπόθεση του πελάτη του ως δικηγόρος. (Ahapittas v. Roc Chic Ltd

(1968)1 CLR 1, In re Efthymiou
(1987)1 CLR 319, Thanos Hotels Ltd v. Ιωάννου
(1991)1 ΑΑΔ 1036). Στις πιο πάνω καλά καθιερωμένες αρχές δεν κρίνουμε ορθό να προσθέσουμε ή να αναγνωρίσουμε και άλλη αρχή σύμφωνα με την οποία εάν ο ομνύων είναι δικηγόρος και δεν επεξηγεί με επάρκεια γιατί προβαίνει ο ίδιος στην ένορκη δήλωση και όχι ο πελάτης του, τότε η ένορκη δήλων πάσχει και θα πρέπει να αγνοηθεί ή απορριφθεί ούτε συμφωνούμε ότι μια τέτοια απόλυτη αρχή εξάγεται από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Dulal Dulal (ανωτέρω)». Στην υπό εξέταση περίπτωση, ο ενόρκως δηλών στην ένσταση, είναι δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο των συνηγόρων των εναγομένων 2, ο οποίος, όπως αναφέρει, γνωρίζει προσωπικά τα σχετικά με την παρούσα υπόθεση γεγονότα τόσο από προσωπική του γνώση αλλά και από πληροφορίες που έχει λάβει από τους σχετικούς φακέλους της υπόθεσης που διατηρούν οι δικηγόροι των εναγομένων 2 και βρίσκονται στην κατοχή του, επίσης και από ενημέρωση που έχει πάρει από τις κ.κ. Έλενα Ανδρέου δικηγόρο και Νάγια Οικονόμου. Στην κρινόμενη περίπτωση κρίνω πως δεν μπορώ να θεωρήσω καθ΄ οιονδήποτε τρόπο άκυρη την ένορκη δήλωση του κ. Χρίστου Τσαγγαρού, αφού αυτός δηλώνει σαφώς τις πηγές πληροφόρησης του, δηλώνει ότι είναι εξουσιοδοτημένος να προβεί σε ένορκη δήλωση και ότι ο ίδιος κατέχει έγγραφα που του δίνουν την δυνατότητα γνώσης. Επιπρόσθετα διατηρώ κατά νου και την φύση της αίτησης και του αιτήματος του ενάγοντα το οποίο στηρίζεται στην Δ.48 θ.
  1. Εφόσον η παροχή άδειας για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης προωθεί τους σκοπούς της καλύτερης προετοιμασίας της ακρόασης της αίτησης, η οποία σύμφωνα με την Δ.48 θ.1 διεξάγεται στην βάση των ενόρκων δηλώσεων και εφόσον ο δικηγόρος που ορκίζεται γνωρίζει τα γεγονότα της υπόθεσης, θεωρώ ότι θα μπορούσε υπό τις περιστάσεις να ορκιστεί προς υποστήριξη της ένστασης των καθ΄ων η αίτηση εναγομένων
  2. Συνεπακόλουθα οι εισηγήσεις του συνηγόρου του αιτητή που έχουν να κάνουν με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση των καθ΄ων η αίτηση εναγόμενων 2 απορρίπτονται στο σύνολο τους. Ισχυρίζεται ο αιτητής ότι η νομική βάση της ένστασης είναι εσφαλμένη καθότι σε αυτή γίνεται αναφορά σε Διαταγές αλλά και άρθρα Νομοθετημάτων μη σχετικών. Θα συμφωνήσω μόνο ως προς το μέρος ότι πράγματι στην νομική βάση της ένστασης γίνεται αναφορά σε Διαταγές και άρθρα Νόμων που μπορεί να μην είναι σχετικά με το αίτημα του ενάγοντα και την αίτηση του, το γεγονός όμως αυτό, δεν επηρεάζει καθ΄ οιονδήποτε τρόπο την ένσταση, αφού στην νομική της βάση γίνεται αναφορά και στις Δ.48 και 39 επί των οποίων ο αιτητής στηρίζει το αίτημα του και καλύπτει και την δυνατότητα καταχώρησης ένστασης. Οι εναγόμενοι καθ΄ων η αίτηση 2 προβάλλουν ως λόγους ένστασης (βλέπε 1ο και 3ο λόγος της ένστασης) ότι η αίτηση είναι παράτυπη και/ή αντικανονική και ότι η αίτηση είναι νόμω και ουσία αβάσιμη. Στην παράγραφο 17 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση αναφέρεται ότι η αίτηση είναι νομικά και ουσία αβάσιμη αφού δεν υπάρχει η ορθή νομική βάση. Πέραν της δήλωσης κατά την αγόρευση του συνηγόρου των εναγομένων καθ΄ων η αίτηση 2, ότι υιοθετείται για σκοπούς αγόρευσης η ένσταση και η ένορκη δήλωση που την συνοδεύει δεν εξειδικεύτηκαν οι λόγοι που θεωρούν την αίτηση, παράτυπη, αντικανονική και νόμω αβάσιμη. Κρίνω τους πιο πάνω λόγους ανεδαφικούς και απορρίπτονται. Η αίτηση του ενάγοντα στηρίζεται σε ορθή νομική βάση αφού σε αυτή γίνεται αναφορά στην Δ.48 θ.1-9 (η Δ.48 θ.2 καταγράφεται πιο κάτω). Έχοντας υπόψη μου τον χρόνο καταχώρησης της παρούσας αίτησης, το γεγονός ότι το ζήτημα της άδειας για καταχώρηση συμπληρωματικής ενόρκου δηλώσεως εγέρθηκε προφορικά από τον συνήγορο του ενάγοντα αιτητή ευθύς μετά την καταχώρηση της ένστασης του εναγόμενου 1 και στην συνέχεια γραπτώς με την παρούσα αίτηση, 11 ημέρες μετά την καταχώρηση της ένστασης των εναγομένων 2, καταλήγω ότι δεν υπήρξε κανένα είδος καθυστέρησης κατά τρόπο που θα αναμένετο να δοθεί και κάποια δικαιολογία. Ενώ να σημειωθεί πως καθυστέρηση στην παρούσα υπόθεση, αν και όχι υπέρμετρη, έχει δημιουργηθεί από την συμπεριφορά αυτών που την επικαλούνται, αφού δεν είχαν καταχωρήσει την ένσταση τους στην αίτηση ημερομηνίας 8.1.2010 μέσα στην τασσόμενη από το Δικαστήριο προθεσμία. Δεν έχω επίσης εντοπίσει οποιοδήποτε στοιχείο, γεγονός ή συμπεριφορά από την πλευρά του ενάγοντα - αιτητή, το οποίο θα μπορούσε να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι η αίτηση είναι καταχρηστική, ότι αποσκοπεί στην καθυστέρηση και πρόκληση ταλαιπωρία στους εναγόμενους, ότι είναι κακόπιστη και ότι γίνεται για αλλότριο σκοπό. Συνεπακόλουθα ο τέταρτος, έκτος και εντέκατος λόγος της ένστασης απορρίπτονται. Ο ένατος λόγος της ένστασης επίσης δεν ευσταθεί. Δεν απαιτείται από την Δ.48.θ.4, η παρουσίαση με την αίτηση, της ένορκης δήλωσης που ο αιτητής επιθυμεί να καταχωρήσει ως συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Θα ήταν βέβαια μια τέτοια ενέργεια βοηθητική και για το δικαστήριο αλλά και για τους καθ΄ων η αίτηση, στην προκειμένη όμως περίπτωση, ο ενόρκως δηλών στην αίτηση του, αναφέρει σε σχέση με τι και γιατί επιθυμεί να καταχωρήσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση, χωρίς να κρίνω σε αυτό το στάδιο αν πράγματι υπάρχει καλός λόγος για να δοθεί σχετική άδεια και αυτό είναι κατά την άποψη μου είναι αρκετό. Ο Διαταγή 48 Θ. 4 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και έχει ως ακολούθως: «Το Δικαστήριο ή Δικαστής, μετά από αίτηση ή προφορικό αίτημα, μπορεί για καλό λόγο, να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων. Η ακρόασης αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από την Διαταγή 39 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών». Ο πιο πάνω νέος κανονισμός 4 της Διαταγής 48, τέθηκε σε εφαρμογή την 23.12.1999, με σκοπό να διευκολύνει τη διαδικασία και να ανατρέψει τη νομική θέση που ίσχυε προηγουμένως, όπως έχει νομολογηθεί στις υποθέσεις Stylianou v. Stylianou
(1998)1 AAΔ.520, Louis Vuitton v. Δέρμοσακ Λτδ κ.α
(1992)1 ΑΑΔ 1453 και Krashias Shoe Factory Ltd v. Adidas
(1989)1 AAΔ.750. Μετά την τροποποίηση της Δ.48 Θ.4
(2), το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια για «καλό λόγο» να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων. Όπως ανέφερε και η Πρόεδρος του Ε.Δ Λεμεσού (όπως ήταν τότε) κ. Έφη Παπαδοπούλου, στην ενδιάμεση απόφαση της στην Αγωγή 2596/2002, μεταξύ Σωτήρη Πίττα, ενάγοντα και Ανδρέα Νεοκλέους κ.α, εναγομένων, ημερομηνίας 5.11.2002, εκείνο που θα πρέπει να εξετάζεται είναι τι ακριβώς με την αιτούμενη καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης επιδιώκεται. Εάν επιδιώκεται η τροποποίηση ή αλλοίωση των γεγονότων που θεμελιώνουν την αίτηση ή συμπλήρωση ηθελημένου κενού, τότε σίγουρα αυτό δεν πρέπει να επιτραπεί, όπως δεν πρέπει όταν ήταν σε γνώση του αιτητή και απεκρύβησαν. Εάν όμως είναι σε απάντηση των ισχυρισμών τους οποίους ο αιτητής δεν μπορούσε να προβλέψει και οι οποίοι χρήζουν απάντησης που δεν μπορεί να δοθεί με προφορική μαρτυρία, τότε σίγουρα ο καλός λόγος ο οποίος προβλέπεται στην Δ.48
(4)
(2)υπάρχει. Δεν βλέπω ιδιαίτερη δυσκολία στην ερμηνεία του συγκεκριμένου όρου, ο οποίος απαντάται στον πιο πάνω κανονισμό, ο οποίος δεν μπορεί να σημαίνει οτιδήποτε άλλο από το να θα υποβοηθήσει την ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία και κατ΄ επέκταση την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Παρέχουν οι σχετικοί κανονισμοί την διακριτική εξουσία στο Δικαστήριο να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων και είναι προφανές από το λεκτικό του κανονισμού 4
(2)της Δ.48 ως τροποποιήθηκε ότι ο διάδικος που υποβάλλει γραπτή αίτηση ή προφορικό αίτημα και ζητά να του επιτραπεί η καταχώρηση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων, έχει το βάρος της απόδειξης ότι το αίτημα του υποβάλλεται για καλό λόγο. Κατά την εκτίμηση μου δηλαδή ο διάδικος που υποβάλλει τέτοιο αίτημα θα πρέπει να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου τέτοια στοιχεία που να πείσουν ότι το αίτημα υποβάλλεται για καλό λόγο. Τι συνιστά καλό λόγο επαφίεται στο δικαστήριο να καταλήξει. Δεν είναι δυνατό να προσδιοριστεί κατά γενικό τρόπο για κάθε ενδιάμεση αίτηση. Εξαρτάται από το είδος της και τις προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν για την έγκριση της. Στοιχεία που δεν ρυθμίζονται από τον Κανονισμό 4 της Διαταγής 48. Η προγενέστερη της τροποποίησης του Κανονισμού 4 της Διαταγής 48 νομολογία, πιστεύω ότι προσφέρει καθοδήγηση κατά τρόπο που μπορούν να διαχωριστούν οι περιπτώσεις σε δύο κατηγορίες: (α) Εκεί όπου ο διάδικος που αιτείται άδεια για καταχώρηση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων ταυτίζεται με το πρόσωπο που εξασφάλισε προσωρινή δικαστική προστασία μονομερώς και (β) Εκεί όπου το αίτημα για προσωρινή δικαστική προστασία εκκρεμεί. Η έννοια της φράσης «καλός λόγος», πρέπει να ερμηνευθεί σε συνάρτηση με το γενικότερο δικαίωμα κάθε διαδίκου να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου, όλο, το κατά την άποψη του αναγκαίο υλικό, ή επιθυμητό υπόβαθρο πριν την ακρόαση της αίτησης. Θα ήταν άδικο να τεθεί υψηλό εμπόδιο σε ένα αιτητή που επιθυμεί την καταχώρηση ένορκης δήλωσης. Επομένως το βασικό ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί για να μπορεί το Δικαστήριο να εξασκήσει τη διακριτική του εξουσία υπέρ της χορήγησης της άδειας για καταχώρηση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων είναι τι είναι δυνατό να θεωρηθεί ότι αποτελεί καλό λόγο. Η αποκάλυψη του καλού λόγου θα πρέπει να πηγάζει από το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης εκείνου που αιτείται την άδεια. Θεωρώ ορθότερο και για σκοπούς εξέτασης του αιτήματος καθώς και τον λόγων της ένστασης να αναφερθώ σε συντομία στα γεγονότα της υπόθεσης, όπως προκύπτουν από τον φάκελο της. Η αξίωση του ενάγοντα αφορά το αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης σε ακίνητη περιουσία. Την ίδια ημέρα με την καταχώρηση του ειδικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος, στις 8.1.2010, ο ενάγων καταχώρησε και μονομερή αίτηση για έκδοση προσωρινού διατάγματος, αίτηση που το Δικαστήριο διέταξε να επιδοθεί στους εναγόμενους καθ΄ων η αίτηση. Στην αίτηση για έκδοση προσωρινού διατάγματος καταχωρίστηκαν ενστάσεις και από τους δύο εναγόμενους και είναι αναφορικά με το περιεχόμενο των δύο ενόρκων δηλώσεων που υποστηρίζουν τις ενστάσεις τους που ζητείται η καταχώρηση συμπληρωματικής/απαντητικής ένορκης δήλωσης. Η επιθυμία του ενάγοντα αιτητή αλλά και η υποχρέωση του, σύμφωνα με τον δικηγόρο του να προσκομίσει θετική μαρτυρία για να αντικρούσει τους ισχυρισμούς των ενόρκως δηλούντων στις ενστάσεις, τις οποίες χαρακτηρίζει αναληθείς και που σκοπό έχουν να παραπλανήσουν το Δικαστήριο αλλά και το γεγονός πως αν δεν του δοθεί αυτή η δυνατότητα ο ίδιος θα βρεθεί εκτεθειμένος, γιατί δεν προσκόμισε μαρτυρία για να αντικρούσει τους ισχυρισμούς των εναγομένων καθ΄ων η αίτηση αποτελούν καλό λόγο για να του επιτραπεί η καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Σε αντίθετη περίπτωση, όπως υποστήριξε, οι ισχυρισμοί των εναγομένων θα θεωρηθούν ότι ανταποκρίνονται στα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης κάτι το οποίο δεν θα αποδώσει δικαιοσύνη αφού τα γεγονότα είναι εντελώς διαφορετικά. Τα γεγονότα, ανάφερε, φαίνονται με σαφήνεια στην ένορκη δήλωση και αφορά συγκεκριμένα θέματα και θα πρέπει να δοθεί άδεια στον αιτητή να προβάλει τους ισχυρισμούς του για να μπορέσει το Δικαστήριο να αποφασίσει αφού λάβει υπόψη του όλα τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης. Είναι η θέση των εναγομένων 2 καθ΄ων η αίτηση ότι δεν έχει αποκαλυφθεί μέσα από την ένορκη δήλωση του αιτητή κανένας σοβαρός ή καλός λόγος για να του επιτραπεί να καταχωρήσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση, πως η ένορκη του δήλωση περιλαμβάνει ισχυρισμούς γενικούς και αόριστους αφού δεν εξηγεί αναφορικά με ποιους ισχυρισμούς του κ. Τεκκή υπάρχει σημαντική διαφωνία και ποιοι παρουσιάζονται με τρόπο παραπλανητικό και λανθασμένο, πως όλα τα γεγονότα ήταν στην διάθεση του και μπορούσε να τα παραθέσει στην ένορκη του δήλωση, πως πρόκειται για μαρτυρία η οποία μπορούσε να προβλεφθεί και πριν την καταχώρηση της αίτησης για έκδοση προσωρινού διατάγματος, πως γίνεται προσπάθεια να διορθωθούν παραλείψεις και κενά στην ένορκό δήλωση του αιτητή που υποστηρίζει την αίτηση του. Αναφέρθηκε επίσης πως εφόσον στα πλαίσια εξέτασης αίτησης για έκδοση προσωρινού διατάγματος, το Δικαστήριο δεν εξετάζει την ουσία της υπόθεσης και το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε ευρήματα αξιοπιστίας τυχόν απάντηση στις θέσεις των εναγομένων 2 καθ΄ων η αίτηση καμιά ουσία και χρησιμότητα κατά τρόπο που καθιστά το αίτημα παντελώς αδικαιολόγητο. Επίσης είναι η θέση των εναγομένων 2 καθ΄ων η αίτηση και πως δεν θα πρέπει να επιτραπεί η καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης αφού η αίτηση στα πλαίσια της οποίας καταχωρήθηκε ένσταση εκ μέρους τους αφορά την έκδοση προσωρινού διατάγματος αίτηση στην οποία ο αιτητής έχει το βάρος να αποδείξει με βάση την ένορκη δήλωση που την στηρίζει χωρίς να επιτρέπεται η προσαγωγή πρόσθετης μαρτυρίας. Συμφωνώ απόλυτα με τον κανόνα που επεξηγείται στις υποθέσεις που παράθεσε ο συνήγορος των καθ΄ων η αίτηση εναγόμενων 2 ότι σε αιτήσεις στις οποίες εκδίδεται μονομερώς προσωρινή θεραπεία, «δεν επιτρέπεται η επανόρθωση παράλειψης πρωθύστερα, έτσι ώστε να μεταβληθεί η αλλοιωθεί η εικόνα που δόθηκε πρωταρχικά στο Δικαστήριο». Η ίδια αρχή διατυπώθηκε στην υπόθεση Louis Vuitton v. Δέρμοσακ Λτδ κ.α
(1992)1 ΑΑΔ 1453 όπου στην σελ. 1463 αναφέρθηκε ότι τα γεγονότα που θεμελιώνουν μια ενδιάμεση αίτηση πρέπει να αποκαλύπτονται σε ένορκη ή ενόρκους δηλώσεις που συνοδεύουν την αίτηση και ότι δεν είναι επιτρεπτή η προσαγωγή πρόσθετης μαρτυρίας ή απαντητικής μαρτυρίας εκ μέρους του αιτητή, ή μη καταχώρηση πρόσθετων ενόρκων δηλώσεων. Στην προκειμένη περίπτωση όπως και ο συνήγορος του αιτητή ανάφερε, και θα συμφωνήσω, δεν τίθεται ζήτημα εφαρμογής της πιο πάνω καθολικής αρχής, αφού το αιτούμενο διάταγμα με την αίτηση ημερομηνίας 8.1.2010 δεν έχει εκδοθεί κατά τρόπο που η παρούσα περίπτωση εμπίπτει στην δεύτερη κατηγορία που πιο πάνω έχω αναφέρει. Παρά το ότι ο ενάγων ζητά με την αίτηση του άδεια για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, μέσα από το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του προκύπτει ότι επιθυμεί να καταχωρήσει 3 ή 2 συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις, συγκεκριμένα παραπέμπω στην παράγραφο 6.1.
  1. της ενόρκου δηλώσεως του, στην οποία αναφέρει «...Ο ενάγοντας θα προσκομίσει μαρτυρία εμπειρογνώμονα ότι η ζημιά......» και στην παράγραφο 6.1.3 «Ο ενάγοντας θα προσκομίσει μαρτυρία από τον κάτοχο του ακινήτου....», ενώ στην παρ. 6.1.6 της ένορκης του δήλωσης με γενικό τρόπο αναφέρει, «Περαιτέρω θα δοθούν λεπτομέρειες γεγονότων που καθιστούν αναγκαία την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων.» Δεν μου διαφεύγει το γεγονός, ότι ο σκοπός για τον οποίο ο ενάγων - αιτητής ζητά άδεια να καταχωρίσει συμπληρωματικές ενόρκους δηλώσεις είναι για να καταρρίψει, σύμφωνα με το ίδιο, τους ισχυρισμούς των εναγομένων καθ΄ων η αίτηση, όπως φαίνονται στις ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν τις ενστάσεις τους στην αίτηση για παρεμπίπτον διάταγμα ημερομηνίας 8.1.
  2. Είναι θεμελιωμένο ότι είναι ανεπιθύμητο, στο στάδιο εκδίκασης αιτήσεως για παρεμπίπτον διάταγμα, το Δικαστήριο να προσπαθήσει να αποφανθεί ως προς τα επίδικα θέματα, τα οποία θα αποτελέσουν το αντικείμενο αντιδικίας κατά την ακρόαση της ουσίας της αγωγής. Στην υπόθεση Jonitexo Ltd ν. Adidas
(1984)1 CLR 263, έχει υποδειχθεί, ότι το Δικαστήριο εξετάζει την ενώπιον του μαρτυρία με σκοπό να αποφασίσει κατά πόσο δικαιολογείται η έκδοση του προσωρινού διατάγματος και οποιαδήποτε εξέταση της ενώπιον του μαρτυρίας με σκοπό την διεξαγωγή συμπερασμάτων, τα οποία ενδεχομένως να προκαταβάλουν τα τελικά συμπεράσματα ή να τα παραβλάψουν, πρέπει να αποφεύγεται. Αυτό δε γιατί το αρμόδιο Δικαστήριο για εξαγωγή τέτοιων συμπερασμάτων είναι το Δικαστήριο ενώπιον του οποίου θα εκδικαστεί η κυρίως υπόθεση. Είναι δηλαδή ανεπιθύμητο στο στάδιο εκδίκασης αιτήσεως παρεμπίπτοντος διατάγματος, το Δικαστήριο να προβεί σε ευρήματα αξιοπιστίας ή ευρήματα ως προς τα ουσιώδη επίδικα θέματα (βλ. Jomitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R 263). Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω το αίτημα για άδεια καταχώρησης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης θα πρέπει να εξεταστεί σε συνάρτηση με την φύση της αίτησης που έχει καταχωρήσει ο αιτητής και αφορά την έκδοση προσωρινού διατάγματος. Παρά το ότι η παράγραφος 6 της ένορκης δήλωσης του αιτητή χαρακτηρίζεται από μια γενικότητα, στις υποπαραγράφους που ακολουθούν, εξαιρουμένης της υποπαραγράφου 6.1.6, εξειδικεύει αναφορικά με ποια θέματα και ποιους ισχυρισμούς επιθυμεί να καταχωρήσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Αρχικά δεν θεωρώ ότι παρίσταται ανάγκη καταχώρησης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης για αντίκρουση της θέσης του ενόρκως δηλούντα στην ένσταση των καθ΄ων η αίτηση εναγομένων 1, ο οποίος στην παρ. 12 της ένορκης δήλωσης του αναφέρει, ότι δικαιοδοσία για το θέμα έχει το Ανώτατο Δικαστήριο σύμφωνα με το άρθρο 146 του Συντάγματος αλλά και του ενόρκως δηλούντα (παράγραφος 16) στην ένσταση των καθ΄ων η αίτηση εναγομένων 2 που προβάλει τον ίδιο ισχυρισμό. Το ζήτημα της δικαιοδοσία πρόκειται καθαρά για νομικό ζήτημα και δεν χρίσει απάντησης δια μέσου ένορκης δήλωσης. Η γενικότητα που χαρακτηρίζει την παράγραφο 6.1.6 της ενόρκου δήλωσης του αιτητή δεν μου επιτρέπει να εξετάσω την ύπαρξη καλού λόγου αφού δεν γίνεται καμία αναφορά ποια είναι αυτά τα γεγονότα που θα επικαλεστεί, πότε αυτά προέκυψαν και πως προκύπτει ανάγκη παράθεσης τους σε αυτό το στάδιο. Έχοντας υπόψη μου ότι αναφορικά με την ένσταση του ενόρκως δηλούντα στην ένσταση των καθ΄ων η αίτηση εναγομένων 2 , ο ενάγοντας συγκεκριμενοποιεί το αίτημα του, (βλέπε παρ. 6.1.5 και 6.1.6 της ένορκης του δήλωσης), οι πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου διαγράφουν και την κατάληξη της αίτησης του αναφορικά με την ένορκη δήλωση στην ένσταση των καθ ΄ων η αίτηση εναγομένων
  1. Όπως πιο πάνω αναφέρθηκε, παρά την μη καταχώρηση ένστασης από μέρους του καθ΄ου η αίτηση εναγόμενου 1, θα πρέπει το δικαστήριο να εξετάσει, αφού το βάρος είναι στον αιτητή, αν υπάρχει και καταδεικνύεται μέσα από την ένορκη δήλωση του καλός λόγος για να του επιτραπεί να καταχωρήσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση αναφορικά και με την ένορκη δήλωση του Μάριο Πόγιαννου, που είναι ο ενόρκως δηλών στην ένσταση των καθ΄ων η αίτηση εναγόμενων
  2. Δεν θεωρώ ότι προέκυψε ανάγκη καταχώρησης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης λόγω του ισχυρισμού του Μάριου Πόγιαννου που αναφέρει στην παράγραφο 21 της ένορκης δήλωση του ότι η ενδεχόμενη ζημιά που ενάγοντα είναι αποτιμητέα σε χρήμα και ότι μπορεί να καλυφθεί από τους εναγόμενους και πως χρίζει να απαντηθεί ο ισχυρισμός του αυτός με μαρτυρία εμπειρογνώμονα και συγκεκριμένα ότι η ζημιά που θα υποστεί εάν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα θα είναι ανεπανόρθωτη καθότι θα επηρεαστεί το φυσικό περιβάλλον η αποτίμηση του οποίου σε χρηματικές αξίες είναι εκτός πραγματικότητας. Ο αιτήτης ήδη στην ένορκη του δήλωση που συνοδεύει την αίτηση του για έκδοση προσωρινού διατάγματος στις παραγράφους 11, 12 και 13 αναφέρεται στο πιο πάνω γεγονός και συγκεκριμένα ότι θα επηρεαστεί δυσμενώς το περιβάλλον και ο κήπος του, θα αποκοπούν δέντρα η αποτίμηση των οποίων σε χρηματικές αξίες είναι εκτός πραγματικότητας, πράγμα που δείχνει ότι δεν προέκυψε για πρώτη φορά το ζήτημα αυτό μετά την καταχώρηση της ένστασης των καθ΄ων η αίτηση εναγομένων
  3. Είναι η άποψη μου ότι τα πιο πάνω που ο αιτητής επιθυμεί τώρα να προσθέσει δεν είναι προς απάντηση της ένορκης δήλωσης της ένστασης αλλά προσαγωγή μαρτυρίας προς υποστήριξη του δικού του ισχυρισμού. Ο αιτητής στην παρ. 6.1.
  4. της ένορκης δήλωσης του αναφέρει ότι οι ισχυρισμού του Μάριου Πόγιαννου στην παρ, 11 της ένορκης του δήλωσης, ότι η έντυπη προσφορά αποζημίωσης ημερ. 15.9.2008 που του επιστράφηκε αζήτητη δόθηκε δια χειρός στην συνέχεια στο Ενάγοντα, σκοπό έχει να παραπλανήσει το Δικαστήριο γιατί δεν αναφέρει πότε δόθηκε στον Ενάγοντα και/ή κατά πόσο δόθηκε το πρωτότυπο της επιστολής ή αντίγραφο και/ή δεν προσκομίζει τον φάκελο της επιστολής με τις σφραγίδες και την σήμανση του ταχυδρομείου. Αναφορικά με τα πάνω, δεν προκύπτει, αφού δεν το αναφέρει ρητά ότι επιθυμεί να καταχωρήσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση για να σχολιάσει οτιδήποτε, πρόκειται κατά την άποψη μου, για ζητήματα τα οποία μπορούν να αντιμετωπιστούν κατάλληλα με την αντεξέταση του ενόρκως δηλούντα. Η επιθυμία του αιτητή, φαίνεται να συγκεκριμενοποιείται στην καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, από τον κάτοχο του ακινήτου που βρίσκεται στην οδό Βουκουρεστίου 5, 2370 στην Λευκωσία, ότι ποτέ δεν εστάλη τέτοια επιστολή στην πιο πάνω διεύθυνση κατά τον χρόνο που ισχυρίζονται οι εναγόμενοι. (Σημείο Α) Ο ενόρκως Μάριος Πόγιαννος στην παρ. 10 τη ένορκης του δήλωσης ισχυρίζεται ότι στάληκε με συστημένη επιστολή στην Διεύθυνση του ενάγοντα - αιτητή που αναγραφόταν στον τίτλο ιδιοκτησίας του Βουκουρεστίου 25, 2370 Λευκωσία - Άγιος Δομέτιος. Ο ενάγων αιτητής ζητά να καταχωρήσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση για να απορρίψει τους ισχυρισμούς του ενόρκως δηλούντα (ότι η Βουκουρεστίου 25, 2370 Λευκωσία αποτελούσε κατά τους επίδικους χρόνος διεύθυνση του Ενάγοντα και/ή (β)ότι έχει σταλεί συστημένη έντυπη προσφορά στην διεύθυνση που ισχυρίζεται ο ενόρκως δηλών και/ή (γ) ότι τέτοια επιστολή έχει σταλεί εντός της περιόδου που προβλέπεται από την σχετική νομοθεσία και/ή ότι (δ) είναι έγκυρη η ισχυριζόμενη προσφορά. (Σημείο Β) Επίσης ο ενάγων θέλει να αντικρούσει τον ισχυρισμό που προβάλλει ο Μάριος Πόγιαννου στην παρ. 10 της ένορκης δήλωση του ότι είναι μόνιμος κάτοικος εξωτερικού και επισκέπτεται την επίδικη περιουσία περιστασιακά είναι αναληθής γιατί ο Ενάγοντας διαμένει στην εν λόγω ακίνητη περιουσία του μόνιμα και ταξιδεύει στο εξωτερικό περιοδικά. (Σημείο Γ) Αναφορικά με τα πιο πάνω ζητήματα (Σημεία Α, Β και Γ) είναι η κατάληξη μου ότι υπάρχει καλός λόγος για να επιτραπεί η καταχώρηση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων. Η παρουσίαση των θέσεων του αιτητή στους πιο πάνω ισχυρισμούς θα θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου το βάθρο των γεγονότων επί των οποίων οι δύο πλευρές θα μπορούν να συζητήσουν τόσο τα πραγματικά γεγονότα, μέρος των οποίων αμφισβητείται, όσο και την νομική πτυχή της αίτησης για έκδοση προσωρινού διατάγματος Επομένως έχοντας υπόψη τα όσα αναφέρονται πιο πάνω, η αίτηση του ενάγοντα γίνεται δεκτή στην περιορισμένη έκταση που έχω ήδη αναφέρει. Η αίτηση ως προς το μέρος που αφορά την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση των εναγόμενων 2 καθ΄ων η αίτηση απορρίπτεται για τους λόγους που επίσης έχω εξηγήσει πιο πάνω. Οι συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις να καταχωρηθούν μέσα σε 8 ημέρες από σήμερα και αντίγραφα τους να επιδοθούν στις διευθύνσεις επιδόσεων των εναγομένων. Το ½ των εξόδων επιδικάζονται υπέρ των καθ΄ων η αίτηση εναγόμενων 2 και εναντίον του αιτητή και το ½ υπέρ του αιτητή και εναντίον των καθ΄ων η αίτηση εναγόμενων
  5. Αυτά να υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και να τεθούν στο Δικαστήριο για έγκριση, θα είναι όμως πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας. Η αίτηση ημερομηνίας 8.1.2010 ορίζεται για ακρόαση την 22.4.2010 στις 10:30 (Υπ.) ........... Κ. Κουνίδου, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.