Μαρίας Ευαγγέλου Χριστοφόρου ν. Ελένης Γεωργίου Τσαγγαρίδη, Αρ. Αίτησης / Έφεσης: 3/08, 22.4.2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2010:A18 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Λ. Μάρκου, Ε.Δ. Αρ. Αίτησης / Έφεσης: 3/08 Μεταξύ: Μαρίας Ευαγγέλου Χριστοφόρου εκ Κ. Πύργου Αιτήτρια / Εφεσείουσα ν. Ελένης Γεωργίου Τσαγγαρίδη Καθ' ής η Αίτηση/ Εφεσίβλητη --------------------------- Αίτηση Ημερ. 12.11.2009 για παράταση του χρόνου καταχώρησης έφεσης Ημερομηνία: 22.4.2010 Για την Αιτήτρια / Εφεσείουσα: κα Ε. Ταλιώτου Για την Καθ΄ ής η Αίτηση / Εφεσίβλητη: κ. Ε. Κορακίδης (κα Π. Πέτρου για ν΄ ακούσει απόφαση) --------------------------- ΑΠΟΦΑΣΗ Την 12/9/2008 το Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου απέρριψε την υπό τον ως άνω αριθμό Αίτηση / Έφεση 3/08 λόγω μη προώθησης. Ακολούθως την 9/9/2009 το Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου απέρριψε αίτηση της Αιτήτριας / Εφεσίουσας που είχε καταχωρηθεί την 16/12/2008 για Επαναφορά (Reinstament) της εν λόγω Έφεσης / Αίτησης. H ΕΠΙΔΙΚΗ ΑΙΤΗΣΗ Με την επίδικη Αίτηση ημερομηνίας 12/11/2009, η οποία καταχωρήθηκε μέσω της δικηγόρου Έλενας Γεωργίου Ταλιώτου, η Αιτήτρια / Εφεσείουσα ζητά Διάταγμα του Δικαστηρίου για παράταση του χρόνου καταχώρησης έφεσης εναντίον της πιο πάνω απόφασης του Δικαστηρίου ημερομηνίας 9/9/2009 για περίοδο 15 ημερών, πλέον τα έξοδα. Η Αίτηση βασίζεται στους θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας, Δ, 35 Θ.2, Δ.48 θ.2, Δ,57 Θ.2 επί της Νομολογίας και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Συνοδεύεται από την Ένορκη Δήλωση ίδιας ημερομηνίας (12/11/2009) της εν λόγω δικηγόρου της Αιτήτριας / Εφεσείουσας. Αναφέρει μεταξύ άλλων ότι είναι η δικηγόρος που χειρίζεται την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αίτηση / Έφεση, και έχει πλήρη και άμεση γνώση των γεγονότων της υπόθεσης την οποία χειρίζεται προσωπικά. Πιο κάτω προσθέτει τα εξής: «Η ως άνω Αιτήτρια / Εφεσείουσα εξαιτίας σύγχυσης δεν καταχώρησε έφεση μέσα στην προβλεπόμενη εκ του Νόμου και τους Κανονισμούς προθεσμία ήτοι 14 μέρες από την έκδοση της απόφασης καθ' ότι ήταν απόφαση σε ενδιάμεση αίτηση αλλά προτίθετο να καταθέσει έφεση μέσα στο χρονικό διάστημα των 42 ημερών από την έκδοση της απόφασης. Είναι ορθό και δίκαιο όπως εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα καθ' ότι η απόφαση η οποία εξεδόθηκε στην ενδιάμεση αίτηση ουσιαστικά αποφάσισε το αποτέλεσμα όλης της υπόθεσης ..... ». Η ΕΝΣΤΑΣΗ Την 12/1/2010 καταχωρήθηκε εκ μέρους της Καθ΄ ής η Αίτηση / Εφεσίβλητης ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης στην επίδικη αίτηση. Η ένσταση βασίζεται στους Διαδικαστικούς κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ,35 Θ.2, Δ.48 κανονισμούς 1 - 13 και Δ.
- Οι λόγοι της ένστασης έχουν ως εξής: α) Η αίτηση της αιτήτριας υποβλήθηκε καθυστερημένα . β) Είναι πραγματικά και νομικά αβάσιμη γ) Η αίτηση και η ένορκη δήλωση που την συνοδεύει πάσχουν νομικά. Συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση ίδιας ημερομηνίας της Πόπης Πέτρου δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων της Καθ' ής η Αίτηση. Αναφέρει μεταξύ άλλων ότι γνωρίζει τα γεγονότα τα οποία καταγράφει στην ένορκη δήλωση της για την οποία είναι πλήρως εξουσιοδοτημένη από την Καθ' ής η Αίτηση. Αρνείται όσα αναφέρονται στην ένορκη δήλωση η οποία συνοδεύει την επίδικη αίτηση. Σύμφωνα με την ενόρκως δηλούσα: «Κανένας λόγος έφεσης δεν αποκαλύπτεται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την πιο πάνω αίτηση ημερομηνίας 12/11/09 ούτε γίνεται αναφορά κατά πόσο η ενόρκως δηλούσα είναι εξουσιοδοτημένη από την αιτήτρια για να προβεί στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση ημερομηνίας 12/11/
- Περαιτέρω η πιο πάνω ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση ημερομηνίας 12/11/09 γίνεται από την δικηγόρο της αιτήτριας και αυτό δεν είναι νομικά επιτρεπτό». Προσθέτει ότι η επίδικη αίτηση έχει υποβληθεί πολύ καθυστερημένα χωρίς να δίδεται οποιοσδήποτε βάσιμος ή/και λογικός λόγος για την καθυστέρηση. Η ακρόαση διεξήχθη με αγορεύσεις. Να σημειωθεί ότι την ακρόαση εκ μέρους της Αιτήτριας / Εφεσείουσας χειρίστηκε η δικηγόρος κα Στέλλα Ευθυβούλου εκ μέρους της κας Ταλιώτου και για την Καθ΄ ής η Αίτηση / Εφεσίβλητη ο κ. Κορακίδης. Από το περιεχόμενου του φακέλου της υπόθεσης προκύπτουν τα εξής κύρια γεγονότα: Την 4.7.2008 στην παρουσία της Αιτήτριας / Εφεσείουσας, ο τότε δικηγόρος της ζήτησε άδεια για να αποσυρθεί οπότε η Αιτήτρια / Εφεσείουσα ζήτησε χρόνο να διορίσει νέο δικηγόρο. Αφού δόθηκε άδεια γι΄ απόσυρση του τότε δικηγόρου της, η υπόθεση ορίστηκε εκ νέου για οδηγίες την 12/9/2008, 8:30 π.μ. Την 12.9.2008 ούτε η Αιτήτρια / Εφεσείουσα ούτε οποιοσδήποτε δικηγόρος εμφανίστηκε εκ μέρους της οπότε η υπόθεση απορρίφθηκε λόγω μη προώθησης. Ακολούθως την 16.12.2008 καταχωρήθηκε εκ μέρους της Αιτήτριας / Εφεσείουσας (δια μέσου νέου δικηγόρου δηλαδή της κας Έλενας Ταλιώτου) Αίτηση για επαναφορά (Reinstament) της Έφεσης / Αίτησης. Κατόπιν ακρόασης της εν λόγω Αίτησης για επαναφορά και αφού το Δικαστήριο άκουσε τις δυο πλευρές, απέρριψε την 9.9.2009 την Αίτηση για επαναφορά. Ακολούθως την 16.10.2009 (37 περίπου μέρες μετά την πιο πάνω απορριπτική απόφαση ημερομηνίας 9.9.2009) καταχωρήθηκε εκ μέρους της Αιτήτριας / Εφεσείουσας μονομερής αίτηση ζητώντας παράταση του χρόνου για καταχώρηση έφεσης για 15 μέρες. Κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου, την 21.10.2009 καταχωρήθηκε συμπληρωματική ένορκη δήλωση στην οποία διευκρινιζόταν στην ουσία ότι η Αιτήτρια / Εφεσείουσα λόγω σύγχυσης προτίθετο να καταχωρήσει έφεση στο χρονικό διάστημα των 42 ημερών από την απορριπτική απόφαση αντί 14 ημερών ως έπρεπε αφού η απόφαση στην αίτηση επαναφοράς εθεωρείτο ενδιάμεση. Την 22.10.2009 το Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου απέρριψε τη μονομερή Αίτηση για επαναφορά για το λόγο ότι η Αίτηση θα έπρεπε να είχε γίνει δια κλήσεως και όχι μονομερώς. Το Δικαστήριο διευκρίνισε επίσης ότι δεν εξέτασε την ουσία της Αίτησης. Είκοσι περίπου μέρες μετά, δηλαδή την 12.11.2009 καταχωρήθηκε η επίδικη Αίτηση. Να σημειωθεί σ΄ αυτό το σημείο το παράπονο του ευπαίδευτου συνηγόρου της Καθ΄ ής η Αίτηση ότι μόνο κατά τις αγορεύσεις της επίδικης αίτησης έμαθε ότι προηγήθηκε η μονομερής Αίτηση ημερομηνίας 16.10.2009 για την παράταση του χρόνου καταχώρησης έφεσης τονίζοντας ότι αν γνώριζε κατά την εκδίκαση της επίδικης αίτησης ότι είχε προηγηθεί η μονομερής Αίτηση, ενδεχομένως να είχε την ευκαιρία να εγείρει και άλλους λόγους ένστασης όπως νομικό κώλυμα στην καταχώρηση της επίδικης αίτησης. Αναφορικά με το συγκεκριμένο θέμα σημειώνω τα εξής:
- Ανεξαρτήτως του κατά πόσο η πλευρά της Καθ΄ ής η Αίτηση γνώριζε έγκαιρα ή όχι για την προηγηθείσα μονομερή αίτηση ημερομηνίας 16.10.2009, το Δικαστήριο έχει τη δυνατότητα ούτως ή άλλως να αντλήσει πληροφορίες από το φάκελο του Δικαστηρίου περιλαμβανομένης και της ύπαρξης της διαδικασίας αναφορικά με τη μονομερή αίτηση (βλ. Γεωργίου ν. Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρο Λτδ (Αρ. 2)
(1999)1 Α.Α.Δ. 1938 στη σελίδα 1943 «...Το Δικαστήριο μπορούσε να αντλήσει πληροφορίες και άλλα στοιχεία από έγγραφα που αποτελούσαν μέρος του φακέλου.»
- Αναφορικά με την μονομερή αίτηση ημερομηνίας 16.10.2009, όπως αναφέρεται και πιο πάνω, το Δικαστήριο στην απόφαση του ρητά ανέφερε ότι δεν εξέτασε την ουσία της. Συνεπώς δεν θα μπορούσε να εγερθεί με επιτυχία θέμα δεδικασμένου. Nομική Πτυχή Συνοψίζω τις κύριες γενικές αρχές για το θέμα οι οποίες έχουν καθιερωθεί από τη νομολογία:
- Το κατά πόσο θα εγκριθεί αίτημα για παράταση του χρόνου καταχώρησης έφεσης εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου που ασκείται δικαστικά και αναλόγως των συγκεκριμένων περιστατικών της κάθε υπόθεσης. (Βλ. Michael v. Karamichael
(1967)1 C.L.R. 61, Loizou ν. Konteatis
(1968)1 C.L.R. 291, Ioannidou v. Dikeos
(1970)1 C.L.R. 241, De Luxe v. Terrazo Tiles & Marbles Ltd v. Εργοληπτική Εταιρεία "NEMESIS LTD"
(1989)1 Α.Α.Δ. 658, The Turkish Co-Operative Carob Marketing Societies v. I. L. Kiamil & Kiamil
(1967)1 C.L.R.
- Κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας το Δικαστήριο θα πρέπει μεταξύ άλλων να έχει κατά νου την αρχή του σεβασμού των χρονικών προθεσμιών που καθόρισε ο Νομοθέτης και στο δικαίωμα που έχει ο διάδικος στον τερματισμό των διαδικασιών και στο τελεσίδικο των δικαστικών αποφάσεων μέσα στην καθορισμένη προθεσμία της Δ.35 θ.
- Σε σχέση με αυτή την πτυχή στην απόφαση De Luxe v. Terrazo Tiles & Marbles Ltd v. Εργοληπτική Εταιρεία "NEMESIS LTD" (ανωτέρω) στη σελίδα 660 με 661 λέχθηκαν τα εξής: «Την προσέγγιση του Δικαστηρίου στην άσκηση της υπό εξέταση εξουσίας του, χαρακτηρίζει πάντοτε η συμμόρφωση με ορισμένες αρχές που έχουν νομολογιακά καθιερωθεί ανάμεσα στις οποίες πρωτεύουσα θέση κατέχει η αρχή του σεβασμού των χρονικών προθεσμιών που καθόρισε ο Νομοθέτης για την άσκηση του δικαιώματος εφέσεως και ότι με φειδώ και σε εξαιρετικές μόνο περιπτώσεις οι προθεσμίες αυτές θα πρέπει να παρατείνονται. Και τούτο γιατί οποτεδήποτε οι προθεσμίες αυτές παρατείνονται, επηρεάζονται το δημόσιο συμφέρον και τα δικαιώματα που οι διάδικοι έχουν στον τερματισμό των δικαστικών διαδικασιών και στο τελεσίδικο των δικαστικών αποφάσεων μέσα στις καθορισμένες για όλους προθεσμίες. Λαμβανομένων αυτών υπόψη επιβάλλεται η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου να ασκείται υπέρ του αιτητή μόνο στις περιπτώσεις που ο τελευταίος ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι η αιτούμενη παράταση είναι αντικειμενικά δικαιολογημένη από τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης. Η παράταση της προθεσμίας χωρίς αποχρώντα λόγο αποτελεί αυθαίρετη παραβίαση των σχετικών Κανονισμών που καθορίζουν τις προθεσμίες και είναι ασυμβίβαστη με την άσκηση από τα Δικαστήρια της σχετικής διακριτικής της εξουσίας κατά τρόπο δικαστικό. Οι πιο πάνω αρχές έχουν καθιερωθεί σε σειρά αποφάσεων συμπεριλαμβανομένων των: Ανδρέα Π. Λοίζου ν. Παναγιώτη Κοντεάτη
(1968)1 Α.Α.Δ. 291, 2) Πολιτική Έφεση Αρ. 7742 και 3) Αίτηση στην Πολιτική Έφεση 7025. Στις Αγγλικές αποφάσεις Graig v. Phillips [1877] 7 Ch. D. 249, και McC (RD) v. McC (JA) and Another [1971] 2 All E.R. 1097, τονίστηκε ότι ο διάδικος που αιτείται χαλάρωση των προνοιών των Δικαστικών Κανόνων που αφορούν χρονικές προθεσμίες πρέπει να επιδείξει μεγάλη επιμέλεια και όχι αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης του. Σχετική με περιπτώσεις μακράς καθυστέρησης είναι η υπόθεση W.T. Lamb & Sons v. Rider [1948] 2 All E.R. 402, στην οποία τονίστηκε ότι προϋπόθεση της παράτασης της προθεσμίας είναι η ικανοποιητική εξήγηση της καθυστέρησης στην υποβολή της αίτησης.» Επίσης στη Χόππη ν. Παναγή
(1993)1 Α.Α..Δ. 140, στη σελίδα 143 λέχθηκαν τα εξής: «Αποκλειστικός οδηγός για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου για την παράταση του χρόνου άσκησης έφεσης είναι τα συμφέροντα της δικαιοσύνης. Οι προθεσμίες που τίθενται από τους Θεσμούς για τη λήψη δικονομικών μέτρων οριοθετούν το πλαίσιο για την καλή απονομή της δικαιοσύνης. Η τήρησή τους εξυπηρετεί τα συμφέροντα της δικαιοσύνης. Για να γίνει δεκτό αίτημα για την παράταση του χρόνου άσκησης έφεσης οι λόγοι της καθυστέρησης πρέπει να εξηγούνται και να αντισταθμίζουν ουσιαστικά τις δυσμενείς επιπτώσεις στα συμφέροντα του αντιδίκου και στο θεσμικό πλαίσιο απονομής της δικαιοσύνης. Η προθεσμία που τίθεται από τη Δ.35, θ.2 για την άσκηση έφεσης είναι συνυφασμένη με την τελεσιδικία και τις αρχές της δικαιοσύνης που ταυτίζονται με αυτή. Μετά την εκπνοή της προθεσμίας για την άσκηση έφεσης ο επιτυχών διάδικος μπορεί με βεβαιότητα να προσβλέπει στην άσκηση των δικαιωμάτων που του αναγνωρίζονται με τη δικαστική απόφαση και το δημόσιο στην τελεσφόρηση των μηχανισμών της δικαιοσύνης. Το συμφέρον της δικαιοσύνης είναι έννοια σύνθετη και πολυδιάστατη, συνυφασμένη με το σύνολο των αρχών του δικαίου και τα ιδιαίτερα γεγονότα της κάθε υπόθεσης. Όσο μικρότερο είναι το χρονικό διάστημα που διαρρέει μεταξύ της εκπνοής της προθεσμίας και της κίνησης του μηχανισμού για παράταση ανάλογα μεγαλύτερη είναι και η πιθανότητα αποδοχής του αιτήματος.» 3. Όπου ο διάδικος που ζητά την παράταση της προθεσμίας για καταχώρηση έφεσης επικαλείται στην ουσία σφάλμα ή αμέλεια δικηγόρου, η νομολογιακή αρχή είναι ότι το σφάλμα του δικηγόρου δεν συνιστά κατά κανόνα λόγο παράτασης προθεσμιών (Βαρδιάνος ν. Richards
(1998)1 Α.Α.Δ. 698, Ευαγόρου ν. Λαπέρτας
(2005)1(Γ) Α.Α.Δ. 1505). Στη Βαρδιάνος (πιο πάνω) στη σελίδα 704 λέχθηκε χαρακτηριστικά ότι: «Ο διάδικος δεν μπορεί, κατά κανόνα, να προβάλλει το λάθος, αμέλεια ή παράλειψη του δικηγόρου του για να πετύχει την παράταση προθεσμιών ή την αναγέννηση δικαστικών διαδικασιών. Θα αποτελούσε ένα εύσχημο τρόπο υπερφαλάγγισης των δικονομικών διατάξεων. Από τη συμμόρφωση προς τα χρονοδιαγράμματα αυτά εξαρτάται η απρόσκοπτη απονομή της δικαιοσύνης και συνακόλουθα το κύρος της». Ταυτόχρονα διευκρινίστηκε στη Λαπέρτας (πιο πάνω) ότι, κατ΄ εξαίρεση μπορεί το σφάλμα να συγχωρεθεί εφόσον δεν προκαλείται σοβαρή δυσμένεια στην άλλη πλευρά. Όλως ιδιαίτερα όταν το σφάλμα οφείλεται όχι σε αμέλεια αλλά σε εσφαλμένη ερμηνεία η θεώρηση Θεσμικών Κανόνων. ΕΞΕΤΑΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΔΙΚΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ Ένορκη δήλωση από δικηγόρο Η πλευρά της Καθ΄ ής η Αίτηση / Εφεσίβλητης στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, (και η οποία υπογράφεται από δικηγόρο που εργάζεται στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων της Καθ΄ ής η Αίτηση), επισημαίνει ότι η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την επίδικη αίτηση γίνεται από δικηγόρο της Αιτήτριας και ότι «αυτό δεν είναι νομικά επιτρεπτό» παραπέμποντας ταυτόχρονα κατά την αγόρευση στην υπόθεση Re Efthymiou 1987 1 C.L.R. 319. Η Νομολογία επί του θέματος συνοψίζεται στην πολύ πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Πολιτική Έφεση Αρ. 130/09 (Σχ. με 131/09) Rybolovlev ημερομηνίας 29.1.2010: «γενικά ομιλούντες, μια ένορκη δήλωση δεν αποκλείεται απλά επειδή ο ομνύων είναι δικηγόρος. Οι δικηγόροι όμως θα πρέπει να αποστασιοποιούνται από τα γεγονότα που σχετίζονται με τα επίδικα θέματα και τυγχάνει γενικά ανεπιθύμητο να εμφανίζονται ως μάρτυρες ή ενόρκως δηλούντες σε δικαστική διαδικασία στην οποία εκπροσωπούν διάδικο, εκτός εάν αυτό είναι αναγκαίο.» Αφ΄ ης όμως στιγμής δικηγόρος έχει με τον ένα ή άλλο τρόπο καταστεί μάρτυρας γεγονότων, τότε κωλύεται, λόγω ασυμβιβάστου, να συνεχίσει να εμφανίζεται χειριζόμενος την υπόθεση του πελάτη του ως δικηγόρος....Στις πιο πάνω καλά καθιερωμένες αρχές δεν κρίνουμε ορθό να προσθέσουμε ή να αναγνωρίσουμε και άλλη αρχή σύμφωνα με την οποία εάν ο ομνύων είναι δικηγόρος και δεν επεξηγεί με επάρκεια γιατί προβαίνει ο ίδιος στην ένορκη δήλωση και όχι ο πελάτης του, τότε η ένορκη δήλωση πάσχει και θα πρέπει ν΄ αγνοηθεί ή απορριφθεί. Ούτε και συμφωνούμε ότι μια τέτοια απόλυτη αρχή εξάγεται από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Dulal Dulal ...... Με αυτά ως δεδομένα, μπορούμε να δεχθούμε ως αρχή της νομολογίας αναφορικά με το θέμα παροχής εξήγησης ως προς το γιατί ομνύων είναι δικηγόρος και όχι διάδικος ή άλλο πρόσωπο, ότι κάποια εξήγηση προς τούτο απαιτείται, εκεί όπου δεν προκύπτει υπό τις περιστάσεις ένας εμφανής καλός λόγος...» ( Η έμφαση είναι δική μου) Στην προκειμένη περίπτωση είναι προφανές ότι ο λόγος που η δικηγόρος της Αιτήτριας επικαλείται στην ένορκη δήλωση για την καθυστέρηση καταχώρησης έφεσης αφορά το χειρισμό της υπόθεσης από την ίδια τη δικηγόρο. Δεν μπορεί να αναμένεται ότι ο ορθός υπολογισμός των ημερών για την καταχώρηση μιας έφεσης είναι θέμα που απασχολεί τον ίδιο το διάδικο αντί το δικηγόρο. Θα μπορούσε βέβαια η ένορκη δήλωση να γινόταν από την ίδια την Αιτήτρια - Εφεσείουσα με βάση τις πληροφορίες που θα της έδιδε η δικηγόρος της ως προς το σφάλμα της δικηγόρου στον υπολογισμό των ημερών. Όμως τουλάχιστο στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν θα ήταν ορθό να μην λάβω υπόψη τη συγκεκριμένη ένορκη δήλωση μόνο για το λόγο ότι υπογράφεται από τη δικηγόρο. Η θέση αυτή του Δικαστηρίου πιστεύω τεκμηριώνεται με αναφορά στις αρχές της νομολογίας όπως αυτές διατυπώθηκαν στην Rybolovlev (πιο πάνω). Απουσία αναφοράς στην ένορκη δήλωση της επίδικης αίτησης ότι η ενόρκως δηλούσα ήταν εξουσιοδοτημένη να προβεί στην ένορκη δήλωση Η πλευρά της Καθ΄ ής η Αίτηση - Εφεσίβλητης επεσήμανε επιπρόσθετα την απουσία αναφοράς κατά πόσο η ενόρκως δηλούσα ήταν εξουσιοδοτημένη να προβεί στην ένορκη δήλωση. Από έρευνα έχω εντοπίσει την απόφαση T.B.F. (Cyprus) Ltd κ.α ν. Εμπ. Μελετών Σχεδ. & Επιχ. Κεφ. Α. Ε. κ.α.
(2003)1 Α.Α.Δ. 459 όπου στη σελίδα 464 επισημαίνεται ότι η έλλειψη αναφοράς ότι ο ενόρκως δηλών είναι εξουσιοδοτημένος να ορκιστεί αποτελεί απλή παρατυπία. Άλλα θέματα Η πλευρά της Καθ΄ ής η Αίτηση προβάλλει ως ένα από τους λόγους ένστασης την καθυστέρηση στην υποβολή της επίδικης Αίτησης και την έλλειψη επεξήγησης ως προς τους λόγους καθυστέρησης εκ μέρους της Αιτήτριας / Εφεσείουσας. Στην προκειμένη περίπτωση αποτελεί πραγματικό γεγονός το οποίο προκύπτει από το φάκελο του Δικαστηρίου ότι πριν τη λήξη των 42 ημερών, πριν δηλαδή τη λήξη της προθεσμίας καταχώρησης έφεσης σε τελική απόφαση, καταχωρήθηκε εκ μέρους της Αιτήτριας / Εφεσείουσας Μονομερής Αίτηση για παράταση καταχώρησης έφεσης. Η πλευρά της Αιτήτριας / Εφεσείουσας συνεπώς κινητοποιήθηκε για να αμφισβητήσει την επίδικη απόφαση εντός της προθεσμίας των 42 ημερών που αφορά την καταχώρηση έφεσης σε τελική απόφαση. Ακριβώς αυτό το γεγονός καταχώρησης της μονομερούς αίτησης την 16.10.2009 τείνει να υποστηρίξει τον ισχυρισμό της συνηγόρου της Αιτήτριας περί προηγούμενης σύγχυσης ως προς την ορθή προθεσμία καταχώρησης έφεσης. Δεν θα ασχοληθώ με το ερώτημα ως προς το ποια είναι η ορθή προθεσμία καταχώρησης έφεσης στην προκειμένη περίπτωση. Σημειώνω μόνο ότι σε κάποιες περιπτώσεις δεν είναι άμεσα ξεκάθαρο κατά πόσο μια συγκεκριμένη απόφαση Δικαστηρίου θεωρείται τελική ή ενδιάμεση. (Βλ. π.χ. Ioannidou ν. Dikaios
(1970)1 C.L.R. 241.) Επιπρόσθετα κατά την άποψη μου εύλογα μπορεί να θεωρηθεί ότι η περίπτωση απορριπτικής απόφασης σε αίτηση για επαναφορά (όπως είναι η παρούσα περίπτωση) εμπίπτει σε εκείνες τις περιπτώσεις όπου στην απουσία προσεκτικής μελέτης από το δικηγόρο μπορεί να δημιουργηθεί σύγχυση ως προς την ορθή προθεσμία καταχώρησης έφεσης. Με βάση το περιεχόμενη της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την επίδικη αίτηση και την πιο πάνω ανάλυση αποδέχομαι τον ισχυρισμό περί σύγχυσης των προθεσμιών στην καταχώρηση έφεσης κάτι που αποτελεί πραγματικό γεγονός. Η επίδικη Αίτηση καταχωρήθηκε 20 περίπου μέρες μετά την απόρριψη από το Δικαστήριο της Μονομερούς Αίτησης για παράταση. Είναι γεγονός ότι η πλευρά της Αιτήτριας / Εφεσείουσας δεν κινήθηκε ιδιαίτερα γρήγορα. Όμως δεν πρόκειται για περίπτωση όπου υπάρχει ασυγχώρητη καθυστέρηση. Είναι επίσης γεγονός ότι η ένορκη δήλωση εκ μέρους της Αιτήτριας / Εφεσείουσας θα μπορούσε να ήταν πιο επεξηγηματική. Όμως ο λόγος ο οποίος προβάλλεται στην ένορκη δήλωση της επίδικης αίτησης (σύγχυση ως προς την ορθή ημερομηνία καταχώρησης έφεσης) μιλά από μόνος του και συνεπώς έστω με γενικότητα δίδεται η ελάχιστη επεξήγηση που χρειάζεται να έχει το παρόν Δικαστήριο για να αποφασίσει επί της επίδικης Αίτησης. Αναφέρεται επίσης στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση ότι «Κανένας λόγος έφεσης δεν αποκαλύπτεται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την πιο πάνω Αίτηση.» Κατά την αγόρευση το σημείο αυτό δεν προωθήθηκε. Επιπρόσθετα δεν έχει υποδειχθεί στο Δικαστήριο οποιαδήποτε αυθεντία με βάση την οποία σε αιτήσεις όπως την επίδικη η απουσία αναφοράς στους λόγους έφεσης οδηγεί στην απόρριψη της Αίτησης. Από δική μου έρευνα εντόπισα τα λεχθέντα στην The Turkish Co-Operative Carob Marketing Society Ltd v. Lutfi Kiamil κ.α.
(1973)1 C.L.R. 1, όπου λέχθηκε ότι είναι επιθυμητό να επισυνάπτονται οι λόγοι έφεσης. «In the present case it would have been better if the applicant had adopted the course of attaching to the application a statement of the proposed grounds of appeal ...» Έχω υπόψη όλα τα πιο πάνω, τις σχετικές αρχές της Νομολογίας, το περιεχόμενο του φακέλου περιλαμβανομένης και της απόφασης ημερομηνίας 9.9.2009 που είχε ως κατάληξη την απόρριψη του αιτήματος για επαναφορά της Αίτησης / Έφεσης. Έχω επίσης εξετάσει όλους τους λόγους ένστασης. Δίδω μεταξύ άλλων ιδιαίτερη σημασία στο εξής: Σε περίπτωση που η επίδικη αίτηση απορριφθεί, η Αιτήτρια / Εφεσείουσα θα απολέσει κάθε ευκαιρία να ακουστεί σε μελλοντικό στάδιο επί της ουσίας της Αίτησης - Έφεσης η οποία καταχωρήθηκε την 11.1.2008. Δεν αγνοώ την εξαιρετική σημασία τήρησης των σχετικών προθεσμιών. Ταυτόχρονα δεν έχει υποδειχθεί από πλευράς της Καθ΄ ής η Αίτηση συγκεκριμένη ζημιά ή βλάβη που θα υποστεί σε περίπτωση που εγκριθεί η επίδικη Αίτηση. Έχοντας ταυτόχρονα κατά νου ότι η περίπτωση άπτεται εσφαλμένης ερμηνείας ή θεώρησης των θεσμικών κανόνων (βλ. Λαπέρτας (πιο πάνω)), ασκώ τη διακριτική μου ευχέρεια υπέρ της έγκρισης της Αίτησης. Να διευκρινιστεί επίσης το εξής: Κατά την αγόρευση εκ μέρους της Αιτήτριας / Εφεσείουσας η συνήγορος αναφέρθηκε σε ισχυριζόμενα γεγονότα, τα οποία δεν εμπεριέχονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την επίδικη αίτηση. Επισημαίνεται ότι για τη λήψη της παρούσας απόφασης το Δικαστήριο εξέτασε μόνο το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων σε σχέση με εκείνα τα στοιχεία του φακέλου που μπορούν να ληφθούν υπόψη και όχι τέτοιους περαιτέρω ισχυρισμούς που περιλήφθησαν στην αγόρευση εκ μέρους της Αιτήτριας / Εφεσείουσας. Η επίδικη αίτηση εγκρίνεται. Ο χρόνος για καταχώρηση έφεσης στη απόφαση παρατείνεται μέχρι τις 30.4.2010, περιλαμβανομένης. Αναφορικά με τα έξοδα: Η Αιτήτρια / Εφεσείουσα έχει πετύχει στην αίτηση της. Όμως έσυρε την Καθ΄ ής η Αίτηση στην παρούσα διαδικασία από σφάλμα της δικής της πλευράς. Γι΄ αυτό και θα ήταν άδικο εάν τα έξοδα επιδικάζονταν υπέρ της Αιτήτριας / Εφεσείουσας και εναντίον της Καθ΄ ής η Αίτηση. Έχοντας κατά νου από τη μια αυτό ακριβώς το στοιχείο αλλά ταυτόχρονα ότι η πλευρά της Καθ΄ ής η Αίτηση απέτυχε στην ένσταση της, κρίνω ορθό όπως η Αιτήτρια / Εφεσείουσα πληρώσει το ½ των εξόδων της Καθ΄ ής η Αίτηση / Εφεσίβλητη. Συνεπώς το ½ των εξόδων της Καθ΄ ής η Αίτηση / Εφεσίβλητης όπως υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο να τα επωμιστεί η Αιτήτρια / Εφεσείουσα. (Υπ). ............... Λ. Μάρκου, Ε.Δ. ./Λ.Κ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο