← Κύπρος

Aristo Developers Ltd ν. Ιεράς Μητρόπολης Πάφου, Αρ. Αγωγής: 837/10, 24.6.2010

Aristo Developers Ltd ν. Ιεράς Μητρόπολης Πάφου, Αρ. Αγωγής: 837/10, 24.6.2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2010:A21 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Χαραλάμπους, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 837/10 Μεταξύ: Aristo Developers Ltd εκ Πάφου Εναγόντων Και Ιεράς Μητρόπολης Πάφου εκ Πάφου Εναγομένων ------------------------ Ημερομηνία: 24.6.2010 Αίτηση ημερ. 19.3.2010 Για Αιτητές-Ενάγοντες κ. Ν. Παπαγεωργίου (Γι΄ αυτόν κ. Ν. Κορακίδης) Για Καθ΄ ων η Αίτηση-Εναγομένους κ. Λ. Γεωργίου (Γι΄ αυτόν κ. Ν. Νικολάου) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η Αιτήτρια-Ενάγουσα κατεχώρησε την παρούσα αγωγή στις 19.3.2010 και σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης ζητά από την Εναγόμενη-Καθ΄ ης η Αίτηση τα εξής: «Α. Ποσό €14.471.854,21 πλέον τόκος προς 6,5% ετησίως για την περίοδο από 17/10/2006 μέχρι και 31/12/2007, 6% ετησίως από 01/01/2008 μέχρι 08/07/2008, 6,25% ετησίως από 09/07/2008 μέχρι 14/10/2008, 5,75% ετησίως από 15/10/2008 μέχρι 11/11/2008, 5,25% ετησίως από 12/11/2008 μέχρι 09/12/2008 και 4,5% από 10/12/2008 μέχρι 31/12/2008 κεφαλαιοποιούμενα ανά δωδεκάμηνο ως αναφέρεται στην παράγραφο 7 ανωτέρω, ήτοι συνολικό ποσό οφειλόμενο μέχρι 31/12/2008 το ποσό των €16.385.736,24 και/ή Β. Τόκο όπως αυτός καθορίζεται στην παράγραφο 7 ανωτέρω επί του ποσού των €16.385.736,24 από 01/01/2009 μέχρι εξόφλησης και/ή νόμιμο τόκο και Γ. Νόμιμο τόκο. Δ. Έξοδα πλέον 15% Φ.Π.Α..» Ταυτόχρονα η Αιτήτρια κατεχώρησε και την παρούσα αίτηση με την οποία ζητά τις πιο κάτω θεραπείες: «Α) Διάταγμα του Δικαστηρίου απαγορεύουν και/ή εμποδίζον τους Εναγόμενους από το να πωλήσουν και/ή υποθηκεύσουν και/ή επιβαρύνουν και/ή άλλως πως αποξενώσουν τα πιο κάτω τεμάχια στην επαρχία Πάφου μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου και/ή μέχρι τελικής αποπεράτωσης της παρούσας αγωγής. (
  2. i)Μέρος του κτήματος με αρ. πιστοποιητικού εγγραφής 11948 αρ. τεμαχίου 3/1/1, Φ.Σχ. XLV/54, τοποθεσία «Μακρόνες» στο χωριό Τσάδα της Πάφου και Μέρος του κτήματος με αρ. πιστοποιητικού εγγραφής 10857 αρ. τεμαχίου 1, Φ.Σχ. XLV/54, τοποθεσία «Κλωνιτάρκα» στο χωριό Τσάδα της Πάφου και Μέρος του κτήματος με αρ. πιστοποιητικού εγγραφής 13447 αρ. τεμαχίου 180 Φ.Σχ. XLV/46, τοποθεσία «Καμίνια» στο χωριό Τσάδα της Πάφου και Μέρος του κτήματος με αρ. πιστοποιητικού εγγραφής 10852 αρ. τεμαχίου 93, Φ.Σχ. XLV/45, τοποθεσία «Τράχονους» στο χωριό Τσάδα της Πάφου και Μέρος του κτήματος με αρ. πιστοποιητικού εγγραφής 10577 αρ. τεμαχίου 95, Φ.Σχ. XLV/45, τοποθεσία «Κάμπος του Αφεντικού» στο χωριό Τσάδα της Πάφου και Μέρος του κτήματος με αρ. πιστοποιητικού εγγραφής 11501 αρ. τεμαχίου 183, Φ.Σχ. XLV/46, τοποθεσία «Αρκαλιά» στο χωριό Τσάδα της Πάφου και Μέρος του κτήματος με αρ. πιστοποιητικού εγγραφής 13059 αρ. τεμαχίου 486 Φ.Σχ. XLV/45, τοποθεσία «Μακρόνες» στο χωριό Τσάδα της Πάφου, ως αυτά φαίνονται με κόκκινο χρώμα στο επισυνημμένο τοπογραφικό σχέδιο Παράρτημα Α. (
  3. ii)Μέρος του κτήματος με αρ. πιστοποιητικού εγγραφής 11948 αρ. τεμαχίου 3/1/1, Φ.Σχ. XLV/54, τοποθεσία «Μακρόνες» στο χωριό Τσάδα της Πάφου ως αυτά φαίνονται με κίτρινο χρώμα στο επισυνημμένο τοπογραφικό σχέδιο Παράρτημα Α. (Β) Οποιαδήποτε άλλη θεραπεία το Δικαστήριο ήθελε κρίνει δίκαια και ορθή να δώσει και/ή παραχωρήσει υπό τις περιστάσεις. (Γ) Έξοδα.» Η νομική βάση της αίτησης αποτελείται από τον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6, άρθρα 4, 5 και 9, από τον Περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60, άρθρο 32, από τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 θ.1-4, 8 και 9 και στη συμφυή εξουσία του Δικαστηρίου. Η αίτηση υποστηρίζεται και από ένορκο δήλωση του Σάββα Γεωργιάδη, εξουσιοδοτημένου από την Αιτήτρια να προβεί στην ένορκη δήλωση και στην οποία εκθέτει τα γεγονότα πάνω στα οποία στηρίζει την αίτηση. Περαιτέρω στην ένορκο δήλωση έχουν επισυναφθεί σωρεία τεκμηρίων όπως είναι τα υπογραφέντα μεταξύ των διαδίκων έγγραφα, άλλες συμφωνίες που υπεγράφησαν μεταξύ τους σχετικές με τα επίδικα θέματα, επιστολές που αντηλλάγησαν μεταξύ των διαδίκων και από ένα απόκομμα εφημερίδας. Στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση αναφέρεται ότι συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, όπως και όλες οι προϋποθέσεις των άρθρων 4, 5 και 9 του Κεφ. 6 και εκτίθενται όλα τα γεγονότα βάση των οποίων στοιχειοθετούνται οι προϋποθέσεις αυτές όπως είναι ο ισχυρισμός. Η Καθ΄ ης η Αίτηση εταιρεία κατεχώρησε ένσταση που έχει σαν νομική βάση τα άρθρα 23.7 και 23.9 του Συντάγματος, τον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6, άρθρα 4, 5 και 9, τον περί Δικαστηρίων Νόμο 14&60 άρθρο 32, τους θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 θ.1-4, 8 και 9 και τη συμφυή εξουσία του Δικαστηρίου. Οι λόγοι της ένστασης όπως εκτίθενται στο δικόγραφο της ένστασης είναι οι ακόλουθοι: "1. Οι Ενάγοντες/Αιτητές δεν νομιμοποιούνται στην έκδοση του αιτούμενου απαγορευτικού διατάγματος καθότι η έκδοση του αντίκειται στο Σύνταγμα και συγκεκριμένα στα άρθρα 23.7 και 23.9. 2. Οι Ενάγοντες/Αιτητές στερούνται καλής βάσης αγωγής. 3. Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Είναι η θέση της Εναγόμενης/Καθ΄ ης η αίτηση ότι δεν υφίσταται το στοιχείο του κατεπείγοντος στην έκδοση του εν λόγω διατάγματος, ούτε πρόκειται για σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση με βάσιμες πιθανότητες οι Ενάγοντες να δικαιούνται σε θεραπεία τέτοια που εάν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα να είναι δύσκολο ή και αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. 4. Οι Ενάγοντες/Αιτητές δεν νομιμοποιούνται στην έκδοση του αιτούμενου απαγορευτικού διατάγματος καθότι δεν απέδειξαν το κατεπείγον ή άλλες ιδιαίτερες περιστάσεις. 5. Οι Ενάγοντες/Αιτητές δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια και/ή δεν αποκάλυψαν και/ή απέκρυψαν από το Δικαστήριο ουσιώδη γεγονότα. 6. Η παρούσα αίτηση είναι παράτυπη και/ή αντικανονική και/ή νομικά και πραγματικά αστήρικτη σύμφωνα με τους σχετικούς νόμους και/ή διαδικαστικούς κανονισμούς και/ή του Συντάγματος και/ή άλλως πως. 7. Η παρούσα αίτηση είναι καταχρηστική και/ή καταπιεστική." Στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση αναφέρεται ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις ούτε του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου ούτε οι προϋποθέσεις των άρθρων 4, 5 και 9 του Κεφ. 6, ότι δεν προσήλθε η Αιτήτρια με καθαρά χέρια στο Δικαστήριο και απέκρυψε ουσιώδη γεγονότα, ότι δεν υπήρχε και ούτε στοιχειοθετήθη το επείγον του αιτήματος για να δοθεί μονομερώς το διάταγμα και ότι η έκδοση του διατάγματος παραβιάζει τις πρόνοιες του άρθρου 23, παράγραφος 7 και 23 παράγραφος 9 του Συντάγματος. Περαιτέρω ισχυρίζεται ότι η Καθ΄ ης η Αίτηση είναι κάτοχος και ιδιοκτήτρια ακίνητης περιουσίας τεράστιας αξίας, ότι κατέχει το 25% του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας St George Enterprises Ltd η οποία είναι ιδιοκτήτρια του ξενοδοχείου St George στην Πάφο και σαν αποτέλεσμα των πιο πάνω και αν ακόμη η Αιτήτρια-Ενάγουσα πάρει απόφαση εναντίον της Καθ΄ ης η Αίτηση δεν κινδυνεύει να μην εισπράξει το λαβείν της. Ισχυρίζεται ακόμη ότι η αίτηση είναι καταχρηστική και δεν πρέπει να παραμείνει σε ισχύ το διάταγμα. Ειδικά σε σχέση με τις πρόνοιες του άρθρου 23 του Συντάγματος ο εκ μέρους της Καθ΄ ης η Αίτηση ενόρκως δηλών αναφέρει τα ακόλουθα: "9. Επίσης, όπως με συμβουλεύει ο δικηγόρος της Εναγομένης/Καθ΄ ης η Αίτηση, το άρθρο 23.9 του Συντάγματος δεν επιτρέπει οποιαδήποτε αποστέρηση ή επιβολή όρου ή περιορισμού ή δέσμευση σε ακίνητη ιδιοκτησία που ανήκει σε οποιαδήποτε επισκοπή, μοναστήρι ή οποιοδήποτε άλλο εκκλησιαστικό οργανισμό χωρίς την έγγραφη συναίνεση της αρμόδιας εκκλησιαστικής αρχής. Περαιτέρω και ανεξάρτητα από τα πιο πάνω, σύμφωνα με το άρθρο 23.9 σε συνδυασμό με το άρθρο 23.7 του Συντάγματος, χρειάζεται η έγγραφος συναίνεση της αρμόδιας εκκλησιαστικής αρχής για να μπορεί να γίνει αναγκαστική εκτέλεση δικαστικής απόφασης εναντίον οποιασδήποτε επισκοπής, μοναστηριού ή άλλου εκκλησιαστικού οργανισμού. Ως εκ τούτου, και όπως με συμβουλεύει ο δικηγόρος της Εναγομένης, οι Ενάγοντες δεν νομιμοποιούνται στην αίτηση τους και το απαγορευτικό διάταγμα πρέπει να απορριφθεί αφού δεν υπάρχει η έγγραφη συναίνεση της αρμόδιας εκκλησιαστικής αρχής. Επιπρόσθετα , και εάν ακόμη οι Ενάγοντες/Αιτητές επιτύχουν στην αγωγή τους με την έκδοση δικαστικής απόφασης υπέρ τους, η εκτέλεση της εν λόγω δικαστικής απόφασης εναντίον της ιεράς Μητρόπολης Πάφου δεν θα μπορεί να πραγματοποιηθεί χωρίς την έγγραφη συναίνεση της Εναγομένης/Καθ΄ ης η Αίτηση. Ως εκ τούτου, το εκδοθέν προσωρινό διάταγμα δεν εξυπηρετεί κανένα συμφέρον ή σκοπό." Πέραν των πιο πάνω ενώπιον του Δικαστηρίου τέθηκε και προφορική μαρτυρία υπό τύπο αντεξέτασης των ενόρκως δηλούντων από την άλλη πλευρά. Ο ενόρκως δηλών για λογαριασμό της Καθ΄ ης η Αίτηση-Ιεράς Μητρόπολης Πάφου ανέφερε πως είχε και ο ίδιος εμπλοκή στην κατάρτιση της συμφωνίας. Περαιτέρω ο μάρτυρας ανάφερε ότι τα γεγονότα όπως τα γνωρίζει είναι διαφορετικά από αυτά που αναφέρονται στη συμφωνία και ισχυρίστη ότι είναι η Αιτήτρια-Ενάγουσα που ήθελε να δώσει πίσω τα κτήματα. Σε ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν ο μάρτυρας ανάφερε ότι απ΄ ότι του είπε ο προϊστάμενος του Μητροπολίτης αλλά δεν φαίνεται στη συμφωνία είναι η Αιτήτρια-Ενάγουσα που ζήτησε να γίνει η ανταλλαγή κτημάτων, παρά το γεγονός ότι στη συμφωνία αναφέρεται ότι είναι η Μητρόπολη που ζήτησε από την Ενάγουσα αυτή την ανταλλαγή. Ο μάρτυρας απάντησε θετικά ότι η ανταλλαγή έπρεπε να γίνει μέχρι μια συγκεκριμένη ημερομηνία την 31η Δεκεμβρίου 2008. Επίσης ανάφερε ότι στη συμφωνία υπάρχει ρητή πρόνοια που προβλέπει ότι αν δεν γινόταν η ανταλλαγή μέχρι εκείνη την ημερομηνία η Ιερά Μητρόπολη Πάφου θα κατέβαλλε συγκεκριμένο ποσό με τόκους στην Ενάγουσα. Περαιτέρω ο μάρτυρας αναφέρθηκε σε αδυναμία της Καθ΄ ης η Αίτηση-Ιεράς Μητρόπολης να εξασφαλίσει το οφειλόμενο χρηματικό ποσό με δανεισμό από τράπεζες ή και από την Ιερά Αρχιεπισκοπή. Επίσης ο μάρτυρας συμφώνησε ότι κατά το χρόνο έγερσης της αγωγής είχε προ πολλού παρέλθει η παράταση που είχε δώσει η Αιτήτρια-Ενάγουσα προς την Καθ΄ ης η Αίτηση για αποπληρωμή του οφειλομένου ποσού. Ανάφερε ακόμη ότι είχε εμπλοκή και ο ίδιος στη συμφωνία μεταξύ της Ιεράς Μητρόπολης Πάφου και της εταιρείας Pafilia Property Developers Ltd. Ήταν ο ισχυρισμός του μάρτυρα ότι η Ενάγουσα-Αιτήτρια γνώριζε τις διαπραγματεύσεις που γίνονταν για τη συμφωνία με την εταιρεία Pafilia. Όταν του υποβλήθη ότι δεν λέει την αλήθεια σ΄ αυτό το σημείο ο μάρτυρας αρνήθηκε. Ήταν περαιτέρω η θέση του μάρτυρα ότι έστω και ανεπίσημα η Αιτήτρια-Ενάγουσα γνώριζε τους γενικούς όρους της συμφωνίας στην οποία κατέληξαν η ιερά Μητρόπολη με την εταιρεία Pafilia και με την εξασφάλιση του δικαστικού διατάγματος δεν μπορεί πλέον η εταιρεία Pafilia να προχωρήσει στην υλοποίηση της συμφωνίας. Η Ιερά Μητρόπολη Πάφου δεν έχει καμία πρόθεση να μην τιμήσει τη συμφωνία την οποία υπέγραψε με την Ενάγουσα-Αιτήτρια αλλά θα πρέπει να πάρει στην κατοχή της την γη την οποία πρέπει να αποδώσει στην Ενάγουσα-Αιτήτρια. Το πρόβλημα που δημιουργείται είναι στην περίπτωση της εταιρείας Pafilia στην οποία εμπλέκονται τρίτα άτομα των οποίων τα συμφέροντα επηρεάζονται. Η εγγυητική που προβλέπεται στη συμφωνία ζητήθηκε από την Ενάγουσα εταιρεία. Ήταν ακόμη η θέση του μάρτυρα ότι η αξία της ακίνητης περιουσίας της Καθ΄ ης η Αίτηση είναι τεράστια και μπορεί να καλύψει οποιαδήποτε απόφαση εκδοθεί εναντίον της άσχετα αν στα βιβλία είναι καταγραμμένη ότι αξίζει €844.000. Πρόσθεσε δε ότι πάνω σε αυτή την περιουσία υπάρχουν και υποθήκες αλλά δεν γνώριζε να πει για ποιο ποσό, μπορεί είπε να είναι να πέριξ των 10 εκατομμυρίων. Αντεξεταζόμενος ο ενόρκως δηλών εκ μέρους της Ενάγουσας-Αιτήτριας ανάφερε ότι είναι διευθυντής της Ενάγουσας από την 1.3.2001 και ότι οι σχέσεις Ιεράς Μητρόπολης Πάφου και του κ. Θεόδωρου Αριστοδήμου ήταν ανέκαθεν άριστες. Οι φήμες για τυχόν εξαγορά της Ενάγουσας εταιρείας από τον Όμιλο Λεπτού, ο ίδιος έλαβε γνώση αυτών των φημών περί τα τέλη Δεκεμβρίου του 2006 και τίποτε άλλο δεν γνώριζε πάνω σε αυτό το θέμα. Στο μάρτυρα υπεβλήθηκε ότι κατά το χρόνο σύναψης της δεύτερης συμφωνίας γνώριζε ότι υπήρχε το ενδεχόμενο της εξαγοράς της Aristo από τον Όμιλο Λεπτός, πράγμα το οποίο αρνήθηκε ο μάρτυρας. Ο μάρτυρας ερωτώμενος ανάφερε ότι δεν γνώριζε αν ο κ. Αριστοδήμου έδωσε διαβεβαιώσεις ότι θα βοηθούσε για επίσπευση παραχώρησης γης από το κράτος προς την Ιερά Μητρόπολη Πάφου. Ο μάρτυρας περαιτέρω απάντησε θετικά ότι μέχρι ορισμένου χρονικού σημείου η Ενάγουσα-Αιτήτρια είχε δώσει παράταση στην Καθ΄ η η αίτηση προς ολοκλήρωση της συμφωνίας. Προχωρώντας στην εξέταση της ουσίας της υπό εκδίκαση αίτησης και έχοντας υπόψη την νομική της βάση που είναι ο Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμος, Κεφ. 6, άρθρα 4, 5, 7 και 9, ο Περί Δικαστηρίων Νόμος 14/60, άρθρο 32 και οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 θ.1-9 παρατηρώ τα ακόλουθα: Σύμφωνα με το άρθρο 32 του Νόμου 14/60 οι τρεις βασικές προϋποθέσεις που προβλέπονται για έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων είναι (α) η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση, (β) η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας και (γ) εκτός αν εκδοθεί το διάταγμα, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο (βλέπε υπόθεση (Odysseos v. Pieris Estates and Others

(1982)1 C.L.R. 557). Για να ικανοποιηθεί η πρώτη προϋπόθεση, δηλαδή η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, είναι αρκετό αν αποκαλύπτεται με βάση τα δικόγραφα, συζητήσιμη υπόθεση. Για να ικανοποιηθεί η δεύτερη προϋπόθεση, αυτή δηλαδή της ύπαρξης πιθανότητας επιτυχίας, είναι αρκετό για το Δικαστήριο να ικανοποιηθεί με βάση τα γεγονότα που τέθησαν ενώπιον του ότι υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας της Ενάγουσας στην αγωγή. Ο βαθμός ικανοποίησης του Δικαστηρίου για αυτό το θέμα αν και μεγαλύτερος από απλή πιθανότητα εντούτοις δεν ισοδυναμεί με το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που απαιτείται στις πολιτικές υποθέσεις. Η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 συναρτάται και εξαρτάται από τα συγκεκριμένα γεγονότα της κάθε υπόθεσης και όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Odysseos (ανωτέρω) το ζήτημα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων εξετάζεται μέσα σε αυτά τα πλαίσια της προϋπόθεσης αυτής. Όσο πιο απομακρυσμένη φαίνεται η πιθανότητα να συνιστά η θεραπεία των αποζημιώσεων επαρκή θεραπεία, τόσο ενισχύεται η πιθανότητα να πληρούται η τρίτη προϋπόθεση. Με την ικανοποίηση των πιο πάνω προϋποθέσεων, το Δικαστήριο θα πρέπει να αποφασίσει με γνώμονα το τι είναι δίκαιο και πρόσφορο έχοντας πάντοτε υπόψη τα γεγονότα της υπόθεσης αν πρέπει να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα ή να το διατηρήσει σε ισχύ. Σύμφωνα με το άρθρο 4 του Κεφ. 6 το Δικαστήριο δύναται να εκδίδει διατάγματα για την προστασία περιουσίας που αποτελεί αντικείμενο της αγωγής κατά την διάρκεια της εκκρεμοδικίας ή και μέχρι την εκτέλεση της απόφασης. Περαιτέρω σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 5 του Κεφ. 6 η Αιτήτρια-Ενάγουσα θα πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή βάση αγωγής και ότι με την πώληση ή μεταβίβαση της περιουσίας σε οποιονδήποτε τρίτο είναι πιθανόν να εμποδισθεί στο να πετύχει ικανοποίηση μελλοντικής απόφασης υπέρ της. Στην υπόθεση Lakatamitis v. Θεοδώρου
(1983)1 A.A.Δ. 520 αποφασίστηκε πως, διάταγμα που προβλέπεται από το άρθρο 5 μπορεί να εκδοθεί και δυνάμει του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 αλλά σε τέτοια περίπτωση πρέπει να ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις που τίθενται και από τα δύο άρθρα στο βαθμό που διαφέρουν. Στην απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση ΑBP Holdings Ltd. v. Ανδρέα Κιταλίδη κ.ά.
(1994)1 Α.Α.Δ. 694, το Δικαστήριο τόνισε ότι τα άρθρα 4 και 5 κάνουν ειδική ρύθμιση των καταστάσεων στις οποίες αναφέρονται χωρίς να αφαιρούν οτιδήποτε από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Νόμου 14/60, που προσδιορίζει το γενικό πλαίσιο της δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων στην έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. Έχοντας κατά νου τις πιο πάνω νομικές αρχές θα πρέπει να εξετάσω και αποφασίσω στην παρούσα υπόθεση, αν θα συνεχίσει να ισχύει ή όχι το προσωρινό διάταγμα που εξεδόθη μονομερώς, έχοντας πάντοτε κατά νου ότι το Δικαστήριο εκδικάζοντας τέτοια αίτηση θα πρέπει να αποφεύγει να καταλήξει σε συμπεράσματα αναφορικά με την ουσία της υπόθεσης. Η εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης εναπόκειται στο Δικαστήριο που θα ακούσει την υπόθεση και θα αποφανθεί για την ουσία της. (Βλέπε υποθέσεις Jonitexo Ltd. v. Adidas
(1984)1 C.L.R.263, Άκης Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστίνας Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248). Στην υπόθεση Τ.Α. Micrologic Consulats Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 Α.Α.Δ. 1802). Στις πιο πάνω υποθέσεις τονίσθηκε πως σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα εκείνο που απαιτείται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας της ύπαρξης του. Με βάση τα δικόγραφα όπως προκύπτουν από το φάκελο της υπόθεσης, τις ενόρκους δηλώσεις των δύο πλευρών, τα τεκμήρια που και τα δύο μέρη επισύναψαν στις ενόρκους δηλώσεις τους και την προφορική μαρτυρία που άκουσα τα αδιάσειστα στοιχεία που προκύπτουν είναι ότι η Ενάγουσα-Αιτήτρια υπέγραψε με την Καθ΄ ης η Αίτηση Ιερά Μητρόπολη Πάφου τις αναφερόμενες συμφωνίες και ότι μέχρι σήμερον η Καθ΄ ης η Αίτηση δεν προέβη στην ανταλλαγή κτημάτων όπως καθορίζει η δεύτερη συμφωνία και ούτε έχει καταβάλει το καθοριζόμενο ποσό στην συμφωνία προς την Ενάγουσα-Αιτήτρια. Η οποιαδήποτε παράταση δόθηκε από την Ενάγουσα-Αιτήτρια προς την Καθ΄ ης η Αίτηση-Εναγόμενη σύμφωνα με τη μαρτυρία που δόθηκε για λογαριασμό της έχει λήξει προ πολλού. Είναι ολοφάνερο από τα πιο πάνω ότι η Αιτήτρια εγείρει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και ότι η πιθανότητα επιτυχίας της είναι πέρα από ορατή. Είναι επίσης φανερό και προκύπτει από τη μαρτυρία που δόθηκε για λογαριασμό της Καθ΄ ης η Αίτηση-Εναγόμενης (αντεξέταση του μάρτυρα που προέβη στην ένορκη δήλωση για λογαριασμό της) ότι η Καθ΄ ης η Αίτηση-Εναγόμενη συνεβλήθη με τρίτη εταιρεία για αξιοποίηση των κτημάτων της ή μέρους των κτημάτων της και συνυπογράφει με την τρίτη εταιρεία πωλητήρια έγγραφα προς άλλα πρόσωπα. Είναι επίσης ολοφάνερο ότι το ποσό που απαιτείται από την Ενάγουσα-Αιτήτρια είναι πάρα πολύ μεγάλο και ότι η Καθ΄ ης η Αίτηση-Εναγόμενη παρόλο ότι προέβη σε διαβήματα για δανεισμό αυτού του ποσού και καταβολής του προς την Ενάγουσα δεν ευδοκίμησε λόγω και της οικονομικής κρίσης όπως ανάφερε ο μάρτυρας που κατέθεσε για λογαριασμό της. Κρίνω ότι αν δεν εκδοθεί το διάταγμα θα είναι δύσκολο ή και αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Σύμφωνα με την υπόθεση Odysseos (ανωτέρω) όσο πιο απομακρυσμένη φαίνεται η πιθανότητα να συνιστά η θεραπεία των αποζημιώσεων επαρκή θεραπεία, τόσο ενισχύεται η πιθανότητα να πληρούται η τρίτη προϋπόθεση. Θα πρέπει περαιτέρω να σημειωθεί ότι ο ισχυρισμός της Καθ΄ ης η Αίτηση που προκύπτει από την ένορκη δήλωση αλλά και την αντεξέταση του μάρτυρα της, ότι είναι κάτοχος και ιδιοκτήτρια ακίνητης περιουσίας που έχει τεράστια αξία δεν την βοηθά διότι από τη μαρτυρία φαίνεται ότι η εν λόγω ακίνητος περιουσία είναι ήδη βεβαρυμένη με επιβαρύνσεις που αντιστοιχούν σε μεγάλο ποσό χρημάτων (πέριξ των 10 εκατομμυρίων ευρώ) και εν πάση περιπτώσει ενώπιον μου δεν υπάρχει επιστημονική θετική μαρτυρία που να αναφέρεται στην αξία αυτής της περιουσίας. Στην γραπτή αγόρευση του ο συνήγορος της Καθ΄ ης η Αίτηση αλλά και προφορικά εγείρει το θέμα του επείγοντος βάση του οποίου εξεδόθη και μονομερώς το παρόν προσωρινό διάταγμα και είναι ο ισχυρισμός της Καθ΄ ης η Αίτηση ότι τίποτε το επείγον δεν υπήρχε για να εκδοθεί αυτό το διάταγμα με βάση την ένορκη δήλωση που κατατέθη εκ μέρους της Ενάγουσας-Αιτήτριας. Πράγματι στην παράγραφο 12 της ένορκης δήλωσης που κατατέθη προς υποστήριξη της αίτησης αναφέρονται τα ακόλουθα: "
  1. Είναι επείγον όπως εκδοθεί το παρόν διάταγμα, αφού όπως φαίνεται από τη στάση των Εναγομένων είναι ο μόνος τρόπος να δεχτούν πίεση να καταβάλουν το οφειλόμενο ποσό. Το επείγον καθορίζεται, εκτός από το μέγεθος του οφειλόμενου ποσού, και από την οικονομική κατάσταση στην οποία βρίσκονται οι Εναγόμενοι, οι οποίοι σύμφωνα με δηλώσεις του Αρχιεπισκόπου Κύπρου, όπως φαίνεται και σε δημοσίευμα της εφημερίδας "ΠΟΛΙΤΗΣ" ημερομηνίας 16 Ιουνίου 2009, το οποίο επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 9, κατά το τέλος του 2008 είχε αποθεματικά μόλις 17,5 εκατομμύρια ευρώ το οποίο μόλις και καλύπτει το οφειλόμενο προς τους Ενάγοντες ποσό. Σε περίπτωση που δεν εκδοθεί το παρόν διάταγμα, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής μας, λόγω της δύσκολης οικονομικής κατάστασης και της κρίσης στην αγορά και με δεδομένο την καθυστέρηση μέχρι την ολοκλήρωση της αγωγής, αφού υπάρχει σοβαρός κίνδυνος οι Εναγόμενοι να μην έχουν τα κεφάλαια και τους πόρους σε μεταγενέστερο στάδιο να πληρώσουν την τεράστια οφειλή τους." Επίσης στην παράγραφο 13 της ένορκης δήλωσης που κατατέθη προς υποστήριξη της αίτησης αναφέρονται τα ακόλουθα: «
  2. Από βάσιμες πληροφορίες που έχουμε, οι Εναγόμενοι έχουν προχωρήσει σε συνεργασία με εταιρεία ανάπτυξης γης και έχουν πωλήσει διάφορα τεμάχια από τις εκτάσεις γης που περιγράφονται στην παράγραφο 5 ανωτέρω, εισπράττοντας το αντίστοιχο τίμημα πώλησης, το οποίο και οικειοποιούνται, ενώ ταυτόχρονα παραμένει η οφειλή προς τους Ενάγοντες για το συνολικό ποσό. Λόγω τούτου, είναι επείγον όπως εκδοθεί το παρόν διάταγμα, έτσι που να καταστεί δυνατή η περαιτέρω πώληση και αποξένωση της επίδικης γης, η οποία θα πρέπει να παραμείνει στην κατοχή των Εναγομένων μέχρι οι Ενάγοντες να πάρουν το λαβείν τους, διαφορετικά θα βρεθούμε σε δυσχερέστατη θέση σε σχέση με τους Εναγομένους.» Παρόλο ότι ο μάρτυρας που προέβη σ΄ αυτήν την ένορκη δήλωση αντεξετάστηκε δεν υποβλήθηκε σ΄ αυτόν από τη συνήγορο της Καθ΄ ης η Αίτηση-Εναγόμενης ότι αυτά που αναφέρει δεν συνιστούν επείγον ζήτημα για έκδοση διατάγματος, κρίνω ότι αυτή η αναφορά του ενόρκως δηλούντος για λογαριασμό της Ενάγουσας-Αιτήτριας είναι τουλάχιστον ατυχής, λανθασμένη και αβάσιμη για να στοιχειοθετηθεί το επείγον που απαιτείται για έκδοση διατάγματος με μονομερή αίτηση. Παρόλα ταύτα όμως, στη συνέχεια της παραγράφου αυτής μετά την πιο πάνω αναφορά, αλλά και στην παράγραφο 13 αναφέρονται γεγονότα και ισχυρισμοί που στοιχειοθετούν το επείγον που απαιτείται για έκδοση μονομερώς κάποιου διατάγματος. Απ΄ ότι τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου κατά την ημερομηνία έκδοσης του διατάγματος προέκυπτε ότι η Καθ΄ ης η Αίτηση-Εναγόμενη συνεβλήθη με τρίτη εταιρεία αξιοποίησης γης και συνυπογράφει πωλητήρια έγγραφα σε άλλα πρόσωπα, με αποτέλεσμα η μεν Καθ΄ ης η Αίτηση-Εναγόμενη να εισπράττει χρήματα από τέτοιες πωλήσεις ενώ η οφειλή της προς την Ενάγουσα εταιρεία παραμένει ακέραιη και η ακίνητη περιουσία της Καθ΄ ης η Αίτηση να μειώνεται ουσιωδώς. Ως εκ τούτου τα εν λόγω κτήματα φαίνεται να έπρεπε να παραμείνουν στην κατοχή και ιδιοκτησία της Καθ΄ ης η Αίτηση-Εναγόμενης με σκοπό διασφάλισης της απαίτησης της Ενάγουσας σε τυχόν απόφαση που θα ελάμβανε εναντίον της. Είναι η κρίση μου ότι η ατυχής και ανεδαφική αυτή δήλωση που υπάρχει στην αρχή της παραγράφου 12 της ενόρκου δηλώσεως, δεν εξουδετερώνει το επείγον που προκύπτει από την υπόλοιπο μαρτυρία (ένορκη δήλωση και αντεξέταση του μάρτυρα της Αιτήτριας-Ενάγουσας). Κρίνω επίσης ότι δεν τέθηκε ενώπιον μου οτιδήποτε που να δείχνει ότι η Αιτήτρια-Ενάγουσα απέκρυψε οτιδήποτε από το Δικαστήριο και δεν προσήλθε με καθαρά χέρια. Απομένει να αποφασιστεί η εισήγηση του συνηγόρου της Καθ΄ ης η Αίτηση-Εναγόμενης αν η έκδοση του διατάγματος και οι περιορισμοί που επεβλήθηκαν στην περιουσία της Καθ΄ ης η Αίτηση ή/και η μονιμοποίηση αυτού του διατάγματος αντίκειται στις συνταγματικές πρόνοιες του άρθρου 23.7 και 23.9 του Συντάγματος. Ήταν η εισήγηση του συνηγόρου της Καθ΄ ης η Αίτηση ότι χωρίς τη συγκατάθεση εκκλησιαστικού οργανισμού δεν μπορεί να επιβληθεί οποιοσδήποτε περιορισμός στην περιουσία του εκκλησιαστικού οργανισμού που στην προκειμένη περίπτωση είναι η Ιερά Μητρόπολης Πάφου. Ήταν επίσης η εισήγηση του συνηγόρου της Καθ΄ ης η Αίτηση ότι η προστασία που περιέχεται στις συνταγματικές πρόνοιες για την εκκλησιαστική περιουσία δεν είναι σε σχέση μόνο με το κράτος αλλά και σε σχέση με οποιοδήποτε πολίτη ο οποίος έχει διαφορά με την εκκλησία. Αντίθετη βέβαια ήταν η εισήγηση του συνηγόρου της Αιτήτριας-Ενάγουσας. Οι πρόνοιες του άρθρου 23.7 και 23.9 του Συντάγματος έχουν ως ακολούθως: «
  3. Η τρίτη και τέταρτη παράγραφος του παρόντος άρθρου δεν έχουσιν εφαρμογήν προκειμένου περί διατάξεων οιουδήποτε νόμου, περί αναγκαστικής εκτελέσεως εν σχέση προς οιονδήποτε φόρον ή ποινήν, περί αναγκαστικής εκτελέσεως οιασδήποτε δικαστικής αποφάσεως, ή περί αναγκαστικής εκτελέσεως συμβατικών υποχρεώσεων ή περί παρεμποδίσεως κινδύνου επαπειλούντος την ζωήν ή την ιδιοκτησίας.» «
  4. Ουδεμία εν τούτοις επιβάλλεται αποστέρησις ή όρος, περιορισμός ή δέσμευσις του εις την πρώτην παράγραφον του παρόντος άρθρου προβλεπομένου δικαιώματος επί οιασδήποτε κινητής ή ακινήτου ιδιοκτησίας ανηκούσης εις οιανδήποτε επισκοπήν, μοναστήριον, ναόν, ή οιονδήποτε άλλον εκκλησιαστικόν οργανισμόν, ή οιουδήποτε δικαιώματος ή συμφέροντος επί αυτής, ειμή τη εγγράφω συναινέσει της αρμοδίας εκκλησιαστικής αρχής της ενούσης τον έλεγχον της ιδιοκτησίας ταύτης, η δε παρούσα διάταξις ισχύει και επί των περιπτώσεων, περί ων οι διατάξεις της τρίτης παραγράφου, πλήν των όρων, περιορισμών ή δεσμεύσεων προς το συμφέρον πολεοδομίας, και της τετάρτης, εβδόμης και ογδόης παραγράφου του παρόντος άρθρου.» Έχω μελετήσει με μεγάλη προσοχή τις πρόνοιες του άρθρου 23, το τι εισηγούνται στις γραπτές αγορεύσεις τους οι συνήγοροι των διαδίκων και το τι επιπλέον προφορικά ανάφεραν στο Δικαστήριο. Θα πρέπει να πω ότι διαφωνώ πλήρως με την εισήγηση του συνηγόρου της Καθ΄ ης η Αίτησης Ιεράς Μητρόπολης Πάφου ότι δεν μπορούν να επιβληθούν περιορισμοί ή και να εκτελεστούν δικαστικές αποφάσεις εναντίον περιουσίας εκκλησιαστικού οργανισμού που λήφθηκε με βάση σύμβαση ιδιωτικού δικαίου, όπως είναι η παρούσα σύμβαση. Η προστασία που παρέχει το σύνταγμα, άρθρο 23 στην εκκλησιαστική περιουσία είναι σε σχέση με επιβολή φορολογίας, τελών και άλλων επιβαρύνσεων που έχουν σχέση με την άσκηση κρατικής εξουσίας ή άλλου οργανισμού δημοσίου δικαίου και δεν μπορεί να έχει καμιά σχέση με τη διεκδίκηση δικαιωμάτων με βάση συμφωνίες ιδιωτικού δικαίου. Προσεκτική και συνδυασμένη ερμηνεία της παραγράφου 7 και παραγράφου 9 του άρθρου 23 του Συντάγματος καταλήγει σε αυτή την άποψη και όχι στην εισήγηση του συνηγόρου της Καθ΄ ης η Αίτηση ότι οιοσδήποτε έχει απαίτηση εναντίον της εκκλησίας δεν μπορεί να κάμνει χρήση των νομοθετικών προνοιών και δικαστικών διαδικασιών εκτός αν δώσει συγκατάθεση η εκκλησία. Ο συνταγματικός νομοθέτης ήθελε, και αυτό είναι το πνεύμα των συνταγματικών προνοιών, να προστατεύσει την εκκλησιαστική και βακκουφική περιουσία έναντι της κρατικής εξουσίας και όχι έναντι οποιουδήποτε πολίτη - πιστού ο οποίος διεκδικεί δικαιώματα και μάλιστα στη βάση συμβατικών υποχρεώσεων της εκκλησίας. Δεν είναι ορθή η θέση ότι δεν μπορούν να εκτελεστούν ή δεν είναι εκτελεστές δικαστικές αποφάσεις που λήφθησαν εναντίον εκκλησιαστικού οργανισμού χωρίς τη συγκατάθεση του. Η συγκατάθεση της εκκλησίας που απαιτούν οι πρόνοιες της παραγράφου 9 του άρθρου 23 δεν καλύπτει υποχρεώσεις της εκκλησίας που ρυθμίζονται με βάση το ιδιωτικό δίκαιο και πολύ ρητά και απερίφραστα στην παράγραφο 9 του άρθρου 23 αναφέρονται τα εξής: «.. η δε παρούσα διάταξις ισχύει και επί των περιπτώσεων, περί ων αι διατάξεις της τρίτης παραγράφου, πλην των όρων, περιορισμών ή δεσμεύσεων προς το συμφέρον πολεοδομίας, και της τετάρτης, εβδόμης και ογδόης παραγράφου του παρόντος άρθρου.» Είναι ολοφάνερο ότι οι πρόνοιες της παραγράφου 7 εξαιρούνται από την πιο πάνω ρύθμιση που προβλέπεται από την παράγραφο
  5. Αυτό σημαίνει ότι μια δικαστική απόφαση που λήφθηκε από οποιονδήποτε πολίτη με βάση σύμβαση ιδιωτικού δικαίου είναι και εκτελεστή και εκτελεστέα και δεν απαιτείται καμία συγκατάθεση της εκκλησίας προς τούτο. Προκύπτει αβίαστα από τη συνδυασμένη ερμηνεία των παραγράφων 1, 3, 4, 7, 8 και 9 ότι συμβατικές υποχρεώσεις της εκκλησίας με βάση το ιδιωτικό δίκαιο υπόκεινται όπως όλες οι διαφορές στη κείμενη νομοθεσία και οποιαδήποτε δικαστική απόφαση εναντίον της εκκλησίας είναι άμεσα ισχυρή και εκτελεστή χωρίς να χρειάζεται οποιαδήποτε συγκατάθεση από τον επηρεαζόμενο εκκλησιαστικό οργανισμό. Διάφορος ερμηνεία θα απέληγε στο παράλογο, απαιτήσεις πολιτών, περιβεβλημένες με το μανδύα δικαστικής απόφασης εναντίον εκκλησιαστικών οργανισμών να μην μπορούν να εκτελεστούν και να είναι υποχείριες στην αυθαιρεσία των εκκλησιαστικών οργάνων. Πάνω σ΄ αυτό το θέμα θα πρέπει να προσθέσω ότι και η ίδια η εκκλησία μέσω του καταστατικού χάρτη της αναγνωρίζει εμμέσως πλην σαφώς την δικαιοδοσία των Δικαστηρίων της Κυπριακής Δημοκρατίας και την υποχρέωση της να συμμορφώνεται με τη νομοθεσία που υπάρχει. Ειδικά στο άρθρο 153 του Καταστατικού της Εκκλησίας αναφέρεται ότι τον Θρόνο ως νομικό πρόσωπο εκπροσωπεί ενώπιον των Δικαστικών ή Διοικητικών Αρχών ο Επίσκοπος ή ο δεόντως πληρεξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπος αυτού. Αν ήταν ορθή η εισήγηση του συνηγόρου της Καθ΄ ης η Αίτηση-Ιεράς Μητρόπολης τότε γιατί ένας εκκλησιαστικός οργανισμός να εκπροσωπείται στα Δικαστήρια εφόσον και αν εκδίδετο απόφαση εναντίον του εκκλησιαστικού οργανισμού είτε κατόπιν ερημοδικίας του είτε κατόπιν διαδικασίας που ακολουθήθη στο Δικαστήριο η οποιαδήποτε δικαστική απόφαση δεν θα μπορούσε να εκτελεστεί χωρίς την γραπτή συγκατάθεση του εκκλησιαστικού οργανισμού. Η ίδια η εκκλησία μέσω και άλλων προνοιών του Καταστατικού της Χάρτη αποδέχεται την υπαγωγή της στη κείμενη νομοθεσία του Κράτους και στις Δικαστικές διαδικασίες που προβλέπονται από τη νομοθεσία και το Σύνταγμα. Τελειώνοντας κρίνω ότι υφίστανται όλες οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 όπως και οι προϋποθέσεις του άρθρου 5 του Κεφ. 6 για συνέχιση της ισχύος του μονομερώς εκδοθέντος διατάγματος. Ευρίσκω επίσης ότι το ισοζύγιο ευχέρειας του Δικαστηρίου θα πρέπει να κριθεί υπέρ της Αιτήτριας προς τον σκοπό διατήρησης της κατάστασης πραγμάτων ως είχαν αμέσως προ της έγερσης της αγωγής και ότι πληρούνται και οι προϋποθέσεις του άρθρου 9
(1)του Κεφ. 6 για το θέμα του επείγοντος για έκδοση τέτοιου διατάγματος. Συνακόλουθα το διάταγμα που εκδόθηκε μονομερώς στις 19.3.2010 καθίσταται απόλυτο μέχρι περάτωσης της εκδίκασης της παρούσας υπόθεσης. Τα έξοδα της αίτησης, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή, και εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ της Αιτήτριας-Ενάγουσας και εναντίον της Καθ΄ ης η Αίτηση-Εναγόμενης και τα οποία θα πληρωθούν στο τέλος της όλης διαδικασίας. (Υπ.) ................ Φ. Χαραλάμπους, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.