← Κύπρος

Ηλία Ορνιθάρη ν. Τμήμα Δημοσίων Έργων κ.α., Αρ. Αγωγής: 59/10, 16.7.2010

Ηλία Ορνιθάρη ν. Τμήμα Δημοσίων Έργων κ.α., Αρ. Αγωγής: 59/10, 16.7.2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2010:A22 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Κ. Κουνίδου Ε.Δ Αρ. Αγωγής: 59/10 Μεταξύ: Ηλία Ορνιθάρη από την Πάφο Ενάγοντα - και -

  1. Τμήμα Δημοσίων Έργων από την Πάφο
  2. Iacovou Brothers (Constructions) Limited από την Πάφο Εναγομένων -------------------------------- Αίτηση ημερoμηνίας 8.1.2010 για έκδοση προσωρινού Διατάγματος Ημερομηνία: 16.7.2010 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα - Αιτητή : κ. Α. Χρ. Δημητριάδης (για να ακούσει απόφαση η κα Ε. Δημοσθένους) Για τους Εναγόμενους 1 - Καθ΄ ων η Αίτηση: κα Ε. Κόκκινου. Για τους Εναγόμενους 2 - Καθ΄ων η Αίτηση: κ. Ν. Οικονόμου για κ. Α. Ανδρέου Παρών εκ μέρους των εναγομένων 1 ο κ. Μ. Πόγιαννος -------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Η αγωγή του ενάγοντα εναντίον των εναγόμενων αφορά το αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης σε ακίνητη ιδιοκτησία. Ο ενάγων με μονομερή αίτηση του ημερομηνίας 8.1.2010 την οποία υποστηρίζει με ένορκη δήλωση του και την οποία το δικαστήριο μετάτρεψε σε δια κλήσεως διατάσσοντας την επίδοση της στους εναγόμενους καθ΄ων η αίτηση, ζητά την έκδοση προσωρινού διατάγματος με το οποίο να εμποδίζονται οι εναγόμενοι μαζί και/ή ξεχωριστά και/ή οι αντιπρόσωποι τους και/ή οι υπάλληλοι και/ή εντολοδόχοι τους από το να επεμβαίνουν καθ΄ οιονδήποτε τρόπο επί του κτήματος του με αριθμό εγγραφής 0/3250, Φ/Σχ 45/59, Τμήμα 0, Τεμάχιο 608, τοποθεσία Γιοφύρκα, ενορία Αναβαργός του Δήμου Πάφου. Με τις ενστάσεις των εναγομένων 1 και 2 προβάλλονται διάφοροι λόγοι ένστασης, που σχετίζονται με την διαδικασία που ο ενάγων ακολούθησε για την προώθηση της αίτησης του, την οποία χαρακτηρίζουν λανθασμένη, την δικαιοδοσία του δικαστηρίου και την νομιμοποίηση του ενάγοντα να εγείρει την παρούσα αγωγή για παράνομη επέμβαση και να ζητά την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Επίσης με τις ενστάσεις των εναγομένων, προβάλλονται και λόγοι που αφορούν την τήρηση των προϋποθέσεων για την έκδοση προσωρινού διατάγματος, την κατάχρηση κ.ά. Με βάση στο σύνολο της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του δικαστηρίου, προκύπτουν τα ακόλουθα παραδεκτά γεγονότα: Ο ενάγων είναι ο ιδιοκτήτης του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 0/3250, Φ/Σχ 45/59, Τμήμα 0, Τεμάχιο 608, τοποθεσία Γιοφύρκα, ενορία Αναβαργός του Δήμου Πάφου, μέρος του οποίου απαλλοτριώθηκε, δυνάμει γνωστοποίησης απαλλοτρίωσης (Τεκμήριο Α στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση των εναγομένων 1), που δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Κυβέρνησης με αρ. 4175 ημερομηνίας 20.7.
  3. Σύμφωνα με την γνωστοποίηση απαλλοτρίωσης, η απαλλοτρίωση ήταν αναγκαία για σκοπούς δημοσίας ωφελείας και ειδικότερα για την κατασκευή του Βόρειου Παρακαμπτήριου δρόμου Πάφου, που συνδέει τους κύριους δρόμους Λεμεσού - Πάφου και Πάφου - Πόλης Χρυσοχούς (Λεωφ. Δημοκρατίας) - Β΄Φάση. Εναντίον της γνωστοποίησης απαλλοτρίωσης, ο ενάγων υπέβαλε ένσταση στην αρμόδια Υπουργική Επιτροπή η οποία απορρίφθηκε (Τεκμήριο 1 στην αίτηση). Η απόφαση της Υπουργικής Επιτροπής εστάλη στην Διεύθυνση Ανδρέα Βλάμη 13, 8025 Πάφος. Στη συνέχεια δημοσιεύτηκε Διάταγμα απαλλοτρίωσης με αρ.Δ.Π. 614 στην Επίσημη Εφημερίδα της Κυβέρνησης με αρ. 4246 ημερομηνίας 11.7.2008 (Τεκμήριο 2 στην αίτηση). Οι εναγόμενοι 2, είναι η εταιρεία η οποία ανέλαβε την εκτέλεση και συμπλήρωση του πολεοδομικού έργου που αφορά την βελτίωση του Βόρειου Παρακαμτηρίου δρόμου Πάφου και σχετίζεται με τις οδούς Βασιλέως Κωνσταντίνου, Αμαλθείας, Ανδρέα Βλάμη και των παρόδων τους. Οι εναγόμενοι 2, άρχισαν εργασίες στο ακίνητο του ενάγοντα από τα τέλη Σεπτεμβρίου με αρχές Οκτωβρίου 2009, κατόπιν συμφωνίας με τους εναγόμενους
  4. Ο ενάγοντας με επιστολή του Δικηγόρου του ημερομηνίας 29.9.2009 (Τεκμήριο 3 στην αίτηση), η οποία απευθυνόταν στον Γενικό Διευθυντή του Υπουργείου Εσωτερικών, στον Γενικό Διευθυντή του Υπουργείου Συγκοινωνιών και Έργων, στον Έπαρχο Πάφου και στην Εταιρεία Αδελφοί Ιακώβου Λτδ, ισχυρίστηκε ότι η Δ.Π. με αριθμό 614 - 11/7/2008 είχε εγκαταλειφθεί, επειδή δεν του είχε προσφερθεί μέσα στην νενομισμένη προθεσμία η έντυπη προσφορά αποζημίωσης για την απαλλοτρίωση μέρους του επίδικου ακινήτου και για αυτό τους καλούσε να άρουν άμεσα στην παράνομη επέμβαση και την πρόκληση οχληρίας στην περιουσία του. Επιστολή ο ενάγων, απέστειλε με τον δικηγόρο του και στις 5.10.2010, με την οποία επαναλαμβάνει τους ισχυρισμούς του για παράνομη επέμβαση (Τεκμήριο 4 στην αίτηση). Ισχυρίζεται ο ενάγοντας στην παράγραφο 6 της ένορκης δήλωσης του που υποστηρίζει την αίτηση του, πως η απαλλοτριούσα αρχή παρέλειψε να τηρήσει την διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 7

(2)του Νόμου ειδικά της προσφοράς αποζημίωσης μέσα σε περίοδο 14 μηνών από την ημερομηνία δημοσίευσης της γνωστοποίησης απαλλοτρίωσης με αποτέλεσμα το Διάταγμα Απαλλοτρίωσης να λογίζεται ότι έχει εγκαταλειφθεί και κανένα δικαίωμα δεν έχει η Απαλλοτριούσα Αρχής και/ή οι εναγόμενοι να επεμβαίνουν στο ακίνητο του. Θεωρεί ότι οι εναγόμενοι παράνομα και/ή αυθαίρετα επενέβησαν εντός του κτήματος του κατά τρόπον ώστε να στερείται του δικαιώματος χρήσης, κάρπωσης και κυριότητας μέρους του κτήματος του. Ισχυρίζεται ότι συνεπεία της συμπεριφοράς των εναγομένων έχει υποστεί ζημιές, ταλαιπωρία, απώλειες και έξοδα και απειλείται η εκκοπή δένδρων καθώς και καταστροφή του κήπου του. Με την έκδοση του Διατάγματος υποστηρίζει πως δεν θα προκληθεί ανεπανόρθωτη ζημιά στους εναγόμενους η οποία θα είναι δύσκολο και/ή αδύνατο να αποκατασταθεί σε μελλοντικό στάδιο, και ούτε η έκδοση του Διατάγματος θα τους προξενήσει οποιαδήποτε ζημιά ενώ αν δεν εκδοθεί, θα επηρεαστεί το περιβάλλον και ο κήπος του, θα εκκοπούν δένδρα η αποτίμηση των οποίων σε χρηματικές αξίες είναι εκτός πραγματικότητας. Αποτελεί ισχυρισμό των εναγομένων καθ΄ων η αίτηση και αμφισβητήθηκε από την πλευρά του ενάγοντα αιτητή ότι σε σχέση με την πιο πάνω απαλλοτρίωση στάληκε κατά ή περί την 15/9/2008 στον ενάγοντα με συστημένη επιστολή η έντυπη προσφορά αποζημίωσης ύψους €59,000.- στην διεύθυνση Βουκουρεστίου 25, 2370 - Άγιος Δομέτιος Λευκωσία, διεύθυνση η οποία αναγραφόταν στον τίτλο ιδιοκτησίας του ενάγοντα. Η αναφερόμενη επιστολή επιστράφηκε, ως «αζήτητη». Συγκεκριμένα στην παράγραφο 10 της ένορκης δήλωσης του δήλωση ο κ. Μ. Πόγιαννου, η οποία υποστηρίζει την ένσταση των εναγομένων 1, αναφέρει πως από τα όσα καλά γνωρίζει και πιστεύει, κατά ή περί την 15.9.2008 στάληκε με συστημένη επιστολή στον ενάγοντα η έντυπη προσφορά αποζημίωσης ύψους €59,000 στην διεύθυνση που αναγραφόταν στον τίτλο ιδιοκτησίας του, Βουκουρεστίου 25, 2370 - Άγιος Δομέτιος, Λευκωσία, η οποία επιστράφηκε στον αποστολέα, με την ένδειξη «αζήτητη» και η οποία στην συνέχεια δόθηκε δια χειρός στον ενάγοντα - αιτητή, όταν επέστρεψε από το εξωτερικό όπου διαμένει μόνιμα. Η έντυπη προσφορά αποζημίωσης αποτελεί το Τεκμήριο Δ στην ένορκη του δήλωση. Υποστηρίζει επίσης πως ο ενάγοντας δεν νομιμοποιείται υπό τις περιστάσεις στην προώθηση της αίτησης του αφού δεν πρόσβαλε την Διοικητική πράξη μέσα στην νενομισμένη προθεσμία και δεν άσκησε το υπό του νόμου προβλεπόμενο ένδικο μέσο και/ή διαδικασία. Ο ενόρκως δηλών στην ένσταση των εναγομένων 2, επαναλαμβάνει μεταξύ άλλων, τα γεγονότα που σχετίζονται και αφορούν την γνωστοποίηση και το Διάταγμα απαλλοτρίωσης και τον ισχυρισμό περί αποστολής της έντυπης προσφοράς αποζημίωσης στις 15.9.2008 και υποστηρίζει πως ο ενάγων κωλύεται από να αναπτύσσει τις θέσεις του σε αυτό το στάδιο και σε αυτή τη διαδικασία. Σε σχέση με τις εργασίες των εναγομένων 2, αναφέρει ότι αυτές έγιναν εντός των 147 τ.μ. που απαλλοτριώθηκαν και αρνείται τις ισχυριζόμενες στην παράγραφο 11 της ένορκης δήλωσης του ενάγοντα ζημίες και ειδικότερα ότι επηρεάστηκε από τις εργασίες οποιοδήποτε δέντρο. Μετά από άδεια του δικαστηρίου ο ενάγων καταχώρησε συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις. Στην ένορκη του δήλωση αναφέρει τα εξής: «Απ΄ότι καλύτερα γνωρίζω και πιστεύω και απ΄ότι με έχει πληροφορήσει η Ηρώ Ηροδότου, κάτοχος της κατοικίας επί της οδού Βουκουρεστίου 25, 2370 - Άγιος Δομέτιος, Λευκωσία, ουδέποτε εστάλη στην διεύθυνση της έντυπη προσφορά αποζημίωσης στο όνομα μου. Η Ηρώ Ηροδότου έχει προβεί σε ένορκη δήλωση ημερ. 7/4/2010 αναφορικά τα πιο πάνω θέματα η οποία έχει καταχωρηθεί στον φάκελο της υπόθεσης». Απορρίπτει τους ισχυρισμούς των καθ΄ων η αίτηση ότι είναι μόνιμος κάτοικος εξωτερικού και ότι επισκέπτεται την επίδικη περιουσία του περιοδικά και ότι η Βουκουρεστίου 25, 2370 - Άγιος Δομέτιος, Λευκωσία αποτελούσε κατά τους επίδικους χρόνους μέχρι σήμερα την διεύθυνση του. Προς επίρρωση του ισχυρισμού του παραθέτει διάφορα έγγραφα και γεγονότα τα οποία καταδεικνύουν ότι διαμένει την επίδικη περιουσία. Επίσης υπό μορφή συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης παρουσιάστηκε και ένορκη δήλωση της Ηρώς Ηροδότου, η οποία αναφέρει, ότι είναι κάτοχος της οικίας που βρίσκεται στην οδό Βουκουρεστίου 25, 2370 - Άγιος Δομέτιος, Λευκωσία, ότι ο ενάγων ουδέποτε κατά την περίοδο 2007 μέχρι σήμερα δεν είχε την πιο πάνω διεύθυνση και πως κατά ή περί το τέταρτο τρίμηνο του 2007 εστάλη συστημένη επιστολή στην διεύθυνση της με παραλήπτη τον ενάγοντα, την οποία αρνήθηκε να παραλάβει εφόσον αφορούσε τρίτο πρόσωπο και ρητά δήλωσε στον ταχυδρομείο ότι δεν διαμένει τέτοιο πρόσωπο στην διεύθυνση της ενώ από τότε μέχρι σήμερα δεν παρέλαβε οποιαδήποτε επιστολή με παραλήπτη τον ενάγοντα. Κατά την ακρόαση της αίτησης κλήθηκαν και αντεξετάστηκαν από τον συνήγορο του ενάγοντα - αιτητή οι ενόρκως δηλούντες στις ενστάσεις των εναγομένων 1 και 2 Μάριος Πόγαννος και Αλέξης Τέκκης. Τα όσα έχουν αναφέρει κατά την αντεξέταση τους δεν θεωρώ σκόπιμο και ωφέλιμο να τα επαναλάβω διατηρώ αυτά υπόψη μου ενώ σχετική αναφορά στην μαρτυρία θα γίνει όπου κριθεί αναγκαίο από το Δικαστήριο. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΤΟΥ ΘΕΜΑΤΟΣ: Υπάρχει πλούσια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου αναφορικά με το άρθρο 32 του Ν. 14/60 και την εφαρμογή του. Το προαναφερόμενο άρθρο δίδει στο Δικαστήριο ευρείες εξουσίες και πλατιά διακριτική ευχέρεια να εκδίδει παρεμπίπτοντα διατάγματα στις υποθέσεις όπου φαίνεται στο Δικαστήριο ότι αυτό είναι δίκαιο ή πρόσφορο. Για την έκδοση τέτοιων διαταγμάτων τίθενται οι πιο κάτω προϋποθέσεις:` α) Ο αιτητής θα πρέπει να αποδείξει ότι έχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. β) Ότι έχει πιθανότητα επιτυχίας κατά την ακροαματική διαδικασία της αγωγής και γ) Ότι αν δεν εκδοθεί το ζητούμενο διάταγμα θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε κατοπινό στάδιο (βλ. Odysseos v Pieris Estates
(1982)1 CLR 557, Acroprol Shipping Co Ltd v Rossis
(1976)1 AAΔ 38, Κωνσταντινίδης v Μακρυγιώργου και άλλου
(1978)1 ΑΑΔ 585, M. & Μ. Transprort v Εταιρείας Αστικών Λεωφορείων
(1981)1 ΑΑΔ 608, Hadjikyriakos Co Ltd v United Biscuits (U.K.) Ltd
(1979)1 CLR 689, Jonitexo Ltd ν Adidas
(1984)1 CLR 263, National Bank of Greece v Moticia
(1987)1 AAΔ 303, KOT v Θεωρή
(1989)1 ΑΑΔ (Ε) 255, Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν Χ¨Βασίλη
(1989)1 ΑΑΔ (Ε) 152, Cyprus Sulphur & Copper Co Ltd και Άλλων V Παραλράμα Λτδ,
(1990)1 ΑΑΔ 1040, Bacardi & Co Ltd v Vinco Ltd
(1996)AAΔ.788, Demades Overseas Ltd v Studio Ma. St. Ltd και άλλοι, Πολ. Εφ. 9636 και 9637 ημερ. 18/7/1996, Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου,
(1995)1 ΑΑΔ 248). Σε όλες τις πιο πάνω υποθέσεις αναλύθηκαν, οι ουσιαστικές προϋποθέσεις οι οποίες πρέπει απαραίτητα να συνυπάρχουν για να δικαιολογείται η έκδοση διατάγματος δυνάμει του άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου N.14/60 καθώς και ο τρόπος άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Οι πρόνοιες του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 θα πρέπει να ικανοποιούνται ανεξάρτητα από τις πρόνοιες των άρθρων 4 και 5, εφόσον το άρθρο 32 έχει ευρύτερη εφαρμογή (βλ.Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου κ.α (πιο πάνω)). Θα πρέπει να αναφερθεί ότι ο αιτών την έκδοση προσωρινού διατάγματος είναι εκείνος που φέρει μέχρι τέλους τo βάρος της απόδειξης ότι υφίστανται οι ουσιαστικές προϋποθέσεις του άρθρου 32 (βλ. Χάρης Φεσσάς, Αίτηση 129/90
(1990)1 ΑΑΔ 704) και επιπρόσθετα στο τελικό στάδιο το Δικαστήριο θα πρέπει να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. Είναι η θέση του συνηγόρου του ενάγοντα πως όλες οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος πληρούνται, και συγκεκριμένα πως υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση αφού το Διάταγμα Απαλλοτρίωσης ημερομηνίας 11/7/2008 κατέστη ανενεργό, γιατί δεν έγινε έγκυρη προσφορά αποζημίωσης μέσα στο χρονικό διάστημα των 14 μηνών από την ημέρα της δημοσίευσης της Γνωστοποίησης Απαλλοτρίωσης, σύμφωνα με το άρθρο 8
(1)το Νόμου 15/62, παράλειψη η οποία καθιστά την επέμβαση των καθ΄ων η αίτηση στο ακίνητο του ενάγοντα παράνομη. Ανέφερε επίσης ο κ. Δημητριάδης, ότι λόγω της παραδοχής των εναγομένων ότι επενέβησαν στο ακίνητο του ενάγοντα, φέρουν αυτοί το βάρος να αποδείξουν ότι η επέμβαση τους ήταν νόμιμη σύμφωνα με το άρθρο 43
(2)του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ. 148 πράγμα το οποίο επέτυχαν αφού δεν απέδειξαν ότι υπήρξε έγκυρη προσφορά αποζημίωσης σύμφωνα με το πιο πάνω άρθρο δηλαδή μέχρι την 19.9.2008 επίσης επικαλέστηκε και τα όσα προνοεί το άρθρο 17
(1)του Νόμου 15/62 τα οποία όπως ανάφερε, δεν τηρήθηκαν στην προκειμένη περίπτωση. Αναφορικά με το κατά πόσο ο ενάγων δικαιούται σε θεραπεία, επικαλέστηκε το Δικαίωμα της ακίνητης περιουσίας, όπως αυτό διασφαλίζεται από το άρθρο 23 του Συντάγματος και το άρθρο 1 της Σύμβασης για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών αναφέροντας επίσης ότι οι εναγόμενοι επενέβησαν στην ακίνητη περιουσία του ενάγοντα χωρίς να καταβάλλουν την αναγκαία αποζημίωση είτε προς τον ενάγοντα είτε προς το Κτηματολόγιο προς πίστη του. Τέλος, αναφορικά με την τήρηση των προϋποθέσεων, εισηγήθηκε πως εάν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο, αφού η αλλοίωση του φυσικού περιβάλλοντος δεν θα είναι δυνατό να αναστραφεί εάν οι καθ' ων η αίτηση αφεθούν να συνεχίσουν την παράνομη επέμβαση τους και η συνέχιση εκτέλεσης των εργασιών εντός του τεμαχίου του θα ολοκληρώσει την καταστροφή του κήπου και αιτητή και του φυσικού περιβάλλοντος, ο αιτητής θα βρεθεί σε δύσκολη θέση υπολογισμού των ζημιών του που ενδεχομένως να δικαιούται και η δυσπραγία και ταλαιπωρία θα λειτουργήσει σε βάρος του και όχι σε βάρος των καθ΄ων η αίτηση και τελικά πως η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος είναι μέτρο πρόσφορο και δίκαιο υπό της περιστάσεις. Αναφορικά με την δικαιοδοσία του Δικαστηρίου, ζήτημα που θίγουν οι εναγόμενου με τις ενστάσεις τους, ο συνήγορος του ενάγοντα ανάφερε πως στην προκειμένη περίπτωση ο ενάγοντας δεν αμφισβητεί την νομιμότητα του Διατάγματος και πως αυτό το οποίο ισχυρίζεται είναι ότι ο Διάταγμα απαλλοτρίωσης έχει πλέον καταστεί ανενεργό αφού παρήλθε η προθεσμία του άρθρου 8
(1)του Ν. 15/62, χαρακτηρίζει το θέμα που εγείρουν οι εναγόμενοι αναφορικά με την δικαιοδοσία, ως νομικά και πραγματικά ανυπόστατο και ζήτημα το οποίο δεν μπορεί να αποφασιστεί στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας. Η συνήγορος των εναγομένων 1 με αναφορά στα γεγονότα της υπόθεσης εισηγήθηκε πως η αίτηση του ενάγοντα θα πρέπει να απορριφθεί ως νομικά και πραγματικά αστήριχτη καθότι η διαδικασία (το ένδικο μέσο) που ακολούθησε είναι λανθασμένη και πως οι θεραπείες που ο ενάγων ζητά ανήκουν στην σφαίρα του Διοικητικού Δικαίου, δικαιοδοσία που δεν έχει το παρών δικαστήριο. Εισηγήθηκε επίσης πως στην προκειμένη περίπτωση δεν τηρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 για την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων αφού δεν υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, ούτε κατ΄ επείγον και πως οποιεσδήποτε αποζημιώσεις, σε περίπτωση που ήθελε διαφανεί ότι ο ενάγοντας δικαιούται, μπορούν να αποτιμηθούν σε χρήμα και να καταβληθούν από τον εναγόμενο που είναι φερέγγυο πρόσωπο. Ανέφερε επίσης η κα Κόκκινου ότι ο ενάγοντας δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια αφού απόφυγε να αναφέρει ότι υπήρχε διάταγμα επίταξης. Αναφορικά με το τελευταίο ζήτημα που ανάφερε η κα Κόκκινου, ο συνήγορος του εναγόμενου τόνισε ότι ένα τέτοιο γεγονός δεν υποστηρίχθηκε με μαρτυρία και δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη. Πράγματι καμία αναφορά σε σχέση με διάταγμα επίταξης δεν γίνεται στις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν τις ενστάσεις των εναγομένων 1 και 2 αλλά ούτε και κατά την ένορκη κατάθεση των πιο πάνω προσώπων αναφέρθηκε οτιδήποτε. Τα όσα η κα Κόκκινου ανάφερε περί της ύπαρξης διατάγματος επίταξης δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο, εφόσον δεν υπάρχει ισχυρισμός και μαρτυρία επί του προκειμένου στις ένορκες δηλώσεις και δεν μπορεί να συμπληρωθεί με την αγόρευση της δικηγόρου των καθ΄ων η αίτηση 1 και να αποτελέσει λόγο επί του οποίου να βασίσει το δικαστήριο την απόφαση του (βλ Federal Bank of Lebanon (SAL) ν. Νίκου Σιακόλα Π. Ε. 11215 ημερ. 22.2.2002). Υποστήριξε, τα ίδια αναφορικά με το ζήτημα της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου και πλευρά του εναγόμενου 2 και αφού αναφέρθηκε στα γεγονότα της υπόθεσης εισηγήθηκε πως δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 αφού δεν υπάρχει σοβαρό θέμα προς συζήτηση ούτε ο ενάγων δικαιούται σε θεραπεία. Αναφορικά με την μη ύπαρξη προσωπικής και άμεσης γνώσης σε σχέση με κάποια από τα γεγονότα που ορκίζεται και αναφέρει στην ένορκη του δήλωση ο Μ. Πόγιαννος και για κάποια που υποστήριξε κατά την διάρκεια της αντεξέτασης του, αποτέλεσε αντικείμενο σχολιασμού από τον συνήγορο του αιτητή. Η Δ.39 Θ.2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας κάτω υπό ορισμένους όρους επιτρέπει την παράθεση εξ΄ακοής μαρτυρίας στις ένορκες δηλώσεις σε ενδιάμεσες αιτήσεις. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση C.T TOBACCO LIMITED v. ΑΡΚΤΙΝΟΣ ΛΤΔ κ.α
(2003)1 ΑΑΔ 853: «οι λέξεις «ενδιάμεσες αιτήσεις» δεν αναφέρονται αποκλειστικά στις ένορκες δηλώσεις που καταχωρούνται εκ μέρους του αιτητή. Η αυστηρή περιοριστική ερμηνεία των λέξεων «ενδιάμεσες αιτήσεις» θα κατέληγε σε αδικία για τον καθ΄ου η αίτηση. Και τούτο γιατί η παροχή ευχέρειας σε ένα αιτητή να συμπεριλάβει στις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την αίτηση του εξ ακοής μαρτυρία μέσα στα πλαίσια της επείγουσας φύσης της αίτησης, δεν πρέπει να επενεργεί δυσμενώς για τον αντίδικο του, στερώντας του την ευχέρεια να αντικρούσει τις θέσεις του αιτητή πάνω σε ίση βάση.» Ο Μάριος Πόγιαννος, είναι τεχνικός στην υπηρεσία των εναγομένων 1 - καθ΄ων η αίτηση, και αναφέρει τον τρόπο και την πηγή γνώσης του αναφορικά με τα γεγονότα που ορκίζεται. Επίσης στην αντεξέταση του, σε κάθε περίπτωση που κλήθηκε να δώσει σχετικές απαντήσεις ως προς την πηγή της γνώσης του αναφορικά με κάποια από τα γεγονότα, ο μάρτυρας αποκάλυψε είτε τον τρόπο που περιήλθαν κάποια γεγονότα εις γνώση του είτε και το πρόσωπο από το οποίο τα πληροφορήθηκε. Συνεπακόλουθα δεν τίθεται ζήτημα αποκλεισμού της μαρτυρίας του πιο πάνω προσώπου ως μη αποδεκτής μαρτυρίας. Αμφισβήτηση επίσης, κατά τον ίδιο τρόπο, υπήρξε και κατά την αντεξέταση του ενόρκως δηλούνται στην ένσταση των εναγομένων 2. Ο ενόρκως δηλών στην ένσταση των εναγομένων 2, στις παραγράφους 1 και 2 της ένορκης του δήλωσης, αναφέρει την ιδιότητα του και την θέση του κατέχει στην εναγόμενη 2 εταιρεία και τις πηγές από τις οποίες άντλησε γνώση σε σχέση με τα γεγονότα της υπόθεσης, ως εκ τούτου κατά τον ίδιο τρόπο αντιμετωπίζεται και η δική του μαρτυρία. Δεν θεωρώ ότι κλονίστηκε καθ΄ οιονδήποτε η μαρτυρία των δύο προσώπων που έχουν αντεξεταστεί, και οι δύο απάντησαν με ευθύτητα στα όσα ερωτήθηκαν κατά την διάρκεια της αντεξέτασης τους χωρίς υπεκφυγές και υπερβολές. Η πεποίθηση και των δύο, σύμφωνα με αυτά που γνώριζαν και αυτά είχαν περιπέσει στην αντίληψη τους, ήταν ότι οι ενέργειες των εναγομένων ήταν και είναι καθ' όλα νόμιμες καλυπτόμενες από το Διάταγμα απαλλοτρίωσης. Προχωρώντας, για τους σκοπούς εξέτασης της ουσίας του αιτήματος έχω μελετήσει με προσοχή όλα τα ενώπιον μου στοιχεία υπό το φως των σχετικών αυθεντιών και αρχών. Είναι θεμελιωμένο ότι στο στάδιο τη εκδίκασης αιτήσεων για παρεμπίπτοντα διατάγματα δεν είναι ορθό και επιθυμητό, το Δικαστήριο να προβαίνει σε ευρήματα αξιοπιστίας και ευρήματα ως προς τα ουσιώδη επίδικα γεγονότα, τα οποία θα κληθεί να αποφασίσει σε μεταγενέστερο στάδιο. Στην υπόθεση Jonitexo Ltd ν. Adidas
(1984)1 CLR 263, έχει υποδειχθεί, ότι το Δικαστήριο εξετάζει την ενώπιον του μαρτυρία με σκοπό να αποφασίσει κατά πόσο δικαιολογείται η έκδοση του προσωρινού διατάγματος και οποιαδήποτε εξέταση της ενώπιον του μαρτυρίας με σκοπό την διεξαγωγή συμπερασμάτων, τα οποία ενδεχομένως να προκαταβάλουν τα τελικά συμπεράσματα ή να τα παραβλάψουν, πρέπει να αποφεύγεται. Αυτό δε γιατί το αρμόδιο Δικαστήριο για εξαγωγή τέτοιων συμπερασμάτων είναι το Δικαστήριο ενώπιον του οποίου θα εκδικαστεί η κυρίως υπόθεση. Θεωρώ όμως ότι είναι επιτρεπτό να προβώ σε διάφορες παρατηρήσεις αναφορικά με την μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον μου για σκοπούς απάντησης των ζητημάτων που έχουν εγερθεί. Όσον αφορά την πρώτη προϋπόθεση, επεξηγήθηκε σε πολλές αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ότι δεν υπάρχει λόγος να ερμηνεύεται ότι περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν της κατάδειξης μιας συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τα δικόγραφα. (βλ. Odysseos v Pieris Estates πιο πάνω). Αναφορικά με την ύπαρξη «καλής αιτίας αγωγής» στην υπόθεση Κυτάλα ν. Χρυσάνθου κ.α
(1996)1 ΑΑΔ 253, λέχθηκαν τα εξής: «Είναι πάντως σαφές από τον επιθετικό προσδιορισμό ότι η αιτία αγωγής πρέπει να διακρίνεται από την ποιότητα της. Το ότι διατυπώνεται αιτία αγωγής δεν είναι από μόνο του αρκετό. Η αιτία αγωγής πρέπει να είναι καλή με την έννοια ότι, από άποψης ποιότητας συγκεντρώνει πιθανότητα επιτυχίας. Πρόκειται λοιπόν για προϋπόθεση όμοια με την αντίστοιχη στην επιφύλαξη του άρθρου 32
(1)του περί Δικαστηρίων Νόμου 1960.» Σύμφωνα με την Odysseos (ανωτέρω), η πιθανότητα στα πλαίσια επιφύλαξης του άρθρου 32
(1)απαιτεί από τον ενάγοντα να καταδείξει ότι έχει ορατή δυνατότητα επιτυχίας. Αναφορικά με την δεύτερη προϋπόθεση, η έννοια της «πιθανότητας» επιτυχίας κατά την Odysseos (ανωτέρω), περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά κάτι πολύ λιγότερο από το «ισοζύγιο των πιθανοτήτων» που είναι το μέτρο για την απόδειξη σε αστικές υποθέσεις. Το Δικαστήριο εξετάζοντας αυτή την προϋπόθεση έχει υποχρέωση να εξετάσει χωρίς βέβαια να αποφασίσει οτιδήποτε σ΄αυτό το στάδιο, την ποιότητα ή ισχυρότητα της μαρτυρίας της υπόθεσης του ενάγοντα. Το επίπεδο με το οποίο θα κριθεί η μαρτυρία σ΄αυτό το στάδιο δεν είναι πολύ ψηλό. Σύμφωνα με την υπόθεση Κυτάλα (πιο πάνω), η μαρτυρία θα πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας για εξασφάλιση θεραπείας. Ενώ όπως λέχθηκε στην υπόθεση Σεβαστού ν. Σεβαστού
(2002)1 (Γ) ΑΑΔ 1980, επιτρέπεται μόνο πρωταρχική εξέταση της μαρτυρίας για σκοπούς συνεκτίμησης της αποδεικτικής δύναμης της κάθε πλευράς. Θεωρώ ιδιαίτερα σημαντικό το γεγονός, παρά το ότι δεν υπάρχει ρητή παραδοχή, ότι τελικά δεν υπήρξε αμφισβήτηση από την πλευρά του ενάγοντα ότι η έντυπη προσφορά αποζημίωσης του παραδόθηκε προσωπικά τον μήνα Νοέμβριο του 2009, κατά τρόπο που έλαβε γνώση της ύπαρξης και του περιεχομένου της. Αντίγραφο της οποίας μάλιστα επισυνάπτει ως Τεκμήριο 6 με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση του. Η παραδοχή από την πλευρά του ενάγοντα ότι έλαβε γνώση έστω και μεταγενέστερα της προσφοράς προκύπτει και από ερωτήσεις που τέθηκαν στον κ. Πόγιαννο κατά την διάρκεια της αντεξέτασης του. Συγκεκριμένα ο εν λόγω μάρτυρας, ερωτήθηκε να πει αν γνωρίζει εάν η επιστολή που δόθηκε στον ενάγοντα είναι η αρχική χωρίς τροποποίηση ή αυτή με τροποποίηση (χειρόγραφη σε σχέση με την διεύθυνση). Επίσης ο ισχυρισμός που περιέχετε στην ένορκη δήλωση του κ. Πόγιαννου, ότι η προσφορά δόθηκε στη συνέχεια δια χειρός τον ενάγοντα, δεν αντικρούεται από τον ενάγοντα αφού δεν επιχείρησε κάτι τέτοιο με την αίτηση που υπόβαλε για άδεια καταχώρησης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Ενώ στην αγόρευση του ο συνήγορος του ενάγοντα, επικαλείται για ενίσχυση της θέσης του περί λήξης της ισχύος του Διατάγματος, την παραδοχή του Μάριου Πόγιαννου ότι η έντυπη προσφορά δόθηκε δια χειρός στον ενάγοντα μετά την λήξη της προθεσμίας των 14 μηνών, τον Νοέμβριο του 2009. Συνεπακόλουθα δεν θεωρώ ότι τίθεται ζήτημα ανάλυσης και αναφοράς στα όσα επικαλέστηκαν αμφότερες οι πλευρές αναφορικά με την «αζήτητη» έντυπη προσφορά, αν αυτή στάληκε και από ποιόν και σε ποια διεύθυνση. Η ύπαρξη του τεκμήριου Δ αλλά και το γεγονός ότι η προσφορά τελικά παραδόθηκε στον ενάγοντα και έλαβε γνώση του περιεχομένου της είναι αρκετό κατά την άποψη μου και δίδει έδαφος για σκοπού επίλυσης και κατάληξης σε ότι αφορά τις προϋποθέσεις έκδοσης του αιτούμενου Διατάγματος. Το Άρθρο 8 του Νόμου 15/62 προβλέπει τα εξής: Η απαλλοτριούσα αρχή οφείλει εντός δεκατεσσάρων μηνών από της δημοσιεύσεως της γνωστοποίησης απαλλοτριώσεως να έλθη εις διαπραγματεύσεις δια την απόκτησιν της ιδιοκτησίας εις ην αφορά τοιαύτη γνωστοποίησις δι΄ ιδιωτικής συμβάσεως και τον δια συμφωνίας καθορισμόν της αποζημιώσεως, ως και τον καταμερισμόν αυτή μεταξύ άπαντων των εις τούτην ενδιαφερόμενων προσώπων. Εάν δεν επέλθη συμφωνία εντός της προαναφερόμενης χρονικής περιόδου η απαλλοτριούσα αρχή υποχρεούται εις έμεσον προσφοράν της αυτή υπολογισθείσης αποζημιώσεως. Δυνάμει του άρθρου 146 του συντάγματος το Ανώτατο Δικαστήριο έχει αποκλειστική δικαιοδοσία να αποφασίσει οριστικά και αμετάκλητα για κάθε προσφυγή που υποβάλλεται κατά αποφάσεως πράξης ή παράληψης οποιουδήποτε οργάνου, αρχής, ή προσώπου το οποίο ασκεί εκτελεστική ή διοικητική λειτουργία. Στην Αναθεωρητική Έφεση Αρ. 3762 ημερομηνίας 12.11.2007 Ολυμπία Πιερίδη ν. Κυπριακής Δημοκρατίας κ.α, η αιτήτρια ισχυρίστηκε, μεταξύ άλλων, πως το διάταγμα απαλλοτρίωσης θα έπρεπε να ακυρωθεί, αφού δεν υπήρξε συμμόρφωση με το Άρθρο 8 του Περί Αναγκαστικής Απαλλοτρίωσης Νόμου του 1962, (Ν.15/62), (όπως τροποποιήθηκε) - το οποίο προβλέπει για διαπραγματεύσεις εντός δέκα μηνών από τη δημοσίευση της γνωστοποίησης με σκοπό την απόκτηση της ιδιοκτησίας με ιδιωτική σύμβαση και, σε περίπτωση αποτυχίας, άμεση προσφορά αποζημίωσης. Αναφορικά με τον πιο πάνω λόγο που η επικαλέστηκε η αιτήτρια, ο οποίος απορρίφθηκε, λέχθηκαν τα εξής: «Λαμβάνοντας υπόψη ότι στην αιτήτρια έγινε προσφορά αποζημίωσης, καταλήγουμε ότι οι λόγοι που αφορούν τις μετά τη δημοσίευση του Διατάγματος χρονικές παραλείψεις δεν επηρεάζουν τη νομιμότητας της απόφασης». Καθίσταται εμφανές από τα πιο πάνω, αλλά και από αυτά που εκθέτει στην ένορκη του δήλωση ο ενάγων και στην αγωγή του ότι οι ισχυρισμοί και οι θέσεις που προβάλλει στρέφονται κατά της νομιμότητας της απόφασης και ως εκ τούτου δεν τίθεται ζήτημα ελέγχου ίδιας της νομιμότητας της απόφασης από το παρών δικαστήριο κατά τρόπο που θα μπορούσε να κρίνει και τις ενέργειες των εναγομένων ως παράνομες πλέον. Καμία άλλη μαρτυρία δεν υπάρχει ενώπιον μου ότι το Διάταγμα απαλλοτρίωσης έπαψε να ισχύει που σε μια τέτοια περίπτωση θα διαφαίνετο και το ορατό επιτυχίας του ενάγοντα στην αγωγή του. Συνεπακόλουθα με τα πιο πάνω, και εφόσον τίθεται ζήτημα τέτοιο το οποίο έχει σχέση με την νομιμότητα του Διατάγματος απαλλοτρίωσης και λαμβανομένου υπόψη ότι ο ενάγοντας στηρίζει την αγωγή του σε παράνομη επέμβαση επικαλούμενος το πιο πάνω γεγονός, καταλήγω πως απέτυχε να καταδείξει την ύπαρξη καλής βάσης αγωγής και την ύπαρξη ορατής δυνατότητας επιτυχίας. Εφόσον κατά την κρίση μου, ο ενάγοντας έχουν αποτύχει να αποδείξει ότι υφίστανται οι πιο πάνω προϋποθέσεις δεν τίθεται ζήτημα άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου υπέρ της έκδοσης του Διατάγματος και η αίτηση του απορρίπτεται. Τα έξοδα της διαδικασίας αυτής επιδικάζονται υπέρ των εναγόμενων - καθ΄ ων η αίτηση και εναντίον του ενάγοντα - αιτητή όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Το αποτέλεσμα της υπό κρίση αίτησης είναι καθοριστικό και για το Διάταγμα ημερομηνίας 6/7/2010 το οποίο εκδόθηκε στα πλαίσια μονομερούς αίτησης ημερομηνίας 2/7/2010, το οποίο υπό τις περιστάσεις καθίσταται άνευ αντικειμένου. Τυχόν έξοδα που έχουν προκύψει στα πλαίσια της πιο πάνω αίτησης ακολουθούν το αποτέλεσμα της παρούσας αίτησης. (Υπ.) .............. Κ. Κουνίδου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.