Ronald Brian Morell κ.α. ν. Leith William Massey κ.α., Αρ. Αγωγής 1936/2007, 20.8.2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2010:A25 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Κ. Κουνίδου Ε.Δ Αρ. Αγωγής 1936/2007 Μεταξύ: Ronald Brian Morell, από το Ηνωμένο Βασίλειο Marion Jean Morell, από το Ηνωμένο Βασίλειο Εναγόντων Και 1.Leith William Massey, Καμίνια,Πέγεια 2.Barbara Louvain Massay, Καμίνια, Πέγεια Εναγομένων ---------------------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 20.8.2010 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους ενάγοντες: κα Ν. Καθητζιώτου Για τους εναγόμενους: κ. Π. Ευθυμίου (για να ακούσει απόφαση κ. Χ. Σιμιλλίδης) Α Π Ο Φ Α Σ H* Οι ενάγοντες, όπως είναι παραδεκτό, την 21.1.2003 πούλησαν δυνάμει έγγραφης συμφωνίας, στους εναγόμενους μια έπαυλη στην Πέγεια της Επαρχίας Πάφου για το ποσό των Λ.Κ. 202,000 (€345.137.49) και με ξεχωριστή έγγραφη συμφωνία ίδιας ημερομηνίας τους πούλησαν επίσης και την επίπλωση της πιο πάνω έπαυλης για το ποσό των Λ.Κ.15,000 (€25.629). ------------------------------------------------------------------------------------------------------- *Η απόφαση δόθηκε κατά την διάρκεια των θερινών διακοπών μετά από άδεια του Προέδρου του Δικαστηρίου Ισχυρίζονται οι ενάγοντες ότι έναντι του τιμήματος πώλησης της έπαυλης, οι εναγόμενοι πλήρωσαν συνολικά το ποσό των €303.049.17 μέχρι της 15.4.2003 και εξακολουθούν να τους οφείλουν το ποσό των €25.002,30.- ποσό το οποίο αξιώνουν με την παρούσα αγωγή τους. Με την έκθεση υπεράσπισης τους, οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι η πράξη της πώλησης ολοκληρώθηκε με την μεταβίβαση του τίτλου ιδιοκτησίας στο Κτηματολόγιο Πάφου στις 2/3/2004 κατά την οποία οι ενάγοντες και/ή αντιπρόσωπος τους δήλωσαν ότι εξοφλήθηκαν πλήρως για την συναλλαγή αυτή και για αυτό εμποδίζονται από την συμπεριφορά τους και με έγγραφα να ισχυρίζονται ότι εκκρεμεί η συναλλαγή της πώλησης. Ισχυρίζονται επίσης οι εναγόμενοι, ότι οι ενάγοντες εμποδίζονται να ισχυρίζονται, ότι δικαιούνται επιπλέον ποσά, πέραν αυτών που συμφωνήθηκαν, λόγω της παρόδου πέραν των τριών ετών να καταχωρήσουν την αγωγή τους. Οι εναγόμενοι αρνούνται τις παραγράφους 7 και 8 της έκθεσης απαίτησης των εναγόντων και ισχυρίζονται ότι για την συναλλαγή αυτή, είχε δοθεί εξουσία από μέρους των εναγόντων, στον εγγεγραμμένο κτηματομεσίτη Χριστάκη Θεοφάνους και στον δικηγόρο Ανδρέα Αλεξίου, οι οποίοι και χειρίστηκαν τόσο το μέρος της πληρωμής των συμφωνηθέντων χρημάτων, όσων και των θεμάτων των συμβολαίων. Αρνούνται ότι οχλήθηκαν σε οποιοδήποτε στάδιο και με οποιοδήποτε τρόπο από τους ενάγοντες, πριν την καταχώρηση της αγωγής και ισχυρίζονται ότι η αγωγή των εναγόντων είναι αβάσιμη και ζητούν τη απόρριψη της με έξοδα εναντίον τους. Η Μαρτυρία: Κατά την ακροαματική διαδικασία κατέθεσαν συνολικά 2 μάρτυρες. Εκ μέρους των εναγόντων ο ενάγοντας 1 και εκ μέρους των εναγομένων η Δέσπω Αζίνα υπάλληλος στον κλάδο μεταβιβάσεων ακίνητης ιδιοκτησίας του Κτηματολογίου Πάφου. Τα τεκμήρια της υπόθεσης: Ως τεκμήρια στην υπόθεση κατά την ακροαματική διαδικασία της αγωγής κατατέθηκαν τα πιο κάτω:
- Έγγραφη συμφωνίας πώλησης της έπαυλης, ημερομηνίας 21.1.2003 (Τεκμήριο 1)
- Έγγραφη συμφωνίας πώλησης επίπλων, ημερομηνίας 21.1.2003 (Τεκμήριο 2)
- Γραπτή δήλωση του Μ.Ε.1 η οποία αποτέλεσε μέρος της κυρίως εξέτασης του (Τεκμήριο 3)
- Αντίγραφο τραπεζικής κατάθεσης ημερομηνίας 15.4.2003 (Τεκμήριο 4)
- Χειρόγραφη επιστολή ημερομηνίας 20.6.2003 (Τεκμήριο 5)
- Χειρόγραφη επιστολή ημερομηνίας 9.7.2003 (Τεκμήριο 6)
- Γραπτή δήλωση της Μ.Υ.1 η οποία αποτέλεσε μέρος της κυρίως εξέτασης της (Τεκμήριο 7) Τα όσα ο μάρτυρας των εναγόντων και η μάρτυρας των εναγομένων, έχουν αναφέρει στο δικαστήριο έχουν καταγραφεί στα πρακτικά που τηρήθηκαν, λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο, μαζί με τα κατατεθέντα τεκμήρια, στο σύνολο τους και δεν θεωρείται σκόπιμο να επαναληφθούν στα πλαίσια της παρούσας απόφαση. Στην συνέχεια κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας, γίνεται αναφορά στα σημεία της μαρτυρίας, που στηρίζεται η κρίση του δικαστηρίου για την αξιοπιστία ή μη της μαρτυρίας και κατά λογική συνέπεια την αποδοχή ή απόρριψη της. Η συνήγορος των εναγόντων κάλεσε το Δικαστήριο να δεχτεί την μαρτυρία του Μ.Ε. 1, και να την κρίνει ως αξιόπιστη, αναφέροντας πως με βάση την μαρτυρία του, τα παραδεκτά γεγονότα και το σύνολο της μαρτυρίας που παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου οι ενάγοντες έχουν πετύχει να αποδείξουν την αξίωση τους εναντίον των εναγομένων, σε αντίθεση με τους εναγόμενους οι οποίοι απέτυχαν να αποδείξουν, αφού δεν προσκόμισαν καμία μαρτυρία ότι έχουν καταβάλει το ποσό των €25.002,30 που αποτελεί το υπόλοιπο του τιμήματος πώλησης της έπαυλης, σχολιάζοντας και το γεγονός ότι οι εναγόμενοι δεν παρουσιάστηκαν οι ίδιοι στο Δικαστήριο για να υποστηρίζουν την υπόθεση τους με μαρτυρία αλλά και την μαρτυρία της Μ.Υ.
- Τόνισε επίσης, με αναφορά στην έκθεση υπεράσπισης των εναγομένων, το γεγονός ότι σε κανένα σημείο της δεν ισχυρίζονται οι εναγόμενοι ότι το τίμημα της πώλησης έχει εξοφληθεί . Ο συνήγορος των εναγόμενων, αφού αναφέρθηκε και σχολίασε την μαρτυρία του παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, εισηγήθηκε ότι οι ενάγοντες εμποδίζονται τόσο από την συμπεριφορά τους αλλά και με έγγραφα, να ισχυρίζονται ότι, η πράξη της πώλησης και μεταβίβασης δεν έχει ακόμα ολοκληρωθεί. Τα πιο κάτω, σύμφωνα με τον κ. Ευθυμίου συνηγορούν στο ότι η πράξη της πώλησης, παράδοσης και μεταβίβασης τους ακινήτου ολοκληρώθηκαν και καμία εκκρεμότητα δεν υπάρχει αλλά και δημιουργούν εμπόδιο στους ενάγοντες να ισχυρίζονται κάτι τέτοιο καθότι (α) η μεταβίβαση του τίτλου της κατοικίας των εναγόντων ολοκληρώθηκε στο Κτηματολόγιο το 2004, μέσω του Δικηγόρου τους κ. Ανδρέα Αλεξίου, στον οποίο είχαν δώσει γενικό πληρεξούσιο (β) έγινε παράδοση της κατοχής του πωλούμενο ακινήτου το έτος 2003 (γ) στην συμφωνία (Τεκμήριο 1) υπάρχει όρος ότι η παράδοση και μεταβίβαση του τίτλου ιδιοκτησίας, προϋποθέτει την πλήρη εξόφληση του τιμήματος (δ) οι ενάγοντες δεν προέβηκαν σε καμία εύλογη και λογική ενέργεια στο να ανατρέψουν την πράξη της πώλησης και μεταβίβασης ενώ παρήλθαν 4 χρόνια από την υπογραφή της συμφωνίας και 3 χρόνια από την μεταβίβαση της κατοικίας (ε) το γεγονός ότι ο Μ.Ε.1 στην δήλωση του (Τεκμήριο 3) στις παραγράφους 8,9 και 14 παραδέχεται ότι έχει λάβει ολόκληρο το ποσό από την συναλλαγή της πώλησης του σπιτιού και των επίπλων (στ) το γεγονός ότι έχουν χρησιμοποιήσει τόσο στο στάδιο της υπογραφής της συμφωνίας πώλησης όσο και στο στάδιο της παράδοσης της κατοχής και της μεταβίβασης του τίτλου υπηρεσίες δικηγόρου (ζ) η δήλωση του αντιπροσώπου τους, δικηγόρου κ. Ανδρέα Αλεξίου κατά την μεταβίβαση του τίτλου ιδιοκτησίας ότι το τίμημα έχει πληρωθεί. Σύμφωνα με τον κ.Ευθυμίου, οποίος παρέπεμψε το Δικαστήριο στον Phipson on Evidence, 14th έκ. Παραγ.6-10, η μόνη περίπτωση, στην οποία δεν δημιουργείται κώλυμα, είναι η περίπτωση απάτης και παρανομίας κατά την οποία ένα μέρος δεν εμποδίζεται να ζητήσει θεραπεία και αποκατάσταση, όταν μια πράξη έγινε για ανήθικους και παράνομους σκοπούς ή ενάντια στην πάγια δημόσια πρακτική. Αξιολόγηση μαρτυρίας: Κατά την ακροαματική διαδικασία είχα την ευκαιρία και παρακολούθησα με προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενόρκως. Παρακολούθησα τον τρόπο που αυτοί έδιδαν μαρτυρία, τις απαντήσεις που έδιναν, την συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία τους. Παράγοντες που δύναται να ληφθούν υπόψη, χωρίς να είναι εξαντλητικού χαρακτήρα, τους οποίους και έλαβα υπόψη κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι η αμεσότητα των απαντήσεων, η σαφήνεια που αυτές περιείχαν, ο τρόπος με τον οποίο δίδονταν οι απαντήσεις από τους μάρτυρες καθώς και οι αντιφάσεις που υπήρξαν στις απαντήσεις. Τη μαρτυρία του Μ.Ε.1 παρακολούθησα και εξέτασα με προσοχή και οι ισχυρισμοί του εξετάστηκαν σε συνάρτηση και με τα έγγραφα που - Τεκμήρια κατέθεσε. Η μαρτυρία του παρουσίαζε κάποια σύγχυση, η οποία κατά την άποψη μου δεν προερχόταν από εσκεμμένες προσπάθειες να παραπλανήσει το Δικαστήριο ή να κρύψει την αλήθεια. Την μαρτυρία του την δέχομαι εκτός από το μέρος της στο οποίο θα αναφερθώ κατωτέρω, έχοντας κατά νου τόσο την υπόλοιπη μαρτυρία όσο και την διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου να δεχτεί μέρος μίας μαρτυρίας και να απορρίψει το άλλο μέρος ( βλ. Νικολάου ν. Καδής
(1986)1 ΑΑΔ 212). Η εκδοχή του ότι εξακολουθεί ο ίδιος και η σύζυγος του να είναι ιδιοκτήτες της κατοικίας και ότι η μεταβίβαση δεν είχε ολοκληρωθεί, πηγάζει, όπως αυτό έγινε φανερό από τον τρόπο που αυτός μαρτυρούσε λόγω της πεποίθησης και της εντύπωσης που του δημιουργήθηκε ενόψει μη καταβολής του ποσού των €25.002,30.- το οποίο σύμφωνα με τον ίδιο αποτελεί το υπόλοιπο του τιμήματος της πώλησης. Όπως ο Μ.Ε.1 ανέφερε, μεταξύ άλλων, ο ίδιος υποθέτει, είναι ακόμα ο ιδιοκτήτης της κατοικίας αφού δεν πληρώθηκε ολόκληρο το ποσό της συμφωνίας πώλησης. Το γεγονός της μεταβίβασης της έπαυλης στο όνομα των εναγομένων ως αγοραστών επιβεβαιώνεται από την ύπαρξη του Τεκμήριου 8 που είναι το πιστοποιητικό εγγραφής ακίνητης ιδιοκτησίας. Αν και δεν υπήρξε άρνηση από μέρους του ότι η κατοχή της έπαυλης παραδόθηκε στους εναγόμενους, μετά την υπογραφή της συμφωνίας, η μαρτυρία του σε σχέση με το χρονικό διάστημα που αυτή παραδόθηκε παρουσίαζε επίσης σύγχυση. Αρχικά ο μάρτυρας ανέφερε πως η παράδοση της κατοχής έγινε 2 βδομάδες μετά που υπογράφτηκε η συμφωνία στο γραφείο του δικηγόρο των εναγομένων, μετά είπε 30 ημέρες, μετά αναθεώρησε τις δύο βδομάδες λέγοντας πως ήταν 2 μήνες, στην συνέχεια είπε πως χωρίς να κοιτάξει τα έγγραφα του δεν μπορεί να πει πότε έγινε η παράδοση και πως οι ίδιοι μετακόμισαν από το σπίτι 31/3/2003 και υποθέτει πως οι αγοραστές δεν θα ήταν μέσα πριν την 1/5/
- Το γεγονός ότι ο ίδιος είχε εγκαταλείψει την Κύπρο επείγοντος και είχε αναθέσει στον δικηγόρο του, ο οποίος υποθέτει ότι αυτός έχει παραδώσει τα κλειδιά τους αγοραστές ή ο κτηματομεσίτης αλλά και το ότι δεν είναι σημαντικό στοιχείο η ακριβής ημερομηνία παράδοσης της κατοχής, δεν θεωρώ ότι η πιο πάνω συμπεριφορά του μάρτυρα έγινε με σκοπό να παραπλανήσει το Δικαστήριο ή να κρύψει την αλήθεια, αφού άλλωστε παραδέχτηκε ότι η κατοικία παραδόθηκε στους εναγόμενους το έτος
- Αντίφαση στην μαρτυρία του Μ.Ε.1 προέκυψε κατά την διάρκεια της επανεξέτασης του, ο οποίος ερωτηθείς αν επέτρεψε ή έδωσε οδηγίες στον Δικηγόρο του να παραδώσει την κατοικία στους αγοραστές απάντησε «όχι δεν έδωσα», γεγονός το οποίο δεν αποδέχομαι αφού στην αντεξέταση του απάντησε ως ακολούθως: - Γιατί επιτρέψατε να γίνει η παράδοση της κατοχής τους εναγόμενους αφού δεν έγινε η πληρωμή; - Το άφησα στα χέρια του Δικηγόρου γιατί πήγα στην Αγγλία για επείγων δουλείες. - Άρα αναγνωρίζετε ότι στο στάδιο αυτό, που μπήκαν οι εναγόμενοι μέσα, είχε εξουσιοδοτηθεί ο δικηγόρος σας να ενεργήσει εκ μέρους σας; - Ναι έτσι είναι. Κατά την μαρτυρία του υπήρξε ο Μ.Ε.1 σταθερός, ότι για την πώληση της έπαυλης είχε λάβει από τους εναγόμενους, με την υπογραφή της συμφωνίας (Τεκμήριο 1) το ποσό των Λ.Κ.10,000.- (€17086,01) ως προκαταβολή και στην συνέχεια στις 15/4/2003 στον κοινό λογαριασμό που διατηρούσαν με την σύζυγο του στην Λαϊκή Τράπεζα κατατέθηκε το ποσό των Λ.Κ.192366.80 σεντ (€328,678.19). Η μαρτυρία του συνάδει με το Τεκμήριο 4, που σύμφωνα με το οποίο το πιο πάνω χρηματικό ποσό κατατέθηκε στον λογαριασμό των εναγόντων μετά από εντολή των εναγομένων. Η αντεξέταση, με την τρόπο που διεξήχθη, αποσκοπούσε στο να παρουσιαστούν γεγονότα και στοιχεία σε σχέση με τον τρόπο και τον χρόνο της παράδοσης και της μεταβίβασης της έπαυλης, τα οποία θα ήταν βοηθητικά από την πλευρά της υπεράσπισης ως προς τους προβαλλόμενους ισχυρισμού της. Στις δικογραφημένες θέσεις των εναγομένων δεν προβάλλεται όμως κανένας ισχυρισμός για εξόφληση, αν και στον μάρτυρα υποβλήθηκε κάτι τέτοιο κατά την αντεξέταση του, όπως στην περίπτωση που ερωτήθηκε αν μπορεί να γνωρίζει με βεβαιότητα αν τα χρήματα πληρώθηκαν στον κτηματομεσίτη ή στον Δικηγόρο του. Η μόνη μαρτυρία που προσκομίστηκε από μέρους των εναγομένων ήταν αυτή της υπαλλήλου του Κτηματολογίου που στόχο είχε να αποδείξει ότι κατά την μεταβίβαση της πωλούμενης ακίνητης περιουσίας των εναγόντων προς τους εναγόμενους, που έγινε στο Κτηματολόγιο Πάφου, έγινε ταυτόχρονα και δήλωση από μέρους του εκπροσώπου των εναγόντων, ενώπιον Κτηματολογικού υπαλλήλου, ότι ολόκληρο το ποσό της συμφωνίας έχει εξοφληθεί. Το γεγονός ότι πράγματι έγινε μια τέτοια δήλωση δεν επιβεβαιώνεται με την μαρτυρία της Μ.Υ.1 και αυτό γιατί (α) δεν είχε καμία ανάμιξη στην μεταβίβαση (β) παραδέχτηκε ότι δεν ήταν το πρόσωπο το οποίο δέχτηκε την μεταβίβαση (γ) δεν εργαζόταν στον κλάδο μεταβιβάσεων κατά τον ουσιώδη χρόνο (δ) της μεταβίβασης επιλήφθηκε κάποια Λίζα Μιχαήλ (ε) δεν είχε καμία επικοινωνία με την Λίζα Μιχαήλ (στ) επικαλέστηκε απλά «πάγια τακτική» του Κτηματολογίου να ζητείτε και να γίνεται η πιο πάνω δήλωση ενώ από τον σχετικό φάκελο του Κτηματολογίου τον οποίο είχε στην κατοχής της κατά τον χρόνο που έδινε μαρτυρία, δεν επιβεβαιώνεται με οποιοδήποτε τρόπο ότι έγινε η πιο πάνω αναφερομένη δήλωση, όπως η μάρτυρας ανέφερε ερωτηθείσα σχετικά στον φάκελο δεν γράφει κάτι τέτοιο (ζ) έκφρασε απλά άποψη ότι ακολουθήθηκε η «πάγια τακτική» από την υπάλληλο του Κτηματολογίου που δέχτηκε την μεταβίβαση χωρίς να έχει οποιοδήποτε προσωπική γνώση της υπόθεσης και της διαδικασίας της μεταβίβασης. Εν όψει της αδυναμίας της μαρτυρίας της Μ.Υ1 να επιβεβαιώσει θετικά ότι έγινε δήλωση από μέρους του εκπροσώπου των εναγόντων, ενώπιον Κτηματολογικού υπαλλήλου, ότι ολόκληρο το ποσό της συμφωνίας έχει εξοφληθεί, ο ισχυρισμός αυτός των εναγομένων που περιέχεται στην υπεράσπιση τους δεν έχε αποδειχτεί. Όπως πιο πάνω αναφέρω οι εναγόμενοι με την έκθεση υπεράσπισης τους, προβάλλουν όχι ισχυρισμό εξόφλησης αλλά ισχυρισμό μη οφειλής του ποσού των €25.002,30.- και ύπαρξης κωλύματος εκ μέρους των εναγόντων από το να ισχυρίζονται κάτι τέτοιο. Κώλυμα Σύμφωνα με τον Nokes το Κώλυμα (Estoppel) είναι ένας κανόνας με τον οποίο ένας διάδικος εμποδίζεται από του να εγείρει ή να αρνηθεί ένα γεγονός (Nokes "Introduction to Evidence", 3rd Ed., page 208), ενώ σύμφωνα με τον Phipson είναι ένας κανόνας που εμποδίζει ένα διάδικο από του να αρνηθεί την ύπαρξη μιας πραγματικής κατάστασης γεγονότων που έχει προβάλει προηγουμένως (Phipson on Evidence, 12th Ed. Page 912). Το Κώλυμα μπορεί να είναι:
(1)Κώλυμα λόγω δεδικασμένου (Estoppel by record)
(2)Κώλυμα λόγω καταχωρήσεων σε έγγραφα (Estoppel by deed) και
(3)Κώλυμα λόγω συμπεριφοράς (Estoppel by conduct or Estoppel in pais) Έχει νομολογηθεί ότι «Estoppels by deed» («Κωλύματα δυνάμει εγγράφου») είναι ένας κανόνας απόδειξης ο οποίος είναι θεμελιωμένος επί της αρχής ότι μια επίσημη και σαφής δήλωση ή δέσμευση σε έγγραφο πρέπει να εκλαμβάνεται ως δεσμευτική μεταξύ των μερών και επομένως μη επιδεχόμενη οποιασδήποτε απόδειξης που να την αντικρούει (Greer and Another v. Kettle
(1983)A.C. 156, 171(H.L.). Βλ. και Phipson on Evidence, 14th έκ. Παραγ.6-08). Στην υπόθεση Greer and Another v. Kettle ο Lord Maugham υιοθέτησε το νομολογηθέντα στην Brook v. Haynes L.R. 6 Eq και πρόσθεσε ότι δεν έχουν αμφισβητηθεί. Παραθέτω το εξής απόσπασμα σε μετάφραση: «Η απόφαση του Lord Romily στην Brook v. Haynes L.R. 6 Eq είναι ακόμα πιο σχετική και μπορεί να προστεθεί ότι η παράθεση της νομικής θέσης σε εκείνη την υπόθεση δεν έχει ποτέ αμφισβητηθεί. Η περίληψη της έχει ως εξής: Το μέρος ενός εγγράφου δεν κωλύεται από τις αρχές της επιείκειας από του να προβάλει ισχυρισμούς ή να προσφέρει μαρτυρία για αμφισβήτηση μιας πρόνοιας του αντίθετη με το γεγονός το οποίο έχει εισαχθεί στο έγγραφο λόγω πλάνης περί τα γεγονότα και όχι λόγω δόλου η απάτης εκ μέρους του.» Σύμφωνα με το Τεκμήριο 1 που είναι η έγγραφη συμφωνία πώλησης, συμφωνήθηκε μεταξύ των μερών όπως το ποσό των Λ.Κ.202.000.- πληρωθεί ως ακολούθως:
- Το ποσό των Λ.Κ.10,000.- με την υπογραφή της συμφωνίας και
- Το υπόλοιπο στις ή πριν από της 31.3.2003 Υπάρχει επίσης πρόνοια σύμφωνα με την οποία, οποιοδήποτε ποσό καταβληθεί μετά την καθορισθείσα ημερομηνία θα επιβαρύνεται με τόκο προς 8.5% ετησίως. Με βάση την ενώπιον μου μαρτυρία, το ποσό των Λ.Κ.10,000.- καταβλήθηκε και η παράδοση της έπαυλης έγινε εντός του έτους 2003 αλλά μετά τις 31.3.
- Σύμφωνα με το Τεκμήριο 8, η εγγραφή της κατοικίας στο όνομα των εναγομένων έγινε στις 19.8.2004 μετά την παράδοση της κατοικίας και την πληρωμή του ποσού που αναφέρεται στο Τεκμήριο
- Με βάση την συμφωνία (Τεκμήριο 1) η μεταβίβαση της κατοικίας θα πραγματοποιηθεί όταν το τίμημα της πώλησης εξοφληθεί πλήρως. Σύμφωνα με το Τεκμήριο 4 που είναι η απόδειξη πληρωμής της κατάθεσης που έγινε κατόπιν εντολής των εναγομένων το ποσό των Λ.Κ. 192366.80 κατατέθηκε στον λογαριασμό των εναγόντων στις 15.4.
- Ο Μ.Ε.1 ανέφερε και δεν αμφισβητήθηκε καθ΄ οιονδήποτε τρόπο αλλά ούτε και με την έκθεση υπεράσπισης γίνεται άρνηση της παραγράφου 6 της έκθεσης απαίτησης, ότι στο πιο πάνω ποσό της κατάθεσης συμπεριλαμβάνεται και το ποσό που αφορά την πώληση των επίπλων της έπαυλης ήτοι Λ.Κ.15,000.- και το οποίο εξοφλήθηκε. Εκ των πραγματικών γεγονότων που ακολούθησαν της συμφωνίας σε σχέση με την πληρωμή του τιμήματος ο όρος της πληρωμής διαφοροποιήθηκε αφού η πληρωμή του πιο πάνω ποσού έγινε σε χρονικό διάστημα εκτός της συμφωνίας, δηλαδή αντί αυτό να πληρωθεί στις ή πριν από της 31.3.2003 καταβλήθηκε στις 15.4.
- Η μαθηματική πράξη, Λ.Κ.202,000- + Λ.Κ.15,000.- = Λ.Κ.217.000 - (Λ.Κ.10.000 + Λ.Κ.192366.80), δείχνει ότι θα έπρεπε να είχε πληρωθεί ακόμη το ποσό των Λ.Κ. 14633.20 ήτοι € 25.002,30 για την εξόφληση του τιμήματος της συμφωνίας πώλησης. Συνεπακόλουθα δεν ευσταθεί ο ισχυρισμός που οι εναγόμενοι προβάλουν (βλ. παρ. 4 της έκθεσης υπεράσπισης) ότι το ποσό της αγωγής που οι ενάγοντες διεκδικούν αφορά επιπλέον ποσά - πέραν απ΄αυτά που συμφωνήθηκαν. Ο ισχυρισμός ότι ο αντιπρόσωπος των εναγόντων δήλωσε στο Κτηματολόγιο κατά την διαδικασία μεταβίβασης ότι οι ενάγοντες εξοφλήθηκαν πλήρως για την συναλλαγή (βλ. παρ. 3 της έκθεσης υπεράσπισης) δεν έχει αποδειχτεί, αφού η μαρτυρία της Μ.Υ.1 δεν έγινε αποδεχτή και ως εκ τούτου δεν τίθεται ζήτημα εξέτασης του κατά πόσο η πιο πάνω δήλωση επηρεάζει με τον τρόπο που οι εναγόμενοι ισχυρίζονται, επίσης στην ίδια παράγραφο της υπεράσπισης τους, την υπόθεση των εναγόντων. Επειδή στην συμφωνία πώλησης (Τεκμήριο 1) αναφέρεται ότι η παράδοση και η μεταβίβαση της κατοικίας θα πραγματοποιηθεί όταν το τίμημα της πώλησης εξοφληθεί πλήρως και επειδή τα δύο πιο πάνω γεγονότα έχουν ήδη λάβει χώρα πριν την έγερση της αγωγής, ο συνήγορος των εναγομένων υποστηρίζει, όπως πιο πάνω έχω αναφέρει, ότι έχει δημιουργηθεί κώλυμα στους ενάγοντες να ισχυρίζονται ότι παραμένει οποιοδήποτε υπόλοιπο προερχόμενο από την συμφωνία πώλησης. Στο σύγγραμμα Το Δίκαιο της Απόδειξης του Τ. Ηλιάδη, στο Κεφάλαιο 9 το οποίο αναφέρεται στα κωλύματα στην σελ. 102 στην οποία γίνεται αναφορά στο Κώλυμα λόγω καταχωρήσεων σε έγγραφα, αναφέρεται με παραπομπή στην υπόθεση Wilson v. Keating
(1859)27 Beav. 121, πως μια απόδειξη πληρωμής ενός ποσού που περιέχεται σε ένα έγγραφο δεν δημιουργεί κώλυμα και μπορεί να δοθεί μαρτυρία ότι η πληρωμή δεν έχει γίνει στην πραγματικότητα και πως σε περίπτωση που μια τέτοια μαρτυρία δεν παρουσιασθεί τότε η αποδοχή θεωρείται ικανοποιητική μαρτυρία ότι η πληρωμή είχε γίνει. Συνεπακόλουθα δεν δημιουργείται κώλυμα για προβολή ισχυρισμού μη εξόφλησης από μέρους των εναγόντων επειδή η μεταβίβαση της κατοικίας έχει γίνει και επειδή το γεγονός της παράδοσης και της μεταβίβασης είχε συνδεθεί με την εξόφληση του τιμήματος. Μέσα από το σύνολο της ενώπιον μου μαρτυρίας, ειδικότερα με βάση την μαρτυρία του Μ.Ε.1 και την απόδειξη πληρωμής - Τεκμήριο 4, έχει αποδειχτεί ότι παραμένει οφειλόμενο ποσό δυνάμει της συμφωνίας πώλησης ημερομηνίας 21.1.2003 (Τεκμήριο 1) το οποίο ανταποκρίνεται στο ποσό που οι ενάγοντες αξιώνουν με την αγωγή τους εναντίον των εναγομένων το οποίο και δικαιούνται να τους αποδοθεί. Συνεπακόλουθα εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγόμενων ως η παράγραφος 9 (α), (β) και (γ) της έκθεσης απαίτησης πλέον τα έξοδα όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκρίνει το Δικαστήριο. (Υπ.) Κ. Κουνίδου Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο