← Κύπρος

Σάββας Ιακώβου Ξυλουργικές Εργασίες Λτδ ν. Μάριου Χερουβείμ, Αρ. Αγωγής 3738/2007, 10.9.2010

Σάββας Ιακώβου Ξυλουργικές Εργασίες Λτδ ν. Μάριου Χερουβείμ, Αρ. Αγωγής 3738/2007, 10.9.2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2010:A28 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Κ. Κουνίδου Ε.Δ Αρ. Αγωγής 3738/2007 Μεταξύ: Σάββας Ιακώβου Ξυλουργικές Εργασίες Λτδ, από Πάφο Ενάγουσα Και Μάριου Χερουβείμ από Πάφο Εναγόμενος ---------------------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 10.9.2010 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την ενάγουσα: κ. Π. Κουρίδης Για τον εναγόμενο: κ. Μ. Μυτίδης για κ. Κ. Κωνσταντίνου (για να ακούσει απόφαση κα Ν. Κωνσταντίνου) Α Π Ο Φ Α Σ H Η ενάγουσα, σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης και έχει ως ασχολία της την κατασκευή ξυλουργικών εργασιών και/ή άλλων συναφών πελεκανικών εργασιών. Ισχυρίζεται πως ο εναγόμενος της ανέθεσε, δυνάμει προφορικής συμφωνίας, κατά ή περί την 16.8.2007, να κατασκευάσει και/ή τοποθετήσει πορτοπαράθυρα και ερμάρια και/ή να αποπερατώσει άλλες συναφείς πελεκανικές εργασίες στην υπό κατασκευή κατοικία του στο χωριό Νικόκλεια της επαρχίας Πάφου έναντι της συμφωνηθείσας τιμής των Λ.Κ.4,500.- πλέον Φ.Π.Α. Η ενάγουσα μετά την πιο πάνω προφορική συμφωνία προχώρησε στο κόψιμο των ξύλων και στην ετοιμασία των συμφωνηθέντων ξυλουργικών εργασιών, των οποίων το κόστος ανήλθε τις Λ.Κ.2300.- πλέον Φ.Π.Α Κατά ή περί την 24/9/2007 μετέβηκε για να τοποθετήσει και/ή αποπερατώσει τις συμφωνηθείσες ξυλουργικές εργασίες στην πιο πάνω κατοικία του εναγόμενου, ο οποίος χωρίς ουσιαστικό λόγο και/ή άλλη εύλογη αιτία, αρνήθηκε την τοποθέτηση και/ή αποπεράτωση τους. Η ενάγουσα κάλεσε τον εναγόμενο τόσο προφορικά όσο και με επιστολή του δικηγόρου της να πληρώσει το πιο πάνω ποσό αλλά αυτός αρνείται και/ή αμελεί και/ή παραλείπει να το πληρώσει. Η ενάγουσα με νέα επιστολή του δικηγόρο της ημερομηνίας 30.11.2007 τερμάτισε την πιο πάνω συμφωνία και τον κάλεσε να εξοφλήσει ολόκληρο το οφειλέμενο ποσό. Η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι για τις ήδη εκτελεσθείσες ξυλουργικές εργασίες υπέστη ζημία για το ποσό των Λ.Κ.2,300.- πλέον Φ.Π.Α ποσό το οποίο διεκδικεί με την αγωγή της πλέον τόκους και έξοδα. Ο εναγόμενος με την έκθεση υπεράσπισης του αρνείται την απαίτηση και τους ισχυρισμούς της ενάγουσας και ισχυρίζεται ότι ουδέποτε της ανέθεσε οποιαδήποτε εργασία. Ισχυρίζεται πως μετά από συνάντηση που είχε με αντιπρόσωπο της ενάγουσας ονόματι Σάββας, έδωσε σε αυτόν κατάσταση και/ή λίστα που περιλάμβανε την εκτέλεση διαφόρων ξυλουργικών εργασιών και ζήτησε όπως του δοθεί προσφορά προκειμένου να συγκρίνει τιμές με άλλους τεχνίτες. Η προσφορά της ενάγουσας ανήλθε στο ποσό των Λ.Κ.4,500.- χωρίς όμως οποιοδήποτε δέσμευση και/ή συμφωνία εκτέλεσης των εν λόγω εργασιών. Αρνείται τους ισχυρισμούς της παραγράφου 3 της έκθεσης απαίτησης και ισχυρίζεται ότι οι οποίες εργασίες έγιναν από την ενάγουσα, αυτές έγιναν αυτόβουλα χωρίς να δοθεί οποιαδήποτε εντολή και/ή χωρίς να συμφωνηθεί οποιοδήποτε ποσό. Περαιτέρω ο εναγόμενος ισχυρίζεται τα εξής: Α) Μετά που η ενάγουσα δια του αντιπροσώπου της έκδωσε την σχετική προσφορά του τηλεφωνούσαν συνεχώς προκειμένου να τον πείσουν να αποδεχτεί την προσφορά, πλην όμως ο εναγόμενος, λόγω της πίεσης που δεχόταν ανάθεσε την εκτέλεση των εργασιών σε άλλους τεχνίτες. Β) Κατά ή περί την 24/9/2007 χωρίς καμία προειδοποίηση και ενώ ο εναγόμενος βρισκόταν στην εργασία του, οι ενάγοντες και/ή αντιπρόσωποι και/ή οι υπηρέτες και/ή οι εντολοδόχοι τους πήγαν στην οικία του στην Νικόκλεια της Επαρχίας Πάφου και άρχισαν να εκτελούν διάφορες εργασίες. Όταν ενημερώθηκε τηλεφωνικώς για τα σχετικά από την μητέρα του που έμενε στο σπίτι, ζήτησε από τον αντιπρόσωπο της ενάγουσας κ. Σάββα εξηγήσεις και ο τελευταίος άρχισε να τον βρίζει και να του λέει ότι αφού έφτιαξε τα πράγματα πρέπει να τα τοποθετήσει. Γ) Ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι ο εν λόγω κύριος τον ρώτησε αν έδωσε την προσφορά αλλού και μετά που ο εναγόμενος απάντησε καταφατικά του δήλωσε ότι ήταν πρόθυμοι να του κάνουν μια πολύ καλύτερη τιμή, πράγμα το οποίο δεν απεδέχθη, δεδομένου ότι είχε δεσμευτεί αλλού. Δ) Παρόλο που ο εναγόμενος τους κάλεσε να αποχωρήσουν από την οικία του, αυτοί αρνήθηκαν και έτσι ο εναγόμενος ειδοποίησε την Αστυνομία η οποία παρενέβει και τελικά οι ενάγοντες αποχώρησαν. Ε) Οι πιο πάνω ενέργειες της ενάγουσας προκάλεσαν πραγματική έκπληξη στον εναγόμενο δεδομένου ότι δεν δόθηκε οποιαδήποτε προκαταβολή, καθώς επίσης δεν προηγήθηκε οποιαδήποτε ρητή ή γραπτή συμφωνία πάνω στην οποία θα μπορούσε να στηριχτεί η ενάγουσα. Τέλος ζητά απόρριψη της αγωγής ως Νόμω και ουσία αβάσιμης και/ή αστήριχτης με έξοδα υπέρ του. Η ενάγουσα με την απάντηση της στην υπεράσπιση του εναγόμενου, δηλώνει άρνηση στους προβαλλόμενους ισχυρισμούς του και επαναλαμβάνει τις θέσεις της ως αυτές διατυπώνονται στην έκθεση απαίτησης. Η Μαρτυρία: Κατά την ακροαματική διαδικασία κατέθεσαν ενώπιον μου συνολικά 4 μάρτυρες. Εκ μέρους της ενάγουσας, ο Διευθυντής της Σάββας Ιακώβου (Μ.Ε.1) και για τον εναγόμενο, μαρτυρία έδωσε ο εναγόμενος (Μ.Υ.1), η σύζυγος του Μιμή Χερουβείμ (Μ.Υ.2) και ο Κώστας Μουρπούλης (Μ.Υ.3). Τα τεκμήρια της υπόθεσης: Ως τεκμήρια στην υπόθεση κατά την ακροαματική διαδικασία της αγωγής κατατέθηκαν τα πιο κάτω: 1. Πιστοποιητικό Εφόρου Εταιρειών (Τεκμήριο 1) 2. Δελτίο προσφοράς με αρ. 00131 ημερομηνίας 16.8.2007 (Τεκμήριο 2) 3. Επιστολή ημερομηνίας 26.9.2007 (Τεκμήριο 3) 4. Επιστολή ημερομηνίας 30.11.2007 (Τεκμήριο 4) 5. Πιστοποιητικό εγγραφής ακίνητης ιδιοκτησίας (Τεκμήριο 5) 6. Χειρόγραφες σημειώσεις - προσφορά (Τεκμήριο 6) 7. Σχέδια (Τεκμήρια 7Α και 7Β). Ο συνήγορος της ενάγουσας κάλεσε το Δικαστήριο να αποδεχτεί την μαρτυρία του Μ.Ε.1 και να απορρίψει αυτή του εναγόμενου και των μαρτύρων του ως αναξιόπιστη, αβάσιμη και ανακριβή, η οποία όπως ανέφερε, είχε ως αποκλειστικό στόχο, να αποφύγει ο εναγόμενος τις νομικές συνέπειες του που απορρέουν από την παραβατική του πράξη. Σύμφωνα με τον δικηγόρο της ενάγουσας, σε περίπτωση που το Δικαστήριο αποφασίσει, ότι η ενάγουσα δεν προέβηκε στην λήψη όλων των λογικών μέτρων για περιορισμό της ζημιάς της, σύμφωνα με το άρθρο 73

(3)του Κεφ. 149 εισηγήθηκε όπως η απαίτηση της ενάγουσας μειωθεί στο ποσό των €1500.- πλέον Φ.Π.Α, το οποίο όπως ανάφερε, αντιπροσωπεύει το μίνιμουμ της απαίτησης της ενάγουσας για τη ήδη διεξαχθείσα εργασία από μέρους της για την κατασκευή των ξυλουργικών εργασιών, ποσό το οποίο είχε ήδη προταθεί στον εναγόμενο ως εξωδικαστηριακή πρόταση κατά την διεξαγωγή της ακροαματικής διαδικασίας. Ο συνήγορος του εναγόμενου κατά την αγόρευση του αφού αναφέρθηκε στη μαρτυρία και στις εκδοχές των δύο πλευρών, κάλεσε το Δικαστήριο να μην δεχτεί την μαρτυρία του μαρτύρα της ενάγουσας και την κρίνει αναξιόπιστη εντοπίζοντας, κατά την άποψη του τα σημεία εκείνα που της προσδίδουν τον πιο πάνω χαρακτηρισμό. Αναφορά έκανε και στο άρθρο 2 του Περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149 και στο άρθρο 73
(3)του ιδίου Νόμου και κάλεσε το Δικαστήριο στηριζόμενος στο πιο πάνω άρθρο, να μην επιδικάσει αποζημιώσεις στην ενάγουσα, λόγω της παραδοχής του Μ.Ε.1 κατά τη κυρίως εξέταση του, ότι δεν έλαβε κανένα λογικό μέτρο να πωλήσει την ξυλεία παρόλο που μπορούσε να το πράξει και έτσι να μειώσει τη ζημιά του ή έστω να μετριάσει αυτή στο ελάχιστο, σε μια τέτοια περίπτωση εισηγήθηκε όπως η κάθε πλευρά επωμιστεί τα δικά της έξοδα. Η παρούσα υπόθεση, κρίνεται επί του ζυγού των πιθανοτήτων και ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς (βλ. Αγαπίου ν. Παναγιώτου
(1988)1 Α.Α.Δ. σελ 263, Γενικός Εισαγγελέας ν. Μανώλη
(1995)2 Α.Α.Δ. σελ. 207). Το Δικαστήριο έχει μελετήσει την μαρτυρία, τις αγορεύσεις των συνηγόρων και τα δικόγραφα, τα οποία προσδιορίζουν τα επίδικα θέματα με τα οποία η μαρτυρία οφείλει να συμπλέει (βλ. Παπαγεωργίου ν. Κλάππα
(1991)
  1. Τα όσα ο μάρτυρας της ενάγουσας, ο εναγόμενος και οι μάρτυρες του, έχουν αναφέρει στο δικαστήριο έχουν καταγραφεί στα πρακτικά που τηρήθηκαν, λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο, μαζί με τα κατατεθέντα τεκμήρια, στο σύνολο τους και δεν θεωρείται σκόπιμο να επαναληφθούν στα πλαίσια της παρούσας απόφαση. Στην συνέχεια κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας, γίνεται αναφορά στα σημεία της μαρτυρίας, που στηρίζεται η κρίση του δικαστηρίου για την αξιοπιστία ή μη της μαρτυρίας και κατά λογική συνέπεια την αποδοχή ή απόρριψη της. Αξιολόγηση μαρτυρίας: Κατά την ακροαματική διαδικασία είχα την ευκαιρία και παρακολούθησα με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενόρκως. Παρακολούθησα τον τρόπο που αυτοί έδιδαν μαρτυρία, τις απαντήσεις που έδιναν, την συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία τους. Παράγοντες που δύναται να ληφθούν υπόψη, χωρίς να είναι εξαντλητικού χαρακτήρα, τους οποίους και έλαβα υπόψη μου κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας, είναι η αμεσότητα των απαντήσεων, η σαφήνεια που αυτές περιείχαν, ο τρόπος με τον οποίο δίδονταν οι απαντήσεις από τους μάρτυρες καθώς και οι αντιφάσεις που υπήρξαν στις απαντήσεις τους. Έχοντας με ιδιαίτερη προσοχή μελετήσει τη μαρτυρία στην ολότητα της και έχοντας παρακολουθήσει τους μάρτυρες με προσοχή δεν έχω καμία αμφιβολία ότι ο μάρτυρας της ενάγουσας έχει καταθέσει την αλήθεια ενώπιον του δικαστηρίου σε αντίθεση με τον εναγόμενο και την Μ.Υ.
  2. Η μαρτυρία του Μ.Ε. 1 γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο. Ο μάρτυρας αυτός απαντούσε με ευθύτητα και απλότητα και δεν έχω αντιληφθεί να περιέπεσε σε οποιαδήποτε αντίφαση ή τάση υπερβολής ή υπεκφυγής κατά τις απαντήσεις που έδιδε τόσο στην κυρίως εξέταση όσο και στην αντεξέταση του. Θεωρώ ότι στο δικαστήριο είπε την αλήθεια άλλωστε αυτό φαίνεται και από το γεγονός ότι δεν έκανε προσπάθεια να αποκρύψει γεγονότα, που ως θα φανεί κατωτέρω, επενεργούν ενάντια στη θέση της ενάγουσας, όπως το ότι, αυτά που κατασκεύασε θα μπορούσαν να είχαν διατεθεί αλλού. H κρίση μου σε σχέση με την αξιοπιστία του Μ.Ε.1 δεν εδράζεται φυσικά μόνο στην θετική εντύπωση που αποκόμισα από αυτόν αλλά και στην τοποθέτηση της εκδοχής του μέσα στο πλέγμα των γεγονότων που παρουσιάστηκαν στην υπόθεση. Δεν είναι λογικό ο Μ.Ε.1, ο οποίος είναι επαγγελματίας ξυλουργός για 28 χρόνια, να προχώρησε στην κατασκευή ξυλουργικής εργασίας, χωρίς κάτι τέτοιο να του έχει ανατεθεί όταν μάλιστα η εκτέλεση της εργασίας προϋποθέτει και την καταμέτρηση της και την λήψη επιτόπου μετρήσεων. Το γεγονός ότι δεν έλαβε οποιοδήποτε προκαταβολή, δεν αποδυναμώνει τη θέση του ότι πράγματι ανέθεσε ο εναγόμενος στην ενάγουσα να εκτελέσει την εργασία, ο ίδιος εξήγησε τον τρόπο που λειτουργεί η εταιρεία σε σχέση με τις συμφωνίες της, πράγμα που δεν ξενίζει αφού δεν πρόκειται για ασυνήθη συμπεριφορά στα συναλλακτικά ήθη, ενώ από την άλλη, η πληρωμή προκαταβολής δεν αποτελεί προϋπόθεση για την κατάρτιση συμφωνίας. Επιπρόσθετα αν τα πράγματα ήταν όπως ο εναγόμενος τα ανάφερε, τότε γιατί ο Μ.Ε.1 να μην προχωρούσε στην κατασκευή και της πρόχειρης κουζίνας έτσι ώστε να απαιτεί να πληρωθεί και για αυτή η ενάγουσα. Η συμπεριφορά του Μ.Ε.1 και ειδικότερα ο θυμός που παρουσίαζε, προερχόταν κατά την άποψη μου, από το γεγονός ότι αυτός ένοιωσε και ένοιωθε ότι ο εναγόμενος τον κορόιδευε και τον ξεγέλασε. Αναφορικά με το γεγονός ότι δεν διάθεσε την εργασία του αλλού, πράγμα που θα μπορούσε να το πράξει, όπως ο ίδιος ανάφερε, το αποδίδω στον θυμό που του προκάλεσε η όλη στάση του εναγόμενου και επειδή θεωρούσε ότι θα έπρεπε ο εναγόμενος να τα παραλάβει. Σε ότι αφορά την νομική πτυχή του θέματος και πως το πιο πάνω γεγονός επηρεάζει την υπόθεση της ενάγουσας, σχετική αναφορά γίνεται πιο κάτω. Από την άλλη πλευρά ο εναγόμενος 1 (Μ.Υ.1) δεν μου έκανε καλή εντύπωση ενώ κατέθετε στο Δικαστήριο και είμαι βέβαιη ότι δεν είπε την αλήθεια. Αυτή την εντύπωση έδωσε στο Δικαστήριο, έχοντας υπόψη τον τρόπο, το ύφος που κατέθετε καθώς και τα λεχθέντα του. Σε πολλά σημεία της μαρτυρίας του ήταν υπερβολικός, κατέθετε με αλαζονεία και παρουσιαζόταν απαξιώτικος σε σχέση με την εργασία του Μ.Ε.
  3. Συγκεκριμένα και σε σχέση με την πιο πάνω κατάληξη αναφέρω τα εξής: Ενώ ενδιαφέρθηκε και αποτάθηκε στον Μ.Ε1 να του δώσει προσφορά για ξυλουργικές εργασίες, ερωτηθείς ποιο ήταν το ποσό της προσφοράς, ανάφερε ότι το ποσό του το έγραψε ο Μ.Ε.1 αλλά δεν έδωσε σημασία ενώ στην αντεξέταση του ερωτηθείς σχετικά ανάφερε ότι ο λόγος που ήθελε την προσφορά ήταν για μα συγκρίνει με άλλους πελεκάνους κάτι που επικαλείται και με την έκθεση υπεράσπισης του. Ενώ υποστήριξε ότι την απόφαση για την μη ανάθεση της εργασίας στην ενάγουσα την πήραν με την σύζυγο του από την πρώτη ημέρα που πήγαν στο σπίτι του Μ.Ε.1 και είδαν την εργασία του η οποία δεν τους άρεσε, είπε πως δεν θεώρησε σωστό να το πει στον Μ.Ε.1 λέγοντας του ότι θα τον ειδοποιήσει και ενώ, περίγραψε τον Μ.Ε.1 ως επίμονο άνθρωπο, ο οποίος τον έπαιρνε τηλέφωνο κάθε 2 μέρες για να του πει τι αποφάσισε αυτός δεν του ανακοίνωνε την απόφαση του. Ενώ όταν τελικά λόγω της επιμονής του Μ.Ε.1 του απάντησε ότι δεν θα του δώσει την δουλεία, ο Μ.Ε.1 είπε ότι τον ύβρισε λέγοντας του ότι έκαμε την δουλεία ήδη και θέλει να πληρωθεί. Το γεγονός ότι δεν δόθηκε οποιοδήποτε ποσό ως προκαταβολή στον Μ.Ε.1, αποτέλεσε ένα κύριο επιχείρημα του Μ.Ε.1, κάτι το οποίο επικαλείται και στην έκθεση υπεράσπισης του, το οποίο τόνιζε με έμφαση αλλά ότι πειστικά, σε μια προσπάθεια του να πείσει ως προς τους δικούς του ισχυρισμούς και γιατί πίστευε ότι αυτό θα βοηθούσε την υπόθεση του. Υποστήριξε, για να τονίσει ότι δεν του άρεσε η δουλεία του Μ.Ε.1, ότι τελικά έδωσαν την δουλεία σε άλλο ξυλουργό, ο οποίος ήταν και πιο ακριβός, ενώ στην αντεξέταση του παραδέχτηκε ότι στην προσφορά του τελευταίου ήταν ακόμη μια κουζίνα κάτι το οποίο ζήτησαν από τον Μ.Ε.1 να μην συμπεριλάβει στην προσφορά της ενάγουσας. Ο εναγόμενος δεν έδωσε καμία εξήγηση γιατί, αφού του εστάλησαν δύο επιστολές εκ μέρους της ενάγουσας (Τεκμήρια 3 και 4) δεν απάντησε σε αυτές και δεν πρόβαλλε του ισχυρισμούς του κατά το στάδιο εκείνο. Τα ίδια αναφορικά και τα ποσά των δύο προσφορών (της ενάγουσας και του Μ.Υ.3) υποστήριξε και η σύζυγος του εναγόμενου (Μ.Υ.2), σε μια προσπάθεια της να πείσει για την ποιότητα της εργασίας του Μ.Ε.1, αναφέροντας ότι το ποσό της προσφορά του Μ.Υ.3 ήταν σχεδόν το διπλάσιο. Γεγονός το οποίο δεν ισχύει, αφού όπως και πιο πάνω αναφέρω, στην προσφορά του Μ.Υ.3 συμπεριλαμβανόταν και η «καλή» κουζίνα ενώ αυτή δεν συμπεριλήφθηκε στην προσφορά της ενάγουσας. Η Μ.Υ.3 εμφανώς παρουσιάστηκε για να βοηθήσει τον εναγόμενο, σύζυγο της, δεν ήταν ειλικρινής και παρουσίασε τα γεγονότα όπως αυτά ήταν βολικά για την υπόθεση του εναγόμενου. Από την απάντηση που έδωσε ερωτηθείσα αν ανατέθηκε στην ενάγουσα να εκτελέσει ξυλουργικές εργασίες, λέγοντας ότι η ίδια δεν της ανάθεσε, ήταν εμφανές ότι δεν γνώριζε τι ακριβώς διαμείφθηκε μεταξύ εναγόμενου και Μ.Ε.
  4. Δεν έχασε όμως και αυτή την ευκαιρία να επικαλεστεί και να τονίσει το γεγονός ότι δεν δόθηκε οποιαδήποτε προκαταβολή στον Μ.Ε.1, σε μια προσπάθεια της να πείσει ότι δεν έγινε οποιαδήποτε συμφωνία. Η μαρτυρία του Μ.Υ.3 δεν πρόσθεσε οτιδήποτε στην υπόθεση αναφορικά με τα ουσιώδη γεγονότα αφού με βάση τη μαρτυρία του αλλά και σύνολο της ενώπιον μου μαρτυρίας δεν γνώριζε και δεν ήταν σε θέση να γνωρίσει τα όσα διαδραματίστηκαν μεταξύ των Μ.Ε.1 και του εναγόμενου. Ο Μ.Υ.3 ήταν το πρόσωπο το οποίο του ανάθεσε ο εναγόμενος και εκτέλεσε τις ξυλουργικές εργασίες στο σπίτι του στην Νικόκλεια. Στο μόνο σημείο που η μαρτυρία του Μ.Υ.3 συγκρούεται με αυτή του Μ.Ε.1, αφορά το γεγονός της επίσκεψης του Μ.Ε.1 στο μαγαζί που διατηρούσε για να διαπιστώσει (ο Μ.Ε.1) αν πράγματι ήταν αυτός ο οποίος εκτέλεσε τις ξυλουργικές εργασίες στο σπίτι του εναγόμενου, επί αυτού του σημείου αποδέχομαι την μαρτυρία του Μ.Ε1 και απορρίπτω την μαρτυρία του Μ.Υ.3, για τον λόγο ότι ο Μ.Ε.1 μου έκανε πολύ καλύτερη εντύπωση αφού ο Μ.Υ.3 φαινόταν με τις απαντήσεις του ότι τελούσε σε σύγχυση και απόφευγε να απαντήσει ευθέως. Ευρήματα: Η γενική άρνηση της πρώτης παραγράφου της έκθεσης απαίτησης της ενάγουσας που γίνεται με την υπεράσπιση του εναγόμενου, η οποία αναφέρεται στην οντότητα της εταιρείας, επέβαλε στην ενάγουσα την υποχρέωση να αποδείξει τον ισχυρισμό της αυτό (βλ. K.N.G Autoparts Ltd v. Μιχάλη Ιωάννου
(1996)ΑΑΔ 1 (Β) 689) Ο Μ.Ε.1 κατά την κυρίως εξέταση του είπε ότι είναι ο Διευθυντής της ενάγουσας εταιρείας η οποία ασχολείται με ξυλουργικές εργασίες και αναφορικά με την σύσταση της παρουσίασε πιστοποιητικό του εφόρου εταιρειών (Τεκμήριο 1). Σχετικό επίσης είναι και το Τεκμήριο 2 που είναι η προσφορά που δόθηκε στον εναγόμενο από την ενάγουσα εταιρεία. Τα πιο πάνω δεν έχουν αμφισβητηθεί με οποιοδήποτε τρόπο κατά την διάρκεια της δίκης και ως εκ τούτου η πιο πάνω μαρτυρία είναι ικανή να αποδείξει τους ισχυρισμούς της παραγράφου 1 της έκθεσης απαίτησης της ενάγουσας και να στηρίζει εύρημα αναφορικά με την οντότητα της εταιρείας. Υπό το φως της πιο πάνω αξιολόγησης της μαρτυρίας αποτελεί εύρημα μου, ότι μεταξύ εναγόμενου και ενάγουσας υπήρξε συμφωνία και οι περιστάσεις σύναψης της συμφωνίας έγιναν όπως ο Μ.Ε.1 περίγραψε. Συγκεκριμένα ο εναγόμενος, μετά που ήρθε σε επαφή με τον Μ.Ε.1, μέσω τρίτου προσώπου, κατά τον Ιούνιο του 2007 και αφού εξασφάλισε προσφορά από την ενάγουσα για την εκτέλεση των ξυλουργικών εργασιών, έναντι συγκεκριμένου ποσού, αποτάθηκε στη συνέχεια στον διευθυντή της ενάγουσα στον Μ.Ε.1, τον Αύγουστο του 2007 και της ανέθεσε την εκτέλεση των ξυλουργικών εργασιών που αναφέρονται στο Τεκμήριο
  1. Στη συνέχεια ο εναγόμενος, επικοινώνησε με τον Μ.Ε1 αναφέροντας του ότι θα υπάρξουν αλλαγές και του ζήτησε να σταματήσει τις εργασίες. Όταν ο Μ.Ε1 επανειλημμένα και χωρίς αποτέλεσμα προσπάθησε να επικοινωνήσει με τον εναγόμενο τον Σεπτέμβριο του 2009, φόρτωσε την εργασία που είχε εκτελέσει και μετάβηκε στην ανεγειρόμενη οικοδομή του εναγόμενου στην Νικόκλεια για την τοποθετήσει. Ο Μ.Ε.1 αφού μετέβη στην πιο πάνω κατοικία επικοινώνησε με τον εναγόμενο και τότε ο τελευταίος ειδοποίησε την αστυνομία η οποία παρενέβηκε και ο Μ.Ε.1 αποχώρησε από το μέρος αφού ενημερώθηκε ότι στην οικοδομή εκτελούσε άλλο πρόσωπο ξυλουργικές εργασίες. Η αξίας της εργασίας που η ενάγουσα είχε εκτελέσει κατά τον πιο πάνω χρόνο ανέρχεται στο ποσό των €
  2. 78 (Λ.Κ.2300.-). Αποτελεί βασική αρχή του δικαίου των συμβάσεων ότι ο ενάγων θα πρέπει να λαμβάνει όλα τα εύλογα μέτρα προς μείωση της απώλειας την οποία έχει υποστεί ως αποτέλεσμα της παράβασης σύμβασης από τον εναγόμενο. Στην περίπτωση που αποτύχει να το πράξει, δηλαδή δεν λάβει όλα τα εύλογα μέτρα προς την πιο πάνω κατεύθυνση, δεν έχει το δικαίωμα να διεκδικεί αποζημιώσεις για οποιαδήποτε τέτοια απώλεια την οποία θα μπορούσε να είχε αποφύγει. Συγκεκριμένα το άρθρο 73
(3)του Κεφ. 149 αναφέρει τα εξής: Κατά τον υπολογισμό της απώλειας ή της ζημιάς που προέκυψε από την παράβαση σύμβασης, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη τα μέσα τα οποία υπήρχαν για θεραπεία της δυσχέρειας η οποία προκλήθηκε συνεπεία της μη εκτέλεσης της σύμβασης Στην υπόθεση George Charalambous Ltd v. Kalos Kafes Ltd κ.α
(1997)1 ΑΑΔ 199 λέχθηκαν σχετικά με την πιο πάνω αρχή τα εξής: « Η γενική αρχή η οποία διέπει τον καθορισμό των ζημιών είναι εκείνη της αποζημίωσης, δηλαδή το αθώο μέρος πρέπει να τεθεί, σε όποιο βαθμό μπορεί αυτό να επιτευχθεί με το χρήμα, στην ίδια θέση στην οποία θα ήταν ως αν η σύμβαση είχε εκτελεστεί ....Η βασική αρχή της αποζημίωσης του αθώου μέρους από μια παράβαση συμφωνίας περιορίζεται από μια δεύτερη αρχή η οποία προκύπτει από την παράγραφο 3 του άρθρου 73 του Κεφ. 149. Με τη δεύτερη αυτή αρχή επιβάλλεται στον ενάγοντα το καθήκον λήψης λογικών μέτρων για περιορισμό της ζημιάς του. Ο ενάγων δεν μπορεί να απαιτήσει ζημία την οποία ήταν δυνατό να περιορίσει εάν λάμβανε προς τούτο λογικά μέτρα.» (βλέπε επίσης και Centra (Holdings) Ltd v. Reuters Ltd
(1999)1 AAΔ 288) Σημαντικό και απόλυτα σχετικό με το πιο πάνω θέμα, θεωρώ το ακόλουθο μέρος από την μαρτυρία του Μ.Ε.1: Ερ. Τζίνα τα ξύλα που έκαμες για πόρτες μπορούσατε να τις χρησιμοποιήσετε σε άλλη δουλειά; Απ. Ναι Ερ.Γιατί δεν το έκαμες; Απ.Γιατί με κορόιδευε τα άφησα εκεί. Στην υπό κρίση περίπτωση, είναι εμφανές ότι η ενάγουσα δεν έλαβε κανένα εύλογο μέτρο προς αυτή την κατεύθυνση, δηλαδή για να περιορίσει την ζημιά της. Ο Μ.Ε.1 με τις πιο πάνω απαντήσεις του, έδειξε ουσιαστικά ότι δεν έχει υποστεί καμία ζημία η ενάγουσα αφού θα μπορούσε να διαθέσει την εργασία που εκτέλεσε αλλού. Ο συνήγορος της ενάγουσας εισηγήθηκε, αντιλαμβανόμενος μάλλον το γεγονός ότι τα πιο πάνω επηρεάζουν την υπόθεση της ενάγουσας, όπως η απαίτηση της ενάγουσας μειωθεί στο ποσό των €1500.- πλέον Φ.Π.Α, το οποίο όπως ανάφερε, αντιπροσωπεύει το μίνιμουμ της απαίτησης της ενάγουσας. Η πιο πάνω εισήγηση δεν στηρίζεται πουθενά και καμία μαρτυρία δεν υπάρχει ενώπιον μου που να δικαιολογεί την επιδίκαση του πιο πάνω ποσού. Λαμβάνοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω οδηγούμαι στο συμπέρασμα ότι η αγωγή πρέπει να απορριφθεί αφού δεν έχει αποδειχτεί ότι δημιουργήθηκε οποιαδήποτε ζημιά στην ενάγουσα από το γεγονός ότι ο εναγόμενος παραβήκε τις συμβατικές του υποχρεώσεις. Το Δικαστήριο αναφορικά με ζήτημα των εξόδων εφαρμόζοντας την αρχή ότι τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα, θα έπρεπε να τα επιδικάσει υπέρ του εναγόμενου και εναντίον της ενάγουσας, όμως έχοντας υπόψη μου την δήλωση του συνηγόρου του εναγόμενου εκδίδεται διαταγή σύμφωνα με την οποία η κάθε πλευρά θα επιβαρυνθεί με τα δικά της έξοδα. (Υπ.) Κ. Κουνίδου Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.