← Κύπρος

ΙΣΛΑΜΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΤΟΥ ΠΑΚΙΣΤΑΝ ν. Jamal Y Khan κ.α., Αρ. Αγωγής: 1259/99, 15.9.2010

ΙΣΛΑΜΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΤΟΥ ΠΑΚΙΣΤΑΝ ν. Jamal Y Khan κ.α., Αρ. Αγωγής: 1259/99, 15.9.2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2010:A29 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Κ. Σταματίου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1259/99 Μεταξύ: ΙΣΛΑΜΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΤΟΥ ΠΑΚΙΣΤΑΝ Εναγόντων και

  1. Jamal Y. Khan, από τις Η.Π.Α.
  2. Deena Y. Khan από το Μπαχρέιν Εναγομένων Και όπως τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος Δικαστηρίου ημερ. 10.4.2001 Μεταξύ: ΙΣΛΑΜΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΤΟΥ ΠΑΚΙΣΤΑΝ Εναγόντων και
  3. Jamal Y. Khan, από τις Η.Π.Α.
  4. Deena Y. Khan από το Μπαχρέιν
  5. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, υπό την ιδιότητα του ως προσωρινού Διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντα Sagheer Khan Εναγομένων Ημερομηνία: 15.9.2010 Εμφανίσεις: Για Εναγόμενους 1 και 2-Καθ΄ ων η αίτηση: κα Τζιούτ (Για ν΄ ακούσει απόφαση μετά της κας Χρ. Πυρκώτου και κ. Β. Ψύρρα) Για Ενάγοντες-Καθ΄ ων η αίτηση: κ. Λ. Γεωργίου με κα Ελ. Κονναρή (Για ν΄ ακούσει απόφαση κ. Ν. Νικολάου) Για Εναγόμενο 3-Καθ΄ ου η αίτηση: κ. Μ. Ευαγγέλου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αίτηση ζητείται η τροποποίηση της υπεράσπισης και ανταπαίτησης των εναγομένων 1 και
  6. Οι αιτούμενες τροποποιήσεις καταλαμβάνουν 17 σελίδες και για να αποφευχθεί η πιθανότητα λάθους, αντί άλλης αναφοράς επισυνάπτεται αντίγραφο των αιτούμενων τροποποιήσεων, το οποίο αποτελεί μέρος της παρούσας απόφασης. Σύμφωνα με την ένορκη δήλωση της Αντρούλας Σωτηριάδη, δικηγορικής υπαλλήλου στο γραφείο των κ.κ. Ανδρέας Νεοκλέους και Σία που συνοδεύει την αίτηση οι λόγοι για τους οποίους κατέστη αναγκαία η υποβολή της αίτησης είναι γιατί «κατά την σύνταξη της Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης, από τη μία εκ λάθους, παραδρομής και αβλεψίας και από την άλλη επειδή έχει μόλις πρόσφατα στα πλαίσια της εν εξελίξει ακροαματικής διαδικασίας της υπόθεσης ληφθεί ορθή, σχετική με τα επίδικα θέματα και την αιτούμενη τροποποίηση γνωμοδότηση από νομικό του Πακιστάν και της Σαουδικής Αραβίας και είναι προφανές ότι δεν εξετέθησαν με ακρίβεια και ευκρίνεια οι ορθοί και λεπτομερείς ισχυρισμοί περί των πραγματικών περιστατικών, των αλλοδαπών δικαίων και των νομικών σημείων και υπερασπίσεων που συνδέονται κυρίως με τις παραγράφους 1(γ), 1(ζ), 5, 6, 10(γ), 14, 15 και 16 της Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης.». Η ενόρκως δηλούσα αναφέρει περαιτέρω ότι η υπόθεση των αιτητών δεν μπορεί να προχωρήσει ως έχει και πρέπει να επιτραπεί η τροποποίηση της έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης για την ορθή και αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης έτσι ώστε να τεθούν όλα τα απαραίτητα γεγονότα και ισχυρισμοί ενώπιον του Δικαστηρίου. Από την αιτούμενη τροποποίηση, αναφέρεται, δεν προκαλείται οποιαδήποτε ανεπανόρθωτη ζημιά στους ενάγοντες και στον εναγόμενο 3 και οποιαδήποτε ζημιά προκληθεί μπορεί να θεραπευθεί με την κατάλληλη διαταγή για έξοδα ή ακόμα και με οδηγίες του Δικαστηρίου να επιτραπεί στους ενάγοντες και στον εναγόμενο 3 να παρουσιάσουν περαιτέρω μαρτυρία. Σε τέτοια περίπτωση οι αιτητές δεν πρόκειται να προβάλουν ένσταση. Οι ενάγοντες καταχώρησαν ένσταση η οποία στηρίζεται σε 20 συνολικά λόγους οι οποίοι μπορούν να συνοψιστούν ως ακολούθως: Υπήρξε καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης, η οποία δεν μπορεί να θεραπευθεί με χρηματική αποζημίωση. Θα προκληθεί εκτροχιασμός της δίκης με ανεπανόρθωτη ζημιά στα δικαιώματα των εναγόντων και της δικαιοσύνης γενικότερα. Θα πρέπει να επανακλητευθούν μάρτυρες από το εξωτερικό με δυσκολία, έχοντας υπόψη ότι θα πρέπει να έλθουν από χώρες που απαιτείται η λήψη βίζας και χρονοβόρων διαδικασιών. Οι αιτούμενες τροποποιήσεις αποτελούν ουσιαστικά εισαγωγή νέων θεμάτων, είναι εκτεταμένες, ουσιαστικές και έχουν μεγαλύτερη έκταση από την υφιστάμενη υπεράσπιση. Ζητείται ο επαναπροσδιορισμός των επιδίκων θεμάτων, προκαλώντας σύγχυση και αδικαιολόγητη καθυστέρηση κατά παράβαση του άρθρου 30.2 και 30.3 του Συντάγματος και του άρθρου 6 της Σύμβασης για τη Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και Θεμελιωδών Ελευθεριών, στερώντας παράλληλα από τους ενάγοντες την ευκαιρία να αντιμετωπίσουν και να παρουσιάσουν διαφορετικά την υπόθεση τους. Η αγωγή εκδικάστηκε με βάση τον Κυπριακό νόμο και, με τις αιτούμενες τροποποιήσεις, μετατίθεται το πλαίσιο της δίκης και έρχεται σε αντίθεση με μαρτυρία που έχει ήδη δοθεί και με ισχυρισμούς που έχουν γίνει παραδεκτοί. Αναφέρεται επίσης πως η αίτηση είναι καταχρηστική, κακόπιστη και κακόβουλη. Τα γεγονότα που αφορούν οι τροποποιήσεις ήταν γνωστά στους ενάγοντες από καιρό και δεν δόθηκε εξήγηση για την καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος. Οι δε ενάγοντες θα πρέπει να απαντήσουν με τροποποίηση των δικογράφων τους. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της Χλόη Τοφαρίδου, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείου του κ. Λεωνίδα Γεωργίου στην οποία αναλύονται οι λόγοι ένστασης με περισσότερη λεπτομέρεια. Αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι οι λόγοι που επικαλούνται οι αιτητές για την υποβολή της αίτησης σε αυτό το στάδιο, είναι αντιφατικοί και ανυπόστατοι, διευκρινίζοντας ότι στην υπεράσπιση και ανταπαίτηση τους οι αιτητές αναφέρουν ότι έχουν ζητήσει και έχουν λάβει νομική γνωμάτευση από έγκριτο νομικό της Σαουδικής Αραβίας και πως ενώ γνώριζαν για αυτά τα θέματα που γίνεται προσπάθεια να εισαχθούν με την παρούσα αίτηση, επέλεξαν να τα εισάξουν στο δικόγραφο τους σήμερα, με αποτέλεσμα να στερήσουν από τους ενάγοντες τη δυνατότητα να προετοιμάσουν τα δικόγραφα τους και να αντικρούσουν τους ισχυρισμούς τους. Οι νέοι ισχυρισμοί αφορούν αλλοδαπό και άγνωστο στους ενάγοντες δίκαιο, το οποίο έρχεται σε αντίθεση με μαρτυρία που έχει κατατεθεί από τους μάρτυρες των εναγόντων και ειδικότερα των ΜΕ1 και ΜΕ2, ή έχει γίνει παραδεκτή στα δικόγραφα ή αποτελεί αναντίλεκτη μαρτυρία λόγω μη αντεξέτασης. Στις αιτούμενες τροποποιήσεις γίνεται προσπάθεια να τεθούν νέα θέματα σε αυτό το προχωρημένο στάδιο της δίκης και ενδεικτικά γίνεται αναφορά στα ακόλουθα: α) με την προσθήκη που ζητείται στην παράγραφο 2(β) εισάγεται ο ισχυρισμός ότι τα πιστοποιητικά κληρονομιάς που εκδόθηκαν προς όφελος του εναγομένου 1 είναι ανέκκλητα ενώ σύμφωνα με την υφιστάμενη υπεράσπιση, ο ισχυρισμός είναι ότι οι ενάγοντες κωλύονται διά συμπεριφοράς να αμφισβητήσουν τα πιστοποιητικά, β) με την προσθήκη που ζητείται στην παράγραφο 2(γ) τίθεται νέος ισχυρισμός ότι οποιεσδήποτε αποφάσεις ακολούθησαν μετά την έκδοση της απόφασης στο Πακιστάν δεν εκδίκασαν την ουσία, ισχυρισμός που θα μπορούσε να τεθεί σε προγενέστερο στάδιο είτε με τη συμπερίληψη του σε δικόγραφα που είχαν δικαίωμα οι αιτητές να καταχωρήσουν, είτε στην αίτηση τροποποίησης που καταχώρησαν στις 26.2.03 την οποία απέσυραν σε μεταγενέστερο στάδιο, γ) με τη διαγραφή της παραγράφου 6 οι αιτητές προσπαθούν κακόπιστα να διαγράψουν ότι από τις 4.9.2002 που καταχωρήθηκε η αγωγή είχαν στα χέρια τους νομική γνωμάτευση όπως ισχυρίζονται από έγκριτο νομικό της Σαουδικής Αραβίας την οποία θα μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν για να διαμορφώσουν ανάλογα το περιεχόμενο της υπεράσπισης τους από τότε. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση οι αιτητές ισχυρίζονται ότι μόλις πρόσφατα έχουν λάβει γνωμάτευση από νομικό του Πακιστάν και της Σαουδικής Αραβίας παρόλο που εδώ και μήνες είχαν αναφέρει προφορικά στο Δικαστήριο ότι προτίθοντο να φέρουν εμπειρογνώμονες μάρτυρες να καταθέσουν για το αλλοδαπό δίκαιο, με αποτέλεσμα να αφήνονται μεγάλες αμφιβολίες για τη γνησιότητα των προθέσεων τους. Η ακροαματική διαδικασία της υπόθεσης βρίσκεται στο τέλος, έχει ήδη καθυστερήσει αρκετά και οποιαδήποτε περαιτέρω καθυστέρηση θα θέσει εκτός του συνταγματικού πλαισίου του ευλόγου χρόνου τη διάγνωση των αστικών δικαιωμάτων των εναγόντων. Οι ενάγοντες έκλεισαν την υπόθεση τους από τον Ιούνιο του 2009 με βάση τα υφιστάμενα δικόγραφα, οι ΜΕ1 και ΜΕ2 ήλθαν στην Κύπρο με πολύ δυσκολία από το Πακιστάν και τρίτος μάρτυρας δεν μπόρεσε να έλθει με αποτέλεσμα οι ενάγοντες να χρησιμοποιήσουν άλλο μάρτυρα για να καταθέσουν έγγραφα που βρίσκονταν στην κατοχή τους και σε περίπτωση έγκρισης του αιτήματος θα πρέπει αυτοί οι μάρτυρες να καταθέσουν για να αντικρούσουν τους νεοεισαχθέντες ισχυρισμούς. Με την αιτούμενη τροποποίηση ζητείται η διαγραφή της παραγράφου 14 και της αντικατάστασης της με νέα. Σε τέτοια περίπτωση προκαλείται ανάκληση της παραδοχής ότι το Ίδρυμα Αποδήμων Πακιστανών αποτελεί κυβερνητικό οργανισμό με τους σκοπούς οι οποίοι αναφέρονται στη παράγραφο 23 της έκθεσης απαίτησης και τίθεται νέος ισχυρισμός ότι το εν λόγω ίδρυμα δεν είχε την εξουσία να καταχωρήσει διαδικασία για να εκδοθεί η δικαστική απόφαση στο Islamabad του Πακιστάν ή και αν ακόμα θεωρηθεί ότι ορθά εκδόθηκε το διάταγμα, αυτό ισχύει για περιουσία που βρίσκεται εντός του Πακιστάν. Για το θέμα αυτό θα απαιτηθεί να κληθεί μαρτυρία από τους ενάγοντες και γίνεται προσπάθεια να εισαχθεί στο δικόγραφο των εναγομένων, καταχρηστικά και κακόπιστα. Ο εναγόμενος 3 καθ΄ ου η αίτηση καταχώρησε ένσταση η οποία στηρίζεται σε 8 συνολικά λόγους τους οποίους παραθέτω αυτούσιους:
  7. Με την αιτούμενη τροποποίηση επιχειρείται η εισαγωγή ισχυρισμών, που στην περίπτωση που το Σεβαστό Δικαστήριο ήθελε επιτρέψει την τροποποίηση της έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης των εναγομένων αρ. 1 και 2, και πάλι δεν θα καταστήσει δυνατή την παρουσίαση μαρτυρίας στα θέματα αυτά αφού δεν είναι δικογραφημένα στα δικόγραφα που ανταλλάγηκαν στην ανταπαίτηση του εναγομένου αρ. 3 και των εξ΄ ανταπαιτήσεως εναγομένων αρ. 2 και 3 και συγκεκριμένα στην έκθεση υπεράσπισης των εναγομένων 2 και 3 στην εν λόγω ανταπαίτηση που καταχωρήθηκε στις 8.5.
  8. Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.
  9. Η τυχόν έγκριση των αιτούμενων τροποποιήσεων, λαμβανομένου υπόψη της φύσεως και της εκτάσεως των και του σημείου όπου σήμερα ευρίσκεται η ακροαματική διαδικασία, ουσιαστικά θα οδηγήσει, κατά τρόπο νομικά ανεπίτρεπτο, στην επανεκδίκαση της υπόθεσης και τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία προκαλώντας ανεπανόρθωτη βλάβη στα συμφέροντα του εναγομένου αρ. 3 αλλά και της δικαιοσύνης.
  10. Τα πλείστα των επίδικων θεμάτων όπως αυτό του ποια κατοικία (domicile) είχε ο αποβιώσας κατά το χρόνο του θανάτου του και ποιοι δικαιούνται στην διαδοχή της ακίνητης του περιουσίας που ευρίσκεται εδώ στην Κύπρο θα κριθούν από το Δικαστήριο αποκλειστικά και μόνο με βάση το Κυπριακό Δίκαιο και συνεπώς η αιτούμενη τροποποίηση τουλάχιστο στα θέματα αυτά μεταθέτει το πλαίσιο της δίκης σε άσχετους αλλοδαπούς νόμους, κανονισμούς και αλλοδαπές αποφάσεις.
  11. Στη βάση των δικογράφων η αγωγή εκδικάστηκε στο μεγαλύτερο της μέρος στη βάση του Κυπριακού Δικαίου και συνεπώς η αιτούμενη τροποποίηση θα μεταθέσει το πλαίσιο της δίκης με αλλοδαπούς νόμους, κανονισμούς και αποφάσεις που σε αρκετές περιπτώσεις ευρίσκονται σε αντίθεση με την μέχρι σήμερα δοθείσα μαρτυρία.
  12. Με τις αιτούμενες τροποποιήσεις επιφέρεται ριζική μετατροπή και/ή επαναπροσδιορισμός των επίδικων θεμάτων εις βλάβη και των συμφερόντων του εναγομένου αρ.
  13. Υπήρξε μεγάλη καθυστέρηση στην καταχώρηση της παρούσας αίτησης χωρίς να δίδεται αιτιολογία.
  14. Τυχόν έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα δημιουργήσει αδικία, περαιτέρω καθυστέρηση στην πορεία της αγωγής και θα έχει ζημιογόνες συνέπειες στα δικαιώματα και συμφέροντα του εναγομένου αρ. 3.» Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Παύλου Κυριακίδη, έκτακτου δικηγόρου της Δημοκρατίας στη Νομική Υπηρεσία, στην οποία αναλύονται οι λόγοι ένστασης. Συνοψίζοντας, γίνεται αναφορά στο ότι με την παρούσα αίτηση επιχειρείται εισαγωγή ισχυρισμών που δεν είναι δικογραφημένοι στα δικόγραφα που ανταλλάγησαν με τον εναγόμενο 3 και πως το θέμα της κατοικίας (domicile) του αποβιώσαντα κατά το χρόνο του θανάτου του, θα πρέπει να κριθεί από το Δικαστήριο με βάση το Κυπριακό Δίκαιο και όχι το Δίκαιο της Σαουδικής Αραβίας, όπως έμμεσα ισχυρίζονται οι αιτητές, χωρίς μάλιστα να παραθέτουν λεπτομέρειες του εν λόγω δικαίου. Με τις αιτούμενες τροποποιήσεις εισάγονται ως νέα θέματα το τι προβλέπει το δίκαιο της Σαουδικής Αραβίας για το domicile αλλά και για το ποιοι δικαιούνται σε κληρονομική διαδοχή τόσο με βάση το δίκαιο της εν λόγω χώρας όσο και του Πακιστάν. Για να μπορέσει ο Γενικός Εισαγγελέας να αντιμετωπίσει αυτή την υπόθεση θα πρέπει να πάρει νομική συμβουλή από εμπειρογνώμονες των δύο κρατών, διαδικασία χρονοβόρα. Πέραν τούτου, εάν οι ισχυρισμοί αυτοί προβάλλονταν σε αρχικό στάδιο, τότε ενδεχόμενα να κρινόταν αναγκαία η λήψη κάποιων διαβημάτων ενώπιον των Δικαστηρίων των δύο κρατών. Με βάση τα στοιχεία αυτά γίνεται εισήγηση ότι οι αιτούμενες τροποποιήσεις δεν θα πρέπει να εγκριθούν, έχοντας υπόψη ότι δεν περιλαμβάνονται στο δικόγραφο. Οι συνήγοροι όλων των πλευρών εξέθεσαν τις αντίστοιχες θέσεις τους σε εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις, τις οποίες έχω εξετάσει και θα γίνει αναφορά εκεί όπου χρειάζεται στην πορεία της απόφασης μου. Η πλευρά των αιτητών μετά από μία εκτενή αναφορά στη νομολογία επί του θέματος εισηγήθηκε πως οι αιτητές προσπαθούν με τις αιτούμενες τροποποιήσεις να διευκρινίσουν, εξειδικεύσουν και επεξηγήσουν τους ήδη υπάρχοντες ισχυρισμούς τους δίνοντας επαρκείς λεπτομέρειες του ισχύοντος σχετικού Πακιστανικού δικαίου και δικαίου της Σαουδικής Αραβίας και ερμηνεύοντας τα γεγονότα υπό το φως των εφαρμοστέων νομοθετικών διατάξεων. Πρόθεση τους είναι να θέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου ένα τακτοποιημένο προσεκτικό δικόγραφο συμμορφούμενο κατά το δυνατό με τους κανόνες σύνταξης δικογράφων και πως όλα πηγάζουν από το γνήσιο ενδιαφέρον τους για την όσο το δυνατό καλύτερη παρουσίαση και προώθηση της υπεράσπισης και ανταπαίτησης τους χωρίς να υπάρχει λόγος ούτε και ένδειξη ότι επιδιώκουν την ικανοποίηση αλλότριων σκοπών και την προώθηση μιας ενοχλητικής και μηδαμινής αίτησης. Περαιτέρω αναφέρεται ότι οι αιτούμενες τροποποιήσεις είναι απαραίτητες για τη σωστή και αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης και αν επιτραπούν θα είναι προς το συμφέρον και των δύο πλευρών αφού θα αποτρέψουν την πολλαπλότητα των νομικών διαδικασιών και θα αποφευχθεί η ταλαιπωρία, η σπατάλη χρόνου και εξόδων. Αντίθετη η θέση των συνηγόρων των Καθ΄ ων η αίτηση οι οποίοι με τις αγορεύσεις τους εισηγούνται ότι οι τροποποιήσεις που ζητούν οι αιτητές είναι ουσιαστικές και επαναπροσδιορίζουν όλα τα επίδικα θέματα, η αίτηση είναι κακόπιστη και σε περίπτωση που εγκριθεί οι ενάγοντες θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά η οποία δεν μπορεί να θεραπευθεί με οποιαδήποτε διαταγή για έξοδα. Στην αγόρευση τους οι καθ΄ ων η αίτηση/ενάγοντες κάνουν αναφορά στο ιστορικό της υπόθεσης και στη νομολογία που διέπει το θέμα των τροποποιήσεων. Γίνεται επίσης ανάλυση των αιτουμένων τροποποιήσεων με την εισήγηση των εναγόντων να είναι ότι αυτές είναι ουσιαστικές και επαναπροσδιορίζουν όλα τα επίδικα θέματα. Τονίζεται επίσης ότι οι λόγοι που οδήγησαν στην καταχώρηση της παρούσας αίτησης είναι ασαφείς και αντιφατικοί ενώ η αίτηση υποβάλλεται σε πολύ καθυστερημένο στάδιο επαυξάνοντας το βάρος που έχουν να αποσείσουν οι αιτητές για την έκδοση των αιτουμένων τροποποιήσεων. Περαιτέρω οι ενάγοντες τονίζουν και αναλύουν στην αγόρευση τους το κατά πόσο προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά σ΄ αυτούς από την έκδοση του αιτουμένου διατάγματος η οποία δεν μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση ανάλογης διαταγής ως προς τα έξοδα. Πέραν του ότι θα πρέπει να επανακλητευθούν μάρτυρες από το εξωτερικό με τις δυσκολίες που παρατίθενται από τους ενάγοντες για το σκοπό αυτό, θα χρειαστεί και η προσαγωγή πολλών άλλων μαρτύρων εμπειρογνωμόνων και μη, το Δικαστήριο ενδεχόμενα να βρεθεί προ διλήμματος να αποφασίσει μεταξύ δύο καταθέσεων κάθε μάρτυρα κάτι που αντιβαίνει ρητά στη διαδικασία που ακολουθείται με βάση τους θεσμούς και όλα αυτά πέραν από τη δημιουργία υπέρμετρης καθυστέρησης κατά παράβαση του άρθρου 30.2 του Συντάγματος και του άρθρου 6 της Σύμβασης για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Η ακροαματική διαδικασία της υπόθεσης θα πρέπει ουσιαστικά να ξεκινήσει από την αρχή κάτι το οποίο ισοδυναμεί με επανεκδίκαση σχεδόν της υπόθεσης κατι που δεν είναι επιτρεπτό. Περαιτέρω προβάλλεται εισήγηση ότι υπάρχει παραβίαση του άρθρου 30.3 του Συντάγματος. Στη γραπτή αγόρευση του κ. Ευαγγέλου τονίζεται ότι η αιτούμενη τροποποίηση είναι ουσιαστική, εκτεταμένη και δυσανάλογα μεγαλύτερη σε έκταση από την υφιστάμενη υπεράσπιση και με αυτή γίνεται επαναπροσδιορισμός των επιδίκων θεμάτων, ο οποίος αναπόφευκτα θα οδηγήσει σε επανακρόαση της υπόθεσης με καθυστέρηση που θέτει την δίκη εκτός των συνταγματικών πλαισίων. Το μεγαλύτερο μέρος της δίκης έχει δικαστεί στη βάση των υφισταμένων δικογράφων με βάση το Κυπριακό Δίκαιο. Με την αιτούμενη τροποποίηση μετατίθεται το πλαίσιο της δίκης σε αλλοδαπό δίκαιο, κανονισμούς και αποφάσεις που βρίσκονται σε αντίθεση με τη μέχρι σήμερα δοθείσα μαρτυρία. Σύμφωνα με τη Δ.25 θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας το Δικαστήριο έχει εξουσία, σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, να επιτρέψει την τροποποίηση δικογράφων κατά τέτοιο τρόπο και υπό τέτοιους όρους, με σκοπό τον καθορισμό των πραγματικών επιδίκων θεμάτων μεταξύ των διαδίκων. Η αντίστοιχη αγγλική διάταξη είναι η Δ.28 Θ.
  15. Στο Annual Practice του 1957, που με παρέπεμψε η κα Κονναρή, στη σελ. 453 αναφέρεται ότι « As a general rule either party is allowed to make any such amendment as is reasonably necessary for the due presentation of his case, on payment of the costs of and occasioned by the amendment, provided there has been no undue delay on his part and provided there has been no undue delay on his part, and provided also the amendment will not injure or affect any vested rights of his opponent.. Βut if the application be made mala fide, or if the proposed amendment will cause undue delay, or will in any other way unfairly prejudice the other party, or is irrelevant or useless or would raise merely a technical point, leave to amend will be refused.» Στη σελ. 456 αναφέρεται ότι κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας "the Court will not readily allow at the trial an amendment the necessity of which was abundantly apparent months ago, and then not asked for." Περαιτέρω, στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England 3rd edition, Vol. 30, σελ. 34, αναφέρεται: «If owing to the way in which the pleading has been framed, the other party has been put into such a position that an injury would be done to him by an amendment, the Court will not give leave." Στη σελ. 36 του ίδιου συγγράμματος αναφέρεται ότι ". but as a general rule no amendment is allowed at the trial which would enable a party to set up an entirely new case or to change completely the nature of his case." Στην υπόθεση Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου

(1991)1 Α.Α.Δ. 934, τέθηκε η σύγχρονη τάση της νομολογίας ως εξής: «Αναμφίβολα η σύγχρονη τάση, όπως βγαίνει από τη σχετική νομολογία, είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμη και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα». Η αρχή ταυτίζεται με την Αγγλική αρχή όπως διατυπώθηκε από τον Λόρδο Denning στην υπόθεση Associated Leisure Ltd and Others v. Associated Newspapers Ltd [1970] 2 All E.R. 754" "I start with the principle, well settled, that an amendment ought to be allowed, even if it comes late, if it is necessary to do justice between the parties, so long as any hardship done thereby can be compensated in money. ". Το Αγγλικό Εφετείο στην υπόθεση Easton v. Ford Motor Co Ltd [1993] 4 All E.R. όπου συζητήθηκε εκτενώς η σύγχρονη πρακτική στο θέμα των τροποποιήσεων κατέληξε αφού παρέθεσε το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Cropper v. Smith [1884] 26 Ch.D. 700 ότι ίσχυε η ίδια αρχή. ". I know of no kind of error or mistake which, if not fraudulent or intended to overreach, the Court ought not to correct, if it can be done without injustice to the other party. Courts do not exist for the sake of discipline, but for the sake of deciding matters in controversy, and I do not regard such amendment as a matter of favour or grace .. It seems to me that as soon as it appears that the way in which a party has framed his case will not lead to a decision of the real matter in controversy, it is as much a matter of right on his part to have it corrected, if it can be done without injustice, as anything else in the case is a matter of right." Στην υπόθεση Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation Ltd κ.ά.
(1989)1Ε Α.Α.Δ. 33 συνοψίζοντας τις αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστήριο αναφέρθηκε στις σελ. 36 -37: «
(1)Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας νοουμένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
(2)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στην συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου.
(3)Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στην διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
(4)Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave v. Case, 28 Ch. D. 361 υποδείχθηκε ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά τη δίκη.» Η καθυστέρηση είναι σχετικός παράγοντας σε αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας, αλλά δεν είναι εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας (βλ. Astor Manufacturing v. A & G Leventis Cο.
(1993)1 Α.Α.Δ. 726, 730 στην οποία εγκρίθηκε τροποποίηση σε αίτηση που καταχωρήθηκε 11 χρόνια μετά την καταχώριση της αγωγής γιατί υποβλήθηκε σε μια γνήσια προσπάθεια κάλυψης όσων εκλήφθηκαν ως ελλείψεις της έκθεσης απαιτήσεως και γιατί υποβλήθηκε καλόπιστα. Έχει επίσης νομολογηθεί ότι κατά την εξέταση του παράγοντα της καθυστέρησης πρέπει να λαμβάνεται υπόψη και η συμπεριφορά των μερών παρόλο που η ευθύνη για τη διασφάλιση του δικαιώματος που κατοχυρώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος βαρύνει το δικαστήριο [βλ. Καυκαρής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 203, Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 84, Λυσιώτη ν. Δημοκρατίας
(2000)1 Α.Α.Δ. 364 και Union Alimentaria Sanders S.A. v. Spain, Series A, 157, Publication of the European Court of Human Rights, παραγ. 35
(1989)].» Στην υπόθεση SABA & CO (T.M.P.) v. T.P.M. Agents
(1994)1 A.A.Δ. 426 το Δικαστήριο σταθμίζοντας τον παράγοντα καθυστέρηση ανέφερε τα ακόλουθα στη σελ. 432: «Μένει το ερώτημα της δικαιολόγησης της καθυστέρησης. Η σημασία του ποικίλλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης κυρίως σε συσχετισμό προς τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Στην παρούσα υπόθεση δεν έχει γίνει τέτοιος ή άλλος ανάλογος ισχυρισμός και δεν συμφωνούμε πως καλόπιστη αίτηση για τροποποίηση προς κάλυψη πραγματικής και σημαντικής ανάγκης θα πρέπει να απορριφθεί επειδή, ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο, η καθυστέρηση δικαιολογήθηκε με αναφορά σε αβλεψία ή παραδρομή.» Στην υπόθεση Ταξί Κυριάκος Λτδ ν. Παύλου
(1995)1 Α.Α.Δ. 560, όπου το Εφετείο θεώρησε πως η χρονική διάσταση αποτελούσε παράγοντα που δεν επέτρεπε αποδοχή του αιτήματος για τροποποίηση, κατ΄ ουσία τη συνάρτησε, όπως προκύπτει από το ιστορικό με την έλλειψη καλής πίστης που εκ προοιμίου καθιστούσε αδικαιολόγητη την καθυστέρηση. Στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Νίκου Σιακόλα,
(1999)1 Α.Α.Δ. 44 εξετάστηκε το θέμα της καθυστέρησης και επιβεβαιώθηκε ότι η μακρά εκκρεμότητα μιας αγωγής δεν μπορεί να επενεργήσει απόλυτα σαν κώλυμα στην έγκριση αιτήματος τροποποίησης δικογράφου, αλλ΄ αποτελεί παράγοντα ο οποίος επαυξάνει την ανάγκη για ταχύτερη προώθηση της διαδικασίας. Η δε έννοια της καθυστέρησης στην υποβολή του αιτήματος προϋποθέτει τη δυνατότητα έγκαιρης ενέργειας και για να συνιστά κώλυμα θα πρέπει να μην είναι καλόπιστη. Στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Νίκου Σιακόλα
(2002)1 Α.Α.Δ. 223 επαναλήφθηκε η θέση της νομολογίας πως, «όπου υπάρχει καθυστέρηση, απαιτείται η παροχή κάποιας εξήγησης». Στην απόφαση Kallice Holding Co. Ltd v. MTR METALS (OVERSEAS) LTD (AΡ. 1)
(1996)1 Α.Α.Δ. 162 οι Εναγόμενοι καταχώρισαν αίτηση τροποποίησης επιδιώκοντας να τροποποιήσουν την υπεράσπιση τους με εισαγωγή νέας βάσης περισσότερο από δύο χρόνια μετά την καταχώριση της αγωγής και δύο περίπου μήνες μετά την αποπεράτωση της υπόθεσης των Εναγόντων. Το Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση αποφασίζοντας ότι «Η παροχή άδειας για τροποποίηση σε προκεχωρημένο στάδιο της δίκης ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Η προβολή νέας υπεράσπισης μετά τη μαρτυρία τριών μαρτύρων των Εναγόντων στο προχωρημένο στάδιο που έφθασε η υπόθεση χωρίς καμία εξήγηση γιατί δεν προβλήθηκε εξ αρχής ή σε προγενέστερο στάδιο, ανέτρεπε την πορεία της δίκης με ορατές ζημιογόνες συνέπειες, στα δικαιώματα και την απόδειξη της υπόθεσης των αντιδίκων.». Στην υπόθεση Evripidou v. Kannaourou
(1985)1 C.L.R. 24 που με παρέπεμψαν οι αιτητές, το Δικαστήριο διαπραγματευόμενο το θέμα του χρόνου κατά τον οποίο υποβάλλεται η σχετική αίτηση για τροποποίηση, τόνισε τα ακόλουθα στη σελίδα 24: «... it is well settled that as a rule of conduct, however negligent or careless may have been the first omission, and however late the proposed amendment, the amendment should be allowed if it can be made without injustice to the other side, and there is no injustice if the other side can be compensated by costs; that before the hearing leave is readily granted on payment of the cost occasioned unless the opponent will be placed in a worse position that he would have been if the amended pleading has been delivered in the first instance; that leave to amend is sometimes given at the hearing but the Court will not readily allow at the trial an amendment, the necessity of which was abundantly apparent months ago and then not asked for; that at any rate, it would be wrong to allow an amendment at the close of the evidence or even at an extremely late stage of the trial where it could result in a party being confronted with an entirely new case." Η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε στις 22.3.99 εναντίον των εναγομένων 1 και 2 ενώ ο εναγόμενος 3 προσετέθη αργότερα στη διαδικασία. Σύμφωνα με την αξίωση της Ισλαμικής Δημοκρατίας του Πακιστάν στις 7.9.92 απεβίωσε στη Σαουδική Αραβία ο Mohamed Saghir Khan από το Πακιστάν ο οποίος κατά τον επίδικο χρόνο διέθετε κατοικία στην επαρχία Πάφου, κατά το χρόνο του θανάτου του, δεν κατέλειπε διαθήκη, ήταν άγαμος, δεν κατέλειπε εξ αίματος επιζώντες κληρονόμους και είχε την κατοικία του (domicile) στο Πακιστάν. Με την αγωγή ζητούνται διάφορα διατάγματα με στόχο ώστε οι ενάγοντες να καταστούν δικαιούχοι της περιουσίας του εν λόγω αποβιώσαντα. Οι εναγόμενοι 1 και 2 ισχυρίζονται ότι είναι εξ αίματος συγγενείς του αποβιώσαντα και συνεπώς δικαιούχοι της περιουσίας του. Στην υπεράσπιση τους προβάλλονται διάφορες προδικαστικές ενστάσεις μεταξύ των οποίων ότι ο αποβιώσας κατοικούσε μόνιμα και εργαζόταν στη Σαουδική Αραβία όπου και απεβίωσε και αποτελεί τη χώρα όπου είχε τη μόνιμη κατοικία του (domicile) και δικαστήριο της εν λόγω χώρας αναγνώρισε τον εναγόμενο 1 ως τον μοναδικό άρρενα συγγενή και ως εκ τούτου τον μοναδικό κληρονόμο της περιουσίας του δίδοντας άδεια σε αυτόν να παραλάβει το σώμα του αποβιώσαντα για ταφή. Περαιτέρω Δικαστήριο της πόλης Sibi του Πακιστάν όπου ο αποβιώσας παρέμεινε προσωρινά για μικρό χρονικό διάστημα εξέδωσε επίσης απόφαση ότι ο εναγόμενος 1 είναι ο μοναδικός κληρονόμος του αποβιώσαντα και ο μοναδικός δικαιούχος της περιουσίας του. Προβάλλεται επίσης ισχυρισμός ότι δόλια οι ενάγοντες οι οποίοι συνέπραξαν με άλλα πρόσωπα προσπάθησαν να αποσπάσουν τη περιουσία του αποβιώσαντα και ζητείται επιστροφή του ποσού που κατ΄ ισχυρισμό έχουν οικειοποιηθεί και αποζημιώσεις. Ο εναγόμενος 3 από την άλλη ισχυρίζεται ότι κατά το χρόνο του θανάτου του εν λόγω αποβιώσαντα αυτός είχε τη μόνιμη κατοικία του (domicile of choice) στην Κύπρο και ως εκ τούτου ο Γενικός Εισαγγελέας είναι ο μοναδικός κληρονόμος του αποβιώσαντα bona vacantia. Η έκθεση απαίτησης καταχωρήθηκε στις 12.9.01 και η υπεράσπιση και ανταπαίτηση των εναγομένων 1 και 2 στις 4.9.2002 ενώ η απάντηση στην υπεράσπιση και υπεράσπιση στην ανταπαίτηση των εναγομένων 1 και 2 καταχωρήθηκε στις 24.10.06. Η ακροαματική διαδικασία της αγωγής άρχισε τον Νοέμβριο του 2008 και συνεχίζεται. Οι ενάγοντες έχουν κλείσει την υπόθεση τους ενώ οι εναγόμενοι 1 και 2 βρίσκονται στο στάδιο εξέτασης ενός από τους τελευταίους μάρτυρες τους. Κατά το στάδιο εξέτασης του εν λόγω μάρτυρα ο οποίος κλήθηκε ως εμπειρογνώμονας για το δίκαιο της Σαουδικής Αραβίας και του Πακιστάν υπεβλήθη ένσταση εκ μέρους των εναγόντων ότι ο μάρτυρας δεν θα μπορούσε να δώσει λεπτομέρειες του αλλοδαπού δικαίου καθότι δεν υπήρχε η αναγκαία δικογραφική κάλυψη. Μετά την υποβολή της εν λόγω ένστασης η πλευρά των εναγομένων 1 και 2 αιτητών υπέβαλε αίτημα για αναβολή με στόχο την καταχώρηση αίτησης τροποποίησης, αίτημα που έγινε αποδεκτό και ως αποτέλεσμα καταχωρήθηκε η παρούσα αίτηση. Αποτέλεσε κοινώς αποδεκτή θέση της πλευράς των εναγόντων και των εναγομένων 1 και 2 ότι οι λεπτομέρειες αλλοδαπού δικαίου αποτελούν και πρέπει να εκλαμβάνονται ως πραγματικό γεγονός και πρέπει να αποδεικνύεται όπως κάθε άλλο πραγματικό γεγονός. Ο διάδικος που επικαλείται μία νομική πρόνοια που εφαρμόζεται σε μία ξένη χώρα θα πρέπει να την συμπεριλάβει στο δικόγραφο του και να την αποδείξει με την προσαγωγή της κατάλληλης μαρτυρίας (Williams & Glyn´s Bank v. The Ship «Maria»
(1992)1 ΑΑΔ 309, Vlachos and others v. Dorothea Shipping
(1980)1 CLR 113, Sat Vision Ltd v. Interamerican Property and Casualty Ins. Co
(1999)1 AAΔ 1811). Οι αιτητές ισχυρίζονται ότι στόχος της παρούσας αίτησης είναι να θέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου όλες τις αναγκαίες λεπτομέρειες του δικαίου που επικαλούνται, έτσι ώστε να μπορούν να προσκομίσουν την ανάλογη μαρτυρία του νομικού πραγματογνώμονα. Το αιτητικό (α) και (ε) αφορά τροποποιήσεις των παραγράφων 1(γ) και 10(γ). Στις παραγράφους αυτές με γενικότητα αναφέρεται ο Μουσουλμανικός Νóμος ΣΙΑΡΑ (SHIARA) σύμφωνα με τον οποίο Δικαστήριο της Σαουδικής Αραβίας ανεγνώρισε ως μοναδικό άρρενα συγγενή και μοναδικό κληρονόμο της περιουσία του αποβιώσαντα τον εναγόμενο 1 και έδωσε άδεια σ΄ αυτό να παραλάβει το σώμα του νεκρού για ταφή. Αναφέρεται επίσης στη προδικαστική ένσταση της παραγράφου 1(γ) ότι η απόφαση του Δικαστηρίου κοινοποιήθηκε στους ενάγοντες και ουδέποτε αμφισβητήθηκε από αυτούς και ως εκ τούτου κωλύονται λόγω της συμπεριφοράς τους (are estopped) από του να εγείρουν την παρούσα αγωγή. Αναφορά στην ίδια απόφαση του Δικαστηρίου της Σαουδικής Αραβίας που εκδόθηκε δυνάμει του Νόμου ΣΙΑΡΑ (SHIARA) γίνεται και στην παράγραφο 10(γ) στην οποία προστίθεται και αναφορά σε απόφαση του Δικαστηρίου του Μπαχρέιν για το ίδιο θέμα δυνάμει του ιδίου νόμου. Οι τροποποιήσεις που ζητούνται σε συνάρτηση με τη παράγραφο 1(γ) είναι να προστεθεί συγκεκριμένη πρόνοια του Δικαίου στο «Unit 263 του Islamic Procedural Pegistration της Σαουδικής Αραβίας» με την οποία προνοείται ότι «τα πιστοποιητικά κληρονομιάς και θανάτου είναι έγκυρα, εκτός εάν ακυρωθούν με διάταγμα δικαστηρίου». Προβάλλεται δε ο ισχυρισμός ότι τα πιστοποιητικά κληρονομίας που εκδόθηκαν προς όφελος του εναγομένου 1 είναι πλέον ανέκκλητα. Για την παράγραφο 10(γ) της υπεράσπισης η τροποποίηση που επιζητείται είναι αυτή του (ε) του αιτητικού και γίνεται αναφορά στο «Διάταγμα της Εντιμότητας του Prince Motaab Ben Abed Al Aziz, the Minister of Municipal and villatic Affairs, regarding a Disciplinary Lest dated 26/1/209», που κάνει αναφορά σε διαδικασίες που αφορούν τη δημόσια υγεία και την περιβαλλοντική ασφάλεια, και παρατίθενται οι λεπτομέρειες των διαδικασιών ταφής. Με την υφιστάμενη παράγραφο 1(γ) γίνεται επίκληση του δόγματος του estoppel, ενώ με την αιτούμενη τροποποίηση προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι το πιστοποιητικό κληρονομιάς που εκδόθηκε προς τον εναγόμενο 1 είναι ανέκκλητο. Στη δε παράγραφο 10(γ) καμία αναφορά δεν γίνεται στις διαδικασίες ταφής με αναφορά στη δημόσια υγεία και περιβαλλοντική ασφάλεια. Έχοντας εξετάσει τις πιο πάνω αιτούμενες τροποποιήσεις δεν κρίνω ότι αυτές εμπίπτουν στην κατηγορία που αναφέρεται από τους αιτητές, ότι δηλαδή πρόθεση τους είναι να παραθέσουν τις λεπτομέρειες του δικαίου που επικαλούνται. Και οι δύο πιο πάνω τροποποιήσεις αφορούν νέα θέματα για τα οποία δεν γίνεται αναφορά στο δικόγραφο των αιτητών. Το αιτητικό (β) που αποτελεί τροποποίηση της προδικαστικής ένστασης 1(ε) στην οποία γίνεται επίκληση του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου για να δοθεί δικαιοδοσία στα δικαστήρια της Σαουδικής Αραβίας να αποφασίσουν για τη κληρονομιά και τους κληρονόμους του αποβιώσαντα και ότι η απόφαση του δικαστηρίου της Σαουδικής Αραβίας με την οποία δόθηκε άδεια στον εναγόμενο να προβεί σε ταφή της σορού του αποβιώσαντος αποτελεί δεδικασμένο. Με την αιτούμενη τροποποίηση ζητείται να προστεθεί συγκεκριμένη πρόνοια δικονομικού νομοθετήματος που αφορά τη δικαιοδοσία των δικαστηρίων της Σαουδικής Αραβίας. Με το αιτητικό (γ) οι αιτητές ζητούν προσθήκη στη προδικαστική ένσταση 1(ζ) που αφορά μία δικαστική απόφαση δικαστηρίου του Πακιστάν ημερ. 17.2.1999 με την οποία αναγνωρίστηκε ότι ο εναγόμενος 1 είναι ο μοναδικός κληρονόμος του αποβιώσαντα, αναφορών σε αυθεντίες με στόχο να καταδείξουν ότι διαδικασίες που ακολούθησαν της συγκεκριμένης απόφασης δεν έχουν αποφασίσει την εν λόγω υπόθεση στην ουσία της. Σίγουρα το αιτητικό (γ) δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι δίδει λεπτομέρειες υπάρχοντος βασικού ισχυρισμού, έχοντας υπόψη ότι η ύπαρξη των διαδικασιών που ακολούθησαν την δικαστική απόφαση ημερ. 17.2.1999 δεν περιλαμβάνονταν στο δικόγραφο των εναγομένων 1 και 2. Οι αιτητές δε είχαν την ευκαιρία να αναφερθούν στο θέμα αυτό σε προγενέστερο στάδιο όταν οι ισχυρισμοί τους αυτοί απαντήθηκαν στο δικόγραφο των εναγόντων, και δεν το έπραξαν. Το αιτητικό (δ) αφορά τροποποίηση της παραγράφου 5 στην οποία δίδονται γεγονότα που δείχνουν τους τόπους όπου διέμενε ο αποβιώσας από της γέννησης μέχρι του θανάτου του. Με την αιτούμενη τροποποίηση ζητείται να προστεθούν θέματα που αφορούν νομικές ρυθμίσεις ζητημάτων απόκτησης υπηκοότητας στη Σαουδική Αραβία, με στόχο τη προώθηση του ισχυρισμού των αιτητών ότι ο λόγος που δεν αποκτήθηκε υπηκοότητα της Σαουδικής Αραβίας από τον αποβιώσαντα είναι η πολυπλοκότητα των διαδικασιών. Αυτός όμως ο βασικός ισχυρισμός δεν προβάλλεται στο υπάρχον δικόγραφο και συνεπώς η αιτούμενη τροποποίηση αφορά νέο θέμα. Με το αιτητικό (δ) ζητείται η διαγραφή της δεύτερης παραγράφου στην παράγραφο 6 και η προσθήκη αριθμού προνοιών του δικαίου της Σαουδικής Αραβίας που διέπει τα ζητήματα κληρονομικής διαδοχής. Η δεύτερη παράγραφος 6 της υπεράσπισης και ανταπαίτησης προνοεί ότι οι εναγόμενοι έχουν ζητήσει και λάβει από έγκριτο δικηγόρο/νομικό της Σαουδικής Αραβίας γνωμάτευση σχετικά με το domicile του αποβιώσαντα, ενώ το πρώτο μέρος της παραγράφου αυτής αναφέρεται στον ισχυρισμό ότι ο αποβιώσας είχε τη μόνιμη κατοικία του (domicile) στη Σαουδική Αραβία και προβάλλεται άρνηση του ισχυρισμού των εναγόντων περί μονίμου κατοικίας του αποβιώσαντα στο Πακιστάν. Με τις αιτούμενες τροποποιήσεις ζητείται να προστεθούν οι πρόνοιες του δικαίου της Σαουδικής Αραβίας για θέματα διαδοχής «ενόψει του ότι ο αποβιώσας είχε τη μόνιμη κατοικία του (domicile) στη Σαουδική Αραβία», πρόκειται δηλαδή για νέο θέμα και όχι λεπτομέρειες υφιστάμενων ισχυρισμών. Επίσης με την διαγραφή του δεύτερου μέρους της παραγράφου 6 χωρίς οποιαδήποτε περαιτέρω εξήγηση, η γνησιότητα των προθέσεων των αιτητών τίθεται σε αμφιβολία. Με το αιτητικό (στ) ζητείται διαγραφή της παραγράφου 14 με την οποία γινόταν παραδεκτή η υπόσταση και οι σκοποί του Ιδρύματος Αποδήμων Πακιστανών (OPF), ενώ με την αιτούμενη τροποποίηση ζητείται όπως προστεθούν λεπτομέρειες αναφορικά με τη νομική του υπόσταση, ενώ έχουν ήδη δώσει μαρτυρία μάρτυρες από το Πακιστάν σχετικά με το θέμα στη βάση του υφιστάμενου δικογράφου. Οι επισημάνσεις που έχουν γίνει από τους συνηγόρους των εναγόντων στη γραπτή τους αγόρευση ως προς τη τροποποίηση που ζητείται με την προσθήκη κειμένου σε συνέχεια της τελευταίας πρότασης της παραγράφου 15 ότι δηλαδή σύμφωνα με το Δίκαιο του Πακιστάν η εν λόγω διαδικασία που ηγέρθη από το ΟΡF πάσχει τόσο επί της ουσίας όσο και διαδικαστικά δημιουργεί ένα εντελώς καινούργιο θέμα, είναι ορθή. Για το θέμα αυτό έχουν ήδη δώσει μαρτυρία εκ μέρους των Εναγόντων δύο μάρτυρες εμπειρογνώμονες από το Πακιστάν και έχουν αντεξεταστεί στη βάση των δικογράφων ως ήταν τότε. Εάν επιτραπεί η αιτούμενη τροποποίηση η μαρτυρία των δύο αυτών μαρτύρων καθίσταται άνευ ουσίας και θα πρέπει αυτοί οι μάρτυρες να επανακλητευθούν. Ένα δεύτερο παράδειγμα που επικαλούνται οι ενάγοντες είναι η επιθυμία των Εναγομένων 1 και 2 να ισχυριστούν ότι η κυβέρνηση του Πακιστάν δικαιούται να διεκδικεί μόνο τις περιουσίες που κείνται εντός των εδαφών υπό την κυριαρχία του Πακιστάν και όχι έξω από αυτό (βλ. αιτούμενη τροποποίηση της παραγράφου 16 της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης). Αυτή η τροποποίηση επηρεάζει βασικό επίδικο θέμα. Ουδέποτε προβλήθηκε ο ισχυρισμός αυτός και ουδέποτε αντεξετάστηκε οποιοσδήποτε μάρτυρας των Εναγόντων επί αυτού του σημείου. Έχοντας εξετάσει όλες τις αιτούμενες τροποποιήσεις καταλήγω ότι αυτές είναι ουσιαστικές και τυχόν έγκριση τους οδηγεί στον επαναπροσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων χωρίς να έχουν τεθεί στους μάρτυρες των εναγόντων. Οι λόγοι που οδήγησαν τους αιτητές στην υποβολή του αιτήματος είναι ασαφείς και ανεπαρκείς, επικαλούνται οι καθ΄ ων η αίτηση. Οι λόγοι που προβάλλονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση είναι το ότι κατά τη σύνταξη της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης εκ λάθους και ή αβλεψίας και επειδή έχει μόλις πρόσφατα στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας της υπόθεσης ληφθεί γνωμάτευση από νομικό της Σαουδικής Αραβίας και του Πακιστάν, δεν εξετέθεσαν με ακρίβεια οι ορθοί και λεπτομερείς ισχυρισμοί περί των πραγματικών περιστατικών του αλλοδαπού δικαίου. Είναι γεγονός ότι δεν δίνεται καμία εξήγηση πως η σημερινή γνωμάτευση είναι διαφορετική από προηγούμενη γνωμάτευση που είχαν στα χέρια τους οι Αιτητές κατά τη σύνταξη της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης, θέλοντας να απαλείψουν την παράγραφο 6 στην οποία γίνεται αναφορά σε αυτή τη γνωμάτευση χωρίς να παρουσιάζεται κανένας λόγος. Δεν δίδεται επίσης από τους αιτητές οποιαδήποτε δικαιολογία για τα διαβήματα που λήφθησαν για να λάβουν τη γνωμάτευση και τους λόγους της καθυστέρησης στη λήψη της. Ακόμα το γεγονός ότι οι ενάγοντες στην έκθεση απαίτησης δίδουν λεπτομέρειες του αλλοδαπού νόμου που επικαλούνται (βλ. ειδικώτερα παραγράφους 25 και 26) καθώς και σε μεταγενέστερα στάδια της διαδικασίας και κατά τη προσκόμιση της δικής τους μαρτυρίας δίδοντας έτσι την ευκαιρία στους αιτητές να προβούν στις δικές τους έρευνες και να προσαρμόσουν το δικό τους δικόγραφο, χωρίς να το πράξουν και χωρίς να δίδουν οποιαδήποτε δικαιολογία γι αυτή τη παράλειψη. Η αίτηση υποβάλλεται σε πολύ καθυστερημένο στάδιο της διαδικασίας και όπως τονίζεται από τη νομολογία, όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης, ανάλογα επαυξάνεται και το βάρος που πρέπει να αποσείσουν οι αιτητές για να δικαιολογήσουν την έκδοση διατάγματος τροποποίησης. Στην παρούσα περίπτωση η γενική αναφορά σε λάθος ή αβλεψία, υπό το φως των όσων έχουν αναφερθεί πιο πάνω ουδόλως αποτελεί επαρκή δικαιολογία για την υποβολή του αιτήματος σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας. Η καθυστέρηση σε υποβολή της αίτησης τροποποίησης δεν αποτελεί από μόνη της λόγο για απόρριψη της αίτησης. Βέβαια στη παρούσα υπόθεση, η μακρά εκκρεμότητα της αγωγής επιτείνει την ανησυχία σχετικά με τη τήρηση της συνταγματικής επιταγής για εκδίκαση της αγωγής εντός ευλόγου χρόνου. Σχετική με το θέμα είναι η απόφαση στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon v. Σιακόλα
(1999)(πιο πάνω), όπου αίτηση για τροποποίηση που υποβλήθηκε 12 χρόνια μετά την καταχώρηση της αγωγής εγκρίθηκε μερικώς κατ΄ έφεση. Είναι σημαντικό να σημειωθεί πως σ΄ εκείνη την υπόθεση οι τροποποιήσεις που επετράπησαν αφορούσαν λεπτομέρειες ήδη διατυπωθέντων ουσιωδών ισχυρισμών ενώ απορρίφθηκαν αυτές που αφορούσαν νέο θέμα ήτοι τις διατάξεις του Λιβανικού δικαίου σχετικά με το χρονικό όριο αμφισβήτησης τραπεζικού λογαριασμού, θέμα στη φύση του δικονομικό όπου η καθυστέρηση εύλογα μπορούσε να αποβεί κρίσιμη. Στην παρούσα υπόθεση όπως έχει αναφερθεί πιο πάνω, οι αιτούμενες τροποποιήσεις είναι εκτεταμένες και ουσιώδεις και δεν αφορούν λεπτομέρειες ήδη διατυπωθέντων ουσιωδών ισχυρισμών, αλλά κυρίως νέα θέματα, τα οποία, σε περίπτωση που επιτραπεί να τεθούν σε αυτό το στάδιο, θα οδηγήσουν σε επαναπροσδιορισμό επιδίκων θεμάτων, με αποτέλεσμα να οδηγηθεί η δίκη σε εκτροχιασμό και καθυστέρηση. Σχετική με το θέμα είναι η απόφαση στην υπόθεση Federal Βank of Lebanon (S.A.L.) v. Νίκου Σιακόλα
(1999)(πιο πάνω) όπου οι αιτούμενες τροποποιήσεις που αφορούσαν λεπτομέρειες ήδη διατυπωθέντων ισχυρισμών επετράπησαν, ενώ εκείνη που αφορούσε εισαγωγή αλλοδαπού δικαίου με διατάξεις Λιβανικού δικαίου δεν επετράπη. Στην υπόθεση εκείνη υπήρχε μεγάλη καθυστέρηση στην υπόθεση και η αίτηση για τροποποίηση έγινε πριν την εισαγωγή μαρτυρίας στην υπόθεση. Στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Νίκου Σιακόλα
(2002)1 ΑΑΔ 224 το πρωτόδικο δικαστήριο επέτρεψε στον εναγόμενο να τροποποιήσει την Έκθεση Υπεράσπισης του ούτως ώστε να γίνουν εξειδικευμένες παραθέσεις του Λιβανικού δικαίου και της νομολογίας. Η αίτηση υποβλήθηκε κατά το στάδιο της αντεξέτασης του εμπειρογνώμονα επί του Λιβανικού δικαίου των εναγόντων. Η Έκθεση Υπεράσπισης είχε καταχωρηθεί μετά τη τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης και η καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος δικαιολογήθηκε σε συνάρτηση με τον τρόπο σύνταξης της Έκθεσης Απαίτησης και στην ασάφεια ή παράλειψη συγκεκριμενοποίησης σ΄ αυτή βασικών γεγονότων ή τη μη σύνδεση των γεγονότων με νομοθετικές διατάξεις. Το Ανώτατο Δικαστήριο ανατρέποντας απέρριψε την αίτηση αναφέροντας τα ακόλουθα στη σελ 229: «Στην παρούσα περίπτωση είναι προφανές, όπως ορθά κατέληξε και το πρωτόδικο Δικαστήριο, πως ο εφεσίβλητος-εναγόμενος είχε και τη δυνατότητα και την ευχέρεια να δώσει λεπτομέρειες του Λιβανικού Νόμου στον οποίο θα βασιζόταν η υπεράσπιση του όταν ετοίμαζε την Έκθεση Υπεράσπισης στην τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης και στην οποία γινόταν αναφορά στις πρόνοιες του Λιβανικού δικαίου, κάτι που απέτυχε να πράξει. Μετά, σε πολύ καθυστερημένο στάδιο και κατά τη διάρκεια της ακρόασης και της μαρτυρίας του ΜΕ4, ζήτησε να του δοθεί αναβολή για να υποβάλει αίτηση για τροποποίηση, προβάλλοντας ως λόγω της καθυστέρησης το ό,τι αναφέραμε πιο πάνω ... Θεωρούμε πως, λαμβάνοντας υπόψη τη δυνατότητα συμπερίληψης σε προγενέστερο στάδιο των ισχυρισμών που ήθελε να περιλάβει σε τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης ο εφεσίβλητος-εναγόμενος, την παράλειψη του να πράξει τούτο, το πολύ καθυστερημένο στάδιο στο οποίο υπέβαλε την αίτηση και την απόρριψη του λόγου που πρόβαλε για την καθυστέρηση, κακώς το πρωτόδικο Δικαστήριο ενέκρινε την αίτηση για τροποποίηση.» Στην υπόθεση Χρίστου ν. Khoreva
(2001)1 AAΔ 1874 με δήλωση του δικηγόρου των εφεσειόντων έγινε δεκτό ότι η εφεσίβλητη έδωσε δεόντως την ειδοποίηση που απαιτέιται από το άρθρο 67 του Κεφ.
  1. Η εφεσίβλητη προσάρμοσε τη θέση της για παρουσίαση της μαρτυρίας της με το να ην παρουσιάσει οποιαδήποτε μαρτυρία για το θέμα αυτό εφόσον είχε γίνει παραδεκτό από τους εφεσείοντες. Όταν αργότερα οι εφεσείοντες προσπάθησαν να αποσύρουν την παραδοχή τους το Δικαστήριο δεν το επέτρεψε καθότι θα ήταν άδικο να επιτραπεί στον εφεσείοντα να αποστεί από τις παραστάσεις του και καθότι ο εφεσείων είχε την ευχέρεια σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας να επιδιώξει την απόσυρση της δήλωσης παραδοχής κάτι που παρέλειψε να πράξει. Στην παρούσα περίπτωση οι εναγόμενοι 1 και 2 προβαίνουν σε κάποιες παραδοχές στη παράγραφο 14 της Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης τους ότι το Ίδρυμα Αποδήμων Πακιστανών αποτελεί κυβερνητικό οργανισμό με τους σκοπούς τους οποίους αναφέρει η παράγραφος 23 της Έκθεσης Απαίτησης, τις οποίες με την παρούσα αίτηση ζητούν να διαγραφεί. Επίσης στην παράγραφο 17 της Υπεράσπισης γίνεται έμμεση παραδοχή ότι τα άρθρα του αλλοδαπού Νόμου που βρίσκονται στις παραγράφους 25 και 26 της Έκθεσης Απαίτησης εφαρμόζονται, επισημαίνουν όμως ότι εφαρμόζονται όπου δεν υπάρχουν κληρονόμοι. Με την αιτούμενη τροποποίηση οι αιτητές επιθυμούν να αλλάξουν αυτή τη παραδοχή τους προσθέτοντας πρόνοιες του αλλοδαπού δικαίου οι οποίες έρχονται σε αντίφαση με τις παραδοχές τους. Έχοντας όμως υπόψη ότι οι ενάγοντες έχουν προσαρμόσει τη μαρτυρία τους στη βάση των υφιστάμενων παραδοχών και ότι οι αιτητές έχουν αντεξετάσει τους μάρτυρες των εναγόντων στη βάση αυτών των παραδοχών τυχόν έγκριση του αιτήματος σε αυτό το στάδιο θα οδηγήσει σε αδικία για την υπόθεση των εναγόντων. Σε περίπτωση έγκρισης της αιτούμενης τροποποίησης θεωρώ ότι υπάρχει κίνδυνος τα δικαιώματα των καθ΄ ων η αίτηση να επηρεαστούν με τρόπο που να μην μπορούν να αποζημιωθούν με την καταβολή εξόδων. Η εισήγηση των καθ΄ ων ότι σε τέτοια περίπτωση θα απαιτηθεί η λήψη νομικών γνωματεύσεων εκ μέρους τους, κάτι που αποτελεί μία χρονοβόρα διαδικασία είναι εύλογη, όπως εύλογη είναι και η θέση τους ότι ενδεχόμενα να μην ευρίσκονται στην ίδια μοίρα με τους αιτητές που είχαν όλο το χρόνο στη διάθεση τους να εξετάσουν τα νομικά αυτά ζητήματα και να λάβουν τις κατάλληλες νομικές συμβουλές. Έχει επίσης ήδη δοθεί μαρτυρία στη βάση των υφιστάμενων δικογράφων και τυχόν κατάθεση των ιδίων μαρτύρων επί των νέων θεμάτων ενδεχόμενα να απαιτηθεί από το Δικαστήριο να αποφασίσει μεταξύ δύο μαρτυριών εκάστου μάρτυρα κάτι που όπως ορθά έχει επισημάνει η κα Κονναρή αντιβαίνει ρητά στη διαδικασία που ακολουθείται με βάση τους θεσμούς. Ένα θέμα που εγέρθηκε από πλευράς του Γενικού Εισαγγελέα και δεν έτυχε σχολιασμού από τους αιτητές είναι ότι οι αιτούμενες τροποποιήσεις αφορούν μόνο την υπεράσπιση των εναγομένων 1 και 2 ενώ στο δικόγραφο που έχουν ανταλλάξει με τον εναγόμενο 3 δεν γίνεται αναφορά σε οποιοδήποτε αλλοδαπό δίκαιο παρά μόνο αναφέρουν ότι έχουν ζητήσει και λάβει νομική γνωμάτευση από έγκριτο δικηγόρο/νομικό της Σαουδικής Αραβίας. Έχοντας υπόψη ότι η υπόθεση θα αποφασιστεί συνολικά, οι αιτούμενες τροποποιήσεις, εκτός του ότι επηρεάζουν τον εναγόμενο 3 με τον ίδιο τρόπο όπως και τους ενάγοντες, η υπόθεση ενδεχόμενα να οδηγηθεί σε παραδοξότητες και τούτο γιατί ζητείται από τους εναγόμενους να κριθεί η υπόθεση με βάση συγκεκριμένες πρόνοιες του δικαίου της Σαουδικής Αραβίας, σε όση έκταση αφορά τη διαφορά τους με τους ενάγοντες, ενώ δεν υπάρχει τέτοια δικογραφική κάλυψη σε συνάρτηση με την ανταπαίτηση του εναγομένου
  2. Συνοψίζοντας, τα στοιχεία που λαμβάνονται υπόψη για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου είναι τα ακόλουθα:
(1)Οι αιτούμενες τροποποιήσεις είναι εκτεταμένες και θα οδηγήσουν σε επαναπροσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων
(2)Η αίτηση υποβάλλεται πολύ καθυστερημένα και σε πολύ προχωρημένο στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας.
(3)Δεν δίδεται επαρκής δικαιολογία για την καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος
(4)Οι ενάγοντες έχουν κλείσει την υπόθεση τους χωρίς να τεθούν τα θέματα που εγείρονται με τις τροποποιήσεις στους μάρτυρες τους με αποτέλεσμα τα δικαιώματα τους να επηρεάζονται με τρόπο που δεν μπορούν να αποζημιωθούν με έξοδα
(5)Μαρτυρία που έχει δοθεί θα πρέπει να αγνοηθεί ή ακόμα και να αντιμάχεται μαρτυρίας που θα πρέπει να δοθεί στα πλαίσια του τροποποιημένου δικογράφου
(6)Θα προκληθεί περαιτέρω καθυστέρηση στην υπόθεση με κίνδυνο να υπάρξει παραβίαση του άρθρου 30.2 του Συντάγματος και της ανάλογης πρόνοιας της Σύμβασης για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Από την άλλη, λαμβάνω υπόψη μου και την θέση των αιτητών ότι οι αιτούμενες τροποποιήσεις τους είναι απαραίτητες για να θέσουν την υπόθεση τους ενώπιον του Δικαστηρίου. Όμως έχοντας υπόψη τα πιο πάνω στοιχεία κρίνω ότι η διακριτική μου ευχέρεια θα πρέπει να ασκηθεί υπέρ της απόρριψης της αίτησης. Η αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα όπως θα υπολογιστούν από το Πρωτοκολλητή στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής επιδικάζονται εναντίον των αιτητών. (Υπ.) ............. Κ. Σταματίου, Π.Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.