Aristo Developers Ltd ν. Cyproperties Ltd, Αρ. Αγωγής :- 1265/2005, 23η Σεπτεμβρίου 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2010:A35 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον :- Μ. Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Αρ. Αγωγής :- 1265/2005 Μεταξύ :- Aristo Developers Ltd Ενάγουσα Και Cyproperties Ltd Εναγόμενη Ημερομηνία :- Πέμπτη 23η Σεπτεμβρίου 2010 Αίτηση Τροποποίησης ημερομηνίας 23/4/2010 Για την Ενάγουσα - Αιτήτρια :- κ. Ανδρέας Δημητριάδης (Για ν΄ ακούσει απόφαση :- Αυτοπροσώπως / κα. Ελίζα Μιχαήλ ) Για την Εναγόμενη - Καθ΄ ης η Αίτηση :- κ. Γεώργιος Παπαντωνίου (Για ν΄ ακούσει απόφαση :- Αυτοπροσώπως / Καμία Εμφάνιση ) Ενδιάμεση Απόφαση
- Αιτείται η ενάγουσα την έκδοση διατάγματος τροποποίησης της έκθεσης απαίτησης της. Η εναγόμενη έχει καταχωρήσει σχετική ένσταση.
- Ήδη έχει αρχίσει η ακρόαση της αγωγής και έχει ολοκληρωθεί η μαρτυρία του πρώτου μάρτυρα της ενάγουσας. Είναι σαφές και ουσιαστικά ούτε και τίθεται υπό αμφισβήτηση από την εναγόμενη με την ένσταση της ότι η αναγκαιότητα για τροποποίηση προκύπτει από λανθασμένους υπολογισμούς των συμφωνημένων αποζημιώσεων την επιδίκαση των οποίων η ενάγουσα επιδιώκει με βάση την επίδικη συμφωνία μεταξύ των διαδίκων. Μάλιστα εάν ανατρέξει το Δικαστήριο στις σημειώσεις του από την αντεξέταση του Μ. Ε. 1 εύκολα εντοπίζεται το σημείο, προς το τέλος αυτής, όπου διαφάνηκε ο λανθασμένος υπολογισμός μέρους των αποζημιώσεων. Διατηρώ σταθερά υπόψη μου αυτό το δεδομένο κατά την εξέταση της αίτησης αυτής.
- Έχω εξετάσει με προσοχή την ένσταση της εναγομένης με την οποία παραθέτει συνολικά 15 λόγους ένστασης. Εν συντομία οι λόγοι αυτοί στο σύνολο τους κρίνονται εντελώς αβάσιμοι. Θεωρώ όμως, προς πληρέστερη αιτιολόγηση αυτού του συμπεράσματος, ότι αναπόφευκτα το Δικαστήριο θα πρέπει να τοποθετηθεί ξεχωριστά επί κάθε λόγου ένστασης. Με αναπόφευκτο επίσης αποτέλεσμα την επέκταση του κειμένου αυτής της απόφασης.
- Παραθέτω πιο κάτω το σκεπτικό του Δικαστηρίου με βάση το οποίο εν τέλει οι λόγοι ένστασης απορρίπτονται στο σύνολο τους. 4.
- Ο πρώτος λόγος είναι γενικός και αόριστος ενώ στο βαθμό που υποστηρίζεται από μαρτυρία (παράγραφος 12 της ένορκης δήλωσης του Θωμά Κωστάππη) δεν παύει να κρίνεται αβάσιμος. Διερωτώμαι πρώτο, πως στερείται νομική βάση η αίτηση ενώ δεύτερο, διερωτώμαι πραγματικά πως η βάση των γεγονότων στην ένορκη δήλωση του Γεώργιου Σώζου θα μπορούσε να μην ήταν διαφορετική από τη μαρτυρία η οποία δόθηκε από τον Μ. Ε.
- Εφόσον δηλαδή σκοπός της αίτησης είναι να διορθωθούν λανθασμένοι υπολογισμοί των αποζημιώσεων οι οποίοι όχι μόνο εμπεριέχονται στην έκθεση απαίτησης αλλά και, επιπλέον, οι οποίοι υιοθετήθηκαν πλήρως από τον Μ. Ε. 1 ως ορθοί δίχως οποιαδήποτε επιπρόσθετη διευκρίνιση. Ούτε και γίνεται δεκτή η θέση ότι ο μάρτυρας αυτός είναι δυνατό να κριθεί ως πρόσωπο το οποίο «δεν γνωρίζει» και «ούτε είναι αρμόδιο» για να προβεί στη συγκεκριμένη ένορκη δήλωση. Ο Γεώργιος Σώζος περιγράφει τον εαυτό του ως ο Αρχιλογιστής της ενάγουσας. Ο ισχυρισμός αυτός δεν αντικρούεται καν με την ένορκη δήλωση του Θωμά Κωστάππη. Συνεπώς ποιος είναι ο λόγος πραγματικά με βάση τον οποίο το Δικαστήριο θα πρέπει να κρίνει το μάρτυρα αυτό είτε ως αδαή είτε ως αναρμόδιο επί του συγκεκριμένου θέματος, δηλαδή του λανθασμένου υπολογισμού των συμφωνημένων αποζημιώσεων; 4.
- Με το δεύτερο λόγο ένστασης εισηγείται η εναγόμενη ότι με «.την αίτηση προβάλλονται νέοι λόγοι που επηρεάζουν την βάση της αγωγής και/ή τροποποιείται και προστίθεται νέα βάση αγωγής». Αβάσιμος εντελώς και αυτός ο λόγος ένστασης. Ποιοι είναι αυτοί οι νέοι λόγοι: Άγνωστο. Άγνωστοι και αυτοί και κατ΄ επέκταση άγνωστος ο επηρεασμός της βάσης της αγωγής. Πως τροποποιείται ή προστίθεται νέα βάση αγωγής; Άγνωστη και εδώ η απάντηση είτε με βάση τη μαρτυρία είτε την επιχειρηματολογία προς υποστήριξη της ένστασης. Αυτό το οποίο αβίαστα διαπιστώνεται από το Δικαστήριο είναι ότι απλώς επιδιώκει η ενάγουσα να διορθώσει με αυτή την αίτηση λανθασμένους υπολογισμούς συμφωνημένων αποζημιώσεων όπως αυτή αρχικά παρατέθηκαν εντός της έκθεσης απαίτησης. Δεν προβάλλονται νέοι λόγοι με την αίτηση. Συνεπώς δεν επηρεάζεται με λόγους που δεν προβάλλονται η βάση της αγωγής. Δεν τροποποιείται ούτε και προστίθεται νέα βάση αγωγής. Πραγματικά προκαλεί απορία στο Δικαστήριο πως είναι δυνατό να προβάλει η εναγόμενη τέτοιο λόγο ένστασης όταν σαφέστατα αυτό το οποίο επιδιώκεται με αυτή την αίτηση είναι η διόρθωση ορισμένων αριθμών οι οποίοι προέκυψαν από λανθασμένους υπολογισμούς. Γεγονός το οποίο αναδείχτηκε ως δεδομένο ως αποτέλεσμα της αντεξέτασης του Μ. Ε. 1 από τον ευπαίδευτο συνήγορο της εναγομένης. Ο οποίος κάλλιστα θα μπορούσε εάν επιθυμούσε να μην έθιγε καν αυτό το θέμα με την αντεξέταση του. Προφανώς επέλεξε να το αναδείξει θέτοντας αναπόφευκτα με αυτό τον τρόπο την ενάγουσα σε θέση πλεονεκτική ως προς το να επιδίωκε δηλαδή το συντομότερο δυνατό τη διόρθωση λανθασμένων ισχυρισμών εντός της έκθεσης απαίτησης της τους οποίους η ίδια η εναγόμενη της υπέδειξε με την πρώτη ευκαιρία κατά την ακροαματική διαδικασία. 4.
- Εισηγείται επίσης με τον τρίτο λόγο ένστασης η εναγομένη ότι η «.προτιθέμενη τροποποίηση καταχρηστικά εισάγει νέα στοιχεία, τα οποία ουδέποτε αναφέρθηκαν προηγουμένως ή στην Έκθεση Απαίτησης ως έχει». Θεωρώ ότι η διόρθωση ορισμένων αριθμών και η αλλαγή ποσών τα οποία έχουν ως υπόβαθρο την ίδια κατ΄ ισχυρισμό πραγματική βάση με κανένα τρόπο δεν μπορούν να κριθούν ως εισαγωγή νέων στοιχείων τα οποία μάλιστα ουδέποτε αναφέρθηκαν προηγουμένως. Ως προς την ύπαρξη κατάχρησης εάν η έγκαιρη προσπάθεια διόρθωσης λανθασμένων υπολογισμών εντός ενός δικογράφου μετά από τη κατάθεση ενός και μόνο μάρτυρα μπορεί να περιγραφεί και προταθεί ως κατάχρηση τότε η ίδια η έννοια της λέξης κατάχρησης σε σχέση με δικαστική διαδικασία παύει να έχει την οποιαδήποτε έννοια όπως αυτή έχει καθοριστεί με σχετική νομολογία. Προκαλεί πραγματικά απορία η μαρτυρία της εναγομένης στην παράγραφο 5 της ένορκης δήλωσης του Θωμά Κωστάππη. Πως δεν προώθησε η εναγόμενη την υπεράσπιση της με βάση τα «.νέα στοιχεία.» που προσπαθεί να «εισαγάγει» η ενάγουσα; Ποιά είναι αυτά τα νέα στοιχεία δεν επεξηγεί στο Δικαστήριο ο ενόρκως δηλών. Επίσης εφόσον η ενάγουσα (όντως) δεν παρέθεσε μέχρι τώρα τέτοια μαρτυρία τότε πως θα αντεξεταζόταν επί αυτής; Είναι με λύπη πραγματικά που κρίνεται όχι μόνο ακατανόητη αλλά και λογικά εντελώς απαράδεκτη η όλη θέση της εναγομένης επί αυτού του θέματος. 4.
- Ως προς τον τέταρτο λόγο ένστασης αρκεί απλώς να επαναλάβω τη βασική διαπίστωση του Δικαστηρίου ότι με την αιτούμενη τροποποίηση η ενάγουσα επιδιώκει τη διόρθωση λανθασμένων υπολογισμών. Δηλαδή, θέτοντας το όσο πιο απλά γίνεται αυτό το οποίο επιδιώκεται είναι η αντικατάσταση ορισμένων αριθμών. Αυτό καθίσταται οφθαλμοφανές και από το δεδομένο ότι με την αιτούμενη τροποποίηση δεν αλλοιώνεται ούτε μία λέξη από το κείμενο της έκθεσης απαίτησης. Εντελώς αβάσιμος επομένως και αυτός ο λόγος ένστασης καθώς, όπως κρίνεται, καμία αδικία δεν προκαλείται στην υπεράσπιση της εναγομένης και ούτε και επιδιώκεται ουσιαστική τροποποίηση η οποία εάν επιτραπεί θα έχει ως αποτέλεσμα τον επαναπροσδιορισμό των επίδικων θεμάτων. Ούτε και γίνεται δεκτή η θέση της εναγομένης (παράγραφος 6 της ένορκης δήλωσης του Θωμά Κωστάππη) ότι «.(Υ)ποκαθιστώντας τα αιτούμενα ποσά με νέα θα προκύψει ζημιά...» στην εναγομένη «.αφού θα υπάρχουν επιπλέον στοιχεία να.» αντικρούσει «.τα οποία δεν έχουν καμία άλλη βάση νομική και/ή γεγονότων στην Έκθεση Απαίτησης». Ποιά επιτέλους είναι αυτά τα επιπλέον στοιχεία; Πρόκειται ουσιαστικά για τα ίδια στοιχεία επί της ίδιας βάσης είτε νομικής είτε πραγματικής και επί των ίδιων γεγονότων ή ισχυρισμών όπως αυτοί προβάλλονται εντός της έκθεσης απαίτησης. Αυτό το οποίο αλλάζει είναι απλώς αριθμοί και η αλλαγή αυτή γίνεται υπό την έννοια της διόρθωσης λανθασμένων υπολογισμών. Ενώ η θέση της εναγομένης, εντός της ίδιας παραγράφου, όχι μόνο είναι αντιφατική με αυτή στην αμέσως προηγούμενη παράγραφο (ότι δηλαδή η ενάγουσα δεν παρέθεσε μέχρι τώρα τέτοια μαρτυρία για να αντεξεταστεί επί αυτής) αλλά παρατηρείται επίσης το εξής. Ο Μ. Ε. 1 όταν κλήθηκε στη κύρια εξέταση του να αναλύσει τα ποσά τα οποία αναφέρονται στην έκθεση απαίτησης εν τέλει απλά συμφώνησε με αυτά ουσιαστικά υιοθετώντας τα. Συνεπώς, εφόσον αυτά είναι τα στοιχεία τα οποία κατέθεσε ο μάρτυρας αυτός τότε δεν έχει στερηθεί την ευκαιρία η εναγόμενη, όπως ισχυρίζεται ο ενόρκως δηλών, να αντεξετάσει αυτό το μάρτυρα επί των νέων στοιχείων. Παράλογο πραγματικά κρίνεται να προτείνεται η θέση ότι η εναγόμενη έχει στερηθεί την ευκαιρία να αντεξετάσει επί νέων στοιχείων για τα οποία η ενάγουσα μέχρι σήμερα δεν έχει παραθέσει ίχνος μαρτυρίας. Εάν δηλαδή με την αναφορά σε νέα στοιχεία αυτό το οποίο εννοεί η εναγομένη - και λογικά μόνο αυτό μπορεί να εννοεί - είναι οι αριθμοί με τους οποίους θα αντικατασταθούν οι αριθμοί σε σχέση με τα ποσά τα οποία ο μάρτυρας συμφώνησε ως ορθά. 4.
- Παραπέμπει με τον πέμπτο λόγο ένστασης η εναγόμενη στην ύπαρξη μεγάλης καθυστέρησης δίχως η ενάγουσα να δίδει οποιοδήποτε σοβαρό λόγο γι΄ αυτή την καθυστέρηση. Παραγνωρίζει το εξής. Η διαπίστωση της ύπαρξης λανθασμένων υπολογισμών, όπως σχετικά δηλώνει ενόρκως ο Γεώργιος Σώζου, προέκυψε μετά από την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας. Ο ισχυρισμός αυτός δεν αμφισβητείται ευθέως ανεξάρτητα και από τη θέση (παράγραφος 9 της ένορκης δήλωσης του Θωμά Κωστάππη) ότι τα νέα στοιχεία τα οποία επικαλείται σήμερα η ενάγουσα ήταν ευθύς εξ αρχής γνωστά σε αυτή. Ανακριβής εν πάση περιπτώσει αυτή η θέση καθώς η ενάγουσα καθόλου δεν επικαλείται νέα στοιχεία. Σαφώς περιορίζεται ο Γεώργιος Σώζου σε αναφορά διαπίστωσης ότι οι υπολογισμοί αποζημιώσεων οι οποίοι αναφέρονται εντός της έκθεσης απαίτησης δεν είναι ορθοί. Άγνωστο πραγματικά σε ποιά νέα στοιχεία αναφέρεται ο Θωμάς Κωστάππη. Αναφορικά όμως με αυτό τον λόγο ένστασης τονίζω ότι γίνεται δεκτή ως χρονική αφετηρία προς υπολογισμό από το Δικαστήριο οποιασδήποτε καθυστέρησης το δεδομένο της διαπίστωσης αναγκαιότητας τροποποίησης μετά από την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας και συγκεκριμένα στις 17/3/2010 η οποία ήταν και η μοναδική δικάσιμος. Αναβλήθηκε για τις 20/4/2010 ως η πρώτη διαθέσιμη ημερομηνία για συνέχιση της ακρόασης ημερομηνία κατά την οποία δηλώθηκε, μεταξύ άλλων, και η πρόθεση καταχώρησης αίτησης τροποποίησης η οποία όντως καταχωρήθηκε 3 μέρες αργότερα και ορίστηκε σύμφωνα με τις οδηγίες του Δικαστηρίου στις 30/4/
- Ημερομηνία κατά την οποία η εναγόμενη ζήτησε χρόνο για καταχώρηση ένστασης. Υπό αυτές τις περιστάσεις πραγματικά δεν διαπιστώνεται ότι η υποβολή της αίτησης έγινε μετά από μεγάλη καθυστέρηση. Ούτε και γίνεται δεκτή η θέση ότι η ενάγουσα δεν έχει δώσει οποιοδήποτε «σοβαρό» λόγο για αυτή τη καθυστέρηση. Ο λόγος ο οποίος έχει δοθεί από την ενάγουσα τόσο για το χρόνο υποβολής της αίτησης όσο και για το πως προέκυψε η αναγκαιότητα για αυτή την υποβολή κρίνεται ως γνήσιος από το Δικαστήριο. Διαπιστώθηκε από την αντεξέταση του Μ. Ε. 1 αυτή η αναγκαιότητα. 4.
- Ο έκτος λόγος ένστασης όχι μόνο αβάσιμος κρίνεται αλλά και εξωπραγματικός. Πως είναι δυνατό να προτάσσεται η θέση ότι η αιτούμενη τροποποίηση «.δεν είναι αναγκαία για σκοπούς αποπεράτωσης των πραγματικών ζητημάτων που είναι αμφισβητούμενα μεταξύ των διαδίκων»; Αναγκαία πραγματικά κρίνεται από το Δικαστήριο, για την ορθή και δίκαιη επίλυση της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων, η ευκαιρία η οποία θα πρέπει να δοθεί στην ενάγουσα για να διορθώσει τους λανθασμένους υπολογισμούς των ζητούμενων αποζημίωσεων έτσι ώστε να θέσει με τον τρόπο αυτό υπόψη του Δικαστηρίου ακριβώς ποιες είναι οι θεραπείες την επιδίκαση των οποίων ζητά από την εναγόμενη. 4.
- Με τον έβδομο λόγο ένστασης εισηγείται η εναγόμενη πρώτο, ότι η ενάγουσα είχε πολλές ευκαιρίες να προβεί σε τροποποίηση τις οποίες άφησε ανεκμετάλλευτες. Η θέση αυτή δεν γίνεται δεκτή από το Δικαστήριο όπως φαίνεται καθαρά από την εξέταση του πέμπτου λόγου ένστασης. Δεύτερο, ότι «.πρόκειται για στοιχεία τα οποία κατείχε και τα οποία οι Καθ΄ ων η Αίτηση είχαν αναφέρει εξ΄ αρχής στην Υπεράσπιση τους και θα έπρεπε να της ήταν γνωστά εξ αρχής». Ασφαλώς τα οποιαδήποτε στοιχεία με βάση τα οποία η ενάγουσα ετοίμασε την έκθεση απαίτησης της αναμένεται λογικά από το Δικαστήριο να της ήταν γνωστά. Ούτε και ισχυρίζεται κάτι διαφορετικό η ενάγουσα. Ότι δηλαδή λόγω εντοπισμού κάποιων νέων στοιχείων προκύπτει η αναγκαιότητα τροποποίησης. Αυτό το οποίο πράγματι ισχυρίζεται τόσο απλά και κατανοητά είναι η διαπίστωση λανθασμένων υπολογισμών. Δηλαδή, η αναγκαιότητα αντικατάστασης αριθμών εντός της έκθεσης απαίτησης οι οποίοι όπως διαπιστώθηκε δεν είναι ορθοί. Επομένως, δεν πρόκειται για περίπτωση ύπαρξης στοιχείων τα οποία η ενάγουσα κατείχε και τα οποία θα έπρεπε να της ήταν γνωστά αλλά για περίπτωση λανθασμένης χρήσης αυτών των στοιχείων. Επίσης, είναι άξιον απορίας με ποιό τρόπο η εναγόμενη είχε αναφέρει οτιδήποτε σχετικό με το αίτημα τροποποίησης εντός της έκθεσης υπεράσπισης της. Απλά και μόνο δηλαδή με το να προβάλει μία θέση γενικής άρνησης; Διερωτώμαι πραγματικά πως η εναγόμενη με την έκθεση υπεράσπισης της έθεσε υπόψη της ενάγουσας ότι τα ποσά τα οποία αναφέρονταν στην έκθεση απαίτησης της ήταν λανθασμένα. 4.
- Θα μπορούσε ο όγδοος λόγος ένστασης να χαρακτηριστεί όχι απλώς γενικός και αόριστος αλλά ακόμη και ακατανόητος. Τι εννοεί πραγματικά η εναγόμενη όταν προβάλει τη θέση ότι η αίτηση «.αφορά γεγονότα και/ή νομικά σημεία που ήταν εξ΄αρχής γνωστά στην Ενάγουσα και της δίδουν αυτοτελές αγώγιμο δικαίωμα»; Κατ΄ αρχάς δεν διαπιστώνω ότι η αίτηση αφορά οποιαδήποτε νομικά σημεία ενώ ως προς τα γεγονότα τα οποία «.ήταν εξ΄αρχής γνωστά στην Ενάγουσα.» θεωρώ ότι έχω καλύψει αυτό το θέμα με την εξέταση του έβδομου λόγου ένστασης. Ως προς την ύπαρξη «αυτοτελές» αγώγιμου δικαιώματος ούτε η μαρτυρία αλλά ούτε και η επιχειρηματολογία προς υποστήριξη της ένστασης διασαφηνίζει αυτό το θέμα. 4.
- Ως προς τον ένατο λόγο ένστασης θεωρώ ότι ήδη αυτός έχει καλυφθεί από το Δικαστήριο με την εξέταση τόσο του έβδομου όσο και του όγδοου λόγου ένστασης. 4.
- Αναφορικά με τον δέκατο λόγο ένστασης εάν ληφθεί υπόψη στο σύνολο της η δικονομική συμπεριφορά της εναγόμενης πραγματικά αυτός δεν μπορεί να κριθεί καν γνήσιος. Εισηγείται η εναγόμενη ότι στερείται του δικαιώματος να εκδικαστεί η υπόθεση σε εύλογο χρόνο και ότι η αίτηση την παρασύρει σε «.περαιτέρω χρονοβόρες διαδικασίες». Υπενθυμίζω ότι ενώ η εναγόμενη μετά από επίδοση του γενικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος στις 12/7/2005 καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης στις 2/8/2005, δεν επέδειξε οποιοδήποτε ενδιαφέρον για τη προώθηση της υπεράσπισης της (παραδείγματος χάριν αίτηση βάσει της Δ.26 θ. 1 των Διαδικαστικών Κανονισμών της Πολιτικής Δικονομίας για απόρριψη της αγωγής λόγω έλλειψης προώθησης της) και χρειάστηκε ειδοποίηση από τον Πρωτοκολλητή, βάσει της Δ.26 θ. 13
(1), ημερομηνίας 11/3/2009, αλλά και αίτηση της ενάγουσας για απόφαση, ημερομηνίας 19/3/2009, για να καταχωρήσει την έκθεση υπεράσπισης στις 24/6/2009 μετά και από κατ΄ επανάληψη αναβολή της αίτησης γι΄ απόφαση. Ασφαλώς δεν εισηγούμαι με οποιοδήποτε τρόπο ότι η δικονομική συμπεριφορά της ενάγουσας ως προς την αποφυγή καθυστέρησης στην προώθηση της αγωγής της ήταν καλύτερη. Όμως η ευκολία με την οποία προβάλλεται ο δέκατος λόγος ένστασης δεν έχει καμία βάση στην απλή δικονομική πραγματικότητα αυτής της αγωγής μέχρι και την ολοκλήρωση των δικογράφων. 4.
- Ως προς τον ενδέκατο λόγο ένστασης διερωτώμαι πραγματικά πως παρέχεται καν η δυνατότητα εξέτασης του. Εισηγείται η εναγομένη το εξής. Ότι η αίτηση «.προκαλεί περαιτέρω ζημιά και βλάβη στους Καθ΄ων η αίτηση που ήδη προκάλεσε η παρούσα αγωγή». Θα πρέπει δηλαδή το Δικαστήριο να θεωρήσει ως δεδομένο ότι η αγωγή αυτή έχει προκαλέσει ζημιά και βλάβη στην εναγόμενη; Και ότι κατά συνέπεια η αίτηση αυτή προκαλεί επιπρόσθετη ζημιά και βλάβη; Κατ΄ αρχάς το Δικαστήριο δεν θεωρεί με οποιοδήποτε τρόπο ότι η αγωγή αυτή προκαλεί οποιαδήποτε ή τουλάχιστον οποιαδήποτε περισσότερη ή διαφορετική ζημιά στην εναγομένη από ότι θα μπορούσε να θεωρηθεί γενικά ότι η οποιαδήποτε αγωγή προκαλεί σε οποιοδήποτε εναγόμενο. Επομένως, μη έχοντας ως βάση αυτό το δεδομένο δεν είναι δυνατό να γίνει καν δεκτή η δυσνόητη θέση η οποία προβάλλεται με αυτό τον λόγο ένστασης. Εάν ακόμη όμως αυτό το οποίο εννοεί η εναγόμενη είναι απλά ότι η αίτηση της προκαλεί ζημιά και βλάβη ούτε αυτή η θέση είναι δυνατό να γίνει δεκτή. Θεωρώ ότι η οποιαδήποτε ζημιά προκαλείται μπορεί να αποζημιωθεί χρηματικά υπό μορφή επιδίκασης εξόδων. 4.
- Αναφορικά με τον δωδέκατο λόγο ένστασης κρίνω ότι ο οποιοσδήποτε εκτροχιασμός προκαλείται στη δίκη από «.την προσδιορισθείσα της πορεία.» δεν είναι τέτοιος σε αυτό το στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας, όπου έχει καταθέσει μόνο ένας μάρτυρας της ενάγουσας, έτσι ώστε να θεωρηθεί ότι αυτός ο λόγος θα πρέπει να γίνει δεκτός προς απόρριψη της αίτησης τροποποίησης. 4.
- Σε σχέση με τον δέκατο τρίτο λόγο ένστασης, διατηρώντας υπόψη τα όσα αναφέρονται πιο πάνω, πραγματικά δεν είναι δυνατό να γίνει δεκτή είτε η θέση ότι η ενάγουσα «.καταχράται των διαδικασιών του Δικαστηρίου..» είτε ότι η αίτηση αυτή «.είναι καταχρηστική και καταπιεστική». Θεμιτά υποβάλει η ενάγουσα ένα αίτημα προς το Δικαστήριο το οποίο μάλιστα εν τέλει κρίνεται και δικαιολογημένο. 4.
- Επιλέγει και πάλι η εναγόμενη με τον δέκατο τέταρτο λόγο ένστασης να αγνοήσει τον απλό λόγο εξαιτίας του οποίου η ενάγουσα υποβάλει το αίτημα της. Αποδέχεται η ενάγουσα ότι έγιναν λανθασμένοι υπολογισμοί και ζητά την άδεια του Δικαστηρίου να τους διορθώσει. Επομένως, πραγματικά τι εξυπηρετεί το μέρος αυτού του λόγου ένστασης με το οποίο εισηγείται η εναγόμενη ότι οι τροποποιήσεις «.αφορούν ποσά τα οποία διαφαίνονται στη συμφωνία και θα έπρεπε να γίνουν αντιληπτά είτε κατά την ετοιμασία των δικογράφων είτε κατά την προσαγωγή της κυρίως τους μαρτυρίας». Εάν είχαν γίνει αντιληπτά ασφαλώς δεν θα ήταν αναγκαία η υποβολή της αίτησης αυτής. Δεν έγιναν όμως και αυτός ακριβώς είναι και ο λόγος για τον οποίο υποβάλλεται αυτό το αίτημα. Θα πρέπει δηλαδή το Δικαστήριο να κρίνει ότι κακώς δεν έγιναν διότι θα έπρεπε να είχαν γίνει και για το λόγο αυτό να απορρίψει το αίτημα της ενάγουσας; Αυτό θα ήταν άδικο και λανθασμένο αλλά και εκτός του πλαισίου της σχετικής νομολογίας. Ενώ ως προς το μέρος αυτού του λόγου ένστασης με το οποίο η εναγομένη εισηγείται ότι οι «.τροποποιήσεις που ζητούνται να γίνουν είναι ουσιαστικές και πολλές σε αριθμό χωρίς να δικαιολογούνται.» υπενθυμίζω απλώς ότι ήδη το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι δεν αλλάζει η φύση της αγωγής ή η ουσία της αλλά επιδιώκεται απλά η διόρθωση ορισμένων αριθμών. Ενώ ο αριθμός των αριθμών των οποίων ζητείται η διόρθωση θεωρώ ότι δεν έχει καμία σημασία σε σχέση με το ερώτημα κατά πόσο δικαιολογείται αυτή η αίτηση ή όχι. Οι αριθμοί αυτοί είναι όσοι αριθμοί εμπεριέχονται εντός της έκθεσης απαίτησης των οποίων η διόρθωση, σύμφωνα με το αίτημα, θεωρείται αναγκαία. Επομένως, όχι μόνο ούτε πολλές σε αριθμό μπορούν να κριθούν οι τροποποιήσεις αλλά ούτε και θα μπορούσε το μέρος ενός τέτοιου λόγου ένστασης να γινόταν δεκτό από το Δικαστήριο ως ουσιαστικός λόγος για να μην επιτραπεί η αιτούμενη τροποποίηση. 4.
- Δεν υπάρχει ίχνος επιχειρηματολογίας ή μαρτυρίας το οποίο να υποστηρίζει με οποιοδήποτε πειστικό αλλά και εξειδικευμένο τρόπο τον γενικά προβαλλόμενο δέκατο πέμπτο λόγο ένστασης. Ότι δηλαδή η ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης «.είναι παράτυπη και παράνομη και γίνεται από υπάλληλο που δεν έχει γνώση των γεγονότων της υπόθεσης». Ούτε και είναι δυνατό για το Δικαστήριο, ανεξάρτητα δηλαδή από αυτή την έλλειψη, να καταλήξει από μόνο του σε μία τέτοια διαπίστωση.
- Τέλος, διατηρώντας υπόψη τα όσα αναφέρονται πιο πάνω, όλοι οι λόγοι ένστασης απορρίπτονται, το αίτημα του ενάγοντα κρίνεται δικαιολογημένο και η αίτηση εγκρίνεται ως η αίτηση παράγραφος 1 (α) έως και (ε).
- Τροποποιημένη έκθεση απαίτησης θα πρέπει να καταχωρηθεί εντός 10 ημερών από την ημερομηνία έκδοσης του διατάγματος τροποποίησης ενώ τροποποιημένη έκθεση υπεράσπισης θα πρέπει να καταχωρηθεί εντός 10 ημερών από την ημερομηνία παράδοσης στην εναγόμενη της τροποποιημένης έκθεσης απαίτησης. Τροποποιημένη απάντηση θα πρέπει να καταχωρηθεί εντός 5 ημερών από την ημερομηνία παράδοσης της τροποποιημένης έκθεσης υπεράσπισης.
- Ως προς το θέμα των εξόδων παρά και το αποτέλεσμα εκδίκασης της αίτησης δεν διαπιστώνω να υπάρχει οποιοσδήποτε λόγος με βάση τον οποίο το Δικαστήριο να εκδώσει διαφορετική διαταγή αναφορικά με το θέμα των εξόδων από ότι ισχύει γενικά ως θέμα πρακτικής σε περιπτώσεις έγκρισης μίας αίτησης τροποποίησης. Συνεπώς, τα έξοδα, τόσο της αίτησης όσο και τα όσα έξοδα θα προκύψουν από την αποδοχή της αίτησης, επιδικάζονται εις βάρος της ενάγουσας και υπέρ της εναγομένης όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο μετά από την εκδίκαση της αγωγής.
- Η αγωγή ορίζεται στις 21 / 10 / 2010 και ώρα 08:30 για οδηγίες, δηλαδή για προγραμματισμό της συνέχισης της ακρόασης, μετά και από έλεγχο από το Δικαστήριο της ολοκλήρωσης και καταχώρησης των τροποποιημένων δικογράφων. Μ. Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο