Marfin Popular Bank Public Co Ltd ν. Αναστασία Επιφανίου Χριστοδούλου κ.α., Aρ. Αγωγής: 2975/2009, 24.9.2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2010:A36 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Κ. Κουνίδου Ε.Δ Aρ. Αγωγής: 2975/2009 Μεταξύ: Marfin Popular Bank Public Co Ltd από την Λευκωσία Εναγόντων - και - Αναστασία Επιφανίου Χριστοδούλου από την Πάφο Αντώνη Αντρέα Αντρέα Χριστοδούλου άλλως Antoni Andrew Andrea Michael από την Πάφο Άνθεα Μιχαήλ από την Πάφο Εναγομένων -------------------------------- Ημερομηνία: 24.9.2010 Εμφανίσεις: Για την εναγόμενη 3 - αιτήτρια: κα Μενοίκου για κ. Χ. Φωτίου Για τους ενάγοντες - καθ΄ων η αίτηση: κα Α. Κορακίδου (για να ακούσει απόφαση κα Χριστοφόρου) ΑΙΤΗΣΗ ΠΑΡΑΜΕΡΙΣΜΟΥ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 9.3.2010 Α Π Ο Φ Α Σ Η Η παρούσα αγωγή καταχωρίστηκε την 28.9.2009 και επιδόθηκε στην εναγόμενη 3, σύμφωνα με την ένορκη δήλωση επίδοσης που βρίσκεται στον φάκελο της υπόθεσης, στις 26.10.2009 και όχι στις 26.11.2009 ως η εναγόμενη 3 - αιτήτρια υποστηρίζει με την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση της ημερομηνίας 9.3.
- Παρελθούσης της προθεσμίας για καταχώρηση εμφάνισης εκ μέρους της εναγόμενης 3, οι ενάγοντες την 6.11.2009 καταχώρησαν μονομερή αίτηση για έκδοση απόφασης εναντίον της δυνάμει της Δ.17 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, η οποία ορίστηκε από το Πρωτοκολλητείο στις 12.11.
- Στις 12.11.2009 το δικαστήριο επιλήφθηκε της πιο πάνω αίτησης και στην απουσία εμφάνισης εκ μέρους της εναγόμενης 3, προχώρησε και έκδωσε απόφαση εναντίον της. Ο φάκελος τέθηκε ξανά ενώπιον του Δικαστηρίου στις 24.3.2010 λόγω της καταχώρησης της παρούσας αίτησης από μέρους της εναγόμενης 3 για παραμερισμό της πιο πάνω απόφασης, οπόταν και το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι στον φάκελο της υπόθεσης είχε τοποθετηθεί και σημείωμα εμφάνισης εκ μέρους της εναγόμενης 3 που έφερε την ίδια ημερομηνία με την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης δηλαδή 12.11.
- Με την υπό κρίση αίτηση, η οποία έχει ως νομική βάση τις Δ.17 Θ.10, Δ.26 Θ.14, Δ.48 Θ.1, 2, 3(h), 9 και την Δ.33 Θ.3, η εναγόμενη 3, επιδιώκει τον παραμερισμό της πιο πάνω απόφασης, η οποία αφορά το Ηποσό των €31935.34 πλέον τόκους και έξοδα. Με την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση της η εναγόμενη 3, μεταξύ άλλων, αναφέρει τα ακόλουθα:
- Πριν την έκδοση της απόφασης επισκέφθηκα τον δικηγόρο μου κο. Χάρη Φωτίου στον οποίο έδωσε εντολή να καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης εκ μέρους μου πράγμα το οποίο έκανε το πρωί της 12ης Νοεμβρίου
- 4.Δυστυχώς όπως φαίνεται ο φάκελος της αγωγής ήταν ήδη ενώπιον του Δικαστηρίου στο οποίο εκκρεμούσε η αίτηση για απόφαση λόγω μη καταχώρησης υπεράσπισης ημερ. 6/11/2009 και για το λόγο αυτό το σημείωμα εμφάνισης καταχωρήθηκε στον φάκελο της αγωγής μετά την έκδοση της επίδικης απόφασης, το Δικαστήριο μπορεί να λάβει γνώση του γεγονότος τούτου από τον ίδιο το φάκελο της αγωγής. 5.Έχω πολύ καλή υπεράσπιση η οποία ουσιαστικά στηρίζεται στα ίδια γεγονότα και ισχυρισμούς που προβάλλω στην υπεράσπιση μου στην αγωγή 3034/2009 την οποία επισυνάπτω ως τεκμήριο
- είναι ίδια με αυτή που ήδη έχω καταχωρήσει
- Έχω αντιληφθεί ότι έχει εκδοθεί απόφαση εναντίον μου την 3.3.2010 όταν μου τηλεφώνησαν από το Δικαστήριο και μου ανάφεραν ότι εκκρεμεί εναντίον μου ένταλμα κατάσχεσης της κινητής μου περιουσίας.
- Μόλις έγινες αντιληπτό ότι εκδόθηκε απόφαση εναντίον μου έδωσα οδηγίες για να ερευνηθεί γιατί εκδόθηκε αυτή και για λήψη δικαστικών μέτρων για την ακύρωση της. Οι ενάγοντες καταχώρησαν ένσταση στην αίτηση, στην οποία περιλαμβάνονται συνολικά 7 λόγοι ένστασης ως ακολούθως: (α) Η νομική βάση της αίτησης είναι λανθασμένη. (β) Οι ισχυρισμοί στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση για το χρόνο επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος στην εναγόμενη 3 και για το λόγο καταχώρησης της αίτησης ημερ. 6.11.2009 εκ μέρους των εναγόντων εναντίον της εναγόμενης 3 είναι αναληθής. (γ) η εναγόμενη 3 ουδεμία συζητήσιμη υπεράσπιση της αναφέρει στην αίτησης της εναντίον της αξίωσης των εναγόντων. (δ) Η αιτία αγωγής στην παρούσα αγωγή εναντίον της εναγόμενης 3 είναι διαφορετική από την αιτία αγωγής εναντίον της εναγόμενης 3 στην αγωγή 3034/2009 Ε.Δ. Πάφου. (ε) Η εναγόμενη 3 δεν προέβαλε καμία υπεράσπιση στην αξίωση των εναγόντων εναντίον της στην παρούσα αγωγή στην αίτηση της. (ζ) Η εναγόμενη 3 δεν μπορεί να επικαλείται την υπεράσπιση της στην αγωγή 3034/2009 Ε.Δ. Πάφου ως υπεράσπιση της στην παρούσα αγωγή. (η) Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του νόμου για την αιτούμενη από την εναγόμενη 3 θεραπεία από το Δικαστήριο στην παρούσα αίτηση. Η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση των εναγόντων υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Κωνσταντίνου Κουππάρη ο οποίος αναφέρει ότι είναι υπάλληλος των εναγόντων και εξουσιοδοτημένος από αυτούς να προβεί στην ένορκη του δήλωση. Περαιτέρω αναφέρει:
- Εξ όσων κάλλιον γνωρίζω και πιστεύω η αιτία αγωγής στην παρούσα υπόθεση είναι διαφορετική από την αιτία αγωγής στην αγωγή 3034/2009 Ε.Δ. Πάφου την οποία επικαλείται η εναγόμενη 3 στην παράγραφο 2 της ενόρκου ομολογίας που συνοδεύει την αίτηση της 9/3/
- Ουδέν σχετικό κοινό επίδικο θέμα υπάρχει στις δύο αγωγές. Οι δύο αγωγές αφορούν ξεχωριστές συμφωνίες πιστωτικών διευκολύνσεων σε διαφορετικά πρόσωπα σε διαφορετικές ημερομηνίες και οι συμβάσεις εγγύησης που υπέγραψε η εναγόμενη 3 για την κάθε αγωγή είναι ξεχωριστές, σε ξεχωριστές ημερομηνίας και εξασφαλίζουν διαφορετικές πιστωτικές διευκολύνσεις που δόθηκαν σε διαφορετικά πρόσωπα από τους ενάγοντες. Τα έγγραφα που υπέγραψε η εναγόμενη 3 σε κάθε μια αγωγή είναι διαφορετικά και οι επιστολές που παραδόθηκαν και εστάλησαν στη εναγόμενη 3 είναι διαφορετικές για την κάθε μια από τις αγωγές.
- Εξ όσων με πληροφορεί η δικηγόρος των εναγόντων και εξ όσων κάλλιον γνωρίζω και πιστεύω με την αίτηση ημερ. 6.11.2009 εναντίον της εναγόμενης 3 οι ενάγοντες ζητούσαν από το Δικαστήριο την έκδοση απόφασης εναντίον της εναγόμενης 3 γιατί παρέλειψε να καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης εντός της προβλεπόμενης από τους δικαστικούς θεσμούς προθεσμίας και όχι λόγω παράλειψης καταχώρησης υπεράσπισης ως αναφέρει στην παράγραφο 4 της της ενόρκου ομολογίας που συνοδεύει την αίτηση της 9/3/2010 η εναγόμενη
- 7.Εξ όσων με πληροφορεί η δικηγόρος των εναγόντων δεν είναι αρκετό η εναγόμενη 3 να επικαλείται στην παράγραφο 5 της ενόρκου ομολογίας που συνοδεύει την αίτηση της ότι έχει πολύ καλή υπεράσπιση αλλά πρέπει να επικαλείται γεγονότα που αποδεικνύουν ότι έχει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση. Η αναφορά της εναγόμενης 3 ότι η υπεράσπιση της στηρίζεται στα ίδια γεγονότα και ισχυρισμούς που προβάλλει στην υπεράσπιση της στην αγωγή 3034/2009 Ε.Δ. Πάφου είναι αναληθής και άτοπη καθότι οι 2 αγωγές ως ανωτέρω στηρίζονται σε διαφορετικά γεγονότα και έγγραφα και αφορούν διαφορετικές αιτίες αγωγής.
- Η εναγόμενη 3 ουδένα νομικό και πραγματικό έρεισμα έχει για να ζητά να εκδοθεί απόφαση ακύρωσης της απόφασης που εκδόθηκε εναντίον της την 12.11.
- Η εναγόμενη 3 ουδεμία υπεράσπιση έχει και ουδεμία υπεράσπιση αποκαλύπτει στην αξίωση των εναγόντων στην παρούσα υπόθεση. Η ακρόαση της αίτησης διεξήχθη επί των όσων η αιτήτρια και οι καθ' ων η αίτηση αναφέρουν στις ένορκες δηλώσεις τους, υποστηρίζοντας με σχετικές αγορεύσεις η κάθε πλευρά την θέση της. Σύμφωνα με την αγόρευση του συνηγόρου της αιτήτριας, στην οποία έγινε αναφορά και στα γεγονότα που οδήγησαν στην έκδοση της επιδιωκόμενης να παραμεριστεί απόφασης, η εναγόμενη 3 ουδεμία ευθύνη φέρει υπό τις περιστάσεις για το γεγονός ότι το σημείωμα εμφάνισης στις 12.11.2009 δεν είχε τοποθετηθεί στο φάκελο του Δικαστηρίου από το Πρωτοκολητείο. Επαναλαμβάνοντας ουσιαστικά τα όσα εκτίθενται και στην ένορκη δήλωση της αιτήτριας υπέβαλε ότι η εναγόμενη 3 έχει καθαρό δικαίωμα ακύρωσης παραμερισμού της απόφασης η οποία έχει εκδοθεί όχι γιατί δεν συμμορφώθηκε με την Δ.16Θ.7 αλλά γιατί δεν καταχωρήθηκε το σημείωμα εμφάνισης εντός του φακέλου του Δικαστηρίου για να προβάλει την δική της υπεράσπιση. Εισηγήθηκε επίσης ότι υπάρχει καλή υπεράσπιση εκ μέρους της εναγόμενης 3 και πως θα πρέπει αυτή να ακουστεί. Τέλος συμφωνεί με ην έκδοση διαταγής καταδίκης στα έξοδα της αίτησης ημερομηνίας 6.11.2010 όχι όμως στα έξοδα της έκδοσης της απόφασης και ζητά καταδίκη της ενάγουσας στα έξοδα της παρούσας αίτησης αφού η αίτηση έχει οδηγηθεί σε ακρόαση από υπαιτιότητα της ενάγουσας. Η συνήγορος των καθ΄ων η αίτηση σχολίασε κατά την αγόρευση της τα όσα η εναγόμενη 3 προβάλει στην ένορκη της δήλωση αναφορικά με την υπεράσπιση στην αγωγή 3034/2009 Ε.Δ. Πάφου καταλήγοντας ότι υπό τις περιστάσεις δεν υπάρχει καν ισχυρισμός σε αυτή για εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση στην υπόθεση των εναγόντων. Εισηγήθηκε επίσης ότι η εναγόμενης 3 δεν έχει δικαιολογήσει την παράληψη της να καταχωρήσει εμφάνιση εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας και η συμπεριφορά της ισοδυναμεί με περιφρόνηση της δικαστικής διαδικασίας ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Οι αρχές που διέπουν την εφαρμογή της Δ.17 θ. 10 είναι αυτές που διέπουν το παραμερισμό της απόφασης δυνάμει της Δ.33 θ.5 και της Δ.26 θ.14 Η ακύρωση απόφασης που εκδίδεται στην απουσία διαδίκου αποτελεί ζήτημα το οποίο εμπίπτει στην διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου, το οποίο οφείλει κατά την άσκηση της να σταθμίσει δύο σημαντικούς παράγοντες: α) Την αναγκαιότητα όπως κάθε αγωγή διεκπεραιώνεται και η απόφαση η οποία εκδίδεται κανονικά να παραμένει ως έχει δηλαδή την διαφύλαξη της τελεσιδικίας των δικαστικών αποφάσεων (Finality of judgments) με την βεβαιότητα που τούτο προσδίδει στην έννομη τάξη αλλά και γενικότερα την κοινωνία και β) Την ανάγκη διασφάλισης του δικαιώματος ακρόασης Αναφορικά με πιο πάνω θέμα η νομολογία είναι αρκετά διαφωτιστική. Οι αρχές που έχουν καθιερωθεί στην αγγλική απόφαση Evans v. Bartlam
(1937)2 All ER 646, έχουν υιοθετηθεί στις Κυπριακές αποφάσεις Kotsapas v. Titan Construction and Engineering Company
(1961)1 C.L.R. 317, Christoforou v. Kyriakoulli
(1963)1 C.L.R. 204, Mine & Quarry Services Ltd v. Α. Γεωργίου (Μαύρου)
(1993)1 Α.Α.Δ. 26, Βίκα Πίκα Ντίσκο Λτδ και άλλοι ν. Χάπυ Στρητς Ντίσκο Λτδ
(1997)1 (Α) Α.Α.Δ. 28 και Μilouca Motor Trading Ltd v. Κόυρτη
(1997)1 Β Α.Α.Δ. 941, Κourbatova v. Rousos Leisure Industries Ltd
(2001)1 (A) A.Α.Δ 345, Βοθροτεξ Λτδ ν. Φαντάκη
(2001)1(Α) Α.Α.Δ 339 κ.α. Σύμφωνα με την νομολογία για να επιτύχει ο αιτητής τον παραμερισμό μίας απόφασης θα πρέπει να πείσει το Δικαστήριο ότι έχει μια εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση στην απαίτηση που προβάλλεται εναντίον του και εφ΄ετέρου να δώσει επαρκή δικαιολογία για την παράλειψη του να εμφανιστεί στην διαδικασία. Σημειώνεται ότι εκείνο που διερευνά το δικαστήριο δεν είναι αν έχει αποδειχθεί υπεράσπιση, αλλά ερευνά τα ενώπιον του στοιχεία για να διαγνώσει εάν υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση ή συζητήσιμο θέμα και σε αυτό το στάδιο δεν υπεισέρχεται στην ουσία της υπεράσπισης (βλ. Μαρία Γιώργαινα να Λευκίδου ν. Αρίστου Καναουρίδου Π.Ε. 10015/26.4.99 Κωνσταντινίδη ν. Hissin
(2004)1 AAΔ.1 Γ 1774). Από την άλλη όμως ο αιτών διάδικος, έχει υποχρέωση να παραθέσει στοιχεία και λεπτομέρειες της επικαλούμενης υπεράσπισης του, πείθοντας έτσι το δικαστήριο για το εύλογο αυτής (βλ. Πίττας ν Unigoods Trading Co Ltd
(2004)1 AAΔ 1761). Όπως στην υπόθεση Χρυσάνθου κ.α ν. Mariala Construction Ltd,
(1996)1 A.A.Δ Πολιτική Έφεση 9153 ημερομηνίας 31.10.1996: «Το βάρος απόδειξης είναι σίγουρα πάνω στους αιτητές να αποδείξουν ότι έχουν καλή υπεράσπιση στην ουσία της υπόθεσης. Δεν απαιτείται απόδειξη της υπεράσπισης τους. Είναι αρκετό να αποδείξουν ότι έχουν εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπεράσπιση και αυτό είναι αρκετό για να παραμεριστεί η απόφαση και να επαναεκδικαστεί η υπόθεση επί της ουσίας» Η σημασία της κατάδειξης από την ένορκη δήλωση της ύπαρξης υπεράσπισης έχει τονιστεί με εμφαντικό τρόπο στην Βίκα Πίκα Ντίσκο Λτδ και άλλοι ν. Χάπυ Στρητς Ντίσκο Λτδ (πιο πάνω) όπου αναφέρονται τα ακόλουθα: «Τα κριτήρια τα οποία λαμβάνονται υπόψη στην εξέταση αιτήσεων, όπως η παρούσα, έχουν επανειλημμένα συζητηθεί σε αριθμό αποφάσεων του Δικαστηρίου μας, που υιοθετούν την ίδια προσέγγιση με τα Δικαστήρια στην Αγγλία, όπου ισχύουν παρόμοιας φύσεως κανονισμοί. Θεμελιακή υπόθεση θεωρείται η Evans v. Bartlam
(1937)2 All E.R. 646, στην οποία ελέχθη πως το Δικαστήριο δεν θέτει, και είναι αμφίβολο αν μπορεί να θέσει, άκαμπτους κανόνες που αποστερούν την δικαιοδοσία του. Το βασικό κριτήριο είναι κατά πόσον ο Εναγόμενος ικανοποιεί το Δικαστήριο πως έχει εκ πρώτης όψεως καλήν υπεράσπιση στην αγωγή ώστε να του δοθεί το δικαίωμα να την προβάλει. Τα υπόλοιπα κριτήρια, όπως π.χ. η επιμέλεια την οποία επέδειξε και η ταχύτητα με την οποία έδρασε μετά την έκδοση της απόφασης εναντίον του, μονολότι στοιχεία που μετρούν στην κρίση του Δικαστηρίου, δεν αναιρούν το πιο ουσιώδης, την ύπαρξη δηλαδή εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης» Ο όρος καλόπιστη υπεράσπιση πρέπει να γίνεται κατανοητός με την έννοια της υπόθεσης που δημιουργείται από τον ένα διάδικο χωρίς να είναι ανάγκη να αξιολογηθεί με αντικρουστική μαρτυρία που προβάλλεται από τον άλλο διάδικο. Στην υπόθεση Φυλακτού ν. Μιχαήλ
(1982)1 ΑΑΔ 2004, έχει λεχθεί ότι το έργο του Δικαστηρίου όταν εξετάζει αίτηση για παραμερισμό δεν είναι να κάνει ευρήματα ως προς τα γεγονότα που τίθονται ενώπιον του ή προς την εμπλοκή τους σε σχέση με τα δικαιώματα των διαδίκων, αλλά το πρωταρχικό του καθήκον είναι να διακρίνει κατά πόσο αποκαλύπτονται επαρκή θετικά στοιχεία (merits) ώστε να δικαιολογείται το επανάνοιγμα της υπόθεσης. Η αποκάλυψη τέτοιων θετικών στοιχείων αποτελεί τον πιο σημαντικό παράγοντα που λαμβάνεται υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας του Δικαστηρίου, πάνω στο θέμα του απανανοίγματος της υπόθεσης. Ο διάδικος ο οποίος επιδιώκει τον παραμερισμό πρέπει να προσκομίσει στοιχεία που να αποκαλύπτουν, κατ΄αρχήν έστω ότι έχει γνήσια υπεράσπιση στην αξίωση (βλ. K.C.P. Commission Agents & Importers Ltd v. Ανδρέα Μιχαήλ
(1993)1 Α.Α.Δ.
- Στην υπόθεση Ξενοφών Καλλής ν. ΑLPHA BANK LTD Πολτική Εφεση 11115 ημερομηνίας 18.6.2002 το Εφετείο στην απόφαση του αναφέρει το εξής απόσπασμα από την απόφαση το Πρωτόδικου Δικαστηρίου: «Αντλώντας κατεύθυνση από την Νομολογία, η αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης προϋποθέτει αλλά και εξυπακούει κάτι περισσότερο από απλή παράθεση από τον αιτητή μιας εκδοχής, διαφορετικής από εκείνης του ενάγοντα. Θα πρέπει να προσκομιστούν στο Δικαστήριο κάποια αποδεικτικά στοιχεία τα οποία εξυπακούεται πως θα πρέπει να εμπεριέχουν κάποιο βαθμό πειστικότητας που θα καθορίζεται και θα αποδεικνύεται μέσα από τους ίδιους τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς, ώστε η διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου να μην ασκείται επί ματαίω και μόνο αν θα εξυπηρετηθεί χρήσιμος σκοπός επίλυσης της διαφοράς των διαδίκων. Το βάρος απόδειξης είναι στους ώμους του αιτητή». Έχοντας υπόψη την έννοια που προσδίδεται στον όρο καλόπιστη υπεράσπιση, όπως πιο πάνω εξηγήθηκε, έχω με ιδιαίτερη προσοχή εξετάσει την ένορκη δήλωση της εναγόμενης 3, η οποία συνοδεύει την αίτηση της και καταλήγω ότι η εναγόμενη, με μόνο την αναφορά (βλέπε παρ. 5 της ένορκης δήλωσης) ότι έχει καλή υπεράσπιση η οποία ουσιαστικά στηρίζεται στα ίδια γεγονότα και ισχυρισμούς που προβάλλει στην υπεράσπιση της στην αγωγή 3034/2009, αντίγραφο της οποίας επισυνάπτει (Τεκμήριο 2), δεν έχει πείσει το Δικαστήριο ότι έχει μια εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση στην απαίτηση που προβάλλεται εναντίον της καθότι αυτή δεν έχει παραθέσει οποιαδήποτε στοιχεία και λεπτομέρειες που να πείθουν το δικαστήριο για το εύλογο της. Η επίκληση υπεράσπισης σε άλλη αγωγή η οποία αν και αφορά τους ίδιους σχεδόν διαδίκους (στην αγωγή 3034/2009 υπάρχουν ακόμη 3 εναγόμενοι), δεν μπορεί να είναι σχετική γιατί με βάση το τεκμήριο 1 (από το οποίο να σημειωθεί λείπουν οι σελίδες με τις παραγράφους 1 μέχρι και 5) συνάγεται ότι η αγωγή 3034/2009 Ε.Δ. Πάφου αφορά άλλη συμφωνία μεταξύ εναγόντων και εναγόμενου 2 στην παρούσα αγωγή ως πρωτοφειλέτη ημερομηνίας 28.5.2008 με ενσωματωμένη εγγύηση της εναγόμενης 3 δηλαδή συμφωνία εγγύησης άλλης ημερομηνίας. Η παρούσα αγωγή αφορά συμφωνία δανείου ημερομηνίας 6.11.2008 που χορηγήθηκε, σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης καθώς και συμφωνία, σύμφωνα πάλι με την έκθεση απαίτησης, παροχής δανείου σε τρεχούμενο λογαριασμό ημερομηνίας 8/7/2008 σε άλλο πρόσωπο το οποίο στην αγωγή 3034/2009 φαίνεται ως η εναγόμενη
- Οι εγγυήσεις της εναγόμενης στην παρούσα αγωγή φέρουν ημερομηνία 6.11.2008 και σχετίζονται με τις 2 πιο πάνω πιστωτικές διευκολύνσεις. Συνεπακόλουθα ουδέν σχετικό γεγονός υπάρχει μεταξύ των δύο αγωγών. Η εναγόμενη 3 κατά γενικό αλλά και αόριστο τρόπο επικαλείται την υπεράσπιση της στην αγωγή 3034/2009 Ε.Δ. Πάφου και μόνο σύγχυση δημιουργείται από το γεγονός αυτό. Η εναγόμενη θα έπρεπε να είχε παραθέσει στην ένορκη της δήλωση με ακρίβεια και να δώσει επαρκείς λεπτομέρειες της υπεράσπισης της καθώς και στοιχεία που να πείσουν το δικαστήριο ότι η υπεράσπιση είναι τόσο ουσιαστική που δικαιολογεί επανάνοιξη της διαδικασίας. Αναμενόμενο δε ήταν από μέρους της εναγόμενης 3, και αναμένεται από οποιοδήποτε αιτητή σε τέτοιες περιπτώσεις, με καθαρότητα να παραθέσει τους ισχυρισμούς του στην ένορκη του δήλωση. Το δικαστήριο καλείται στην προκειμένη περίπτωση, πράγμα για το οποίο δεν είναι υποχρεωμένο, να προβεί σε μελέτη της έκθεσης απαίτησης της παρούσας αγωγής, της έκθεσης απαίτησης της αγωγής 3034/2009 Ε.Δ. Πάφου και της υπεράσπισης στην αγωγή 3034/2009 για να ανακαλύψει την όποια ομοιότητα των δύο αγωγών και να εντοπίσει μέσα από την υπεράσπιση της αγωγής 3034/2009, η οποία θεωρώ πως είναι άσχετη με την παρούσα αγωγή, τι πιθανόν να εννοεί η εναγόμενη 3 ότι θα επικαλεστεί και στην παρούσα αγωγή ως υπεράσπιση. Έχοντας παρόλα αυτά υπόψη μου το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 2, στην ένορκη δήλωση της αιτήτριας, που είναι η υπεράσπιση της στην αγωγή 3034/2009, το μόνο που μπορώ να αντιληφθώ ότι η εναγόμενη πιθανόν θα επικαλεστεί, πέραν της γενικής άρνησης των ισχυρισμών των εναγόντων στην πιο πάνω αγωγή, που ως τέτοια δεν μπορεί να ικανοποιήσει την υποχρέωση της για αποκάλυψη επαρκών θετικών στοιχείων, είναι ότι οι ενάγοντες ουδέποτε παραχώρησαν τις πιστωτικές διευκολύνσεις προς τον εναγόμενο 1, αλλά μόνο συμφωνήθηκε η παραχώρηση τους. Προβάλλει ενόψει του πιο πάνω ισχυρισμού ότι δεν αποκαλύπτεται αγώγιμο δικαίωμα ούτως ώστε ο εναγόμενος 1 κατά συνέπεια η ίδια να είχαν υποχρέωση να συμμορφωθούν με τους όρους της κατ΄ισχυρισμό μεταξύ των διαδίκων σύμβασης. Ισχυρίζεται επίσης στηριζόμενη στην πιο πάνω θέση ότι δεν υφίσταται καμία συμφωνία εγγύησης μεταξύ των εναγόντων και της ίδιας. Η εναγόμενη 3, όπως και πιο πάνω αναφέρω, ουδέν στοιχείο αποκαλύπτει που να ενισχύει τις πιο πάνω θέσεις της ή την όποια υπεράσπιση ήθελε προβάλει σε σχέση με τις συμφωνίες των εναγόντων και του πρωτοφειλέτη και τις συμφωνίες εγγύησης της ίδιας, όπως για παράδειγμα τις ίδιες τις συμφωνίες, καταστάσεις λογαριασμών ή γεγονότα τέτοιας μορφής που θα προσέδιδαν κάποια πειστικότητα στην εκδοχή της. Συνεπώς κρίνεται ότι η αιτήτρια - εναγόμενη 3 δεν έχει αποδείξει καλή υπεράσπιση και ως εκ τούτου η αίτηση της δεν δύναται να επιτύχει. Εν συνεχεία, θα προχωρήσω να εξετάσω και κατά πόσο τα γεγονότα που επικαλείται η εναγόμενη 3 αλλά και με βάση αυτά που προκύπτουν από τον φάκελο της υπόθεσης ικανοποιείται και η δεύτερη προϋπόθεση που απαιτείται για τον παραμερισμό μίας απόφασης. Ο συνήγορος της αιτήτριας στην αγόρευση του υποστήριξε ότι η εναγόμενη δεν ευθύνεται για το γεγονός ότι το σημείωμα εμφάνισης δεν τοποθετήθηκε έγκαιρα στον φάκελο του Δικαστηρίου και αυτό είχε ως αποτέλεσμα να εκδοθεί απόφαση εναντίον της. Τονίζω δε ότι η ακριβής ώρα που το σημείωμα εμφάνισης παραδόθηκε για καταχώρηση στο Πρωτοκολλητείο παραμένει άγνωστη αφού σε αυτό δεν υπάρχει οποιαδήποτε σημείωση. Επίσης άγνωστη παραμένει και ακριβής ώρα έκδοσης της απόφασης ώστε να μπορέσει να διαπιστωθεί ποιο από το δύο γεγονότα προηγήθηκε. Ισχυρίζεται η εναγόμενη με την ένορκη της δήλωση ότι ο δικηγόρος της καταχώρησε το σημείωμα εμφάνισης το πρωί της 12ης Νοεμβρίου
- Είναι βέβαιο επίσης ότι και η απόφαση του Δικαστηρίου εκδόθηκε το πρωί της ίδιας ημερομηνίας και σε χρόνο που το σημείωμα εμφάνισης δεν ήταν στον φάκελο του Δικαστηρίου είτε γιατί αυτό δεν είχε καταχωρηθεί μέχρι την στιγμή εκείνη είτε ενώ είχε καταχωρηθεί δεν είχε τοποθετηθεί από τους υπαλλήλους του Πρωτοκολλητείου στον φάκελο του Δικαστηρίου. Το Δικαστήριο δεν μπορεί φυσικά να γνωρίζει, όταν επιλαμβάνεται μιας υπόθεσης, ποια ακριβώς έγγραφα έχουν καταχωρηθεί και βρίσκονται στο Πρωτοκολλητείο, αν δεν το πληροφορηθεί από τους συνηγόρους των διαδίκων και ειδικότερα αν το Δικαστήριο δεν αναμένει την καταχώρηση τους λόγω διαταγής ή υποχρέωσης των διαδίκων. Με βάση τα πιο πάνω δημιουργούνται δύο πιθανότητες, είτε η απόφαση να εκδόθηκε πρώτη και αργότερα την ίδια ημέρα να καταχωρήθηκε το σημείωμα εμφάνισης, 0είτε η απόφαση να είχε εκδοθεί μετά την παράδοση του σημειώματος εμφάνισης στο Πρωτοκολλητείο το οποίο όμως, δεν τοποθετήθηκε στον φάκελο του Δικαστηρίου όση ώρα αυτός βρισκόταν στο Δικαστήριο. Μη έχοντας στοιχεία που να ανατρέπουν την μια πιθανότητα από την άλλη ενόψει της αμφιβολίας που δημιουργείται θα πρέπει να δεχτώ πιστεύω την ευνοϊκότερη για την εναγόμενη 3 περίπτωση ότι δηλαδή είχε καταχωρήσει την εμφάνιση της πριν την έκδοση της απόφασης. Τα πιο πάνω όμως κατά την άποψη μου, δεν απαλλάσσουν την υποχρέωση της εναγόμενης 3 να επιδείξει ενδιαφέρον για την τύχη του σημειώματος εμφάνισης που καταχώρησε καθυστερημένα στις 12.11.2009 καθώς και της υπόθεσης της. Αρχικά ενώ παρήλθε η προβλεπόμενη από τους Θεσμούς προθεσμία για την καταχώρηση σημειώματος εμφάνισης θα ήταν αναμενόμενο να γίνει έρευνα για το ποια ήταν η τύχη της υπόθεσης μέχρι εκείνη την ημερομηνία. Αν γινόταν τέτοια έρευνα, ακόμα και μόνο από τον κατάλογο των υποθέσεων της ημέρας που αναρτάται στα πινάκια του δικαστηρίου, θα διαπιστωνόταν ότι η υπόθεση ήταν ορισμένη την ίδια ημέρα και ως εκ τούτου θα είχε ήδη τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου για να της επιληφθεί και έτσι να γίνονταν και οι ανάλογες ενέργειες από τον δικηγόρο της εναγόμενης
- Επιπρόσθετα θα αναμενόταν να είχε ενημερωθεί ο δικηγόρος των αιτητών ότι θα καταχωρείτο σημείωμα εμφάνισης ή να ενημερωνόταν εγκαίρως για την καταχώρηση του έστω και την ίδια ημέρα. Το γεγονός ότι επιδόθηκε το σημείωμα εμφάνισης όπως αναφέρθηκε στην αγόρευση της αιτήτριας, δεν επιβεβαιώνεται ούτε από τον φάκελο του Δικαστηρίου αλλά ούτε και με μαρτυρία υποστηρίχθηκε κάτι τέτοιο. Άγνοια περί της καταχώρησης σημειώματος εμφάνισης είχε τόσο η δικηγόρος των εναγόντων όσο και το Δικαστήριο και δεν πληροφορήθηκαν μέχρι την έκδοση της απόφασης το γεγονός αυτό. Τονίζω δε ότι η πρακτική που ακολουθείται επί σειρά ετών τόσο από το Δικαστήριο όσο και από το Πρωτοκολλητείο, είναι οι υποθέσεις που είναι ορισμένες ενώπιον του Δικαστηρίου να τίθενται από την προηγούμενη ημέρα στο γραφείο του Δικαστή ώστε αν επιθυμεί να μελετήσει τους φακέλους και να προγραμματιστεί αναλόγως. Η εναγόμενη 3 στην συνέχεια και για χρονικό διάστημα σχεδόν 4 μηνών μετά την καταχώρηση του σημειώματος εμφάνισης κανένα ενδιαφέρον δεν επέδειξε για την υπόθεση της. Η εναγόμενη έχοντας υπό τις περιστάσεις άγνοια για την έκδοση της απόφασης, θα έπρεπε στην συνέχεια λογικά να προχωρήσει και να καταχωρήσει εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας την υπεράσπιση της, που αν το έπραττε θα διαπίστωνε πολύ πιθανόν σε σύντομο χρονικό διάστημα μετά την έκδοση της απόφασης, το τι είχε συμβεί. Η εναγόμενη καμία δικαιολογία δεν δίνει στην ένορκη της δήλωση γιατί δεν έπραξε οτιδήποτε σε σχέση με την υπόθεση της για 4 μήνες και τι ανέμενε. Η εναγόμενη θορυβήθηκε και επέδειξε «ενδιαφέρον» μόνο μετά το τηλεφώνημα μου έλαβε από το Δικαστήριο σε σχέση με το ένταλμα κατάσχεσης κινητής περιουσίας που καταχωρήθηκε εναντίον της, όταν δηλαδή ήρθε αντιμέτωπη με την εκτέλεση της απόφασης και ενήργησε για να μάθει τι είχε συμβεί και τότε χωρίς πλέον άλλη καθυστέρηση καταχώρησε την υπό κρίση αίτηση. Η συμπεριφορά της αιτήτριας δεν πρέπει να κριθεί αποσπασματικά. Τα γεγονότα που καλύπτουν την αντιμετώπιση της διαδικασίας που είχε κινηθεί εναντίον της κρινόμενα στο σύνολο τους καταδεικνύουν ότι επέδειξε αδιαφορία για την υπόθεση της. Σύμφωνα με την Φυλακτού ν. Μιχαήλ (πιο πάνω), το Δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με την νομολογία να αρνηθεί να επανανοίξει την υπόθεση αν η συμπεριφορά του αιτητή είναι τέτοιας φύσης ή τόσο αδικαιολόγητη ώστε να συνιστά καταφρόνηση της δικαστικής διαδικασίας Έχοντας υπόψη το ιστορικό της παρούσας υπόθεσης και την συμπεριφορά της εναγόμενης 3, θεωρώ πως η συμπεριφορά της ήταν τέτοια η οποία προσλαμβάνει κάποιου είδους καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας. Καταλήγω έτσι ότι η κρινόμενη περίπτωση, δεν μπορεί οδηγήσει σε ανατροπή της τελεσιδικίας και επανάνοιγμα της υπόθεσης της εναγόμενης 3, κυρίως γιατί απέτυχε να αποδείξει την ύπαρξη εκ πρώτης όψεως συζητήσιμης υπόθεσης αλλά και λόγω της αδικαιολόγητης συμπεριφοράς και στάσης της όπως πιο πάνω από τα γεγονότα που έχω περιγράψει διαφάνηκε, ότι υπήρξε εκ μέρους της. Ως εκ τούτου η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των εναγόντων - καθ΄ ων η αίτηση και εναντίον της εναγόμενης 3 - αιτήτριας όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ........... Κ. Κουνίδου, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο