← Κύπρος

Σπύρου Προκοπίου ν. Γενικού Εισαγγελέα της Κυπριακής Δημοκρατίας κ.α., Αρ. Αγωγής :- 603/2004, 29η Σεπτεμβρίου 2010

Σπύρου Προκοπίου ν. Γενικού Εισαγγελέα της Κυπριακής Δημοκρατίας κ.α., Αρ. Αγωγής :- 603/2004, 29η Σεπτεμβρίου 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2010:A37 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον :- Μ. Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Αρ. Αγωγής :- 603/2004 Μεταξύ :- Σπύρου Προκοπίου Ενάγοντα Και Γενικού Εισαγγελέα της Κυπριακής Δημοκρατίας Ιεράς Μητρόπολης Πάφου Εναγόμενοι Ημερομηνία :- Τετάρτη 29η Σεπτεμβρίου 2010 Αίτηση Τροποποίησης ημερομηνίας 19/4/2010 Για τον Ενάγοντα - Αιτητή :- κ. Ανδρέας Αποστολίδης (Για ν΄ ακούσει απόφαση :- Αυτοπροσώπως / Καμία Εμφάνιση ) Για τον Εναγόμενο 1 - Καθ΄ ου η Αίτηση :- κ. Μιχάλης Ευαγγέλου (Για ν΄ ακούσει απόφαση :- Αυτοπροσώπως / ............. ) Για την Εναγόμενη 2 - Καθ΄ ης η Αίτηση :- κ. Μίκης Φλωρέντζος (Για ν΄ ακούσει απόφαση :- Αυτοπροσώπως / κα. Δέσποινα Κυπριανίδου ) Ενδιάμεση Απόφαση

  1. Αιτείται ο ενάγων την έκδοση διατάγματος τροποποίησης της έκθεσης απαίτησης του. Ο εναγόμενος 1 έχει καταχωρήσει ένσταση ενώ η εναγόμενη 2 δεν έχει ένσταση στην αίτηση αυτή.
  2. Κατά τη διάρκεια της προφορικής κατάθεσης του Μ. Ε. 3, Αντώνη Σιακαλλή και εξαιτίας της μαρτυρίας η οποία προέκυψε ο ενάγων αιτήθηκε την αναβολή της ακρόασης με σκοπό την υποβολή του αιτήματος τροποποίησης υπό εξέταση με αυτή την απόφαση.
  3. Με την αιτούμενη τροποποίηση επιδιώκεται η προσθήκη υποπαραγράφου στο μέρος της έκθεσης απαίτησης όπου παρατίθενται οι λεπτομέρειες παραβίασης των θέσμιων καθηκόντων του εναγομένου
  4. Έτσι ώστε να αναφέρονται οι εξής λεπτομέρειες, :- «Παραβίασαν και/ή παραγνώρισαν τον Περί Αστυνομίας Νόμο και τους σχετικούς Κανονισμούς και/ή Διατάξεις και/ή Αστυνομικές Διαταγές που αναφέρονται στην υποχρεωτική ασφαλιστική κάλυψη για τραυματισμούς και/ή σωματικές βλάβες των πυροτεχνουργών και/ή των μελών της Αστυνομίας για την εκτέλεση επικίνδυνης εργασία».
  5. Οι όσοι ισχυρισμοί αναφέρονται εντός των ενόρκων δηλώσεων προς υποστήριξη είτε της αίτησης είτε της ένστασης και το σύνολο της επιχειρηματολογίας των ευπαίδευτων δικηγόρων λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο δίχως να κρίνεται αναγκαία η οποιαδήποτε σχετική επανάληψη ή περίληψη εντός αυτής της απόφασης.
  6. Αξίζει να σημειωθεί ότι το αίτημα αναβολής με σκοπό την υποβολή του παρόντος αιτήματος τροποποίησης προέκυψε μετά από κατάθεση από τον Μ. Ε. 3 του τεκμηρίου 38, δηλαδή φωτοαντιγράφου της Αστυνομικής Διάταξης Αρ. 33 και υποβολή ερώτησης (η οποία δεν απαντήθηκε) κατά πόσο ο μάρτυρας γνώριζε αν οι πυροτεχνουργοί του κλάδου του ήταν ασφαλισμένοι για ατυχήματα. Σημειωτέον επίσης ότι εντός του τεκμηρίου 38 καταγράφεται ότι οι «.πυροτεχνουργοί ασφαλίζονται έναντι θανάτου ή τραυματισμού τους κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους σαν πυροτεχνουργοί και τα ασφάλιστρα τα καταβάλλει η Κυβέρνηση».
  7. Σύμφωνα με το άρθρο ορισμού του περί Αστυνομίας Νόμου, Κεφάλαιο 285, προ της κατάργησης του με τον περί Αστυνομίας Νόμο του 2004 (Ν. 73(Ι)/2004), αστυνομική διάταξη σημαίνει «.οποιαδήποτε διάταξη ή διαταγή που εκδίδεται από τον Αρχηγό της Αστυνομίας για την ευταξία και τη χρηστή διοίκηση της Δύναμης και την καθοδήγηση των αστυνομικών κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους».
  8. Εισηγείται ο εναγόμενος 1 την ύπαρξη του στοιχείου της κακής πίστης και ότι ο ενάγων δεν προσέρχεται ενώπιον του Δικαστηρίου με καθαρά χέρια καθώς, όπως ισχυρίζεται, ο ενάγων ψεύδεται όταν επικαλείται άγνοια της αστυνομικής διάταξης Αρ.
  9. Βεβαίως εάν αναγνωστεί προσεχτικά η ένορκη δήλωση του ενάγοντα επί του προκειμένου δεν προκύπτει με τόση απλότητα ισχυρισμός περί άγνοιας της συγκεκριμένης διάταξης. Διαπιστώνεται ασάφεια ως προς τη διατύπωση του συγκεκριμένου μέρους της ένορκης δήλωσης με παράλληλη αναφορά χρονικά άσχετης μεταγενέστερης τροποποίησης του σχετικού Νόμου. Όμως το νόημα το οποίο αποκομίζω από προσεχτική ανάγνωση είναι το εξής. Ότι είναι η παραβίαση του θέσμιου καθήκοντος η οποία κατέστη αντιληπτή κατά την προετοιμασία του Μ. Ε.
  10. Όντως αναφέρει ο ενάγων ότι δεν γνώριζε την ύπαρξη του τεκμηρίου 38, δηλαδή της διάταξης 33, η οποία όπως επίσης αναφέρει, υποχρέωνε δια νόμου την ασφαλιστική κάλυψη των πυροτεχνουργών τόσο από θάνατο όσο και από σωματικές βλάβες. Το γεγονός ότι ο εναγόμενος 1 επικαλείται επιστολή του ενάγοντα ημερομηνίας 12/10/90 (Τεκμήριο Α) πραγματικά δεν αποκλείει το ενδεχόμενο ο ενάγων πρώτο, να μην γνώριζε επακριβώς το περιεχόμενο της διάταξης 33 και απλώς να αναφερόταν γενικά στις πρόνοιες της και δεύτερο, σαφώς η επιστολή φέρει τίτλο με αναφορά σε ασφάλεια ζωής, ως επίσης και δεύτερη παρόμοια αναφορά εντός του σύντομου κειμένου της επιστολής, δίχως οποιαδήποτε αναφορά σε ασφαλιστική κάλυψη έναντι τραυματισμού κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του ως πυροτεχνουργός. Ακόμη και η διαβιβαστική σημείωση του Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου αναφέρεται απλώς σε ασφάλεια ζωής. Συνεπώς, πραγματικά δεν είναι δυνατό να αποκλειστεί το ενδεχόμενο ο ενάγων να μην γνώριζε τη σημασία της διάταξης 33 αναφορικά με ασφαλιστική κάλυψη για σωματικές βλάβες. Επομένως, τόσο ο πρώτος όσο και ο δεύτερος λόγος ένστασης απορρίπτονται.
  11. Εισηγείται με τον τρίτο λόγο ένστασης ο εναγόμενος 1 ότι με «.την αιτούμενη τροποποίηση επιφέρεται ριζική μετατροπή και/ή επαναπροσδιορισμός των επίδικων θεμάτων και της φύσεως της αξίωσης και εισάγεται κατά τρόπο απαράδεκτο νέα βάση αγωγής και η οποία εν πάση περιπτώσει επιχειρείται εις βλάβη και των δικαιωμάτων.» του ιδίου. Η απόφαση Χρίστου ν. Στυλιανού

(1992)1Α Α. Α. Δ. 704, διαπραγματεύεται το κριτήριο του τι αποτελεί νέα απαράδεκτη βάση αγωγής. Ουσιαστικά ένα Δικαστήριο δεν θα πρέπει να μην επιτρέψει μία τροποποίηση απλώς επειδή θα εισαχθεί νέα βάση αγωγής αλλά δεν θα επιτρέψει τροποποίηση εάν ως αποτέλεσμα της τροποποίησης η αγωγή θα μετατραπεί σε αγωγή ουσιαστικά διαφορετικού χαρακτήρα η οποία θα μπορούσε με περισσότερη ευχέρεια να αποτελούσε το αντικείμενο μίας νέας αγωγής. Θεωρώ ότι η επιδιωκόμενη τροποποίηση όντως εισάγει μία νέα βάση αγωγής η οποία όμως εντάσσεται αρμονικά εντός του πλαισίου των υπολοίπων επίδικων θεμάτων έτσι ώστε δηλαδή να μην είναι δυνατό να χαρακτηριστεί ως παράγοντας ο οποίος μετατρέπει δραστικά την όλη αγωγή σε αγωγή διαφορετικού χαρακτήρα. Δεν πρόκειται δηλαδή για περίπτωση υποκατάστασης του βάθρου της αγωγής. Καθότι με αναφορά στο ίδιο επίδικο επεισόδιο και τις κατ΄ ισχυρισμό συνέπειες αυτού ο ενάγων επιδιώκει τη προσθήκη αναφοράς σε παράβαση άλλου θέσμιου καθήκοντος του εναγομένου 1 το οποίο εάν είχε τηρηθεί τουλάχιστον θα παρεχόταν προς τον ενάγοντα και η δυνατότητα ασφαλιστικής κάλυψης.
  1. Προβάλει ο εναγόμενος 1, με τη μαρτυρία προς υποστήριξη της ένστασης στη παράγραφο 10 της ένορκης δήλωσης της Ιάσης Τσιντίδου, τη θέση ότι η αιτούμενη τροποποίηση στο στάδιο που επιχειρείται και υπό τα δεδομένα και συνθήκες που επιζητείται να γίνει θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά στα δικαιώματα του καθότι, μεταξύ άλλων, αυτή γίνεται σε αρκετά προχωρημένο στάδιο μετά που ο ενάγων έδωσε τη μαρτυρία του. Παραγνωρίζει αυτή η θέση το εξής απλό δεδομένο. Ο ίδιος ο ενάγων ως μάρτυρας ασφαλώς δεν έχει δώσει ίχνος μαρτυρίας επί του συγκεκριμένου θέματος. Έτσι ώστε δηλαδή ο εναγόμενος 1 να έχει στερηθεί του δικαιώματος αντεξέτασης επί αυτού. Ενώ η μαρτυρία του Μ. Ε. 3 προφορικά και ευθέως επί του ιδίου θέματος (και όχι έμμεσα με την κατάθεση του τεκμηρίου 38) έχει διακοπεί στο στάδιο της κύριας εξέτασης προτού δοθεί καν η ευκαιρία να ερωτηθεί επί αυτού. Συνεπώς, πραγματικά προκαλεί απορία η θέση του εναγομένου 1 ως προς την πρόκληση ανεπανόρθωτης ζημιάς στα δικαιώματα του σε σχέση με μαρτυρία η οποία είτε δεν έχει δοθεί προσωπικά από τον ενάγοντα είτε δεν έχει ακόμη δοθεί από οποιοδήποτε άλλο μάρτυρα του ενάγοντα. Ως προς την αναφορά σε «αρκετά προχωρημένο στάδιο» της δίκης το Δικαστήριο διατηρεί υπόψη του ότι παρά και την έκταση της αντεξέτασης του ενάγοντα από τον ευπαίδευτο συνήγορο του εναγομένου 1 (σε περίπου 8 δικασίμους συνολικά) μέχρι στιγμής έχει καταθέσει μόνο ο ενάγων (ο οποίος καμία αναφορά δεν έχει κάνει σε ύπαρξη υποχρέωσης ασφαλιστικής κάλυψης), πολύ σύντομα η Πρωτοκολλητής του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου και η ακροαματική διαδικασία αυτή τη στιγμή βρίσκεται στο στάδιο της κύριας εξέτασης του πρώτου μάρτυρα (δηλαδή, του Μ. Ε. 3) από τη μαρτυρία του οποίου προκύπτει για πρώτη φορά το θέμα το οποίο ο ενάγων επιδιώκει όπως καλύψει στα δικόγραφα του με την αιτούμενη τροποποίηση.
  2. Βεβαίως ο εναγόμενος 1 με τη μαρτυρία προς υποστήριξη της ίδιας θέσης (βλ. σχετικά την αμέσως προηγούμενη παράγραφο), παραπέμπει και σε άλλα σημεία σχετικά, κατά τον ίδιο, με αυτή τη θέση όμως πραγματικά με βάση αυτά δεν διαπιστώνω ότι όντως θα προκληθεί ανεπανόρθωτη ζημιά στον εναγόμενο 1 από την αιτούμενη τροποποίηση. Ως προς τις οποιεσδήποτε μέχρι σήμερα δικονομικές επιλογές του εναγομένου 1 βασισμένες στο υφιστάμενο περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης του ενάγοντα δεν έχω πεισθεί ότι αυτές θα πρέπει να αποτελέσουν εμπόδιο στο να δοθεί η ευκαιρία στον ενάγοντα να προσθέσει εντός αυτής τις αιτούμενες λεπτομέρειες ή ότι αυτές όντως αναδεικνύουν τη πρόκληση ανεπανόρθωτης ζημιάς στον εναγόμενο
  3. Διευκρινίζω δε αναφορικά με την απόρριψη της συγκεκριμένης θέσης από το Δικαστήριο ότι δίδεται ιδιαίτερη σημασία στη χρήση του επιθέτου «ανεπανόρθωτη» σε σχέση με τη ζημία την οποία ο εναγόμενος 1 επικαλείται ότι θα προκληθεί σε αυτόν. Σύμφωνα με σχετική νομολογία ο όρος «ανεπανόρθωτη ζημιά» χρησιμοποιείται με την έννοια ότι αυτή δεν μπορεί να αποκατασταθεί με την καταβολή εξόδων. Αναφέρω σχετικά την απόφαση Νικολάου ν. Μιλτιάδους κ. ά.
(2007)1Β Α. Α. Δ. 1005, από την οποία προέρχονται και οι ακόλουθες αναφορές εντός αυτής της παραγράφου. Κυρίαρχο στοιχείο στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου είναι το συμφέρον της δικαιοσύνης. Κατά την εξέταση αίτησης τροποποίησης το Δικαστήριο βασίζεται μεν σε διάφορους παράγοντες αλλά ο κρίσιμος παράγοντας είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και η διατύπωση των θέσεων των διαδίκων. Το ουσιωδέστερο είναι να δοθεί η ευκαιρία στους διαδίκους να κριθούν όλες οι πραγματικές διαφορές μεταξύ τους. Επικρότησε το Ανώτατο Δικαστήριο σε αυτή την απόφαση την ορθή έκφραση της νομικής πτυχής του θέματος από το πρωτόδικο Δικαστήριο. Το οποίο ανέφερε επίσης το εξής. Ότι δηλαδή προκύπτει ως θεμελιακή αρχή ο προσδιορισμός της ουσίας της διαφοράς και η αποτροπή της πολλαπλότητας των διαδικασιών. Ως επίσης ότι δεν εκδίδεται διάταγμα όπου αυτό έχει ως αποτέλεσμα τη ριζική μετατροπή της φύσης της αξίωσης.
  1. Πραγματικά θεωρώ ότι κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει στη περίπτωση υπό εξέταση. Η φύση της αξίωσης του ενάγοντα εναντίον του εναγομένου 1 παραμένει αυτή της επιδίκασης αποζημιώσεων ειδικών και γενικών τις οποίες κατ΄ ισχυρισμό υπέστη ως αποτέλεσμα της αμέλειας αμφότερων των εναγομένων ενώ σε σχέση με τον εναγόμενο 1 παραθέτει ήδη εκτός από λεπτομέρειες αμέλειας και λεπτομέρειες παραβίασης θέσμιων καθηκόντων στις οποίες επιδιώκει με αυτή την αίτηση να προσθέσει και επιπρόσθετες λεπτομέρειες. Η φύση της αξίωσης του ενάγοντα δεν θα παύει σε περίπτωση έγκρισης της αίτησης του να είναι η επιδίκαση αποζημιώσεων εξαιτίας του επίδικου συμβάντος για το οποίο ο ίδιος ισχυρίζεται ότι φέρει ευθύνη και ο εναγόμενος 1 ένεκα είτε αμέλειας του ιδίου είτε λόγω παραβίασης θέσμιων καθηκόντων του.
  2. Ως προς τη θέση η οποία προβάλλεται με τη παράγραφο 10 (ε) της ένορκης δήλωσης της Ιάσης Τσιντίδου εάν θεωρηθεί ότι εντάσσεται στον τρίτο λόγο ένστασης κρίνω ότι αυτή δεν ευσταθεί. Ακόμη και εάν θεωρηθεί ως ορθή η θέση ότι ο ενάγων με την έκθεση απαίτησης του και τη μαρτυρία του προβάλει τη γραμμή ότι κλήθηκε και εκτέλεσε εργασία που δεν ήταν μέσα στα καθήκοντα του κρίνω ότι αυτό δεν τον εμποδίζει παράλληλα να ισχυρίζεται ότι για την εκτέλεση των καθηκόντων του, όπως δηλαδή και να κλήθηκε να τα εκτελέσει, θα έπρεπε να τύχει ασφάλισης. Δηλαδή, θεωρώ ότι η μία θέση δεν αποκλείει την άλλη έτσι ώστε να κριθεί ότι με την αιτούμενη τροποποίηση επιφέρεται ριζική μετατροπή ή επαναπροσδιορισμός των επίδικων θεμάτων.
  3. Ως προς τον τέταρτο λόγο ένστασης θεωρώ ότι αυτός ήδη καλύπτεται μερικώς από τα όσα αναφέρονται πιο πάνω στη παράγραφο
  4. Σε σχέση δηλαδή και με τη δικαιολόγηση της καθυστέρησης υποβολής της αίτησης σε αναλογία με την απόρριψη της θέσης από το Δικαστήριο ότι ο ενάγων ενεργεί με κακή πίστη ή ότι δεν προσέρχεται ενώπιον του Δικαστηρίου με καθαρά χέρια. Κρίνω ότι προσφέρονται ικανοποιητικοί λόγοι προς αιτιολόγηση της καθυστέρησης στην υποβολή της αίτησης ενώ διατηρώ υπόψη μου ότι εφόσον όπως έχει ήδη κριθεί η αιτούμενη τροποποίηση δεν προκαλεί ανεπανόρθωτη ζημιά υπάρχει και σχετική νομολογία σύμφωνα με την οποία ακόμη και η μη πλήρως αιτιολογηθείσα καθυστέρηση δεν μπορεί να στερεί ένα διάδικο του δικαιώματος να αποφασίζονται όλα τα επίδικα θέματα που εγείρει (βλ. σχετικά την Νικολάου ν. Μιλτιάδους κ. ά., πιο πάνω). Επομένως και ο τέταρτος λόγος ένστασης απορρίπτεται. Με το ίδιο σκεπτικό και ο πέμπτος λόγος ένστασης κρίνεται αβάσιμος ενώ ο έκτος λόγος βασιζόμενος όπως είναι και αυτός σε θέση περί πρόκλησης ανεπανόρθωτης ζημιάς στον εναγόμενο 1 επίσης κρίνεται ανεδαφικός. Συνεπώς, αμφότεροι αυτοί οι λόγοι ένστασης απορρίπτονται.
  5. Αναφορικά με τον έβδομο λόγο ένστασης δεν συμφωνώ με τη θέση ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για έκδοση του αιτούμενου διατάγματος ενώ ως προς τον όγδοο λόγο ένστασης ανεξάρτητα και από την αναπόφευκτη δημιουργία καθυστέρησης στη διαδικασία δεν αποδέχομαι ως βάσιμη τη θέση ότι θα δημιουργηθεί αδικία και ότι η έγκριση του αιτήματος θα έχει ζημιογόνες συνέπειες για τα δικαιώματα και συμφέροντα του εναγομένου
  6. Συνεπώς, και αυτοί οι λόγοι ένστασης απορρίπτονται.
  7. Τέλος, διατηρώντας υπόψη τα όσα αναφέρονται πιο πάνω, το αίτημα του ενάγοντα κρίνεται δικαιολογημένο και εγκρίνεται ως η αίτηση παράγραφος Α. Τροποποιημένη έκθεση απαίτησης θα πρέπει να καταχωρηθεί εντός 10 ημερών από την ημερομηνία έκδοσης του διατάγματος τροποποίησης ενώ τροποποιημένες εκθέσεις υπεράσπισης τόσο από τον εναγόμενο 1 όσο και την εναγομένη 2 θα πρέπει να καταχωρηθούν εντός 10 ημερών από την ημερομηνία παράδοσης σε αυτούς της τροποποιημένης έκθεσης απαίτησης. Τροποποιημένες απαντήσεις θα πρέπει να καταχωρηθούν εντός 7 ημερών από την ημερομηνία παράδοσης, στη κάθε ξεχωριστή περίπτωση, των τροποποιημένων εκθέσεων υπεράσπισης των εναγομένων 1 και
  8. Το θέμα των εξόδων σε σχέση με την εναγόμενη 2 ήδη έχει καθοριστεί με σχετική δήλωση του ευπαίδευτου συνηγόρου της στις 3/5/2010 ενώ αναφορικά με τον εναγόμενο 1 παρά και το αποτέλεσμα εκδίκασης της αίτησης δεν διαπιστώνω να υπάρχει οποιοσδήποτε λόγος με βάση τον οποίο το Δικαστήριο να εκδώσει διαφορετική διαταγή αναφορικά με το θέμα των εξόδων από ότι ισχύει γενικά ως θέμα πρακτικής σε περιπτώσεις έγκρισης μίας αίτησης τροποποίησης. Συνεπώς, τα έξοδα, τόσο της αίτησης όσο και τα όσα έξοδα θα προκύψουν από την αποδοχή της αίτησης, επιδικάζονται εις βάρος του ενάγοντα και υπέρ ξεχωριστά τόσο του εναγομένου 1 όσο και της εναγομένης 2 όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο μετά από την εκδίκαση της αγωγής.
  9. Η αγωγή ορίζεται στις 3 / 11 / 2010 για οδηγίες, δηλαδή για προγραμματισμό της συνέχισης της ακρόασης, μετά και από έλεγχο από το Δικαστήριο της ολοκλήρωσης και καταχώρησης των τροποποιημένων δικογράφων. Μ. Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.