← Κύπρος

Διευθυντή Τμήματος Αναπτύξεως Υδάτων του Υπουργείου Γεωργίας και Φυσικών Πόρων και Περιβάλλοντος της Κυπριακής Δημοκρατίας ν. Χαραλάμπους Λουκάς, Aρ.

Διευθυντή Τμήματος Αναπτύξεως Υδάτων του Υπουργείου Γεωργίας και Φυσικών Πόρων και Περιβάλλοντος της Κυπριακής Δημοκρατίας ν. Χαραλάμπους Λουκάς, Aρ. Αγωγής: 577/2009, 4.10.2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2010:A40 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Κ. Κουνίδου Ε.Δ Aρ. Αγωγής: 577/2009 Μεταξύ: Διευθυντή Τμήματος Αναπτύξεως Υδάτων του Υπουργείου Γεωργίας και Φυσικών Πόρων και Περιβάλλοντος της Κυπριακής Δημοκρατίας Ενάγοντα - και - Χαραλάμπους Λουκάς από την Πάφο Χαραλάμπους Γιαννάκης από την Πάφο Εναγομένων -------------------------------- Ημερομηνία: 4.10.2010 Εμφανίσεις: Για τον εναγόμενο 1 - αιτητή: κ. Ν. Τσιαπαλής ( Για να ακούσει απόφαση κα Χριστοδούλου) Για τον ενάγοντα - καθ΄ου η αίτηση: κα Μ. Παπαδημήτρη ( Για να ακούσει απόφαση κα Ε. Μιχαήλ) -------------------------------- ΑΙΤΗΣΗ ΠΑΡΑΜΕΡΙΣΜΟΥ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 11.2.2010 Α Π Ο Φ Α Σ Η Για να αντιληφθεί κανείς τη φύση και θεραπεία που επιδιώκει η παρούσα αίτηση πρέπει να ανατρέξει στο ιστορικό της δικογραφίας, το οποίο θεωρώ σκόπιμο να παραθέσω. Η παρούσα αγωγή καταχωρίστηκε την 25.2.2009 και επιδόθηκε σύμφωνα με την ένορκη δήλωση επίδοσης που βρίσκεται στον φάκελο της υπόθεσης, στην σύζυγο και συγκάτοικο του εναγόμενου 1 Κυριακή Χαραλάμπους, στις 5.5.2009. Παρελθούσης της προθεσμίας για καταχώρηση εμφάνισης εκ μέρους του εναγόμενου 1, ο ενάγοντας στις 16.9.2009 καταχώρησε μονομερή αίτηση για έκδοση απόφασης εναντίον του δυνάμει της Δ.17 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, η οποία ορίστηκε από το Πρωτοκολλητείο στις 20.10.2009. Στις 20.10.2009 το δικαστήριο επιλήφθηκε της πιο πάνω αίτησης και στην απουσία εμφάνισης εκ μέρους του εναγόμενου 1 και αφού βεβαιώθηκε ότι το κλητήριο ένταλμα επιδόθηκε κανονικά, σύμφωνα με την ένορκη δήλωση επίδοσης του επιδότη (Τεκμήριο Α ημερ. 20.10.2009), προχώρησε και έκδωσε απόφαση εναντίον του. Με αίτηση που έχει ως νομική βάση τις Δ.17 Θ.10, Δ.48 Θ.12.4 ,Δ.64 και την Δ.1

(2)
(3).2, ο εναγόμενος 1, επιδιώκει τον παραμερισμό της πιο πάνω απόφασης η οποία αφορά το Ηποσό των €20.561,79 πλέον τόκους και έξοδα. Το πιο πάνω ποσό σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης αποτελεί οφειλόμενα τέλη για κατανάλωση νερού. Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της συζύγου του εναγόμενου 1 Κυριακής Χαραλάμπους, η οποία μεταξύ άλλων, αναφέρει τα ακόλουθα:
  1. Ο εναγόμενος 1 από τον Απρίλιο 2006 μετά από αιμορραγικό εγκεφαλικό ουσιαστικά αδυνατεί να επικοινωνήσει με το περιβάλλον του και ως εκ τούτου δεν είναι σε θέση να χειρίζεται τις υποθέσεις του. Αντίγραφο σχετικής ιατρικής βεβαίωσης κατατίθεται σαν Τεκμήριο Α.
  2. Κατά ή περί τον Μάιο 2009 επισκέφθηκε την οικία μας ιδιώτης επιδότης για να επιδόσει στον σύζυγο μου την υπό τον άνω τίτλο και αριθμό αγωγή και παρά το ότι του εξήγησα την κατάσταση της υγείας του την επέδωσε σε εμένα. 4.Λόγω του ότι δεν γνώριζα τι έπρεπε να κάνω, επικοινώνησα με τον εναγόμενο 2 ο οποίος είναι αδελφός του εναγόμενου 1 - συζύγου μου, διερωτούμενη τι αφορούσε αυτή η υπόθεση και τι θα έπρεπε να κάνουμε, αφού οι δύο τους για πολλά χρόνια διατηρούσαν και λειτουργούσαν κοινή επιχείρηση παραγωγής φρούτων και λαχανικών, σε σχέση με την οποία παρεχόταν ενδεχομένως το νερό για το οποίο κινήθηκε η αγωγή.
  3. Ο εναγόμενος 2 μου ανέφερε ότι σε καμία περίπτωση δεν είχαν καταναλώσει τέτοιες ποσότητες νερού ούτε χρωστούσαν το ποσό που αναφέρεται στην αγωγή ή οποιοδήποτε ποσό και ότι θα διόριζε δικηγόρο για να υπερασπισθεί την υπόθεση.
  4. Από την δήλωση του εναγόμενου 2 εγώ αντιλήφθηκαν ότι ο διορισμός δικηγόρου και η υπεράσπιση θα αφορούσε την υπόθεση συνολικά, περιλαμβανομένης της απαίτησης εναντίον του ανίκανου ούτως ή άλλως να υπερασπιστεί , εναγόμενου 1 - συζύγου μου.
  5. Προ ημερών επικοινώνησε μαζί μου κάποιος υπάλληλος του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου και μου ανάφερε ότι υπάρχει ένταλμα κατάσχεσης κινητών εναντίον του συζύγου μου αφού εκδόθηκε εναντίον του απόφαση λόγω μη εμφάνισης.
  6. Αμέσως επικοινώνησα με τον εναγόμενο 2 ο οποίος με ενημέρωσε ότι πράγματι διόρισε δικηγόρο για υπεράσπιση, νομίζοντας ότι με αυτόν τον τρόπο υπερασπιζόταν και τον εναγόμενο 1, κάτι το οποίο εκ των υστέρων φαίνεται ότι δεν ίσχυε. Στη συνέχεια, επικοινώνησα με το δικηγορικό γραφείου του κ. Νίκου Τσιαπαλή και μετά από την ενημέρωση που του έκανα και τις συμβουλές που μου έδωσε, έδωσα οδηγίες για καταχώρηση αίτησης παραμερισμού της απόφαση του εκδόθηκε.
  7. Εξ όσων πληροφορούμαι από τον εναγόμενο 2, ο ενάγων δεν δικαιούται τα αιτούμενα ποσά αφού ουδέποτε καταναλώθηκαν ποσότητες νερού που να τα δικαιολογούν ενώ αφ΄ενός με την Έκθεση Απαίτησης η απαίτηση διατυπώνεται γενικά και αόριστα χωρίς ποσότητες νερού που καταναλώθηκαν αφετέρου δεν η αποκλειστική αναφορά σε «εναγόμενο» στον ενικό αριθμό προκαλεί σύγχυση σε σχέση με το εναντίον τινός στρέφεται η απαίτηση. Εξ άλλου η αναφορά της παραγράφου 2 της Έκθεσης απαίτησης ότι ο «εναγόμενος είναι νομικό πρόσωπο δεόντως εγγεγραμμένο συμφώνως των Νόμων της Κυπριακής Δημοκρατίας» επιτείνει την σύγχυση και πιστεύω ότι δημιουργεί κώλυμα στον ενάγοντα να προωθεί την υπόθεσης εναντίον του εναγόμενου 1 που σίγουρα δεν είναι νομικό πρόσωπο.
  8. Ειλικρινά πιστεύω ότι ο εναγόμενος 1 έχει καλή υπεράσπιση όπως πιο πάνω αναφέρεται και η μη καταχώρηση εμφάνισης εκ μέρους του οφείλεται αφ΄ενός στην αντικειμενική αδυναμία του να χειρίζεται τις υποθέσεις του και αφ΄ ετέρου στην παρανόηση που υπήρξε σε σχέση με το πώς θα επενεργούσε ο διορισμός δικηγόρου από τον εναγόμενο
  9. Περαιτέρω, αναφέρω ότι μόλις έγινε αντιληπτό ότι εκδόθηκε απόφαση έγιναν οι αναγκαίες ενέργειες καθώς και η αίτηση παραμερισμού της.
  10. Με τον παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης δεν προκαλείται οποιαδήποτε αδικία που να μην αποζημιώνεται με χρήματα, αντίθετα θα δοθεί η δυνατότητα στον εναγόμενο 1 να προβάλει την υπεράσπιση του για πλήρη και αληθή απονομή της δικαιοσύνης. Επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Α, στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, ιατρικό πιστοποιητικό ημερομηνίας 4.2.2010 της Νευρολόγου Σιδηροπούλου Σοφίας με το εξής περιεχόμενο: ΙΑΤΡΙΚΗ ΒΕΒΑΙΩΣΗ Βεβαιούται ότι ο πιο πάνω αναφερόμενος ασθενής υπέστη αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο τον Απρίλιο του
  11. Έκτοτε υπάρχει μόνιμη αριστερή πυραμιδική συνδρομή (με αδυναμία κίνησης στο δεξιό άνω και κάτω άκρο, ελαττωμένη αισθητικότητα δεξιά, αυξημένες αντ/σεις και παθολογικά αντανακλαστικά στο δεξιό άνω και κάτω άκρο). Επίσης υπάρχει πτώση γωνίας στόματος αριστερά και ημιανοψία Οι νοητικές λειτουργίες είναι επηρεασμένες (προσανατολισμός και ιδίως μνήμη), ενώ υπάρχει δυσκολία στην κατανόηση και την έκφραση του λόγου. Η κατάσταση στην οποία βρίσκεται θεωρείται μόνιμη και ο κύριος Χαραλάμπους χρειάζεται 24 ώρες φροντίδα από άλλο άτομο. Λόγω της μεγάλης νοητικής του έκπτωσης αδυνατεί να χειρίζεται τις υποθέσεις του ή να συνδιαλέγεται σε οικονομικής ή άλλης φύσεως θέματα με άλλα άτομα.» Ο ενάγοντας καταχώρησε ένσταση στην αίτηση, στην οποία περιλαμβάνονται συνολικά 8 λόγοι ένστασης ως ακολούθως:
  12. Η νομική βάση της αίτησης είναι λανθασμένη και/ή ελλιπής και/ή ανεπαρκής και/ή η αίτηση δεν βασίζεται στους ορθούς Νόμους και/ή Κανονισμούς και/ή Διατάξεις.
  13. Οι λόγοι στους οποίους στηρίζεται η αίτηση είναι αντινομικοί και/ή δεν έχουν νομικό έρεισμα, και/ή δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα και/ή δεν ευσταθούν.
  14. Δεν πληρούνται οι νομικές και/ή άλλες προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων και/ή οι λόγοι οι οποίοι προβάλλονται στην αίτηση και στην ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει δεν αποκαλύπτουν λόγους για τους οποίους δύναται να εγκριθεί η αίτηση.
  15. Η ένορκη δήλωση η οποία συνοδεύει και υποστηρίζει την αίτηση περιλαμβάνει μαρτυρία η οποία δεν είναι αποδεκτή από τους ισχύοντες Νόμους και τη Νομολογία.
  16. Η αίτηση έγινε κακόπιστα και/ή καταχρηστικά και/ή αδικαιολόγητα και/ή καθυστερημένα και/ή εσφαλμένα και/ή δεν υπάρχει πιθανότητα να ευσταθίσει.
  17. Η αίτηση δεν δικαιολογείται και/ή δεν υποστηρίζεται και/ή δεν καλύπτεται από τα γεγονότα ως εμφαίνονται στην συνημμένη επί της αιτήσεως ένορκη δήλωση.
  18. Το περιεχόμενο της ενόρκου δηλώσεως ημερομηνίας 11.2.2010 η οποία συνοδεύει την αίτηση του εναγόμενου 1 είναι άσχετο με την υπό εκδίκαση αίτηση και/ή παραπλανητικό και/ή ανυπόστατο.
  19. Η αίτηση αποσκοπεί να βλάψει και/ή βλάπτει τα δικαιώματα των εναγόντων και μόνο σκοπό έχει την αποφυγή υπό του εναγόμενου 1 εκπλήρωσης των νομικών υποχρεώσεων και/ή την αποφυγή της τελεσιδικίας της απόφασης του Δικαστηρίου. Η ένσταση του ενάγοντα υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Ανδρέα Χατζηκλεοβούλου (βλέπε και συμπληρωματική ένορκη δήλωση ημερομηνίας 16.6.2010) ο οποίος αναφέρει ότι είναι υπάλληλος του ενάγοντα, γνωρίζει τα γεγονότα της υπόθεσης και είναι εξουσιοδοτημένος να προβεί στην ένορκη του δήλωση. Περαιτέρω αναφέρει τα ακόλουθα:
  20. Έχω αναγνώσει το περιεχόμενο της αίτησης και της ένορκης δήλωσης που τη συνοδεύει και διαφωνώ πλήρως με αυτό και το απορρίπτω ως εσφαλμένο, ανυπόστατο και ανεδαφικό.
  21. Απορρίπτω όλες τις παραγράφους της ένορκης δήλωσης του εναγομένου, εκτός όπου πιο κάτω προβαίνω σε ρητή παραδοχή.
  22. Οι ισχυρισμοί της ενόρκως δηλούσας μόνο σκοπό έχουν και είναι μια προσπάθεια του εναγόμενου 1 να αποφύγει τις συνέπειες από την εκτέλεση της απόφασης δηλαδή τις νομικές του υποχρεώσεις.
  23. Ο εναγόμενος 1 ή η σύζυγος αυτού - ενόρκως δηλούσα δεν είναι εξουσιοδοτημένο, αλλά ούτε αρμόδιο, ούτε διορισμένο υπό αρμόδιας αρχής πρόσωπο για να προβεί στην ένορκη δήλωση ή γενικά να χειριστεί υπόθεση εκ μέρους ισχυριζόμενα ανίκανου προσώπου ούτε γνωρίζει τα γεγονότα, ούτε έχει αποκαλύψει κάποια υπεράσπιση. Αντίθετα, στην ουσία, παραδέχεται ότι κατανάλωναν οι εναγομένοι 1 και 2 νερό και ότι διατηρούσαν καλλιέργειες κτλ.. Επίσης, η ισχυριζόμενη υπεράσπιση, την οποία σε καμία περίπτωση δεν αποδεχόμαστε, δεν προκύπτει από γνώση της ενόρκως δηλούσας αλλά από όσα ισχυρίζεται ότι της είπε ο εναγόμενος
  24. Επιπλέον, εξ΄ όσων με πληροφορεί η δικηγόρος μας ουδεμία σύγχυση προκύπτει επί του κλητηρίου και ο ισχυρισμός αυτός μόνο σκοπό έχει να βλάψει τα δικαιώματα των εναγόντων.
  25. Και αν ακόμα γίνουν δεκτοί οι ισχυρισμοί της ενόρκως δηλούσας, κάτι το οποίο μας βρίσκει αντίθετους, εξ΄ όσων με συμβουλεύει η δικηγόρος μας όταν της επιδόθηκε το κλητήριο ένταλμα δεν προέβηκε σε οποιαδήποτε πράξη για να πετύχει παραμερισμό της επίδοσης και να ασκηθούν τα νομικά δικαιώματα τους.
  26. Η αίτηση καταχωρήθηκε εκπρόθεσμα και δείχνουν αδιαφορία στην προώθηση της υπεράσπισης τους.
  27. Επίσης, η ενόρκως δηλούσα ουδεμία λεπτομέρεια προβάλλει αναφορικά με το χρόνο στον οποίο έλαβε γνώση της υπόθεσης (όπως ισχυρίζεται) και για το χρόνο στον οποίο διόρισε δικηγόρο. Αρκεί να σημειωθεί ότι το ένταλμα εκποίησης κινητής περιουσίας καταχωρήθηκε στις 1/12/
  28. Ο εναγόμενος 1 σε καμιά περίπτωση δεν έδειξε ότι έχει καλή υπεράσπιση και οι ισχυρισμοί του περί του αντιθέτου είναι αβάσιμοι και αστήρικτοι. Εάν είχε καλή υπεράσπιση έπρεπε να σπεύσει στο Δικαστήριο και να την προβάλει. Τα όσα αναφέρει η ενόρκως δηλούσα στην ένορκη δήλωση σκοπό έχουν την καθυστέρηση της διαδικασίας και την αποφυγή καταβολής του χρέους του.
  29. Επίσης, τα όσα αναφέρει η ενόρκως δηλούσα υποδεικνύουν έλλειψη σοβαρής αντιμετώπισης της υπόθεσης. Ούτε η ενόρκως δηλούσα μας αναφέρει τις ενέργειες στις οποίες προέβη από την 4/5/2009 οπότε και επιδόθηκε η αγωγή και ανατέθηκε, όπως η ίδια ισχυρίζεται, στον εναγόμενο 2 ο χειρισμός της για να μάθει την εξέλιξη της υπόθεσης παρά μόνο 9 περίπου μήνες αργότερα όπως η ίδια ισχυρίζεται.
  30. Επιπλέον, εξ΄ όσων τυγχάνω νομικής συμβουλής, τα όσα αναφέρονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση είναι απορριπτέα και η καθυστέρηση είναι τέτοια υπό τας περιστάσεις η οποία δείχνει ξεκάθαρα ασέβεια και καταφρόνηση του Δικαστηρίου.
  31. Εάν δοθούν οι αιτούμενες θεραπείες θα πληγούν τα δικαιώματα και τα συμφέροντα μου. Επίσης κάτι τέτοιο θα έπληττε την τελεσιδικία των αποφάσεων.
  32. Δια όλα τα ανωτέρω ζητώ από το Σεβαστό Δικαστήριο να απορρίψει την αίτηση ως νόμω και ουσία αβάσιμη με έξοδα υπέρ μου και εναντίον του εναγόμενου
  33. Η ακρόαση της αίτησης διεξήχθη στη βάση των ενόρκων δηλώσεων της αίτησης και της ένστασης, υποστηρίζοντας με σχετικές αγορεύσεις η κάθε πλευρά την θέση της. Για σκοπούς συντομίας θα γίνει αναφορά στα σημαντικότερα σημεία της μαρτυρίας κατά την εξέταση της νομικής πτυχής του θέματος. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν έχει εξεταστεί και ληφθεί υπόψη οτιδήποτε έχει τεθεί ενώπιον του δικαστηρίου. Κρίνω, παρά το γεγονός ότι έχουν επισημανθεί και τονιστεί αρκετά κατά την ακρόαση της αίτησης, τα οποία τονίζω ότι έχουν ληφθεί υπόψη, η αίτηση θα πρέπει να κριθεί με βάση ορισμένα ουσιαστικά κριτήρια και γεγονότα στα οποία θα επικεντρωθεί το δικαστήριο. Θα ασχοληθώ κατά προτεραιότητα με το ζήτημα που θίγεται με την ένσταση και σχετίζεται με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση του εναγόμενου
  34. Υποστηρίζει η συνήγορος του καθ΄ου η αίτηση, ότι η ένορκη δήλωση στην αίτηση δεν περιλαμβάνει αποδεκτή μαρτυρία και πως η ενόρκως δηλούσα δεν αναφέρει ότι είναι εξουσιοδοτημένη από τον εναγόμενο 1 να προβεί στην ένορκη δήλωση ή ότι είναι διορισμένο υπό Δικαστηρίου πρόσωπο να αντιπροσωπεύει τον εναγόμενο 1 και να χειρίζεται τις υποθέσεις του ενώ δηλώνει ότι δεν γνωρίζει η ίδια τα γεγονότα αλλά αντλεί γνώση από τον εναγόμενο
  35. Διαπιστώνω, ότι η ενόρκως δηλούσα στην ένορκη της δήλωση αναφέρει την σχέση της με τον αιτητή, η ίδια γνωρίζει τα γεγονότα αναφορικά με την επίδοση της αγωγής αφού σε αυτή επιδόθηκε και η ίδια έχει έρθει σε επικοινωνία μετά την επίδοση της αγωγής με τον εναγόμενο 2, ο οποίος της έθεσε την θέση του σε σχέση με την αξίωση του ενάγοντα. Η Δ.39.Θ.2 επιτρέπει κάτω από ορισμένους όρους την παράθεση εξ΄ακοής. Συγκεκριμένα αναφέρει ότι, σε ενδιάμεσες αιτήσεις, όπως είναι και η παρούσα, μια ένορκος δήλωση μπορεί να περιέχει δηλώσεις κατόπιν πληροφορίας και πίστης με τις πηγές που βασίζονται σε αυτές. Η ενόρκως δηλούσα κατονομάζει στην ένορκη δήλωση της το πρόσωπο από το οποίο έλαβε πληροφόρηση σε σχέση με κάποια από τα γεγονότα που επικαλείται. Αν και δεν αναφέρει στην ένορκη της δήλωση ότι έχει εξουσιοδοτηθεί από τον ίδιο τον εναγόμενο 1 ή ότι είναι εξουσιοδοτημένο πρόσωπο δυνάμει διατάγματος ή Νόμου να εκπροσωπεί τον εναγόμενο στις υποθέσεις του, με βάση τα γεγονότα που αναφέρονται στην αίτηση αλλά και στο Τεκμήριο Α η εναγόμενη φαίνεται ότι είναι πρόσωπο που μπορεί να ορκιστεί θετικά για σκοπούς υποστήριξης της αίτησης του εναγόμενου
  36. Συνεπακόλουθα οι εισηγήσεις της συνηγόρου του καθ΄ου η αίτηση που έχουν να κάνουν με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση του εναγόμενου 1 απορρίπτονται στο σύνολο τους. Ισχυρίζεται ο καθ΄ου η αίτηση ότι η νομική βάση της αίτησης είναι εσφαλμένη και δεν βασίζεται στις ορθές Διατάξεις. Θα συμφωνήσω μόνο ως προς το μέρος ότι πράγματι στην νομική βάση της ένστασης γίνεται αναφορά σε Διαταγές που μπορεί να μην είναι σχετικές και να μην καλύπτουν το αίτημα του εναγόμενου 1, όπως είναι η Δ.64, το γεγονός όμως αυτό, δεν επηρεάζει καθ΄ οιονδήποτε τρόπο την αίτηση του, αφού στην νομική της βάση αυτής γίνεται αναφορά και στην Δ.17.θ.10, η οποία καλύπτει τις περιπτώσεις που απόφαση εκδίδεται συνεπεία της παράλειψης του εναγόμενου να καταχωρήσει εμφάνιση σε κλητήριο ένταλμα. Οι λοιποί λόγοι της ένστασης αφορούν την ουσία της αίτησης και θα εξεταστούν στο σύνολο τους. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Οι αρχές που διέπουν την εφαρμογή της Δ.17 θ. 10 είναι αυτές που διέπουν το παραμερισμό της απόφασης δυνάμει της Δ.33 θ.5 και της Δ.26 θ.14 Η ακύρωση απόφασης που εκδίδεται στην απουσία διαδίκου αποτελεί ζήτημα το οποίο εμπίπτει στην διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου, το οποίο οφείλει κατά την άσκηση της να σταθμίσει δύο σημαντικούς παράγοντες: α) Την αναγκαιότητα όπως κάθε αγωγή διεκπεραιώνεται και η απόφαση η οποία εκδίδεται κανονικά να παραμένει ως έχει δηλαδή την διαφύλαξη της τελεσιδικίας των δικαστικών αποφάσεων (Finality of judgments) με την βεβαιότητα που τούτο προσδίδει στην έννομη τάξη αλλά και γενικότερα την κοινωνία και β) Την ανάγκη διασφάλισης του δικαιώματος ακρόασης Αναφορικά με πιο πάνω θέμα η νομολογία είναι αρκετά διαφωτιστική. Οι αρχές που έχουν καθιερωθεί στην αγγλική απόφαση Evans v. Bartlam
(1937)2 All ER 646, έχουν υιοθετηθεί στις Κυπριακές αποφάσεις Kotsapas v. Titan Construction and Engineering Company
(1961)1 C.L.R. 317, Christoforou v. Kyriakoulli
(1963)1 C.L.R. 204, Mine & Quarry Services Ltd v. Α. Γεωργίου (Μαύρου)
(1993)1 Α.Α.Δ. 26, Βίκα Πίκα Ντίσκο Λτδ και άλλοι ν. Χάπυ Στρητς Ντίσκο Λτδ
(1997)1 (Α) Α.Α.Δ. 28 και Μilouca Motor Trading Ltd v. Κόυρτη
(1997)1 Β Α.Α.Δ. 941, Κourbatova v. Rousos Leisure Industries Ltd
(2001)1 (A) A.Α.Δ 345, Βοθροτεξ Λτδ ν. Φαντάκη
(2001)1(Α) Α.Α.Δ 339 κ.α. Το τι συνυπολογίζεται από το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του εξουσίας, διατυπώνεται στην υπόθεση Bush κ.ά. ν. Γιαννή
(2001)1 Α.Α.Δ. 1342 (σελ 1345 - 1346) ως εξής: «Κατά την άσκηση της διακριτικής εξουσίας για επαναφορά, την οποία παρέχει στο Δικαστήριο η Δ.17 θ. 10, εξουσία η οποία, όπως υποδείχθηκε στην Evans v. Bartlam
(1937)2 All E.R 646, δεν εντάσσεται σε οποιαδήποτε στεγανά, το Δικαστήριο κατευθύνει την προσοχή του σε δύο κυρίως παράγοντες. Ο ένας αφορά το κατά πόσο έχει εξηγηθεί η καθυστέρηση στην καταχώρηση εμφάνισης και στην υποβολή της αίτησης για παραμερισμό, με τρόπο ώστε να φαίνεται ότι η επαναφορά δεν αντιστρατεύεται την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Σε αυτό το στάδιο λαμβάνεται υπόψη τόσο η στάση του αιτητή όσο και η αναγκαιότητα οριστικής λήξης της αντιδικίας αφού interest republicae ut fit finis litium. Ο άλλος παράγοντας αναφέρεται στο κατά πόσο καταδείχτηκε εκ πρώτης όψεως ή συζητήσιμη υπεράσπιση στην απαίτηση.» Σύμφωνα με την νομολογία για να επιτύχει ο αιτητής τον παραμερισμό μίας απόφασης θα πρέπει να πείσει το Δικαστήριο ότι έχει μια εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση στην απαίτηση που προβάλλεται εναντίον του και εφ΄ ετέρου να δώσει επαρκή δικαιολογία για την παράλειψη του να εμφανιστεί στην διαδικασία. Η αποκάλυψη εκ πρώτης όψεως συζητήσιμης υπεράσπισης, προκειμένου να επιτύχει η αίτηση για παραμερισμό, συνιστά πρωταρχικό παράγοντα ο οποίος λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο κατά την ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας (βλ. Ελενίτσα Κωνσταντινίδη ν. Nur Habib Hissin Πολιτική Έφεση 11606 ημερομηνίας 25.10.2004) Το βασικό κριτήριο είναι κατά πόσον ο Εναγόμενος ικανοποιεί το Δικαστήριο πως έχει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση στην αγωγή ώστε να του δοθεί το δικαίωμα να την προβάλει. Τα υπόλοιπα κριτήρια, όπως π.χ. η επιμέλεια την οποία επέδειξε κα η ταχύτητα με την οποία έδρασε μετά την έκδοση της απόφασης εναντίον του, μολονότι στοιχεία που μετρούν στην κρίση του Δικαστηρίου, δεν αναιρούν το πιο ουσιώδης, την ύπαρξη δηλαδή εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης ( βλ. Evans v. Bartlam
(1937)2 All E.R. 646). Η Παράλειψη του αιτητή να εμφανιστεί: Η χωρίς όμως ουσιαστικό λόγο παράλειψη του αιτητή να εμφανιστεί και η αδικαιολόγητη καθυστέρηση του να πάρει έγκαιρα μέτρα για τη ακύρωση της πρωτόδικης απόφασης μπορεί να αποτελέσει λόγους για την απόρριψη της αίτησης του ( βλ. Mine & Quarry Services Ltd v. A. Γεωργίου (Μαύρου) και Milouca Motor Trading Ltd v. Κούρτη (πιο πάνω)). Όπως έχει τονιστεί από τον Δικαστή Νικήτα (όπως ήταν τότε) στην απόφαση Mine and Quarry Services Ltd v. Α. Γεωργίου (Μαύρου), «Η ανεξήγητη αργοπορία είναι παράγων που ασκεί έντονα αρνητική επίδραση κατά του διαδίκου που παρέλειψε να κινηθεί με την πρώτη δυνατή ευκαιρία για να διεκδικήσει το δικαίωμα να ξανανοίξει την υπόθεση του.» Στην ίδια υπόθεση επίσης λέχθηκε ότι, όταν η συμπεριφορά του διαδίκου που επιζητεί τον παραμερισμό της απόφασης είναι ασυγχώρητη και εξισώνεται με περιφρονητική παραγνώριση της δικαστικής διαδικασίας, το Δικαστήριο έχει την διακριτική ευχέρεια να αρνηθεί τον παραμερισμό της πρωτόδικης απόφασης. Το Δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με την νομολογία να αρνηθεί να επανανοίξει την υπόθεση αν η συμπεριφορά του αιτητή είναι τέτοιας φύσης ή τόσο αδικαιολόγητη ώστε να συνιστά καταφρόνηση της δικαστικής διαδικασίας ( βλ. Φυλακτού ν. Μιχαήλ
(1982)1 ΑΑΔ 204) Το θέμα της κανονικότητας της επίδοσης της αγωγής έμμεσα θίγεται, όπως ανάφερε ο συνήγορος του αιτητή, με την παράγραφο 3 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση, και το δικαστήριο σε περίπτωση που κρίνει ότι η επίδοση δεν είναι καλή, το γεγονός αυτό από μόνο του μπορεί να αποτελέσει έναν ανεξάρτητο και αυτοτελή λόγο για να παραμερίσει την απόφαση. Το Δικαστήριο δεν δέχεται την θέση του αιτητή ότι δεν υπήρξε καλή επίδοση της αγωγής. Το κλητήριο ένταλμα επιδόθηκε στην σύζυγο του εναγόμενου, η οποία όπως και αυτή αναφέρει στην ένορκη της δήλωση αλλά και αναφέρεται και στην ένορκη δήλωση του ιδιώτη επιδότη συγκατοικεί με τον εναγόμενο σύζυγο της. Σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.5 θ.2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας μπορούσε να επιδοθεί σε μέλος της οικογένειας του. Στις περιπτώσεις δε που ο εναγόμενος (βλέπε Δ.5 θ.5) είναι διανοητικά ανίκανος ή ποινικός διανοητικός ανίκανος κριθείς τέτοιος σύμφωνα με τον Περί Διανοητικώς Ανικάνων Νόμος Κεφ. 252, ή είναι πρόσωπο καθυστερημένο που δεν κρίθηκε ως τέτοιο, γίνεται επίδοση στον διαχειριστή του, όταν υπάρχει, ή όταν δεν υπάρχει στο πρόσωπο με το οποίο διαμένει ή στο πρόσωπο που είναι υπό την φροντίδα του, εκτός αν το Δικαστήριο διατάξει διαφορετικά και η επίδοση θεωρείται καλή. Στην προκειμένη περίπτωση με βάση την ενώπιον μου μαρτυρία δεν προκύπτει ότι ο εναγόμενος κρίθηκε δυνάμει των διατάξεων του Ν.23
(1)/96 ως πρόσωπο ανίκανο να διαχειρίζεται τις υποθέσεις του. Φαίνεται όμως από το Τεκμήριο Α ότι ο εναγόμενος λόγω προβλημάτων υγείας, αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου που υπέστη το 2006, αδυνατεί να χειρίζεται τις υποθέσεις του ή να συνδιαλέγεται σε οικονομικής ή άλλης φύσεως θέματα με άλλα πρόσωπο, λόγω της μεγάλης νοητικής του έκπτωσης. Επομένως, η επίδοση που έγινε στην σύζυγο του με την οποία διαμένει, έγινε κανονικά και νομότυπα αφού τέτοια επίδοση επιτρέπεται με βάση την Δ.5 θ.5. Όπως ανάφερε ο κ. Τσιαπαλής, και αν ακόμα η επίδοση με τον τρόπο που έγινε είναι νομότυπη, έχει σημασία για την παρούσα διαδικασία το αν ο Εναγόμενος 1 - Αιτητής έλαβε γνώση της Αγωγής για να μπορέσει να εμφανιστεί και να υπερασπιστεί. Αναφορικά με τον πιο πάνω ισχυρισμό ότι δηλαδή ο εναγόμενος δεν έλαβε γνώση της αγωγής, θα πρέπει να αναφέρω ότι στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση δεν υποστηρίζεται ξεκάθαρα ότι ο εναγόμενος 1 δεν έλαβε γνώση της αγωγής, αυτό που αναφέρεται στην ένορκη δήλωση είναι ότι αυτός αδυνατεί να επικοινωνήσει με το περιβάλλον του και να χειρίζεται τις υποθέσεις του, γνώμη και θέση η οποία στηρίζεται και υποστηρίζεται από Τεκμήριο Α που είναι το ιατρικό πιστοποιητικό. Το όλο όμως περιεχόμενο του Τεκμηρίου Α τείνει στην αποδοχή της θέσης αλλά και της κατάληξης σε λογικό συμπέρασμα ότι ο εναγόμενος δεν ήταν σε θέση να λάβει γνώση της αγωγής και δεν έλαβε γνώση αυτής μετά την επίδοση της, παρά το γεγονός ότι η επίδοση έγινε νομότυπα. Το Δικαστήριο περαιτέρω βρίσκει το λόγο που προβάλλεται για την μη καταχώρηση εμφάνισης δικαιολογημένο γιατί τα γεγονότα που αναφέρονται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση πάνω στο θέμα αυτό το Δικαστήριο τα δέχεται ως πραγματικά. Η ενόρκως δηλούσα προβαίνει σε λεπτομερή παράθεση των ενεργειών της και των λόγων για τους οποίους δεν καταχωρήθηκε εμφάνιση μετά την επίδοση της αγωγής και οι οποίοι σχετίζονται με τις διαβεβαιώσεις του εναγόμενου 2 και στην παρανόηση που υπήρξε ως προς τον διορισμό δικηγόρου από κοινού. Επίσης το Δικαστήριο δέχεται ότι δεν υπήρξε εκ μέρους του αιτητή αδικαιολόγητη καθυστέρηση στη λήψη διαβήματος για ακύρωση της απόφασης, η καταχώρηση της αίτησης έγινε μετά που πληροφορήθηκε η ενόρκως δηλούσα την ύπαρξη δικαστικής απόφασης από υπάλληλο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου ο οποίος της ανέφερε ότι υπάρχει ένταλμα κατάσχεσης κινητών εναντίον του συζύγου της. Στην υπόθεση Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ ν. Ανδρέα Μιχαήλ
(2003)1 ΑΑΔ 1044 τονίστηκε το δικαίωμα κάθε ατόμου να λαμβάνει γνώση δικαστικής διαδικασίας που τον αφορά, και να ακούεται σε αυτή. Το πρωτόδικο Δικαστήριο δέχτηκε ότι ο εναγόμενος δεν είχε λάβει γνώση της δικαστικής διαδικασίας και κατ΄ έφεση λέχθηκε ότι ο εναγόμενος έχει καθαρό δικαίωμα παραμερισμού της απόφασης για να προβάλει την οποία υπεράσπιση του. Εκ πρώτης όψεως ή συζητήσιμη υπόθεση: Η αποκάλυψη εκ πρώτης όψεως συζητήσιμης υπεράσπισης, προκειμένου να επιτύχει η αίτηση για παραμερισμό, συνιστά πρωταρχικό παράγοντα ο οποίος λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο κατά την ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας (βλ. Ελενίτσα Κωνσταντινίδη ν. Nur Habib Hissin Πολιτική Έφεση 11606 ημερομηνίας 25.10.2004) Σημειώνεται ότι εκείνο που διερευνά το δικαστήριο δεν είναι αν έχει αποδειχθεί υπεράσπιση, αλλά ερευνά τα ενώπιον του στοιχεία για να διαγνώσει εάν υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση ή συζητήσιμο θέμα και σε αυτό το στάδιο δεν υπεισέρχεται στην ουσία της υπεράσπισης (βλ. Μαρία Γιώργαινα Λευκίδου ν. Αρίστου Καναουρίδου Π.Ε. 10015/26.4.99 Κωνσταντινίδη ν. Hissin
(2004)1 AAΔ.1 Γ 1774). Από την άλλη όμως ο αιτών διάδικος, έχει υποχρέωση να παραθέσει στοιχεία και λεπτομέρειες της επικαλούμενης υπεράσπισης του, πείθοντας έτσι το δικαστήριο για το εύλογο αυτής (βλ. Πίττας ν Unigoods Trading Co Ltd
(2004)1 AAΔ 1761). Όπως στην υπόθεση Χρυσάνθου κ.α ν. Mariala Construction Ltd,
(1996)1 A.A.Δ Πολιτική Έφεση 9153 ημερομηνίας 31.10.1996: «Το βάρος απόδειξης είναι σίγουρα πάνω στους αιτητές να αποδείξουν ότι έχουν καλή υπεράσπιση στην ουσία της υπόθεσης. Δεν απαιτείται απόδειξη της υπεράσπισης τους. Είναι αρκετό να αποδείξουν ότι έχουν εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπεράσπιση και αυτό είναι αρκετό για να παραμεριστεί η απόφαση και να επαναεκδικαστεί η υπόθεση επί της ουσίας» Η σημασία της κατάδειξης από την ένορκη δήλωση της ύπαρξης υπεράσπισης έχει τονιστεί με εμφαντικό τρόπο στην Βίκα Πίκα Ντίσκο Λτδ και άλλοι ν. Χάπυ Στρητς Ντίσκο Λτδ (πιο πάνω) όπου αναφέρονται τα ακόλουθα: «Τα κριτήρια τα οποία λαμβάνονται υπόψη στην εξέταση αιτήσεων, όπως η παρούσα, έχουν επανειλημμένα συζητηθεί σε αριθμό αποφάσεων του Δικαστηρίου μας, που υιοθετούν την ίδια προσέγγιση με τα Δικαστήρια στην Αγγλία, όπου ισχύουν παρόμοιας φύσεως κανονισμοί. Θεμελιακή υπόθεση θεωρείται η Evans v. Bartlam
(1937)2 All E.R. 646, στην οποία ελέχθη πως το Δικαστήριο δεν θέτει, και είναι αμφίβολο αν μπορεί να θέσει, άκαμπτους κανόνες που αποστερούν την δικαιοδοσία του. Το βασικό κριτήριο είναι κατά πόσον ο Εναγόμενος ικανοποιεί το Δικαστήριο πως έχει εκ πρώτης όψεως καλήν υπεράσπιση στην αγωγή ώστε να του δοθεί το δικαίωμα να την προβάλει. Τα υπόλοιπα κριτήρια, όπως π.χ. η επιμέλεια την οποία επέδειξε και η ταχύτητα με την οποία έδρασε μετά την έκδοση της απόφασης εναντίον του, μονολότι στοιχεία που μετρούν στην κρίση του Δικαστηρίου, δεν αναιρούν το πιο ουσιώδης, την ύπαρξη δηλαδή εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης» Ο όρος καλόπιστη υπεράσπιση πρέπει να γίνεται κατανοητός με την έννοια της υπόθεσης που δημιουργείται από τον ένα διάδικο χωρίς να είναι ανάγκη να αξιολογηθεί με αντικρουστική μαρτυρία που προβάλλεται από τον άλλο διάδικο. Στην υπόθεση Φυλακτού ν. Μιχαήλ (ανωτέρω) έχει λεχθεί ότι το έργο του Δικαστηρίου όταν εξετάζει αίτηση για παραμερισμό δεν είναι να κάνει ευρήματα ως προς τα γεγονότα που τίθονται ενώπιον του ή προς την εμπλοκή τους σε σχέση με τα δικαιώματα των διαδίκων, αλλά το πρωταρχικό του καθήκον είναι να διακρίνει κατά πόσο αποκαλύπτονται επαρκή θετικά στοιχεία (merits) ώστε να δικαιολογείται το επανάνοιγμα της υπόθεσης. Η αποκάλυψη τέτοιων θετικών στοιχείων αποτελεί τον πιο σημαντικό παράγοντα που λαμβάνεται υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας του Δικαστηρίου, πάνω στο θέμα του απανανοίγματος της υπόθεσης. Ο διάδικος ο οποίος επιδιώκει τον παραμερισμό πρέπει να προσκομίσει στοιχεία που να αποκαλύπτουν, κατ΄αρχήν έστω ότι έχει γνήσια υπεράσπιση στην αξίωση (βλ. K.C.P. Commission Agents & Importers Ltd v. Ανδρέα Μιχαήλ
(1993)1 Α.Α.Δ. 415. Στην υπόθεση Ξενοφών Καλλής ν. ΑLPHA BANK LTD Πολιτική Έφεση 11115 ημερομηνίας 18.6.2002 το Εφετείο στην απόφαση του αναφέρει το εξής απόσπασμα από την απόφαση το Πρωτόδικου Δικαστηρίου: «Αντλώντας κατεύθυνση από την Νομολογία, η αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης προϋποθέτει αλλά και εξυπακούει κάτι περισσότερο από απλή παράθεση από τον αιτητή μιας εκδοχής, διαφορετικής από εκείνης του ενάγοντα. Θα πρέπει να προσκομιστούν στο Δικαστήριο κάποια αποδεικτικά στοιχεία τα οποία εξυπακούεται πως θα πρέπει να εμπεριέχουν κάποιο βαθμό πειστικότητας που θα καθορίζεται και θα αποδεικνύεται μέσα από τους ίδιους τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς, ώστε η διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου να μην ασκείται επί ματαίω και μόνο αν θα εξυπηρετηθεί χρήσιμος σκοπός επίλυσης της διαφοράς των διαδίκων. Το βάρος απόδειξης είναι στους ώμους του αιτητή». Έχοντας υπόψη την έννοια που προσδίδεται στον όρο καλόπιστη υπεράσπιση, όπως πιο πάνω εξηγήθηκε, έχω με ιδιαίτερη προσοχή εξετάσει την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση και σε αυτή υπάρχει άρνηση, η οποία προέρχεται από τον εναγόμενο 2, ο οποίος μαζί με τον εναγόμενο 1 διατηρούσαν κοινή επιχείρηση παραγωγής φρούτων και λαχανικών σε σχέση με την οποία παρεχόταν το νερό για το οποίο κινήθηκε η αγωγή, η οποία σχετίζεται με το ύψος και το ποσό των χρεώσεων που έγιναν το οποίο και αμφισβητείται. Θα πρέπει να σημειωθεί επίσης, όπως προκύπτει από τον φάκελο της υπόθεσης, ότι ο εναγόμενος 2 καταχώρησε εμφάνιση στην αγωγή στις 22.4.2009 και μέχρι σήμερα δεν έχει καταχωρήσει την υπεράσπιση του. Αίτηση για απόφαση λόγω παράλειψης καταχώρησης υπεράσπισης είναι ορισμένη την 19.10.2010 για απόδειξη εκτός εάν καταχωρήσει την υπεράσπιση του 4 καθαρές ημέρες προηγουμένως. Αν και θεωρώ ότι δεν έχουν δοθεί με την ένορκη δήλωση επαρκή στοιχεία, που να αποκαλύπτουν στο μέγεθος που απαιτείται την ύπαρξη καλόπιστης υπεράσπισης, έχοντας κατά νου όλα τα πιο πάνω που σχετίζονται με την υγεία του αιτητή και ιδιαίτερα το συμπέρασμα ότι δεν έλαβε γνώση της αγωγής (βλ. Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ ν. Ανδρέα Μιχαήλ (πιο πάνω)) κρίνω ότι είναι ορθό και δίκαιο να ασκήσω την διακριτική μου ευχέρεια υπέρ του αιτητή και όπως παραμερίσω την απόφαση που εκδόθηκε εναντίον τους στις 20.10.2009, υπό τον όρο όμως ότι ο Αιτητής θα καταβάλει τα έξοδα της απόφασης ημερομηνίας 20.10.2009 καθώς και τα έξοδα της παρούσας αίτησης τα οποία επιδικάζω εναντίον του αιτητή όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, με τις ακόλουθες προϋποθέσεις: (α) Ο καθ΄ου η αίτηση να καταχωρήσει κατάλογο εξόδων για την αίτηση αυτή μέσα σε 10 ημέρες από σήμερα. (β) Εντός 20 ημέρων από σήμερα ο αιτητής να καταβάλει τα έξοδα της απόφασης (γ) Ο αιτητής να καταβάλει τα έξοδα της αίτησης τα οποία θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή όπως πιο πάνω, εντός 20 ημερών από τον υπολογισμό. Εάν η πλευρά του καθ΄ου η αίτηση, δεν προχωρήσει στην καταχώρηση καταλόγου εξόδου, εντός της πιο πάνω προθεσμία, η πιο πάνω απόφαση θα παραμεριστεί, εφ΄όσον πληρωθεί από τον Αιτητή το ποσό των εξόδων της απόφασης ως ανωτέρω. Μετά την πλήρωση των πιο πάνω όρων, ο Αιτητής θα δικαιούται να καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης εντός 10 ημερών. Κατά τα λοιπά θα ακολουθήσουν οι θεσμοί. (Υπ.) ........... Κ. Κουνίδου, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.