← Κύπρος

Rosemary Clare Wickham ν. Ανδρέα Κωνσταντίνου κ.α., Αρ. Αγωγής :- 4030/2009, 7η Οκτωβρίου 2010

Rosemary Clare Wickham ν. Ανδρέα Κωνσταντίνου κ.α., Αρ. Αγωγής :- 4030/2009, 7η Οκτωβρίου 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2010:A42 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον :- Μ. Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Αρ. Αγωγής :- 4030/2009 Μεταξύ :- Rosemary Clare Wickham Ενάγουσα Και Ανδρέα Κωνσταντίνου Νικόλα Κωνσταντίνου Εναγόμενοι Ημερομηνία :- Πέμπτη 7η Οκτωβρίου 2010 Αίτηση για Προσωρινό Διάταγμα ημερομηνίας 23/12/2009 Για την Ενάγουσα - Αιτήτρια :- κος. Λουκάς Μαυρίκιος (Για ν΄ ακούσει απόφαση :- Αυτοπροσώπως / ...κα. Νικόλα...... ) Για τους Εναγόμενους - Καθ΄ ων η Αίτηση :- κος. Ερωτόκριτος Ερωτοκρίτου (Για ν΄ ακούσει απόφαση :- Αυτοπροσώπως / ............. ) Απόφαση

  1. Εξασφάλισε η ενάγουσα με μονομερή της αίτηση προσωρινό διάταγμα με το οποίο εμποδίζονται οι εναγόμενοι από το να «.πωλήσουν και καθ΄οιονδήποτε τρόπο να εκχωρήσουν και/ή να αποξενώσουν την Επιχείρηση Εστιατορίου - Μπυραρίας υπό την ονομασία "Bubble and Squeak" η οποία προηγουμένως ονομαζόταν "Rosie's Taverna" η οποία ευρίσκεται στην Πλατεία του χωριού της Τάλας υπ΄ αρ. 9, Επαρχίας Πάφου την οποία κατέχουν και λειτουργούν δυνάμει Συμφωνίας Πωλήσεως ημερ.6/2/09.».
  2. Οι εναγόμενοι καταχώρησαν σχετική ένσταση και μετά από καταχώρηση συμπληρωματικών δηλώσεων και αντεξέταση ενός από τους εναγομένους η ακρόαση της αίτησης ολοκληρώθηκε με σχετικές αγορεύσεις.
  3. Παραθέτουν συνολικά 17 λόγους ένστασης οι εναγόμενοι. Κατά την εξέταση αυτών των λόγων διατηρώ ασφαλώς υπόψη μου τη μαρτυρία και επιχειρηματολογία η οποία τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου στο σύνολο της από τους διάδικους. Ο ευπαίδευτος συνήγορος των εναγομένων έχει αναπτύξει εμπεριστατωμένη επιχειρηματολογία προς υποστήριξη των λόγων ένστασης την οποία διατηρώ υπόψη μου δίχως να κρίνω απαραίτητη την επανάληψη της. Αναπόφευκτα ο αριθμός των λόγων ένστασης και η διαφορετικότητα τους, στο βαθμό στον οποίο αυτή υπάρχει, επηρεάζει και την έκταση αυτής της απόφασης καθώς η αιτιολόγηση της απαιτεί εξέταση των λόγων ένστασης στο σύνολο τους, είτε ξεχωριστά είτε σε συνδυασμό όπου αυτό κρίνεται ορθό. 3.
  4. Σύμφωνα με τον πρώτο λόγο ένστασης το επίδικο διάταγμα είναι «.γενικό, αόριστο και καταπιεστικό για τους Εναγόμενους . και ως εκ τούτου θα πρέπει να ακυρωθεί». Ουσιαστικά ο κίνδυνος ο οποίος προτάσσεται με αυτό τον λόγο ένστασης είναι να βρεθούν αντιμέτωποι οι εναγόμενοι με παρακοή του διατάγματος εφόσον δεν μπορούν να γνωρίζουν το περιεχόμενο του. Παραδείγματος χάριν, λόγω της επένδυσης από τους ίδιους στην επίδικη επιχείρηση υπό μορφή αγοράς νέου εξοπλισμού. Ο λόγος αυτός κρίνεται αβάσιμος. Παράλληλα διαπιστώνεται ότι εμπεριέχει το στοιχείο της υπερβολής. Το επίδικο διάταγμα εξειδικεύει την εφαρμογή και εμβέλεια του με αναφορά σε συγκεκριμένη επιχείρηση την οποία οι εναγόμενοι κατέχουν και λειτουργούν δυνάμει συγκεκριμένης συμφωνίας. Ασφαλώς, εάν οι εναγόμενοι έχουν αγοράσει επιπρόσθετο εξοπλισμό, αυτός δεν καλύπτεται από το επίδικο διάταγμα. Ούτε και εμποδίζονται από την αντικατάσταση εξοπλισμού όπως, παραδείγματος χάριν, καρέκλες ή τραπέζια. Το διάταγμα δεν εκδόθηκε με στόχο αυτού του είδους τη λεπτομερή παρεμπόδιση των ενεργειών των εναγομένων κατά τη συνήθη και καθημερινή λειτουργία της επιχείρησης. Στόχος εξαρχής του επίδικου διατάγματος ήταν και παραμένει η διατήρηση γενικά της επίδικης επιχείρησης στην υφιστάμενη της μορφή. Υφιστάμενη όχι υπό την υπερβολική έννοια της απουσίας οποιασδήποτε απαραίτητης αλλαγής ή βελτίωσης σε αυτή αλλά υπό την έννοια της συνέχισης της ιδιοκτησίας αυτής από τους νέους ιδιοκτήτες, δηλαδή τους ίδιους τους εναγομένους. Εξάλλου αυτό αναδεικνύεται και από την απόρριψη του αιτήματος της ενάγουσας για την έκδοση διαταγμάτων για αναστολή της λειτουργίας της επίδικης επιχείρησης και απαγόρευση της επέμβασης και εισόδου εντός αυτής. Αυτό το οποίο απαγορεύεται στους εναγομένους με περισσή σαφήνεια είναι η πώληση της επίδικης επιχείρησης σύμφωνα με τη σαφή περιγραφή η οποία εμπεριέχεται στο επίδικο διάταγμα και η οποία έχει ως βασικούς παραμέτρους το είδος της επιχείρησης, τις δύο τελευταίες ονομασίες της και την επίδικη συμφωνία πώλησης ημερομηνίας 6/2/2009 (στο εξής θα καλείται η «συμφωνία πώλησης»). Ως προς το παράδειγμα το οποίο δίδεται σε περίπτωση τερματισμού από τους εναγομένους της συμφωνίας ενοικίασης (Τεκμήριο Β στην ένσταση) και το κίνδυνο αυτή η πράξη να θεωρηθεί αποξένωση διερωτώμαι πραγματικά ποιο λογικό Δικαστήριο θα μπορούσε να θεωρήσει μία τέτοια πράξη ως πώληση ή αποξένωση της επίδικης επιχείρησης από τους εναγόμενους. Εφόσον βεβαίως όντως οι ίδιοι θα έκριναν ότι θα έπρεπε να τερματίσουν την ενοικίαση καθότι είναι ασύμφορη η καταβολή του ενοικίου και στη συνέχεια εγκατέλειπαν το ενοικιαζόμενο δίχως βεβαίως παράλληλα να έχουν πωλήσει την επίδικη επιχείρηση σε τρίτο άτομο. Το ίδιο ασφαλώς, υπό την ίδια προϋπόθεση, θα ίσχυε σε περίπτωση έξωσης τους λόγω απλήρωτων ενοικίων. Πραγματικά τα όσα προβάλλονται προς υποστήριξη του πρώτου λόγου ένστασης κρίνεται ότι προσομοιάζουν περισσότερο με προφάσεις παρά με πραγματικούς κινδύνους λόγω της εισηγούμενης γενικότητας και αοριστίας του επίδικου διατάγματος. 3.
  5. Αναφορικά με τον δεύτερο λόγο ένστασης αυτό το οποίο διαπιστώνεται είναι πρώτο, ότι προτάσσεται με αυτόν μία γενική και ουσιαστικά θεωρητική νομική θέση και δεύτερο, ότι με τη προβολή του ουσιαστικά οι εναγόμενοι επιλέγουν να αγνοήσουν τη πραγματικότητα ως προς τον τρόπο με τον οποίο οι ίδιοι οδηγήθηκαν στη κατοχή της επίδικης επιχείρησης. Δηλαδή, επιλέγουν να αγνοήσουν το ίδιο το αντικείμενο της συμφωνίας πώλησης επί της οποίας μάλιστα βασίζονται ως το υπόβαθρο και πηγή των οποιωνδήποτε δικών τους δικαιωμάτων. Επί της πραγματικής πτυχής πως είναι δυνατό οι εναγόμενοι να εισηγούνται ότι η «.επιχείρηση (αέρας, εμπορική εύνοια, φήμη, πελατεία) δεν αποτελεί και δεν περιλαμβάνεται στον όρο ιδιοκτησία.» και ότι «.δεν υπάρχει δυνατότητα διάθεσης ή δεν επιδέχεται μεταβίβαση ως αυτοτελές περιουσιακό στοιχείο και ως εκ της φύσεως του δεν μπορεί να αποτελέσει το αντικείμενο Διατάγματος που να εμποδίζει την πώληση και καθ΄ οιονδήποτε τρόπο εκχώρηση ή αποξένωση του.» όταν το αντικείμενο της συμφωνίας πώλησης το οποίο οι ίδιοι αγόρασαν ήταν ακριβώς η επιχείρηση, όπως αυτή περιγράφεται εντός αυτής, η εμπορική της εύνοια και όλα τα αντικείμενα εντός αυτής. Νοείται ότι ο όρος εμπορική εύνοια δεν μπορεί να γίνει αντιληπτός με οποιοδήποτε άλλο τρόπο παρά ως συνώνυμος ουσιαστικά και με τις λέξεις «αέρας», «φήμη» και «πελατεία», ιδωμένες βεβαίως στο σύνολο τους. Ενώ αναφορικά με τη νομική πτυχή του θέματος διαπιστώνεται ότι η πρώτη αυθεντία την οποία παρουσίασε ο ευπαίδευτος συνήγορος των εναγομένων ( George D. Lordos & Sons Ltd. v. Έφορου Φόρου Εισοδήματος

(2002)3 Α. Α. Δ. 19) έχει σχέση με την ερμηνεία συγκεκριμένου νόμου και δεν αποτελεί νομολογία η οποία αποκλείει με καθοριστικό τρόπο την έννοια της επιχείρησης ή της εμπορικής εύνοιας ή αέρα ή φήμης ή πελατείας ως περιουσιακό στοιχείο σε σχέση με το οποίο παρέχεται η ευχέρεια εμπορικής εκμετάλλευσης και μεταβίβασης ως τέτοιο. Όπως μάλιστα αναφέρεται σχετικά από τον Κρονίδη Δ. αυτό το οποίο κρίνεται είναι ότι η εμπορική εύνοια δεν περιλαμβάνεται στον όρο «ιδιοκτησία» όπως αυτός απαντάται στο πλαίσιο του άρθρου 2 του Ν. 52/80. Ακόμη και η υπόθεση Maison Jenny Limited v. Krashias Footwear Industry Limited
(2002)1Β Α. Α. Δ. 1156 στην οποία στηρίχτηκε ο ευπαίδευτος συνήγορος των εναγομένων ουσιαστικά δεν αποκλείει την ύπαρξη της εμπορικής εύνοιας ως περιουσιακό στοιχείο ενώ η όλη νομική ανάλυση στη συγκεκριμένη απόφαση έχει σχέση κυρίως με το στοιχείο της αβεβαιότητας σε μία σύμβαση και τις συνέπειες διαπίστωσης ύπαρξης του. Όπως σχετικά αναλύεται από τον Πική Π., ο «αέρας» μίας εμπορικής επιχείρησης δεν αποτελεί αυτοτελές αγαθό, υπό την έννοια ότι δεν μπορεί να διαχωριστεί από το υπόβαθρο ή τη γενεσιουργό του αιτία, δηλαδή τα υποστατικά εντός των οποίων διεξάγεται μία επιχείρηση. Ενώ, όπως συνεχίζει αυτή η ανάλυση, ο «αέρας» δεν αποτελεί αφ΄ εαυτού αγαθό το οποίο μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο διάθεσης. Αναφέρεται βεβαίως, ως μέρος και αυτής της ανάλυσης, η υπόθεση Γεωργίου άλλως Αζά ν. Δημοκρατίας
(2001)3 Α. Α. Δ. 185 όπου αναφέρεται ότι η εμπορική εύνοια δεν είναι «αγαθό», σε σχέση όμως με το ερώτημα κατά πόσο η εμπορική εύνοια πωλούμενης επιχείρησης είναι φορολογήσιμη δυνάμει του περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμου (Ν. 246/90). Στην υπόθεση Maison Jenny Limited v. Krashias Footwear Industry Limited (πιο πάνω) εξετάστηκε το θέμα της αβεβαιότητας ως προς τους ουσιώδεις όρους μίας συμφωνίας. Αβεβαιότητα η οποία καθιστά μία συμφωνία άκυρη. Στην υπόθεση η αβεβαιότητα αφορούσε το αντικείμενο της πώλησης το οποίο ήταν ο αέρας των καταστημάτων. Τα οποία καταστήματα σημειωτέον οι πωλητές κατείχαν ως ενοικιαστές και τον αέρα των οποίων πώλησαν σε τρίτο πρόσωπο (δηλαδή, όχι στους ιδιοκτήτες). Αποτελούσε μέρος της συμφωνίας και εξασφάλιση νέας ενοικίασης με τους ιδιοκτήτες η οποία όμως δεν επιτεύχθηκε. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Πικής Π. η «.διάθεση εκ προοιμίου συναρτάται με το ακαθόριστο και μη δυνάμενο εξ αντικειμένου να καθοριστεί γεγονός της ενοικίασης των καταστημάτων από τους ιδιοκτήτες προς τους πωλητές». Βεβαίως, διερωτώμαι εάν η αναφορά στους «πωλητές» θα έπρεπε να ήταν προς τους «αγοραστές» (όπως μάλιστα αναφέρεται σε άλλο σημείο της απόφασης στη σελίδα 1159 όπου υπάρχει αναφορά στην ανάληψη να συνδράμουν οι πωλητές στην επίτευξη συμφωνίας ενοικίασης των καταστημάτων από τους ιδιοκτήτες στους αγοραστές). Εν πάσει περιπτώσει αυτό το οποίο αποφασίστηκε σχέση είχε με την αβεβαιότητα ως προς τους ουσιώδεις όρους της συμφωνίας υπό εξέταση η οποία τη καθιστούσε άκυρη. Σημειωτέον, ότι οι όροι πληρωμής συνδέονταν άρρηκτα με την εξασφάλιση νέας συμφωνίας ενοικίασης ενώ όπως κρίθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο καμία αναφορά στους θεμελιώδεις όρους της ενοικίασης δεν υπήρχε στη συμφωνία η οποία κρίθηκε άκυρη και ούτε ήταν δυνατό να πληρωθεί το κενό αυτό. Αυτό το οποίο προέκυπτε ήταν η πιθανολόγηση συμφωνίας ενοικίασης των υπό αναφορά υποστατικών μεταξύ ιδιοκτητών και αγοραστών. Κρίθηκε επομένως ότι η αβεβαιότητα αυτή κάλυπτε το θεμέλιο και προεκτάσεις της συμφωνίας η οποία ουδέποτε κατά συνέπεια προσέλαβε την υπόσταση σύμβασης. Θεωρώ ότι τα δεδομένα της περίπτωσης υπό εξέταση από αυτό το Δικαστήριο διαφέρουν από αυτά της περίπτωσης της υπόθεσης Maison Jenny Limited v. Krashias Footwear Industry Limited. Υπό την εξής έννοια. Προβλεπόταν και στη συμφωνία πώλησης πρόνοια για εξασφάλιση νέας ενοικίασης από τους εναγομένους και ενδεχομένως, υπό διαφορετικές περιστάσεις, να μπορούσε θεωρητικά και αυτή η συμφωνία πώλησης της επιχείρησης, όπως αυτή περιγράφεται εντός αυτής, και της εμπορικής της εύνοιας να κρινόταν άκυρη λόγω αβεβαιότητας. Αυτό δεν είναι θέμα το οποίο εξετάζεται με αυτή την απόφαση και ούτε και προτείνουν μία τέτοια θέση οι εναγόμενοι παρά και την αναφορά της συγκεκριμένης αυθεντίας. Μετά από την υπογραφή της συμφωνίας πώλησης οι εναγόμενοι όντως εξασφάλισαν συμφωνία ενοικίασης από την ιδιοκτήτρια (τεκμήριο Β στην ένσταση) με την οποία ουσιαστικά επισφραγίστηκε η επίτευξη του σκοπού της συμφωνίας πώλησης. Δεν είναι δυνατό για το Δικαστήριο να αγνοήσει αυτό το τόσο απλό δεδομένο. Προτάσσεται η συγκεκριμένη αυθεντία προς υποστήριξη του δεύτερου λόγου ένστασης. Θεωρώ όμως ότι δεν είναι ορθό το όλο θέμα να αντιμετωπιστεί σε μία θεωρητική διάσταση. Όπως οι ίδιοι οι εναγόμενοι προχώρησαν σε αγορά της επιχείρησης, σύμφωνα με τη περιγραφή της εντός της συμφωνίας πώλησης σε συνδυασμό με την εμπορική της εύνοια, έτσι και οι ίδιοι θα μπορούσαν να πωλήσουν την επίδικη επιχείρηση με τη δική της εμπορική εύνοια και είναι εναντίον αυτής της πιθανότητας που λειτουργεί η απαγορευτική εμβέλεια του επίδικου διατάγματος. Δεν κρίνεται επομένως δυνατό να γίνει δεκτή ως ορθή, στη συγκεκριμένη περίπτωση, η θέση ότι η «.επιχείρηση (αέρας, εμπορική εύνοια, φήμη, πελατεία) δεν αποτελεί και δεν περιλαμβάνεται στον όρο ιδιοκτησία.» και ότι «.δεν υπάρχει δυνατότητα διάθεσης ή δεν επιδέχεται μεταβίβαση ως αυτοτελές περιουσιακό στοιχείο και ως εκ της φύσεως του δεν μπορεί να αποτελέσει το αντικείμενο Διατάγματος που να εμποδίζει την πώληση και καθ΄ οιονδήποτε τρόπο εκχώρηση ή αποξένωση του.» δίχως παράλληλα να αποδίδεται ιδιαίτερη σημασία στην αυτοτέλεια ως περιουσιακού στοιχείου της εμπορικής εύνοιας, καθότι η αναφορά αυτή δεν αντικατοπτρίζει ορθά τη διατύπωση του επίδικου διατάγματος. Αξίζει δηλαδή να σημειωθεί ότι με το επίδικο διάταγμα δεν υπάρχει αναφορά σε εμπορική εύνοια αλλά στην ίδια την επιχείρηση ανεξάρτητα από το ότι σχετικά συνεπάγεται ως μέρος αυτής της επιχείρησης και το οποίο δεν αποκλείει βεβαίως, ως μέρος αυτής, και την εμπορική της εύνοια. Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος ένστασης κρίνεται αβάσιμος. Σαφώς κρίνεται ότι οι εναγόμενοι έχουν την ίδια δυνατότητα και οι ίδιοι να πωλήσουν ή αποξενώσουν την επίδικη επιχείρηση με τον ίδιο τρόπο τον οποίο και αυτοί αγόρασαν την επιχείρηση όπως αυτή περιγράφεται στη συμφωνία πώλησης και την εμπορική εύνοια της επιχείρησης την οποία η ενάγουσα διατηρούσε εντός του ίδιου χώρου. 3.3. Προτείνεται με τον τρίτο λόγο ένστασης η θέση ότι η ενάγουσα «.δεν απεκάλυψε συγκεκριμένα και/ή όλα τα γεγονότα ενώπιον του Δικαστηρίου παράλειψη εξ αντικειμένου ουσιώδους σημασίας για την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου». Ουσιαστικά η θέση αυτή βασίζεται στο δεδομένο ότι όντως η ενάγουσα κατά την υποβολή μονομερώς του αιτήματος της για την έκδοση του επίδικου διατάγματος δεν επισύναψε αντίγραφο της συμφωνίας πώλησης στην ένορκη δήλωση της. Ιδιαίτερα δε γίνεται αναφορά στη παράλειψη της ενάγουσας να αναφερθεί στους όρους αναφορικά με την αναγκαιότητα υπογραφής νέας συμφωνίας ενοικίασης από τους εναγόμενους. Προτάσσεται επίσης, ως μέρος της επιχειρηματολογίας προς υποστήριξη του συγκεκριμένου λόγου ένστασης, ότι όφειλε επίσης η ενάγουσα να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου τη νέα συμφωνία ενοικίασης μεταξύ των εναγομένων και της ιδιοκτήτριας. Σύμφωνα με σχετική νομολογία, στην οποία επιμελώς αναφέρεται ο ευπαίδευτος συνήγορος των εναγομένων (βλ. σχετικά την Demstar Limited v. Zim Israel Navigation Co. Limited κ. ά.
(1996)1(Α) Α. Α. Δ. 597 και Resola (Cyprus) Ltd. v. Χάρη Χρίστου
(1998)1Β Α. Α. Δ. 598) πρόθεση εξαπάτησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για την ακύρωση διατάγματος λόγω παράλειψης αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων. Το κριτήριο είναι, σύμφωνα με την ίδια νομολογία, κατά πόσο η μη αποκάλυψη συγκεκριμένων γεγονότων συνιστά, εξ αντικειμένου, ουσιώδους σημασίας στοιχείο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, οπόταν, στην απουσία του, η ίδια η απόφαση του Δικαστηρίου καθίσταται ακροσφαλής. Επί αυτού του κριτηρίου βασίζεται και η κρίση του Δικαστηρίου κατά την εξέταση αυτού του λόγου ένστασης. Θεωρώ ότι όντως θα παρουσιαζόταν μία πιο ολοκληρωμένη εικόνα των πραγμάτων εάν η ενάγουσα επισύναπτε τη συμφωνία πώλησης στην αρχική ένορκη δήλωση της ή τουλάχιστον εάν αναφερόταν στο δεδομένο ότι η ίδια ήταν ενοικιάστρια του χώρου όπου στεγάζεται η επίδικη επιχείρηση και ότι η συμφωνία πώλησης συμπεριλάμβανε όρους αναφορικά με την ενοικίαση του ίδιου χώρου από τους εναγομένους. Ανεξάρτητα δηλαδή και από το δεδομένο ότι η ενάγουσα δεν ισχυρίστηκε ότι ήταν ιδιοκτήτρια αυτού του χώρου. Εντούτοις, αναδρομικά ιδωμένη, η μη αποκάλυψη αυτών των στοιχείων δεν κρίνεται ως παράλειψη αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Καθότι ακόμη και να είχε αποκαλύψει αυτά τα στοιχεία η ενάγουσα η απόφαση του Δικαστηρίου θα ήταν η ίδια. Δεν κρίνεται δηλαδή ότι το στοιχείο της προηγούμενης ή της προτιθέμενης ή όντως συμφωνημένης νέας ενοικίασης θα επενεργούσε καθοριστικά ως προς την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου στην έκδοση ή μη του επίδικου διατάγματος. Σημασία προς έκδοση του επίδικου διατάγματος δεν θα είχε το καθεστώς υπό το οποίο στεγαζόταν ή στεγάζεται πλέον η επίδικη επιχείρηση αλλά το γεγονός της αγοράς της επιχείρησης της ενάγουσας και η λειτουργία της κατά παράβαση των όρων της συμφωνίας πώλησης σε σχέση με τη πληρωμή του τιμήματος πώλησης. Εισηγείται ο ευπαίδευτος συνήγορος των εναγομένων συγκεκριμένη θέση ως προς τις συνέπειες της νέας συμφωνίας ενοικίασης. Δηλαδή την απεμπόληση από την ενάγουσα των δικαιωμάτων κατοχής του υποστατικού και ότι η μόνη θεραπεία σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής θα είναι αυτή της χρηματικής αποζημίωσης. Παραπέμπει δε και στην αναφορά της ενάγουσας στην αρχική της ένορκη δήλωση για το δικαίωμα τερματισμού της συμφωνίας πώλησης και το επακόλουθο δικαίωμα να εισέλθει και ανακτήσει κατοχή της επιχείρησης. Βεβαίως το θέμα είναι ότι όντως ο όρος αυτός υπάρχει εντός της συμφωνίας πώλησης (όρος 3 (α) και (β)) και έχει γίνει δεκτός από τους συμβαλλόμενους, δηλαδή και τους εναγομένους. Ότι δηλαδή παράλειψη πληρωμής οποιασδήποτε δόσης θα δίδει το δικαίωμα, στην ενάγουσα, τερματισμού της συμφωνίας πώλησης και ακολούθως το δικαίωμα εισόδου και ανάκτησης κατοχής της επιχείρησης. Ακριβώς πως θα μπορούσε να εφαρμοστεί ένας τέτοιος όρος δίχως να λαμβάνεται υπόψη και η θέση της ιδιοκτήτριας του κτιρίου εντός του οποίου στεγάζεται η επιχείρηση είναι ένα ερώτημα το οποίο δεν είναι επί του παρόντος να απαντηθεί. Σημασία έχει το δεδομένο ότι ο όρος αυτός υπάρχει και έχει γίνει κοινά αποδεκτός από τους διαδίκους με την υπογραφή της συμφωνίας πώλησης. Συνεπώς η ενάγουσα όταν αναφερόταν σε αυτό τον όρο στην αρχική της ένορκη δήλωση δεν απέκρυβε την αλήθεια, ανεξάρτητα και από το δεδομένο ότι δεν αναφερόταν ταυτόχρονα στο δεδομένο της ενοικίασης του κτιρίου όπου στεγάζεται η επιχείρηση. Πραγματικά δεν μπορώ να συμφωνήσω με τη θέση ότι η ενάγουσα απέκρυψε ουσιώδη γεγονότα από το Δικαστήριο στο στάδιο έκδοσης του επίδικου διατάγματος. Ως προς τη θέση ότι η μόνη θεραπεία σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής θα είναι αυτή της χρηματικής αποζημίωσης τονίζω ότι στόχος της έκδοσης του διατάγματος ήταν η διατήρηση της υφιστάμενης κατάστασης καθώς το ερώτημα κατά πόσο θα ήταν δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εκτός εάν εκδιδόταν το επίδικο διάταγμα ασφαλώς απαντήθηκε θετικά έχοντας αυτό το στόχο υπόψη. Ενώ το ερώτημα κατά πόσο θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εκτός εάν διατηρηθεί σε ισχύ το διάταγμα εξετάζεται πιο κάτω. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο ευπαίδευτος συνήγορος των εναγομένων συγκαταλέγει στην επιχειρηματολογία του μαζί με τον τρίτο λόγο ένστασης και τους επόμενους δύο. Οι οποίοι όντως προσομοιάζουν ως προς το αντικείμενο τους με τον τρίτο λόγο ένστασης. Συνεπώς, με το ίδιο σκεπτικό το οποίο αναφέρεται πιο πάνω τόσο ο τρίτος όσο και ο τέταρτος και πέμπτος λόγος ένστασης κρίνονται αβάσιμοι και απορρίπτονται. 3.
  1. Παρατηρείται ότι ο ίδιος ο ευπαίδευτος συνήγορος των εναγομένων στην αγόρευση του έχει ομαδοποιήσει τους λόγους ένστασης. Παρά το γεγονός ότι αυτή η ομαδοποίηση λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο θα συνεχίσω την εξέταση των λόγων ένστασης όπως αυτοί έχουν αριθμηθεί και σε περιπτώσεις όπου κρίνεται ότι η εξέταση ενός από αυτούς καθιστά περιττή την εξέταση άλλου ή ακόμη και περισσοτέρων του ενός από τους υπόλοιπους λόγους ένστασης τότε αυτό θα αναφέρεται εντός της απόφασης. Βεβαίως θα ήταν χρησιμότερο εάν η ομαδοποίηση των λόγων ένστασης είχε γίνει κατά την καταγραφή τους στην ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης - λογικά με περιορισμό κατά συνέπεια του αριθμού των λόγων - έτσι ώστε να αποφευγόταν η επανάληψη παρόμοιου λόγου ένστασης ή μέρους γενικότερου λόγου ένστασης και παράλληλα να μειωνόταν και ο ίδιος ο αριθμός των λόγων ένστασης. Με τον τρόπο αυτό όχι μόνο θα ήταν σαφέστερη η γενικότερη τοποθέτηση των εναγομένων αλλά παράλληλα θα καθίστατο ευχερέστερο το έργο εξέτασης των λόγων ένστασης. 3.
  2. Ουσιαστικά παρατίθενται διάφοροι λόγοι ένστασης με τους οποίους υπάρχει αναφορά στη τήρηση των προϋποθέσεων του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/60). Βεβαίως έχει κατατάξει ο ευπαίδευτος συνήγορος των εναγομένων τον έκτο, ένατο και δέκατο λόγο ένστασης ως λόγοι οι οποίοι αναφέρονται σε αυτές τις προϋποθέσεις δίδοντας ιδιαίτερη έμφαση στην τρίτη προϋπόθεση. Οι προϋποθέσεις αυτές εξετάζονται στη συνέχεια ενώ παράλληλα καταβάλλεται προσπάθεια να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο οι λόγοι ένστασης όπως αυτοί έχουν διατυπωθεί. Εντούτοις με την επιχειρηματολογία του ο ευπαίδευτος συνήγορος των εναγομένων αλλά και την αρίθμηση και διατύπωση των λόγων ένστασης ουσιαστικά παρακάμπτει τη συνήθη και λογική σειρά με την οποία νομολογιακά έχει κατ΄ επανάληψη εξεταστεί η τήρηση των προϋποθέσεων του άρθρου
  3. Παραδείγματος χάριν, αρχίζοντας πρώτα με την τρίτη προϋπόθεση και επικεντρώνοντας ουσιαστικά τη προσοχή του σε αυτή την προϋπόθεση. Οδηγώντας λογικά και το Δικαστήριο στο συμπέρασμα ότι με αυτή την επιχειρηματολογία, ανεξάρτητα και από την ύπαρξη του ένατου ή ακόμη και του δέκατου λόγου ένστασης, δεν προβάλλεται ευθέως η θέση ότι δεν τηρούνται οι πρώτες δύο προϋποθέσεις του άρθρου
  4. Εξετάζοντας το θέμα αυτό και διατηρώντας υπόψη το σκεπτικό αυτής της απόφασης στο σύνολο της, κρίνω ότι όντως αυτές οι δύο προϋποθέσεις τηρούνται καθώς όπως εν τέλει διαπιστώνεται, πρώτο, αναμφίβολα υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και δεύτερο, υπάρχει πιθανότητα η ενάγουσα να δικαιούται σε θεραπεία. 3.
  5. Προβάλλεται η θέση με τον έκτο λόγο ένστασης ότι δεν «.αποκαλύπτεται ότι προκαλείται οιανδήποτε ανεπανόρθωτη ζημιά ή ζημιά στην αιτήτρια που να μην μπορεί να ικανοποιηθεί πλήρως με χρηματική αποζημίωση σε περίπτωση επιτυχίας της που είναι και η μόνη θεραπεία σε περίπτωση επιτυχίας της». Εισηγείται ουσιαστικά ο ευπαίδευτος συνήγορος των εναγομένων ότι χρηματική αποζημίωση είναι η μόνη θεραπεία εφόσον η ιδιοκτήτρια του χώρου όπου στεγάζεται η επιχείρηση δεν είναι διάδικος. Συνεπώς, συνεχίζει, ακόμη και να δικαιωθεί η ενάγουσα δεν υπάρχει συμβατική ή άλλη υποχρέωση της ιδιοκτήτριας να παραδώσει στην ενάγουσα αυτό το χώρο. Ασφαλώς η ιδιοκτήτρια δεν είναι διάδικος στην αγωγή και σύμφωνα με τη μαρτυρία η οποία έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου δεν προκύπτει η οποιαδήποτε υποχρέωση της να παραδώσει το κτίριο στο οποίο στεγάζεται η επιχείρηση στην ενάγουσα. Όμως το ερώτημα το οποίο προκύπτει είναι το εξής. Αυτά τα δεδομένα από μόνα τους είναι αρκετά έτσι ώστε να κριθεί ότι όντως η ενάγουσα δεν θα υποστεί οποιαδήποτε ανεπανόρθωτη ζημιά ή ζημιά που να μην μπορεί να ικανοποιηθεί πλήρως με χρηματική αποζημίωση σε περίπτωση επιτυχίας της, εάν δεν παραταθεί η ισχύς του επίδικου διατάγματος; Όντως με την αγωγή της η ενάγουσα ζητά την έκδοση διατάγματος με το οποίο να διατάσσονται οι εναγόμενοι όπως παραδώσουν ελεύθερη και κενή κατοχή της ταβέρνας. Διαφέρει όμως το επίδικο προσωρινό διάταγμα με το οποίο οι εναγόμενοι απλώς εμποδίζονται από να πωλήσουν ή αποξενώσουν με οποιοδήποτε τρόπο την επίδικη επιχείρηση. Αυτό το οποίο διασφαλίζεται δηλαδή με το επίδικο διάταγμα είναι η υφιστάμενη κατάσταση (status quo). Υπάρχει ήδη αναφορά πιο πάνω στο δεδομένο ότι οι ίδιοι οι διάδικοι με τη συμφωνία πώλησης συμφώνησαν ως προς την ύπαρξη όχι απλώς του δικαιώματος τερματισμού από την ενάγουσα αλλά επιπλέον και του δικαιώματος να εισέλθει στην επιχείρηση και να αποκτήσει κατοχή της επιχείρησης δίχως οποιαδήποτε παρέμβαση από τους εναγομένους ή τους αντιπροσώπους τους ή το προσωπικό τους. Αποτελεί δηλαδή συμβατική υποχρέωση των εναγομένων σε περίπτωση τερματισμού της συμφωνίας πώλησης λόγω παράλειψης των ιδίων να συμμορφωθούν με το χρονοδιάγραμμα πληρωμής να επιτρέψουν ουσιαστικά στην ενάγουσα να επιστρέψει στην επιχείρηση με είσοδο της εντός αυτής και απόκτηση και πάλι κατοχής της. Ασφαλώς δεν είναι δυνατό η ίδια η επιχείρηση να διαχωριστεί από το χώρο εντός του οποίου στεγάζεται. Ούτε και είναι δυνατό να παραγνωριστεί το δεδομένο ότι ο χώρος αυτός πλέον ενοικιάζεται από τους εναγόμενους και όχι από την ενάγουσα. Εντούτοις υπάρχει αυτή η συμβατική υποχρέωση των εναγομένων. Θεωρώ ότι από μόνη της η ύπαρξη του ερωτήματος κατά πόσο οι εναγόμενοι θα μπορούσαν να συμμορφωθούν με αυτή την υποχρέωση εξεταζόμενο σε αυτό το ενδιάμεσο στάδιο της διαδικασίας δεν θα πρέπει να επενεργήσει εις βάρος του αιτήματος της ενάγουσας. Όντως αιτείται η ενάγουσα με την αγωγή της διάταγμα παράδοσης ελεύθερης και κενής κατοχής της ταβέρνας ως τελική θεραπεία. Οι ίδιοι οι εναγόμενοι αποδέχτηκαν το ενδεχόμενο αυτό και πραγματικά ανεξάρτητα και από τα δεδομένα της νέας ενοικίασης μεταξύ της ιδιοκτήτριας και των εναγομένων και της μη συνένωσης της ιδιοκτήτριας ως διαδίκου στην αγωγή θεωρώ ότι δεν είναι δυνατό να αποκλειστεί η δυνατότητα επιδίκασης αυτής της θεραπείας. Εάν και εφόσον πρώτα κριθεί ότι η ενάγουσα δικαιούται στην επιδίκαση της. Το ερώτημα κατά πόσο οι εναγόμενοι θα έχουν τη δυνατότητα να συμμορφωθούν με ένα τέτοιο διάταγμα δεν είναι επί του παρόντος. Θέτοντας το απλά δεν συμφωνώ με τη θέση ότι δεν μπορεί να εκδοθεί τελικό διάταγμα με το περιεχόμενο το οποίο ζητά η ενάγουσα με την αγωγή της διότι η ιδιοκτήτρια δεν είναι διάδικος και δεν έχει συμβατική ή άλλη υποχρέωση να παραδώσει στην ενάγουσα το χώρο όπου στεγάζεται η επίδικη επιχείρηση. Οι ίδιοι οι εναγόμενοι ανέλαβαν αυτή τη συμβατική υποχρέωση και σε περίπτωση έκδοσης ενός τέτοιου διατάγματος οφείλουν να καταβάλουν τη κάθε δυνατή προσπάθεια έτσι ώστε να συμμορφωθούν με αυτή την υποχρέωση. Το κατά πόσο θα υπάρχει η δυνατότητα συμμόρφωσης με ένα τέτοιο διάταγμα δεν είναι θέμα το οποίο θα εξεταστεί θεωρητικά σε αυτό το χρονικό σημείο της διαδικασίας. Όμως το ενδεχόμενο δυσκολίας ή αδυναμίας συμμόρφωσης με ένα τέτοιο διάταγμα δεν αποκλείει από μόνο του την ύπαρξη της δυνατότητας έκδοσης του. Συνεπώς, απορρίπτεται με αυτό το σκεπτικό, η θέση ότι δεν θα πρέπει να παραταθεί η ισχύ του επίδικου διατάγματος καθότι δεν θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εφόσον δηλαδή η ενάγουσα θα δικαιούται μόνο την επιδίκαση χρηματικής αποζημίωσης. 3.
  6. Αναφορικά με τον έβδομο λόγο ένστασης διερωτώμαι πραγματικά πως η «.ζημιά που θα προκληθεί στους Εναγόμενους . με τυχόν οριστικοποίηση του Διατάγματος θα είναι ανεπανόρθωτη και δυσανάλογη εν σχέση με πιθανά δικαιώματα και πιθανές ζημιές που θα προκληθούν στην αιτήτρια»; Το στοιχείο της πιθανότητας σε σχέση με τα δικαιώματα της ενάγουσας και τις ζημιές οι οποίες θα προκληθούν σε αυτή είναι τόσο ισχυρό έτσι ώστε να προσομοιάζει περισσότερο με βεβαιότητα παρά πιθανότητα. Οι εναγόμενοι δεν αρνούνται είτε την ύπαρξη της συμφωνίας πώλησης είτε το δεδομένο ότι οι ίδιοι αδυνατούν να συμμορφωθούν με το συμφωνημένο χρονοδιάγραμμα πληρωμής. Ανεξάρτητα και από την οποιαδήποτε θέση ο εναγόμενος 1 προέβαλε κατά την αντεξέταση του, παραδείγματος χάριν για επαναδιαπραγμάτευση του ποσού λόγω του οικονομικού κλίματος και τα λεφτά τα οποία οι ίδιοι επένδυσαν στην επίδικη επιχείρηση, παράλληλα δήλωσε ξεκάθαρα ότι το χρέος προς την ενάγουσα δεν είναι σε αμφισβήτηση. Συνεπώς, εφόσον το χρέος είναι παραδεκτό και ταυτόχρονα προβάλλεται ως δεδομένο η αδυναμία πληρωμής, πως είναι με οποιοδήποτε τρόπο απλώς πιθανά τα δικαιώματα της ενάγουσας ή πιθανές οι ζημιές οι οποίες θα προκληθούν σε αυτή; Η ίδια είχε μία επιχείρηση την οποία πώλησε και συνεπώς πλέον δεν ελέγχει και ενώ προβλέπεται από τη συμφωνία πώλησης το δικαίωμα στη πληρωμή ανταλλάγματος για αυτή την πώληση εντούτοις οι εναγόμενοι δηλώνουν αδυναμία να πληρώσουν αυτό το αντάλλαγμα. Ποια άλλα δεδομένα δηλαδή θα πρέπει να συνυπάρχουν έτσι ώστε να θεωρηθούν απλά ως πιθανά τα δικαιώματα της ενάγουσας ή πιθανή η ζημιά την οποία ήδη υφίσταται; Βεβαίως με αυτό το λόγο ένστασης προβάλλεται και ο εξής συσχετισμός. Ότι δηλαδή, εάν παραταθεί η ισχύ του επίδικου διατάγματος, η ζημιά που θα προκληθεί στους εναγόμενους θα είναι ανεπανόρθωτη και δυσανάλογη σε σχέση με τα πιθανά δικαιώματα και πιθανές ζημιές που θα προκληθούν στην ενάγουσα. Ήδη βεβαίως το Δικαστήριο απορρίπτει ως αβάσιμη την εισήγηση περί ύπαρξης απλής πιθανότητας σε σχέση με τα δικαιώματα και ζημιές της ενάγουσας. Εξετάζοντας το πρώτο σκέλος του λόγου ένστασης, εντός ενός πλαισίου εξέτασης του ερωτήματος κατά πόσο θα ήταν δίκαιο και εύλογο να διατηρηθεί σε ισχύ το επίδικο διάταγμα, δεν διαπιστώνεται η πρόκληση ανεπανόρθωτης και δυσανάλογης ζημιάς στους εναγόμενους εάν το επίδικο διάταγμα καταστεί απόλυτο. Καθόλου πειστική δεν κρίνεται η θέση περί ύπαρξης ζημιάς και μάλιστα ανεπανόρθωτης και δυσανάλογης. Οι εναγόμενοι έχουν κατοχή της επίδικης επιχείρησης. Το επίδικο διάταγμα δεν τους εμποδίζει από το να λειτουργούν αυτή την επιχείρηση. Επί καθημερινής βάσης τίποτε πραγματικά δεν αλλάζει για τους εναγόμενους με τη συνέχιση σε ισχύ του διατάγματος. Εμποδίζονται βεβαίως από το να πωλήσουν αυτή την επιχείρηση. Ο λόγος είναι απλός. Δεν έχουν ακόμη εξοφλήσει την ενάγουσα για την αγορά αυτής της επιχείρησης. Συνεπώς, λογικά αλλά και δίκαια, ποιος θα ήταν ο λόγος να μην εμποδίζονται οι εναγόμενοι από το να πωλήσουν μία επιχείρηση την οποία σύμφωνα με τις πρόνοιες της συμφωνίας πώλησης έχουν αναλάβει υποχρέωση επιστροφής μετά από παράλειψη τήρησης του συμφωνημένου χρονοδιαγράμματος πληρωμής και τερματισμού αυτής της συμφωνίας από την ενάγουσα; Ουσιαστικά, η ζημιά στην οποία αναφέρονται οι εναγόμενοι είναι η αδυναμία να πωλήσουν κάτι το οποίο οι ίδιοι δεν έχουν πρώτα εξοφλήσει. Πραγματικά θεωρώ ότι αυτό δεν έχει οποιαδήποτε νομική ή άλλη λογική βάση. 3.
  7. Αναφορικά με τον όγδοο λόγο ένστασης ως προς τη φερεγγυότητα των εναγομένων θεωρώ ότι το θέμα αυτής της φερεγγυότητας δεν αλλάζει το απλό δεδομένο ότι με το διάταγμα διατηρείται η υφιστάμενη κατάσταση καθότι δεν αποκλείεται το ενδεχόμενο η ενάγουσα να δικαιούται σε θεραπεία με βάση την οποία να της επιστρέφεται η κατοχή της επίδικης επιχείρησης. Δηλαδή, με την απόρριψη από το Δικαστήριο του έκτου λόγου ένστασης και της θέσης ότι η μόνη θεραπεία που θα δικαιούται η ενάγουσα σε περίπτωση επιτυχίας θα είναι αυτή της χρηματικής αποζημίωσης παύει να έχει ο όγδοος λόγος ένστασης το απαραίτητο υπόβαθρο προς στήριξη του. Συνεπώς, το θέμα της φερεγγυότητας των εναγομένων κρίνεται άσχετο με τη διατήρηση ή μη του επίδικου διατάγματος σε ισχύ. 3.
  8. Ως προς τον ένατο λόγο ένστασης, διατηρώντας υπόψη στο σύνολο της τη μαρτυρία η οποία έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, απορρίπτω ως εντελώς αβάσιμη τη θέση ότι η ενάγουσα «.δεν έχει καλή υπόθεση και δεν αποκαλύπτει ορατή πιθανότητα ή προοπτική να δικαιούνται (sic) σε θεραπεία.». Η ενάγουσα έχει θέσει υπόψη του Δικαστηρίου μία συμφωνία πώλησης η ύπαρξη της οποίας είναι παραδεκτή από τους εναγομένους και σε σχέση με την οποία η ίδια δεν έχει πληρωθεί το συμφωνημένο αντάλλαγμα. Κάτι το οποίο επίσης είναι παραδεκτό από τους εναγόμενους. Συνεπώς πως είναι δυνατό καν να προβάλλεται η θέση περί ανυπαρξίας καλής υπόθεσης ή μη αποκάλυψης ορατής πιθανότητας ή προοπτικής η ενάγουσα να δικαιούται σε θεραπεία; 3.
  9. Ως προς τον δέκατο λόγο ένστασης θεωρώ ότι αυτός έχει καλυφθεί με την εξέταση του έκτου λόγου ένστασης. Ασφαλώς θα προκληθεί ανεπανόρθωτη ζημιά στην ενάγουσα εάν το επίδικο διάταγμα δεν γίνει απόλυτο καθότι η χρηματική αποζημίωση δεν είναι η μόνη θεραπεία την οποία δικαιούται. Ως προς τη γενική αναφορά σε μη ικανοποίηση των «υπό του Νόμου» προϋποθέσεων λαμβάνω υπόψη μου την επιχειρηματολογία η οποία προβλήθηκε προς υποστήριξη αυτού του λόγου ένστασης και η οποία επικεντρώθηκε στην ικανοποίηση της τρίτης προϋπόθεσης. Συνεπώς, θεωρώ ότι δεν απομένει οτιδήποτε άλλο προς εξέταση σε σχέση με αυτό τον λόγο ένστασης. 3.
  10. Με τον ενδέκατο λόγο ένστασης προβάλλεται η εισήγηση ότι και «.εάν ακόμη συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις προς οριστικοποίηση του . Διατάγματος το Δικαστήριο στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας θα πρέπει να αρνηθεί να το οριστικοποιήσει και να απορρίψει την αίτηση επειδή η αιτήτρια δεν ενέργησε έγκαιρα και με τη δέουσα δυνατή σπουδή». Ο λόγος αυτός δεν προωθήθηκε ευθέως με επιχειρηματολογία αλλά απλά αναφέρθηκε μαζί με άλλους τρεις λόγους σε σχέση με τα θέματα του status quo και του ισοζυγίου της ευχέρειας. Στο βαθμό στον οποίο με την επιχειρηματολογία υιοθετούνται θέσεις από τις ένορκες δηλώσεις ούτε και αυτή η υιοθέτηση κρίνεται βοηθητική ως προς τη καλύτερη αντίληψη της θέσης των εναγομένων. Αυτό το οποίο διαπιστώνεται είναι ότι όντως η ενάγουσα ανέμενε για τουλάχιστον 4 μήνες προτού αποστείλει την πρώτη επιστολή του δικηγόρου της ημερομηνίας 16/11/2009 δηλαδή μετά από παράλειψη πληρωμής μέρους της δόσης του μηνός Ιουλίου και, στο σύνολο τους, τις επόμενες 4 μηνιαίες δόσεις. Ενώ στη συνέχεια μετά από ένα μήνα έστειλε δεύτερη επιστολή του δικηγόρου της ημερομηνίας 16/12/2009 με την οποία τερμάτιζε τη συμφωνία πώλησης. Μία εβδομάδα αργότερα, στις 23/12/2009 καταχώρησε την αγωγή της και την αίτηση υπό εξέταση με αυτή την απόφαση. Βεβαίως προβάλει ένα άλλο ισχυρισμό με την αρχική της ένορκη δήλωση ο οποίος θα πρέπει να ενταχθεί στο όλο χρονικό πλαίσιο με βάση το οποίο θα μπορούσε να κριθεί ότι ευσταθεί ή δεν ευσταθεί αυτός ο λόγος ένστασης. Ότι δηλαδή περί τα μέσα του μηνός Δεκεμβρίου πληροφορήθηκε για πώληση μέρους της επίδικης επιχείρησης παραθέτοντας σχετικές λεπτομέρειες στη παράγραφο 13 της αρχικής της ένορκης δήλωσης. Βεβαίως ενώ στην αρχική της ένορκη δήλωση αναφέρεται σε αξιόπιστη πηγή δεν αναφέρει ποια είναι αυτή η πηγή. Ενώ στη παράγραφο 16 της συμπληρωματικής της ένορκης δήλωσης προσπαθεί να επανορθώσει τη παράλειψη της να αναφέρει ποια είναι αυτή η αξιόπιστη πηγή. Σύμφωνα με τη Δ.39 θ. 2 των Διαδικαστικών Κανονισμών της Πολιτικής Δικονομίας ένορκες δηλώσεις θα πρέπει να περιορίζονται σε γεγονότα τα οποία ένας μάρτυρας μπορεί να αποδείξει με βάση τη δική του γνώση αν και σε ενδιάμεσες αιτήσεις μία ένορκη δήλωση δύναται να περιέχει αναφορές πληροφοριών και πίστης μαζί με τις πηγές και λόγους για αυτές τις αναφορές. Ασφαλώς η ενάγουσα με την αρχική της ένορκη δήλωση δεν συμμορφώθηκε με τη Δ.39 θ. 2 ενώ βεβαίως η συμπληρωματική της ένορκη δήλωση δεν μπορεί αναδρομικά να συμπληρώσει το κενό το οποίο παρατηρείται εντός της αρχικής της ένορκης δήλωσης. Εντούτοις αυτό το οποίο παρατηρείται είναι ότι ο εναγόμενος 1 αντεξεταζόμενος παραδέχτηκε ουσιαστικά ότι τα όσα είχε δηλώσει η ενάγουσα σε σχέση με τα συγκεκριμένα άτομα ανταποκρίνονταν στην αλήθεια. Στο βαθμό δηλαδή στον οποίο υπήρχε μία αρχική ιδέα να επενδύσουν και πάρουν μερίδιο στην επίδικη επιχείρηση απορρίπτοντας όμως υποβολή ως προς το ότι τα συγκεκριμένα άτομα είχαν αγοράσει μερίδιο από την επιχείρηση. Βεβαίως αυτό το οποίο έχει σημασία σε σχέση με την εξέταση της ουσίας του συγκεκριμένου λόγου ένστασης είναι ως προς τη θέση ότι η ενάγουσα δεν ενήργησε έγκαιρα και με τη δέουσα δυνατή σπουδή. Βεβαίως αυτός ο λόγος συνδέεται και με άλλους λόγους ένστασης όπως ο δέκατος τέταρτος και δέκατος πέμπτος οι οποίοι εξετάζονται πιο κάτω με τη δική τους σειρά. Όμως από μόνος του δεν είναι δυνατό να γίνει δεκτός ως βάσιμος έτσι ώστε να ακυρωθεί το επίδικο διάταγμα. Η ενάγουσα ουσιαστικά έδωσε χρόνο και την ευκαιρία στους εναγομένους να συμμορφωθούν με το συμφωνημένο χρονοδιάγραμμα πληρωμών. Ο χρόνος αυτός δεν μπορεί να κριθεί υπερβολικός ή από μόνος του να κριθεί ότι ως παράγοντας ισοδυναμεί με λόγο βάσει του οποίου το διάταγμα θα πρέπει να ακυρωθεί. 3.
  11. Αναφορικά με τον δωδέκατο λόγο ένστασης πραγματικά δεν μπορεί να γίνει δεκτή η θέση ότι οι εναγόμενοι θα υποστούν ζημιά εάν το επίδικο διάταγμα γίνει απόλυτο. Ή ότι διαπιστώνεται οποιαδήποτε σχετικότητα των εξόδων τα οποία οι εναγόμενοι έχουν υποστεί σε συνάρτηση με το ισοζύγιο της ταλαιπωρίας. Τα έξοδα τα οποία έχουν κάνει οι εναγόμενοι έχουν σχέση με βελτίωση της λειτουργίας της επίδικης επιχείρησης. Το επίδικο διάταγμα δεν τους εμποδίζει από αυτή τη λειτουργία. Ούτε και είναι δυνατό να γίνει δεκτή η θέση ότι λαμβάνοντας υπόψη τον παράγοντα διατήρησης του status quo θα πρέπει το Δικαστήριο να ακυρώσει το διάταγμα. Αντιθέτως, είναι ακριβώς σε μία προσπάθεια διατήρησης αυτού του status quo που θα πρέπει να διατηρηθεί σε ισχύ το επίδικο διάταγμα. Έτσι ώστε δηλαδή εάν πετύχει η ενάγουσα με την αγωγή της θα εξακολουθεί να υπάρχει στη κατοχή των εναγομένων η επίδικη επιχείρηση έτσι ώστε να παρέχεται και η δυνατότητα επιδίκασης των θεραπειών τις οποίες η ενάγουσα αιτείται με την αγωγή της. 3.
  12. Θεωρώ ότι ο δέκατος τρίτος λόγος ένστασης υπερκαλύπτεται από τα όσα αναφέρονται πιο πάνω εντός αυτής της απόφασης ιδιαίτερα δε σε σχέση με τον δωδέκατο αλλά και τον έκτο λόγο ένστασης. 3.
  13. Ως προς τον δέκατο τέταρτο και δέκατο πέμπτο λόγο ένστασης θεωρώ ότι παρέχεται η δυνατότητα ταυτόχρονης εξέτασης και των δύο λόγων ένστασης για τον εξής λόγο. Ισχυρίστηκε η ενάγουσα στην αρχική της ένορκη δήλωση ότι περί τα μέσα του Δεκέμβρη του 2009 πληροφορήθηκε από αξιόπιστη πηγή (την οποία δεν κατονομάζει) ότι οι εναγόμενοι είχαν πωλήσει μέρος της επίδικης επιχείρησης σε δύο Αγγλίδες (τις οποίες κατονομάζει) και ότι πολύ σύντομα προτίθενται να πωλήσουν και το υπόλοιπο μέρος της επίδικης επιχείρησης στις ίδιες Αγγλίδες και να εγκαταλείψουν την Κύπρο μεταβαίνοντας στην Αγγλία για μόνιμη εγκατάσταση τους έτσι ώστε να αποφύγουν τις υποχρεώσεις τους οι οποίες απορρέουν από τη συμφωνία πώλησης. Υπενθυμίζω απλά το χρονικό πλαίσιο το οποίο περιγράφεται πιο πάνω στην υποπαράγραφο 3.
  14. Διευκρινίζω ότι το Δικαστήριο στο στάδιο έκδοσης του επίδικου διατάγματος βασίστηκε σε αυτούς τους ισχυρισμούς έτσι ώστε να καταλήξει σε συμπέρασμα ότι ικανοποιείτο η προϋπόθεση του κατεπείγοντος. Σύμφωνα και με το άρθρο 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφάλαιο
  15. 3.
  16. Το θέμα του κατεπείγοντος, σύμφωνα με το άρθρο 9 και σχετική νομολογία, δεν παύει να έχει σημασία απλώς επειδή ένα προσωρινό διάταγμα εκδόθηκε μονομερώς. Αφού δηλαδή πρώτα κρίθηκε ότι υπήρχε και αυτή η προϋπόθεση προς έκδοση ενός προσωρινού διατάγματος στην απουσία αντιδίκου δίχως παράλληλα να έχει ακουστεί και η δική του θέση. Σε σχέση με την υπόσταση και θεμελίωση μονομερούς αίτησης αναφέρονται σχετικά από τον Πική Π. στη σελίδα 604 της απόφασης στην Resola (Cyprus) Ltd. v. Χάρη Χρίστου
(1998)1Β Α. Α. Δ. 598, , τα εξής, :- «Το επείγον για την παροχή θεραπείας αποτελεί δικαιοδοτικό όρο. Μόνο, εφόσο καταδεικνύεται το κατεπείγον του αιτήματος, δικαιολογείται, όλως εξαιρετικά, η άσκηση δικαστικής εξουσίας στην απουσία του εναγομένου. Μόνο τότε μπορεί να συγχωρηθεί η παρέκκλιση από το θεμελιώδη κανόνα της δικαιοσύνης, να ακούσει και τα δύο μέρη πριν εκφέρει κρίση.» 3.
  1. Υπενθυμίζω σε σχέση με τα γεγονότα της Resola (Cyprus) Ltd. v. Χάρη Χρίστου ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο παρέτεινε την ισχύ του εκδομένου προσωρινού διατάγματος παρά τη διαπίστωση αποτυχίας του ενάγοντα να αποδείξει την ύπαρξη πρόθεσης εκ μέρους της εναγομένης εταιρείας για αποξένωση της ακίνητης ιδιοκτησίας της. Σημειωτέον ότι η κατ΄ ισχυρισμό αυτή πρόθεση στοιχειοθετούσε την επείγουσα ανάγκη για παροχή θεραπείας άνευ ετέρου. Κρίθηκε από το πρωτόδικο Δικαστήριο ότι η κακή οικονομική κατάσταση της εναγομένης ως επίσης και η απουσία συνεκτικού συνδέσμου μεταξύ της και της Κύπρου δικαιολογούσαν την οριστικοποίηση του συγκεκριμένου μέρους του διατάγματος ως ασφάλεια για την ικανοποίηση πιθανής απόφασης υπέρ του ενάγοντα. Εντούτοις το Ανώτατο Δικαστήριο με αναφορά στην ίδια τη διαπίστωση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, ότι δεν είχε προσαχθεί αποδεκτή μαρτυρία η οποία να καταδεικνύει πρόθεση αποξένωσης, έκρινε ότι καταρριπτόταν με αυτό τον τρόπο το ίδιο το βάθρο του διατάγματος. Το οποίο συνίστατο στην ύπαρξη ανάγκης για την παροχή θεραπείας άνευ καθυστερήσεως. Παρατηρήθηκε επίσης ότι τέτοια ανάγκη δεν είχε αποκαλυφθεί με την αίτηση του ενάγοντα και ότι στο βαθμό δε που διευκρινίστηκαν οι ισχυρισμοί του κατά τη δίκη, καταδείχθηκε ότι δεν υπήρχε τίποτε το οποίο να προσδίδει επείγοντα χαρακτήρα στο αίτημα για την έκδοση απαγορευτικού διατάγματος. Η δε απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων, κρίθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο, ότι αποτελούσε «.πρόσθετο ανεξάρτητο λόγο.» για την ακύρωση του διατάγματος. Ο οποίος ουσιαστικά είχε σχέση και με την κατ΄ ισχυρισμό πρόθεση αποξένωσης καθότι ο ενάγων δεν αποκάλυψε ότι αυτή περιήλθε στη γνώση του τουλάχιστον τεσσεράμιση μήνες νωρίτερα ενώ σχολιάστηκε επίσης ότι η μη λήψη οποιουδήποτε διαβήματος στο ενδιάμεσο απογύμνωνε από μόνη της το αίτημα του κατεπείγοντος το οποίο ο ενάγων επικαλέστηκε για τη χορήγηση θεραπείας. Κατέληξε συνεπώς το Ανώτατο Δικαστήριο ότι δεν είχαν στοιχειοθετηθεί οι προϋποθέσεις για τη χορήγηση θεραπείας στην απουσία του αντιδίκου ενώ επιπλέον δεν είχαν αποκαλυφθεί ουσιώδη γεγονότα σε σχέση με το κατεπείγον του αιτήματος, η αποκάλυψη των οποίων ήταν ουσιώδους σημασίας για τη λήψη της απόφασης του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Η έφεση έγινε δεκτή και το διάταγμα ακυρώθηκε. 3.
  2. Συνεπώς, ο παράγοντας του κατεπείγοντος εξακολουθεί να αποτελεί επίδικο θέμα (δέκατος τέταρτος λόγος ένστασης) με αποτέλεσμα να καθίσταται αναγκαία η εξέταση από το Δικαστήριο της μαρτυρίας η οποία προσφέρθηκε προς στοιχειοθέτηση αυτού του παράγοντα (δέκατος πέμπτος λόγος ένστασης). Ήδη έχω αναφερθεί σε αυτή τη μαρτυρία πιο πάνω (υποπαράγραφος 3.14). Ήδη έχει διαπιστωθεί ότι η μαρτυρία αυτή δεν έχει δοθεί σύμφωνα με τη Δ.39 θ. 2 (υποπαράγραφος 3.11). Εξαιτίας αυτής της διαπίστωσης κρίνω ότι ο δέκατος πέμπτος λόγος ένστασης ευσταθεί μερικώς, δηλαδή στο βαθμό στον οποίο με αυτόν αναφέρεται ότι δεν αποκαλύπτεται η πηγή των πληροφοριών της ενάγουσας. Όχι όμως στο βαθμό στον οποίο προβάλλεται η θέση ότι τα γεγονότα εντός της ένορκης δήλωσης είναι αόριστα και ασαφή. Ενώ στη συνέχεια όπως αποδείχτηκε στην ακροαματική διαδικασία τα γεγονότα στα οποία αναφέρθηκε η ενάγουσα στην αρχική της ένορκη δήλωση δεν είναι εντελώς χωρίς βάση. Καθώς παραδέχτηκε ο εναγόμενος 1 κατά την αντεξέταση του ότι οι συγκεκριμένες Αγγλίδες, οι οποίες σημειωτέον εργάζονταν στην επίδικη επιχείρηση, έδειξαν ενδιαφέρον να αναμειχθούν στην επιχείρηση και ότι αρχικά ήθελαν να έχουν μετοχές σε αυτήν. Αναφέρθηκε δε και σε συμφωνία για δάνειο απορρίπτοντας όμως τη θέση ότι τα άτομα αυτά αγόρασαν ποσοστό στην επίδικη επιχείρηση. 3.
  3. Δεν θα επεκταθώ περισσότερο με αναφορές στη μαρτυρία η οποία προέκυψε και από την αντεξέταση του εναγόμενου
  4. Σημασία σε αυτό το μέρος της απόφασης έχει η εξέταση της μαρτυρίας με βάση την οποία εκδόθηκε μονομερώς το επίδικο διάταγμα. Το ερώτημα το οποίο προκύπτει είναι κατά πόσο με βάση αποκλειστικά αυτή τη μαρτυρία υπήρχε το απαραίτητο δικαιοδοτικό υπόβαθρο προς έκδοση του επίδικου διατάγματος. Όφειλε η ενάγουσα, σύμφωνα με τη Δ.39 θ. 2, να είχε αναφέρει τη πηγή των πληροφοριών της στην αρχική της ένορκη δήλωση της και η οποιαδήποτε αναφορά στη συμπληρωματική της ένορκη δήλωση ασφαλώς δεν είναι δυνατό να αναπληρώσει το κενό το οποίο εντοπίζεται. Διαπιστώνεται συνεπώς παράλειψη τήρησης δικονομικά καθορισμένης προϋπόθεσης ως επίσης και παράλειψη του ίδιου του Δικαστηρίου να εντοπίσει αυτό το κενό στη μαρτυρική βάση επί της οποίας κρίθηκε ότι όντως υπήρχε ο παράγοντας του κατεπείγοντος. Βεβαίως το Δικαστήριο δεν μπορεί να επενεργήσει ωσάν αυτό να ασκούσε δευτεροβάθμια δικαιοδοσία επί προηγούμενης απόφασης του. Αυτό το οποίο εξετάζεται με αυτή την απόφαση αφού πρώτα δόθηκε και η ευκαιρία στους εναγόμενους να προβάλουν τους δικούς τους ισχυρισμούς και θέσεις δεν είναι η ορθότητα της απόφασης του Δικαστηρίου με βάση την οποία εκδόθηκε μονομερώς το επίδικο διάταγμα - υπό την έννοια δηλαδή του δευτεροβάθμιου ελέγχου - αλλά κατά πόσο αναδρομικά ιδωμένη η μαρτυρία η οποία προσφέρθηκε στο σύνολο της στο στάδιο εκείνο στοιχειοθετούσε το απαραίτητο δικαιοδοτικό υπόβαθρο ως προς την ύπαρξη του παράγοντα του κατεπείγοντος. Θεωρώ ότι η μερική βασιμότητα του δέκατου πέμπτου λόγου ένστασης είναι δυνατό να κριθεί ότι παρέχει περιθώριο προς αποδοχή του δέκατου τέταρτου λόγου ένστασης. Ο οποίος παρά και την διατύπωση του (ότι δηλαδή, «.(Α)δικαιολόγητα και χωρίς να συντρέχει η προϋπόθεση του επείγοντος ζητείται το αιτούμενο Διάταγμα») εξετάζεται με αναφορά στην εξέταση κατά πόσο το επίδικο διάταγμα θα πρέπει να διατηρηθεί σε ισχύ και όχι ωσάν αυτό να ζητείται για πρώτη φορά. Θεωρώ ότι η αποδοχή ή μη του δέκατου τέταρτου λόγου ένστασης εξαρτάται από την εφαρμογή της Δ.39 θ. 2 στη συγκεκριμένη περίπτωση. 3.
  5. Εξετάστηκε πρόσφατα η εφαρμογή της Δ.39 θ. 2 στην απόφαση των Πολιτικών Εφέσεων 382 - 384/2009, ημερομηνίας 16/6/2010 Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. ν. Χαραλάμπους κ. ά.. Μάλιστα στην απόφαση αυτή εξετάστηκε το ερώτημα κατά πόσο ήταν επαρκές το περιεχόμενο ενόρκων δηλώσεων προς έκδοση απόφασης λόγω μη καταχώρησης σημειώματος εμφάνισης. Εξετάστηκε, μεταξύ άλλων, το θέμα κατά πόσο οι ένορκες δηλώσεις προς απόδειξη της απαίτησης παραβίαζαν τις πρόνοιες της Δ.39 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Υπενθυμίζεται στην απόφαση ότι σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.39 θ. 2 οι ένορκες δηλώσεις πρέπει να περιορίζονται στο να παραθέτουν γεγονότα τα οποία ο ομνύων μπορεί να αποδεικνύει εξ ιδίας γνώσεως. Όμως, συνεχίζει η απόφαση, σε παρεμπίπτουσες διαδικασίες, ένορκες δηλώσεις μπορούν να περιέχουν πληροφορίες και πεποίθηση του ομνύοντα μαζί με την παράθεση των πηγών και της βάσης τους. Μετά από εξέταση της προσέγγισης του πρωτόδικου Δικαστηρίου σε σχέση με το συγκεκριμένο θέμα (δηλαδή, απόδειξη αξίωσης δίχως αμφισβήτηση με ένορκη δήλωση) ο Κληρίδης Δ. ανέφερε τα εξής (η υπογράμμιση είναι δική μου),:- «Ο σκοπός στον οποίο φαίνεται να στοχεύουν οι πρόνοιες της Δ.39 θ. 2 είναι άλλος. Δεν μπορεί να λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο κάτι που ένας ενόρκως δηλών έχει πληροφορηθεί χωρίς να αναφέρει με ποίον τρόπο το πληροφορήθηκε, ούτε και κάτι που ο ομνύων εκφέρει ως άποψη ή πεποίθηση, χωρίς να διευκρινίζει που την βασίζει. Στην υπό εξέταση περίπτωση, η πηγή πληροφόρησης του ομνύοντα είναι φανερή και έχει παρουσιαστεί προς έλεγχο του Δικαστηρίου μέσω των επισυναφθέντων εγγράφων. Σημειώνουμε περαιτέρω ότι εν πάση περιπτώσει, η σημασία της πιο πάνω προϋπόθεσης έχει μειωθεί, μετά που η εξ ακοής μαρτυρία κατέστη γενικά αποδεκτή δια νόμου [Περί Αποδείξεως (Τροποποιητικός) Νόμος αρ. 32(Ι)/2004].» Υπάρχει επίσης σχετική αναφορά σε νομολογία προ της τροποποίησης του περί Αποδείξεως Νόμου. Συγκεκριμένα στην C. T. Tobacco Limited v. Εταιρείας Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ. κ. ά
(2003)1Β Α. Α. Δ. 853 ο Ηλιάδης Δ. αναφέρει τα ακόλουθα στη σελίδα 861,:- «.φαίνεται ότι η Διαταγή 39, θεσμός 2 επιτρέπει σε ένορκες δηλώσεις που επισυνάπτονται σε ενδιάμεσες αιτήσεις την παράθεση εξ ακοής μαρτυρίας, έστω και αν το πρόσωπο που προβαίνει στην ένορκη δήλωση δεν έχει προσωπική γνώση, νοουμένου ότι αποκαλύπτει την πηγή από την οποία έχει αντλήσει τις σχετικές πληροφορίες. Το αποδεκτό της εξ ακοής μαρτυρίας σε ενδιάμεσες διαδικασίες που αφορούν την επείγουσα έκδοση προσωρινών διαταγμάτων βασίζεται στην ανάγκη παροχής σε ένα αιτητή της ευχέρειας να στοιχειοθετήσει την απαίτηση του εύκολα και γρήγορα, χωρίς την αυστηρή προσκόλληση στους κανόνες που εφαρμόζονται στο δίκαιο της απόδειξης.» Εύκολα γίνεται αντιληπτό από εξέταση της Δ.39 θ. 2 ότι ο σκοπός της ήταν η παροχή δυνατότητας αναφοράς σε εξ ακοής μαρτυρία υπό τη συγκεκριμένη προϋπόθεση. Ότι δηλαδή αν και ένορκες δηλώσεις πρέπει να περιορίζονται σε τέτοια γεγονότα που ο μάρτυς είναι ικανός να αποδείξει από δική του γνώση εντούτοις σε ενδιάμεσες αιτήσεις μία ένορκη δήλωση μπορούσε να περιέχει δηλώσεις πληροφοριών και πίστης με τις πηγές και τους λόγους περί τούτου. Πλέον όμως η εξ ακοής μαρτυρία είναι δια νόμου αποδεκτή. Ασφαλώς η Δ.39 θ. 2 δεν έχει καταργηθεί. Όμως όπως αναφέρεται και στην απόφαση Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. ν. Χαραλάμπους κ. ά. (πιο πάνω) η σημασία της προϋπόθεσης αυτής έχει μειωθεί μετά που η εξ ακοής μαρτυρία κατέστη γενικά αποδεκτή δια νόμου. Διατηρώντας υπόψη αυτή τη νομολογία σε συνάρτηση και με τα συμπεράσματα του Δικαστηρίου επί όλων των υπολοίπων λόγων ένστασης κρίνω ότι η εφαρμογή της Δ.39 θ. 2 στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν θα πρέπει να είναι τέτοια έτσι ώστε να στερηθεί η ενάγουσα του ωφελήματος της διατήρησης του επίδικου διατάγματος σε ισχύ. Απλά και μόνο δηλαδή διότι δεν τήρησε μία δικονομική προϋπόθεση η σημασία της οποίας έχει μειωθεί μετά και από τροποποίηση του σχετικού επί του θέματος της αποδοχής εξ ακοής μαρτυρίας νόμου. Ως εκ τούτου ούτε και ο δέκατος τέταρτος λόγος γίνεται δεκτός από το Δικαστήριο. 3.20. Αναφορικά με τον δέκατο έκτο λόγο ένστασης κρίνω ότι αυτός είναι οφθαλμοφανώς αβάσιμος μετά από σύγκριση των θεραπειών τις οποίες ζητά η ενάγουσα με την αγωγή της και το περιεχόμενο του ίδιου του επίδικου διατάγματος. Δεν διαπιστώνεται αυτές να είναι ταυτόσημες με το επίδικο διάταγμα. 3.21. Αναφορικά με τον δέκατο έβδομο λόγο ένστασης διαπιστώνω ότι αυτός απλά επαναλαμβάνει το περιεχόμενο προηγούμενων λόγων ένστασης οι οποίοι ήδη έχουν εξεταστεί. Συνεπώς, ο λόγος αυτός δεν χρήζει επιπρόσθετης εξέτασης. 4. Έχοντας υπόψη τα όσα αναφέρονται πιο πάνω κρίνω ότι είναι δίκαιο και εύλογο όπως το επίδικο διάταγμα διατηρηθεί σε ισχύ. Συνεπώς αυτό καθίσταται απόλυτο μέχρι και την εκδίκαση της αγωγής στην οποία αυτό έχει εκδοθεί. 5. Ως προς το θέμα των εξόδων διατηρώντας υπόψη το αποτέλεσμα εκδίκασης της αίτησης τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται εις βάρος αμφότερων των εναγομένων και υπέρ της ενάγουσας όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο μετά και από την εκδίκαση της αγωγής. Μ. Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.