Athinodorou Bros Super Beton Public Company Limited ν. Χριστάκη Χαραλάμπους, Αρ. Αγωγής :- 2955/2006, 14η Οκτωβρίου 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2010:A46 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον :- Μ. Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Αρ. Αγωγής :- 2955/2006 Μεταξύ :- Athinodorou Bros Super Beton Public Company Limited Ενάγουσα Και Χριστάκη Χαραλάμπους Εναγόμενοι Ημερομηνία :- Πέμπτη 14η Οκτωβρίου 2010 Αίτηση για Επιβαρυντικό Διάταγμα ημερομηνίας 14/5/2009 Για την Ενάγουσα - Αιτήτρια :- κα. Χριστοδούλου για Δρ. Γιώργο Παμπορίδη (Για ν΄ ακούσει απόφαση :- Αυτοπροσώπως / κ. Νικόλας Μάντης ) Για τον Εναγόμενο - Καθ΄ ου η Αίτηση :- κος. Ανδρέας Λάρδος (Για ν΄ ακούσει απόφαση :- Αυτοπροσώπως / κ. Νίκος Χ΄΄Κλεοβούλου ) Για το Ενδιαφερόμενο Μέρος :- κα. Χρυσταλλένη Μαυρικίου για Χρυσαφίνης και Πολυβίου (Για ν΄ ακούσει απόφαση :- Αυτοπροσώπως / Καμία Εμφάνιση ) Απόφαση
- Αιτείται η ενάγουσα την έκδοση διαταγμάτων του Δικαστηρίου με τα οποία πρώτο, να επιβαρύνονται συγκεκριμένες μετοχές τις οποίες ο εναγόμενος κατέχει ως μέτοχος της ίδιας της ενάγουσας και δεύτερο, να απαγορεύεται η «.καθ΄οιονδήποτε τρόπο μεταβίβαση, πώληση, αποξένωση, επιβάρυνση, ρευστοποίηση και/ή διάθεση των . μετοχών και το οποίο να επεκτείνεται στην απαγόρευση πληρωμής και/ή καταβολής οποιουδήποτε μερίσματος και/ή άλλου εισοδήματος πληρωτέου σε σχέση με τις . μετοχές».
- Το ενδιαφερόμενο μέρος, δηλαδή η Alpha Bank Cyprus Ltd. (στο εξής θα καλείται είτε το «ενδιαφερόμενο μέρος» είτε η "Alpha Bank"), είναι τράπεζα στην οποία ο εναγόμενος είχε ενεχυριάσει μέρος των μετοχών ως εξασφάλιση για δάνειο το οποίο παραχωρήθηκε σε αυτόν ενώ είχε επίσης εκχωρήσει και τα δικαιώματα του σε μερίσματα από τις υπόλοιπες μετοχές τις οποίες κατέχει ως μέτοχος της ενάγουσας.
- Τόσο ο εναγόμενος όσο και το ενδιαφερόμενο μέρος καταχώρησαν σχετικές ενστάσεις και μετά από καταχώρηση συμπληρωματικών δηλώσεων τόσο του ενόρκως δηλούντος προς υποστήριξη της αίτησης όσο και του εναγομένου η ακρόαση της αίτησης ολοκληρώθηκε με σχετικές αγορεύσεις.
- Λαμβάνει υπόψη του το Δικαστήριο τη μαρτυρία και επιχειρηματολογία ως επίσης και τους λόγους ένστασης οι οποίοι εκτίθενται σε αμφότερες τις ενστάσεις δίχως να κρίνεται απαραίτητη η επανάληψη αυτών εντός της απόφασης.
- Η νομική βάση της αίτησης αποτελείται κυρίως από πρόνοιες του περί Επιβαρυντικών Διαταγμάτων Νόμου του 1992 (Ν.31(Ι)/92)(στο εξής θα καλείται ο «σχετικός Νόμος»). Προνοούνται από το άρθρο 3 του σχετικού Νόμου τα εξής,:- «3.-
(1)Όταν κατόπιν απόφασης ή διατάγματος Δικαστηρίου πρόσωπο καλείται να πληρώσει χρηματικό ποσό (οφειλέτης) σε άλλο πρόσωπο (πιστωτή), τότε, προς το σκοπό εκτέλεσης της απόφασης ή του διατάγματος, το Δικαστήριο, με βάση τις διατάξεις του Νόμου αυτού, δύναται να εκδώσει διάταγμα (το οποίο θα αναφέρεται ως επιβαρυντικό διάταγμα), με το οποίο επιβάλλει επιβάρυνση σε οποιοδήποτε συμφέρον, το οποίο ο εξ αποφάσεως οφειλέτης έχει επί περιουσιακών στοιχείων για τα οποία ο Νόμος αυτός εφαρμόζεται και τα οποία καθορίζονται στο διάταγμα, με σκοπό την εξασφάλιση πληρωμής του οφειλόμενου ποσού.» 6. Σύμφωνα με το εδάφιο
(2)του ίδιου άρθρου προτού το Δικαστήριο αποφασίσει κατά πόσο θα εκδώσει επιβαρυντικό διάταγμα εξετάζει όλα τα περιστατικά της υπόθεσης και ειδικότερα οποιαδήποτε ενώπιον του αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με πρώτο, την προσωπική και περιουσιακή κατάσταση του οφειλέτη και δεύτερο, το ενδεχόμενο ζημιάς άλλου πιστωτή από την έκδοση του διατάγματος. Παρέχεται επίσης με το εδάφιο
(5)του ίδιου άρθρου η δυνατότητα πρόβλεψης εντός του εκδιδόμενου επιβαρυντικού διατάγματος όπως η επιβάρυνση επεκτείνεται σε οποιοδήποτε μέρισμα ή άλλο εισόδημα πληρωτέο σε σχέση με το βαρυνόμενο στοιχείο. Οι συνέπειες διατάγματος επιβάρυνσης αναφέρονται στο εδάφιο
(1)του άρθρου 5 του σχετικού νόμου τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου
(2)του ιδίου άρθρου. Αξίζει να σημειωθεί ότι σύμφωνα με το εδάφιο
(2)το Δικαστήριο όταν εκδίδει διάταγμα καθορίζει τις συνέπειες του ανάλογα με το περιουσιακό στοιχείο για το οποίο ζητείται το διάταγμα και επιβάλλει τέτοιους όρους ή δίνει τέτοιες οδηγίες που κρίνει αναγκαίες ή συμπληρωματικής της καθοριζόμενης συνέπειας ή συνεπειών.
- Αξίζει επίσης να σημειωθεί το εξής σε σχέση με τα περιστατικά της υπόθεσης τα οποία το Δικαστήριο εξετάζει προτού αποφασίσει κατά πόσο θα εκδώσει επιβαρυντικό διάταγμα. Η έμφαση η οποία δίδεται από τον σχετικό Νόμο ειδικότερα σε οποιαδήποτε αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με πρώτο, την προσωπική και περιουσιακή κατάσταση του οφειλέτη και δεύτερο, το ενδεχόμενο ζημιάς άλλου πιστωτή του οφειλέτη από την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.
- Αναφορικά με το δεύτερο από αυτά τα δύο στοιχεία το Δικαστήριο στη παρούσα περίπτωση υπό εξέταση λαμβάνει υπόψη του το άρθρο ορισμού του σχετικού Νόμου (άρθρο 2
(1)) σύμφωνα με το οποίο «οφειλέτης» και «πιστωτής» έχουν την έννοια που τους αποδίδεται στο άρθρο 3
(1)(βλ. σχετικά την παράγραφο 5 αυτής της απόφασης). Σύμφωνα με αυτό τον ορισμό, πιστωτής, είναι ο εξ αποφάσεως πιστωτής και όχι ο οποιοσδήποτε πιστωτής ενός οφειλέτη.
- Πολύ απλά δίχως απόφαση ή διάταγμα Δικαστηρίου αυτές οι δύο έννοιες όπως συναντιούνται στο σχετικό Νόμο δεν υπάρχουν υπό την καθημερινή έννοια των δύο λέξεων. Το γεγονός ότι ένα πρόσωπο οφείλει χρήματα σε άλλο πρόσωπο δεν καθιστά τη σχέση αυτών των δύο προσώπων ως μία σχέση μεταξύ οφειλέτη και πιστωτή εκτός εάν πρώτα εκδοθεί σχετική απόφαση ή διάταγμα Δικαστηρίου.
- Έχω προχωρήσει σε αυτή τη διευκρίνιση για τον εξής απλό λόγο. Το ενδιαφερόμενο πρόσωπο στη περίπτωση υπό εξέταση, δηλαδή η Alpha Bank δεν είναι πιστώτρια του εναγομένου υπό την έννοια την οποία ο νομοθέτης έχει καθορίσει ως προς τη σημασία της λέξης πιστωτής στο σχετικό Νόμο.
- Συνεπώς, παρά και το γεγονός ότι το Δικαστήριο στις 21/5/2009 διέταξε την επίδοση της αίτησης, οφείλω να παρατηρήσω ότι δεν είναι σαφές από το χειρόγραφο πρακτικό τι ακριβώς είχε υπόψη του. Τονίζω ότι η διαφορετική σύνθεση του Δικαστηρίου κατά τη συγκεκριμένη ημερομηνία δεν έχει οποιαδήποτε σημασία και ότι ασφαλώς το παρών Δικαστήριο δεσμεύεται απόλυτα από τη διαταγή για επίδοση της αίτησης και τις οποιεσδήποτε συνέπειες της. Απλά, σε μία προσπάθεια κατανόησης του σκεπτικού με το οποίο διατάχτηκε η επίδοση της αίτησης, θεωρώ ότι οφείλω να αναφερθώ σε αυτό το πρακτικό καθότι η ερμηνεία η οποία αποδίδεται από το Δικαστήριο, υπό την παρούσα σύνθεση του, ως προς την εφαρμογή του άρθρου 3
(3)του σχετικού Νόμου είναι συγκεκριμένη αν και αυτή αναπόφευκτα θα πρέπει να ιδωθεί εντός του πλαισίου το οποίο καθορίστηκε ως αποτέλεσμα της διαταγής για την επίδοση της αίτησης.
- Σύμφωνα με αυτό το πρακτικό κρίθηκε από το Δικαστήριο ότι λόγω της φύσης της αίτησης ήταν ορθό όπως «.λάβουν γνώση των παρόντων διαβημάτων η Εναγόμενη ως ενδιαφερόμενα μέρη που ήδη έχουν συμφέρον επί των μετοχών..». Είναι κάπως ασαφής η χρήση τόσο του πληθυντικού όσο και του θηλυκού γένους στη συγκεκριμένη διαταγή. Σημασία όμως έχει το εξής απλό δεδομένο. Η αίτηση επιδόθηκε όχι απλώς στον εναγόμενο αλλά και στην Alpha Bank. Μάλιστα επιδόθηκε πρώτα στην Alpha Bank και μετά στον εναγόμενο δίχως βεβαίως η σειρά επίδοσης να έχει οποιαδήποτε σημασία.
- Η ερμηνεία την οποία αυτό το Δικαστήριο αποδίδει στο άρθρο 3 και συγκεκριμένα στα εδάφια
(3)και
(4)και για τα οποία χρειάστηκε και η πιο πάνω εισαγωγή και αναφορά στο πρακτικό ημερομηνίας 21/5/2009 είναι η εξής. 14. Κατ΄ αρχάς, διατηρώ υπόψη μου ότι η αίτηση εξετάζεται δίχως να υπάρχει καν εισήγηση ενώπιον μου ότι το Ανώτατο Δικαστήριο άσκησε την εξουσία έκδοσης διαδικαστικών κανονισμών για την επίτευξη των σκοπών και την καλύτερη εφαρμογή του σχετικού Νόμου. Ούτε και έχω εντοπίσει την ύπαρξη τέτοιων διαδικαστικών κανονισμών. Συνεπώς διατηρώντας υπόψη τη σχετική πρόνοια (άρθρο 10
(3)του σχετικού Νόμου) ως προς το ότι μέχρις ότου εκδοθούν κανονισμοί τα Δικαστήρια «.δύνανται να καταστήσουν αποτελεσματικές τις διατάξεις του Νόμου . εφαρμόζοντας, με τέτοιες τροποποιήσεις που κρίνονται αναγκαίες, τους ισχύοντες περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς.» καταλήγω στα εξής συμπεράσματα ως προς την εφαρμογή των εδαφίων
(3)και
(4)του άρθρου 3. Παραθέτω όμως πρώτα αυτούσια πιο κάτω αυτά τα άρθρα (η οποιαδήποτε υπογράμμιση κειμένου εντός αυτής της απόφασης είναι δική μου),:-
(3)Το Δικαστήριο δύναται κατά την έκδοση του διατάγματος να επιβάλει όρους σχετικά με την πληροφόρηση του οφειλέτη και άλλου ενδιαφερόμενου ή επηρεαζόμενου προσώπου ή σχετικά με οποιοδήποτε άλλο ζήτημα, οι οποίοι κατά την κρίση του είναι αναγκαίοι και υπό τις περιστάσεις δίκαιοι.
(4)Το Δικαστήριο το οποίο εξέδωσε το επιβαρυντικό διάταγμα δύναται οποτεδήποτε, κατόπιν αίτησης του οφειλέτη ή άλλου προσώπου που δυνατό να έχει συμφέρον σε περιουσιακό στοιχείο στο οποίο αναφέρεται το διάταγμα, να εκδώσει διάταγμα δυνάμει του οποίου να ακυρώνει ή να διαφοροποιεί το επιβαρυντικό διάταγμα.»
- Διατηρώντας υπόψη τη διατύπωση αυτών των εδαφίων, θεωρώ ότι η πληροφόρηση του οφειλέτη και άλλου ενδιαφερόμενου ή επηρεαζόμενου προσώπου όπως προνοείται από τον σχετικό Νόμο σαφώς αποτελεί θέμα διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου κατά την έκδοση του διατάγματος. Δηλαδή ως μέρος της επιβολής όρων κατά την έκδοση του διατάγματος. Τόσο σχετικά με τη πληροφόρηση όσο και σχετικά με οποιοδήποτε άλλο ζήτημα. Όροι οι οποίοι κατά την κρίση του Δικαστηρίου είναι αναγκαίοι και υπό τις περιστάσεις δίκαιοι.
- Δηλαδή, ουσιαστικά, σύμφωνα πάντοτε με το σχετικό Νόμο, η πληροφόρηση τόσο του εναγομένου όσο και της Alpha Bank θα μπορούσε να αποτελεί απλά ένα από τους όρους τους οποίους θα επέβαλε το Δικαστήριο κατά την έκδοση του διατάγματος. Το οποίο βεβαίως ουδέποτε εκδόθηκε. Άλλωστε ακριβώς γι΄ αυτό το λόγο παρέχεται με το εδάφιο
(4)η διακριτική και πάλι εξουσία μετά από την έκδοση του διατάγματος μετά από αίτηση είτε του οφειλέτη είτε άλλου προσώπου που δυνατό να έχει συμφέρον σε περιουσιακό στοιχείο που αναφέρεται στο διάταγμα, για την έκδοση νέου διατάγματος από το Δικαστήριο με το οποίο είτε να ακυρώνεται είτε να διαφοροποιείται το ήδη εκδοθέν επιβαρυντικό διάταγμα. Το οποίο, σύμφωνα και με την ερμηνεία η οποία δίδεται από αυτό το Δικαστήριο στο σχετικό Νόμο, θα μπορούσε να είχε εκδοθεί μονομερώς. 17. Αναφέρω τα όσα παρατίθενται πιο πάνω όχι υπό μορφή κριτικής της εφαρμογής ή ερμηνείας του Νόμου η οποία οδήγησε και στην έκδοση διαταγής επίδοσης της αίτησης. Τα όσα αναφέρονται έχουν σχέση με τη διαδικασία την οποία όπως αντιλαμβάνομαι θα υπήρχε εάν πρώτα εκδιδόταν είτε διάταγμα είτε διατάγματα βάσει της αίτησης και όχι η διαδικασία η οποία προέκυψε δίχως να έχει εκδοθεί το οποιοδήποτε διάταγμα. Το θέμα βεβαίως είναι ότι παρά και τη διαδικασία η οποία ακολουθήθηκε το Δικαστήριο εξακολουθεί να διατηρεί τις διακριτικές εξουσίες οι οποίες του παρέχονται από τα εδάφια
(3)και
(4)του άρθρου
- Σε περίπτωση δηλαδή κατά την οποία με αυτή την απόφαση εκδίδονται οποιαδήποτε από τα αιτούμενα διατάγματα.
- Επίσης, θεωρώ ότι η αναφορά του Δικαστηρίου ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή των προνοιών του σχετικού Νόμου αναφορικά με την έκδοση επιβαρυντικών διαταγμάτων θα καθιστά ευκολότερα αντιληπτή την αιτιολόγηση η οποία εμπεριέχεται εντός αυτής της απόφασης ως προς την έκβαση της αίτησης υπό εξέταση.
- Οφείλω επίσης να διευκρινίσω το εξής. Υπάρχουν αναφορές στην ένσταση του εναγομένου αλλά και της Alpha Bank οι οποίες ουσιαστικά δεν συνάδουν με την προβλεπόμενη εφαρμογή του σχετικού Νόμου. Αναφέρονται ορισμένα παραδείγματα αυτής της λανθασμένης αντίληψης πιο κάτω εντός της απόφασης. Σε αυτό το σημείο όμως οφείλω επίσης να διευκρινίσω ορισμένα απλά δεδομένα τα οποία, εάν ληφθούν υπόψη οι θέσεις τόσο του εναγομένου όσο και της Alpha Bank, δεν αναγνωρίζονται ή λαμβάνονται υπόψη από αυτά τα μέρη στο βαθμό στον οποίο αναπόφευκτα αυτά επιβάλλεται να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο κατά την εξέταση της αίτησης.
- Πρώτο, και βασικότερο από όλα τα σχετικά δεδομένα, υπάρχει απόφαση του Δικαστηρίου η οποία εκδόθηκε στις 10/1/2007 με την οποία ο εναγόμενος καλείται να πληρώσει συγκεκριμένο χρηματικό ποσό στην ενάγουσα (£200.000,00 με τόκο 8% από 29/9/2006). Δεύτερο, μέχρι και την καταχώρηση της αίτησης υπό εξέταση στις 14/5/2009 (δηλαδή, σχεδόν 2 ½ χρόνια μετά από την έκδοση της απόφασης) ο εναγόμενος, όπως ο ίδιος παραδέχεται, δεν έχει πληρώσει οποιοδήποτε ποσό έναντι αυτής της απόφασης ενώ ασφαλώς μέχρι και την έκδοση αυτής της απόφασης έχει ήδη παρέλθει και άλλος χρόνος δίχως αυτό να έχει αλλάξει. Τρίτο, η ενάγουσα με την αίτηση της δεν ζητά την έκδοση διατάγματος πώλησης των μετοχών.
- Θεωρώ ότι το τρίτο δεδομένο το οποίο αναφέρεται πιο πάνω είναι ιδιαίτερα σημαντικό έτσι ώστε να καθίσταται καλύτερα αντιληπτό όχι μόνο το αντικείμενο της αίτησης υπό εξέταση αλλά εν τέλει και η ίδια η αιτιολόγηση αυτής της απόφασης. Σαφώς, δεν εξετάζει το Δικαστήριο αίτημα για διάταγμα πώλησης των μετοχών. Σύμφωνα δε με το εδάφιο
(3)του άρθρου 5 του σχετικού Νόμου (στο οποίο αναφέρονται οι συνέπειες έκδοσης επιβαρυντικού διατάγματος σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 3) τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου
(4)του άρθρου 6 η έκδοση διατάγματος επιβάρυνσης δε λογίζεται ότι ισοδυναμεί με τρόπο εκτέλεσης της απόφασης του Δικαστηρίου. Ενώ σύμφωνα με το εδάφιο
(4)του άρθρου 6 η διακριτική ευχέρεια ενός Δικαστηρίου να διατάξει την πώληση, ρευστοποίηση ή διάθεση των περιουσιακών στοιχείων για τα οποία εκδίδεται το επιβαρυντικό διάταγμα υπάρχει μόνο εάν αυτό περιλαμβάνεται στην αίτηση του πιστωτή.
- Συνεπώς προκαλεί απορία η αναφορά του ενόρκως δηλούντος προς υποστήριξη της αίτησης (παράγραφος 9 (δ)) ως προς το ότι «.η πραγματική αξία των μετοχών . που ο Εναγόμενος κατέχει, σε καμία περίπτωση υπερβαίνει το ποσό της απαίτησης με βάση την απόφαση..» και ότι εν «.πάση όμως περιπτώσει εάν ήθελε φανεί ότι η αξία των μετοχών ξεπερνά το ποσό της απαίτησης οι Ενάγοντες θα πωλήσουν τέτοιο αριθμό μετοχών όσο είναι επαρκές για την ικανοποίηση της απόφασης στην παρούσα αγωγή..». Τονίζω και πάλι το τρίτο δεδομένο το οποίο αναφέρεται πιο πάνω (παράγραφος 20). Η ενάγουσα με την αίτηση της δεν ζητά την έκδοση διατάγματος πώλησης των μετοχών. Συνεπώς πραγματικά διερωτώμαι ως προς τον λόγο αναφοράς του ενόρκως δηλούντος σε πώληση των μετοχών.
- Μάλιστα σύμφωνα και με το εδάφιο
(1)του άρθρου 6 του σχετικού Νόμου η δυνατότητα έκδοσης διατάγματος πώλησης κατόπιν άσκησης διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου και εντός του πλαισίου του συγκεκριμένου Νόμου φαίνεται να υπάρχει σε σχέση μόνο με περιουσιακά στοιχεία τα οποία ήδη βαρύνονται με επιβαρυντικό διάταγμα. Εντούτοις με το εδάφιο
(4)του ίδιου άρθρου διασαφηνίζεται η δυνατότητα υποβολής αίτησης για την πώληση, ρευστοποίηση ή διάθεση των περιουσιακών στοιχείων παράλληλα με την υποβολή αίτησης για την έκδοση επιβαρυντικού διατάγματος. Τονίζω και πάλι ότι η ενάγουσα δεν ζητά παράλληλα την έκδοση διατάγματος πώλησης ή ρευστοποίησης ή διάθεσης των μετοχών για τις οποίες ζητά την έκδοση επιβαρυντικού διατάγματος. Ως επίσης και απαγορευτικού διατάγματος η εμβέλεια του οποίου εν πάση περιπτώσει ουσιαστικά καλύπτεται από τις συνέπειες του επιβαρυντικού διατάγματος σε περίπτωση έκδοσης του (βλ. σχετικά το άρθρο 5
(1)(β) του σχετικού Νόμου).
- Έχοντας διασαφηνίσει το πλαίσιο εντός του οποίου εξετάζεται η αίτηση, σύμφωνα δηλαδή και με το σχετικό Νόμο, θα προχωρήσω σε εξέταση των λόγων ένστασης πρώτα του εναγομένου και στη συνέχεια της Alpha Bank.
- Αναφορικά με τους λόγους ένστασης του εναγομένου διαπιστώνονται τα ακόλουθα. 25.
- Εισηγείται ο εναγόμενος με τον πρώτο λόγο ένστασης ότι τα «.περιστατικά της υπόθεσης δεν δικαιολογούν την χορήγηση των αιτούμενων διαταγμάτων». Διατηρώντας υπόψη τα δεδομένα τα οποία αναφέρονται πιο πάνω (παράγραφος 20) θεωρώ ότι ο λόγος αυτός δεν ευσταθεί. Η θέση του εναγομένου βασίζεται κυρίως στην ύπαρξη της προγενέστερης συμφωνίας παραχώρησης δανείου προς τον ίδιο από την Alpha Bank, την ενεχυρίαση 971.200 μετοχών της ενάγουσας και το μέρισμα του από 2.090.219 μετοχές της ενάγουσας, οι οποίες μετοχές ανήκουν στον ίδιο και στην αποδοχή από την ενάγουσα των συμφωνιών ενεχυρίασης και εκχώρησης εισοδήματος (παραγράφοι 3 και 4 της αρχικής του ένορκης δήλωσης). Αναφέρει επίσης ότι η αξίωση της ενάγουσας προέκυψε από την μη υλοποίηση συμφωνίας πώλησης των μετοχών που ο ίδιος κατέχει στην ενάγουσα η οποία οφειλόταν στην άρνηση της Alpha Bank να δώσει τη συγκατάθεση της για τη μεταβίβαση τους. Αναφέρεται επίσης σε κατακράτηση μερισμάτων από την ενάγουσα και επιδίωξη της με αυτή την αίτηση να νομιμοποιήσει την παράνομη κατακράτηση των μερισμάτων έτσι ώστε αυτά να μην δοθούν ούτε στην Alpha Bank ούτε και στον ίδιο με σκοπό ουσιαστικά να προωθήσει αδικαιολόγητα την πώληση των μετοχών ώστε να μπορέσει η ενάγουσα να τις αποκτήσει σε πολύ χαμηλή τιμή. 25.
- Δεν έχω καταγράψει αυτολεξεί τους ισχυρισμούς του εναγομένου οι οποίοι εμπεριέχονται εντός της αρχικής του ένορκης δήλωσης. Θεωρώ ότι και πάλι σημασία έχουν τα δεδομένα τα οποία αναφέρονται πιο πάνω (παράγραφος 20). Ιδιαίτερα δε το γεγονός ότι η ενάγουσα με την αίτηση της δεν ζητά την έκδοση διατάγματος πώλησης των μετοχών. Επίσης ο οποιοσδήποτε ισχυρισμός περί παράνομης κατακράτησης μερισμάτων από την ενάγουσα δεν αποτελεί θέμα το οποίο θα πρέπει να εξεταστεί ή επιλυθεί εντός του πλαισίου αυτής της απόφασης. Ούτε και βεβαίως θα έχει αναδρομική εφαρμογή το οποιοδήποτε διάταγμα τυχόν εκδοθεί με αυτή την απόφαση. Ενώ εάν ο εναγόμενος ή η Alpha Bank έχουν οποιαδήποτε απαίτηση από την ενάγουσα υπάρχουν οι κατάλληλοι τρόποι και η δικαστική οδός δια μέσω της οποίας να διεκδικήσουν τα οποιαδήποτε κατ΄ ισχυρισμό δικαιώματα τους. Το Δικαστήριο σε αυτή τη διαδικασία περιορίζεται στα όσα προνοεί ο σχετικός Νόμος. Βεβαίως και εξετάζονται τα περιστατικά της υπόθεσης (άρθρο 3
(2)του σχετικού Νόμου) αλλά δεν παρέχεται η δυνατότητα σε αυτό το Δικαστήριο να επιλύσει διαφορές μεταξύ του εναγομένου, της ενάγουσας και του ενδιαφερομένου μέρους οι οποίες προέκυψαν στο παρελθόν (παραδείγματος χάριν η άρνηση της ενάγουσας να πληρώσει μέρισμα προς την Alpha Bank to 2005). 25.
- Θέτοντας το θέμα όσο πιο απλά γίνεται απλώς επειδή η ενάγουσα διεκδικεί την έκδοση ενός επιβαρυντικού διατάγματος και διατάγματος απαγορευτικού ως προς την πληρωμή μερισμάτων συγκεκριμένων μετοχών της ενάγουσας οι οποίες ανήκουν στον εναγόμενο αυτό δεν σημαίνει ότι με αυτό τον τρόπο θα επιλυθούν διαφορές του παρελθόντος μεταξύ της ενάγουσας και είτε του εναγομένου είτε της Alpha Bank των οποίων την επίλυση δεν επεδίωξαν προηγουμένως είτε ο εναγόμενος είτε η Alpha Bank. 25.
- Η ουσία αυτής της αίτησης παραμένει η εξής. Έχει εκδοθεί μία απόφαση υπέρ της ενάγουσας και εις βάρος του εναγομένου στις 10/1/2007 και στις 14/5/2009 καταχωρήθηκε αυτή η αίτηση με σκοπό την εξασφάλιση κάποιων δικαιωμάτων τα οποία ο σχετικός Νόμος παρέχει στην ενάγουσα. Συνεπώς, πραγματικά δεν κρίνεται ως βάσιμος ο πρώτος λόγος ένστασης. 25.
- Αναφορικά με τον δεύτερο λόγο ένστασης, ότι δηλαδή η ενάγουσα κωλύεται να αιτείται την χορήγηση των αξιούμενων διαταγμάτων πραγματικά δεν εντοπίζω οποιοδήποτε λόγο με βάση τον οποίο να απαγορεύεται στην ενάγουσα, σύμφωνα πάντοτε με τον σχετικό Νόμο, από το να αιτείται τα διατάγματα την έκδοση των οποίων ζητά με την αίτηση της. Το κατά πόσο το Δικαστήριο θα ασκήσει τη διακριτική του εξουσία ως προς την έκδοση ή μη των αιτούμενων διαταγμάτων είναι άλλο θέμα. Η ενάγουσα όμως έχει κάθε δικαίωμα να αιτείται την έκδοση αυτών των διαταγμάτων δίχως να εμποδίζεται με οποιοδήποτε τρόπο ακόμη και από το γεγονός ότι οι μετοχές είναι μετοχές της ίδιας της ενάγουσας ως εταιρεία. Δεν τίθεται τέτοια απαγόρευση εντός του σχετικού Νόμου. Σημασία έχει το απλό δεδομένο ότι οι μετοχές αυτές ανήκουν στον εναγόμενο. 25.
- Ως προς τον τρίτο λόγο ένστασης ότι δηλαδή η ενάγουσα δεν ήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια, ότι απέκρυψε ουσιαστικά γεγονότα και ότι η αίτηση της στερείται καλής πίστης οφείλω να επισημάνω τα εξής. Πρώτο, η ενάγουσα πλέον δεν αιτείται την έκδοση προσωρινού διατάγματος μονομερώς έτσι ώστε όλοι αυτοί οι παράγοντες να καθίστανται άμεσα σχετικοί. Ενώ, δεύτερο, ακόμη και εάν η αίτηση καταχωρήθηκε μονομερώς εντούτοις διατάχτηκε η επίδοση της με αποτέλεσμα και πάλι αυτοί οι παράγοντες να καθίστανται μειωμένης σημασίας. Τρίτο, ακόμη και να μπορούσαν να θεωρηθούν ως καθοριστικής σημασίας οι παράγοντες αυτοί μετά και που το Δικαστήριο το οποίο αρχικά επιλήφθηκε της αίτησης έδωσε την ευκαιρία στον εναγόμενο και στο ενδιαφερόμενο μέρος να λάβουν γνώση και να καταχωρήσουν ενστάσεις, πλέον η έκδοση οποιουδήποτε διατάγματος θα γινόταν μόνο αφού πρώτα θα είχε ακουστεί η θέση και των τριών αυτών μερών. Ενώ τέλος διατηρώντας υπόψη τα όσα γεγονότα έχουν πλέον τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου κρίνω ότι ο λόγος αυτός δεν ευσταθεί. Ευθύς εξ αρχής ο ενόρκως δηλών προς υποστήριξη της αίτησης έθεσε υπόψη του Δικαστηρίου τα όσα γεγονότα ο ίδιος γνώριζε ή αναφορικά με τα οποία είχε πληροφορηθεί. Δεν διαπιστώνεται, με βάση αυτά τα γεγονότα, ότι η ενάγουσα δεν ήλθε ενώπιον του Δικαστηρίου με καθαρά χέρια ή ότι απέκρυψε ουσιαστικά γεγονότα ή ότι η αίτηση της στερείται καλής πίστης. 25.
- Αναφορικά με τον τέταρτο λόγο ένστασης ως προς το ότι οι προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων δεν πληρούνται θεωρώ ότι ο λόγος αυτός όπως έχει τεθεί είναι πολύ γενικός και αόριστος έτσι ώστε να εξεταστεί από μόνος του ως λόγος ένστασης. Ενώ ασφαλώς το κατά πόσο ευσταθεί αποτελεί ερώτημα το οποίο θα απαντηθεί από το αποτέλεσμα αυτής της απόφασης. 25.
- Ως προς τη θέση η οποία προβάλλεται με τον πέμπτο λόγο ένστασης ότι η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα προκαλέσει δυσανάλογα τεράστια οικονομική ζημιά στον εναγόμενο δεν έχω πεισθεί με τα όσα σχετικά αναφέρει ο εναγόμενος στις ένορκες δηλώσεις του ότι η θέση αυτή ευσταθεί. Οποιεσδήποτε και να είναι οι υποχρεώσεις τις οποίες έχει αναλάβει ο εναγόμενος έναντι της Alpha Bank και οποιεσδήποτε και να είναι οι εξασφαλίσεις προς ικανοποίηση αυτών των υποχρεώσεων δεν παύει, σύμφωνα με τον σχετικό Νόμο, η ενάγουσα να είναι πιστώτρια του εναγόμενου, ο εναγόμενος να είναι οφειλέτης ενώ εν αντιθέσει η Alpha Bank δεν είναι πιστώτρια του εναγομένου. Υπάρχει δηλαδή προς εκτέλεση μία απόφαση υπέρ της ενάγουσας και εις βάρος του εναγομένου ενώ το ίδιο δεν ισχύει σε σχέση με την οποιαδήποτε οικονομική οφειλή του εναγόμενου προς την Alpha Bank. Συνεπώς, εφόσον η απόφαση αυτή υπάρχει και δεν έχει εξοφληθεί πως είναι δυνατό να θεωρηθεί ότι θα προκληθεί δυσανάλογα τεράστια οικονομική ζημιά στον εναγόμενο από την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Ιδιαίτερα δε διατηρώντας υπόψη και τις νομοθετικά προβλεπόμενες συνέπειες έκδοσης επιβαρυντικού διατάγματος. Αυτό το οποίο ουσιαστικά παραδόξως εισηγείται ο εναγόμενος είναι το εξής. Ότι θα πρέπει το Δικαστήριο να συναινέσει στο να εξακολουθεί να μην συμμορφώνεται με την υποχρέωση του να εξοφλήσει μία δικαστική απόφαση έτσι ώστε να είναι σε θέση να εξοφλήσει άλλες οικονομικές του υποχρεώσεις προς την Alpha Bank σε σχέση με τις οποίες όμως δεν έχει εκδοθεί απόφαση Δικαστηρίου αλλά παράλληλα ούτε και ο ίδιος αποδέχεται την έκδοση μίας τέτοιας απόφασης. Πραγματικά δεν κρίνεται ορθό όπως μία τέτοια παράδοξη θέση γίνει δεκτή από το Δικαστήριο. 25.
- Ως προς τον έκτο λόγο ένστασης του εναγομένου ότι η μη έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων δεν θα προκαλέσει οποιαδήποτε ζημιά στην ενάγουσα δέχομαι τα όσα σχετικά αναφέρει ο ενόρκως δηλών προς υποστήριξη της αίτησης στις υποπαραγράφους (α) και (β) της παραγράφου 9 της αρχικής του ένορκης δήλωσης ως βάσιμα. Απλά προσθέτω ότι σε σχέση με την οικονομική κατάσταση του εναγόμενου το Δικαστήριο δεν μπορεί παρά να λάβει υπόψη του τα εξής απλά δεδομένα τα οποία και αναδεικνύουν με σαφήνεια την προσωπική και περιουσιακή κατάσταση του και συνηγορούν υπέρ της έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων. Ο εναγόμενος έλαβε από την ενάγουσα πριν από πέντε χρόνια περίπου, στις 27/9/2005, ένα ποσό ύψους £200.000,00 δίχως η ενάγουσα να λάβει το συμφωνημένο αντάλλαγμα. Στις 10/1/2007 το Δικαστήριο έλαβε υπόψη αυτά τα δεδομένα και εξέδωσε απόφαση εις βάρος του εναγομένου ο οποίος μέχρι και την καταχώρηση της αίτησης υπό εξέταση όχι μόνο δεν έχει πληρώσει οποιοδήποτε ποσό έναντι της απόφασης αλλά αντιμετωπίζει και αξίωση από το ενδιαφερόμενο μέρος για ποσό πέραν του τριπλάσιου από το ποσό για το οποίο έχει εκδοθεί απόφαση σε αυτή την αγωγή. Ενώ όπως ο ίδιος ο εναγόμενος αναφέρει στην ένορκη του δήλωση σε σχέση με άλλα περιουσιακά στοιχεία είτε του ιδίου είτε μελών της οικογένειας του αυτά αποτελούν εξασφαλίσεις για το επίδικο δάνειο στην αγωγή η οποία καταχωρήθηκε και εναντίον του ιδίου από το ενδιαφερόμενο μέρος. Επομένως, σαφώς αναδεικνύεται η πιθανότητα πρόκλησης ζημιάς στην ενάγουσα από την μη έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. 25.
- Συνεπώς, διατηρώντας υπόψη τα όσα αναφέρονται πιο πάνω, τόσο ο έκτος λόγος ένστασης όσο και οι υπόλοιποι λόγοι ένστασης απορρίπτονται.
- Αναφορικά με τους λόγους ένστασης οι οποίοι προβάλλονται από το ενδιαφερόμενο μέρος διαπιστώνονται τα ακόλουθα. 26.
- Ο πρώτος λόγος ένστασης ως προς το ότι η αίτηση υπό εξέταση είναι «.παράτυπη και/ή αβάσιμη και/ή δεν στηρίζεται σε συγκεκριμένη νομοθετική διάταξη και/ή σε κανόνες του Δικαστηρίου και/ή στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς και/ή στηρίζεται σε λανθασμένη νομοθετική διάταξη και/ή θεσμούς.» κρίνεται εντελώς αβάσιμος. Ακόμη και εάν το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου δεν έχει εφαρμογή στη παρούσα περίπτωση αυτό από μόνο του δεν καθιστά το λόγο αυτό βάσιμο. Διατηρώντας δηλαδή υπόψη και την υπόλοιπη νομική βάση της αίτησης. Προφανώς αυτό το οποίο έχει συμβεί στη περίπτωση υπό εξέταση είναι ότι η ενάγουσα χρησιμοποίησε παρόμοια νομική βάση για αυτή την αίτηση όπως έπραξε για την αίτηση για προσωρινά επιβαρυντικά διατάγματα ημερομηνίας 15/11/
- Αυτή η διαπίστωση από μόνη της όμως δεν καθιστά τον πρώτο λόγο ένστασης βάσιμο. 26.
- Ως προς τον δεύτερο λόγο ένστασης αυτό το οποίο αβίαστα διαπιστώνεται είναι η ομοιότητα του με τον πρώτο λόγο ένστασης. Ενώ η αναφορά σε χρήση της διαδικασίας αυτής «.για παράκαμψη των ειδικών θεσμών και/ή προϋποθέσεων που αφορούν τα όσα.» η ενάγουσα ζητά με την αίτηση δεν έχει στοιχειοθετηθεί με σχετική είτε επιχειρηματολογία είτε μαρτυρία. Ως εκ τούτου και ο δεύτερος λόγος ένστασης κρίνεται αβάσιμος. 26.
- Με τον τρίτο λόγο ένστασης προβάλλεται η θέση ότι η ενάγουσα εμποδίζεται από το να προωθεί την αίτηση υπό εξέταση καθότι «.το Σεβαστό Δικαστήριο ήδη εξέτασε και αποφάσισε επί των επίδικων θεμάτων που εγείρονται στην παρούσα Αίτηση στην Αγωγή υπ΄άρ. 2848/06 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου μεταξύ της Alpha Bank Cyprus Ltd ως Ενάγοντες εναντίον του ως άνω Εναγομένου στην παρούσα Αγωγή, σε Αίτηση η οποία καταχωρήθηκε υπό της Alpha Bank Cyprus Ltd όπου οι παρόντες Αιτητές στην Αγωγή υπ΄άρ. 2848/06 συμμετείχαν ως το Ενδιαφερόμενο Μέρος». Πραγματικά παρόλη την επιχειρηματολογία και μαρτυρία την οποία η Alpha Bank παρουσίασε προς υποστήριξη αυτού του λόγου ένστασης δεν έχω πεισθεί ότι αυτός ευσταθεί. Κατ΄ αρχάς το οποιοδήποτε θέμα εξετάστηκε, έστω και σε παρόμοια αίτηση, εξετάστηκε εντός του πλαισίου άλλης αγωγής και όχι της παρούσης. Ενώ πέραν και από αυτό το δεδομένο το είδος της αίτησης διαφέρει από την αίτηση υπό εξέταση υπό την έννοια ότι στην αγωγή 2848/06 δεν είχε εκδοθεί απόφαση και τα διατάγματα τα οποία ζητούσε η Alpha Bank ήταν προσωρινά. Αξίζει δε να σημειωθεί ότι εντός του σχετικού Νόμου υπάρχει ειδική πρόνοια αναφορικά με προσωρινά διατάγματα (άρθρο 9). Η οποία βεβαίως δεν τυγχάνει εφαρμογής στη περίπτωση υπό εξέταση από αυτό το Δικαστήριο. Η οποία θέτει προϋποθέσεις οι οποίες δεν ισχύουν στη περίπτωση υπό εξέταση από αυτό το Δικαστήριο. Ενώ μία απλή ανάγνωση της απόφασης η οποία εκδόθηκε στην αγωγή 2848/06 στις 18/6/2007 αναδεικνύει με περισσή σαφήνεια ότι οι παράγοντες οι οποίοι λήφθηκαν υπόψη από το Δικαστήριο σε εκείνη την περίπτωση είναι διαφορετικοί από αυτούς τους οποίους καλείται το Δικαστήριο, σύμφωνα με τον σχετικό Νόμο, να λάβει υπόψη του σε αυτή τη περίπτωση. Μάλιστα το μεγαλύτερο μέρος της απόφασης ημερομηνίας 18/6/2007 αναλύει κατά πόσο ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου για την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων. Συνεπώς και αυτός ο λόγος ένστασης κρίνεται αβάσιμος. 26.
- Ως προς τον τέταρτο λόγο ένστασης, ότι δηλαδή η ενάγουσα καλεί το Δικαστήριο με αυτή την αίτηση να μεταχειρισθεί άνισα το ενδιαφερόμενο μέρος με το να αιτείται την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων διερωτώμαι πραγματικά πως καλείται το Δικαστήριο να πράξει κάτι τέτοιο. Κατ΄ αρχάς τίθεται το εξής απλό ερώτημα. Δεν θα πρέπει το Δικαστήριο να λάβει υπόψη ότι η ενάγουσα είναι πιστώτρια του εναγομένου και ο εναγόμενος οφειλέτης της ενάγουσας; Σύμφωνα δηλαδή και με τον σχετικό Νόμο. Ως επίσης και να λάβει υπόψη ότι η συγκεκριμένη σχέση, όπως αυτή καθορίζεται από τον σχετικό Νόμο, δεν υπάρχει στη περίπτωση της Alpha Bank και του εναγομένου; Θεωρώ ότι διαφορετική είναι η σχέση της ενάγουσας με τον εναγόμενο από αυτή της Alpha Bank με τον εναγόμενο. Καθότι έχει εκδοθεί δικαστική απόφαση υπέρ της ενάγουσας και εις βάρος του εναγομένου ενώ στη περίπτωση της Alpha Bank δεν ισχύει κάτι τέτοιο. Επομένως, αυτή η σημαντική σε σχέση με την εφαρμογή του σχετικού Νόμου διαφορά απαιτεί και διαφορετική αντιμετώπιση από το Δικαστήριο της ενάγουσας ως πιστώτριας του εναγομένου από αυτή της Alpha Bank ως απλά ενδιαφερόμενο μέρος σε αυτή τη διαδικασία. Έστω και εάν δεν αποκλείεται με τη καθημερινή χρήση της έννοιας της λέξης πιστωτής η Alpha Bank να θεωρείται ότι είναι όντως πιστώτρια του εναγομένου. Συνεπώς η διαφορετικότητα αυτή προκύπτει από την ορθή εφαρμογή του σχετικού Νόμου και όχι επειδή η ενάγουσα καλεί το Δικαστήριο να μεταχειρισθεί άνισα το ενδιαφερόμενο μέρος. 26.
- Σύμφωνα με τον πέμπτο λόγο ένστασης εισηγείται το ενδιαφερόμενο μέρος ότι η ενάγουσα κωλύεται από το να προωθεί την αίτηση υπό εξέταση καθότι η ίδια η ενάγουσα έχει συγκατατεθεί «.στην εκχώρηση και/ή δέσμευση και/ή μεταβίβαση των εισοδημάτων τα οποία προκύπτουν από τα μερίσματα των επίδικων μετοχών προς όφελος του Ενδιαφερόμενου Μέρους». Επισυνάπτει δε και σχετικά τεκμήρια στην ένσταση της η Alpha Bank. Βεβαίως αυτό το οποίο αγνοεί παντελώς ο συγκεκριμένος λόγος ένστασης είναι οι συνθήκες υπό τις οποίες η ενάγουσα όντως υπέγραψε οτιδήποτε σε σχέση με την οποιαδήποτε συμφωνία στην οποία κατέστη μέρος ο εναγόμενος ως εξασφάλιση για τη συμφωνία δανείου μεταξύ του ιδίου και της Alpha Bank. Κατ΄ αρχάς αξίζει να σημειωθεί το περιεχόμενο του οποιουδήποτε σχετικού εγγράφου υπέγραψε η ενάγουσα. Σε σχέση με τις μετοχές τις οποίες αφορά η αίτηση (δηλαδή, 1.119.019 μετοχές) όπως φαίνεται και στην επισυνημμένη «Συμφωνία Εκχώρησης Εισοδημάτων και Χρεών» αυτή συνοδεύεται από ένα έντυπο το οποίο ουσιαστικά αντιπροσωπεύει δύο επιστολές. Η πρώτη προς την ενάγουσα από την Alpha Bank με την οποία γνωστοποιείται σχετικά η εκχώρηση προς όφελος της των εισοδημάτων από μερίσματα που προκύπτουν ή θα προκύψουν από την ενάγουσα προς τον εναγόμενο και η δεύτερη είναι αναγνώριση λήψης της επιστολής από την Alpha Bank. Θεωρώ ότι από προσεχτική ανάγνωση αυτών των δύο επιστολών η ενάγουσα δεν αναλαμβάνει οποιαδήποτε συμβατική υποχρέωση έναντι της Alpha Bank. Αυτό το οποίο αναλαμβάνει να πράξει είναι αντί να πληρώνει τον εναγόμενο οποιαδήποτε εισοδήματα από μερίσματα των μετοχών θα πληρώνει την Alpha Bank ως πληρεξούσιο αντιπρόσωπο του εναγομένου. Δηλαδή, δεν είναι δυνατό να ερμηνευτεί η οποιαδήποτε ανάληψη συμβατικής υποχρέωσης από τον εναγόμενο έναντι της Alpha Bank ως παράλληλη ανάληψη παρόμοιας υποχρέωσης από την ενάγουσα. Απλά η ενάγουσα ανέλαβε αντί να πληρώνει τον εναγόμενο να πληρώνει στη θέση του την Alpha Bank. Σαφώς αυτό δεν σημαίνει ότι όταν περίπου 3 χρόνια αργότερα είχε εκδοθεί απόφαση υπέρ της ενάγουσας εις βάρος του εναγομένου τότε η ενάγουσα δεν θα διεκδικούσε μελλοντικά, όπως και έπραξε περίπου 2 ½ χρόνια αργότερα, την εκτέλεση αυτής της απόφασης ακόμη και με αίτηση έκδοσης επιβαρυντικού διατάγματος των συγκεκριμένων μετοχών ως επίσης και απαγορευτικού διατάγματος σε σχέση με τη πληρωμή οποιουδήποτε μερίσματος από τις συγκεκριμένες μετοχές. Ασφαλώς η απαγόρευση πληρωμής μερισμάτων στον εναγόμενο έμμεσα επηρεάζει τα δικαιώματα της Alpha Bank ως προς τον συγκεκριμένο τρόπο εξασφάλισης της συμφωνίας δανείου προς τον εναγόμενο. Όμως δεν παύει η ενάγουσα να έχει δικαίωμα να ζητήσει αυτή την απαγόρευση εναντίον του εναγομένου. Ούτε και θεωρώ ότι εμποδίζεται να το πράξει αυτό διότι ανέλαβε όπως αντί να πληρώνει τον εναγόμενο να πληρώνει στη θέση του την Alpha Bank ως πληρεξούσιο αντιπρόσωπο του εναγομένου. Πραγματικά, θεωρώ ότι δεν είναι δυνατό λογικά να κριθεί ως ορθή η οποιαδήποτε ερμηνεία του σχετικού Νόμου με βάση την οποία ένας πιστωτής, σύμφωνα με τον ορισμό ο οποίος δίδεται στο Νόμο, να καταλήγει σε μειονεκτικότερη θέση από ένα πιστωτή (με τη γενική έννοια της λέξης) ο οποίος δεν έχει ακόμη εξασφαλίσει απόφαση εναντίον του εναγομένου. Δηλαδή - εφαρμόζοντας αυτή τη λανθασμένη προσέγγιση στη συγκεκριμένη περίπτωση - η Alpha Bank να έχει περισσότερα δικαιώματα στην είσπραξη της κατ΄ ισχυρισμό οφειλής του εναγομένου προς αυτή (κατ΄ ισχυρισμό υπό την έννοια ότι δεν έχει εκδοθεί απόφαση υπέρ της και εις βάρος του εναγομένου) από τα δικαιώματα εκτέλεσης της απόφασης την οποία η ενάγουσα ήδη έχει εξασφαλίσει εναντίον του εναγομένου. 26.
- Προωθεί με τον έκτο λόγο ένστασης το ενδιαφερόμενο μέρος την ύπαρξη κατάχρησης της διαδικασίας. Ως επίσης τη θέση ότι η αίτηση υπό εξέταση είναι «.καταπιεστική, ενοχλητική και έγινε για αλλότριους σκοπούς». Θεωρώ ότι δικαιωματικά η ενάγουσα έχει καταχωρήσει αυτή την αίτηση ενώ δεν εντοπίζεται οποιοδήποτε στοιχείο κατάχρησης στην καταχώρηση και προώθηση της. Ούτε και έχω πεισθεί ότι αυτή είναι «.καταπιεστική, ενοχλητική και έγινε για αλλότριους σκοπούς». Γενικά η καταγραφή του οποιουδήποτε λόγου ένστασης από τον οποιοδήποτε διάδικο ή ενδιαφερόμενο μέρος θα πρέπει να γίνεται διατηρώντας υπόψη ότι ενυπάρχει η δυνατότητα προώθησης του με σχετική μαρτυρία και επιχειρηματολογία και όχι χάριν της προσθήκης ενός επιπρόσθετου λόγου ένστασης όπως και στη παρούσα περίπτωση. Η δε επιχειρηματολογία προς προώθηση του συγκεκριμένου λόγου ένστασης, με εισήγηση ότι η ενάγουσα παρεμποδίζει την αξίωση του ενδιαφερόμενου μέρους, παραγνωρίζει πλήρως το δεδομένο ότι η ενάγουσα σε αντίθεση με το ενδιαφερόμενο μέρος ήδη έχει εξασφαλίσει δικαστική απόφαση εναντίον του εναγομένου. Η δε εισήγηση ότι η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα ήταν άδικη και καταπιεστική καθότι το ενδιαφερόμενο μέρος θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά διότι αυτό θα καταστήσει αδύνατη την εκτέλεση της ενδεχόμενης απόφασης η οποία δύναται να εκδοθεί υπέρ του ενδιαφερόμενου μέρους επίσης αγνοεί αυτό το απλό δεδομένο. 26.
- Εισηγείται με τον έβδομο λόγο ένστασης η Alpha Bank ότι η ενάγουσα δεν προσδιορίζει και καταδεικνύει καθόλου λόγους ή επαρκείς λόγους για έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων προσθέτοντας επίσης ότι η ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης δεν περιέχει τα απαραίτητα στοιχεία ή τα γεγονότα τα οποία αναφέρονται εντός αυτής είναι ανεπαρκή, γενικά, αόριστα και μη ικανοποιητικά για να μπορούν να δικαιολογήσουν την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Δεν θα συμφωνήσω με αυτή τη θέση. Η ενάγουσα δεν έχει υποχρέωση να παρουσιάσει οποιαδήποτε πολύπλοκα στοιχεία προς δικαιολόγηση του αιτήματος της. Η αναφορά από τον ενόρκως δηλούντα τόσο στα γεγονότα της αγωγής στην οποία εκδόθηκε η σχετική απόφαση όσο και στην προσωπική και περιουσιακή κατάσταση του εναγομένου κρίνονται αρκετά έτσι ώστε να δικαιολογείται η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Αναφέρεται μάλιστα ο ενόρκως δηλών στην αρχική του ένορκη δήλωση στην ανυπαρξία κινητής περιουσίας (θεωρώ ότι αυτή η ανυπαρξία βεβαίως θα πρέπει να συσχετιστεί με το ύψος της απόφασης προς εκτέλεση) ως επίσης και στην ύπαρξη επιβάρυνσης υπό μορφή υποθήκης, προς όφελος του ενδιαφερόμενου μέρους, σε ακίνητη ιδιοκτησία του εναγομένου. 26.
- Ένα επιπρόσθετο σημείο στο οποίο οφείλω να αναφερθώ υπενθυμίζοντας ουσιαστικά την όλη προσέγγιση του Δικαστηρίου επί του θέματος υπό εξέταση είναι το εξής. Υπάρχει αναφορά στην επιχειρηματολογία προς υποστήριξη της ένστασης του ενδιαφερομένου μέρους στη δυνατότητα η οποία προβλέπεται με το άρθρο 3 του σχετικού Νόμου κατά την έκδοση διατάγματος να επιβληθούν όροι σχετικά με την πληροφόρηση του οφειλέτη και άλλου ενδιαφερόμενου ή επηρεαζόμενου προσώπου ή σχετικά με οποιοδήποτε άλλο ζήτημα, οι οποίοι κατά την κρίση του είναι αναγκαίοι και υπό τις περιστάσεις δίκαιοι. Θεωρώ ότι η επιβολή αυτών των όρων προκύπτει από έκδοση επιβαρυντικού διατάγματος μετά από αποδοχή μονομερούς αίτησης, όπως προβλέπει ο σχετικός Νόμος, και όχι, όπως και στη παρούσα περίπτωση, μετά από επίδοση αίτησης η οποία υποβλήθηκε μονομερώς, χωρίς αυτό βεβαίως να αποκλείεται εφόσον πρώτα διαταχτεί επίδοση. Απλά τονίζω ότι ο σκοπός του Νομοθέτη αναφορικά με αυτή τη πρόνοια είναι εμφανής. Προς αποφυγή επανάληψης των όσων έχουν λεχθεί πιο πάνω επί του προκειμένου παραπέμπω σχετικά στη παράγραφο 16 αυτής της απόφασης. Θεωρώ μάλιστα ότι τα όσα αναφέρονται σχετικά στην Ψάλτης ν. Χ''Λόη
(2001)1Β Α. Α. Δ. 1454, ιδιαίτερα δε σε σχέση με την ορθότητα ως προς την υποβολή μονομερής αίτησης και ουσιαστικά την έκδοση προκαταρκτικού και υπό αίρεση διατάγματος, υποστηρίζουν την ορθότητα της όλης θέσης του Δικαστηρίου ως προς το συγκεκριμένο θέμα. 26.9. Αναφορικά με τον όγδοο λόγο ένστασης πραγματικά διερωτώμαι πως είναι δυνατό να γίνει δεκτή ως ορθή από το Δικαστήριο η θέση ότι υπάρχει αντιφατικότητα όχι απλά στον αναφερόμενο ισχυρισμό του ενόρκως δηλούντος προς υποστήριξη της αίτησης αλλά σε οποιοδήποτε από τους ισχυρισμούς τους οποίους αυτός προβάλει στην αρχική του ένορκη δήλωση. Αρκεί να υπενθυμίσω τα όσα αναφέρονται πιο πάνω σε σχέση με την ύπαρξη υποθήκης προς όφελος του ενδιαφερόμενου μέρους σε σχέση με την ακίνητη ιδιοκτησία στην οποία ο ενόρκως δηλών αναφέρεται. Ο αριθμός της οποίας υποδηλώνει σαφώς ότι προηγείται της εγγραφής της απόφασης της οποίας επιδιώκεται η εκτέλεση με αυτή την απόφαση. Αυτός είναι και ο λόγος ο οποίος προβάλλεται σε σχέση με την αδυναμία εκτέλεσης της απόφασης και όχι η ανυπαρξία τέτοιας ακίνητης ιδιοκτησίας. Επίσης δεν έχω πεισθεί ότι η ενάγουσα έχει υποχρέωση να αποδείξει ότι θα καταστεί ανικανοποίητη η απόφαση εάν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα. Σύμφωνα και με σχετική νομολογία η υποχρέωση της ενάγουσας επεκτείνεται απλά στην παρουσίαση μαρτυρίας σε σχέση με τη γενικότερη εικόνα μόνο της περιουσιακής κατάστασης του εναγομένου δίχως να «.αναμένεται η ανάληψη ανιχνευτικού έργου από τον εξ αποφάσεως πιστωτή σε σχέση με την προσωπική και περιουσιακή κατάσταση του οφειλέτη για να παρουσιάσει ο πρώτος στοιχεία τα οποία βασικά ενδιαφέρουν τον δεύτερο και τα οποία μπορεί ο ίδιος να παρουσιάσει εάν επιθυμεί» (βλ. σχετικά τη σελίδα 1468 της Ελένη Λ. Ιωάννου (Σιαρματτά) ν. Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος Α. Ε.
(2000)1Γ Α. Α. Δ. 1463). Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι η αυθεντία αυτή δεν ερμηνεύεται ορθά εντός της επιχειρηματολογίας προς υποστήριξη της ένστασης του ενδιαφερόμενου μέρους προφανώς καθότι δεν έγινε ορθά αντιληπτή και όχι ασφαλώς με σκοπό να παραπλανηθεί το Δικαστήριο επί του προκειμένου. 26.
- Αναφορικά δε με τον ένατο λόγο ένστασης ως προς το ότι οι ισχυρισμοί του ενόρκως δηλούντος στην αρχική ένορκη δήλωση του αναφορικά με το γεγονός ότι η Alpha Bank είναι εξασφαλισμένος πιστωτής είναι γενικοί, αόριστοι, ατεκμηρίωτοι και ότι αυτοί παραμένουν μετέωροι παρατηρώ τα εξής. Το ίδιο το ενδιαφερόμενο μέρος έχει επισυνάψει στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης ως τεκμήριο Δ την έκθεση απαίτησης στην αγωγή 2848/06 στην οποία υπάρχει αναφορά στην υποθήκη Υ1496/00 στην οποία αναφέρεται ο ενόρκως δηλών προς υποστήριξη της αίτησης (παράγραφος 4 της αρχικής ένορκης δήλωσης) ως επίσης και σε άλλες εξασφαλίσεις τις οποίες η Alpha Bank σύμφωνα με ισχυρισμούς δικούς της κατέχει ως πιστωτής του εναγομένου. Συνεπώς, είναι άξιον απορίας προς τι προβάλλεται ο συγκεκριμένος λόγος ένστασης. Το Δικαστήριο ασφαλώς δεν περιορίζεται στη μαρτυρία προς υποστήριξη της αίτησης κατά την εξέταση της αλλά λαμβάνει υπόψη του στο σύνολο τους τα όσα στοιχεία σχετικά παρουσίασαν τόσο η ενάγουσα όσο και ο εναγόμενος αλλά και το ενδιαφερόμενο μέρος. 26.
- Θεωρώ ότι η εξέταση του δέκατου λόγου ένστασης υπερκαλύπτεται από τα όσα αναφέρονται πιο πάνω (βλ. σχετικά την υποπαράγραφο 26.9 ) δίχως να κρίνεται αναγκαία η εκ του περισσού επανάληψη τους. Ούτε και αυτός ο λόγος κρίνεται βάσιμος. Ενώ αναδεικνύεται, από τα όσα αναφέρονται υπό μορφή επιχειρηματολογίας προς υποστήριξη αυτού του λόγου ένστασης, η λανθασμένη αντίληψη της σημασίας της Ελένη Λ. Ιωάννου (Σιαρματτά) ν. Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος Α. Ε. (βλ. πιο πάνω). Πραγματικά δεν είναι δυνατό να γίνει δεκτή η θέση ότι είχε υποχρέωση να παρουσιάσει το αποδεικτικό υλικό το οποίο εισηγείται το ενδιαφερόμενο μέρος όπως, παραδείγματος χάριν, εκτίμηση της αξίας του ακινήτου με αριθμό εγγραφής
- 26.
- Ως προς τον ενδέκατο λόγο ένστασης διερωτώμαι πραγματικά εάν το ενδιαφερόμενο μέρος εθελοτυφλεί αγνοώντας το γεγονός ότι η αίτηση υπό εξέταση σκοπό έχει την εκτέλεση απόφασης και όχι την εξασφάλιση οποιουδήποτε προσωρινού διατάγματος μέχρι και την έκδοση μίας τέτοιας απόφασης. Πραγματικά θεωρώ ότι ο λόγος αυτός, ότι δηλαδή δεν «.υπάρχουν και δεν συντρέχουν οι απαραίτητες προϋποθέσεις και/ή δεν αποκαλύφθησαν εξαιρετικοί λόγοι και/ή εξαιρετικές περιστάσεις . σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας για να δικαιολογήσουν και/ή να καταστήσουν αναγκαία την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων.» είναι εντελώς αβάσιμος και επιπλέον εντελώς εκτός του πλαισίου εντός του οποίου εξετάζεται το αίτημα της ενάγουσας. Αναδεικνύεται η έλλειψη βασιμότητας αυτού του λόγου ένστασης από την αναφορά στην επιχειρηματολογία στο άρθρο 9 του σχετικού Νόμου. Το οποίο ασφαλώς αναφέρεται σε έκδοση προσωρινού επιβαρυντικού διατάγματος σε περίπτωση όπου εκκρεμεί αγωγή για χρέος ή για αποζημιώσεις. Η ίδια έλλειψη βασιμότητας αναδεικνύεται και από την αναφορά στην επιχειρηματολογία σε αποτυχία της ενάγουσας να αποδείξει ότι έχει βάσιμη αξίωση εναντίον του εναγομένου. Αγνοείται εμφανώς και πάλι το δεδομένο της ύπαρξης δικαστικής απόφασης υπέρ της ενάγουσας και εις βάρος του εναγομένου από τις 10/1/
- 26.
- Σύμφωνα με το δωδέκατο λόγο ένστασης εισηγείται το ενδιαφερόμενο μέρος ότι ο ενόρκως δηλών στην αρχική του ένορκη δήλωση «.δεν αποκαλύπτει τις πηγές των πληροφοριών του αναφορικά με τα γεγονότα τα οποία αναφέρει σε αυτή». Βεβαίως ο ίδιος ο ενόρκως δηλών ισχυρίζεται (παράγραφος 1) ότι όταν αναφέρεται σε θέματα ή γεγονότα τα οποία δεν γνωρίζει προσωπικά αναφέρει την πηγή των πληροφοριών του. Η πραγματικότητα βεβαίως είναι ότι εάν ελεγχθεί προσεχτικά στο σύνολο της η συγκεκριμένη ένορκη δήλωση αυτό δεν ισχύει σε κάθε περίπτωση όπου υπάρχει αναφορά σε γεγονότα τα οποία ο ενόρκως δηλών δεν γνωρίζει προσωπικά. Παραδείγματος χάριν, η αναφορά στην ύπαρξη υποθήκης προς όφελος της Alpha Bank. Εγείρει θέματα αυτός ο λόγος ένστασης όπως κατά πόσο θα μπορούσε να θεωρηθεί η αίτηση ενδιάμεση έτσι ώστε να ισχύει και η Δ.39 θ. 2 (βλ. σχετικά την Ψάλτης ν. Χ''Λόη, πιο πάνω). Εντούτοις θεωρώ ότι το όλο θέμα μόνο ακαδημαϊκή σημασία θα μπορούσε να είχε. Εάν δηλαδή αυτό τύγχανε επιπρόσθετης ανάλυσης. Θα μπορούσε κάλλιστα το Δικαστήριο να αναφερθεί και σε πρόσφατη νομολογία (βλ. σχετικά την απόφαση των Πολιτικών Εφέσεων 382 - 384/2009, ημερομηνίας 16/6/2010 Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. ν. Χαραλάμπους κ. ά.). Όπου υπάρχει και αναφορά σε μείωση της προϋπόθεσης της Δ.39 θ. 2 μετά που η εξ ακοής μαρτυρία κατέστη γενικά αποδεκτή δια νόμου. Εντούτοις πραγματικά στο βαθμό στον οποίο ευσταθεί από πραγματικής άποψης αυτός ο λόγος ένστασης, εντός του πλαισίου των γεγονότων βάσει των οποίων εξετάζεται η αίτηση, κρίνω ότι αυτός δεν αποτελεί λόγο βάσει του οποίου το αίτημα της ενάγουσας να μην γίνει δεκτό. 26.
- Αναφορικά με τον δέκατο τρίτο λόγο ένστασης θεωρώ ότι αυτός είναι πολύ γενικός και αόριστος έτσι ώστε να τύχει εξέτασης σε απομόνωση από όλους τους υπόλοιπους λόγους ένστασης. Στο βαθμό στον οποίο όμως θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί ως ξεχωριστός αλλά και σαφής λόγος ένστασης, διατηρώντας υπόψη τα όσα αναφέρονται εντός αυτής της απόφασης στο σύνολο της, δεν έχω πεισθεί ότι αυτός ευσταθεί. Ότι δηλαδή δεν «.συντρέχουν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις που θέτει ο σχετικός Νόμος και η Νομολογία οι οποίες θα πρέπει να συνυπάρχουν και να πληρούνται προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου για να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα». 26.
- Ο δέκατος πέμπτος λόγος ένστασης προσομοιάζει με τον τέταρτο και έκτο λόγο ένστασης και δεν χρήζει ξεχωριστής εξέτασης έτσι ώστε και αυτός με τη δική του σειρά να κριθεί αβάσιμος. Το ίδιο κρίνω ισχύει σε σχέση και με τον δέκατο έκτο λόγο ένστασης. Με την εξέταση της αίτησης δίδεται ιδιαίτερη σημασία από το Δικαστήριο σε αυτό το στάδιο στην ορθή εφαρμογή του σχετικού Νόμου. Όση δυσχέρεια και να προκληθεί από την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων στο ενδιαφερόμενο μέρος λαμβάνεται υπόψη ασφαλώς και η θέση της ενάγουσας και η προσπάθεια η οποία καταβάλλεται για την εκτέλεση της σχετικής δικαστικής απόφασης. Υπό τις περιστάσεις απορρίπτεται ως αβάσιμη η θέση ότι η έγκριση της αίτησης με την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα προκαλέσει «.υπέρμετρη αδικία, ανεπανόρθωτη ζημιά και δυσμένεια.» ως επίσης ότι αυτά θα είναι «.καταπιεστικά.» για το ενδιαφερόμενο μέρος. Εν τέλει και παρά και τη προβολή τόσο αυτών όσο και των υπολοίπων λόγων ένστασης οι οποίοι απορρίπτονται στο σύνολο τους πραγματικά η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων κρίνεται εύλογη υπό τις περιστάσεις καθώς αυτή σαφώς αποσκοπεί στην ορθή και δίκαιη απονομή της δικαιοσύνης δίχως παράλληλα να προκαλείται οποιαδήποτε υπέρμετρη αδικία στο ενδιαφερόμενο μέρος.
- Διατηρώντας υπόψη τα όσα αναφέρονται πιο πάνω η αίτηση κρίνεται δικαιολογημένη και εγκρίνεται με την έκδοση διαταγμάτων ως η αίτηση παράγραφοι Α και Β.
- Ως προς τα όσα προνοούνται σχετικά από το εδάφιο
(3)του άρθρου 3 του σχετικού Νόμου λαμβάνοντας υπόψη τα όσα στοιχεία έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου κατά την εκδίκαση της αίτησης κρίνω ότι δεν απαιτείται η άσκηση της διακριτικής εξουσίας η οποία παρέχεται στο Δικαστήριο σε σχέση με την επιβολή οποιωνδήποτε όρων και οι οποίοι να κρίνονται αναγκαίοι και υπό τις περιστάσεις δίκαιοι. 29. Ως προς το θέμα των εξόδων διατηρώντας υπόψη το αποτέλεσμα εκδίκασης της αίτησης τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται κατά το ήμισυ εις βάρος τόσο του εναγομένου όσο και του ενδιαφερόμενου μέρους και υπέρ της ενάγουσας όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Μ. Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο