Γεώργιος Χριστοδούλου ν. Σχολική Εφορία κ.α., Αρ. Αγωγής :- 1924/2006, 17η Οκτωβρίου 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2010:A47 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον :- Μ. Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Αρ. Αγωγής :- 4071924/20086 Μεταξύ :- 1.Γεώργιος ΧριστοδούλουΓρηγόρης Δημητρίου Γρηγορίου 2.Ανδρέας Δημητρίου Γρηγορίου Ενάγοντεας Και
- Φωστήρα Σπύρου άλλως Φωστήρα Γεωργίου ΧαραλάμπουςΣχολική Εφορία
- Υπουργείου Παιδείας μέσω του Γενικού Εισαγγελέα Εναγόμενηοι Ημερομηνία :- Πέμπτη Πέμπτη 2117η Οκτωβρίου Μαρτίου 20110 Αίτηση Τροποποίησης ημερομηνίας 12/10/2010 Για τους Ενάγοντες - Αιτητέςτον Ενάγοντα :- κος. Ανδρέας ΖύμπηλοςΝ. Νικολάου για Λ. Γεωργίου Ενάγων παρών (Για ν΄ ακούσει απόφαση :- Αυτοπροσώπως / ............. ) Για την Εναγόμενη - Καθ΄ ης η Αίτηση 1 :- κα. Αρίστη Κορακίδουκος. Ι. Παπαζαχαρία (Για ν΄ ακούσει απόφαση :- Αυτοπροσώπως / .κ. Ν. Φακοντή............ ) Για τον Εναγόμενο 2 :- κα. Ε. Κοκκίνου (Για ν΄ ακούσει απόφαση :- Αυτοπροσώπως / .κ. Στ. Ερωτοκρίτου.... ) Ενδιάμεση Τελική Απόφαση ΕΙΣΑΓΩΓΗ
- Μετά από την ολοκλήρωση της υπόθεσης των εναγόντων στις 10/9/10 άρχισε να καταθέτει ως μάρτυρας υπεράσπισης η ίδια η εναγόμενη υιοθετώντας σχετική γραπτή δήλωση. Υιοθέτηση η οποία ουσιαστικά αποτελούσε ολόκληρη τη κύρια εξέταση της ως μάρτυρας. Λόγω έλλειψης χρόνου η αντεξέταση της προγραμματίστηκε για τις 30/9/10 και συνεχίστηκε στις 4/10/10 ενώ ακολούθως ορίστηκε για συνέχιση στις 18/10/10.Διεκδικεί με την αγωγή του ο ενάγων γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για σωματικές βλάβες και άλλες συναφείς ζημιές τις οποίες υπέστη σε εργατικό ατύχημα το οποίο κατ΄ ισχυρισμό συνέβη στις 13/6/
- Στο μεσοδιάστημα στις 12/10/10 οι ενάγοντες καταχώρησαν αίτηση τροποποίησης η οποία ορίστηκε γι΄ ακρόαση την ίδια ημερομηνία κατά την οποία ήταν ορισμένη για συνέχιση της ακρόασης η αγωγή. Μετά από έγκριση αιτήματος αναβολής της ακρόασης το Δικαστήριο είχε την δυνατότητα εκδίκασης της αίτησης αυθημερόν καθότι η ευπαίδευτη συνήγορος της εναγομένης είχε ήδη καταχωρήσει ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης στην αίτηση τροποποίησης και αμφότεροι οι δικηγόροι δήλωσαν ετοιμότητα να αγορεύσουν υπέρ των θέσεων τους.Οι θέσεις των διαδίκων καταγράφονται στα δικόγραφα τα οποία έχουν καταχωρήσει και το περιεχόμενο των οποίων ασφαλώς λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο κατά την έκδοση αυτής της απόφασης. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ
- Προς υποστήριξη της αξίωσης του κατέθεσε τόσο ο ίδιος ο ενάγων ως Μ. Ε. 2 όσο και η Πόπη Αηφωτίτη ως Μ. Ε. 1 και ο γιατρός Γεώργιος Αντωνιάδης ως Μ. Ε. 3 ενώ προς υποστήριξη της υπεράσπισης κατέθεσαν ως Μ. Υ. 1 της εναγομένης 1 ο Νίκος Ταλιώτης και ως Μ. Υ. 2, επίσης της εναγομένης 1, η Ευαγγελία Χριστοδούλου ενώ ο εναγόμενος 2 επέλεξε όπως μην παρουσιάσει οποιαδήποτε μαρτυρία προς υποστήριξη της υπεράσπισης του. Αξίζει να σημειωθεί απλά ότι η Μ. Υ. 2 της εναγομένης 1 κλητεύθηκε από τον ενάγοντα βάσει του άρθρου 26 του περί Απόδειξης Νόμου για σκοπούς αντεξέτασης της. Όπως προνοείται σχετικά από το εδάφιο
(2)του άρθρου αυτού όταν μάρτυρας κλητεύεται δυνάμει του συγκεκριμένου άρθρου, λογίζεται ως εάν είχε κλητευθεί από το διάδικο, ο οποίος έχει προσαγάγει την αρχική δήλωση με εξ ακοής μαρτυρία. Δηλαδή, στη συγκεκριμένη περίπτωση η εναγόμενη 1[.1] . Ασφαλώς το Δικαστήριο διατηρεί υπόψη του, κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας, τα όσα προνοούνται σχετικά από το εδάφιο
(3)του άρθρου 26 του προαναφερομένου Νόμου.
- Δεν κρίνω σκόπιμο όπως παραθέσω έστω και σε περιληπτική μορφή τη μαρτυρία η οποία παρουσιάστηκε κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας. Θεωρώ ότι επαρκής, αν και αποσπασματική, αναφορά υπάρχει σε αυτή τη μαρτυρία στο μέρος αυτής της απόφασης το οποίο αναφέρεται στην αξιολόγηση της μαρτυρίας. Αναφορικά δε με την επιχειρηματολογία η οποία προωθήθηκε προς υποστήριξη των θέσεων των διαδίκων κρίνω ότι ούτε αυτή χρήζει επανάληψης στο σύνολο της. Τονίζω παράλληλα όμως ότι αυτή ασφαλώς λαμβάνεται υπόψη τόσο κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας όσο και κατά την εξέταση των αντίστοιχων θέσεων των διαδίκων. ΑΤΟΜΙΚΗ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΩΝ ΜΑΡΤΥΡΩΝ
- Επιγραμματικά και προτού προχωρήσω σε αξιολόγηση της εκδοχής γενικότερα του ενάγοντα καθότι αυτή είναι και η εκδοχή η οποία υπόκειται σε αξιολόγηση προς απόδειξη ακόμη και της ίδιας της βάσης της αξίωσης υπό την έννοια της ύπαρξης καν αγώγιμου δικαιώματος (εφόσον δηλαδή οι εναγόμενοι προβάλλουν άγνοια αναφορικά με το κατ΄ ισχυρισμό εργατικό ατύχημα) παρατηρώ τα εξής σε σχέση με την αξιολόγηση των μαρτύρων οι οποίοι κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Υπό την έννοια δηλαδή της εντύπωσης την οποία ο κάθε μάρτυρας προκάλεσε στο Δικαστήριο τόσο αναφορικά με το περιεχόμενο της κατάθεσης του όσο και τον τρόπο με τον οποίο κατέθετε.
- Τονίζω ότι η ατομική αυτή αξιολόγηση αποτελεί απλά ένα μέρος της συνολικής αξιολόγησης της μαρτυρίας από το Δικαστήριο το οποίο στη συνέχεια προχωρά σε έλεγχο ως προς το κατά πόσο ο ενάγων έχει πετύχει να αποδείξει την αξίωση του με αξιόπιστη μαρτυρία σύμφωνα και με την γενικότερη αξιολόγηση στην οποία υποβάλλεται στο σύνολο της η μαρτυρία η οποία παρουσιάστηκε κατά την ακροαματική διαδικασία. Ως επίσης κατά πόσο οι εναγόμενοι έχουν υποστηρίξει επαρκώς την υπεράσπιση τους είτε με αποτελεσματική αντεξέταση των μαρτύρων του ενάγοντα είτε με παρουσίαση σχετικής μαρτυρίας. Ουσιαστικά με τη συνολική αξιολόγηση της μαρτυρίας εξετάζεται η βασιμότητα της εκδοχής του κάθε διαδίκου ως επίσης και ο βαθμός στον οποίο αυτή έχει υποστηριχθεί από σχετική μαρτυρία ή ενισχυθεί από αποτελεσματική αντεξέταση των μαρτύρων του αντιδίκου στη κάθε περίπτωση.
- Επίσης σε σχέση με τη παράλληλα γενικότερη αξιολόγηση της μαρτυρίας κατά τη προαναφερθείσα ατομική αξιολόγηση το Δικαστήριο παραθέτει και ορισμένες γενικότερες επισημάνσεις ως προς τη σημασία της μαρτυρίας του κάθε μάρτυρα.
- Παραθέτω πιο κάτω τις διαπιστώσεις του Δικαστηρίου αναφορικά με την ατομική αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα.
- Αναφορικά με την αξιολόγηση της αξιοπιστίας της Μ. Ε. 1, Πόπης Αηφωτίτη, διατηρώντας υπόψη τόσο το σταθερό και επαρκή τρόπο με τον οποίο απαντούσε ερωτήσεις σε σχέση με την ιδιότητα της (ως Ασφαλιστικός Λειτουργός στο Γραφείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων Πάφου) όσο και το ίδιο το περιεχόμενο των απαντήσεων της δεν έχω οποιαδήποτε αμφιβολία αναφορικά με την αξιοπιστία της ως μία ανεξάρτητη μάρτυρας της αλήθειας η οποία κατέθεσε με αμεροληψία και ειλικρίνεια με αποκλειστικό σκοπό να βοηθήσει το Δικαστήριο στο έργο του. Χαρακτηριστική είναι και η λογικότητα των απαντήσεων της ιδιαίτερα δε κατά την επανεξέταση της. Ως επίσης και η εμφανής προσπάθεια της να περιορίσει το περιεχόμενο των απαντήσεων της εντός του πεδίου της δικής της γνώσης. Ούτε βεβαίως και διαπιστώνεται να αμφισβητήθηκε με οποιοδήποτε τρόπο κατά την αντεξέταση της είτε η αξιοπιστία είτε η βασιμότητα της μαρτυρίας η οποία προέκυψε από την προφορική κατάθεση της.
- Αξιοσημείωτα σημεία τα οποία προκύπτουν από τη μαρτυρία αυτής της μάρτυρος είναι τα ακόλουθα. 10.
- Όταν ερωτήθηκε ως προς το ποιος παρουσιάζεται ως εργοδότης του ενάγοντα σύμφωνα με τις καταστάσεις των ασφαλιστέων αποδοχών του, απάντησε ότι εργοδότης του για τα έτη 2004 έως και τον όγδοο μήνα του 2009 ήταν η εναγόμενη
- 10.
- Κατά την επίδικη περίοδο ο ενάγων δεν αποτάθηκε για επίδομα σωματικής βλάβης αλλά για επίδομα ασθενείας. 10.
- Κατά την επανεξέταση της η μάρτυρας αυτή ερωτήθηκε εάν οι εργοδοτούμενοι γνωρίζουν τη διαφορά μεταξύ επιδόματος ασθενείας ή επιδόματος σωματικής βλάβης. Ήταν ιδιαίτερα προσεχτική απαντώντας διευκρινίζοντας ότι η ίδια δεν μπορεί να προσδιορίσει με ακρίβεια ποιοι γνωρίζουν και ποιοι δεν γνωρίζουν. Όμως αυτό το οποίο μπορούσε να πει με βεβαιότητα (όπως χαρακτηριστικά ανέφερε) είναι ότι όταν παρουσιαστεί αιτητής στην υπηρεσία της με ιατρικό πιστοποιητικό και ζητήσει να υποβάλλει αίτηση ο ίδιος, προφανώς να μην αναφερθεί στο είδος της αίτησης που θα πρέπει να συμπληρωθεί αλλά πάντοτε ο αρμόδιος λειτουργός φροντίζει να διευκρινίσει με ερωτήσεις που υποβάλει προς τον αιτητή αν πρόκειται για ατύχημα στην εργασία οπότε του δίδεται η αίτηση για επίδομα σωματικής βλάβης ή εάν πρόκειται περί ασθενείας ή ατυχήματος που δεν έχει σχέση με την εργασία, οπότε και συμπληρώνεται αίτηση για επίδομα ασθενείας. Διευκρίνισε επίσης ότι σε περιπτώσεις ατυχήματος στην εργασία υπάρχει υπόδειξη προς τον εργοδότη να συμπληρώσει ταυτόχρονα και τη γνωστοποίηση ατυχήματος. Βεβαίως ακολούθως διευκρίνισε ότι αρμοδιότητα ως προς τη γνωστοποίηση ατυχημάτων έχει άλλο τμήμα του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, δηλαδή το Τμήμα Επιθεώρησης Εργασίας και ότι θα ήταν σφάλμα να απαντήσει για αρμοδιότητα άλλου τμήματος. Ευθέως επίσης πρόσθεσε ότι η ίδια δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει εάν έγινε επεξήγηση στον ενάγοντα ως προς τη διαφορά μεταξύ επιδόματος ασθενείας και επιδόματος σωματικής βλάβης. 10.
- Δηλαδή, αυτό το οποίο είναι δυνατό να διαπιστωθεί έχοντας ως βάση τα όσα σχετικά κατέθεσε η Μ. Ε. 1 είναι ότι η γενική τακτική η οποία ακολουθείται στην υπηρεσία στην οποία εργάζεται είναι να υποβάλλονται διευκρινιστικές ερωτήσεις προς ένα αιτητή αναφορικά με την αίτηση την οποία υποβάλει, συνοδευόμενη από ιατρικό πιστοποιητικό, ως προς το κατά πόσο πρόκειται για ατύχημα στην εργασία ή ατύχημα που δεν έχει σχέση με την εργασία, έτσι ώστε να του δοθεί το ανάλογο έντυπο, είτε για επίδομα σωματικής βλάβης είτε για επίδομα ασθενείας, αλλά η ίδια δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει εάν όντως έγινε επεξήγηση στον ενάγοντα ως προς τη διαφορά μεταξύ επιδόματος ασθενείας και επιδόματος σωματικής βλάβης. 10.
- Προσθέτω απλά σε αυτό το σημείο της απόφασης ότι το Δικαστήριο έχει και διατηρεί υπόψη του τη διαφορά μεταξύ των δύο ειδών επιδομάτων όπως αυτή προνοείται από τον σχετικό Νόμο, δηλαδή τον περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων Νόμο του 1980 (όπως αυτός τροποποιήθηκε) ο οποίος ίσχυε κατά τον επίδικο χρόνο.
- Ως Μ. Ε. 2 κατέθεσε ο ίδιος ο ενάγων. Αναμφίβολα ο μάρτυρας αυτός είναι και ο βασικότερος μάρτυρας προς απόδειξη της αξίωσης του ενάγοντα. Ιδιαίτερα δε διατηρώντας υπόψη ότι ο ενάγων δεν προσκόμισε οποιαδήποτε μαρτυρία αυτόπτη μάρτυρα σε σχέση με το κατ΄ ισχυρισμό εργατικό ατύχημα. Συνεπώς έχει ιδιαίτερη σημασία αναφορικά με την έκβαση της αγωγής η αξιολόγηση της μαρτυρίας του ενάγοντα.
- Βεβαίως αξίζει να παρατηρηθεί έστω και σε αυτό το σημείο της απόφασης ότι εφόσον ο ενάγων προέβαλε μία εκδοχή αναφορικά με ένα κατ΄ ισχυρισμό επεισόδιο κατά τη διάρκεια εκτέλεσης των καθηκόντων του θα μπορούσε και η εναγόμενη 1 να προσκόμιζε μαρτυρία ατόμων τα οποία ήταν παρόντα κατά τον συγκεκριμένο χρόνο έτσι ώστε να διαψεύσει τον οποιοδήποτε ισχυρισμό του ενάγοντα αναφορικά με αυτό το επεισόδιο. Κάτι όμως το οποίο η εναγόμενη 1 επέλεξε να μην κάνει.
- Ξεχωριστής σημασίας σε σχέση με την αξιολόγηση της αξιοπιστίας του ενάγοντα ως μάρτυρας είναι ασφαλώς η ζωντανή εντύπωση την οποία το Δικαστήριο αποκόμισε κατά τη διάρκεια της προφορικής κατάθεσης του. Διαπιστώθηκε μία εμφανή επιφυλακτικότητα του μάρτυρα αυτού σε ορισμένα σημεία της κατάθεσης του ακόμη και κατά τη διάρκεια της κύριας εξέτασης του. Παραδείγματος χάριν, όταν ερωτήθηκε αν πριν από τις 13/6/2005 είχε οποιαδήποτε ιατρικά προβλήματα. Βεβαίως αυτό θα μπορούσε να οφειλόταν και στη νευρικότητα την οποία ένας μάρτυρας ενδεχομένως να αισθάνεται όταν καταθέτει ενώπιον ενός Δικαστηρίου. Ή θέτοντας το διαφορετικά δεν διέφερε ιδιαίτερα ο τρόπος κατάθεσης του ενάγοντα ως μάρτυρας και η όλη συμπεριφορά του καθ΄ όλη τη διάρκεια της προφορικής κατάθεσης από αυτή ενός οποιουδήποτε άλλου μάρτυρα παρόμοιου πνευματικού επιπέδου. Διαπιστώνεται ουσιαστικά ότι παρέχεται η ευχέρεια στο Δικαστήριο να βασιστεί επί αυτής της ζωντανής εντύπωσης ως μία σταθερή βάση θετικής αξιολόγησης της αξιοπιστίας του ως μάρτυρας. Επίσης διαπιστώνεται ότι κατά την αντεξέταση του δεν δίστασε να συμφωνήσει με την ύπαρξη προβλημάτων στο αριστερό του χέρι διευκρινίζοντας βεβαίως ότι αυτά αφορούσαν τον καρπό του χεριού του και όχι τον ώμο. Σημασία δηλαδή έχει και η διαπίστωση ότι δεν απέφευγε ο ενάγων να απαντήσει ευθέως ερωτήσεις οι απαντήσεις στις οποίες θα μπορούσαν να θεωρηθούν ότι επενεργούσαν εις βάρος των ισχυρισμών του ως προς την πρόκληση από το κατ΄ ισχυρισμό ατύχημα προβλημάτων υγείας με τον αριστερό του ώμο. Ουσιαστικά η ζωντανή εντύπωση του ενάγοντα ως μάρτυρας ανεξάρτητα και από τις οποιεσδήποτε αδυναμίες είναι δυνατό να εντοπιστούν στον τρόπο με τον οποίο κατέθετε δεν είναι δυνατό να χαρακτηριστεί ως αρνητική έτσι ώστε με βάση αυτή να κριθεί ότι ο ενάγων δεν έλεγε την αλήθεια. Στήριγμα κυρίως επί του οποίου βασίζεται με περισσότερη ασφάλεια το Δικαστήριο έτσι ώστε να κριθεί η αξιοπιστία του ενάγοντα ως μάρτυρας είναι το ίδιο το περιεχόμενο της προφορικής κατάθεσης του σε συνάρτηση όχι απλώς με τα δικόγραφα του αλλά και σε συσχετισμό και αντιπαράθεση με το υπόλοιπο της μαρτυρίας η οποία παρουσιάστηκε τόσο από τον ίδιο τον ενάγοντα προς απόδειξη της αξίωσης του όσο και από την εναγόμενη 1 προς υποστήριξη της υπεράσπισης της.
- Αναφορικά με την αξιολόγηση της μαρτυρίας η οποία προέκυψε από την προφορική κατάθεση του Μ. Ε. 3, δηλαδή του ορθοπεδικού Δρ. Γιώργου Αντωνιάδη διαπιστώνεται ότι ο μάρτυρας αυτός κατέθεσε με σταθερό και πειστικό τρόπο ενισχύοντας σημαντικά τα όσα ο ίδιος ο ενάγων ισχυρίστηκε σε σχέση με τις συνέπειες του κατ΄ ισχυρισμό εργατικού ατυχήματος.
- Αξίζει σε αυτό το σημείο της απόφασης να σημειωθεί το εξής. Κατά την αντεξέταση του ενάγοντα του υποβλήθηκε ότι τόσο το 2001 όσο και το 2002 είχε τενοντίτιδα στον ώμο του. Αν και ο ενάγων αποδέχτηκε ότι κατά το έτος 2001 είχε πάρει τουλάχιστον δύο φορές αναρρωτική άδεια βάσει ιατρικής γνωμάτευσης για τενοντίτιδα στο χέρι διευκρίνισε ότι το πρόβλημα εντοπιζόταν στον καρπό του χεριού του και απέρριψε ευθέως την ύπαρξη τενοντίτιδας στον ώμο. Πρόβλημα το οποίο ισχυρίστηκε ότι προέκυψε για πρώτη φορά στις 13/6/
- Απέτυχε η οποιαδήποτε απόπειρα να εξαχθεί από τη μαρτυρία του Μ. Ε. 3 κατά την αντεξέταση του η προηγούμενη ύπαρξη οποιουδήποτε προβλήματος με τον αριστερό ώμο του ενάγοντα με υποβολή ότι αυτή είχε δημιουργηθεί στις 11/12/
- Ως επίσης απέτυχε και η προσπάθεια να συμφωνήσει ο ενάγων με θέση ότι είχε πρόβλημα με τον τένοντα του ώμου είτε κατά το έτος 2001 είτε το
- Επί αυτού του θέματος αυτό το οποίο παρατηρείται από το Δικαστήριο είναι το εξής. Δεν αρκεί απλώς η υποβολή των οποιωνδήποτε ισχυρισμών προς ένα μάρτυρα προς απόδειξη του περιεχομένου τους. Θα πρέπει ακολούθως, εάν αυτές οι υποβολές δεν γίνονται δεκτές, να παρουσιάζεται και σχετική μαρτυρία. Διαφορετικά, οι ισχυρισμοί αυτοί παραμένουν μετέωροι και ατεκμηρίωτοι.
- Αυτό ακριβώς διαπιστώνεται ότι συνέβη στη συγκεκριμένη περίπτωση. Αρκέστηκε η εναγόμενη 1 στην υποβολή ορισμένων ισχυρισμών κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης τόσο του ενάγοντα όσο και του Μ. Ε. 3 και ακολούθως, δίχως να υπάρχει συμφωνία αυτών των μαρτύρων με τις συγκεκριμένες υποβολές, παρέλειψε να παρουσιάσει σχετική μαρτυρία προς στοιχειοθέτηση των θέσεων οι οποίες είχαν τεθεί υπόψη αυτών των μαρτύρων υπό μορφή υποβολής. Συνεπώς δεν είναι δυνατό για το Δικαστήριο στη συνέχεια κατά την αξιολόγηση τόσο της αξιοπιστίας του ενάγοντα όσο και του Μ. Ε. 3 να καταλήξει σε οποιοδήποτε αρνητικό συμπέρασμα αναφορικά με τα συγκεκριμένα σημεία. Εφόσον δηλαδή δεν παρασχέθηκε καν η μαρτυρική βάση προς το Δικαστήριο επί της οποίας θα μπορούσε να κριθεί, κατόπιν σχετικής αξιολόγησης ασφαλώς, ότι όντως οι μάρτυρες αυτοί δεν έλεγαν την αλήθεια.
- Ουσιαστικά στη συγκεκριμένη αγωγή αυτή η τακτική υποβολής ατεκμηρίωτων και ανυποστήρικτων υπό μορφή μαρτυρίας θέσεων από τον ευπαίδευτο συνήγορο της εναγομένης 1 είτε προς τον ενάγοντα είτε προς τον Μ. Ε. 3 κατά την αντεξέταση τους αναπόφευκτα δεν θα μπορούσε εν τέλει να αποφέρει το οποιοδήποτε θετικό αποτέλεσμα προς υποστήριξη της υπεράσπισης είτε της εναγομένης 1 είτε του εναγομένου
- Αναφορικά με τη μαρτυρία η οποία προέκυψε από την προφορική κατάθεση του Μ. Υ. 1 της εναγομένης 1 διαπιστώνω ότι ο μάρτυρας αυτός δεν είχε οποιοδήποτε κίνητρο, ως ο Πρόεδρος της Σχολικής Εφορείας Πάφου κατά τον ουσιώδη χρόνο, έτσι ώστε να μην αναφέρει την αλήθεια στο Δικαστήριο. Ιδιαίτερα δε κίνητρο το οποίο να προέκυπτε από οποιαδήποτε προσωπική διαφορά του ιδίου με τον ενάγοντα. Οι επιστολές οι οποίες κατατέθηκαν κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης αναφορικά γενικότερα με την συμπεριφορά του ενάγοντα κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του δεν αποδεικνύουν οτιδήποτε περισσότερο από υποδείξεις οι οποίες έγιναν από τον μάρτυρα αυτό κατά την εκτέλεση των δικών του καθηκόντων. Διαπιστώνω δηλαδή ότι δεν αναδεικνύεται από το σύνολο αυτών των επιστολών η ύπαρξη της οποιασδήποτε αντιπάθειας του ενάγοντα η οποία μάλιστα θα οδηγούσε τον μάρτυρα αυτό στο να μαρτυρήσει με ψευδή τρόπο ενώπιον του Δικαστηρίου. Η όλη εντύπωση την οποία αποκόμισε το Δικαστήριο από τη μαρτυρία αυτού του μάρτυρα είναι θετικότατη καθώς αυτός κατέθεσε με σοβαρότητα και σταθερότητα περιορίζοντας την εμβέλεια των απαντήσεων του εντός της δικής του γνώσης αποφεύγοντας συνειδητά την έκφραση οποιασδήποτε γνώμης.
- Βεβαίως αν και μέρος της μαρτυρίας αυτού του μάρτυρα αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση της Μ. Υ. 2, εντούτοις διαπιστώνω ότι η οποιαδήποτε διαφωνία μεταξύ των ισχυρισμών του Μ. Υ. 1 και της Μ. Υ. 2 εστιάζεται σε επουσιώδη θέματα τα οποία δεν επηρεάζουν αρνητικά την αξιοπιστία είτε του Μ. Υ. 1 είτε ακόμη και της Μ. Υ.
- Οι οποιεσδήποτε διαφορές μεταξύ της μαρτυρίας αυτών των δύο μαρτύρων αφορούν λεπτομέρειες αναφορικά με συζήτηση η οποία είχε γίνει στο παρελθόν μεταξύ τους και οι οποίες διαφορές δικαιολογούνται τόσο από την πάροδο του χρόνου όσο και της ενδεχόμενης διαφορετικής αντίληψης αυτών των δύο ατόμων ως προς τις συγκεκριμένες λεπτομέρειες. 20.
- Παραδείγματος χάριν, ανέφερε ο Μ. Υ. 1 ότι η Μ. Υ. 2 του ζήτησε να υπογράψει κάποιο έντυπο προσθέτοντας ότι συνοδευόταν από κάποιο κύριο ο οποίος εκπροσωπούσε την ασφαλιστική εταιρεία της Τράπεζας Κύπρου. Η Μ. Υ. 2 απέρριψε ως αναληθή τον ισχυρισμό ότι ζήτησε από τον Μ. Υ. 1 να υπογράψει κάποιο έντυπο αλλά μετά παρέθεσε η ίδια τις λεπτομέρειες αυτής της συζήτησης και των όσων κατ΄ ισχυρισμό γεγονότων είχαν προηγηθεί αυτής όπως βεβαίως η ίδια της θυμόταν. Πραγματικά δεν θεωρώ ότι έχει τόση καταλυτική σημασία σε σχέση με την αξιολόγηση της αξιοπιστίας είτε της Μ. Υ. 2 είτε του Μ. Υ. 1 ο ισχυρισμός κατά πόσο η ίδια είχε ή δεν είχε ζητήσει από τον Μ. Υ. 1 να υπογράψει το οποιοδήποτε έντυπο. 20.
- Μάλιστα ανέφερε ότι της δόθηκε μία φόρμα από κάποιο κο. Ψύλλο την οποία η ίδια έδωσε στον Μιχάλη Πολυβίου (υπάλληλο της Σχολικής Εφορείας) για να συμπληρώσει κάτι το οποίο δεν κατέστη δυνατό καθότι υπολείπονταν στοιχεία. Ανέφερε στη συνέχεια ότι μίλησε με αυτό τον κο. Ψύλλο ο οποίος της είπε ότι θα έστελλε κάποιο υπάλληλο για να την βοηθήσει και ότι το ανέφερε αυτό η ίδια στον Μ. Υ.
- Αναφέρθηκε στη συνέχεια σε επίσκεψη κάποιου Νίκου Χρίστου ο οποίος είχε έλθει για να βοηθήσει στη συμπλήρωση έντυπου και ουσιαστικά στην άρνηση του Μ. Υ. 1 ότι έγινε οποιοδήποτε ατύχημα. 20.
- Επίσης δεν διαφεύγουν της προσοχής του Δικαστηρίου οι αναφορές της Μ. Υ. 2, σε άλλα σημεία της προφορικής κατάθεσης κατά την επανεξέταση της, σε άρνηση του Μ. Υ. 1 να υπογράψει ανεξάρτητα και από το συγκεκριμένο έγγραφο το οποίο είτε η ίδια εννοούσε είτε ο Μ. Υ. 1 είχε υπόψη του ως το έγγραφο το οποίο εν τέλει δεν υπογράφηκε. 20.
- Άλλες παρόμοιες ερωτήσεις οι οποίες έγιναν στη Μ. Υ. 2 δεν αποκαλύπτουν ουσιαστικά διάσταση θέσεων μεταξύ της ιδίας και του Μ. Υ. 1 αλλά και πάλι λεπτομέρειες ως προς την αντίληψη την οποία οι ίδιοι είχαν όπως και ενδεχομένως την ικανότητα τους μετά από τη πάροδο αρκετού χρονικού διαστήματος έτσι ώστε να ανακαλέσουν ο καθένας στο μυαλό τους συγκεκριμένες λεπτομέρειες. 20.
- Χαρακτηριστικά ο Μ. Υ. 1 εντός των απαντήσεων του αναφερόταν αυτολεξεί στα όσα η Μ. Υ. 2 έλεγε στον ίδιο καθώς και τα όσα ο ίδιος της έλεγε. Λογικά με τη πάροδο του χρονικού διαστήματος πέραν των 4 χρόνων το Δικαστήριο δεν θα ανέμενε ο Μ. Υ. 1 να θυμόταν λέξη προς λέξη τα όσα είτε ο ίδιος έλεγε σε αυτή ή τις απαντήσεις της αλλά κυρίως την ουσία των όσων είχαν λεχθεί μεταξύ τους. 20.
- Οι ερωτήσεις όμως οι οποίες έγιναν κατά την αντεξέταση της Μ. Υ. 2 δεν αποκαλύπτουν τέτοια σημαντική διαφορά μεταξύ των όσων ο Μ. Υ. 1 είχε ισχυριστεί και τα όσα η ίδια ισχυριζόταν ότι όντως ανέφερε. Παραδείγματος χάριν, ο Μ. Υ. 1 ισχυρίστηκε ότι ρώτησε την Μ. Υ. 2 για το συμβάν και ποιος την πληροφόρησε γι΄ αυτό και εάν είχαν μάρτυρες και ότι αυτή του απάντησε ότι δεν ήξερε. Αναφορικά με αυτό τον ισχυρισμό του Μ. Υ. 1 ισχυρίστηκε η Μ. Υ. 2 ότι δεν ήταν ακριβώς έτσι αλλά ότι δεν ήξερε ποιοι ήταν οι μάρτυρες αλλά ότι θα μπορούσε να τους το επιβεβαιώσει αυτό ο επιστάτης. 20.
- Δηλαδή η διαφωνία της Μ. Υ. 2 κυρίως είχε σχέση με τη διατύπωση των δικών της απαντήσεων παρά με την ουσία είτε αυτών των απαντήσεων είτε της συζήτησης την οποία η ίδια ουσιαστικά αποδεχόταν ότι είχε με τον Μ. Υ.
- Υπενθυμίζω σχετικά ότι σύμφωνα με το εδάφιο
(3)του άρθρου 26 του περί Απόδειξης Νόμου σε περίπτωση που η μαρτυρία κατά την αντεξέταση του μάρτυρα που είχε προβεί στην αρχική δήλωση και κλήθηκε δυνάμει του άρθρου 26 «.είναι ουσιωδώς διαφορετική από την προσαχθείσα εξ ακοής μαρτυρία.» το Δικαστήριο «.δύναται στο στάδιο αξιολόγησης της μαρτυρίας να μην αποδέχεται την εξ ακοής μαρτυρία που είναι σε αντίθεση με την αρχική δήλωση». Πραγματικά στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν διαπιστώνω ότι η μαρτυρία της Μ. Υ. 2 είναι ουσιωδώς διαφορετική από την εξ ακοής μαρτυρία την οποία ο Μ. Υ. 1 ανέφερε στη δική του κατάθεση έτσι ώστε αυτή να μην γίνει δεκτή από το Δικαστήριο ως αξιόπιστη ή ουσιαστικά ως μαρτυρία η οποία είναι σε αντίθεση με την αρχική δήλωση της Μ. Υ.
- Προσθέτω απλά πέραν και των όσων αναφέρονται πιο πάνω αναφορικά με τον ενδεχόμενο επηρεασμό στην αξιολόγηση της μαρτυρίας και αξιοπιστίας του Μ. Υ. 1 από την εξ ακοής μαρτυρία την οποία αυτή περιείχε υπό μορφή της επανάληψης των όσων είχαν κατ΄ ισχυρισμό λεχθεί από τη Μ. Υ. 2 ότι δεν διαπιστώνεται να προκύπτει οτιδήποτε είτε με βάση το περιεχόμενο της προφορικής κατάθεσης της Μ. Υ. 2 είτε από τον τρόπο με τον οποίο κατέθεσε έτσι ώστε αυτή η μάρτυρας να κριθεί αναξιόπιστη. ΓΕΝΙΚΟΤΕΡΗ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΕΚΔΟΧΗΣ ΤΟΥ ΚΑΘΕ ΔΙΑΔΙΚΟΥ
- Πέραν από την ατομική αξιολόγηση της μαρτυρίας η οποία προέκυψε από την προφορική κατάθεση του κάθε μάρτυρα ο οποίος κατέθεσε κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, όπως αυτή παρατίθεται πιο πάνω θεωρώ ότι αποτελεί βασικό μέρος του έργου του Δικαστηρίου η γενικότερη αξιολόγηση της εκδοχής του κάθε διαδίκου στο βαθμό στον οποίο αυτές διαφέρουν μεταξύ τους. Μόνο μετά από ολοκλήρωση αυτής της γενικότερης αξιολόγησης θα είναι σε θέση το Δικαστήριο να καταλήξει σε ευρήματα αναφορικά με τα γεγονότα αυτής της αγωγής. Στο βαθμό βεβαίως στον οποίο έχοντας ως βάση τη μαρτυρία η οποία παρουσιάστηκε θα κριθεί ότι παρέχεται στο Δικαστήριο η δυνατότητα αυτή να καταλήξει σε ασφαλή ευρήματα. Ενώ παρατηρείται ότι ουσιαστικά ούτε η εναγόμενη 1 αλλά ούτε και ο εναγόμενος 2 έχουν παρουσιάσει οποιαδήποτε άμεση μαρτυρία αναφορικά με το ερώτημα κατά πόσο το επίδικο ατύχημα όντως συνέβη ή όχι.
- Καθότι αναμφίβολα ένα πολύ βασικό γεγονός αν όχι και το βασικότερο διατηρώντας υπόψη τα επίδικα θέματα αυτής της αγωγής σε σχέση με το οποίο το Δικαστήριο θα πρέπει να καταλήξει σε συγκεκριμένο εύρημα είναι το κατά πόσο όντως συνέβη το εργατικό ατύχημα το οποίο ισχυρίζεται ο ενάγων ότι συνέβη. Υπενθυμίζω σχετικά ότι ο ενάγων είναι το μοναδικό άτομο το οποίο ισχυρίζεται ότι συνέβη αυτό το ατύχημα. Η οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία η οποία παρουσιάστηκε αναφορικά με το κατά πόσο το ατύχημα αυτό συνέβη αποτελείται από επανάληψη ουσιαστικά των ισχυρισμών του ενάγοντα ως προς το ότι όντως ο τραυματισμός του προκλήθηκε από το συγκεκριμένο ατύχημα. Εξ ακοής δηλαδή μαρτυρία. Παραδείγματος χάριν, η μαρτυρία του Μ. Ε. 3, δηλαδή του Δρ. Αντωνιάδη.
- Το Δικαστήριο έχει προβληματιστεί ιδιαίτερα αναφορικά με αυτό το βασικό για την έκβαση της αγωγής ερώτημα. Έχω καταλήξει σε συμπέρασμα ότι το ατύχημα όντως συνέβη. Οι λόγοι οι οποίοι οδηγούν το Δικαστήριο σε αυτό το συμπέρασμα είναι οι ακόλουθοι. 25.
- Κατ΄ αρχάς η αξιολόγηση της αξιοπιστίας του ενάγοντα δεν είναι αρνητική σε οποιοδήποτε βαθμό με βάση τον οποίο το Δικαστήριο να οδηγείται σε απόρριψη της όλης εκδοχής του επί των πραγματικών γεγονότων ως αναληθή. Οι οποιεσδήποτε αδυναμίες στη μαρτυρία οι οποίες προκύπτουν από την προφορική κατάθεση του ενάγοντα δεν είναι τέτοιες έτσι ώστε να καθίσταται δυνατό ή λογικό το Δικαστήριο να οδηγείται σε ένα τέτοιο συμπέρασμα. 25.
- Υπενθυμίζω επίσης τα όσα αναφέρονται πιο πάνω στη παράγραφο 12 αυτής της απόφασης. 25.2.
- Βεβαίως διατηρείται υπόψη του Δικαστηρίου ότι ούτε και ο ενάγων εν τέλει παρουσίασε τη μαρτυρία αυτών των ατόμων. Έστω και εάν δύο από αυτά, σύμφωνα και με το περιεχόμενο του φακέλου, είχαν κλητευθεί κατ΄ επανάληψη από τον ενάγοντα. 25.2.
- Όμως όση σημασία και να μπορούσε εν τέλει να είχε η παρουσίαση αυτών των μαρτύρων από τον ίδιο τον ενάγοντα προκαλεί απορία στο Δικαστήριο η επιλογή της εναγομένης 1 -εφόσον δηλαδή σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της το επίδικο ατύχημα ουδέποτε συνέβη - να μην παρουσιάσει αυτά τα άτομα ως μάρτυρες. Η μαρτυρία των οποίων είτε θα υποστήριζε τους ισχυρισμούς των εναγομένων - δίδοντας παράλληλα την ευκαιρία στον ενάγοντα να την αμφισβητήσει - είτε ενδεχομένως να υποστήριζε έστω και μερικώς την εκδοχή του. 25.2.
- Βεβαίως το Δικαστήριο δεν οδηγείται σε ευρήματα στην απουσία σχετικής μαρτυρίας και ούτε και θα ήταν ορθό αυτό. Όμως σχετική μαρτυρία υπάρχει και αυτή είναι η μαρτυρία του ίδιου του ενάγοντα ανεξάρτητα και από την έλλειψη ενίσχυσης της από άλλους αυτόπτες μάρτυρες δίχως όμως παράλληλα αυτή να αμφισβητείται ή αντιπαρατίθεται με οποιασδήποτε παρόμοιας φύσης μαρτυρία είτε από την εναγόμενη 1 είτε από τον εναγόμενο
- 25.2.
- Εντούτοις αυτό το οποίο δεν είναι δυνατό να αγνοηθεί από το Δικαστήριο είναι ότι εντός των δικογράφων τους αμφότεροι οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι το κατ΄ ισχυρισμό εργατικό ατύχημα ουδέποτε συνέβη. Επομένως εφόσον ο ενάγων με τους δικούς του ισχυρισμούς, εντός των δικογράφων του, αλλά και με την μαρτυρία του ιδίου καθορίζει συγκεκριμένη ημερομηνία κατά την οποία κατ΄ ισχυρισμό συνέβη αυτό το ατύχημα ενώ παρέχεται επίσης ξεκάθαρη περιγραφή του τρόπου πρόκλησης αυτού του ατυχήματος, ποιος εν τέλει ήταν ο λόγος με βάση τον οποίο αμφότεροι οι εναγόμενοι, αλλά ιδιαίτερα η εναγόμενη 1, επέλεξαν όπως μην παρουσιάσουν οποιαδήποτε άμεσα σχετική μαρτυρία επί του συγκεκριμένου θέματος; 25.2.
- Μάλιστα αξίζει επί του ιδίου θέματος να σημειωθεί ότι ο εναγόμενος 2 στη παράγραφο 5 (δ) της έκθεσης υπεράσπισης ισχυρίζεται τα εξής. Ότι το κατ΄ ισχυρισμό ατύχημα «.«σημειώθηκε» σε χρόνο που ο Ενάγοντας απουσίαζε από την υπηρεσία του και συγκεκριμένα καθ΄όν χρόνον βρισκόταν με άδεια ασθενείας.» προσθέτοντας ότι επιφυλασσόταν να παρουσιάσει κατά την δικάσιμο «.[Π]λήρεις λεπτομέρειες και/ή σχετικά ιατρικά και/ή άλλα πιστοποιητικά.». Βεβαίως ο εναγόμενος 2 δεν παρουσίασε ούτε ίχνος μαρτυρίας επί του συγκεκριμένου θέματος. 25.2.
- Επίσης ως προς τις κατ΄ ισχυρισμό συνέπειες του ατυχήματος η θέση του εναγομένου 2 εντός της έκθεσης υπεράσπισης του είναι ότι το οποιοδήποτε πρόβλημα υγείας είχε ο ενάγων ουσιαστικά δεν ήταν αποτέλεσμα ατυχήματος και ισχυριζόμενου τραυματισμού του αλλά αντιθέτως οφειλόταν σε μακροχρόνια προβλήματα υγείας τα οποία ο ίδιος αντιμετώπιζε (βλ. σχετικά τη παράγραφο 7 της έκθεσης υπεράσπισης του εναγομένου 2) και τα οποία ήταν η αιτία να υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση. Επιφυλάχθηκε δε (στην ίδια παράγραφο) ο εναγόμενος 2 όπως αναφέρει και/ή προσκομίσει αντίγραφα ιατρικών πιστοποιητικών κατά τη δικάσιμο αναφορικά με τους δικούς του ισχυρισμούς ότι δηλαδή ο ενάγων (από το 1999 και μετά) «.έκαμνε πολύ συχνή χρήση άδειας ασθενείας, ένεκα οξείας οσφυαλγίας, τενοντίτιδας καρπού, πολυαρθρίτιδας, τενοντίτιδας ώμου, ρήψης Rototor ώμου και άλλων σχετικών παθήσεων.». 25.
- Αξιοσημείωτο επίσης στοιχείο σε σχέση με το κατ΄ ισχυρισμό ατύχημα και κατ΄ επέκταση σε σχέση με την αξιολόγηση της αξιοπιστίας του ενάγοντα ως προς το κατά πόσο αυτό όντως είχε συμβεί είναι η χρονική πτυχή αυτού. Υπό την εξής έννοια. Το ατύχημα ήταν στιγμιαίο. Δηλαδή, σύμφωνα με την περιγραφή του ενάγοντα, κατά την μεταφορά ενός επίπλου αυτό γλίστρησε από τα δύο άτομα τα οποία το κρατούσαν από τη μία πλευρά του και ο ενάγων εξαναγκάστηκε στιγμιαία όπως κρατήσει το αυξημένο πλέον βάρος του επίπλου μέχρις ότου να μπορούσε και αυτός να απαλλαγεί αυτού του βάρους δίχως ταυτόχρονα να κινδυνεύει να τραυματιστεί περισσότερο. 25.
- Επιπλέον η αρχική αντίδραση του ενάγοντα, όπως ο ίδιος την περιέγραψε, να μην καθιστούσε εμφανή στους υπόλοιπους παρευρισκομένους τη ζημιά την οποία ο ίδιος είχε υποστεί. Ο ίδιος ισχυρίστηκε ουσιαστικά ότι είχε πει στους συναδέλφους του ότι «πιάστηκε» το χέρι, ότι δηλαδή είχε μουδιάσει. Πραγματικά δεν αποκλείεται μία τέτοια αναφορά να μην θεωρήθηκε και τόσο σημαντική από οποιοδήποτε ο οποίος παρακολουθούσε τον ενάγοντα κατά τον ουσιώδη χρόνο. Όταν μάλιστα ερωτήθηκε εάν είχε αναφέρει στους συναδέλφους του το λόγο ουσιαστικά που είχε «πιαστεί» το χέρι του απάντησε με απλοϊκό αλλά παράλληλα και σημαντικό τρόπο σε σχέση με την εντύπωση την οποία δημιούργησε ως μάρτυρας στο Δικαστήριο. Ότι δηλαδή «εξέραν το» ότι αφού είχαν «ξαπολύσει» την βιβλιοθήκη ότι πλέον ο ίδιος βαστούσε το βάρος της. 25.
- Τονίζω και πάλι βεβαίως ότι δεν έχει παρουσιαστεί μαρτυρία από τους ίδιους τους παρευρισκομένους αναφορικά με την αντίδραση τους ή εάν υπήρχε οποιοσδήποτε λόγος να αντιδράσουν. Πολύ απλά αυτή η μαρτυρία είναι ανύπαρκτη έτσι ώστε να είναι δυνατό να εξαχθούν από αυτή τα οποιαδήποτε ευρήματα επί της πραγματικής πτυχής της υπόθεσης. Το Δικαστήριο στηρίζεται αποκλειστικά στη μαρτυρία του ίδιου του ενάγοντα επί του συγκεκριμένου θέματος δίχως όμως παράλληλα να είναι δυνατό να αγνοηθεί και το ενδεχόμενο της δυνατότητας της παρουσίασης αυτής της μαρτυρίας. Ως επίσης και οι συνέπειες της επιλογής της μη παρουσίασης της. Απλά κατά την αξιολόγηση της βασιμότητας των ισχυρισμών του ενάγοντα δεν είναι δυνατό να αγνοηθεί και η όλη εικόνα η οποία δημιουργείται ως προς τον τρόπο με τον οποίο επισυνέβη το κατ΄ ισχυρισμό ατύχημα και το μειωμένο ενδεχόμενο της ύπαρξης οποιασδήποτε αντίδρασης ή λόγου για να υπάρξει αντίδραση από τους συναδέλφους του. Παραδείγματος χάριν, εάν ο ενάγων είχε ισχυριστεί ότι το συγκεκριμένο έπιπλο τον είχε καταπλακώσει και είχε χάσει τις αισθήσεις του, ως επίσης ότι χρειάστηκε και η βοήθεια άλλων ατόμων για να μετακινηθεί το βάρος του επίπλου από πάνω του τότε ασφαλώς θα ανέμενε το Δικαστήριο το γεγονός αυτό να ήταν πιο έντονα αποτυπωμένο στη μνήμη των ατόμων τα οποία βρίσκονταν στο χώρο του ατυχήματος. Εντούτοις η όλη εικόνα η οποία δημιουργείται από τη περιγραφή του ενάγοντα, η οποία αποτελεί και τη μοναδική μαρτυρία επί του προκειμένου ενώπιον του Δικαστηρίου, είναι αυτή ενός στιγμιαίου συμβάντος το οποίο δεν προκάλεσε τέτοιες οφθαλμοφανείς συνέπειες στον ίδιο οι οποίες να ήταν άμεσα εμφανείς σε ένα παρευρισκόμενο άτομο. Δηλαδή δεν αποκλείεται από την περιγραφή την οποία έδωσε ο ενάγων το όλο επεισόδιο του ατυχήματος να μην είχε αποτυπωθεί τόσο έντονα στο μυαλό των συναδέλφων του ή ακόμη και να μην είχαν εύκολα γίνει αντιληπτές από αυτούς οι οποιεσδήποτε συνέπειες για τον ίδιο της στιγμιαίας μερικής και μετά ολικής πτώσης στο πάτωμα της βιβλιοθήκης από ένα χαμηλό ύψος. Ούτε και αποτελούσε μέρος της περιγραφής του ότι το έπιπλο υπέστη οποιαδήποτε ιδιαίτερη ζημιά. Αυτό το οποίο τονίζω δεν είναι ότι το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του μαρτυρία η οποία δεν παρουσιάστηκε από οποιοδήποτε από τους διάδικους αλλά ότι καταβάλλεται μία προσπάθεια αξιολόγησης της αξιοπιστίας του ενάγοντα ως προς το κατ΄ ισχυρισμό γεγονός της ύπαρξης του ατυχήματος, σύμφωνα και με τη μαρτυρία η οποία όντως παρουσιάστηκε κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας στο σύνολο της. Αποδίδοντας όμως και ιδιαίτερη σημασία αναφορικά με αυτό το θέμα στη μαρτυρία του ίδιου του ενάγοντα σε σχέση με την οποία δεν έχει παρουσιαστεί οποιαδήποτε μαρτυρία είτε προς αμφισβήτηση είτε προς αντιπαράθεση με τους δικούς του ισχυρισμούς. 25.
- Ασφαλώς ένας επιπρόσθετος λόγος με βάση τον οποίο το Δικαστήριο οδηγείται στο συμπέρασμα του αναφορικά με την ύπαρξη του κατ΄ ισχυρισμό ατυχήματος είναι ότι δεν διαπιστώνεται με την αντεξέταση του ενάγοντα από τους ευπαίδευτους συνηγόρους των εναγομένων να είχε κλονιστεί με οποιοδήποτε τρόπο η αξιοπιστία του ενάγοντα επί του προκειμένου. Ούτε και είναι δυνατό σε οποιαδήποτε περίπτωση αντεξέτασης οποιουδήποτε μάρτυρα, όπως και του ενάγοντα, ένα Δικαστήριο να οδηγείται σε συμπεράσματα αναξιοπιστίας ενός μάρτυρα απλά επειδή υποβάλλονται θέσεις ή ισχυρισμοί σε αυτό τον μάρτυρα με τις οποίες ή τους οποίους ο ίδιος να διαφωνεί και εντούτοις ακολούθως να μην παρουσιάζεται οποιαδήποτε μαρτυρία προς υποστήριξη αυτών των θέσεων ή ισχυρισμών. 25.
- Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι η έμφαση η οποία δόθηκε από την εναγόμενη 1 στη γενικότερη της θέση ως προς την παράλειψη του ενάγοντα να αναφέρει το κατ΄ ισχυρισμό γεγονός του ατυχήματος, πέραν και από την έλλειψη υποστήριξης με άμεσα σχετική μαρτυρία, παραγνωρίζει και ορισμένα στοιχεία τα οποία προκύπτουν από την προφορική κατάθεση του ενάγοντα. Τα οποία όχι μόνο δεν αντικρούονται από άμεση μαρτυρία η οποία να είχε παρουσιαστεί από την εναγόμενη 1 αλλά και τα οποία αναδεικνύουν την απλοϊκότητα με την οποία ο ενάγων προσέγγισε το όλο θέμα της αναφοράς του ατυχήματος ως ο λόγος πρόκλησης του τραύματος του. 25.7.
- Προσπάθησε δηλαδή η εναγόμενη 1 να δείξει ότι ο ενάγων δεν τήρησε την ορθά προβλεπόμενη διαδικασία δίχως παράλληλα να αντικρούει τους ισχυρισμούς του ως προς το θέμα αυτό. Με βάση αυτούς τους ισχυρισμούς ουσιαστικά ο ενάγων βασίστηκε στα όσα του υπέδειξε υπάλληλος της εναγομένης 1, δηλαδή ο Μιχάλης Πολυβίου, έτσι ώστε να αιτηθεί το οποιοδήποτε επίδομα. Θα μπορούσε η εναγόμενη 1 να είχε παρουσιάσει τη μαρτυρία αυτού του ατόμου. Ο οποίος μάλιστα ήταν και παρών στο Δικαστήριο κατά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας ως εκπρόσωπος ουσιαστικά της εναγομένης
- 25.7.
- Δεν θεωρώ ότι ο ενάγων ενήργησε παράλογα ούτε πείθομαι ότι ενώ γνώριζε την ύπαρξη άλλης διαδικασίας, με σκοπό τη διεκδίκηση επιδόματος λόγω ατυχήματος, επέλεξε να ζητήσει επίδομα ασθενείας και ακολούθως προσποιήθηκε ότι το πρόβλημα υγείας το οποίο αντιμετώπιζε προκλήθηκε από ατύχημα κατά τη διάρκεια εκτέλεσης των καθηκόντων του στην εργασία του έτσι ώστε ο ίδιος να εξασφάλιζε οποιαδήποτε επιπρόσθετα ωφελήματα. Έδωσε μία περιγραφή της όλης διαδικασίας ο ενάγων η οποία πραγματικά κρίνεται πειστική όχι μόνο διότι αυτή δεν αντικρούεται με οποιαδήποτε αντίθετη μαρτυρία επί του προκειμένου αλλά επιπλέον διότι αυτή ταιριάζει με την όλη εικόνα την οποία το Δικαστήριο σχημάτισε από τη ζωντανή εντύπωση αυτού του μάρτυρα ως προς το επίπεδο αντίληψης του ιδίου των οποιωνδήποτε γραφειοκρατικών διαδικασιών. 25.7.
- Συγκεκριμένα υπενθυμίζω ότι ο ενάγων ανέφερε ουσιαστικά τα εξής. Όταν ερωτήθηκε κατά την αντεξέταση του εάν στις 13/6/2005 ο Μ. Ε. 3 του είχε δώσει πιστοποιητικό απάντησε ότι του είχε δώσει άδεια (προφανώς το τεκμήριο 6) το οποίο είχε δώσει μετά στον Μιχάλη Πολυβίου λέγοντας του ότι είχε πρόβλημα στο χέρι του και ότι ακολούθως αυτός του έδωσε ένα έντυπο των Κοινωνικών Ασφαλίσεων το οποίο ο ίδιος υπέγραψε «εν λευκώ», διευκρινίζοντας δηλαδή ότι αυτό ήταν κενό και ότι μετά το συμπλήρωσε ο Μιχάλης Πολυβίου. Μάλιστα όταν ερωτήθηκε κατά πόσο ο Πολυβίου είχε συμπληρώσει την αίτηση απάντησε ότι αυτό ήταν η δουλειά του. Παραδέχθηκε ότι δεν μπορούσε να πει ότι το συμπλήρωσε εκείνη τη στιγμή ο Πολυβίου αλλά πρόσθεσε ότι σε παρόμοιες περιπτώσεις τέτοια έντυπα υπογράφονται «εν λευκώ» και ότι μετά τα «γεμίζει» και τα στέλλει ο Πολυβίου στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις. Ερωτήθηκε μάλιστα ο ενάγων κατά πόσο είχε πει στον Πολυβίου τι είχε συμβεί και απάντησε ότι του είπε ότι είχε πρόβλημα με το χέρι του, ότι έπαθε το πρόβλημα με τον ώμο του, με το χέρι του. Ερωτήθηκε εάν του είχε πει ότι όταν του συνέβη το ατύχημα είχε φρικτούς πόνους και απάντησε ότι είχε πόνους. Βεβαίως σε αυτό το σημείο της αντεξέτασης θα ήταν καλύτερα εάν ο ενάγων είχε ερωτηθεί ευθέως κατά πόσο είχε αναφέρει στον Πολυβίου ότι είχε ατύχημα. Όμως και πάλι εν πάση περιπτώσει η εναγόμενη 1 προφανώς είχε τη δυνατότητα επιλογής παρουσίασης της μαρτυρίας αυτού του μάρτυρα προς αμφισβήτηση του οποιουδήποτε ισχυρισμού του ενάγοντα αναφορικά με το συγκεκριμένο συμβάν. 25.7.
- Σημαντικό στοιχείο επίσης το οποίο προκύπτει σε σχέση με την αναντίλεκτη μαρτυρία του ενάγοντα επί του προκειμένου και σε συνάρτηση με τη μαρτυρία της Μ. Ε. 1 είναι ότι ουσιαστικά ο ίδιος δεν είχε οποιαδήποτε επαφή με την υπηρεσία των Κοινωνικών Ασφαλίσεων κατά την υποβολή της οποιασδήποτε αίτησης για παροχή επιδόματος. Προκύπτει ξεκάθαρα από τη μαρτυρία του ενάγοντα ότι ουσιαστικά η όλη διαδικασία διεκπεραιώθηκε από την εναγόμενη 1 ως η εργοδότρια του. Παραδείγματος χάριν, όταν ερωτήθηκε κατά την αντεξέταση του εάν γνώριζε ότι υπήρχε άλλο έντυπο για σωματική βλάβη απάντησε ότι δεν ήξερε όλα τα έντυπα και τι γίνεται (δηλαδή, σε τέτοιες περιπτώσεις) προσθέτοντας ότι αυτό το οποίο ήξερε είναι ότι αυτό ήταν το έντυπο το οποίο χρησιμοποίησε η Σχολική Εφορεία. Ως επίσης ότι δεν ήξερε αν είχε άλλα έντυπα ατυχήματος η Σχολική Εφορεία. 25.7.
- Πραγματικά διατηρώντας υπόψη αυτή τη μαρτυρία και την έλλειψη οποιασδήποτε μαρτυρίας της εναγομένης 1 σε αντιπαραβολή του οποιουδήποτε ισχυρισμού του ενάγοντα ως προς τα όσα ο ίδιος γνώριζε σχετικά με τη διαδικασία υποβολής ενός αιτήματος αυτού του είδους είναι άξιον απορίας πως θα μπορούσε να αναμένει η εναγόμενη 1 να κριθεί ως αναξιόπιστος ο ενάγων επί του συγκεκριμένου θέματος. Μάλιστα ακόμη και η αντεξέταση της Μ. Ε. 1 από τον ευπαίδευτο συνήγορο της εναγομένης 1 ιδωμένη αναδρομικά πλέον δεν θα μπορούσε να χρησιμεύσει προς ενίσχυση της βασικής θέσης της εναγομένης 1 ως προς το ότι ο ενάγων δεν είχε υποστεί οποιοδήποτε ατύχημα ή της οποιασδήποτε θέσης αναφορικά με το ότι ο ενάγων γνώριζε ότι το οποιοδήποτε επίδομα ζητούσε δεν είχε σχέση με συγκεκριμένο ατύχημα αλλά με ιατρικό πρόβλημα το οποίο προέκυπτε από τη γενικότερη κατάσταση της σωματικής του υγείας.
- Αναφορικά με τη γενικότερη αξιολόγηση της εκδοχής του κάθε διαδίκου στο βαθμό στον οποίο αυτές διαφέρουν μεταξύ τους θεωρώ ότι αυτή καλύπτεται σχεδόν εξ ολοκλήρου απλώς με την απάντηση στο βασικό ερώτημα κατά πόσο όντως συνέβη το εργατικό ατύχημα το οποίο ο ενάγων ισχυρίζεται ότι συνέβη και ως αποτέλεσμα του οποίου ο ίδιος υπέστη τις σωματικές βλάβες σε σχέση με τις οποίες παρουσίασε σχετική μαρτυρία. Στο βαθμό στον οποίο προκύπτει οποιαδήποτε άλλη επιπρόσθετη διαφορά μεταξύ των εκδοχών των διαδίκων όπως αυτές προωθήθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου κρίνω ότι η εκδοχή του ενάγοντα, ο οποίος έφερε και το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών του περί της ύπαρξης του οποιουδήποτε εργατικού ατυχήματος ως επίσης και των συνεπειών αυτού, είναι επαρκώς αξιόπιστη σύμφωνα με το ισοζύγιο των πιθανοτήτων έτσι ώστε το Δικαστήριο να βασιστεί επί της μαρτυρίας η οποία παρουσιάστηκε από τον ενάγοντα για να καταλήξει στα τελικά του συμπεράσματα αναφορικά με την πραγματική πτυχή αυτής της αγωγής. ΤΑ ΕΥΡΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ
- Επομένως, διατηρώντας υπόψη το προαναφερόμενο γενικότερο συμπέρασμα σε σχέση με την πραγματική πτυχή της αγωγής, και διατηρώντας υπόψη τα επίδικα θέματα όπως αυτά καθορίζονται από τα δικόγραφα των διαδίκων σε συνάρτηση και με την αξιολόγηση της μαρτυρίας η οποία παρουσιάστηκε κατά την ακροαματική διαδικασία και στο βαθμό στον οποίο η ευχέρεια αυτή παρέχεται βάσει της αξιόπιστης μαρτυρίας η οποία έχει παρουσιαστεί, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα ως προς τα πραγματικά γεγονότα αυτής της αγωγής. 27.
- Κατά τον ουσιώδη χρόνο της αγωγής ο ενάγων εργαζόταν ως εργοδοτούμενος πελεκάνος. 27.
- Η εργοδότρια του ενάγοντα κατά τον ίδιο χρόνο ήταν η εναγόμενη
- 27.
- Ο καθαρός μηνιαίος μισθός του ενάγοντα κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν £833,
- 27.
- Στις 13/6/2005 ο ενάγων κατά τη διάρκεια εκτέλεσης των καθηκόντων της προαναφερόμενης εργασίας του βρισκόταν στο Α΄ Λύκειο Πάφου. 27.
- Μεταξύ των καθηκόντων τα οποία ο ενάγων εκτελούσε κατά την συγκεκριμένη ημερομηνία ανατέθηκε σε αυτόν μαζί με άλλους συναδέλφους του όπως μεταφέρουν ένα έπιπλο, δηλαδή συγκεκριμένα μία βαριά βιβλιοθήκη. 27.
- Κατά την μεταφορά αυτού του επίπλου τα άτομα τα οποία κρατούσαν τη βιβλιοθήκη στην αντίθετη πλευρά από αυτή την οποία κρατούσε ο ενάγων μαζί με ένα άλλο άτομο απώλεσαν σε ένα σημείο τον έλεγχο αυτού του επίπλου και το άφησαν να πέσει προς το πάτωμα. 27.
- Αμέσως μετά και στιγμιαία ο ενάγων εξακολούθησε να κρατάει το βάρος αυτού του επίπλου έτσι ώστε να αποφύγει χειρότερο τραυματισμό του ενώ ακολούθως άφησε και αυτός το έπιπλο να πέσει στο πάτωμα. 27.
- Ως αποτέλεσμα της απότομης και στιγμιαίας αύξησης του βάρους το οποίο ο ενάγων σήκωνε κατά την μεταφορά της βιβλιοθήκης ο ίδιος υπέστη σωματικές βλάβες. 27.
- Η κύρια σωματική βλάβη την οποία υπέστη ο ενάγων με τις ανάλογες σωματικές επιπτώσεις ήταν η ρήξη ολικού πάχους του τενόντιου πετάλου του αριστερού χεριού. 27.
- Οι άμεσες σωματικές επιπτώσεις της ρήξης αυτής ήταν η αδυναμία απαγωγής του ώμου και στήριξης του στις πρώτες 60 μοίρες, η αδυναμία έξω στροφής και άλγος στη ψηλάφηση και οίδημα. 27.
- Η αρχική συντηρητική θεραπεία δεν οδήγησε σε βελτίωση με αποτέλεσμα ο ενάγων στις 13/7/2005 να υποστεί χειρουργική επέμβαση για αποκατάσταση των βλαβών κυρίως με συρραφή του τενοντίου πετάλου. 27.
- Ακολούθησε φυσικοθεραπεία ενώ συνολικά χορηγήθηκε αναρρωτική άδεια στον ενάγοντα από 13/6/2005 μέχρι τις 28/11/
- Θεωρώ ότι θα ήταν ορθότερο προτού εξεταστεί το ερώτημα κατά πόσο όντως προκύπτει η ύπαρξη αμέλειας είτε της εναγομένης 1 είτε του εναγομένου 2 όπως πρώτα εξεταστεί ένα άλλο βασικό ερώτημα σε σχέση με την έκβαση αυτής της αγωγής. Το ερώτημα αυτό είναι το εξής. Κατά πόσο είναι δυνατό να θεωρηθεί ότι ο ενάγων όντως έχει αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του εναγομένου 2 και κατ΄ επέκταση το δικαίωμα επιδίκασης οποιασδήποτε θεραπείας. ΑΓΩΓΙΜΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ 2
- Σύμφωνα και με την έκθεση απαίτησης του (παράγραφος 2) ο ενάγων ισχυρίζεται ότι η εναγόμενη 1 «.υπαγόταν στον έλεγχο και/ή εποπτεία.» του εναγομένου 2 ο οποίος είχε «.την αποκλειστική ευθύνη και λειτουργία όλων των σχολικών εφορειών.» συμπεριλαμβανομένης και της εναγομένης 1 όπου ο ενάγων εργοδοτείτο. Αξίζει βεβαίως να σημειωθεί επί αυτού του σημείου ότι η εναγόμενη 1 παραδέχεται στην έκθεση υπεράσπισης της (παράγραφος 3) ότι ο ενάγων εργοδοτείτο από την ίδια «.ως πελεκάνος κατά τον ουσιώδη για την αγωγή χρόνο.» ενώ το περιεχόμενο της παραγράφου 2 της έκθεσης απαίτησης απορρίπτεται γενικά. Ο εναγόμενος 2 αναφορικά με αυτό το θέμα πέραν από άρνηση των ισχυρισμών της παραγράφου 2 προσθέτει στην έκθεση υπεράσπισης του (παράγραφος 3) ισχυρισμό ότι «.η Εναγόμενη αρ. 1 και κατ΄ επέκταση οι Σχολικές Εφορείες κέκτηνται εκ του Νόμου και/ή των σχετικών κανονισμών, εξουσία διαχείρισης και/ή διοίκησης των υποθέσεων τους, οι οποίες προκύπτουν από την άσκηση των αρμοδιοτήτων και/ή της δικαιοδοσίας τους».
- Έχοντας παραθέσει πιο πάνω τις θέσεις και ισχυρισμούς των διαδίκων επί του συγκεκριμένου θέματος εντός των δικογράφων τους θα προχωρήσω σε εξέταση της νομικής πτυχής του συγκεκριμένου θέματος. Σχετικός νόμος είναι ο περί Σχολικών Εφορειών Νόμος του 1997 (στο εξής θα καλείται ο «σχετικός Νόμος») στον οποίο αξίζει απλά να γίνουν ορισμένες επί μέρους αναφορές. 30.
- Στο άρθρο 2 του σχετικού Νόμου αναφορικά με την ερμηνεία του νόμου και συγκεκριμένα σε σχέση με τη φράση «προσωπικό των σχολικών εφορειών» υπάρχει αναφορά σε τεχνίτες, μεταξύ άλλων, και άλλους «.που εργοδοτούνται από τις σχολικές εφορείες για την εκτέλεση χειρωνακτικής κυρίως εργασίας και πληρώνονται σε ωριαία βάση ή βάσει μισθοδοτικών κλιμάκων που αναφέρονται στις εκάστοτε συλλογικές συμβάσεις εργασίας που συνομολογούνται μεταξύ των σχολικών εφορειών ή/και του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού και των Συντεχνιών, που αναγνωρίζονται από την Κυβέρνηση για σκοπούς συλλογικών διαπραγματεύσεων.». Σαφώς υπάρχει αναφορά σε αυτό τον ορισμό σε εργοδότηση του προσωπικού από τις σχολικές εφορείες ανεξάρτητα και από την εναλλακτική βάση πληρωμής βάσει μισθοδοτικών κλιμάκων συλλογικών συμβάσεων εργασίας οι οποίες συνομολογούνται μεταξύ των συντεχνιών και των σχολικών εφορειών ή διαζευκτικά μεταξύ των συντεχνιών και των σχολικών εφορειών και του αναφερόμενου Υπουργείου. 30.
- Αναφορικά με τις αρμοδιότητες σχολικής εφορείας αναφέρεται σχετικά στο εδάφιο
(1)του άρθρου 8 του σχετικού Νόμου ότι κάθε σχολική εφορεία αναλαμβάνει την οικονομική διαχείριση των σχολείων του δήμου ή της κοινότητας ή του συμπλέγματος που βρίσκονται στα όρια της, εποπτεύει προσωπικό που διορίζει ή που της παραχωρείται από την Κυβέρνηση και γενικά ασκεί οποιαδήποτε άλλη εξουσία και οποιοδήποτε άλλο καθήκον ανατίθεται σ΄ αυτήν δυνάμει των διατάξεων του σχετικού Νόμου ή οποιουδήποτε άλλου νόμου ή των κανονισμών που εκδίδονται δυνάμει του σχετικού Νόμου. Σύμφωνα δε με το εδάφιο
(2)του ίδιου άρθρου, χωρίς να επηρεάζεται η γενικότητα του εδαφίου
(1), κάθε σχολική εφορεία έχει αρμοδιότητα, μεταξύ άλλων, να διορίζει και απολύει προσωπικό με βάση διαδικασία και όρους που καθορίζονται από κανονισμούς οι οποίοι εκδίδονται βάσει του σχετικού Νόμου ως επίσης και να ιδρύει Ταμείο Πρόνοιας, για το προσωπικό που εργοδοτείται από αυτήν, δυνάμει Κανονισμών που εκδίδονται από το Υπουργικό Συμβούλιο ως επίσης και γενικότερα να ασκεί οποιαδήποτε άλλη εξουσία και να εκτελεί οποιοδήποτε άλλο καθήκον που ανατίθεται σ΄ αυτήν από τον σχετικό Νόμο ή από κανονισμούς οι οποίοι εκδίδονται δυνάμει αυτού ή δυνάμει οποιουδήποτε άλλου νόμου. Πέραν από την αναφορά στις αρμοδιότητες σχολικών εφορειών υπάρχει αναφορά και στους οικονομικούς πόρους και χρηματοδότηση τους (άρθρο 14) ως επίσης και σε ετήσια προετοιμασία προϋπολογισμού προς υποβολή αυτού στους Υπουργούς Παιδείας και Πολιτισμού και Οικονομικών (άρθρο 16) βάσει της έγκρισης του οποίου καθορίζεται το ποσό της κρατικής χορηγίας προς μία σχολική εφορεία. Διακρίνεται δηλαδή, με βάση αυτές τις πρόνοιες, μία σχετική αυτονομία και ανεξαρτησία των σχολικών εφορειών τόσο αναφορικά με τον διορισμό προσωπικού όσο και γενικότερα σε οικονομικά θέματα.
- Πέραν όμως και από τη νομική πτυχή του όλου θέματος αξιοσημείωτο από άποψης της πραγματικής πτυχής είναι και το γεγονός ότι είναι ο ίδιος ο ενάγων ο οποίος παρουσίασε μαρτυρία η οποία σαφώς καθορίζει την εναγόμενη 1 ως τη μοναδική του εργοδότρια. Δηλαδή, τη μαρτυρία της Μ. Ε. 1, Πόπη Αηφωτίτη.
- Πραγματικά όπως και να ιδωθεί το όλο θέμα εργοδότησης του ενάγοντα δεν προκύπτει οποιαδήποτε αμφιβολία ως προς το δεδομένο ότι η εναγόμενη 1 ήταν η εργοδότρια του ενώ ο εναγόμενος 2 καμία σχέση δεν έχει είτε με τη δημιουργία είτε με τη διατήρηση αυτής της σχέσης εργοδότησης αναφορικά με τον καθορισμό της οποίας αποκλειστικά υπόλογη κρίνεται η εναγόμενη
- Συνεπώς, διατηρώντας υπόψη αυτό το συμπέρασμα του Δικαστηρίου δεν είναι δυνατό παράλληλα για το Δικαστήριο να οδηγηθεί λογικά σε οποιοδήποτε συμπέρασμα ότι ο ενάγων έχει ή είχε οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα αναφορικά με την αξίωση του εναντίον του εναγομένου 2 ως εργοδότης αυτού είτε άμεσα είτε έμμεσα. Αναπόφευκτα συνεπώς η αγωγή εναντίον του εναγομένου 2 θα πρέπει να απορριφθεί. ΤΟ ΘΕΜΑ ΤΗΣ ΑΜΕΛΕΙΑΣ
- Επομένως, πλέον σε σχέση αποκλειστικά με την εναγόμενη 1, θα εξετάσω στη συνέχεια το ερώτημα κατά πόσο είναι δυνατό να διαπιστωθεί η ύπαρξη αμέλειας σε σχέση με τις ενέργειες της ιδίας ιδωμένης εντός του πλαισίου των ευρημάτων του Δικαστηρίου αναφορικά με τη πραγματική πτυχή της αγωγής.
- Διατηρώντας υπόψη ότι το επίδικο θέμα είναι εργατικό ατύχημα ο ενάγων ως μέρος των λεπτομερειών αμέλειας της εναγομένης 1 καταλογίζει σε αυτήν τη παράλειψη παροχής ασφαλούς συστήματος εργασίας. Κατ΄ αρχάς απλά επισημαίνεται ότι αναμφίβολα η εναγόμενη 1 ως εργοδότρια του ενάγοντα είχε υπό οποιεσδήποτε περιστάσεις κατά τη διάρκεια εκτέλεσης των καθηκόντων του ενάγοντα καθήκον παροχής ασφαλούς συστήματος εργασίας.
- Περιγράφεται βεβαίως εντός της έκθεσης απαίτησης ο τρόπος με τον οποίο προέκυψε ο τραυματισμός του ενάγοντα. Συνάρτηση αυτών των ισχυρισμών με τη μαρτυρία του ίδιου όπως αυτή αξιολογήθηκε οδήγησε το Δικαστήριο στα ευρήματα του αναφορικά με τις συνθήκες πρόκλησης του τραυματισμού του. Επί αυτών των ευρημάτων ασφαλώς θα βασιστεί και η κρίση του Δικαστηρίου ως προς το κατά πόσο η εναγόμενη 1 είχε ή δεν είχε παράσχει ασφαλές σύστημα εργασίας στον ενάγοντα κατά τη διάρκεια εκτέλεσης των καθηκόντων του. Σε σχέση βεβαίως με τον ρόλο τον οποίο ο ίδιος είχε διαδραματίσει κατά την μεταφορά του συγκεκριμένου επίπλου.
- Ο ίδιος ο ενάγων με τις λεπτομέρειες αμέλειας όπως αυτές παρατίθενται εντός της έκθεσης απαίτησης του εξειδικεύει ουσιαστικά τη κατ΄ ισχυρισμό παράλειψη παροχής ενός τέτοιου συστήματος εργασίας.
- Στο βαθμό στον οποίο οι λεπτομέρειες αυτές γίνονται δεκτές από το Δικαστήριο θεωρώ ότι αυτές ευσταθούν και ότι βάσει αυτής της μερικής αποδοχής αναδεικνύεται η αμέλεια της εναγομένης 1 υπό την έννοια της παράλειψης παροχής προς τον ενάγοντα ενός ασφαλούς συστήματος εργασίας. 37.
- Πρώτο, ως προς τη παράλειψη της εναγομένης 1 να υπάρχει άτομο παρών το οποίο να μην ασχολείται με τη μεταφορά του επίπλου αλλά να είναι σε θέση να παρακολουθεί συνεχώς και επιβλέπει την εκτέλεση μίας ομαδικής εργασίας και ουσιαστικά να επιστατεί και συντονίζει την όλη διαδικασία μεταφοράς προς αποφυγή των οποιωνδήποτε πιθανών κινδύνων τραυματισμού οποιουδήποτε ατόμου το οποίο συμμετείχε στη μεταφορά. Επί αυτού του σημείου υπενθυμίζω ότι όπως ο ενάγων αναντίλεκτα ισχυρίστηκε κατά την μεταφορά του επίπλου δεν είχαν οποιαδήποτε επίβλεψη. 37.
- Δεύτερο, η εναγόμενη 1 παρέλειψε δια μέσου οποιουδήποτε αρμοδίου προσώπου όπως δώσει οδηγίες είτε στον ενάγοντα είτε σε οποιοδήποτε άλλο από τα άτομα τα οποία μετέφεραν το συγκεκριμένο έπιπλο ως προς τον τρόπο μεταφοράς του. Όπως αναφέρεται εντός της έκθεσης απαίτησης (παράγραφος 7 (γ)) δεν υπήρχε κάποιο αρμόδιο άτομο το οποίο επέβλεπε τη μεταφορά και έδινε κατάλληλες οδηγίες ή έλεγχε τη πορεία ή υποδείκνυε την ασφαλέστερη πορεία μεταφοράς προς αποφυγή του κινδύνου απώλειας του ελέγχου του επίπλου ή ισορροπίας των ατόμων αυτών. Όπως χαρακτηριστικά εξήγησε ο ενάγων, όταν ερωτήθηκε εάν του είχε υποδειχτεί ο τρόπος με τον οποίο θα έκανε τη συγκεκριμένη εργασία, απλά υποδείχτηκε το έπιπλο και δόθηκε εντολή να το πιάσουν και να το μεταφέρουν. Ούτε και δόθηκαν οδηγίες ως προς τη διαδρομή την οποία θα ακολουθούσαν. 37.
- Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι παρά και την αναφορά στην έκθεση υπεράσπισης της εναγομένης 1 ότι παρέλειψε ο ενάγων «.να χρησιμοποιήσει τα κατάλληλα μέσα και/ή μηχανήματα που του παρείχαν οι εργοδότες του για ασφαλή εκτέλεση της εργασίας.» (παράγραφος 7 Γ) εντούτοις όχι μόνο η ίδια επέλεξε όπως μην παρουσιάσει οποιαδήποτε σχετική μαρτυρία επί του συγκεκριμένου θέματος ούτε και προέκυψε από την αντεξέταση του ενάγοντα είτε τέτοια ύπαρξη (δηλαδή, μέσων ή μηχανημάτων τα οποία είχαν παρασχεθεί στον ενάγοντα) είτε τέτοια παράλειψη χρήσης τους. Μάλιστα κατά τη κύρια εξέταση του ο ενάγων εξήγησε ότι δεν υπήρχε χώρος να έλθει μηχάνημα και ότι έπρεπε να μεταφερθεί με το χέρι το έπιπλο.
- Ουσιαστικά γίνεται δεκτή η θέση του ενάγοντα ότι η εναγόμενη 1 παρέλειψε να παράσχει ασφαλές σύστημα εργασίας ενώ επίσης διαπιστώνεται ότι με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου δεν παρέχεται η δυνατότητα το Δικαστήριο να οδηγηθεί σε συμπέρασμα ότι υπάρχει ο οποιοσδήποτε βαθμός συντρέχουσας αμέλειας του ενάγοντα σε σχέση με την πρόκληση του επίδικου εργατικού ατυχήματος. ΣΥΝΤΡΕΧΟΥΣΑ ΑΜΕΛΕΙΑ
- Κρίνω δηλαδή ότι η ευθύνη της εναγομένης 1 είναι απόλυτη δίχως αυτή να μειώνεται με οποιοδήποτε τρόπο από την οποιαδήποτε συντρέχουσα αμέλεια του ενάγοντα. Παραδείγματος χάριν, υπό την έννοια ότι ο κίνδυνος τραυματισμού του ενάγοντα ήταν προβλεπτός από τον ίδιο και ότι θα μπορούσε να λάβει μέτρα να τον αποφύγει αλλά παρέλειψε να το πράξει αυτό. Βεβαίως θα μπορούσε να θεωρηθεί ως ένα προβλεπτό ενδεχόμενο ότι θα υπήρχε απώλεια συγκράτησης του επίπλου από κάποιο ή κάποια από τα άτομα τα οποία μετέφεραν το έπιπλο μαζί με τον ενάγοντα και ότι στη συνέχεια αυτό θα οδηγούσε σε δημιουργία δυσκολίας διατήρησης του ελέγχου του επίπλου από τα υπόλοιπα άτομα. Όμως ακόμη και να μπορούσε να υποψιαστεί ή προβλέψει ο ενάγων ότι κάτι τέτοιο θα συνέβαινε ποια είναι αυτά τα μέτρα αποφυγής τα οποία η εναγόμενη 1 εισηγείται ότι ο ενάγων θα μπορούσε να είχε λάβει αλλά δεν τα έλαβε; Καμία εισήγηση δεν έγινε επί του συγκεκριμένου θέματος από την εναγόμενη 1 είτε υπό μορφή μαρτυρίας είτε επιχειρηματολογίας. Αξίζει επίσης να σημειωθεί επί του συγκεκριμένου θέματος ότι όπως είναι παραδεκτό από την εναγόμενη 1 ο ενάγων εργοδοτείτο ως πελεκάνος. Έστω και εάν θεωρηθεί ότι μεταξύ των καθηκόντων του ως πελεκάνος ο ίδιος θα έπρεπε μερικές φορές να μεταφέρει και έπιπλα αυτό δεν σημαίνει ότι, όπως η εναγόμενη 1 ισχυρίζεται, εξέθεσε «.τον εαυτό του σε κινδύνους τους οποίους λόγω της πολυετούς πείρας του γνώριζε και/ή όφειλε να γνωρίζει» (παράγραφος 7 Β της έκθεσης υπεράσπισης της εναγομένης 1). Όπως δε ο ίδιος ουσιαστικά ισχυρίστηκε - όταν ερωτήθηκε στη κύρια εξέταση του εάν είχε πείρα στη μεταφορά βιβλιοθηκών - ο ρόλος του δεν ήταν να μεταφέρει αλλά να κατασκευάζει έπιπλα. Προβάλει δε ο ενάγων, ως μέρος των λεπτομερειών αμέλειας της εναγομένης 1, ότι για τη διεξαγωγή της επίδικης εργασίας χρησιμοποιήθηκε ελλιπές και μη εκπαιδευμένο προσωπικό, συμπεριλαμβανομένου και του ενάγοντα. Βεβαίως δέχτηκε κατά την αντεξέταση του ότι μετέφεραν έπιπλα από και προς το εργαστήρι προς τα σχολεία και τα τοποθετούσαν στη θέση τους αλλά αυτή η αποδοχή ότι μέρος των καθηκόντων του ήταν και η μεταφορά επίπλων δεν οδηγεί αναπόφευκτα σε συμπέρασμα ότι αυτό ήταν το κύριο μέρος των καθηκόντων του και ότι είχε ως συνέπεια αποκτήσει και πολυετή πείρα στη μεταφορά επίπλων. Ακόμη όμως και να μπορούσε να γίνει δεκτό ότι ο ενάγων είχε όντως πολυετή πείρα μεταφοράς επίπλων πως εξέθεσε ο ίδιος τον εαυτό του σε κινδύνους τους οποίους γνώριζε; Ο ενάγων απλά ακολούθησε εντολές της εναγομένης 1 δια μέσω του υπαλλήλου της, δηλαδή του επιστάτη, ο οποίος εν τέλει μόνο στο όνομα ήταν επιστάτης και όχι ως προς τον ρόλο τον οποίο όντως ασκούσε υπό τις δοσμένες περιστάσεις. Εν πάση περιπτώσει τι ήταν αυτό το οποίο όφειλε να γνωρίζει ο ενάγων; Αυτό το οποίο όντως συνέβη, δηλαδή η απώλεια ελέγχου του επίπλου από κάποιο ή κάποιους ήταν μία πιθανότητα ως επίσης και ένας κίνδυνος τον οποίο, ανεξαρτήτως και πείρας, πολυετούς ή μη, έστω και λογικά θα μπορούσε να είχε περάσει από το μυαλό του ενάγοντα. Όμως αυτό σημαίνει ότι ο ενάγων εξέθεσε τον εαυτό του σε αυτή τη πιθανότητα ή κίνδυνο; Είναι η ίδια η εναγόμενη 1 η οποία τον εξέθεσε σε αυτό τον κίνδυνο παραλείποντας να του παρέχει ένα ασφαλές σύστημα εργασίας. Ουσιαστικά, υπό τις περιστάσεις, ο μόνος τρόπος να μην εξέθετε τον εαυτό του σε οποιοδήποτε κίνδυνο ο ενάγων θα ήταν με άρνηση εκτέλεσης των καθηκόντων του με τον τρόπο τον οποίο αυτά καθορίστηκαν από την εναγόμενη
- Δεν είναι ο ενάγων ο οποίος είχε υποχρέωση καθορισμού ενός ασφαλές συστήματος εργασίας. Αυτό ήταν ένα συνεχές καθήκον της εναγομένης 1 το οποίο όμως η ίδια στη συγκεκριμένη περίπτωση παρέλειψε να τηρήσει.
- Έχοντας κρίνει ότι όντως η εναγόμενη 1 υπήρξε αμελής δίχως παράλληλα να διαπιστώνεται η οποιαδήποτε συντρέχουσα αμέλεια του ενάγοντα το Δικαστήριο έχει αποφασίσει επί του θέματος της ευθύνης. Αυτό το οποίο απομένει πλέον είναι η εκτίμηση των ζημιών τις οποίες ο ενάγων έχει υποστεί λόγω της αμέλειας της εναγομένης. ΟΙ ΕΙΔΙΚΕΣ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΕΙΣ
- Αναφορικά με τις ειδικές ζημιές του ενάγοντα - δίχως σε αυτό το σημείο της απόφασης να λαμβάνεται υπόψη το οποιοδήποτε ποσό για απώλεια εισοδημάτων - έχω ικανοποιηθεί ότι ο ενάγων έχει αποδείξει, με την αυστηρότητα η οποία όπως καθορίζεται από τη νομολογία μας απαιτείται προς απόδειξη ειδικών αποζημιώσεων, το συνολικό ποσό των £2.262,00 (δηλαδή, ποσό €3.868.02) το οποίο προκύπτει από τα ακόλουθα ποσά. Υπενθυμίζω ότι έγινε αποδεκτό ως προς την αλήθεια του περιεχομένου του το τεκμήριο 15 ως προς την αμοιβή του κινησιοθεραπευτή Αντρέα Αυξεντίου, για το ποσό των £500,
- Έχει επίσης παρουσιαστεί αναντίλεκτη μαρτυρία αναφορικά με την αμοιβή του αναισθησιολόγου για το ποσό των £70,00 (τεκμήριο 3 σε συνδυασμό με τη προφορική κατάθεση του ενάγοντα) σε σχέση με τη χειρουργική επέμβαση την οποία υπέστη ο ενάγων ως επίσης και ως προς την αμοιβή του Μ. Ε. 3, Δρ. Γιώργου Αντωνιάδη, για το ποσό των £650,00 (τεκμήριο 5 σε συνδυασμό με τη προφορική κατάθεση του Μ. Ε. 3).
- Αναφορικά με το υπόλοιπο μέρος των διεκδικούμενων ειδικών αποζημιώσεων, δηλαδή την απώλεια εισοδημάτων για περίοδο 6 μηνών από τον Ιούνιο μέχρι και τον Νοέμβριο του 2005, παρατηρώ τα εξής. Ισχυρίζεται, με την έκθεση απαίτησης του, ο ενάγων ότι απώλεσε συνολικά το ποσό των £4.800,00 (δηλαδή, 6 επί £800,00 κάθε μήνα).
- Σύμφωνα όμως με τη μαρτυρία της Μ. Ε. 1 ο ενάγων για τους πρώτους 4 από αυτούς τους μήνες είχε πάρει πλήρεις αποδοχές ενώ για τον πέμπτο μήνα έλαβε μόνο ποσό £192,00 ενώ για τον έκτο από αυτούς τους μήνες (δηλαδή, τον Νοέμβριο του 2005) δεν έλαβε οποιοδήποτε ποσό. Όπως η ίδια το έθεσε χαρακτηριστικά, είχε μηδενικές απολαβές μ΄ ένδειξη απουσίας του καθ΄ όλη τη διάρκεια του μήνα. Βεβαίως συσχέτισε αυτή τη περίοδο και με την έγκριση την οποία είχε λάβει ο ενάγων για παροχή επιδόματος ασθενείας το οποίο αφαιρείτο από τον μισθό του. Προκύπτει επίσης από τη μαρτυρία της Μ. Ε. 1 το ακάθαρτο ποσό του μισθού του ενάγοντα (δηλαδή, £890,00) και το καθαρό ποσό αυτού του μισθού(£833,93), μετά και από αφαίρεση ποσοστού 6.3% εισφορά εργοδοτουμένου (δηλαδή, ποσό £56,07). Όπως φάνηκε και από την υπόλοιπη μαρτυρία, δηλαδή αυτή η οποία προέκυψε και από τη προφορική κατάθεση του ενάγοντα (ο οποίος μάλιστα κατά την κύρια εξέταση του ανέφερε ότι είχε απώλεια απολαβών τους τελευταίους 2 μήνες μόνο) το συνολικό ποσό το οποίο ο ίδιος έλαβε για τη περίοδο σε σχέση με την οποία διεκδικεί απώλεια απολαβών είναι αυτό των £3.758,
- (δηλαδή, £192,00 + £890,00 + (£892,00 χ 3)). Συνεπώς, εάν αυτό το ποσό αφαιρεθεί από το ποσό το οποίο ο ενάγων διεκδικεί απομένει ένα υπόλοιπο ποσό £1.042,00 (δηλαδή, €1.781,82) του οποίου την επιδίκαση ο ενάγων δικαιούται ως μέρος των ειδικών αποζημιώσεων τις οποίες διεκδικεί με την έκθεση απαίτησης του.
- Οφείλω να διευκρινίσω σε αυτό το σημείο της απόφασης ότι το Δικαστήριο καταλήγει στο πιο πάνω ποσό βάσει συνδυασμού - ακόμη και συγκερασμού, όπως, παραδείγματος χάριν, αναφορικά με το ύψος του μισθού[1] - της μαρτυρίας της Μ. Ε. 1 και του ενάγοντα σε συνάρτηση βεβαίως με το περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης ενώ η μαρτυρία του ενάγοντα όπως αυτή προέκυψε ως αποτέλεσμα της προφορικής κατάθεσης του δεν ήταν τόσο σαφής έτσι ώστε να παρεχόταν η ευχέρεια στο Δικαστήριο επιδίκασης προς όφελος του ποσού ίσο με αυτό των μισθών δύο μηνών έστω και έχοντας ως βάση το μηνιαίο μισθό ο οποίος αναφέρεται εντός της έκθεσης απαίτησης του. ΟΙ ΓΕΝΙΚΕΣ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΕΙΣ
- Ως προς τον υπολογισμό των γενικών αποζημιώσεων τις οποίες διεκδικεί ο ενάγων λαμβάνω υπόψη μου και συνυπολογίζω τους ακόλουθους παράγοντες έτσι ώστε να καταβληθεί προσπάθεια από το Δικαστήριο ορθής αντίληψης και εκτίμησης του πόνου και ταλαιπωρίας που είχε υποστεί ο ενάγων ως αποτέλεσμα του επίδικου εργατικού ατυχήματος. Κυρίως το Δικαστήριο επικεντρώνεται στο είδος του τραύματος το οποίο υπέστη ο ενάγων ως επίσης βεβαίως και στις συνέπειες για τον ίδιο εξαιτίας αυτού του τραύματος. 45.
- Η ίδια η αρχική πρόκληση και φύση του τραύματος το οποίο αυτός υπέστη. Δηλαδή, τη ρήξη ολικού πάχους του τενοντίου πετάλου του αριστερού του χεριού. 45.
- Τις ακόλουθες σωματικές συνέπειες οι οποίες προέκυψαν από αυτό το τραύμα. 45.2.
- Αδυναμία απαγωγής του ώμου και στήριξης του στις πρώτες 60 μοίρες. 45.2.
- Αδυναμία έξω στροφής. 45.2.
- Άλγος στη ψηλάφηση και οίδημα. 45.2.
- Πρόβλημα με την έκφυση της μακράς κεφαλής του δικέφαλου. 45.
- Η αναγκαιότητα υποβολής του, ένα μήνα μετά τον τραυματισμό του, σε χειρουργική επέμβαση γι΄ αποκατάσταση των βλαβών με συρραφή του τενοντίου πετάλου και σταθεροποίηση του SLAP με απορροφύσιμη άγκυρα. 45.
- Η μετεγχειρητική κατάσταση του ενάγοντα. Δηλαδή, η χρήση νάρθηκα απαγωγής για ένα μήνα και το επακόλουθο πρόγραμμα φυσικοθεραπείας. 45.
- Η χρονοβόρα και επώδυνη αποκατάσταση με σταδιακή βελτίωση για χρονική περίοδο περίπου 5 ½ μηνών κατά την οποία ο ενάγων βρισκόταν σε αναρρωτική άδεια από την εργασία του. 45.
- Η αδυναμία πλέον απασχόλησης του ενάγοντα με βαριάς φύσης χειρονακτική εργασία ή άσκηση.
- Διατηρώντας υπόψη και συνεκτιμώντας τους προαναφερόμενους παράγοντες ως επίσης και σχετική νομολογία επί του θέματος προς καθοδήγηση του Δικαστηρίου (όπως, παραδείγματος χάριν, την απόφαση της Πολιτικής Έφεσης 11657, ημερομηνίας 21/6/2005, Συκοπετρίτης Λτδ. ν. Αθηνάκη
(2005)1Β Α. Α. Δ. 844 όπου όμως τα τραύματα ήταν πολύ πιο σοβαρά όμως η επιδίκαση των γενικών αποζημιώσεων για ποσό £15.000,00 έγινε το 2003 για εργατικό ατύχημα το οποίο συνέβη το 1999) ως επίσης ότι η νομολογία αποκαλύπτει σταθερή άνοδο του επιπέδου των γενικών αποζημιώσεων και τη βασική αρχή δικαίου ότι οι αποζημιώσεις πρέπει να είναι κοινωνικά παραδεκτές υπό την έννοια ότι η αποζημίωση για αστικά αδικήματα δεν έχει σκοπό την τιμωρία αλλά την αποκατάσταση (βλ. σχετικά τις σελίδες 74 έως 75 της απόφασης της Πολιτικής Έφεσης 8293, ημερομηνίας 27/1/1995, Μαυροπετρή ν. Λουκά
(1995)1 Α. Α. Δ. 66) καταλήγω σε συμπέρασμα ότι το δίκαιο ποσό των γενικών αποζημιώσεων είναι αυτό των €17.000,
- Ο ΤΟΚΟΣ
- Αναφορικά με τον τόκο ο οποίος θα πρέπει να επιδικαστεί σε σχέση με τα ποσά των γενικών και ειδικών αποζημιώσεων διατηρώ υπόψη μου τα ακόλουθα. 47.
- Έχοντας υπόψη ότι ουσιαστικά η κατάσταση του ενάγοντα είχε σχετικά σταθεροποιηθεί όχι απλώς με τη λήξη της αναρρωτικής του άδειας στις 28/11/2005 αλλά και με τη σύσταση του θεράποντα γιατρού του για μόνο ελαφριά εργασία για μία επακόλουθη περίοδο περίπου 3 μηνών κρίνω ότι δεν υπήρχε καθυστέρηση στην καταχώρηση της αγωγής του στις 20/6/2006 (βλ. σχετικά τη σελίδα 496 της απόφασης των Πολιτικών Εφέσεων 7378 έως 7379, ημερομηνίας 30/5/1991, Φοινικαρίδης κ. ά. ν. Γεωργίου κ. ά.
(1991)1 Α. Α. Δ 475). 47.2. Αναφορικά με την επιδίκαση τόκου επί των ειδικών αποζημιώσεων διατηρώ υπόψη μου σχετική νομολογία (βλ. σχετικά τη σελίδα 495 της απόφασης Φοινικαρίδης κ. ά. ν. Γεωργίου κ. ά., πιο πάνω) και κρίνω ως δίκαιη την επιδίκαση τόκου πάνω στο συνολικό ποσό των ειδικών αποζημιώσεων από την ημερομηνία γένεσης του αγώγιμου δικαιώματος μειωμένο όμως κατά το ήμισυ έτσι ώστε να αντισταθμιστεί το γεγονός ότι δεν προκύπτει όλη η ζημιά από την αρχή (βλ. επίσης σχετικά τη σελίδα 1856 της απόφασης της Πολιτικής Έφεσης 9966, ημερομηνίας 29/10/1999, Στεφανή ν. Λαμπή
(1999)1Γ Α. Α. Δ 1847). 47.
- Αναφορικά με το ύψος του επιδικαζόμενου τόκου διατηρώ υπόψη μου το άρθρο 58Α του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου όπως αυτό τροποποιήθηκε με τον περί Αστικών Αδικημάτων (Τροποποιητικός) Νόμος του 2008 (Ν. 82 (Ι) του 2008) ως επίσης και το άρθρο 33 του περί Δικαστηρίων Νόμου όπως αυτό τροποποιήθηκε με τον περί Δικαστηρίων (Τροποποιητικός) (Αρ. 2) Νόμος του 2008 (Ν. 81 (Ι) του 2008). ΤΑ ΕΞΟΔΑ
- Αναφορικά με το θέμα των εξόδων, διατηρώντας υπόψη το αποτέλεσμα της δίκης το Δικαστήριο θα επιδικάσει τα έξοδα υπέρ του επιτυχόντα διαδίκου στη κάθε περίπτωση ενώ, διατηρώντας υπόψη όλες τις περιστάσεις της δίκης, σε σχέση με την εφαρμογή του εδαφίου
(4)του άρθρου 26 του περί Απόδειξης Νόμου δεν διαπιστώνω να υπάρχει οποιοσδήποτε λόγος να διατάξει διαφορετικά το Δικαστήριο από τα όσα προνοούνται από αυτό το εδάφιο. Θεωρώ δηλαδή ότι υπό τις περιστάσεις ο ενάγων δεν είχε άλλη επιλογή από το να ζητήσει την κλήτευση της Μ. Υ. 2 με σκοπό την αντεξέταση της. Διατηρώντας υπόψη δηλαδή τους ισχυρισμούς τους οποίους προέβαλε ο Μ. Υ. 1 αναφορικά με τα όσα είχαν λεχθεί στον ίδιο από την Μ. Υ.
- Συνεπώς τα έξοδα κλήτευσης της Μ. Υ. 2 της εναγομένης 1 θα καταβληθούν από την εναγόμενη
- ΑΠΟΦΑΣΗ
- Επομένως εκδίδεται απόφαση υπέρ του ενάγοντα και εις βάρος της εναγομένης 1 για το ποσό των €17.000,00 ως γενικές αποζημιώσεις με τόκο 8% ετησίως από 13/6/2005 μέχρι 15/10/2008 και τόκο 5.5 % ετησίως από 15/10/2008 μέχρι εξοφλήσεως και για το ποσό των €5.649,84 ως ειδικές αποζημιώσεις με τόκο 8% ετησίως από 13/6/2005 μέχρι 15/10/2008 και τόκο 5.5 % ετησίως από 15/10/2008 μέχρι εξοφλήσεως επί του ποσού των €2.824,92 με έξοδα όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο με τόκο 8% ετησίως από 20/6/2006 μέχρι 15/10/2008 και τόκο 5.5 % ετησίως από 15/10/2008 μέχρι εξοφλήσεως ενώ η αγωγή εναντίον του εναγομένου 2 απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του και εις βάρος του ενάγοντα όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. 3.Η αναγκαιότητα υποβολής του αιτήματος τροποποίησης προέκυψε, όπως ο ίδιος ο ενόρκως δηλών προς υποστήριξη της αίτησης αναφέρει σχετικά, μετά από ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία έγινε δεκτή η ένσταση της ευπαίδευτης συνηγόρου της εναγομένης και δεν επιτράπηκε υποβολή καθότι το περιεχόμενο της δεν ανταποκρινόταν στη θέση των εναγόντων όπως αυτή αποτυπώνεται στη παράγραφο 4 (ε) της απάντησης στην υπεράσπιση και υπεράσπισης στην ανταπαίτηση. Είχα την ευκαιρία να ελέγξω αποστενογραφημένο το σχετικό μέρος του πρακτικού το οποίο τηρήθηκε στις 4/10/2010 και αυτό το οποίο πραγματικά συνέβη δεν είναι ότι το Δικαστήριο δεν επέτρεψε υποβολή για το λόγο ο οποίος αναφέρεται πιο πάνω. Κατά ακρίβεια ο ίδιος ο ευπαίδευτος δικηγόρος επέλεξε ουσιαστικά να αποσύρει τη συγκεκριμένη υποβολή. Βεβαίως σε σχέση με το αίτημα τροποποίησης υπό εξέταση με αυτή την απόφαση αξίζει να σημειωθεί το εξής δεδομένο όπως αυτό προκύπτει από τη μαρτυρία του Μ. Ε. 3, δηλαδή του πατέρα των εναγόντων. Συγκεκριμένα οι αναφορές οι οποίες έγιναν γενικά από αυτό τον μάρτυρα κατά τη διάρκεια της προφορικής κατάθεσης του σε σχέση με την υπογραφή της επίδικης συμφωνίας δωρεάς ή ουσιαστικά τις συνθήκες υπό τις οποίες αυτή υπογράφηκε τόσο από τον ίδιο όσο και από την εναγόμενη και αμφότερους τους μάρτυρες οι υπογραφές των οποίων φαίνονται επί των τεκμηρίων τα οποία έχουν κατατεθεί ως τεκμήρια. 6.Ως προς το θέμα των εξόδων διατηρώντας υπόψη το αποτέλεσμα εκδίκασης της αίτησης τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται υπέρ της εναγομένης εις βάρος των εναγόντων 1 και 2 όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο μετά από την εκδίκαση της αγωγής. Μ. Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Χαρακτηριστικά όταν ο ενάγων ερωτήθηκε αμέσως μετά από την έναρξη της κύριας εξέτασης του τι μισθό έπαιρνε στις 13/6/2005 απάντησε ότι έπαιρνε «γύρω στις» £870,00 προσθέτοντας και τη φράση «κάτι τέτοιο». [.1]Να σημειωθεί η σημασία των εδαφίων 3 και 4 σε σχέση με την αξιολόγηση της μαρτυρίας και της καταβολής των εξόδων. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο