Τηλεμάχου Κώστας ν. Lynn Bettany Hadjialexandrou κ.α., Αρ. Αγωγής: 1862/09, 19 Οκτωβρίου 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2010:A48 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Ι. Κίτσιου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1862/09 Μεταξύ: Τηλεμάχου Κώστας, από την Πάφο Ενάγοντος -και-
- Lynn Bettany Hadjialexandrou από την Πάφο
- GAN DIRECT INSURANCE LIMITED, από τη Λεμεσό Εναγομένων --------------------------- Αίτηση ημερομηνίας 04.01.2010 για παραμερισμό Απόφασης --------------------------- Ημερομηνία: 19 Οκτωβρίου 2010 Εμφανίσεις: Για Εναγόμενους Αιτητές: κ. Χρ. Φιλίππου για Χαβιαράς & Φιλίππου ΔΕΠΕ (κα. Παπακλεοβούλου κατά την απόφαση) Για Ενάγοντα Καθ΄ ου η Αίτηση: κα. Ρ. Μαλλή --------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Στις 22.10.2009 εκδόθηκε απόφαση εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 για το ποσό των €3.523,00 ως ειδικές ζημιές, πλέον έξοδα και τόκους. Η απαίτηση του Ενάγοντα προκύπτει από τροχαίο δυστύχημα. Η αίτηση: Στις 04.01.2010 οι Εναγόμενοι (οι οποίοι στο εξής θα καλούνται οι αιτητές) καταχώρισαν αίτηση (στο εξής η επίδικη αίτηση) με την οποία αιτούνται την ακύρωση της απόφασης ημερομηνίας 22.10.2009 η οποία εκδόθηκε εναντίον τους. Η επίδικη αίτηση βασίζεται στους Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 Κ1,
- Δ.17 Κ10 και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Περαιτέρω η επίδικη αίτηση υποστηρίζεται από γεγονότα που εμφαίνονται σε ένορκη δήλωση του Χρίστου Κουκκίδη, υπεύθυνου απαιτήσεων της Εναγομένης 2 - Aιτήτριας
- Η βάση των γεγονότων επί των οποίων εδράζεται η αίτηση συνίστανται στο ότι η απόφαση ημερομηνίας 22.10.2009 που εκδόθηκε στα πλαίσια της παρούσας αγωγής αφορούσε τροχαίο δυστύχημα στο οποίο εμπλεκόταν όχημα που ήταν ασφαλισμένο στην Εναγόμενη
- Το όχημα επιδιορθώθηκε σε κάποιο γκαράζ και η Εναγόμενη 2 επιθεώρησε προηγουμένως τις ζημιές. Περαιτέρω όμως τα στοιχεία τα οποία λήφθηκαν κατά τη διερεύνηση του δυστυχήματος, δηλαδή φωτογραφίες και σχεδιάγραμμα ήταν αντίθετα με όσα περιέγραψε η Εναγόμενη 1 η οποία οδηγούσε το όχημα το οποίο ήταν ασφαλισμένο στην Εναγόμενη
- Τα εν λόγω στοιχεία όταν τα σύγκρινε η Εναγόμενη 2 έδειχναν ότι το σχέδιο της αστυνομίας που είχε ετοιμαστεί δεν ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα και ως εκ τούτου ήταν επιθυμία της Εναγόμενης 2 όπως εξετάσει το κατά πόσο βρισκόταν ή όχι αντιμέτωπη με «δίκτυο στησίματος» τροχαίων δυστυχημάτων στην Πάφο. Η Εναγόμενη 2 επίσης είχε δεχθεί τηλεφωνήματα από αστυνομικούς για να πληρώσει την απαίτηση του Ενάγοντα, ονομάζοντας και συγκεκριμένο αστυνομικό. Παρά τα πιο πάνω όμως εκ παραδρομής δεν δόθηκαν οδηγίες στους δικηγόρους των Εναγομένων 2 για καταχώριση εμφάνισης, υπάρχει ωστόσο καλή υπεράσπιση και ως εκ τούτου είναι δίκαιο να παραμεριστεί η απόφαση και να δοθεί η άδεια για υπεράσπιση. Η ένσταση: Στην πιο πάνω επίδικη αίτηση ο Ενάγοντας (στο εξής καθ΄ ου η αίτηση) καταχώρησε ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης στηριζόμενη στους ακόλουθους λόγους: (α) Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει ο Νόμος και/ή η Νομολογία και/ή οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας για έκδοση διατάγματος παραμερισμού δικαστικής απόφασης η οποία έχει ληφθεί κανονικά. (β) Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση είναι ανεπαρκής και/ή τα γεγονότα που αναφέρονται σε αυτή δεν αποτελούν ικανοποιητικό πραγματικό υπόβαθρο για την έκδοση διατάγματος παραμερισμού της απόφασης. (γ) Η αίτηση παραμερισμού της απόφασης υποβάλλεται σε πολύ καθυστερημένο στάδιο και/ή δεν προβάλλεται οποιαδήποτε ικανοποιητική εξήγηση για την αμέλεια και/ή παράλειψη του Αιτητή να εμφανιστεί ενώπιον του Δικαστηρίου. (δ) Η αίτηση στερείται ουσιαστικού και νομικού ερείσματος. (ε) Η αίτηση συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. (ζ) Ο Αιτητής δεν νομιμοποιείται στην αιτούμενη θεραπεία καθ΄ ότι δεν έχει αποδείξει καλό λόγο για παράλειψη καταχώρησης σημειώματος εμφάνισης στην παρούσα αγωγή. (η) Οι Αιτητές δεν έχουν αποδείξει ότι έχουν καλή υπεράσπιση επί της ουσίας της αγωγής αντίθετα στις παραγράφους αρ. 1,4,5,6, και 7 της ένορκης δήλωσης τους που υποστηρίζει την αίτηση ο ίδιος ο ενόρκως δηλούντας παραδέχεται ότι είχε ενδοιασμούς για το κατά πόσο ήταν γνήσια η απαίτηση του Ενάγοντα και ως εκ τούτου λόγω της ιδιότητας του ως υπεύθυνος απαιτήσεων της Εναγόμενης 2 είχε αυξημένη την υποχρέωση της επιμέλειας για την έγκαιρη και νομότυπη καταχώριση σημειώματος εμφάνισης στην αγωγή. (θ) Οι Αιτητές καθυστέρησαν αδικαιολόγητα και/ή ικανοποιητικά στην καταχώρηση της παρούσας αίτησης. (ι) Δεν προβάλλεται οιαδήποτε και/ή ικανοποιητική δικαιολογία για την παράλειψη των Εναγομένων - Αιτητών να εμφανιστούν στο Δικαστήριο. (ι.α) Οι Εναγόμενοι - Αιτητές επέδειξαν ηθελημένη απραξία, συνειδητή επιλογή, συνειδητή παραγνώριση των θεσμών και της δικαστικής διαδικασίας γενικότερα. (ι.β) Η συμπεριφορά των Εναγομένων - Αιτητών αποτελεί κλασικό παράδειγμα περιφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας και πρόκληση προς το σύστημα απονομής της δικαιοσύνης. Η ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Καθ΄ ου η Αίτηση, σημειώνεται ωστόσο πως κατά παράβαση της Δ.39 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας κατά το μεγαλύτερο μέρος της ένορκης του δήλωσης αντί να περιοριστεί σε γεγονότα, αναπτύσσει τα επιχειρήματα και τους συλλογισμούς του γιατί δεν πρέπει να επιτύχει η αίτηση. Περαιτέρω επισυνάπτει στην ένορκη του δήλωση επιστολές οι οποίες στάληκαν από τη δικηγόρο του προς την Εναγόμενη 2 αλλά και προς το δικηγόρο της, μετά την έκδοση της απόφασης ημερομηνίας 22.10.
- Η ακροαματική διαδικασία της επίδικης αίτησης διεξάχθηκε στη βάση των αγορεύσεων των ευπαίδευτων συνηγόρων των διαδίκων οι οποίοι προώθησαν με επιχειρήματα τις εκατέρωθεν θέσεις τους αλλά και με σχετική επί του θέματος νομολογία κάλεσαν το Δικαστήριο να αποφανθεί επί της αίτησης. Νομική Πτυχή: Η ρύθμιση για την αίτηση παραμερισμού απόφασης ουσιαστικά στηρίζεται και πηγάζει μέσα από τη συνταγματική επιταγή για το δικαίωμα ακροάσεως, το οποίο πρέπει να έχει κάθε πολίτης, δηλαδή να δίδεται η ευκαιρία στον κάθε διάδικο να ακουστεί πριν την έκδοση απόφασης. Για το σκοπό αυτό λειτουργεί η πρόνοια της Διαταγής 5 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας η οποία προβλέπει τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να επιδίδεται το κλητήριο ένταλμα προκειμένου να δίδεται η ευκαιρία να λάβει γνώση κάθε πολίτης για διαδικασία που αρχίζει εναντίον του στο Δικαστήριο. Η εν λόγω διαταγή όταν τηρηθεί τότε το Δικαστήριο προχωρεί τη διαδικασία στην απουσία διαδίκου, ο οποίος δεν εμφανίζεται. Αν παρά την πιο πάνω πρόνοια για οποιοδήποτε λόγο υπάρξει παραβίαση της, δηλαδή η επίδοση δεν γίνει εντός των προϋποθέσεων και του τρόπου που προβλέπεται, τότε ο διάδικος εναντίον του οποίου εκδόθηκε απόφαση δικαιούται και προβλέπεται ως θεραπεία το αίτημα του για παραμερισμό της απόφασης προκειμένου να τηρηθεί πλήρως η συνταγματική επιταγή για το δικαίωμα ακροάσεως. Σε συνέχεια με το σημείο αυτό θεωρείται χρήσιμο να αναφερθεί ότι προκύπτει από τη νομολογία πως, όταν πρόκειται για κακή επίδοση τότε το Δικαστήριο έχει αυξημένη απόλυτη υποχρέωση να παραμερίσει την απόφαση, ενώ όταν πρόκειται για καλή επίδοση τότε θα εξετάσει το αίτημα του αιτητή υπό το πρίσμα διαφόρων πλέον παραγόντων και προϋποθέσεων όπως τις έχει καθιερώσει η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και οι οποίες παρατίθενται πιο κάτω. Κατ΄αρχήν το Δικαστήριο θα πρέπει να έχει κατά νου και να συνεκτιμήσει δύο βασικά στοιχεία. Το ένα στοιχείο είναι η αναγκαιότητα όπως κάθε αγωγή διεκπεραιώνεται και εκδίδεται απόφαση η οποία πρέπει να παραμένει οριστική και κατ΄επέκταση τελεσίδικη, ενώ το άλλο στοιχείο είναι το μέρος που αιτείται τον παραμερισμό της απόφασης να μην στερείται του δικαιώματος του να παρουσιάσει την υπόθεση του στο Δικαστήριο νοουμένου ότι εγείρει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Σχετικά με το θέμα της εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης η νομολογία επιβάλλει, βλέπε υπόθεση Πανίκος Νεάρχου ν. Γεώργιου Χαραλάμπους, Πολιτική Έφεση 8035, ημερομηνίας 21.10.1991, ότι το Δικαστήριο ερευνά τα ενώπιον του στοιχεία προκειμένου να διαγνώσει μόνο κατά πόσο υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση ή συζητήσιμο θέμα και, στο στάδιο αυτό δεν υπεισέρχεται στην ουσία του θέματος της υπεράσπισης, συνεπώς δεν προχωρεί στην αξιολόγηση της οποιασδήποτε μαρτυρίας ενώπιον του που προσάγεται για σκοπούς αντίκρουσης. Επιπλέον όμως, και εκτός από το θέμα της εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης, ο αιτητής πρέπει να δικαιολογήσει την παράλειψη του να εμφανιστεί στο Δικαστήριο, καθώς επίσης, θα πρέπει να αποδείξει ότι ενήργησε αμέσως και χωρίς αργοπορία προς την κατεύθυνση να ζητήσει την ακύρωση της απόφασης που εκδόθηκε εναντίον του. Σχετική προς τούτο προβάλει η υπόθεση Φυλακτού ν. Μιχαήλ
(1982)1 C.L.R., σελ. 204, στην οποία αναφέρθηκε ότι, η ανεξήγητη αργοπορία είναι παράγοντας που ασκεί έντονα αρνητική επίδραση κατά του διαδίκου ο οποίος παρέλειψε να ενεργήσει με την πρώτη δυνατή ευκαιρία, να ασκήσει το δικαίωμα του για παραμερισμό της απόφασης που εκδόθηκε εναντίον του. Επίσης στην υπόθεση Ζ. Μερκή ν. Yiannoukas Holiday Inns Ltd, Πολιτική Έφεση 8276, ημερομηνίας 28.11.1994, αναφέρθηκε ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται στις αιτήσεις παραμερισμού απόφασης ενώπιον του Δικαστηρίου γίνεται υπό μορφή ενόρκων δηλώσεων και οποιασδήποτε άλλης γραπτής μαρτυρίας που επισυνάπτεται στις ένορκες δηλώσεις, δεν προσκομίζεται προφορική μαρτυρία εκτός και αν οι διάδικοι ασκήσουν το δικαίωμα τους για αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Ως προς το θέμα αυτό το Δικαστήριο παρατηρεί ότι πλέον μετά την τροποποίηση της Διαταγής 48 Κ.4 στις 23.12.1999 η διαδικασία αυτή παραμένει ως η μόνη και ισχύει για όλες τις αιτήσεις, πλην βέβαια της αίτησης έρευνας για πληρωμή χρέους με μηνιαίες δόσεις ή άλλως πως, όπου πρόκειται για ιδιόμορφη διαδικασία. Τέλος και σε συνέχεια με τα πιο πάνω κρίνεται ορθό να γίνει παραπομπή στην υπόθεση Milouca Motor Trading Ltd v. Χρύσανθου Κούρτη,
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 941, παρατίθενται δε το πιο κάτω απόσπασμα από αυτήν: «Εάν ένας διάδικος μπορεί απρόσκοπτα να επιδιώκει το επανάνοιγμα υπόθεσης, η σφραγίδα της οριστικότητας την οποία φέρει η απόφαση και όλα όσα αυτό εξυπακούει, καθώς και η βεβαιότητα την οποία προάγει στη διαχείριση των υποθέσεων του ανθρώπου θα απωλεσθούν με οδυνηρές συνέπειες για την απονομή της δικαιοσύνης.» Ακόμη στην πιο πάνω απόφαση έχουν αναφερθεί και τα πιο κάτω: «Το απαύγασμα της νομολογίας κατατείνει στο ότι το Δικαστήριο δεν πρέπει να επιδεικνύει υπέρμετρο ζήλο στην αποστέρηση του δικαιώματος του διαδίκου να ακουστεί νοουμένου ότι αποκαλύπτει υπεράσπιση. Εντούτοις το Δικαστήριο μπορεί, παρά ταύτα, να αρνηθεί να επανανοίξει την υπόθεση, εάν η διαγωγή του είναι τέτοια, ώστε να πλήττει το θεμέλιο της απονομής της δικαιοσύνης. Όπου η διαγωγή του διαδίκου ο οποίος εξαιτείται τον παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης, είναι ασυγχώρητη, περιφρονητική μέχρι βαθμού καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου, το Δικαστήριο δύναται ενασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια να αρνηθεί να παραμερίσει την απόφαση.» Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι στην πιο πάνω απόφαση παρ΄όλο που το πρωτόδικο Δικαστήριο δέχθηκε ότι αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση, το στοιχείο αυτό δεν κρίθηκε αρκετό για τον παραμερισμό της απόφασης και θεωρήθηκε καθοριστικό το στοιχείο της αργοπορίας στη λήψη μέτρων. Η εν λόγω απόφαση επικυρώθηκε από το Εφετείο. Αξιολόγηση των εκατέρωθεν ισχυρισμών και Συμπεράσματα του Δικαστηρίου: Ερχόμενο το Δικαστήριο στην επίδικη αίτηση και αρχίζοντας από το στοιχείο της μη εμφάνισης, έστω και αν το Δικαστήριο αποδεχθεί τα όσα προβάλλονται στην αίτηση, δηλαδή ότι οφειλόταν σε παραδρομή εκ μέρους των Αιτητών και να δοθούν οδηγίες στους δικηγόρους τους, κρίνεται ότι η αναφορά των Αιτητών περί παραδρομής δεν αποτελεί επαρκή εξήγηση αλλά γενική και αφηρημένη δικαιολογία η οποία ως τέτοια δεν είναι ικανοποιητική για ένα τέτοιο σοβαρό θέμα της μη εμφάνισης, λαμβανομένου δε υπόψη του γεγονότος ότι η αγωγή επιδόθηκε στην Εναγόμενη 2 στις 16.07.2009 και μέχρι τις 22.10.2009 όταν εκδόθηκε απόφαση πέρασε αρκετό χρονικό διάστημα και χωρίς να δίδονται οποιεσδήποτε εξηγήσεις ως προς την παραδρομή και που οφειλόταν αυτή, ακόμη λαμβάνεται υπόψη και το κοινώς αποδεκτό γεγονός, ότι η Εναγόμενη 2 υπό την ιδιότητα της λαμβάνει συνεχώς αγωγές και συνεπώς γνωρίζει πολύ καλά περί των συνεπειών στην παράλειψη εμφάνισης. Πρόσθετα, λαμβάνεται υπόψη ότι με επιστολή που παρουσίασε ο Ενάγοντας ημερομηνίας 05.11.2009, η Αιτήτρια Εναγόμενη 2 έλαβε γνώση της απόφασης ωστόσο δεν έλαβε άμεσα μέτρα ακύρωσης παρά μόνο στις 04.01.2010 και χωρίς εξήγηση με σχετική μαρτυρία ως προς αυτή την καθυστέρηση. Όσον αφορά στην απόδειξη συζητήσιμου θέματος και/ή απόδειξης εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης, επίσης κρίνεται πως τα όσα στοιχεία θέτουν οι αιτητές με την ένορκη δήλωση του Χρίστου Κουκκίδη δεν ικανοποιούν το Δικαστήριο για την εν λόγω προϋπόθεση. Κατ΄ αρχήν ομιλούν περί αντίθετων στοιχείων ως προς την πρόκληση του δυστυχήματος και τα οποία στοιχεία δόθηκαν από την Εναγόμενη 1, ωστόσο αυτά τα στοιχεία δεν εξειδικεύονται ούτως ώστε να κριθούν ότι όντως δημιουργούν ή δικαιολογούν την ύπαρξη οποιασδήποτε υπεράσπισης. Κατά δεύτερο λόγο και ενώ οι αιτητές κάνουν αναφορά για πιθανότητα ύπαρξης στημένου δυστυχήματος και ότι δόθηκε ο φάκελλος τους για περαιτέρω διερεύνηση, μέχρι την εκδίκαση της επίδικης αίτησης καμία μαρτυρία έθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου η οποία παρέχει έστω ενδείξεις για κάτι τέτοιο, αλλά ούτε και οποιοδήποτε άλλο στοιχείο τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου για τυχόν διερεύνηση καταγγελίας για πιέσεις από αστυνομικούς προς την Αιτήτρια αρ. 2 όπως αυτή ισχυρίζεται. Περαιτέρω κρίνεται πως τα στοιχεία που έθεσαν οι Αιτητές ενώπιον του Δικαστηρίου για την απόδειξη εκ πρώτης υπεράσπισης κρίνονται ως γενικά και αόριστα από τα οποία προκύπτουν εύλογα ερωτηματικά: (α) τι είδους στημένο δυστύχημα υπάρχει; (β) ποιοι εμπλέκονται και πως, έστω με βάση τα δικά τους στοιχεία; Επισημαίνεται πως δεν δίδονται σχετικές λεπτομέρειες για τα πιο πάνω. Τέλος θα πρέπει να επισημανθεί η παντελής έλλειψη αναφοράς για εξουσιοδότηση στην εκπροσώπηση της Εναγόμενης 1 στην επίδικη αίτηση η οποία φέρεται και ως Αιτήτρια ή οποιασδήποτε μαρτυρία εκ μέρους της προς υποστήριξη της αίτησης. Με βάση όλα τα πιο πάνω κρίνεται πως τυχών έγκριση του αιτήματος και παραμερισμός της εκδοθείσας απόφασης θα οδηγούσε σε καταστρατήγηση της διαδικασίας, εξασφάλισης απόφασης ερήμην διαδίκου με παραγνώριση στα δικαιώματα του διαδίκου ο οποίος σέβεται και τηρεί τις διαδικασίες. Επίσης θα προκαλείτο ανασφάλεια στην οριστικότητα της απονομής της δικαιοσύνης. Συνακόλουθα των πιο πάνω κρίνεται ότι οι αιτητές απέτυχαν να αποδείξουν τις προϋποθέσεις επιτυχίας της επίδικης αίτησης ως εκ τούτου αυτή απορρίπτεται με έξοδα σε βάρος αυτών και προς όφελος του Καθ΄ ου η Αίτηση, να υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............ Δ. Ι. Κίτσιος, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής ./Ε.Π. Subject: Civil/other actions/Interim Αναφορά: Παραμερισμός Απόφασης - Δ.17 Κ.10 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο