Adam Share κ.α. ν. J I Estates Ltd, Αρ. Αγωγής :- 2290/2006, 21η Οκτωβρίου 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2010:A49 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον :- Μ. Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Αρ. Αγωγής :- 2290/2006 Μεταξύ :- Adam Share Joanne Share Ενάγοντες Και J. & I. Estates Ltd Εναγόμενη Ημερομηνία :- Πέμπτη 21η Οκτωβρίου 2010 Αίτηση Πώλησης Ακίνητης Ιδιοκτησίας ημερομηνίας 19/1/2007 Για τους Ενάγοντες - Αιτητές :- κα. Μαρία Πιερή για Μιχαλάκης Κυπριανού & Σια Δ.Ε.Π.Ε. (Για ν΄ ακούσει απόφαση :- Αυτοπροσώπως / ............. ) Για την Εναγόμενη - Καθ΄ ης η Αίτηση :- Καμία Εμφάνιση Για τα Ενδιαφερόμενα Μέρη :- κα. Όλγα Λάμπρου (Για ν΄ ακούσει απόφαση :- Αυτοπροσώπως / κα. Κνέκνα) Απόφαση
- Αιτούνται οι ενάγοντες την έκδοση διατάγματος με το οποίο να διατάσσεται η πώληση 1/3 μεριδίου χωραφιού για την είσπραξη του εξ αποφάσεως χρέους. Κατά την ακρόαση της αίτησης το αίτημα ουσιαστικά περιορίστηκε όπως επεξηγείται πιο κάτω.
- Τα ενδιαφερόμενα μέρη, Stephen John Palastanga και Heather Victoria Palastanga (στο εξής θα καλούνται τα «ενδιαφερόμενα μέρη») καταχώρησαν ένσταση εναντίον της αίτησης. Καταχωρήθηκε επίσης επιπρόσθετη ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης αναφορικά με το περιεχόμενο της οποίας ο ενόρκως δηλών αντεξετάστηκε. Πέραν από τις αγορεύσεις με τις οποίες ακολούθως ολοκληρώθηκε η ακροαματική διαδικασία της αίτησης οι ευπαίδευτοι δικηγόροι δήλωσαν 8 συνολικά παραδεκτά γεγονότα.
- Ασφαλώς, το Δικαστήριο διατηρεί υπόψη του τόσο αυτά τα παραδεκτά γεγονότα όσο και τη μαρτυρία η οποία παρουσιάστηκε προς υποστήριξη τόσο της αίτησης όσο και της ένστασης. Ενώ σε σχέση με τη μαρτυρία η οποία προέκυψε από την αντεξέταση του ενόρκως δηλούντα στην επιπρόσθετη ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης διαπιστώνεται ότι ουσιαστικά κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης δεν αμφισβητήθηκε η αξιοπιστία του συγκεκριμένου μάρτυρα. Η μαρτυρία του οποίου στο σύνολο της, είτε γραπτή είτε προφορική, λαμβάνεται υπόψη σε συνδυασμό με την υπόλοιπη μαρτυρία στο σύνολο της έτσι ώστε το Δικαστήριο να καταλήξει στα συμπεράσματα του αναφορικά με την πραγματική πτυχή της αίτησης.
- Βεβαίως στην τελική αγόρευση της η ευπαίδευτη δικηγόρος των εναγόντων αναφέρθηκε στην εξ ακοής φύση της μαρτυρίας του μάρτυρα αυτού. Στο βαθμό βεβαίως στον οποίο σύμφωνα και με την εισήγηση της η μαρτυρία αυτή εμπεριείχε εξ ακοής μαρτυρία. Πραγματικά θεωρώ ότι η εισήγηση της ευπαίδευτης δικηγόρου των εναγόντων όπως μην ληφθεί υπόψη κανένα σημείο από τη μαρτυρία του συγκεκριμένου μάρτυρα δεν είναι δυνατό να γίνει δεκτή ως ορθή. Ακόμη και στο βαθμό στον οποίο όντως εντός αυτής της μαρτυρίας εμπεριέχεται οποιοδήποτε στοιχείο εξ ακοής μαρτυρίας (παραδείγματος χάριν, το αντίγραφο σχεδίου το οποίο επισυνάπτεται στην ένορκη του δήλωση) υπενθυμίζω απλά ότι σύμφωνα με το άρθρο 24
(1)του περί Απόδειξης Νόμου «.η εξ ακοής μαρτυρία δεν αποκλείεται από οποιαδήποτε διαδικασία ενώπιον οιουδήποτε Δικαστηρίου, απλώς και μόνο διότι αυτή είναι εξ ακοής.» διατηρώντας υπόψη βεβαίως και τα όσα αναφέρονται σχετικά από το άρθρο 27 του ίδιου Νόμου αναφορικά με την αξιολόγηση της βαρύτητας που θα προσδοθεί σε εξ ακοής μαρτυρία. Θεωρώ ότι η μαρτυρία αυτού του μάρτυρα σκοπό είχε την υποβοήθηση του Δικαστηρίου ως προς την ορθότερη κατά το δυνατό αντίληψη της όλης διαδικασίας ανάπτυξης του επίδικου τεμαχίου και είναι με αυτή την έννοια την οποία αυτή λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο.
- Περιορίζονται σε τέσσερεις συνολικά οι λόγοι ένστασης των ενδιαφερομένων μερών οι οποίοι είναι τόσο σύντομοι και περιορισμένοι σε αριθμό έτσι ώστε να καθίσταται ευχερής η συνολική παράθεση τους πιο κάτω. 5.
- Με τον πρώτο λόγο ένστασης προβάλλεται η θέση ότι τα ενδιαφερόμενα μέρη «.έχουν προγενέστερο δικαίωμα ειδικής εκτέλεσης της συμφωνίας με βάση το πωλητήριο έγγραφο το οποίο έχει κατατεθεί στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λευκωσίας». 5.
- Ο δεύτερος λόγος ένστασης είναι πολύ γενικός υπό την έννοια ότι προβάλλεται πολύ απλά η θέση ότι δεν «.ισχύουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος». 5.
- Με τον τρίτο λόγο ένστασης εισηγούνται τα ενδιαφερόμενα μέρη ότι η ένορκη δήλωση η οποία υποστηρίζει την αίτηση «.είναι παράτυπη ως αντίθετη με τους εφαρμοζόμενους δικονομικούς θεσμούς που διέπουν τη σύνταξη της». 5.
- Ο τέταρτος λόγος ένστασης είναι επίσης γενικός καθώς προβάλλεται η θέση ότι η αίτηση «.δεν είναι γνήσια ή καλόπιστη και αυτή θα πρέπει να απορριφθεί με έξοδα σε βάρος των Εναγόντων - Αίτητων ως αβάσιμη, επιπόλαια, ενοχλητική και καταχρηστική».
- Έχοντας μελετήσει τα όσα στοιχεία τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου στο σύνολο τους και διατηρώντας υπόψη τόσο τη γενικότητα του δεύτερου και τέταρτου λόγου ένστασης αλλά ακόμη και τη σχετικότητα του τρίτου λόγου ένστασης με τον δεύτερο λόγο ένστασης θεωρώ ότι ο βασικός λόγος ο οποίος χρήζει εξέτασης εις βάθος είναι ο πρώτος λόγος ένστασης σε συνάρτηση βεβαίως με τα όσα σημεία εγείρονται έστω και υπό γενική μορφή με τον δεύτερο λόγο ένστασης και τον τέταρτο λόγο ένστασης.
- Αναφορικά δε με τον τρίτο λόγο ένστασης όπως αυτός είναι δυνατό να γίνει αντιληπτός σύμφωνα και με τη διατύπωση του, με αναφορά δηλαδή ως προς το ότι η ένορκη δήλωση είναι παράτυπη ως αντίθετη με τους εφαρμοζόμενους δικονομικούς θεσμούς που διέπουν τη σύνταξη της, λογικά θεωρώ ότι αυτός έχει σχέση κυρίως με το ίδιο το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης. Ιδιαίτερα δε διατηρώντας υπόψη τον τρόπο με τον οποίο αυτός ο λόγος ένστασης προωθήθηκε υπό μορφή επιχειρηματολογίας. Διευκρινίζω ότι θα αναφερθώ σε αυτό το λόγο ένστασης μετά και από την εξέταση του πρώτου λόγου ένστασης ενώ οι υπόλοιποι δύο λόγοι ένστασης λόγω και της γενικότητας τους αναπόφευκτα διατηρούνται υπόψη του Δικαστηρίου ακόμη και κατά την εξέταση των υπόλοιπων λόγων ένστασης. Εντούτοις θα υπάρχει σχετική και ξεχωριστή αναφορά και επί αυτών των λόγων ένστασης.
- Αναφορικά με τον πρώτο λόγο ένστασης παρατηρώ ότι ουσιαστικά οι ενάγοντες αποδέχονται μερικώς το δεδομένο της προτεραιότητας του δικαιώματος ειδικής εκτέλεσης της συμφωνίας με βάση την οποία τα ενδιαφερόμενα μέρη αποκτούσαν το οποιοδήποτε συμφέρον στην ακίνητη ιδιοκτησία μεριδίου της οποίας οι ενάγοντες αιτούνται την καταναγκαστική πώληση. Καθώς δηλαδή με το όγδοο παραδεκτό γεγονός οι ενάγοντες «.αναγνωρίζουν και αποδέχονται την ύπαρξη του αγοραπωλητηρίου εγγράφου ΠΩΕ 2718/2004, αποδέχονται το γεγονός ότι προηγείται και περιορίζουν τα δικαιώματα τους στην υπόλοιπη έκταση που απομένει από την αφαίρεση των 1080 τ.μ ήτοι στα 270 τ.μ.». Βεβαίως η αναφορά σε 1.080 τ. μ. έχει σχέση με το έβδομο παραδεκτό γεγονός. Ως προς το ότι δηλαδή το «.πωλητήριο έγγραφο ΠΩΕ 2718/2004 που καταχωρήθηκε από τους κ. PALASTANGA αναφέρει ρητά ότι η έκταση μέρους του ακινήτου επί του οποίου θα αναγειρόταν η κατοικία είναι 1080 τ.μ». Ενώ τόσο το πέμπτο όσο και έκτο παραδεκτό γεγονός έχουν σχέση ουσιαστικά με την έκταση της οποίας οι ενάγοντες διεκδικούν την έκδοση διατάγματος καταναγκαστικής πώλησης της. Καθώς με το πέμπτο παραδεκτό γεγονός καθορίζεται ότι η «.κατάθεση του αγοραπωλητηρίου εγγράφου εκ μέρους των κ. PALASTANGA υπ΄ αριθμό ΠΩΕ 2718/2004 αφορά το 1/3 του επίδικου ακινήτου» ενώ με το έκτο παραδεκτό γεγονός καθορίζεται ότι η «.συνολική έκταση του επίδικου ακινήτου είναι 4051 τ.μ και συνεπώς η έκταση του 1/3 μεριδίο των καθ΄ ου η αίτηση είναι 1350 τ.μ.». Ιδιοκτήτης του επίδικου ακινήτου κατά το 1/3, σύμφωνα και με το δεύτερο παραδεκτό γεγονός, είναι η καθ΄ ης η αίτηση, δηλαδή η εναγόμενη εταιρεία με την οποία τα ενδιαφερόμενα μέρη είχαν συμφωνήσει την ανέγερση κατοικίας επί μέρους του επίδικου ακινήτου.
- Αναμφίβολα ο πρώτος λόγος ένστασης ευσταθεί τουλάχιστον υπό την πραγματική του έννοια. Ως προς το ότι δηλαδή σύμφωνα και με τα χρονικά δεδομένα της περίπτωσης υπό εξέταση το δικαίωμα ειδικής εκτέλεσης το οποίο τα ενδιαφερόμενα μέρη έχουν είναι προγενέστερο του οποιουδήποτε δικαιώματος το οποίο οι ενάγοντες έχουν σε σχέση με την επίδικη ακίνητη ιδιοκτησία. Μάλιστα με το τρίτο παραδεκτό γεγονός δηλώνεται ότι σύμφωνα «.με το πιστοποιητικό έρευνας ακίνητης ιδιοκτησίας (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 1) του ΜΕΜΟ υπ΄ ΄αριθμό 1265/2007 προηγείται η κατάθεση του αγοραπωλητηρίου εγγράφου εκ μέρους των κ. PALASTANGA». Εντούτοις το δεδομένο ότι ο πρώτος λόγος ένστασης ευσταθεί υπό την πραγματική του έννοια δεν οδηγεί αυτόματα στο συμπέρασμα ότι ευσταθεί επίσης υπό την έννοια της νομικής του βασιμότητας. Αυτό το θέμα αποτελεί ξεχωριστό ερώτημα το οποίο εξετάζεται πιο κάτω.
- Το ερώτημα κατά πόσο ο πρώτος λόγος ένστασης ευσταθεί νομικά είναι δυνατό να απαντηθεί μόνο μετά από διερεύνηση της νομικής πτυχής του θέματος υπό εξέταση. Εντός του πιστοποιητικού έρευνας το οποίο καταχωρήθηκε ως τεκμήριο με την ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης παρατίθενται τα εμπράγματα βάρη επί της επίδικης ακίνητης ιδιοκτησίας (δηλαδή, το 1/3 μερίδιο του τεμαχίου 342 ως το επηρεαζόμενο μερίδιο στο επίδικο ακίνητο). Χρονικά, όπως ήδη αναφέρεται πιο πάνω, το πωλητήριο έγγραφο των ενδιαφερόμενων μερών (29/10/2004) προηγείται της εγγραφής της δικαστικής απόφασης προς όφελος των εναγόντων. Παρά το γεγονός ότι ο περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμος εμπεριέχει ειδική πρόνοια (άρθρο 28) σε περιπτώσεις όπου η επίδικη γη βαρύνεται με υποθήκη εντούτοις δεν υπάρχει παρόμοια πρόνοια ως προς τις συνέπειες ύπαρξης προηγούμενου εμπράγματου βάρους υπό μορφή κατάθεσης αγοραπωλητηρίου εγγράφου. Εντούτοις σύμφωνα και με το άρθρο 12 του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου του 1965 (Ν.9/65, όπως αυτός τροποποιήθηκε) και συγκεκριμένα το εδάφιο
(1), στο βαθμό στον οποίο αυτό είναι σχετικό με την περίπτωση υπό εξέταση, «.οσάκις ακίνητον υπόκειται εις οιονδήποτε εμπράγματον βάρος.ουδεμία δήλωσης μεταβιβάσεως . γίνεται δεκτή παρά τω αρμοδίω Επαρχιακώ Κτηματολογικώ Γραφείω.». Ενώ σύμφωνα με τη παράγραφο (α) του εδαφίου
(5)εμπράγματο βάρος «.σημαίνει άμεσόν τινα επί ακινήτου απαίτησιν, δικαίωμα επιβαρύνσεως (lien) ή υποχρέωσιν, υφιστάμενην δυνάμει των διατάξεων οιουδήποτε εκάστοτε εν ισχύι νόμου.». Μεταξύ βεβαίως των εμπραγμάτων βαρών τα οποία συμπεριλαμβάνονται στο Πρώτο Παράρτημα του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου του 1965 και τα οποία καθορίζονται από το εδάφιο
(6)του άρθρου 12 ως εμπράγματα βάρη είναι και η εγγραφή δικαστικής απόφασης δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 53 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου (δηλαδή, η περίπτωση των εναγόντων) ως επίσης και η κατάθεση σύμβασης πώλησης ακινήτου δυνάμει των διατάξεων του περί Πωλήσεως Γαιών (Ειδική Εκτέλεσις) Νόμου (δηλαδή, η περίπτωση των ενδιαφερόμενων μερών). 11. Διατηρώντας υπόψη τα όσα αναφέρονται πιο πάνω ως προς τη νομική πτυχή του θέματος κρίνω ότι ο πρώτος λόγος ένστασης ευσταθεί και νομικά υπό την εξής έννοια. Πολύ απλά εφόσον τόσο η εγγραφή της δικαστικής απόφασης υπέρ των εναγόντων όσο και η κατάθεση της σύμβασης πώλησης προς τα ενδιαφερόμενα μέρη αποτελούν εμπράγματα βάρη ενώ η κατάθεση της σύμβασης πώλησης έγινε πριν από την εγγραφή της δικαστικής απόφασης τότε αναμφίβολα τα ενδιαφερόμενα μέρη έχουν προγενέστερο δικαίωμα ειδικής εκτέλεσης της συμφωνίας με βάση το πωλητήριο έγγραφο το οποίο έχει κατατεθεί στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λευκωσίας. Ενώ επιπλέον όπως ρητά αναφέρεται από το άρθρο 12 του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου του 1965 (Ν.9/65, όπως αυτός τροποποιήθηκε) και συγκεκριμένα το εδάφιο
(1), στο βαθμό στον οποίο αυτό είναι σχετικό με την περίπτωση υπό εξέταση, «.οσάκις ακίνητον υπόκειται εις οιονδήποτε εμπράγματον βάρος.ουδεμία δήλωσης μεταβιβάσεως . γίνεται δεκτή παρά τω αρμοδίω Επαρχιακώ Κτηματολογικώ Γραφείω.». 12. Θεωρώ κατά συνέπεια ότι έτσι ώστε να έχει οποιοδήποτε νόημα στην εφαρμογή του ο σχετικός νόμος και συγκεκριμένα το εδάφιο
(1)του άρθρου 12 του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου του 1965 τότε δεν είναι δυνατό για το Δικαστήριο να εκδώσει διάταγμα πώλησης του μέρους εκείνου του 1/3 μεριδίου του επίδικου ακινήτου το οποίο καλύπτεται από το εμπράγματο βάρος της κατάθεσης της σύμβασης πώλησης προς τα ενδιαφερόμενα μέρη. Το ερώτημα βεβαίως το οποίο προκύπτει είναι κατά πόσο παρέχεται εντούτοις η δυνατότητα στο Δικαστήριο να εκδώσει διάταγμα αναφορικά με το υπόλοιπο μέρος της έκτασης του επίδικου τεμαχίου το οποίο συμβατικά τουλάχιστον δεν καλύπτεται από το εμπράγματο βάρος. Εμπράγματο βάρος το οποίο υπάρχει και το οποίο ουσιαστικά λειτουργεί προς όφελος των ενδιαφερόμενων μερών καθώς περιορίζεται η δυνατότητα εκποίησης της ακίνητης ιδιοκτησίας της εναγομένης εταιρείας εις βάρος των δικών τους δικαιωμάτων για την ειδική εκτέλεση της σύμβασης πώλησης μεταξύ τους και της καθ΄ ης η αίτηση.
- Οφείλω να διευκρινίσω σε αυτό το σημείο της απόφασης τα εξής. Παρά και το γεγονός ότι το επίδικο αγοραπωλητήριο έγγραφο (ΠΩΕ2718/04) αναφέρει ρητά ότι η έκταση μέρους του ακινήτου επί του οποίου θα ανεγειρόταν η κατοικία είναι 1.080 τετραγωνικά μέτρα (έβδομο παραδεκτό γεγονός) και είναι κοινά παραδεκτό ότι η κατάθεση του αφορά το 1/3 του επίδικου τεμαχίου (πέμπτο παραδεκτό γεγονός) νομικά όμως κρίνω ότι σύμφωνα και με το άρθρο 12 του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου του 1965 αναπόφευκτα η κατάθεση αυτού του εγγράφου αποτελεί εμπράγματο βάρος για ολόκληρο το τεμάχιο και όχι είτε για τα 1.080 τετραγωνικά μέτρα είτε για το 1/3 του επίδικου τεμαχίου. Καθότι το τεμάχιο αυτό δεν έχει ακόμη διαχωριστεί σε ξεχωριστά νέα τεμάχια για τα οποία να έχει εκδοθεί ξεχωριστό πιστοποιητικό εγγραφής ακίνητης ιδιοκτησίας.
- Επί αυτού του θέματος και αναφορικά με το έβδομο παραδεκτό γεγονός ότι η σχετική σύμβαση πώλησης καλύπτει μόνο έκταση 1.080 τετραγωνικών μέτρων το Δικαστήριο οδηγείται δίχως ιδιαίτερη δυσκολία στο συμπέρασμα ότι δεν υπάρχει νομικά η δυνατότητα έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος. Καθότι αυτή είναι η έκταση σε σχέση με την οποία η σύμβαση πώλησης είναι αποδεκτό και από τους ενάγοντες ότι αποτελεί εμπράγματο βάρος επί του επίδικου τεμαχίου.
- Βεβαίως δεν παύει όμως παράλληλα η σύμβαση πώλησης να αποτελεί εμπράγματο βάρος ανεξάρτητα και από την έκταση στην οποία αυτή αναφέρεται. Εμπράγματο βάρος του οποίου η ύπαρξη καθιστά νομικά ανεπίτρεπτη την αποδοχή δήλωσης μεταβίβασης από το αρμόδιο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο. Προκύπτει λογικά όμως το ερώτημα, διατηρώντας υπόψη και την έκταση η οποία σύμφωνα και με τη θέση των εναγόντων καλύπτεται από το εμπράγματο βάρος, κατά πόσο θα ήταν νομικά εφικτό αυτή η έκταση να διαχωριστεί από το υπόλοιπο 1/3 του επίδικου τεμαχίου και να επιτραπεί από το Δικαστήριο η μεταβίβαση του υπολοίπου αυτού του μεριδίου.
- Διατηρώντας δηλαδή υπόψη ότι οι ίδιοι οι ενάγοντες έχουν περιορίσει το αίτημα τους σε μέρος του επίδικου ακινήτου το οποίο δεν επηρεάζεται από τη σύμβαση πώλησης, δηλαδή σε έκταση 270 τετραγωνικών μέτρων. Οδηγείται λογικά συνεπώς το Δικαστήριο σε εξέταση του εξής ερωτήματος. Ακόμη και να γινόταν δεκτή από το Δικαστήριο η θέση των εναγόντων (η οποία δεν γίνεται όπως αναφέρεται και πιο πάνω στη παράγραφο 13 αυτής της απόφασης) ότι δηλαδή αυτό το μέρος εκ πρώτης όψεως δεν επηρεάζεται από το εμπράγματο βάρος της συγκεκριμένης σύμβασης δημιουργείται τότε το εξής ερώτημα.
- Υπάρχει η δυνατότητα έκδοσης διατάγματος πώλησης του υπόλοιπου μέρους του 1/3 μεριδίου του επίδικου ακινήτου; Δηλαδή για την εναπομείνασα έκταση των 270 τετραγωνικών μέτρων.
- Θεωρώ ότι το ερώτημα αυτό δεν είναι τόσο απλό για τον εξής βασικό λόγο. Το επίδικο τεμάχιο δεν παύει νομικά να αποτελεί ένα ενιαίο σύνολο του οποίου βεβαίως επιδιώκεται ο διαχωρισμός σύμφωνα και με την πολεοδομική άδεια (τεκμήριο Ε) η οποία επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση του Μιχάλη Μάρκου προς υποστήριξη της ένστασης. Σημειωτέον ότι η πολεοδομική άδεια φέρει ημερομηνία έκδοσης 17/7/2006 ενώ αυτή υποβλήθηκε περίπου ένα έτος μετά και από την υπογραφή της σύμβασης πώλησης μεταξύ της καθ΄ ης η αίτηση εναγομένης εταιρείας και των ενδιαφερόμενων μερών. Αξιοσημείωτο βεβαίως είναι και το δεδομένο ότι η καθ΄ ης η αίτηση, με βάση τη μαρτυρία η οποία έχει παρουσιαστεί, δεν ασχολείται πλέον με την επίτευξη συμμόρφωσης με τους όρους της συγκεκριμένης πολεοδομικής άδειας. Επί αυτού του θέματος έχει εκδοθεί και σχετική απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας (τεκμήριο «ΣΤ» στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης). Ενώ επιπλέον τα ενδιαφερόμενα μέρη έχουν καταφύγει σε άλλη εταιρεία για την ανέγερση της κατοικίας τους. Εν πάση περιπτώσει η πολεοδομική άδεια στη περιγραφή αναπτύξεως αναφέρεται σε ανέγερση 3 κατοικιών ενώ, παρεμπιπτόντως, αναφορικά με την ανανέωση αυτής δεν έχει παρουσιαστεί οποιαδήποτε σχετική μαρτυρία αλλά ούτε και τέθηκε το θέμα αυτό ως επίδικο.
- Σύμφωνα με τη μαρτυρία προς υποστήριξη της ένστασης (παράγραφος 14) η ανέγερση της κατοικίας των ενδιαφερόμενων μερών «.υλοποιείται με βάση τους όρους της πολεοδομικής άδειας με αρ. ΛΕΥ/02210/2005.» ενώ σύμφωνα «.με τους όρους της άδειας, το τεμάχιο συμπεριλαμβανομένου και του επίδικου μεριδίου 1/3 επηρεάζεται από ρυμοτομία, ήτοι θα πρέπει να παραχωρηθεί μέρος της γης για σκοπούς διάνοιξης, διεύρυνσης ή συνέχισης δημόσιας οδού καθώς επίσης και για σκοπούς πρασίνου.». Επισυνάπτεται επί αυτής της ένορκης δήλωσης ως τεκμήριο αντίγραφο της συγκεκριμένης πολεοδομικής άδειας. Αυτό το οποίο οφείλω να τονίσω σε σχέση με την έκβαση αυτής της απόφασης είναι το εξής. Όπως διευκρινίζω και πιο πάνω θεωρώ ότι είναι λογικό το Δικαστήριο να αντιμετωπίζει το αίτημα των εναγόντων διατηρώντας ταυτόχρονα υπόψη του ότι αν και το αίτημα αυτό αφορά το 1/3 μερίδιο του επίδικου τεμαχίου εντούτοις το συγκεκριμένο τεμάχιο δεν παύει να είναι ένα ενιαίο τεμάχιο το οποίο δεν έχει ακόμη διαχωριστεί αν και αναμένεται σύμφωνα και με την εφαρμογή της πολεοδομικής άδειας αυτό να διαχωριστεί έτσι ώστε να καθίσταται εφικτή η ολοκλήρωση της συγκεκριμένης ανάπτυξης σε σχέση με την οποία εκδόθηκε η πολεοδομική άδεια.
- Πραγματικά θεωρώ ότι αυτό το δεδομένο δεν είναι δυνατό να αγνοηθεί από το Δικαστήριο κατά την εξέταση της αίτησης. Καθότι σύμφωνα και με το όγδοο παραδεκτό γεγονός (βλ. σχετικά τη παράγραφο 8 αυτής της απόφασης) οι ίδιοι οι ενάγοντες περιορίζουν το αίτημα τους. Καθώς δηλαδή αναγνωρίζουν και αποδέχονται τόσο την ύπαρξη του αγοραπωλητήριου εγγράφου των ενδιαφερόμενων μερών (δηλαδή, της κατάθεσης αυτού για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης του) όσο και το γεγονός ότι προηγείται και περιορίζουν τα δικαιώματα τους στην υπόλοιπη έκταση που απομένει από την αφαίρεση των 1.080 τετραγωνικών μέτρων δηλαδή στα εναπομείναντα 270 τετραγωνικά μέτρα.
- Το πρώτο ερώτημα το οποίο αναπόφευκτα δημιουργείται έχοντας ως βάση αυτά τα δεδομένα είναι κατά πόσο υπάρχει η δυνατότητα καθορισμού έστω και αυτής της περιορισμένης έκτασης. Καθότι εάν αυτή δεν υπάρχει τότε ασφαλώς δεν παρέχεται ούτε και η δυνατότητα στο Δικαστήριο να ικανοποιήσει το αίτημα των εναγόντων με την έκδοση ενός αόριστου διατάγματος το οποίο θα είναι αδύνατο να εφαρμοστεί στην πράξη.
- Ακόμη και να παρέχεται η δυνατότητα καθορισμού έστω και αυτής της περιορισμένης έκτασης το δεύτερο ερώτημα το οποίο προκύπτει είναι το εξής. Καθίσταται εφικτή η έκδοση διατάγματος αναφορικά με ένα τεμάχιο γης το οποίο βρίσκεται σε μία διαδικασία ανάπτυξης του υπό την έννοια του διαχωρισμού του σε τρία νέα διαφορετικά τεμάχια σύμφωνα και με τη σχετική πολεοδομική άδεια;
- Αναφορικά με το πρώτο ερώτημα σύμφωνα με τη μαρτυρία η οποία έχει παρουσιαστεί θεωρώ ότι αυτή η δυνατότητα δεν υπάρχει. Τουλάχιστον υπό την έννοια της έκδοσης ενός διατάγματος άμεσης εφαρμογής. Θεωρώ όμως ότι θα ήταν άδικο να μην εξεταζόταν τουλάχιστον η δυνατότητα έκδοσης ενός διατάγματος υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Δηλαδή υπό την έννοια τήρησης αυτών των προϋποθέσεων ή ουσιαστικά ικανοποίησης συγκεκριμένων όρων προτού να ενεργοποιείται το διάταγμα και να καθίσταται εφικτή η εφαρμογή του.
- Όμως σε αυτό το σημείο της απόφασης διευκρινίζω απλά τα εξής. Το συμπέρασμα του Δικαστηρίου ως προς το ότι ο πρώτος λόγος ένστασης ευσταθεί έχει σχέση με το ίδιο το δεδομένο το οποίο επιτυχώς έχει προβληθεί τόσο από πραγματικής όσο και νομικής άποψης. Ότι δηλαδή τα «.ενδιαφερόμενα μέρη έχουν προγενέστερο δικαίωμα ειδικής εκτέλεσης της συμφωνίας με βάση πωλητήριο έγγραφο το οποίο έχει κατατεθεί στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λευκωσίας».
- Διατηρώντας όμως υπόψη τα παραδεκτά γεγονότα τα οποία έχουν δηλωθεί από τους διάδικους το γεγονός ότι έχει κριθεί ότι ο πρώτος λόγος ένστασης ευσταθεί δεν οδηγεί αυτόματα στην απόρριψη της αίτησης των εναγόντων. Καθώς δηλαδή θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι τα ίδια τα ενδιαφερόμενα μέρη έχουν περιορίσει το βαθμό στον οποίο αυτό το προγενέστερο δικαίωμα εμποδίζει τους ενάγοντες από το να διεκδικήσουν το αιτούμενο διάταγμα. Υπό την έννοια της αποδοχής από αυτά ότι το πωλητήριο έγγραφο ΠΩΕ2718/2004 αναφέρει ρητά ότι η «.έκταση μέρους του ακινήτου επί του οποίου θα αναγειρόταν η κατοικία είναι 1080τ.μ». Βεβαίως δεν προκύπτει με σαφήνεια από τα παραδεκτά γεγονότα ότι τα ενδιαφερόμενα μέρη όντως έχουν περιορίσει το βαθμό στον οποίο αυτό το προγενέστερο δικαίωμα εμποδίζει τους ενάγοντες από το να διεκδικήσουν το αιτούμενο διάταγμα. Σύμφωνα με τα συγκεκριμένα δεδομένα αυτής της υπόθεσης και υπό το φως των παραδεκτών γεγονότων, το προγενέστερο δικαίωμα των ενδιαφερόμενων μερών παρέχει στους ενάγοντες την ευχέρεια διεκδίκησης πώλησης της έκτασης η οποία απομένει μετά από αφαίρεση της προαναφερόμενης έκτασης από τη συνολική έκταση του 1/3 μεριδίου του επίδικου ακινήτου. Το κατά πόσο όμως αυτό είναι εφικτό υπό την έννοια έκδοσης ενός εφαρμόσιμου διατάγματος αποτελεί ξεχωριστό θέμα προς εξέταση από το Δικαστήριο.
- Κρίνω ότι σύμφωνα με τη μαρτυρία η οποία έχει παρουσιαστεί μέχρι στιγμής η δυνατότητα στη πράξη της αφαίρεσης της προαναφερόμενης έκτασης από τη συνολική έκταση του 1/3 μεριδίου του επίδικου ακινήτου δεν είναι υπαρκτή. Συνεπώς η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα οδηγούσε στην ύπαρξη ενός διατάγματος το οποίο στη πράξη θα ήταν αδύνατο να εφαρμοστεί.
- Καθότι το Δικαστήριο διατηρεί υπόψη του και τη μαρτυρία η οποία προκύπτει από την ένορκη δήλωση του πολιτικού μηχανικού, Ανδρέα Ιωάννου, στην οποία υπάρχει αναφορά εντός αυτής της απόφασης. Υπενθυμίζω ότι η μαρτυρία αυτή ουσιαστικά είναι αναντίλεκτη καθότι η φύση της αντεξέτασης αυτού του μάρτυρα ήταν κυρίως διευκρινιστικού και διερευνητικού χαρακτήρα δίχως αυτή να λαμβάνει οποιαδήποτε μορφή αμφισβήτησης της μαρτυρίας η οποία δόθηκε ή παράθεσης εναλλακτικής μαρτυρίας. Παρά και την εισήγηση της αναφορικά με την εξ ακοής φύση αυτής της μαρτυρίας στην αγόρευση της σοφά θεωρώ η ευπαίδευτη δικηγόρος των εναγόντων δεν αμφισβήτησε τη μαρτυρία αυτή καθότι όχι μόνο δεν προσφερόταν από τη πλευρά των εναγόντων οποιαδήποτε μαρτυρία η οποία να έρχεται σε αντίθεση με αυτή αλλά στη πραγματικότητα δεν προσφέρθηκε ούτε ίχνος μαρτυρίας από τους ενάγοντες επί του συγκεκριμένου θέματος.
- Επομένως σύμφωνα και με τα όσα αναφέρει ο Αντρέας Ιωάννου στην ένορκη δήλωση του (παράγραφος 6) σύμφωνα με τον όρο 14 της σχετικής Πολεοδομικής Άδειας τα σύνορα των τεμαχίων, τα οποία θα προκύψουν από την ανέγερση 3 κατοικιών επί ολόκληρου του επίδικου τεμαχίου, «.θα είναι αυτά που θα προκύψουν μετά την παραχώρηση γης για σκοπούς διάνοιξης, διεύρυνσης, ή συνέχισης δημόσιας οδού ή παραχώρησης προς το δημόσιο χώρο για δημιουργία δημόσιας πλατείας ή χώρου πρασίνου» ενώ επιπλέον έχει παραχωρηθεί και «.τμήμα της υπό ανάπτυξης ακίνητης ιδιοκτησίας για σκοπούς εγγραφής ως δημόσιου δρόμου».
- Εκ πρώτης όψεως διαφαίνεται με βάση αυτή τη μαρτυρία η προοπτική της δυνατότητας εφαρμογής ενός διατάγματος πώλησης της εναπομένουσας έκτασης από το 1/3 του επίδικου τεμαχίου, δηλαδή αυτή των 270 τετραγωνικών μέτρων, υπό την προϋπόθεση ότι θα εκδοθεί η άδεια διαχωρισμού του επίδικου τεμαχίου και επιπλέον αυτή η έκταση δεν θα επηρεάζεται, δηλαδή μειώνεται, από παραχώρηση γης για σκοπούς διάνοιξης, διεύρυνσης, ή συνέχισης δημόσιας οδού ή παραχώρησης προς το δημόσιο χώρο για δημιουργία δημόσιας πλατείας ή χώρου πρασίνου.
- Βεβαίως στη μαρτυρία του ο πολιτικός μηχανικός προσθέτει επίσης ότι η «.διαφορά η οποία προκύπτει στην έκταση του επίδικου τεμαχίου είναι η έκταση η οποία έχει παραχωρηθεί για σκοπούς ρυμοτομίας και χώρου πρασίνου βάσει των όρων της πολεοδομικής άδειας και η έκταση των 1.080 τ.μ. είναι η καθαρή έκταση στην οποία θα ανεγερθεί η κατοικία» (παράγραφος 10 της ένορκης δήλωσης). Η εύλογη εντύπωση η οποία δημιουργείται από αυτή τη μαρτυρία είναι ότι ουσιαστικά η εναπομένουσα έκταση ήδη έχει παραχωρηθεί σύμφωνα με τους όρους της πολεοδομικής άδειας. Όμως, όπως προσθέτει ο ίδιος μάρτυρας, «.δεν έχει εκδοθεί άδεια διαχωρισμού καθότι δεν έχουν ολοκληρωθεί ακόμη οι εργασίες ανέγερσης της κατοικίας» (παράγραφος 11 της ένορκης δήλωσης).
- Ενώ επιπλέον δεν θα πρέπει να παραγνωρίζεται το εξής σημαντικό στοιχείο. Η σχετική πολεοδομική άδεια για ανέγερση 3 κατοικιών (Τεκμήριο Ε στην ένσταση) δεν αφορά μόνο το 1/3 του επίδικου τεμαχίου αλλά ολόκληρο το τεμάχιο
- Καθότι όταν αυτή εκδόθηκε η εναγόμενη εταιρεία ήταν η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια ολόκληρου του επίδικου τεμαχίου και όχι απλώς 1/3 αυτού. Επομένως οι οποιοιδήποτε όροι της Πολεοδομικής Άδειας επηρεάζουν ολόκληρο το τεμάχιο και όχι απλώς το 1/3 μερίδιο αυτού.
- Επιστρέφω στο θέμα το οποίο τίθεται προς εξέταση ως προς τη δυνατότητα έκδοσης ενός διατάγματος υπό συγκεκριμένους όρους. Παρά δηλαδή και το συμπέρασμα του Δικαστηρίου ως προς την ανυπαρξία της δυνατότητας έκδοσης ενός σαφές διατάγματος με σκοπό την άμεση εφαρμογή του. Αναφορικά με το δεύτερο ερώτημα το οποίο έθεσα πιο πάνω (βλ. σχετικά τη παράγραφο 22 αυτής της απόφασης) πραγματικά διατηρώντας υπόψη τα δεδομένα της περίπτωσης υπό εξέταση κρίνω ότι το αιτούμενο διάταγμα δεν είναι δυνατό να εκδοθεί καθότι δεν είναι δυνατό αυτό να εκδοθεί σε σχέση με το 1/3 μερίδιο ενός τεμαχίου το οποίο βρίσκεται σε μία διαδικασία διαχωρισμού σύμφωνα με την πολεοδομική άδεια για την έκδοση της οποία αναμφίβολα λήφθηκε υπόψη η έκταση του τεμαχίου στο σύνολο του έτσι ώστε αυτή να αρκεί για τη δημιουργία τριών νέων τεμαχίων, χώρου πρασίνου και δημόσιου δρόμου. Θεωρώ δηλαδή ότι θα ήταν αδύνατο να εκδοθεί οποιοδήποτε διάταγμα του οποίου η εφαρμογή να ήταν εφικτή υπό τις περιστάσεις.
- Επισφραγίζεται η έκβαση αυτής της αίτησης από το συμπέρασμα του Δικαστηρίου αναφορικά με τον πρώτο λόγο ένστασης. Εντούτοις θεωρώ ότι θα ήταν ορθότερο έστω και συνοπτικά να εξεταστούν και οι υπόλοιποι λόγοι ένστασης έτσι ώστε σε περίπτωση κατά την οποία το συμπέρασμα του Δικαστηρίου αναφορικά με τον πρώτο λόγο ένστασης κατ΄ έφεση κριθεί λανθασμένο τουλάχιστον θα υπάρχουν επίσης προς εξέταση και τα συμπεράσματα του αναφορικά με τους υπόλοιπους λόγους ένστασης.
- Αναφορικά με τους υπόλοιπους λόγους ένστασης παρατηρώ τα εξής.
- Ως προς τον δεύτερο λόγο ένστασης διατηρώντας υπόψη το βαθμό στον οποίο αυτός έχει προωθηθεί υπό μορφή επιχειρηματολογίας διαπιστώνω τα εξής. 35.
- Προτάσσεται η θέση ότι μία από τις προϋποθέσεις για την έκδοση εντάλματος πώλησης ακίνητης ιδιοκτησίας είναι να στερείται ο οφειλέτης κινητή ιδιοκτησία ενώ υπάρχει η εισήγηση ότι οι ενάγοντες δεν έχουν προσφέρει οποιαδήποτε μαρτυρία με την οποία να αποδεικνύεται ο ισχυρισμός ότι η καθ΄ ης η αίτηση στερείται κινητής ιδιοκτησίας. Βεβαίως αυτό το οποίο αναφέρεται ως προϋπόθεση εντός του άρθρου 22 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου δεν είναι αυτό το οποίο προτείνεται από τα ενδιαφερόμενα μέρη. Πέραν από τη περίπτωση όπου φαίνεται ότι ο οφειλέτης χρέους δεν έχει πράγματι στη κατοχή του κινητή περιουσία προφανώς η προϋπόθεση στην οποία αναφέρονται τα ενδιαφερόμενα μέρη είναι η εξής. Η επιστροφή εντάλματος πώλησης της κινητής ιδιοκτησίας του οφειλέτη χρέους δίχως αυτό να έχει εκτελεστεί. Δηλαδή δεν τίθεται από το άρθρο 22 ως προϋπόθεση η απόδειξη ότι η καθ΄ ης η αίτηση στερείται κινητής ιδιοκτησίας. Σύμφωνα με το άρθρο αυτό αρκεί το γεγονός ότι οι ενάγοντες, όπως και στη παρούσα περίπτωση, σύμφωνα και με το περιεχόμενο του φακέλου, έχουν καταχωρήσει αίτηση για την έκδοση εντάλματος πώλησης κινητής περιουσίας και ότι αυτό επιστράφηκε ανεκτέλεστο. Μάλιστα εντός του άρθρου 22 δεν αναφέρεται ως προϋπόθεση να έχει διαπιστωθεί από τον δικαστικό επιδότη εντεταλμένο με την εκτέλεση του εντάλματος ότι ο οφειλέτης στερείται κινητής περιουσίας υποκείμενης σε κατάσχεση. Ο λόγος ο οποίος αναφέρεται επί του συγκεκριμένου εντάλματος για την μη εκτέλεση του είναι διότι ο χρεώστης εγκατέλειψε τη δοθείσα διεύθυνση. Συνεπώς τόσο η θέση όσο και η εισήγηση των ενδιαφερόμενων μερών επί του συγκεκριμένου θέματος κρίνεται ανεδαφική και κατά συνέπεια λανθασμένη. 35.
- Προτάσσεται επίσης θέση αναφορικά με τη μη συμμόρφωση των εναγόντων με τη προϋπόθεση η οποία τίθεται από τη Δ.42 των Διαδικαστικών Κανονισμών της Πολιτικής Δικονομίας. Αγνοείται παντελώς με τη προβολή αυτής της θέσης ότι η καθ΄ ης η αίτηση είναι νομική οντότητα και όχι φυσικό άτομο. Δηλαδή, όπως φαίνεται από το όνομα της αλλά και το περιεχόμενο του φακέλου και τη μαρτυρία η οποία παρουσιάστηκε, η καθ΄ ης η αίτηση είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης. Πραγματικά δεν θα ανέμενε οποιοδήποτε Δικαστήριο σε μία τέτοια περίπτωση να αναφέρονταν εντός της ένορκης δήλωσης τα ανάλογα απαιτούμενα δεδομένα, όπως, παραδείγματος χάριν, πόσα είναι τα μέλη της οικογένειας του χρεώστη. 35.
- Αυτή ουσιαστικά είναι και η επιχειρηματολογία προς υποστήριξη του δεύτερου λόγου ένστασης. Πραγματικά διατηρώντας υπόψη αυτή την επιχειρηματολογία σε συνάρτηση και με τα δεδομένα της περίπτωσης υπό εξέταση δεν διαπιστώνεται ο συγκεκριμένος λόγος ένστασης να ευσταθεί.
- Αναφορικά με τον τρίτο λόγο ένστασης θεωρώ ότι σημασία στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν έχει η διατύπωση της ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της αίτησης ή το ερώτημα κατά πόσο αυτή είναι παράτυπη ως αντίθετη με τους εφαρμοζόμενους δικονομικούς θεσμούς οι οποίοι διέπουν τη σύνταξη της αλλά το ίδιο το περιεχόμενο της. Περιεχόμενο με βάση το οποίο, ανεξάρτητα και από το κατά πόσο ευσταθεί ο τρίτος λόγος ένστασης, δεν είναι δυνατό να κριθεί ως βάσιμη η αίτηση των εναγόντων. Συνεπώς πραγματικά θεωρώ ότι η οποιαδήποτε ενδελεχή εξέταση του τρίτου λόγου ένστασης θα είχε μόνο ακαδημαϊκή και υπό τις περιστάσεις αχρείαστη σημασία. Διατηρώντας όμως υπόψη και την επιχειρηματολογία η οποία προσφέρθηκε προς υποστήριξη αυτού του λόγου ένστασης ουσιαστικά αυτή έχει σχέση με το κατά πόσο είναι επαρκής (υπό την έννοια η ένορκη δήλωση να περιέχει πληροφορίες τις οποίες ο ενόρκως δηλών να είναι ικανός από δική του γνώση να αποδείξει) αναφορικά με το ερώτημα αν η εναγόμενη εταιρεία στερείται κινητής ιδιοκτησίας. Το θέμα αυτό εξετάζεται πιο πάνω και πραγματικά ακόμη και να ήταν δυνατό να κριθεί ότι ευσταθεί η επιχειρηματολογία προς υποστήριξη αυτής της θέσης και πάλι το συμπέρασμα του Δικαστηρίου δεν θα ήταν δυνατό να αγνοήσει το συμπέρασμα στο οποίο ήδη έχει καταλήξει αναφορικά με το ζήτημα της προϋπόθεσης η οποία τίθεται από το άρθρο 22 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου αναφορικά με την επιστροφή εντάλματος κατάσχεσης κινητής ιδιοκτησίας ως ανεκτέλεστου.
- Αναφορικά με τον τέταρτο λόγο ένστασης κρίνω ότι πραγματικά δεν είναι δυνατό να διαπιστωθεί ότι η αίτηση δεν είναι γνήσια ή καλόπιστη ή ότι αυτή θα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη, επιπόλαια, ενοχλητική και καταχρηστική. Θεωρώ ότι δικαιωματικά έθεσαν οι ενάγοντες σε λειτουργία ένα διαθέσιμο μηχανισμό εκτέλεσης της απόφασης η οποία εκδόθηκε προς όφελος τους και εις βάρος της εναγομένης εταιρείας. Το ερώτημα κατά πόσο η αίτηση αυτή ευσταθεί υπό τα δεδομένα της περίπτωσης υπό εξέταση έχει σχέση με το κατά πόσο τηρούνται οι προϋποθέσεις οι οποίες τίθενται από τις σχετικές νομοθετικές διατάξεις και όχι με το κατά πόσο η αίτηση είναι γνήσια ή καλόπιστη. Καθότι όπως διαπιστώνεται τα ενδιαφερόμενα μέρη δεν έχουν παρουσιάσει μαρτυρία ή παραθέσει επιχειρηματολογία με βάση την οποία να είναι δυνατό να κριθεί ότι η αίτηση αυτή δεν είναι γνήσια ή καλόπιστη. Θεωρώ ότι ακόμη και η εισήγηση ότι η καθ΄ ης η αίτηση έχει άλλη ακίνητη ιδιοκτησία εγγεγραμμένη στο όνομα της για την οποία οι ενάγοντες δεν έχουν λάβει οποιαδήποτε μέτρα εκτέλεσης δεν είναι δυνατό να γίνει δεκτή ως βάση για να κριθεί είτε ότι ευσταθεί ο τέταρτος λόγος ένστασης είτε ότι οι ενάγοντες δεν προσέρχονται στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια. Θεωρώ ότι η δυνατότητα να είχαν επιβαρύνει οι ενάγοντες οποιαδήποτε άλλη ακίνητη ιδιοκτησία της εναγομένης με εγγραφή της δικαστικής απόφασης επί αυτής δεν αποκλείει και τη δυνατότητα να είχαν προχωρήσει με τον τρόπο τον οποίο είχαν σε σχέση με την παρούσα αίτηση.
- Ως προς το θέμα των εξόδων διατηρώντας υπόψη το αποτέλεσμα εκδίκασης της αίτησης τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται υπέρ των ενδιαφερομένων μερών εις βάρος των εναγόντων 1 και 2 όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Μ. Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο