← Κύπρος

Ιφιγένεια Χαραλάμπους κ.α. ν. Γενικού Εισαγγελέα κ.α., Αρ. Αγωγής: 749/10, 21.10.2010

Ιφιγένεια Χαραλάμπους κ.α. ν. Γενικού Εισαγγελέα κ.α., Αρ. Αγωγής: 749/10, 21.10.2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2010:A50 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κουνίδου, Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 749/10 Μεταξύ:

  1. Ιφιγένεια Χαραλάμπους από την Αγ. Μαρίνα Χρυσοχούς
  2. Γεωργίας Φουρνίδου από την Αγ. Μαρίνα Χρυσοχούς
  3. Έλλης Χαραλάμπους από την Αγία Μαρίνα Χρυσοχούς
  4. Ειρηνούλλας Χαραλάμπους από τις ΗΠΑ
  5. Γιαννούλας Χαραλάμπους από τις ΗΠΑ Εναγουσών - και -
  6. Γενικού Εισαγγελέα από τη Λευκωσία
  7. Κοινοτικού Συμβουλίου Γυαλιάς από τη Γυαλιά
  8. Κρίνου Εφραίμ από τη Γυαλιά Εναγομένων ------------------------- ΑΙΤΗΣΗ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 11.3.2010 Ημερομηνία: 21.10.2010 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσες - αιτήτριες: κ. Ε Κορακίδης (Για να ακούσει απόφαση κα Π.Πέτρου) Για εναγόμενο - καθ΄ου η αίτηση 1: κα Ε. κόκκινου (Για να ακούσει απόφαση κ. Α. Χ''Κύρου ) Για Εναγόμενους - καθ΄ων η αίτηση 2, 3: κ. Ο. Νικολάου ------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι ενάγουσες με μονομερή αίτηση που στηρίζεται στα άρθρα 4 και 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6, στο άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου Ν. 14/60και στην Δ.48 Θ1-13 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας πέτυχαν στις 11.3.2010 την έκδοση προσωρινού διατάγματος με το οποίο διατάσσονται οι εναγόμενοι και/ή οι αντιπρόσωποι και/ή οι υπάλληλοι τους όπως μη επεμβαίνουν στο κτήμα τους με αρ. εγγραφής 5088, τεμάχιο 32, Φ/Σ 26/29 που βρίσκεται στην Κοινότητα Γυαλιά της Επαρχίας Πάφου. Τα γεγονότα που στοιχειοθετούν την απαίτηση και το διάταγμα περιγράφονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση και είναι τα πιο κάτω: Οι ενάγουσες είναι ιδιοκτήτριες του πιο πάνω αναφερόμενου τεμαχίου του οποίου, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της ένορκης δήλωσης, τα σύνορα υποδείχθηκαν παλαιότερα από το Κτηματολόγιο και είχαν τοποθετηθεί ορόσημα. Κατά ή περί τον Ιούνιο του 2009, οι εναγόμενοι 2 και 3, δια των υπαλλήλων και/ή αντιπροσώπων τους, επέμβηκαν στον πιο πάνω κτήμα των εναγουσών μετακινώντας τα ορόσημα και όγκο χωμάτων και διαπλατύνοντας παράνομα στην βορειοανατολική πλευρά του κτήματος, τον συνορεύοντα χωματόδρομο. Μετά την πιο πάνω επέμβαση κλήθηκε ιδιώτης χωρομέτρης, ο κ. Ιεζεκίηλ Ιεζεκίηλ ο οποίος ετοίμασε σχεδιάγραμμα στο οποίο φαίνεται η επέμβαση στο βορειοανατολικό μέρος του κτήματος. Αμέσως μετά την πιο πάνω χωρομετρική εργασία οι ενάγουσες φρόντισαν να τοποθετηθούν χώματα στο μέρος που είχε γίνει η παράνομη μετακίνηση και διαπλάτυνση του δρόμου. Εναντίον των εναγουσών 1 - 3, του συζύγου της εναγόμενης 3 και του οδηγού που μετάφερε τα χώματα καταχωρήθηκε από τον Έπαρχο Πάφου η ποινική υπόθεση στο Ε.Δ. Πάφου με αριθμό 14802/2009, για επέμβαση σε δημόσιο δρόμο η οποία ορίστηκε στις 8/10/2009 και μετά την άρνηση των κατηγοριών ορίστηκε για ακρόαση στις 20.9.
  9. Λίγες ημέρες πριν από τα Χριστούγεννα του 2009, οι εναγόμενοι 2 και 3 δια των αντιπροσώπων και/ή των υπαλλήλων τους μετακίνησαν παράνομα και πάλι τα χώματα που είχαν τοποθετηθεί στο βορειοανατολικό μέρος του κτήματος και επέμβηκαν ξανά στο κτήμα των εναγουσών με σκοπό την διαπλάτυνση του χωματόδρομου. Στις 9.3.2010 επισκέφθηκε το πιο πάνω κτήμα υπάλληλος της Επαρχιακής Διοίκησης μαζί με άλλο πρόσωπο το οποίο οδηγούσε μηχάνημα βαρέου τύπου και με αυτό επέμβηκε καθ΄όλο το μήκος της βόρειας πλευράς κτήματος, διαπλατύνοντας παράνομα τον συνορεύοντα χωματόδρομο και όπως αναφέρθηκε στην ενόρκως δηλούσα, από τους πιο πάνω, θα συνέχιζαν την Πέμπτη 11.3.2010 με σκοπό την ασφαλτόστρωση του χωματόδρομου και στο μέρος το οποίο έγινε η επέμβαση. Η ενόρκως δηλούσα την ίδια ημέρα διαμαρτυρήθηκε στον αναγόμενο 3 ο οποίος της ανάφερε ότι εκτελεί εντολές της Επαρχιακής Διοίκησης και αργότερα έκανε καταγγελία στην αστυνομία. Όπως η ενόρκως δηλούσα αναφέρει, πιστεύει ότι οι εναγόμενοι 2 και 3 θέλουν να υλοποιήσουν την αυθαίρετη επιθυμία τους για διαπλάτυνση του χωματόδρομου που συνορεύει με τον κτήμα των εναγουσών και η Επαρχιακή Διοίκηση παρέχει βοήθεια με υπαλλήλους τους της σε αυτούς ώστε η αυθαίρετη επιθυμία των εναγομένων 2 και 3 να υλοποιηθεί ανεξάρτητα από τα ιδιοκτησιακά δικαιώματα των εναγουσών. Η αίτηση των εναγουσών υποστηρίζεται και από ένορκη δήλωση του ιδιώτη τοπογράφου Ιεξεκίηλ Ιεξεκίηλ, ο οποίος αναφέρει πως μετά από αίτημα της μητέρας των εναγουσών επισκέφθηκε κατά τον Ιούνιο του 2009 το κτήμα των εναγουσών και διαπίστωσε επέμβαση στην βορειοανατολική πλευρά του κτήματος την οποία και αποτύπωσε σε σχεδιάγραμμα (Τεκμήριο Α στην ένορκη του δήλωση) Οι εναγόμενοι καταχώρησαν ενστάσεις, στη διατήρηση του διατάγματος. Ο εναγόμενος 1 προβάλει με την ένσταση του συνολικά 15 λόγους ένστασης οι οποίοι όμως δεν έχουν προωθηθεί όλοι κατά την ακρόαση της αίτησης. Όπως αυτοί έχουν περιοριστεί με την αγόρευση της συνηγόρου του αφορούν την τήρηση των 2 εκ των τριών προϋποθέσεων που θέτει το άρθρο 32 του Νόμου και την θέση ότι υπήρξε απόκρυψη ουσιωδών στοιχειών από μέρους των αιτητριών, χωρίς όμως να διευκρινιστεί ποια στοιχεία και γεγονότα έχουν αποκρύψει. Οι εναγόμενοι 2 και 3 προβάλουν ως λόγο ένστασης ότι η αίτηση είναι αντικανονική και/ή παράτυπη και/ή ασύμφωνη με τον Νόμο και τους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς, λόγος ο οποίος δεν υποστηρίχθηκε από τον συνήγορο των αιτητών αλλά ούτε και βρίσκει οιονδήποτε έρεισμα έχοντας υπόψη μου την νομική βάση της αίτησης σε συνάρτηση με το αίτημα των εναγουσών και συνεπώς απορρίπτεται. Περαιτέρω προβάλλουν τους ακόλουθους λόγους ένστασης: (β) Δεν πληρούνται οι όροι και οι προϋποθέσεις που θέτει ο νόμος για την έκδοση των ζητούμενων διαταγμάτων. (γ) Οι ενάγοντες απέκρυψαν ουσιώδη γεγονότα από το Δικαστήριο και προέβηκαν σε ψευδείς δηλώσεις με τις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την αίτηση. Γενικά δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια. (δ) Οι ενάγοντες εμποδίζονται δια διαγωγής και/ή εγγράφων και/ή συμπεριφοράς από το να προβάλλουν ισχυρισμούς όπως οι ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την αίτησης και να ζητούν τα αιτούμενα διατάγματα. (ε) Τόσο η έγερση της αγωγής όσο και η αίτηση ημερομηνίας 9.3.2005 συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου. Οι ενστάσεις των εναγόμενων υποστηρίζονται από ένορκες δήλωση του Μωυσή Πεγειώτη διοικητικού λειτουργού στην Επαρχιακή Διοίκηση Πάφου υπευθύνου για την Περιοχή Πόλης Χρυσοχούς στην οποία περιλαμβάνεται και το χωριό Γυαλιά, του Πέτρου Ιωσήφ Τεχνικού Μηχανικού Κτηματολογίου στον κλάδο Χωρομετρίας του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Πάφου ενώ η ένσταση των εναγόμενων 2 και 3 υποστηρίζεται και από ένορκη δήλωση του εναγόμενου
  10. Στην ένορκη του δήλωση ο Μωυσής Πεγειώτη αναφέρει ότι η αγωγή των εναγουσών βασίζεται σε αναληθή γεγονότα και δεν αποκαλύπτει όλη την αλήθεια. Όπως αναφέρει, ο συγκεκριμένος δημόσιος δρόμος υφίσταται για πολλές δεκαετίες στο ίδιο πλάτος και στην ίδια θέση και ουδέποτε έγινε επέμβαση του δρόμου στο τεμάχιο της ενάγουσας ούτε προσπάθεια επέμβασης. Κατά ή περί το 2009 οι εναγόμενοι 2 και 3 αποφάσισαν να τον βελτιώσουν με την τοποθέτηση ασφάλτου για να εξυπηρετεί την τουριστική ζώνη της Κοινότητας ως ο βασικός δρόμος. Όταν η ενάγουσα αντιλήφθηκε την προσπάθεια ασφαλτόστρωσης του δρόμου παρεμπόδισε τα τεχνικά συνεργεία με κάθε αθέμιτο μέσο, λέγοντας ότι ο δρόμος επενέβαινε στο χωράφι της, αδειάζοντας φορτηγά με χώμα μέσα στο δημόσιο δρόμο, εμποδίζοντας έτσι την ελεύθερη χρήση του, γεγονός το οποίο η ενόρκως δηλούσα δεν αναφέρει στην ένορκη της δήλωση. Λόγω του ισχυρισμού της ενάγουσας για παράνομη επέμβαση δόθηκαν οδηγίες στα συνεργεία να σταματήσουν την εργασία και ζητήθηκε οριοθέτηση από το Κτηματολόγιο για αποκλεισμό κάθε ενδεχόμενου επέμβασης σε ξένη ακίνητη ιδιοκτησία. μέσα στον εγγεγραμμένο δρόμο και τα οποία αρνούντο να μετακινήσουν. Η επιτόπου έρευνα έγινε την 1.7.2009 στην παρουσία των εναγομένων 2 και 3 και ο αρμόδιος υπάλληλος του Κτηματολογίου υπέδειξε ότι ο δημόσιος δρόμος και το τεμάχιο των εναγουσών βρίσκονταν στην σωστή θέση χωρίς να επεμβαίνει ούτε ο δρόμος στο τεμάχιο ούτε το τεμάχιο στο δρόμο με εξαίρεση τους τεράστιους όγκους χώματος που οι ενάγουσες τοποθέτησαν παράνομα Λόγω της άρνησης τους να πάψουν να παρεμποδίζουν την ελεύθερη χρήση του δρόμου ο Έπαρχος Πάφου έλαβε ποινικά μέτρα εναντίον τους. Ενώ οι εναγόμενοι 2 και 3 για να αποκαταστήσουν την ελεύθερη χρήση του δρόμου μετακίνησαν τα χώματα από το δημόσιο δρόμο με δαπάνη και προσπάθησαν να ξανά προβούν σε ασφαλτόστρωση του δρόμο όπου και πάλι οι ενάγουσες χρησιμοποιώντας κάθε αθέμιτο μέσο παρεμπόδισαν τα συνεργία να εκπληρώσουν την εργασία τους, με αποτέλεσμα ο δρόμος να είναι μέχρι σήμερα σε κακή κατάσταση. Ο Πέτρος Ιωσήφ αναφέρει στην ένορκη του δήλωση ότι περί την 1/7/2009 διενήργησε επιτόπια εξέταση στο χωριό Γυαλιά για χωρομέτρηση του δημόσιου δρόμου σε σχέση με το Τεμάχιο 32 του Φ/Σχ.26/29 και αρ. εγγραφής 5088 και σύμφωνα με την χωρομετρική εργασία που έκανε η θέση του δρόμου ήταν η ίδια με την εγγεγραμμένη στα επίσημα κτηματολογικά σχέδια και δεν υπάρχει παράνομη επέμβαση στο τεμάχιο των εναγουσών και όπως παρατήρησε στο αμφισβητούμενο μέρος υπήρχαν τεράστιοι όγκοι από χώματα που εμπόδιζαν την ελεύθερη μετακίνηση στο δρόμο με αποτέλεσμα ο δρόμος να είναι κλειστός και να μην μπορεί να χρησιμοποιηθεί. Ο εναγόμενος 3 επαναλαμβάνει ουσιαστικά τα όσα αναφέρει και ισχυρίζεται και ο Μωυσής Πεγειώτης στην ένορκη του δήλωση και επικαλείται το αποτέλεσμα της χωρομετρικής εργασίας που διενήργησε ο Πέτρος Ιωσήφ. Κατά την ακρόαση της αίτησης κλήθηκαν και αντεξετάστηκαν από τον συνήγορο των εναγουσών - αιτητρίων και οι 3 ενόρκως δηλούντες στις ενστάσεις των εναγομένων. Όπως ανέφερε ο συνήγορος των εναγουσών η ένσταση των καθ΄ων η αίτηση στην συνέχιση του χορηγηθέντος διατάγματος δεν δικαιολογείται με κανένα τρόπο. Εισηγήθηκε ότι πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις και πως είναι αδιαμφισβήτητο ότι οι καθ΄ων η αίτηση πρόκειται να προβούν σε ασφαλτόστρωση αφού ήδη έχουν προβεί σε προκαταρτικές εργασίες ακόμα και μετά την έκδοση του προσωρινού διατάγματος. Σχολιάζοντας την μαρτυρία που παρουσιάστηκε από την πλευρά των καθ΄ων η αίτηση τόνισε ότι δημιουργεί αμφιβολίες η αντιφατικότητα των επιστολών του Κτηματολογίου ημερ. 23.10.2009 και 17.2.
  11. Με αναφορά στο άρθρο 17 του Περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμου υποστήριξε ότι οι εναγόμενοι προχώρησαν κατά παράβαση των προνοιών του Νόμου και λόγω του ότι υπάρχει μαρτυρία ότι οι εναγόμενοι προχώρησαν στην εκτέλεση εργασιών και μετά την έκδοση του διατάγματος θα πρέπει το Δικαστήριο να διαφοροποιήσει το διάταγμα έτσι ώστε να μην απαγορεύει μόνο την επέμβαση στο κτήμα των αιτητριών αλλά την κατασκευή/ασφαλτόστρωση του δρόμου ώστε να μην υπάρχει δυνατότητα να καταστήσουν οι εναγόμενοι το διάταγμα αναποτελεσματικό. Εισηγήθηκε η συνήγορος του εναγόμενου 1 ότι στην προκειμένη περίπτωση τηρείται η πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 32 αλλά όχι η δεύτερη αφού δεν έχει αποδειχθεί να έγινε μετακίνηση οροσήμων και διαπλάτυνση του δρόμου παρά μόνο για σκοπούς βελτίωσης του υφιστάμενου δρόμου, ο οποίος για δεκαετίες βρισκόταν στην ίδια θέση και στο ίδιος πλάτος, έγινε προσπάθεια επίστρωσης/ ασφαλτόστρωσης του, ενώ η επιτόπια έρευνα ημερομηνίας 1/7/2010 κατάδειξε ότι ο δρόμος δεν επεμβαίνει στο τεμάχιο των εναγουσών αλλά οι ενάγουσες με την τοποθέτηση χωμάτων στον δρόμο είναι αυτές που επεμβαίνουν στον δρόμο. Με βάση τα πιο πάνω εισηγήθηκε ότι οι ενάγουσες δεν έχουν ελάχιστη δυνατότητα να πετύχουν την υπόθεση τους. Περαιτέρω με αναφορά στην τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32, εισηγήθηκε ότι δεν έχει αποδειχθεί ότι είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αφού αν υπάρξει ζημιά των εναγουσών μπορεί να ικανοποιηθεί με αποζημιώσεις που είναι επαρκής θεραπεία. Εισηγήθηκε τέλος, ότι οι ενάγουσες δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια και εσκεμμένα απέκρυψαν ουσιαστικά γεγονότα και στοιχεία, για σκοπούς παραπλάνησης του Δικαστηρίου στην προσπάθεια τους να απεκδυθούν (ένεκα της εκκρεμμούσης ποινικής υπόθεσης) και να αποκομίσουν οφέλη για τα οποία δεν νομιμοποιούνται. Χωρίς όμως να διευκρινιστεί ποια είναι τα στοιχεία ή γεγονότα που απέκρυψαν. Ο συνήγορος των εναγομένων 2 και 3 εισηγείται ότι δεν πληρείται καμία από τις προϋποθέσεις του Νόμου για την έκδοση και διατήρηση του Διατάγματος δεν υπάρχει το στοιχείο του κατεπείγοντος και πως η σε περίπτωση που διαπιστωθεί οιαδήποτε επέμβαση στο ακίνητο των εναγουσών αυτή θα μπορούσε να αρθεί σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς οποιεσδήποτε δυσμενείς επιπτώσεις στα συμφέρονται ή δικαιώματα των εναγουσών. Τόνισε δε ότι το μόνο που πρόκειται να γίνει στην υπό κρίση περίπτωση είναι η ασφαλτόστρωση του δρόμου που υφίσταται για χρόνια στο ίδιο πλάτος χωρίς να είχε διαπιστωθεί οποιαδήποτε επέμβαση στο ακίνητο των εναγουσών. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΤΟΥ ΘΕΜΑΤΟΣ: Υπάρχει πλούσια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου αναφορικά με το άρθρο 32 του Ν. 14/60 και την εφαρμογή του. Το προαναφερόμενο άρθρο δίδει στο Δικαστήριο ευρείες εξουσίες και πλατιά διακριτική ευχέρεια να εκδίδει παρεμπίπτοντα διατάγματα στις υποθέσεις όπου φαίνεται στο Δικαστήριο ότι αυτό είναι δίκαιο ή πρόσφορο. Για την έκδοση τέτοιων διαταγμάτων τίθενται οι πιο κάτω προϋποθέσεις:` α) Ο αιτητής θα πρέπει να αποδείξει ότι έχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. β) Ότι έχει πιθανότητα επιτυχίας κατά την ακροαματική διαδικασία της αγωγής και γ) Ότι αν δεν εκδοθεί το ζητούμενο διάταγμα θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε κατοπινό στάδιο (βλ. Odysseos v Pieris Estates

(1982)1 CLR 557, Acroprol Shipping Co Ltd v Rossis
(1976)1 AAΔ 38, Κωνσταντινίδης v Μακρυγιώργου και άλλου
(1978)1 ΑΑΔ 585, M. & Μ. Transprort v Εταιρείας Αστικών Λεωφορείων
(1981)1 ΑΑΔ 608, Hadjikyriakos Co Ltd v United Biscuits (U.K.) Ltd
(1979)1 CLR 689, Jonitexo Ltd ν Adidas
(1984)1 CLR 263, National Bank of Greece v Moticia
(1987)1 AAΔ 303, KOT v Θεωρή
(1989)1 ΑΑΔ (Ε) 255, Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν Χ¨Βασίλη
(1989)1 ΑΑΔ (Ε) 152, Cyprus Sulphur & Copper Co Ltd και Άλλων V Παραλράμα Λτδ,
(1990)1 ΑΑΔ 1040, Bacardi & Co Ltd v Vinco Ltd
(1996)AAΔ.788, Demades Overseas Ltd v Studio Ma. St. Ltd και άλλοι, Πολ. Εφ. 9636 και 9637 ημερ. 18/7/1996, Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου,
(1995)1 ΑΑΔ 248). Σε όλες τις πιο πάνω υποθέσεις αναλύθηκαν, οι ουσιαστικές προϋποθέσεις οι οποίες πρέπει απαραίτητα να συνυπάρχουν για να δικαιολογείται η έκδοση διατάγματος δυνάμει του άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου N.14/60 καθώς και ο τρόπος άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Οι πρόνοιες του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 θα πρέπει να ικανοποιούνται ανεξάρτητα από τις πρόνοιες των άρθρων 4 και 5, εφόσον το άρθρο 32 έχει ευρύτερη εφαρμογή (βλ.Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου κ.α (πιο πάνω)). Θα πρέπει να αναφερθεί ότι ο αιτών την έκδοση προσωρινού διατάγματος είναι εκείνος που φέρει μέχρι τέλους τo βάρος της απόδειξης ότι υφίστανται οι ουσιαστικές προϋποθέσεις του άρθρου 32 (βλ. Χάρης Φεσσάς, Αίτηση 129/90
(1990)1 ΑΑΔ 704) και επιπρόσθετα στο τελικό στάδιο το Δικαστήριο θα πρέπει να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. Τα όσα οι ενόρκως δηλούντες στις ενστάσεις, έχουν αναφέρει κατά την αντεξέταση τους δεν θεωρώ σκόπιμο να τα επαναλάβω διατηρώ αυτά υπόψη μου ενώ σχετική αναφορά στην μαρτυρία θα γίνει όπου κριθεί αναγκαίο από το Δικαστήριο. Διατηρώ βέβαια κατά νου τα όσα έχουν νομολογιακά καθιερωθεί, ως προς τον τρόπο αντιμετώπισης της μαρτυρίας σε αυτό το ενδιάμεσο στάδιο της διαδικασίας. Όπως έχει υποδειχθεί στην υπόθεση Jonitexo Ltd ν. Adidas
(1984)1 CLR 263, το Δικαστήριο εξετάζει την ενώπιον του μαρτυρία με σκοπό να αποφασίσει κατά πόσο δικαιολογείται η έκδοση του προσωρινού διατάγματος και οποιαδήποτε εξέταση της ενώπιον του μαρτυρίας με σκοπό την διεξαγωγή συμπερασμάτων, τα οποία ενδεχομένως να προκαταβάλουν τα τελικά συμπεράσματα ή να τα παραβλάψουν, πρέπει να αποφεύγεται. Αυτό δε γιατί το αρμόδιο Δικαστήριο για εξαγωγή τέτοιων συμπερασμάτων είναι το Δικαστήριο ενώπιον του οποίου θα εκδικαστεί η κυρίως υπόθεση. Θεωρώ όμως ότι είναι επιτρεπτό να προβώ σε διάφορες παρατηρήσεις αναφορικά με την μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον μου για σκοπούς απάντησης των ζητημάτων που έχουν εγερθεί. Δεν έχει αμφισβητηθεί, στην προκειμένη περίπτωση ότι οι ενάγουσες είναι οι εγγεγραμμένες ιδιοκτήτριες του κτήματος με αρ. εγγραφής 5088, τεμάχιο 32, Φ/Σ 26/29 που βρίσκεται στην Κοινότητα Γυαλιά της Επαρχίας Πάφου το οποίο στην βορειοανατολική του πλευρά συνορεύει με τον δημόσιο δρόμο και πως κατά το έτος 2009 οι εναγόμενοι 2 και 3 αποφάσισαν όπως προβούν σε βελτιωτικά έργα στην πιο πάνω περιοχή και συγκεκριμένα να ασφαλτοστρώσουν τον συνορεύοντα με το ακίνητο των εναγουσών δρόμο οπότε και άρχισε η εκτέλεση των εργασιών το καλοκαίρι του
  1. Είναι εμφανές ότι η Επαρχιακή Διοίκηση εμπλέκεται στην εκτέλεση του έργου, η ακριβής όμως εμπλοκή της δεν δέησε να ξεκαθαριστεί αφού ο Μωυσής Πεγειώτη, στην αντεξέταση του από την μια είπε ότι το έργο θα εκτελείτο από την Επαρχιακή Διοίκηση και από την άλλη ότι η ανάμιξη της Επαρχιακής διοίκησης περιορίζεται στην διάθεση κονδυλίου για την εκτέλεση του έργου ενώ σε μια άλλη περίπτωση αναφέρθηκε σε παρεμπόδιση των συνεργείων της Επαρχιακής Διοίκησης να εκτελέσουν την ασφαλτόστρωση του δρόμου. Ο συνήγορος των εναγομένων 2 και 3 στην αγόρευση του αναφέρθηκε στην ύπαρξη σχεδίων που έχουν δημοσιευθεί και διαβεβαιώσεις που δόθηκαν σε σχέση με αυτό το γεγονός από την Επαρχιακή Διοίκηση προς τους εναγόμενους 2 και 3 ώστε να αρχίσουν και να συνεχίσουν νόμιμα την εκτέλεση των έργων που αφορούν την ασφαλτόστρωση του δρόμου. Τα πιο πάνω δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο, εφόσον δεν υπάρχει ισχυρισμός και μαρτυρία επί του προκειμένου στις ένορκες δηλώσεις και δεν μπορεί να συμπληρωθεί με την αγόρευση του δικηγόρου των καθ΄ων η αίτηση εναγομένων 2 και 3 και να αποτελέσει λόγο επί του οποίου να βασίσει το δικαστήριο την απόφαση του (βλ Federal Bank of Lebanon (SAL) ν. Νίκου Σιακόλα Π. Ε. 11215 ημερ. 22.2.2002). Ερωτηθείς μάλιστα ο ενόρκως δηλών στις ενστάσεις κ. Μ. Πεγείωτης κατά την αντεξέταση του αν υπάρχουν σχέδια και άδειες για την ασφαλτόστρωση του δρόμου δήλωσε άγνοια υποστηρίζοντας επίσης ότι δεν απαιτείται κάτι τέτοιο αφού η ασφαλτόστρωση θεωρείται συντήρηση του δρόμου. Οι ενάγουσες επειδή εθεώρησαν ότι οι εναγόμενοι επενέβηκαν στο κτήμα τους μετακινώντας τα ορόσημα που είχαν υποδειχθεί παλαιότερα από το Κτηματολόγιο και όγκο χωμάτων για τους σκοπούς του έργου κάλεσαν ιδιώτη χωρομέτρη τον Ιεζεκιήλ Ιεξεκίηλ ο οποίος κατά την επίσκεψη του διαπίστωσε επέμβαση στην βορειοανατολική πλευρά του κτήματος των εναγουσών. Η έντονη και βασική διαφορά των δύο πλευρών αφορά την ύπαρξη επέμβασης ή όχι στο συγκεκριμένο μέρος του ακινήτου με αριθμό
  2. Οι ενόρκως δηλούντες στην αίτηση δεν αντεξετάστηκαν. Αμφισβήτηση της ισχυριζόμενης παράνομης επέμβαση έγινε μέσω των ενόρκων δηλώσεων που συνοδεύουν τις ενστάσεις. Τονίζω δε ότι δεν τίθεται ζήτημα εξέτασης στα πλαίσια της παρούσας αν πράγματι υπάρχει ή όχι επέμβαση. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση των εναγουσών η ενόρκως δηλούσα αναφέρει ότι μετά την χωρομετρική εργασία που έγινε από τον Ιεζεκίηλ Ιεζεκίηλ φρόντισαν και τοποθέτησαν χώματα στο μέρος που έγινε, κατά τις ίδιες, η παράνομη μετακίνηση και διαπλάτυνση του δρόμου. Κατά την αντεξέταση του ο Μωυσής Πεγειώτη πρόβαλε την θέση ότι οι ενάγουσες επανατοποθέτησαν χώματα και τον Ιούνιο του 2009, τέτοια θέση δεν υπάρχει πουθενά στην ένορκη του δήλωση και το δικαστήριο θα ανέμενε διατηρώντας υπόψη τη σημασία αυτού του γεγονότος, σε συνάρτηση με το ότι γίνεται αναφορά στην ένορκη του δήλωση και σε άλλη περίπτωση όπου τοποθετήθηκαν χώματα, να είχε αναφερθεί αυτή προηγουμένως. Η προβολή αυτής της θέσης κατά το στάδιο της αντεξέτασης του δεν πείθει το Δικαστήριο είτε ως προς την γνησιότητα της είπε ως προς την βασιμότητα της. Ερωτηθείς δε από τον συνήγορο των εναγουσών γιατί δεν ανέφερε το πιο πάνω γεγονός στην ένορκη του δήλωση απάντησε πως στην ένορκη του δήλωση αναφέρθηκε σε γεγονότα που έγιναν και θεώρησε ορθά να τα αναφέρει. Δηλαδή το γεγονός αυτό ή δεν έγινε ή δεν ήταν ορθό κατά τον ίδιο να το αναφερθεί; Από την άλλη αν δεν ήταν ορθό να το αναφέρει στην ένορκη του δήλωση γιατί σε κατά το στάδιο της αντεξέτασης του έκρινε ότι ήταν ορθό να αναφερθεί; Επιπρόσθετα ενώ ανάφερε στην αντεξέταση του ότι τα χώματα μετακινήθηκαν την ίδια ημέρα που επισκέφθηκε το μέρος μετά από παράκληση του Προέδρου του Κοινοτικού Συμβουλίου, σε συνεννόηση με τους ιδιοκτήτες (του επίδικου), στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση του, αναφέρεται σε μια μόνο περίπτωση τοποθέτησης χωμάτων, τα οποία όμως, σε αντίθεση μετά όσα ανέφερε στην αντεξέταση του, οι εναγόμενοι 2 για να αποκαταστήσουν την ελεύθερη χρήση του δρόμου μετακίνησαν με δική του δαπάνη. Το δε ζήτημα της ύπαρξη χωμάτων, ο Μωυσής Πεγειώτη το τοποθετεί και τον Ιούλιο του 2007 όταν έγινε η επιτόπια εξέταση (βλέπε παρ. 12 στην ένορκη του δήλωση) επίσης αναφορά στη ύπαρξη χωμάτων κατά την επιτόπια εξέταση κάνει και ο ενόρκως δηλών στις ενστάσεις Πέτρος Ιωσήφ, τα οποία όμως δεν αποτυπώνει στο σχέδιο που ετοίμασε (Τεκμήριο 2 στην ένορκη του δήλωση). Η δε επιστολή τεκμήριο 1 ημερομηνίας 23.10.2009 (κατατέθηκε κατά το στάδιο της αντεξέταση του Μ. Πεγίωτη), η οποία με βάση την ημερομηνία της, έπεται της επιτόπιας εξέτασης και στην οποία επισυνάπτεται το ίδιο σχέδιο Τεκμήριο 2 στην ένορκη δήλωση του Πέτρου Ιωσήφ, βεβαιώνεται ότι η χωρομετρική εργασία συμπληρώθηκε και δεν εντοπίστηκε οποιαδήποτε επέμβαση στο δημόσιο δρόμο. Το ίδιο πρόσωπο το οποίο υπογράφει το Τεκμήριο 1, με νέα επιστολή ημερομηνίας 17.2.2010 (Τεκμήριο 1 στην ένορκη δήλωση του Μ. Πεγειώτη) αναιρεί το περιεχόμενο της πιο πάνω επιστολής και μιλά για όγκο από χώματα μπροστά από το τεμάχιο 32 που επεμβαίνει στο δημόσιο δρόμο και πως αυτό το γεγονός διαπιστώθηκε κατά την χωρομετρική εργασία. Ο συνήγορος των εναγομένων 2 και 3 προσπάθησε στην αγόρευση του με αναφορά στις δύο πιο πάνω επιστολές να δώσει εξήγηση στο αντιφατικό τους περιεχόμενο. Τα όσα ανάφερε δεν υποστηρίζονται με μαρτυρία και δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη. Η αντιφατικότητα των δύο πιο πάνω επιστολών θεωρώ ότι δεν δικαιολογήθηκε με οποιοδήποτε αποδεκτό τρόπο και ο ισχυρισμός για την ύπαρξη και τοποθέτηση και όγκου χωμάτων από τις ενάγουσες στον «δρόμο» σε μεταγενέστερο στάδιο δεν πείθει το Δικαστήριο. Ισχυρίζεται ο Μωυσής Πεγειώτη στην ένορκη του δήλωση ότι αποκρύφτηκε από την ενόρκως δηλούσα στην αίτηση η τοποθέτηση χωμάτων στον δημόσιο δρόμο που έγινε από τις ενάγουσες. Όπως πιο πάνω αναφέρω στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση διατυπώνεται το γεγονός αυτό από την ενόρκως δηλούσα, η διαφορά έγκειται, που είναι μέρος της ουσίας της αγωγής, αν αυτά τα χώματα είχαν τοποθετηθεί εντός του τεμαχίου των εναγουσών για σκοπούς αποκατάστασης της επέμβασης ή αν είχαν τοποθετηθεί στον δημόσιο δρόμου αφού οι καθ΄ων η αίτηση ισχυρίζονται ότι το επίδικο μέρος ανήκει στον δημόσιο δρόμο. Ο ισχυρισμός των καθ΄ων η αίτηση για επανατοποθέτηση χωμάτων έχει απαντηθεί πιο πάνω. Σε περίπτωση αποδοχής του ισχυρισμού του Πέτρου Ιωσήφ ότι κατά την επιτόπια εξέταση που έγινε στις 1.7.2009 ήταν παρούσες οι ιδιοκτήτριες του τεμαχίου 32, το γεγονός αυτό θα ήταν ιδιαίτερα σημαντικό στοιχείο σε σχέση με την θέση ότι αποκρύβησαν γεγονότα από την ενόρκως δηλούσα, λαμβανομένου υπόψη ότι το πρόσωπο που εμφανίζεται και επιζητά την έκδοση ενός διατάγματος θα πρέπει να θέτει ενώπιον του Δικαστηρίου όλα εκείνα τα ουσιώδη γεγονότα τα οποία μπορεί να επηρεάσουν τη δικαστική κρίση. Ιδιαίτερα σε μονομερείς αιτήσεις που παρουσιάζει η μια μόνο πλευρά, η υποχρέωση αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία και επιφορτίζει τον αιτητή να παρουσιάσει όλα τα γεγονότα τα οποία βρίσκονται σε γνώση του, ακόμη και εκείνα τα οποία μπορεί να αποδειχτούν ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο (βλ. Γρηγορίου κ.ά ν. Χριστοφόρου κ.ά
(1995)1 ΑΑΔ 248, Γενικός Εισαγγελέας (Αρ.2)
(2000)1 ΑΑΔ 1669). Ο πιο πάνω ισχυρισμός του Πέτρου Ιωσήφ όμως δεν γίνεται αποδεκτός για δύο λόγους, πρώτο γιατί δεν αναφέρει κάτι τέτοιο στην ένορκη του δήλωση, ως θα ήταν λογικό και αναμενόμενο και δεύτερο γιατί στην ένορκη του δήλωση ο Μωυσής Πεγείωτη αναφέρεται στην παρουσία μόνο των εναγομένων 2 και 3 χωρίς να αναφέρει ότι ήταν παρούσες οι ιδιοκτήτριες του τεμαχίου 32 ή κάποιες εξ αυτών. Όσον αφορά την πρώτη προϋπόθεση, επεξηγήθηκε σε πολλές αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ότι δεν υπάρχει λόγος να ερμηνεύεται ότι περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν της κατάδειξης μιας συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τα δικόγραφα. (βλ. Odysseos v Pieris Estates πιο πάνω). Εξ όσων προκύπτει από το κλητήριο ένταλμα και την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση η πρώτη προϋπόθεση ικανοποιείται. Βάση αγωγής αποτελεί το αστικό αδίκημα της επέμβασης. Το άρθρο 43
(1)του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ. 148, συναρτά το αδίκημα της παράνομης επέμβασης με την παράνομη είσοδο ή πρόσκληση ζημιάς σε ακίνητη ιδιοκτησία. Η έννοια ιδιοκτήτης σύμφωνα με το άρθρο 2 του πιο πάνω Νόμου, περιλαμβάνει τον εγγεγραμμένο ιδιοκτήτη αλλά και πρόσωπο το οποίο έχει δικαίωμα σε τέτοια εγγραφή, είτε είναι εγγεγραμμένο είτε όχι. Οι ενάγουσες οι οποίες είναι οι εγγεγραμμένες ιδιοκτήτριες του ακινήτου με αρ. εγγραφής 5088, τεμάχιο 32, Φ/Σ 26/29 που βρίσκεται στην Κοινότητα Γυαλιά της Επαρχίας Πάφου, ισχυρίζονται ότι οι εναγόμενοι επενέβησαν στο εν λόγω κτήμα τους δια της μετακινήσεως των οροσήμων που είχαν τοποθετηθεί από το Κτηματολόγιο, δια τοποθετήσεως όγκου χωμάτων και διενεργείας εργασιών στην βορειοανατολική πλευρά του κτήματος διαπλατύοντας τον συνορεύοντα χωματόδρομο. Αναφορικά με την δεύτερη προϋπόθεση, η έννοια της «πιθανότητας» επιτυχίας κατά την Odysseos (ανωτέρω), περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά κάτι πολύ λιγότερο από το «ισοζύγιο των πιθανοτήτων» που είναι το μέτρο για την απόδειξη σε αστικές υποθέσεις. Η πιθανότητα στα πλαίσια επιφύλαξης του άρθρου 32
(1)απαιτεί από τον ενάγοντα να καταδείξει ότι έχει ορατή δυνατότητα επιτυχίας. Αναφορικά με την ύπαρξη «καλής αιτίας αγωγής» και την «πιθανότητα επιτυχίας» στην υπόθεση Κυτάλα ν. Χρυσάνθου κ.α
(1996)1 ΑΑΔ 253, λέχθηκαν τα εξής: «Είναι πάντως σαφές από τον επιθετικό προσδιορισμό ότι η αιτία αγωγής πρέπει να διακρίνεται από την ποιότητα της. Το ότι διατυπώνεται αιτία αγωγής δεν είναι από μόνο του αρκετό. Η αιτία αγωγής πρέπει να είναι καλή με την έννοια ότι, από άποψης ποιότητας συγκεντρώνει πιθανότητα επιτυχίας. Πρόκειται λοιπόν για προϋπόθεση όμοια με την αντίστοιχη στην επιφύλαξη του άρθρου 32
(1)του περί Δικαστηρίων Νόμου 1960.» Το Δικαστήριο εξετάζοντας αυτή την προϋπόθεση έχει υποχρέωση να εξετάσει χωρίς βέβαια να αποφασίσει οτιδήποτε σ΄αυτό το στάδιο, την ποιότητα ή ισχυρότητα της μαρτυρίας της υπόθεσης του ενάγοντα. Το επίπεδο με το οποίο θα κριθεί η μαρτυρία σ΄αυτό το στάδιο δεν είναι πολύ ψηλό. Σύμφωνα με την υπόθεση Κυτάλα (πιο πάνω), η μαρτυρία θα πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας για εξασφάλιση θεραπείας. Ενώ όπως λέχθηκε στην υπόθεση Σεβαστού ν. Σεβαστού
(2002)1 (Γ) 1980, επιτρέπεται μόνο πρωταρχική εξέταση της μαρτυρίας για σκοπούς συνεκτίμησης της αποδεικτικής δύναμης της κάθε πλευράς. Η βασική διαφορά των δύο πλευρών αφορά την ύπαρξη επέμβασης ή όχι και το Δικαστήριο σε αυτό το ενδιάμεσο στάδιο δεν θα αποφασίσει αν υπάρχει ή όχι τέτοια επέμβαση καθότι αφορά την ουσία της αγωγής. Αναφορικά με το θέμα της ιδιοκτησίας του επίδικου μέρους γης, για τους σκοπούς αυτής της διαδικασίας, η μαρτυρία η οποία προσκομίστηκε από μέρους των εναγουσών, και αναφέρομαι και στην μαρτυρία του Ιεζεκίηλ Ιεζεκίηλ, ο οποίος δεν αντεξετάστηκε, στο σύνολο της κρίνεται επαρκώς πειστική έτσι ώστε να στοιχειοθετείται η θέση τους ότι το μέρος της γης που σημειώνεται με την ένδειξη «επέμβαση από τοποθέτηση χωμάτινου οδοστρώματος» στο Τεκμήριο Α της ένορκης δήλωσης του, ανήκει στο τεμάχιο των εναγουσών Όπως και πιο πάνω αναφέρω οι ενόρκως δηλούντες στην αίτηση δεν αντεξετάστηκαν. Αμφισβήτηση της ισχυριζόμενης παράνομης επέμβαση έγινε μέσω των ενόρκων δηλώσεων που συνοδεύουν τις ενστάσεις ενώ δεν τίθεται ζήτημα εξέτασης και κατάληξης σε αυτό το στάδιο αν πράγματι υπάρχει ή όχι επέμβαση. Να σημειωθεί δε ότι σε καμία ένορκη δήλωση στις ενστάσεις των εναγομένων δεν γίνεται ειδική αναφορά στην ένορκη δήλωση του Ιεζεκίηλ Ιεζεκίηλ και δεν θέτουν τους ισχυρισμούς του σε απόρριψη ή αμφισβήτηση. Κρίνω συνεπώς ότι η μαρτυρία του ενόρκως δηλούντα στην αίτηση Ιεζεκίηλ Ιεζεκίηλ είναι ικανή για σκοπούς εκπλήρωσης και της δεύτερης προϋπόθεσης. Έχοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω, καταλήγω υπό τις περιστάσεις ότι έχει ικανοποιηθεί και αυτή την προϋπόθεση. Κατάληξη η οποία δεν σημαίνει βέβαια ότι τα επίδικα θέματα, υπό το φως των γεγονότων και περιστάσεων καθώς και της μαρτυρίας που θα προσαχθεί κατά την δίκη δεν θα αποτελέσουν ζητήματα που θα παραμείνουν ζωντανά, για να αποφασιστούν από το Δικαστήριο το οποίο θα εκδικάσει την ουσία της υπόθεσης. Εξετάζοντας την τήρηση της τρίτης προϋπόθεσης, επισημαίνω ότι το Δικαστήριο σε αυτή την περίπτωση εξετάζει κατά πόσο με βάση τα ενώπιον του στοιχεία καθώς και των περιστάσεων της κάθε υπόθεσης θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εάν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. (βλ.Timberland Co v. Evans & Sons Ltd κ.α
(1998)1 ΑΑΔ (Β), Παναγίδου ν. Παναγίδου
(2001)1 (Β) ΑΑΔ 396). Όπως τονίστηκε στην Odysseos (πιο πάνω) το ζήτημα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων εξετάζεται στα πλαίσια της τρίτης προϋπόθεσης του άρθρου 32 και συναρτάται με τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης. Οσο απομακρύνεται η πιθανότητα να συνιστά η θεραπεία των αποζημιώσεων επαρκή θεραπεία, τόσο ενισχύεται η πιθανότητα να πληρείται η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32. Αν η υπόθεση εκ της φύσεως της δεν επιδέχεται τη θεραπεία των αποζημιώσεων και ο υπολογισμός των αποζημιώσεων θα είναι αδύνατος, τότε εύκολα μπορεί να ισχυρισθεί κανείς ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μελλοντικό στάδιο εκτός εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Η δυσκολία όμως υπολογισμού των αποζημιώσεων αυτών καθ΄ εαυτών, δεν οδηγεί κατ΄ανάγκη στο συμπέρασμα ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο στο μέλλον να απονεμηθεί δικαιοσύνη (βλ. ΚΟΤ ν. Θεωρή
(1989)1 ΑΑΔ (Ε) 255). Στην υπόθεση Κυρισάββα ν. Κύζη
(2001)1 ΑΑΔ 1245, όπου ο εναγόμενος είχε ανεγείρει σε ακίνητο το οποίο διεκδικούσε και ο ενάγων, θεωρήθηκε ότι θα ήταν δύσκολο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αν η οικοδομή αφηνόταν να ολοκληρωθεί διότι θα αλλοιωνόταν ο χαρακτήρας του ακινήτου με την κατασκευή πεζοδρομίων, χώρων στάθμευσης, πρέμιξ κ.λ.π Στην προκειμένη περίπτωση, όπως και στην πιο πάνω υπόθεση, οι ενάγουσες δεν παρουσίασαν συγκεκριμένα στοιχεία για την ανεπανόρθωτη ζημία που θα προκαλείτο στο κτήμα τους εάν αφήνετο να προχωρήσει και να συμπληρωθεί η ασφαλτόστρωση του δρόμου. Η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο όπως έχει λεχθεί στην Παπαστρατής ν. Πιερίδης
(1979)1 ΑΑΔ 231 και υιοθετήθηκε στην Κυρισάββα (πιο πάνω), περιλαμβάνει και άλλα, μεταβλητά κριτήρια, εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά. Ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη. Εδώ γίνεται λόγος για δρόμο ο οποίος πρόκειται να ασφαλτοστρωθεί. Μπορεί η απομάκρυνση του μέρους της ασφάλτου, σε περίπτωση που ήθελε τελικά κριθεί ότι επεμβαίνει στον ακίνητο των εναγουσών, να αποτελεί ένα μέτρο απόδοσης της δικαιοσύνης, η απομάκρυνση θα αφορά το μέρος το οποίο βρίσκεται εντός του ακινήτου της ενάγουσας και σίγουρα δεν είναι από τις πλέον εύκολες λύσεις ούτε για τους εναγόμενους ούτε για τις ενάγουσες χωρίς να δημιουργείται πλήγμα και στο υπόλοιπο λαμβανομένου επίσης υπόψη ότι ο δρόμος αυτός θα αποτελεί τον βασικό δρόμο για την εξυπηρέτηση της τουριστικής ζώνης της Κοινότητας που θα έχει ως αποτέλεσμα την ευρεία χρήση του από το κοινό. Ο συνήγορος των εναγομένων 2 και 3 υποστήριξε ότι δεν τίθεται σε εφαρμογή το άρθρο 17 του Περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμου και σχετικές είναι οι πρόνοιες του Περί Δημοσίων Οδών Νόμου και τα άρθρα 81-83 του Περί Κοινοτήτων Νόμου τα οποία παρέχουν δικαίωμα και/ή υποχρέωση στα Κοινοτικά Συμβούλια να βελτιώνουν και να συντηρούν το οδικό δίκτυο της Κοινότητας χωρίς καμία υποχρέωση δημοσίευσης προηγουμένως στην επίσημη εφημερίδα της Δημοκρατίας. Σε αντίφαση με τα πιο πάνω έρχονται τα όσα ανάφερε περί δημοσίευσης των σχεδίων από την Επαρχιακή Διοίκηση και ότι δόθηκαν διαβεβαιώσεις προς τούτο στους εναγόμενους 2 και 3 για να αρχίσουν νόμιμα τις εργασίες ασφαλτόστρωσης. Η αντιμετώπιση της πιο πάνω αναφοράς του συνηγόρου των εναγομένων 2 και 3 σε ότι αφορά την ύπαρξη σχεδίων και δημοσίευσης αυτών, αναφέρεται πιο πάνω και δεν μπορεί συνεπακόλουθα το δικαστήριο να δεχτεί τον ισχυρισμό ότι πράγματι ετοιμάστηκαν σχέδια και έγιναν δημοσιεύσεις. Ο ισχυρισμός αυτός, όπως έχει διατυπωθεί, ενισχύει μάλλον στην θέση του συνηγόρου των εναγουσών ότι απαιτείτο να ακολουθηθεί η διαδικασία του άρθρου 17 του Περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμου αφού πρόκειται για ασφαλτόστρωση του δρόμου. Οι εναγόμενοι έχουν παραλείψει να αναφέρουν και να δείξουν την ύπαρξη σχεδίων, προδιαγραφών και προμετρήσεων αναφορικά με τις εργασίες ασφαλτόστρωσης του δρόμου καθώς και δημοσίευση της γνωστοποίησης ώστε να διαφανεί ότι έχουν ακολουθηθεί οι πρόνοιες του άρθρου 17 του Περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμου, αφού πρόκειται για ασφαλτόστρωση και όχι συντήρηση του δρόμου και η απόφαση για την διεξαγωγή τέτοιας εργασίας λήφθηκε από Κοινοτικό Συμβούλιο. Ανάφερε ο συνήγορος των εναγομένων 2 και 3, πως η μη αναφορά του πιο πάνω άρθρου στην νομική βάση της αίτηση και στις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την αίτηση, εμποδίζουν τον συνήγορο των εναγουσών να το επικαλείται. Τα σχετικά με τις άδειες και τις δημοσιεύσεις προέκυψαν κατά την αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων στις ενστάσεις, πρόκειται λοιπόν για μαρτυρία και δεν θεωρώ ότι αυτό επηρεάζει την αίτηση ως ήταν και η εισήγηση του συνηγόρου των εναγομένων, αφού η παράληψη τήρησης των προνοιών του εν λόγω άρθρου και η μη ύπαρξη αδειών είναι ζήτημα γεγονότων που προέκυψαν κατά το στάδιο της αντεξέτασης και δεν μπορούν να παραμείνουν χωρίς σχολιασμό ή να δημιουργούν εμπόδιο στο να σχολιαστούν. Κρίνεται επομένως ότι στοιχειοθετείται και η τρίτη προϋπόθεση. Προβάλλεται επίσης η θέση ότι δεν έχει αποδειχτεί το στοιχείο του επείγοντος της έκδοσης του διατάγματος. Είναι γεγονός ότι προκύπτει από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση πως η μετακίνηση των οροσήμων και όγκου χώματος και η διεξαγωγή εργασιών άρχισε τον Ιούνιο του 2009. Επίσης προκύπτει ότι η επέμβαση, σύμφωνα με τον ιδιώτη χωρομέτρη και την ενόρκως δηλούσα στην αίτηση , διαπιστώθηκε τον ίδιο μήνα και αμέσως μετά την χωρομετρική εργασία οι ενάγουσες φρόντισαν και τοποθέτησαν χώματα στο μέρος που είχε γίνει η μετακίνηση. Σύμφωνα πάντα με τους ισχυρισμούς στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση οι εναγόμενοι προχώρησαν ξανά τον Δεκέμβριο του 2009 και μετακίνησαν εκ νέου τα χώματα ενώ τον Μάρτιο του 2010 άρχισαν εργασίες για ασφαλτόστρωση του δρόμου και στις 9.3.2010 δηλώθηκε στην ενόρκως δηλούσα από υπάλληλο της Επαρχιακής Διοίκησης ότι θα συνεχίσουν στις 11.3.2010 με σκοπό την ασφαλτόστρωση του δρόμου, με αποτέλεσμα να καταχωρηθεί αγωγή και η υπό κρίση αίτηση. Η αντίδραση των ιδιοκτητών ήταν εμφανής από την πρώτη στιγμή, οι εναγόμενοι συνέχιζαν όμως την διεξαγωγή εργασιών ασφαλτόστρωσης του δρόμου εντός αμφισβητούμενης ιδιοκτησίας παρά τις πιο πάνω αντιδράσεις. Όλα τα πιο πάνω δείχνουν ότι δεν αφέθηκε άλλο περιθώριο προς τις αιτήτριες παρά να προχωρήσουν και να ζητήσουν την προστασία του Δικαστηρίου όταν τα πράγματα προχωρούσαν κατά μη αναστρέψιμο τρόπο ήτοι με την ασφαλτόστρωση του υπό αμφισβήτηση μέρους ιδιοκτησίας. Όπως υποδεικνύεται στην Odysseos, στο τελικό στάδιο το Δικαστήριο πρέπει πρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει του αιτούμενο διάταγμα (βλ. επίσης Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Πασχάλη Χ" Βασίλη
(1989)1 ΑΑΔ (Ε)152). Στην κρινόμενη περίπτωση δεν διατάχθηκε η αναστολή των εργασιών ασφαλτόστρωσης του δρόμου γενικά, αλλά η μη επέμβαση στο μέρος εκείνο της ακίνητης περιουσίας που οι ενάγουσες πιστεύουν, παρά την θέση των εναγομένων, ότι τους ανήκει και εκτελούνται έργα σχετικά με την ασφαλτόστρωση του δρόμου. Η θέση του συνηγόρου των εναγόντων ότι θα καταστεί το διάταγμα αναποτελεσματικό αν δεν διαφοροποιηθεί ώστε να μην απαγορεύει μόνο την επέμβαση στο κτήμα των αιτητριών αλλά την κατασκευή/ασφαλτόστρωση του δρόμου δεν βρίσκει σύμφωνο το Δικαστήριο αφού η αξίωση των εναγουσών περιορίζεται στην μη επέμβαση στο δικό τους ακίνητο. Συνεπώς κρίνω ότι η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου θα πρέπει να ασκηθεί υπέρ των αιτητριών. Το διάταγμα 11.3.2010 οριστικοποιείται. Τα έξοδα της διαδικασίας, ακολουθώντας το αποτέλεσμα, επιδικάζονται υπέρ των εναγουσών - αιτητρίων και εναντίον των εναγομένων - καθ΄ ων η αίτηση όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, τα οποία όμως θα πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) .......... Κ. Κουνίδου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.