Γρηγόρης Δημητρίου Γρηγορίου κ.α. ν. Φωστήρα Σπύρου άλλως Φωστήρα Γεωργίου Χαραλάμπους, Αρ. Αγωγής :- 407/2008, 8η Νοεμβρίου 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2010:A53 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον :- Μ. Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Αρ. Αγωγής :- 407/2008 Μεταξύ :-
- Γρηγόρης Δημητρίου Γρηγορίου
- Ανδρέας Δημητρίου Γρηγορίου Ενάγοντες Και Φωστήρα Σπύρου άλλως Φωστήρα Γεωργίου Χαραλάμπους Εναγόμενη Ημερομηνία :- Πέμπτη 218η ΝοεμΟκτωβρίου 2010 Αίτηση Τροποποίησης ημερομηνίας 12/10/2010 Για τους Ενάγοντες - Αιτητές :- κος. Ανδρέας Ζύμπηλος (Για ν΄ ακούσει απόφαση :- Αυτοπροσώπως / ............. ) Για την Εναγόμενη - Καθ΄ ης η Αίτηση :- κα. Αρίστη Κορακίδου (Για ν΄ ακούσει απόφαση :- Αυτοπροσώπως / ............. ) Ενδιάμεση Απόφαση
- Μετά από την ολοκλήρωση της υπόθεσης των εναγόντων στις 10/9/10 άρχισε να καταθέτει ως μάρτυρας υπεράσπισης η ίδια η εναγόμενη υιοθετώντας σχετική γραπτή δήλωση. Υιοθέτηση η οποία ουσιαστικά αποτελούσε ολόκληρη τη κύρια εξέταση της ως μάρτυρας. Λόγω έλλειψης χρόνου η αντεξέταση της προγραμματίστηκε για τις 30/9/10 και συνεχίστηκε στις 4/10/10 ενώ ακολούθως ορίστηκε για συνέχιση στις 18/10/
- Στο μεσοδιάστημα στις 12/10/10 οι ενάγοντες καταχώρησαν αίτηση τροποποίησης η οποία ορίστηκε γι΄ ακρόαση την ίδια ημερομηνία κατά την οποία ήταν ορισμένη για συνέχιση της ακρόασης η αγωγή. Μετά από έγκριση αιτήματος αναβολής της ακρόασης το Δικαστήριο είχε την δυνατότητα εκδίκασης της αίτησης αυθημερόν καθότι η ευπαίδευτη συνήγορος της εναγομένης είχε ήδη επιμελώς καταχωρήσει ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης στην αίτηση τροποποίησης και αμφότεροι οι δικηγόροι δήλωσαν ετοιμότητα να αγορεύσουν υπέρ των θέσεων τους.
- Η αναγκαιότητα υποβολής του αιτήματος τροποποίησης προέκυψε, όπως σχετικά ο ίδιος ο ενόρκως δηλών προς υποστήριξη της αίτησης αναφέρει σχετικά, μετά από ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία έγινε δεκτή η ένσταση της ευπαίδευτης συνηγόρου της εναγομένης και δεν επιτράπηκε υποβολή καθότι το περιεχόμενο της δεν ανταποκρινόταν στη θέση των εναγόντων όπως αυτή αποτυπώνεται στη παράγραφο 4 (ε) της απάντησης στην υπεράσπιση και υπεράσπισης στην ανταπαίτηση.
- Είχα την ευκαιρία να ελέγξω αποστενογραφημένο το σχετικό μέρος του πρακτικού το οποίο τηρήθηκε στις 4/10/2010 και αυτό το οποίο πραγματικά συνέβη δεν είναι ότι το Δικαστήριο δεν επέτρεψε υποβολή για το λόγο ο οποίος αναφέρεται πιο πάνω. Κατά ακρίβεια ο ίδιος ο ευπαίδευτος δικηγόρος των εναγόντων επέλεξε ουσιαστικά να όπως αποσύρει τη συγκεκριμένη υποβολή.
- Βεβαίως το Δικαστήριο είχε υποδείξει προς αυτόν ότι η υποβολή ήταν αντίθετη με δικόγραφο των εναγόντων (δηλαδή, την απάντηση στην υπεράσπιση και υπεράσπιση στην ανταπαίτηση) ενώ στη συνέχεια η ευπαίδευτη συνήγορος της εναγομένης αναφέρθηκε σχετικά στη παράγραφο 4 (ε) της απάντησης στην υπεράσπιση και υπεράσπισης στην ανταπαίτηση.
- Βεβαίως οO ευπαίδευτος δικηγόρος των εναγόντων υποστήριξε ότι αυτό το οποίο εννοούσε η συγκεκριμένη αναφορά σε αυτό το δικόγραφο ήταν ότι ο ένας επιβεβαιώνει την υπογραφή του ενός, προφανώς εννοώντας ότι ο κάθε μάρτυρας στο συγκεκριμένο έγγραφο επιβεβαίωνε ξεχωριστά την υπογραφή του πατέρα των εναγόντων και της εναγομένης.
- Εντούτοις το Δικαστήριο τον υπενθύμισε ότι αυτό το οποίο όντως αναφέρεται εντός της παραγράφου 4 (ε) είναι ότι η επίδικη συμφωνία «.υπεγράφη υπό της Εναγομένης ενώπιον 2 ικανών μαρτύρων.». Επιπλέον, εντός αυτής της απόφασης, παρατηρώ απλά σε αυτό το σημείο της απόφασης ότι στη συνέχεια στη παράγραφο 4 (ε) αναφέρεται ότι αυτοί οι δύο ικανοί μάρτυρες «.προσυπόγραψαν ως μάρτυρες.». Σημασία βεβαίως σε σχέση με αυτή την ενδιάμεση απόφαση έχει το γεγονός ότι αναμφίβολα προβάλλεται ισχυρισμός πως η εναγόμενη υπέγραψε ενώπιον δύο μαρτύρων και όχι ενός μάρτυρα.
- Μετά και από υπόδειξη του Δικαστηρίου ότι στην υποβολή αυτό το οποίο αναφερόταν ήταν ότι πρώτα η εναγόμενη υπέγραψε το έγγραφο και μετά ήλθε η κόρη της και σαν μάρτυρας έθεσε την υπογραφή της σε αυτό ο ευπαίδευτος δικηγόρος των εναγόντων ανάφερε και πάλι ότι οι δύο μάρτυρες επιβεβαιώνουν. Υπενθύμισε τότε το Δικαστήριο ότι αυτό το οποίο αναφέρεται εντός του συγκεκριμένου δικογράφου είναι ότι η εναγόμενη υπέγραψε ενώπιον δύο ικανών μαρτύρων.
- Αναφέρθηκε επίσης από το Δικαστήριο ότι το ερώτημα δεν είναι εάν θα κριθεί η ουσία της αγωγής αλλά αν θα επιτραπεί η υποβολή. Τότε ήταν που ο ευπαίδευτος δικηγόρος των εναγόντων επέλεξε όπως αποσύρει την υποβολή του. Βεβαίως παρά και το γεγονός ότι δεν εκδόθηκε σχετική απόφαση του Δικαστηρίου επί του συγκεκριμένου θέματος η πραγματικότητα είναι ότι με τα δεδομένα τα οποία είχαν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου αναπόφευκτα θα κρινόταν ότι όντως η συγκεκριμένη υποβολή δεν θα μπορούσε να επιτραπεί καθότι αναπόφευκτα θα κρινόταν από το Δικαστήριο ότι αυτή όντως ήταν αντίθετη με σαφή θέση εντός της απάντησης στην υπεράσπιση και υπεράσπισης στην ανταπαίτηση. 5.
- Βεβαίως Σσε σχέση με το αίτημα τροποποίησης υπό εξέταση με αυτή την απόφαση αξίζει να σημειωθεί το εξής δεδομένο όπως αυτό προκύπτει από τη μαρτυρία του Μ. Ε. 3, δηλαδή του πατέρα των εναγόντων. Συγκεκριμένα οι αναφορές οι οποίες έγιναν γενικά από αυτό τον μάρτυρα κατά τη διάρκεια της προφορικής κατάθεσης του σε σχέση με την υπογραφή της επίδικης συμφωνίας δωρεάς ή ουσιαστικά τις συνθήκες υπό τις οποίες αυτή υπογράφηκε τόσο από τον ίδιο όσο και από την εναγόμενη και αμφότερους τους μάρτυρες, οοι υπογραφές των οποίων φαίνονται επί των τεκμηρίων τα οποία έχουν κατατεθεί ως τεκμήρια.
- Όταν κλήθηκε από τον ευπαίδευτο δικηγόρο των εναγόντων, αμέσως μετά την έναρξη της κύριας εξέτασης του, να εξηγήσει αναλυτικά πως έχουν τα γεγονότα σε σχέση με την αναφορά του ότι η εναγόμενη δεν «κοτσιανιάζει» το σπίτι πάνω στα παιδιά του ανάφερε μεταξύ άλλων και τα εξής. Ότι δηλαδή ο ίδιος υπέγραψε τη βεβαίωση δωρεάς την οποία ετοίμασε ο δικηγόρος μπροστά στο δικηγόρο και ότι υπέγραψε και ο δικηγόρος ενώ στη συνέχεια πήρε αυτή τη βεβαίωση στο σπίτι και την υπέγραψε η εναγόμενη και μαζί με τη κόρη της σαν μάρτυρας. Ανάφερε τα πιο πάνω ο Μ. Ε. 3 αμέσως μετά την έναρξη της κύριας εξέτασης του. Κατά τηνατην αντεξέταση του ο μάρτυρας αυτός ανέφερε ότι στον δικηγόρο πήγε μόνος του ενώ στη συνέχεια σε επακόλουθη απάντηση ανάφερε ότι υπέγραψε το έγγραφο ο ίδιος μπροστά στο δικηγόρο και ότι το πήρε μετά και το υπέγραψε η εναγόμενη και η κόρη της.
- Υποβλήθηκε βεβαίως κατά την αντεξέταση του Μ. Ε. 3, μεταξύ άλλων θέσεων, ότι όταν ο ίδιος υπέδειξε το έγγραφο στην εναγόμενη ζητώντας από αυτή να το υπογράψει δεν υπήρχε σε αυτό οποιαδήποτε άλλη υπογραφή. Επανέλαβε τότε ουσιαστικά τον αρχικό του ισχυρισμό ως προς το ότι όταν πήρε τη συμφωνία από τον δικηγόρο επί αυτής υπήρχε τόσο η δική του υπογραφή όσο και αυτή του δικηγόρου.
- Διατηρώντας υπόψη τη μαρτυρία την οποία οι ενάγοντες παρουσίασαν επί του συγκεκριμένου θέματος, δίχως ασφαλώς αυτή να αξιολογείται με οποιοδήποτε τρόπο εντός αυτής της ενδιάμεσης απόφασης, διαπιστώνω ότι έχει δοθεί μαρτυρία από τους ενάγοντες η οποία ανταποκρίνεται στην αιτούμενη τροποποίηση.
- Η διαπίστωση αυτή, σε συνάρτηση με τα όσα αναφέρονται σχετικά προς υποστήριξη της αίτησης αναφορικά με τη λανθασμένη διατύπωση της παραγράφου 4 (ε) της απάντησης στην υπεράσπιση και υπεράσπισης στην ανταπαίτηση, αναμφίβολα επενεργεί θετικά ως προς την έγκριση του αιτήματος των εναγόντων για την τροποποίηση του δικογράφου τους δίχως όμως να κρίνεται ότι από μόνη της αρκεί έτσι ώστε να εγκριθεί η αίτηση υπό εξέταση.
- Αξίζει βεβαίως να σημειωθεί ότι οι λεπτομέρειες υπογραφής του επίδικου εγγράφου δεν αναφέρονται εντός της έκθεσης απαίτησης των εναγόντων ενώ στην έκθεση υπεράσπισης και ανταπαίτησης δίδονται ορισμένα στοιχεία αναφορικά με τις συνθήκες υπό τις οποίες η εναγόμενη κατ΄ ισχυρισμό υπέγραψε το επίδικο έγγραφο ενώ παράλληλα προβάλλεται ο ισχυρισμός (για πρώτη φορά εντός των δικογράφων των διαδίκων) ότι η φερόμενη ως συμφωνία δωρεάς ποτέ δεν υπεγράφη ενώπιον 2 μαρτύρων. Ενδεχομένως αυτή η αναφορά να ήταν και η αιτία για τη προβολή αντίθετου ισχυρισμού εντός της απάντησης στην υπεράσπιση και υπεράσπισης στην ανταπαίτηση.
- Της επίμαχης δηλαδή αναφοράς στη παράγραφο 4 (ε) της απάντησης στην υπεράσπιση και υπεράσπισης στην ανταπαίτηση. Ο ισχυρισμός δηλαδή ότι η εναγόμενη υπέγραψε την επίδικη συμφωνία δωρεάς ενώπιον 2 ικανών μαρτύρων οι οποίοι προσυπόγραψαν ως μάρτυρες.
- Βεβαίως αξίζει να σημειωθεί ότι εάν η παράγραφος 4 (ε) διαβαστεί ως έχει δημιουργείται η εξής εντύπωση. Ότι δηλαδή τόσο ο Μ. Ε. 3 όσο και η εναγόμενη αλλά και ο δικηγόρος και η θυγατέρα της εναγομένης ήταν παρόντες στον ίδιο χώρο κατά την κατ΄ ισχυρισμό ανάγνωση της συμφωνίας από την εναγόμενη και την υπογραφή της και από τα τέσσερα αυτά άτομα. Η εντύπωση αυτή βεβαίως δεν ανταποκρίνεται καθόλου στην εκδοχή την οποία προέβαλε ο Μ. Ε. 3 με τη μαρτυρία του.
- Σε σχέση με αυτή την εκδοχή το Δικαστήριο δεν είναι δυνατό παράλληλα να αγνοήσει το χρονικό σημείο στο οποίο αυτή προβλήθηκε προφορικά. Δηλαδή στις 15/6/2010 κατά τη διάρκεια της έναρξης της προφορικής κατάθεσης του Μ. Ε. 3, στην οποία συμπεριλαμβανόταν και η κύρια εξέταση ως επίσης και μέρος της αντεξέτασης του. Μάλιστα η προφορική κατάθεση του Μ. Ε. 3 ολοκληρώθηκε στις 29/6/2010 δίχως να έχει ερωτηθεί συγκεκριμένα οτιδήποτε σχετικό με το θέμα υπό εξέταση με αυτή την απόφαση. Ανεξάρτητα δηλαδή και από τα όσα ο ίδιος παρεμπιπτόντως ανέφερε σε σχέση με ερωτήσεις επί άλλων θεμάτων.
- Αξίζει δηλαδή να σημειωθεί ότι η αίτηση τροποποίησης καταχωρήθηκε περίπου 4 μήνες μετά από την αντιφατική με το συγκεκριμένο δικόγραφο προβολή ισχυρισμού από τον Μ. Ε.
- Η χρονική αυτή διαφορά προσμετρά ως μέρος της καθυστέρησης στην υποβολή του αιτήματος υπό εξέταση. Ανεξάρτητα και από το γεγονός ότι η επόμενη ημερομηνία η οποία δόθηκε για τη συνέχιση της ακρόασης ήταν αμέσως μετά από τη λήξη των θερινών διακοπών (βλ. σχετικά τη Δ.61 θ. 1 (α)).
- Η οποία καθυστέρηση ασφαλώς ως σχετικός παράγοντας επενεργεί αρνητικά ως προς την έγκριση του αιτήματος των εναγόντων για την τροποποίηση του δικογράφου τους δίχως όμως να κρίνεται ότι από μόνη της αρκεί έτσι ώστε να απορριφθεί η αίτηση υπό εξέταση. Καθώς δηλαδή θα πρέπει να εξεταστεί κατά πόσο δικαιολογείται με οποιοδήποτε τρόπο αυτή η καθυστέρηση. Δίχως να αποκλείεται επιπλέον και η ύπαρξη παράλειψης του ευπαίδευτου δικηγόρου των εναγόντων να είχε αντιληφθεί νωρίτερα την ύπαρξη της συγκεκριμένης διάστασης μεταξύ του συγκεκριμένου δικογράφου και της προφορικής μαρτυρίας του Μ. Ε.
- Ενώ επιπλέον δεν θα πρέπει το Δικαστήριο να αγνοήσει το ενδεχόμενο οποιωνδήποτε αρνητικών συνεπειών εις βάρος της εναγομένης από την ύπαρξη αυτής της καθυστέρησης, πρώτο, διότι το αίτημα τροποποίησης δεν υποβλήθηκε είτε προ της έναρξης της αντεξέτασης του Μ. Ε. 3 στις 15/6/2010 (ασφαλώς μετά και από υποβολή και έγκριση σχετικού αιτήματος αναβολής της ακρόασης) είτε μεταξύ της 15/6/2010 και 29/6/2010, δηλαδή προ της συνέχισης της αντεξέτασης του Μ. Ε. 3 και δεύτερο, διότι το αίτημα υποβλήθηκε μετά από την έναρξη της προφορικής κατάθεσης της εναγομένης και μάλιστα προ της ολοκλήρωσης της αντεξέτασης της, η οποία άρχισε στις 30/9/2010 και συνεχίστηκε στις 4/10/
- Διατηρώντας υπόψη τα όσα αναφέρονται πιο πάνω, ουσιαστικά υπό μορφή εισαγωγής σε αυτή την απόφαση, θα εξετάσω στη συνέχεια τους λόγους ένστασης της εναγομένης. 22.
- Με τον πρώτο λόγο ένστασης εισηγείται η εναγόμενη ότι οι ενάγοντες «.επιχειρούν να τροποποιήσουν το δικόγραφο της απάντησης σε (sic) τρόπο ώστε να έρχεται σε αντίθεση με τα τεκμήρια που οι ίδιοι καταχώρησαν κατά την ακροαματική διαδικασία και συγκεκριμένα να έρχεται σε αντίθεση με τα τεκμήρια 1 και 5». 22.
- Κρίνω ότι αυτός ο λόγος ένστασης δεν ευσταθεί. Πουθενά εντός των τεκμηρίων 1 και 5 δεν υπάρχει αναφορά σε ταυτόχρονη είτε υπογραφή είτε παρουσία των ατόμων οι υπογραφές των οποίων φαίνονται επί αυτών των τεκμηρίων. 22.
- Με τον δεύτερο λόγο ένστασης η εναγόμενη εισηγείται ότι ο ενάγων 1 «.ο οποίος ορκίζεται την συνοδεύουσα και υποστηρίζουσα την αίτηση των εναγόντων ένορκο ομολογία ουδέν γνωρίζει προσωπικά περί των πραγματικών γεγονότων αναφορικά με τα τεκμήρια 1 και 5 ως μαρτύρησε κατά την ακροαματική διαδικασία». 22.
- Βεβαίως παρά και τις ομοιότητες μεταξύ των τεκμηρίων 1 και 5 οφείλω απλά να παρατηρήσω ότι κατά την ημερομηνία της προφορικής κατάθεσης του Μ. Ε. 1 στις 11/5/2010 από αυτά τα δύο τεκμήρια μόνο το τεκμήριο 1 είχε κατατεθεί. Ενώ σε σχέση με την προφορική κατάθεση αυτού του μάρτυρα διαπιστώνεται, δίχως ασφαλώς αυτή να αξιολογείται με οποιοδήποτε τρόπο, ότι όντως η γνώση του αναφορικά με το τεκμήριο 1 προέκυπτε από πληροφόρηση την οποία είχε ενώ κατά την αντεξέταση του όταν του υποβλήθηκαν διάφορες θέσεις αναφορικά με την επίδικη συμφωνία δωρεάς η σταθερή του απάντηση ήταν ουσιαστικά ότι δεν γνώριζε έτσι ώστε να απαντήσει σχετικά. 22.
- Συνεπώς, παρά και τη συνειδητή αποφυγή από το Δικαστήριο να αξιολογήσει με οποιοδήποτε τελεσίδικο τρόπο τη μαρτυρία του Μ. Ε. 1, η θέση ότι αυτός δεν γνώριζε προσωπικά οτιδήποτε αναφορικά με το τεκμήριο 1 όπως μαρτύρησε κατά την ακροαματική διαδικασία εκ πρώτης όψεως κρίνεται εύλογη. Εντούτοις, παρά και το γεγονός ότι ο λόγος ένστασης αυτός κρίνεται ότι ανταποκρίνεται με την πραγματικότητα, στο βαθμό στον οποίο αυτός αναφέρεται στη φύση της μαρτυρίας του Μ. Ε. 1 όπως αυτή προέκυψε από την προφορική του κατάθεση, αυτό δεν σημαίνει παράλληλα ότι αυτό οδηγεί και σε αποδοχή αυτού του λόγου ένστασης. Καθότι, όπως αυτός ο λόγος ένστασης είναι δυνατό να γίνει αντιληπτός, αυτό το οποίο ζητείται από το Δικαστήριο είναι όπως μην λάβει υπόψη την ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης διότι αυτή προέρχεται από ένα μάρτυρα ο οποίος δεν είναι σε θέση να καταθέτει από προσωπική γνώση αναφορικά με τα τεκμήρια 1 και
- 22.
- Εντούτοις εάν εξεταστεί προσεχτικά το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του μάρτυρα αυτού διαπιστώνεται ότι ο ίδιος δεν περιορίζεται σε προσωπική του γνώση αλλά επίσης σε πληροφόρηση του παραθέτοντας παράλληλα και τη πηγή αυτών των πληροφοριών. Δηλαδή τόσο τον ίδιο τον ευπαίδευτο δικηγόρο των εναγόντων όσο και τον πατέρα του, δηλαδή τον Μ. Ε.
- 22.
- Ενώ πέραν και από αυτό το δεδομένο το Δικαστήριο διατηρεί παράλληλα υπόψη του ότι ο σκοπός της μαρτυρίας η οποία προσφέρεται υπό τη συγκεκριμένη μορφή της ένορκης δήλωσης του Μ. Ε. 1 δεν προσφέρεται με σκοπό να αποδείξει τα γεγονότα στα οποία αυτή αναφέρεται, σε σχέση δηλαδή με τις κατ΄ ισχυρισμό συνθήκες υπό τις οποίες υπογράφηκε η επίδικη συμφωνία δωρεάς. Ο σκοπός για τον οποίο προσφέρεται αυτή η μαρτυρία σαφώς είναι έτσι ώστε να επεξηγήσει τη λανθασμένη κατ΄ ισχυρισμό περιγραφή των επίδικων γεγονότων εντός του δικογράφου του οποίου επιδιώκεται η τροποποίηση. Ως εκ τούτου το Δικαστήριο πραγματικά δεν μπορεί να οδηγηθεί σε συμπέρασμα ότι ο συγκεκριμένος λόγος ένστασης είναι βάσιμος έτσι ώστε με την αποδοχή αυτού να μην γίνει δεκτή η αίτηση των εναγόντων. 22.
- Βεβαίως οφείλω να παρατηρήσω ότι ενώ με τη παράγραφο 3 της ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της αίτησης αναδεικνύεται με σαφήνεια ο ισχυρισμός ότι «.εκ παραδρομής και εκ λάθους.» δεν καταγράφηκαν ορθά οι ισχυρισμοί των εναγόντων αναφορικά με τις υπογραφές των μαρτύρων σε σχέση με την υπογραφή της συμφωνίας από τους αναφερομένους επί αυτής ως συμβαλλόμενους εντούτοις η παράγραφος 5 είναι κάπως ασυνάρτητη. Καθώς όπως αναφέρεται τόσο ο ίδιος ο ενόρκως δηλών όσο και ο ενάγων 2 αλλά και ο δικηγόρος τους είτε τελούσαν υπό την πλάνη ή ήταν αμελείς πιστεύοντας ότι τα δικόγραφα και ειδικά η απάντηση έδιδε το δικαίωμα σε αυτούς να αντεξεταστεί η εναγόμενη επί των γεγονότων (στα οποία είχε προηγουμένως αναφερθεί στη παράγραφο 3) ενώ στη συνέχεια υπάρχει αναφορά σε μια εντελώς ασύνδετη φράση («.λόγω ελλιπούς ή και καθόλου ενημέρωσης του δικηγόρου μας ή και λανθασμένης επί του θέματος τούτου.»). Αποτελεί παράδειγμα η παράγραφος αυτή της επιβαλλόμενης αποφυγής χρήσης διαζευκτικών συνδέσμων εντός μίας ένορκης δήλωσης το περιεχόμενο της οποίας, όπως θα πρέπει να διατηρείται υπόψη από τον συντάκτη της, αποτελεί μαρτυρία. Συνεπώς δεν είναι ορθή η χρήση διαζευκτικών συνδέσμων όπως και στη περίπτωση ενός δικογράφου. Εν πάση περιπτώσει παρά και τη μερική σύγχυση την οποία προκαλεί η σύνταξη της ένορκης δήλωσης σε αυτό το συγκεκριμένο σημείο ο λόγος ένστασης αυτός δεν γίνεται δεκτός. 22.
- Με τον τρίτο λόγο ένστασης προβάλλεται η θέση ότι οι ενάγοντες «.προώθησαν κατά την ακρόαση μια εντελώς διαφορετική εκδοχή από τα δικόγραφα τους». Προφανώς αυτός ο λόγος ένστασης αναφέρεται κυρίως στη μαρτυρία του Μ. Ε. 3 όπως αυτή εξετάζεται πιο πάνω από το Δικαστήριο. Όντως οι ενάγοντες με τη μαρτυρία αυτού του μάρτυρα προέβαλαν ισχυρισμούς οι οποίοι αντιμάχονται τα όσα αναφέρονται εντός της παραγράφου 4 (ε) της απάντησης στην υπεράσπιση και υπεράσπισης στην ανταπαίτηση. 22.
- Εντούτοις προβάλλεται η θέση με την αίτηση υπό εξέταση ότι η διατύπωση αυτής της παραγράφου δεν αντικατοπτρίζει ορθά τα όσα όντως ο Μ. Ε. 3 ισχυρίστηκε. Πραγματικά δεν διαπιστώνω να υπάρχει οποιοσδήποτε λόγος με βάση τον οποίο το Δικαστήριο να μην δεχτεί αυτή την εξήγηση ως γνήσια. Ότι δηλαδή δεν διατυπώθηκε ορθά το συγκεκριμένο δικόγραφο των εναγόντων. Ή όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο ενόρκως δηλών προς υποστήριξη της αίτησης ότι όπως ο ίδιος πληροφορήθηκε από τον δικηγόρο τους «.εκ παραδρομής και εκ λάθους δεν δικογραφήθηκε ορθά το γεγονός ότι ως μάρτυρες εις την επίδικη συμφωνία δωρεάς υπέγραψαν ο δικηγόρος Νίκος Παπαθεοχάρους ως μάρτυρας της υπογραφής του πατέρα μου Δημήτρη Γεωργίου, ο οποίος πατέρας υπέγραψε για λογαριασμό μας, και η Μαρία Ναζίρη, θυγατέρα της Εναγομένης, ως μάρτυρας της υπογραφής της Εναγομένης». Διατηρώντας υπόψη αυτή τη διαπίστωση του Δικαστηρίου κρίνω ότι ο τρίτος λόγος ένστασης δεν μπορεί να γίνει δεκτός. 22.
- Με τον τέταρτο λόγο ένστασης προβάλλεται η θέση ότι η έκθεση απαίτησης δεν αναφέρει οτιδήποτε για υπογραφή συμφωνίας εκ μέρους του πατέρα των εναγόντων. Βεβαίως ως αποτύπωση ενός δεδομένου αυτή η θέση είναι ορθή. Εντούτοις δεν είναι δυνατό να αγνοηθεί από το Δικαστήριο και το δεδομένο ότι πλέον με την καταχώρηση της απάντησης στην υπεράσπιση και υπεράσπισης στην ανταπαίτηση προβλήθηκε ο ισχυρισμός ως προς την υπογραφή της επίδικης συμφωνίας εκ μέρους των εναγόντων από τον πατέρα τους. Έχοντας υπόψη και τα όσα σχετικά αναφέρονται εντός της ένορκης δήλωσης της εναγομένης προς υποστήριξη της ένστασης τονίζω ότι σε αυτή την απόφαση ασφαλώς δεν εξετάζεται η γνησιότητα της αξίωσης των εναγόντων αλλά η βασιμότητα των λόγων ένστασης. Πραγματικά δεν είναι δυνατό να διαπιστωθεί ότι ο τέταρτος λόγος ένστασης αποτελεί βάσιμο λόγο επί του οποίου να μην γίνει δεκτή η αίτηση των εναγόντων. 22.
- Αναφορικά δε με τον πέμπτο λόγο ένστασης ως προς το ότι οι ενάγοντες «.αναλόγως της θέσης της εναγομένης προσαρμόζουν κάθε φορά την εκδοχή τους.» διατηρώντας υπόψη τα όσα αναφέρονται πιο πάνω από το Δικαστήριο σε σχέση με τη μαρτυρία του Μ. Ε. 3 πραγματικά δεν μπορώ να συμφωνήσω με τη θέση αυτή έτσι ώστε αυτός ο λόγος ένστασης να γίνει δεκτός ως βάσιμος από το Δικαστήριο. 22.
- Αναφορικά δε με τον έκτο λόγο ένστασης ως προς το ότι ο σκοπός τροποποίησης των δικογράφων «.είναι η παρουσίαση των αληθών γεγονότων ενώπιον του Δικαστηρίου για σκοπούς ορθής απονομής της Δικαιοσύνης.» πραγματικά δεν μπορώ καν να θεωρήσω ότι όντως αυτός ο λόγος ένστασης αποτελεί λόγο ένστασης σε σχέση με τη συγκεκριμένη αίτηση υπό εξέταση. Αντιθέτως θεωρώ ότι αποτελεί μία γενικευμένη θέση ή ουσιαστικά ένα επιχείρημα το οποίο θα μπορούσε να προβληθεί προς υποστήριξη είτε μίας αίτησης τροποποίησης είτε μιας ένστασης σε αίτηση τροποποίησης. Δίχως παράλληλα αυτή η θέση να εντάσσεται με σαφήνεια, τουλάχιστον σε σχέση με τη διατύπωση του λόγου ένστασης, εντός του υπόλοιπου πλαισίου της ένστασης. 22.
- Ακόμη και να θεωρηθεί ότι αυτό το οποίο εννοείται είναι ότι η συγκεκριμένη αίτηση τροποποίησης δεν έχει αυτό το σκοπό και πάλι αυτός ο λόγος ένστασης ξεφεύγει, λόγω της απόλυτης του φύσης, και από το πιθανό σκοπό μίας αίτησης τροποποίησης. Καθότι δεν εμπίπτει εντός του έργου του Δικαστηρίου γενικά κατά την εξέταση ενός αιτήματος τροποποίησης να κρίνει κατά πόσο η έγκριση του θα έχει ως αποτέλεσμα τη «.παρουσίαση των αληθών γεγονότων ενώπιον του Δικαστηρίου για σκοπούς ορθής απονομής της Δικαιοσύνης.». 22.
- Αυτό το οποίο εξετάζεται σε τέτοιες περιπτώσεις είναι κατά πόσο το αίτημα τροποποίησης δικαιολογείται με βάση τα κριτήρια τα οποία έχει καθιερώσει η νομολογία μας και όχι κατά πόσο οι ισχυρισμοί οι οποίοι πλέον ζητούνται να προβληθούν με την τροποποίηση ενός δικογράφου είναι αληθείς ή όχι. Συνεπώς ούτε αυτός ο λόγος ένστασης μπορεί να γίνει δεκτός από το Δικαστήριο. 22.
- Εισηγείται η εναγόμενη με τον έβδομο λόγο ένστασης ότι η «.μέχρι σήμερα στάση των εναγόντων αποδεικνύει την προσπάθεια τους για διεκδίκηση δικαιωμάτων που ποτέ δεν απέκτησαν». Όπως και στη περίπτωση του έκτου λόγου ένστασης προσομοιάζει περισσότερο με θέση ή επιχείρημα ο συγκεκριμένος λόγος ένστασης παρά με λόγο ένστασης. Πέραν από αυτή τη διαπίστωση η εξέταση αυτής της θέσης ουσιαστικά καλεί το Δικαστήριο να εξετάσει την ουσία της αξίωσης των εναγόντων κάτι το οποίο και πάλι δεν εμπίπτει εντός του έργου του Δικαστηρίου σε αυτή την ενδιάμεση διαδικασία. Ούτε και αυτός ο λόγος ένστασης κρίνεται βάσιμος. 22.
- Πέραν και από διαπίστωση ότι ο όγδοος λόγος ένστασης εμπεριέχει και επαναλαμβάνει ουσιαστικά τον πρώτο λόγο ένστασης κρίνω ότι ο όγδοος λόγος ένστασης θα πρέπει να τύχει παρόμοιας αντιμετώπισης με αυτή την οποία το Δικαστήριο απέρριψε τον έκτο λόγο ένστασης. Καθότι το ερώτημα το οποίο τίθεται με αυτό τον λόγο ένστασης είναι κατά πόσο οι ισχυρισμοί οι οποίοι πλέον ζητούνται να προβληθούν με την τροποποίηση της απάντησης στην υπεράσπιση και υπεράσπισης στην ανταπαίτηση είναι αληθείς ή όχι. Η θέση δηλαδή ότι οι ενάγοντες «.δεν αξιούν τροποποίηση των δικογράφων για σκοπούς παρουσίασης αληθούς υπόθεσης». Θεωρώ επίσης ότι η εισαγωγή αυτού του λόγου ένστασης προτού αυτός οδηγηθεί στην πιο πάνω κατάληξη δεν είναι επαρκώς σαφής έτσι ώστε να παρέχεται η δυνατότητα της κατά το μέγιστο δυνατό ορθής αντίληψης του συγκεκριμένου λόγου ένστασης. Ότι δηλαδή το «.περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης το περιεχόμενο της απάντησης μετά την θέση της εναγομένης στην υπεράσπιση της, η παρουσίαση της υπόθεσης των εναγόντων κατά την ακροαματική διαδικασία η οποία δεν συνάδει με τα τεκμήρια που οι ίδιοι κατέθεσαν συνηγορεί ότι οι ενάγοντες δεν αξιούν τροποποίηση των δικογράφων για σκοπούς παρουσίασης αληθούς υπόθεσης». 22.
- Εντούτοις αυτό το οποίο έχει σημασία σε τέτοιες περιπτώσεις εξέτασης ενός αιτήματος τροποποίησης δεν είναι το ερώτημα κατά πόσο το Δικαστήριο έχει πεισθεί ότι ο διάδικος ο οποίος επιδιώκει τροποποίηση δικογράφου θα προσθέσει σε αυτό ισχυρισμούς οι οποίοι θα είναι αληθείς. Δεν εξετάζεται δηλαδή κατά πόσο οι ισχυρισμοί αυτοί είναι αληθείς ή ακόμη και εάν είναι δυνατό να κριθούν αληθείς. 22.
- Αυτό το οποίο εξετάζεται είναι κατά πόσο θα επιτραπεί στον διάδικο, ο οποίος επιδιώκει τη τροποποίηση, να προβάλει την υπόθεση του με τον τρόπο τον οποίο ζητάει να του επιτραπεί ανεξάρτητα από το κατά πόσο οι ισχυρισμοί οι οποίοι θα προβληθούν με αυτή την τροποποίηση είναι δυνατό σε ένα ενδιάμεσο στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας να κριθούν αληθείς ή όχι. Αναμφίβολα το κυρίαρχο στοιχείο στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου σε περιπτώσεις αιτήσεων τροποποίησης είναι το συμφέρον της δικαιοσύνης και κατά την εξέταση του θέματος το Δικαστήριο βασίζεται σε διάφορους παράγοντες, όμως τελικά ο κρίσιμος παράγων είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και η διατύπωση των θέσεων των διαδίκων (βλ. σχετικά τη σελίδα 1008 της απόφασης της Πολιτικής Έφεσης Αρ. 96/2006, ημερομηνίας 27/7/2007, Νικολάου ν. Μιλτιάδους κ.ά.
(2007)1Β Α. Α. Δ. 1005). Ασφαλώς η διασφάλιση της διατύπωσης των θέσεων των διαδίκων με την παροχή άδειας τροποποίησης των δικογράφων δεν εξαρτάται από το κατά πόσο οι προτιθέμενοι νέοι ισχυρισμοί ανταποκρίνονται στη πραγματικότητα. Αυτό είναι θέμα το οποίο στη συνέχεια θα εξαρτηθεί από τη μαρτυρία η οποία θα παρουσιαστεί ή ακόμη και την αξιολόγηση της μαρτυρίας η οποία ήδη έχει παρουσιαστεί ενταγμένης βεβαίως στο σύνολο της όσης μαρτυρίας οι διάδικοι θα παρουσιάσουν μέχρι και την ολοκλήρωση της ακροαματικής διαδικασίας. 22.
- Με τον ένατο λόγο ένστασης προβάλλεται η θέση ότι η «.καταδίκη των εναγόντων στα έξοδα της παρούσας αίτησης δεν θεραπεύει την ταλαιπωρία, ψυχική αναστάτωση, άγχος και ταχυκαρδία που προκαλεί στην εναγόμενη η εκκρεμοδικία της παρούσας υπόθεσης». Ενδεχομένως με αυτό τον λόγο ένστασης η εναγόμενη να προσπαθεί όπως αποκλείσει τη σταθερή θέση η οποία προκύπτει από τη νομολογία μας ως προς το ότι άδεια τροποποίησης δίδεται αν δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο ενώ ο όρος ανεπανόρθωτη ζημιά χρησιμοποιείται με την έννοια ότι αυτή δεν μπορεί να αποκατασταθεί με την καταβολή εξόδων. Πραγματικά στη συγκεκριμένη περίπτωση υπό εξέταση από το Δικαστήριο δεν είναι δυνατό να κριθεί ότι αυτός ο λόγος ένστασης είναι βάσιμος. Όση και να είναι η ταλαιπωρία ή ψυχική αναστάτωση ή άγχος ή ακόμη και η ταχυκαρδία η οποία προκαλείται στην εναγόμενη από την εκκρεμοδικία αυτής της αγωγής και όσο και αυτές οι συνέπειες της εκκρεμοδικίας να μην θεραπεύονται από την επιδίκαση εξόδων υπέρ της εναγομένης δεν είναι δυνατό να κριθεί ότι η έγκριση ή απόρριψη του αιτήματος των εναγόντων για τροποποίηση του συγκεκριμένου δικογράφου τους θα πρέπει να εξαρτάται από αυτούς τους υποκειμενικούς παράγοντες τους οποίους η εναγόμενη ισχυρίζεται ότι υφίσταται. Έχει καθιερώσει η νομολογία μας ένα γενικά εφικτό τρόπο αποζημίωσης ενός διαδίκου σε περίπτωση έγκρισης ενός αιτήματος τροποποίησης έτσι ώστε να ληφθεί υπόψη τόσο η οποιαδήποτε καθυστέρηση όσο και η οποιαδήποτε ταλαιπωρία την οποία ένας διάδικος υφίσταται σε τέτοιες παρόμοιες περιπτώσεις και αυτός είναι η επιδίκαση εξόδων υπέρ του αντιδίκου ανεξάρτητα μάλιστα, στις περισσότερες περιπτώσεις, και από το αποτέλεσμα εκδίκασης μίας αίτησης τροποποίησης.
- Ανεξάρτητα και από την απόρριψη όλων των λόγων ένστασης θεωρώ ότι αποτελεί επιβεβλημένο καθήκον του Δικαστηρίου να εξετάσει κατά πόσο η αίτηση των εναγόντων είναι δικαιολογημένη σύμφωνα και με τις αρχές οι οποίες καθορίζονται από τη νομολογία μας. Θεωρώ ότι γενικά το αίτημα των εναγόντων ικανοποιεί τις οποιεσδήποτε προϋποθέσεις προς έγκριση του. Η μοναδική επιφύλαξη την οποία θα μπορούσε το Δικαστήριο να έχει ως προς την έγκριση του αιτήματος τροποποίησης έχει σχέση με την ήδη διαπιστωμένη καθυστέρηση στην υποβολή αυτού του αιτήματος. Σύμφωνα και με το ιστορικό το οποίο παρατίθεται πιο πάνω σε σχέση με τη μαρτυρία η οποία δόθηκε από τον Μ. Ε.
- Εντούτοις κρίνω ότι παρά και το γεγονός ότι οι ενάγοντες επέδειξαν καθυστέρηση σε σχέση με την υποβολή του αιτήματος τους το οποίο θα ήταν ορθότερο να είχε υποβληθεί αμέσως μετά την εμφανή διάσταση η οποία ήταν εφικτό να παρατηρηθεί μεταξύ της μαρτυρίας του Μ. Ε. 3 και της απάντησης στην υπεράσπιση και υπεράσπισης στην ανταπαίτηση εντούτοις κρίνω ότι το συμφέρον της δικαιοσύνης απαιτεί όπως επιτραπεί στους ενάγοντες να διορθώσουν ουσιαστικά τη λανθασμένη διατύπωση της απάντησης στην υπεράσπιση και υπεράσπισης στην ανταπαίτηση.
- Θεωρώ δηλαδή ότι η καθυστέρηση η οποία παρατηρείται σε σχέση με την υποβολή του αιτήματος τροποποίησης δικαιολογείται με βάση την αποδοχή από το Δικαστήριο της γνησιότητας της θέσης των εναγόντων ως προς τη λανθασμένη αντίληψη η οποία υπήρχε από τον ευπαίδευτο δικηγόρο και κατ΄ επέκταση από τους ενάγοντες αναφορικά με το ότι η διατύπωση της παραγράφου 4 (ε) της απάντησης στην υπεράσπιση και υπεράσπισης στην ανταπαίτηση κάλυπτε τα κατ΄ ισχυρισμό γεγονότα τα οποία αποτελούν μέρος της γενικότερης εκδοχής των εναγόντων. Ουσιαστικά αυτή η λανθασμένη αντίληψη γίνεται δεκτή από το Δικαστήριο προς δικαιολόγηση της παράλειψης του ευπαίδευτου δικηγόρου των εναγόντων να είχε ενεργήσει νωρίτερα αναφορικά με τη διάσταση μεταξύ της προφορικής μαρτυρίας του Μ. Ε. 3 και της απάντησης στην υπεράσπιση και υπεράσπισης στην ανταπαίτηση. Παρά δηλαδή και το χρονικό σημείο στο οποίο είχε αναδειχτεί αυτή η διάσταση.
- Επιπλέον αποκλείω το ενδεχόμενο της πρόκλησης οποιωνδήποτε αρνητικών συνεπειών εις βάρος της εναγομένης από την ύπαρξη της προαναφερόμενης καθυστέρησης τουλάχιστον σε σχέση με τη προφορική κατάθεση της ιδίας καθότι της παρέχεται η ευχέρεια να τοποθετηθεί σχετικά με την οποιαδήποτε υποβολή επί του συγκεκριμένου θέματος εφόσον δηλαδή δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί η αντεξέταση της. Δεν αποκλείεται βεβαίως κατά την τελική αξιολόγηση της μαρτυρίας να διαπιστωθεί από το Δικαστήριο η οποιαδήποτε αρνητική συνέπεια εις βάρος της προβολής της υπεράσπισης της εναγομένης ως αποτέλεσμα αυτής της καθυστέρησης, ιδιαίτερα δε σε σχέση με την αντεξέταση του Μ. Ε. 3 η οποία έχει προηγηθεί της έγκρισης του αιτήματος τροποποίησης. Δίχως όμως παράλληλα να κρίνω ότι ένα τέτοιο ενδεχόμενο θα πρέπει να οδηγήσει σε απόρριψη του αιτήματος τροποποίησης. Καθότι η ευπαίδευτη συνήγορος της εναγομένης είχε την ευχέρεια αντεξέτασης του Μ. Ε. 3 αναφορικά με τα όσα ο ίδιος κατέθεσε και τα οποία ανταποκρίνονται στα όσα οι ενάγοντες επεδίωξαν να προσθέσουν εντός του συγκεκριμένου δικογράφου. Δίχως βεβαίως, τονίζω, να αποκλείεται η διαπίστωση κατά την τελική αξιολόγηση της μαρτυρίας της ύπαρξης οποιασδήποτε αρνητικής επίπτωσης στη δυνατότητα προβολής της υπεράσπισης της εναγομένης από το καθυστερημένο στάδιο στο οποίο υποβλήθηκε η αίτηση τροποποίησης. Σε σχέση δηλαδή με όση διαδικασία είχε προηγηθεί της υποβολής αυτής της αίτησης. Ενώ βεβαίως επιπλέον διατηρείται υπόψη από το Δικαστήριο ότι εξακολουθεί να παρέχεται ακόμη η δυνατότητα στην εναγόμενη ως προς την παρουσίαση οποιασδήποτε μαρτυρίας με την οποία να αντιμετωπίζει την οποιαδήποτε αρνητική για την υπεράσπιση της συνέπεια από τη τροποποίηση η οποία επιτρέπεται με αυτή την απόφαση.
- Επομένως η αίτηση των εναγόντων εγκρίνεται ως η αίτηση παράγραφος 1 (α) και (β). Τροποποιημένη απάντηση στην έκθεση υπεράσπισης και υπεράσπιση στην ανταπαίτηση να καταχωρηθεί εντός 10 ημερών από την έκδοση του διατάγματος τροποποίησης.
- 6.
- Ως προς το θέμα των εξόδων διατηρώντας υπόψη ανεξάρτητα και από το αποτέλεσμα εκδίκασης της αίτησης και διατηρώντας υπόψη τη φύση της διαδικασίας σε συνδυασμό με σχετική νομολογία επί του συγκεκριμένου θέματος, τόσο τα έξοδα της αίτησης όσο και τα όσα έξοδα θα προκύψουν από την εγκριθείσα τροποποίηση επιδικάζονται υπέρ της εναγομένης και εις βάρος των εναγόντων 1 και 2 όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο μετά από την εκδίκαση της αγωγής.
- Η αγωγή ορίζεται για συνέχιση της ακρόασης στις ..../..../.... και ώρα 10:
- Μ. Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο