Νεόφυτου Δημητρίου ν. Αρέστη Πολίτη, Αρ.Aγωγής: 2646/07, 11 Νοεμβρίου 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2010:A54 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Κ. Κουνίδου Ε.Δ. Αρ.Aγωγής: 2646/07 Μεταξύ: Νεόφυτου Δημητρίου, από την Πάφο Ενάγοντα - και - Αρέστη Πολίτη, από την Πάφο Εναγόμενου ----------------------- Ημερομηνία: 11 Νοεμβρίου 2010 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα: κ. Μ. Μυτίδης για Κ. Κωνσταντίνου Για τον Εναγόμενο: κ. Γ. Χ΄΄Νεοφύτου (Για να ακούσει απόφαση κ. Λ. Χ¨ Νεοφύτου) ----------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η O ενάγοντας αξιώνει εναντίον του εναγόμενου γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για επίθεση που δέχτηκε από αυτόν κατά ή περί την 26.11.2006 σε νυχτερινό κέντρο στην Πάφο και που είχε ως αποτέλεσμα την πρόκληση των σωματικών βλαβών που περιγράφονται στην έκθεση απαίτησης. Ο εναγόμενος με την έκθεση υπεράσπισης του αρνείται όλους τους ισχυρισμούς του ενάγοντα, χωρίς να προβάλλει καμία θέση ή εκδοχή ως υπεράσπιση. Πέραν του ότι αρνείται τις σωματικές βλάβες του ενάγοντα ισχυρίζεται ότι οι τραυματισμοί του όπως περιγράφονται είναι εξογκωμένοι και/ή οι επιπτώσεις κατά τους ισχυρισμούς του ενάγοντα δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Η Μαρτυρία: Κατά την ακροαματική διαδικασία κατέθεσαν ενώπιον μου συνολικά 8 μάρτυρες. Εκ μέρους του ενάγοντα, ο ενάγοντας (Μ.Ε.1), ο πατέρας του Γεώργιος Αρέστη (Μ.Ε.2), ο Δρ. Φυλακτής Κωνσταντινίδης (Μ.Ε.3) και ο οφθαλμίατρος Ανδρέας Χαραλάμπους (Μ.Ε.4), για τον εναγόμενο μαρτυρία έδωσε ο Βλέταν Μιλανοβιτς (Μ.Υ.1), ο Γιώργος Ιωαννίδης (Μ.Υ2), ο Λούκας Λούκα (Μ.Υ.3) και ο εναγόμενος (Μ.Υ.4). Τα τεκμήρια της υπόθεσης: Ως τεκμήρια στην υπόθεση κατά την ακροαματική διαδικασία της αγωγής κατατέθηκαν τα πιο κάτω:
- Γραπτή κατάθεση του ενάγοντα (Τεκμήριο 1), η οποία αποτέλεσε μέρος της κυρίως εξέτασης του.
- Ιατρικό πιστοποιητικό ημερομηνίας 7.2.2007 του Δρ. Φ. Κωνταντινίδη (Τεκμήριο 2)
- Ιατρικό πιστοποιητικό ημερομηνίας 21.3.2007 (Τεκμήριο 2)
- Απόδειξη πληρωμής υπ΄αρ. 785071 (Τεκμήριο 4)
- Απόδειξη πληρωμής υπ΄αρ. 785052 (Τεκμήριο 5)
- Γνωμάτευση Υγειονομικής Επιτροπής Αναρρωτικών Αδειών Πάφου υπ΄αρ. 418 ( Τεκμήριο 6)
- Ιατρική Έκθεση ημερομηνίας 26.11.2006 (Τεκμήριο 7)
- Γραπτή κατάθεση του Μ.Υ.1 (Τεκμήριο 8), η οποία αποτέλεσε μέρος της κυρίως εξέτασης του.
- Γραπτή κατάθεση του Μ.Υ.2 (Τεκμήριο 9), η οποία αποτέλεσε μέρος της κυρίως εξέτασης του.
- Γραπτή κατάθεση του Μ.Υ.3 (Τεκμήριο 10), η οποία αποτέλεσε μέρος της κυρίως εξέτασης του.
- Γραπτή κατάθεση του Μ.Υ.4 (Τεκμήριο 11), η οποία αποτέλεσε μέρος της εξέτασης του. Αυτά που οι μάρτυρες έχουν αναφέρει στο δικαστήριο, έχουν καταγραφεί στα πρακτικά που τηρήθηκαν, λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο, μαζί με τα κατατεθέντα τεκμήρια, στο σύνολο τους και δεν θεωρείται σκόπιμο να επαναληφθούν στα πλαίσια της παρούσας απόφαση. Στην συνέχεια κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας, γίνεται αναφορά στα σημεία της μαρτυρίας, που στηρίζεται η κρίση του δικαστηρίου για την αξιοπιστία ή μη της μαρτυρίας και κατά λογική συνέπεια την αποδοχή ή απόρριψη της. Επίσης λαμβάνω υπόψη μου οτιδήποτε λέχθηκε από τους συνηγόρους των διαδίκων στις αγορεύσεις τους. Αξιολόγηση μαρτυρίας: Κατά την ακροαματική διαδικασία είχα την ευκαιρία και παρακολούθησα με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενόρκως. Παρακολούθησα τον τρόπο που αυτοί έδιδαν μαρτυρία, τις απαντήσεις που έδιναν, την συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία τους. Παράγοντες που δύναται να ληφθούν υπόψη, χωρίς να είναι εξαντλητικού χαρακτήρα, τους οποίους και έλαβα υπόψη μου κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας, είναι η αμεσότητα των απαντήσεων, η σαφήνεια που αυτές περιείχαν, ο τρόπος με τον οποίο δίδονταν οι απαντήσεις από τους μάρτυρες καθώς και οι αντιφάσεις που υπήρξαν στις απαντήσεις τους. Έχοντας με ιδιαίτερη προσοχή μελετήσει τη μαρτυρία στην ολότητα της και έχοντας παρακολουθήσει τους μάρτυρες με προσοχή δεν έχω καμία αμφιβολία ότι ο ενάγων και οι μάρτυρες του έχουν καταθέσει την αλήθεια ενώπιον του δικαστηρίου σε αντίθεση με τον εναγόμενο και τους μάρτυρες υπεράσπισης. Ο ενάγων (Μ.Ε.1) μου έκανε πολύ καλή εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας. Απαντούσε με ευθύτητα, απλότητα, ήταν θετικός και επεξηγηματικός στις απαντήσεις του, η μαρτυρία του διέπετο από αυθορμητισμό και δεν έχω αντιληφθεί να περιέπεσε σε οποιαδήποτε αντίφαση ή τάση υπερβολής ή υπεκφυγής κατά τις απαντήσεις που έδιδε τόσο στην κυρίως εξέταση του όσο και στην αντεξέταση του. Θεωρώ ότι στο δικαστήριο είπε την αλήθεια σε σχέση με τα γεγονότα της υπόθεσης. Έγινε προσπάθεια κατά την αντεξέταση του ενάγοντα να συνδεθούν τα τραύματα που ο ενάγων είχε υποστεί σε προγενέστερο στάδιο σε σχέση με τα οποία είχε λάβει άδεια αναρρωτική από τον στρατό που υπηρετούσε, υποβάλλοντας του ότι προσπαθεί να κρύψει από το Δικαστήριο την πραγματική κατάσταση σε σχέση με την υγεία του. Ο ενάγοντας ερωτηθείς σχετικά εξήγησε τι τραύματα είχε υποστεί με τον τρόπο που αυτός τα αντιλαμβανόταν χωρίς ενδοιασμό. Για παράδειγμα ενώ του είχε υποβληθεί ότι είχε υποστεί κάκωση στο αριστερό πόδι αυτός επέμενε ότι είχε χτύπημα και όχι κάκωση γιατί δεν είχε σπάσει. Έχοντας κατά νου το σύνολο της μαρτυρίας που προσκομίστηκε και ειδικότερα των Μ.Ε.3 και 4, οι τραυματισμοί που φαίνεται να υπέστη σε προγενέστερο στάδιο ο ενάγων ουδεμία σχέση έχουν με το συμβάν και δεν μπορούν να συνδεθούν χρονικά αφού αυτά δεν είχαν διαπιστωθεί από του γιατρούς που τον εξέτασαν στις 26.11.2006 και ακολούθως. Τα τραύματα στα οποία αναφέρθηκαν οι γιατροί εντοπίζονται κυρίως στο πρόσωπο του ενάγοντα και ουδεμία σχέση έχουν με τα τραύματα που περιγράφονται στο Τεκμήριο
- Συνεπακόλουθα δεν υπήρχε οποιοσδήποτε λόγος ο εναγόμενος να αποκρύψει από το Δικαστήριο οτιδήποτε σχετικό με την προηγηθείσα κατάσταση της υγείας του. Του υποβλήθηκε από την υπεράσπιση κατά την διάρκεια της αντεξέτασης του ότι στο κέντρο η παρέα του χτυπήθηκε με άλλη παρέα και όταν οι φρουροί του κέντρου τους έβγαλαν έξω αυτοί συνέχισαν την συμπλοκή και επειδή «έφαε ξύλο» θέλει να τα φορτώσει πάνω στον Αρέστη (εναγόμενο) ως την εύκολη λύση. Όλα τα πιο πάνω ο Μ.Ε.1 τα αρνήθηκε και με φυσικότητα απάντησε ότι αν τσακωνόταν με άλλο θα έφερνε τον άλλο στο Δικαστήριο και όχι τον Αρέστη. Ο ενάγοντας δεν είχε κανένα λόγο να εμπλέξει τον εναγόμενο, ήδη είχε περάσει αρκετή ώρα από το περιστατικό στην είσοδο του κέντρου και δεν φάνηκε να τον επηρέασε με οποιοδήποτε τρόπο το γεγονός αυτό ώστε να θέλει να φορτώσει στον εναγόμενο ξυλοδαρμό που δέχτηκε από άλλο πρόσωπο, ο ενάγοντας σε καμία περίπτωση δεν έδωσε την εντύπωση τέτοιου ανθρώπου, σε αντίθεση με τον εναγόμενο, ο οποίος φάνηκε άνθρωπος με εχθρικά αισθήματα και είχε ύφος και τόνο ειρωνικό καθ΄ολη την διάρκεια που βρισκόταν εντός του Δικαστηρίου και ενώ μαρτυρούσε. Ο ενάγοντας κατονόμασε στον πατέρα του ευθύς μόλις ερωτήθηκε το ίδιο βράδυ, το πρόσωπο που τον χτύπησε, λέγοντας του ότι ήταν ο Αρέστης από τον Μούτταλο αφού όπως ανάφερε δεν γνώριζε το επίθετο του μέχρι εκείνη τη στιγμή αλλά το έμαθε μετά από 2 ημέρες. Στην παράγραφο 5 της έκθεσης απαίτησης του ενάγοντα αναφέρεται ότι ο εναγόμενος μετά που ξυλοκόπησε τον ενάγοντα, τον άφησε αιμόφυρτο στον πιο πάνω κέντρο. Ο ενάγων στην μαρτυρία του (βλέπε Τεκμήριο 1 παρ. 11) ανέφερε ότι ο εναγόμενος μετά που τον χτύπησε τον έβγαλε έξω από το κέντρο από την πόρτα της αποθήκης, τα ίδια υποστήριξε και στην αντεξέταση του. Υποβλήθηκε στον ενάγοντα ότι το ότι τον έβγαλε έξω είναι «κόψιμο του νου του» για να προσαρμόσει την μαρτυρία του με άλλη μαρτυρία που θα φέρει και πως έτσι πάει να τα «σάσει». Αναφορικά με το τελευταίο δεν υπάρχει άλλη μαρτυρία, είτε από την πλευρά του ενάγοντα είτε από την πλευρά του εναγόμενου, που να ενισχύει ή να θέτει υπό αμφιβολία την μαρτυρία του ενάγοντα και δεν θεωρώ ότι επηρεάζει με οποιοδήποτε τρόπο την αξιοπιστία του ενάγοντα το αν αυτός ανέφερε «μέσα» ή «έξω» από το κέντρο είτε «στο πιο πάνω κέντρο», επιπρόσθετα ουδέποτε αμφισβητήθηκε ότι οι φίλοι του τον είχαν βρει τραυματισμένο έξω από το κέντρο όπου και τον μετέφεραν στο σπίτι του. Συνεπακόλουθα η μαρτυρία του κρίνεται αποδεκτή από το δικαστήριο. Ο πατέρας του ενάγοντα δεν ήταν παρών στο νυχτερινό κέντρο για να μπορέσει να αναφέρει στο δικαστήριο οτιδήποτε σχετικό μετά διαδραματισθέντα το βράδυ της 26ης Νοεμβρίου 2006 και δεν είναι αυτό που ήρθε να υποστηρίξει ενώπιον του Δικαστηρίου. Ο Μ.Ε.2 είδε τον γιό του χτυπημένο στο πρόσωπο όταν αυτός μεταφέρθηκε από δύο φίλους του στο σπίτι γύρω στις 04:00 της 26ης Νοεμβρίου
- Όταν ζήτησε από τον γιο του να του αναφέρει τι συνέβη, αυτός του είπε ότι τον χτύπησε κάποιος Αρέστης από τον Μούτταλο. Όπως ανέφερε ο Μ.Ε.2 μετέφερε τον γιό του στην Αστυνομία και στην συνέχεια στις πρώτες βοήθειες του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου όπου εκεί εξετάστηκε από τον επί καθήκοντι ιατρό και στη συνέχεια εισήχθη στον χειρουργικό θάλαμο του Νοσοκομείου. Ο ίδιος πρόσεξε ότι ο γιος του ήταν χτυπημένος στην μύτη, έφερε μώλωπες και στα δύο του μάτια, στα ζυγωματικά και στο μέτωπο ενώ το αριστερό του μάτι ήταν πρησμένο. Επίσης αναφέρθηκε στην μετατραυματική και ψυχολογική κατάσταση του ενάγοντα όπως αυτός την έχει αντιληφθεί και την έχει βιώσει. Ο μάρτυρας αυτός άφησε στο δικαστήριο θετική και πολύ καλή εντύπωση. Παρέθεσε στο Δικαστήριο με ειλικρίνεια και θετικότητα αυτά που γνώριζε και ήταν σε θέση να γνωρίζει και δεν μου άφησε καμία αμφιβολία για την αλήθεια των όσων κατέθεσε. Παρέμενε σταθερός στη μαρτυρία του μέχρι τέλους χωρίς να κλονιστεί ή να υποπέσει σε αντιφάσεις στην διάρκεια της αντεξέτασης του. Σε καμία περίπτωση δεν έδωσε την εντύπωση ενός πονηρού και πανούργου ανθρώπου, ο οποίος μαζί με τον γιο του, όπως του καταλογίστηκε κατά την αντεξέταση του, ενέπλεξαν τον εναγόμενο με σκοπό να αποκομίσουν χρήματα. Για όλους τους πιο πάνω λόγους δέχομαι την μαρτυρία του στην ολότητα της. Οι Μ.Ε 3 και 4 είναι ιατροί και κατέθεσαν την γνώμη τους ως εμπειρογνώμονες σχετικά με τα τραύματα τα οποία ο ενάγων υπέστηκε. Κρίνω ότι οι πιο πάνω μάρτυρες μπορούν να θεωρηθούν ως εμπειρογνώμονες με βάση τα όσα κατέθεσαν αναφορικά με τα προσόντα τους και την εμπειρία τους και ως τέτοιους τους αποδέχεται το δικαστήριο. Να σημειωθεί δε ότι τα προσόντα του Μ.Ε.3 με βάση την δήλωση του κ. Χ¨Νεοφύτου έγιναν παραδεκτά ενώ τα όσα ανάφερε ο Μ.Ε.4 σε σχέση με τα προσόντα του δεν έχουν αμφισβητηθεί. Και οι δύο πιο πάνω μάρτυρες μου έχουν κάνει καλή εντύπωση και αποδέχομαι την μαρτυρία τους ειδικότερα αυτή που σχετίζεται με τα τραύματα που έφερε ο ενάγων κατά τον ουσιώδη για την αγωγή χρόνο. Το ότι ο ενάγων τραυματίστηκε το βράδυ της 26ης Νοεμβρίου 2006 δεν τελεί υπό αμφισβήτηση. Ότι αμφισβητήθηκε είναι το είδος και το μέγεθος των τραυμάτων του. Ο Μ.Ε.3 εξέδωσε το Τεκμήριο
- Ανέφερε στην αντεξέταση του πως σαν Διευθυντής της Χειρουργικής Κλινικής του Νοσοκομείου οι ασθενείς που εισάγονται είναι υπό την άμεση επίβλεψη του ενώ έχει και την ευθύνη των ιατρών και του προσωπικού σε σχέση με την περίθαλψη των ασθενών. Όπως εξήγησε τα ιατρικά πιστοποιητικά ετοιμάζονται μετά από μελέτη των φακέλων των ασθενών. Ερωτηθείς κατά την αντεξέταση του εάν μπορεί να πει αν το ίδιος προσωπικά εξέτασε τον ενάγοντα απάντησε «αυτή την στιγμή δεν μπορώ να σας απαντήσω». Το τεκμήριο 2, σύμφωνα με τα γραφόμενα του, ετοιμάστηκε από τον Μ.Ε.3 στις 21.3.2007 λίγους δηλαδή μήνες μετά που ο ενάγοντας εισήχθηκε στο νοσοκομείο. Στο Τεκμήριο 2, ο Μ.Ε.3 πιστοποιεί ότι, στις 26.11.2007 εξέτασε τον ενάγοντα, ο Μ.Ε. 3 κατά την κυρίως εξέταση του υιοθέτησε το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 2 και ουδέποτε αμφισβητήθηκε ότι πράγματι εξέτασε τον ενάγοντα. Η αναφορά του ότι «δεν μπορώ να σας πω αυτή την στιγμή» ήταν ειλικρινής, λόγο του χρόνου που παρήλθε όπως εξήγησε, δεν δηλώνει όμως άρνηση ότι εξέτασε τον ενάγοντα ώστε να αναιρεί τα γραφόμενα του στο Τεκμήριο
- Επιπρόσθετα ο μάρτυρας αυτός όπως ανέφερε κατείχε την ίδια θέση κατά το χρονικό σημείο που ο ενάγων εισήχθηκε στην Χειρουργική κλινική του Νοσοκομείου και συνεπακόλουθα είχε υπό την άμεση επίβλεψη του ενάγοντα ως ασθενή της κλινικής ώστε να είναι σε θέση να γνωρίζει την κατάσταση της υγείας του και να την αποτυπώσει στο πιστοποιητικό που έκδωσε. Ο πιο πάνω μάρτυρας ήταν ανεξάρτητος και αντικειμενικός και αυτό φάνηκε από την απάντηση που έδωσε, όταν του υποβλήθηκε πως μερικά από τα τραύματα του ενάγοντα δεν προκλήθηκαν από ξυλοδαρμό αλλά προΰπαρχαν λόγω ατυχήματος που είχε κατά την διάρκεια της στρατιωτικής του θητείας. Ο Μ.Ε. 4 με τεκμηριωμένο τρόπο κατάθεσε την γνώμη, την άποψη και τα πορίσματα του σε σχέση με τα όσα διαπίστωσε και σχετίζονται με την κατάσταση της υγείας του ενάγοντα αφού τον εξέτασε στις 28.11.2006 στο Οφθαλμολογικό Τμήμα του Νοσοκομείου Πάφου. Η μαρτυρία του σε σχέση με την εξέταση και τα πορίσματα του δεν έχει αμφισβητηθεί, οι ερωτήσεις κατά την αντεξέταση του αφορούσαν περισσότερο τον χρόνο και τον τρόπο πρόκλησης των τραυμάτων που διαπίστωσε. Υπήρξε θεωρώ αντικειμενικός και ανεξάρτητος και αυτό διαφάνηκε από τον τρόπο και το ύψος που μαρτυρούσε. Αποδέχομαι την γνώμη και την μαρτυρία του. Θέμα προς σχολιασμό αποτέλεσε το Τεκμήριο 7, το οποίο αναφέρεται μόνο στον αριστερό οφθαλμό σε σχέση με το Τεκμήριο 2, το οποίο αναφέρεται σε οφθαλμικούς κόγχους, εννοώντας έτσι και τα δύο μάτια. Είναι κοινά παραδεκτό ότι το Τεκμήριο 7 συμπληρώθηκε από ιατρό των πρώτων βοηθειών του Νοσοκομείου στις 26.11.
- Το πρόσωπο που έκδωσε και συμπλήρωσε το Τεκμήριο 7, το οποίο ήταν το παραπεμπτικό που δόθηκε στον ενάγοντα και τον Μ.Ε.2 από την Αστυνομία, δεν κλήθηκε να καταθέσει ενώπιον του Δικαστηρίου από καμία πλευρά. Σχετική όμως με την κατάσταση της υγείας των ματιών του ενάγοντα είναι η μαρτυρία του Μ.Ε.4, ο οποίος είναι οφθαλμίατρος και μεταξύ άλλων ανάφερε πως τα τραύματα στο μάτι μπορεί ένας οφθαλμίατρος να τα δει με μικροσκόπιο. Συνεπακόλουθα σε ότι αφορά τα τραύματα στα μάτια του ενάγοντα, πληρέστερη και πιο έγκυρη θεωρώ πως είναι η μαρτυρία του Μ.Ε.
- Ως εκ τούτου όπου η ιατρική μαρτυρία συγκρούεται επί του προκειμένου επιλέγω την μαρτυρία του Μ.Ε.
- Τα όσα στο Τεκμήριο 6 καταγράφονται ως τραύματα, σε σχέση με αυτά που καταγράφονται στα Τεκμήρια 2 και 3, είναι ασύνδετα μεταξύ τους και άσχετα. Το Τεκμήριο 6 αναφέρεται σε κρανιοεγκεφαλική κάκωση, κάταγμα ωμοπλάτης και κάκωση αριστερού γόνατος τραυματισμοί οι οποίο φαίνεται να είχαν διαπιστωθεί σε προηγούμενο χρονικό σημείο και τους οποίους οι Μ.Ε. 3 και 4 δεν έχουν σημειώσει στα Τεκμήρια που έχουν εκδώσει. Είναι εμφανές ότι οι πιο πάνω τραυματισμοί είχαν προκληθεί σε διαφορετικούς χρόνους και από διαφορετική αιτία. Συνεπακόλουθα αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι ο ενάγοντας έφερε τραύματα όταν εισήλθε στο Νοσοκομείο στις 26.11.2006 και αυτά είναι όπως περιγράφονται στα Τεκμήρια 2 και 3, εκτός, όπως πιο πάνω αναφέρω, στα σημεία που συγκρούονται σε σχέση με την κατάσταση της υγείας των ματιών του ενάγοντα υπερισχύει το Τεκμήριο 3 για τους λόγους που επίσης εξήγησα. Η μαρτυρία του εναγόμενου και μαρτύρων ήταν κατασκευασμένη και προσχεδιασμένη, αυτή την εντύπωση δημιούργησαν στο Δικαστήριο και δεν με έχουν πείσει ως προς το βασικό τους επιχείρημα. Όπως προσπάθησαν να εξηγήσουν, ενώ ο ένας είναι διευθυντής, ο δεύτερος φρουρός ασφαλείας όπως και ο εναγόμενος και ο άλλος ιδιοκτήτης και ο καθένας από αυτούς είχε τα δικά του καθήκοντα και ενώ το κέντρο δέχτηκε εκείνο το βράδυ ως πελάτες περί τα 1500 με 2000 άτομα, όλοι στέκονται στο ίδιο μέρος, όλοι ήξεραν και ήταν σε θέση να αντιληφθούν τις κινήσεις του άλλου και όλων μαζί, έβλεπαν με ποιο/ποιους συνομιλεί, ακούγαν τι λέει και κανένας δεν ξεφεύγει από τα μάτια του άλλου σχεδόν ούτε για λεπτό. Τα ίδια υποστήριξαν και όταν σημειώθηκε η φασαρία εντός του κέντρου και εισήλθαν σε αυτό για να επιληφθούν του θέματος, ότι δηλαδή είχαν και σε εκείνο το χρονικό σημείο οπτική επαφή αλλά και αμέσως μετά το επεισόδιο αφού επέστρεψαν όλοι στο αρχικό μέρος. Συνεπεία των πιο πάνω όλοι τους ήταν έτοιμοι να δηλώσουν με απόλυτη σιγουριά ότι ο εναγόμενος δεν χτύπησε τον ενάγοντα εκείνο το βράδυ αφού τον έβλεπαν καθόλη την διάρκεια της νύχτας. Ήταν υπερβολικοί και εμφανώς έδειξαν ότι ήρθαν στο Δικαστήριο για να υποστηρίξουν τον συνάδελφο του και ο εναγόμενος 3 τον εργοδοτούμενο του. Ο Μ.Υ.1 κατά την αντεξέταση του ερωτηθείς σχετικά, παρέθεσε τα καθήκοντα του ως διευθυντής του κέντρου, συνοψίζοντας ότι η εργασία του περιλαμβάνει γενικά ότι χρειάζεται για να λειτουργήσει ένα μαγαζί, από την άλλη όμως παρουσίαζε τον εαυτό του, αλλά και ο εναγόμενος αναφερόμενος σε αυτόν, ότι το μόνο που έκανε το βράδυ της 26ης Νοεμβρίου 2006 ήταν να στέκεται στην είσοδο, εκτός τη στιγμή που εισήλθε στο κέντρο όταν έγινε η φασαρία, ώστε να μπορεί τελικά με βεβαιότητα να πει πως σε καμία περίπτωση δεν διαπίστωσε ο εναγόμενος να έφυγε από την θέση του να μπήκε στο κέντρο και να ξυλοκόπησε κάποιο. Η μαρτυρία του Μ.Υ. 3, ιδιοκτήτη του κέντρου διαψεύδει τον εναγόμενο και επιβεβαιώνει τον ενάγοντα για το ότι στο εν λόγω κέντρο υπήρχε κάποιου είδους κανονισμός για διαχωρισμό των πελατών με βάση την ηλικίας τους. Συγκεκριμένα ο Μ.Υ 3 στην κατάθεση του (Τεκμήριο 10), εξηγεί τι ακριβώς γίνεται στον χώρο και με ποιο τρόπο οι πελάτες διαχωρίζονται, συγκεκριμένα αναφέρει: «..γιατί συνήθως χωρίζουμε τις πιο μεγάλες ηλικίες με τους πιο νεαρούς πελάτες δηλαδή μέχρι ηλικίας 20 ετών οι οποίοι πηγαίνουν στο πάνω μέρος του κέντρου..». Ο εναγόμενος δήλωσε πλήρη έγνοια για την πολιτική αυτή που υπάρχει αφού σε υποβολή ότι υπήρχε τέτοια πολιτική και ότι την γνωρίζει απάντησε «όχι». Από την μαρτυρία των Μ.Υ. 1, 2 και 3 επιβεβαιώνεται επίσης ότι το κέντρο χωριζόταν σε πάνω και κάτω μέρος και δεν ήταν ακριβώς όπως ο εναγόμενος το περίγραψε ως ένας ενιαίος μεγάλος τετράγωνος χώρος, επιπρόσθετα, δεν υπάρχει καμία λογική να γινόταν διαχωρισμός στην είσοδο του κέντρου με βάση τις ηλικίες εάν επρόκειτο για ενιαίο χώρο. Καθίσταται εμφανές γιατί ο εναγόμενος πρόβαλε τις πιο πάνω θέσεις, ώστε να αποκλείσει το γεγονός ότι ο χώρος που θα εισέρχετο ο ενάγοντας αποτέλεσε θέμα συζήτησης μεταξύ τους, αναφέροντας μάλιστα ερωτηθείς, πως δεν έγινε τέτοια συζήτηση μεταξύ τους διότι οι δύο πόρτες καταλήγουν στον ίδιο χώρο και πως πρόκειται για ένα τετράγωνο μαγαζί. Σε καμία περίπτωση δεν έχω πειστεί και δεν αποδέχομαι ότι στις 26/11/2006 οι Μ.Υ.1, 2 και 3 είχαν υπό την πλήρη επίβλεψη και εποπτεία τους τον εναγόμενο ώστε να αποκλειστεί το γεγονός ότι ήταν αυτός ο οποίος επιτέθηκε και χτύπησε τον ενάγοντα όπως αυτοί προσπάθησαν να πείσουν το Δικαστήριο. Ούτε ο εναγόμενος με έχει πείσει ότι ήταν μαζί με τα πρόσωπα κατέθεσαν ως μάρτυρες του όλο το βράδυ μέχρι που έκλεισε το κέντρο τόσο πριν όσο και μετά το επεισόδιο που έγινε εντός του κέντρου. Ο εναγόμενος ήθελε να παρουσιάσει τον εαυτό που πολύ ευγενικό άτομο αφού ακόμα και την ώρα της φασαρίας που έγινε εντός του κέντρου ανέφερε, σε δύο περιπτώσεις, ότι τους είπε «παρακαλώ σταμάτησε τον καυγά» και μετά τους έβγαλαν έξω ενώ στην κατάθεση του (Τεκμήριο 11) αναφέρει ότι έσπρωξαν τα άτομα αυτά και όταν ερωτήθηκε για αυτό που είπε στην κατάθεση του, διστακτικά απάντησε και έδειξε ότι άπλωσε τα χέρια του με νόημα να εξέλθουν του κέντρου. Προσπάθησαν να πείσουν ότι ο καυγάς μεταξύ των θαμώνων όταν τους έβγαλαν έξω, συνεχίστηκε στον χώρο στάθμευσης, θέλοντας έτσι να ενισχύσουν την θέση ότι ο ενάγοντας χτυπήθηκε έξω από το κέντρο από τρίτο ή τρίτα πρόσωπα. Όλοι δήλωσαν όμως ότι αμέσως μετά που τους έβγαλαν έξω επέστρεψαν στις θέσεις τους, ο εναγόμενος ερωτηθείς δε αν είδε που πήγαν τα πρόσωπα αυτά, είπε ότι όταν βγήκαν έξω έκλεισαν την πόρτα και δεν γνωρίζει. Ο Μ.Υ.3 ενώ στην κατάθεση του (Τεκμήριο 10) δηλώνει «Αυτοί στην συνέχεια συνέχισαν τον καυγά έξω από το μαγαζί χωρίς να ανακατευτεί κανένας μας», στην αντεξέταση του ανάφερε «εμείς τους βγάλαμε έξω από το μαγαζί από την έξοδο κινδύνου στο πλάι από εκεί και πέρα δεν ξέρω αν δέρτηκαν έξω, τι έκαναν έξω». Ο Μ.Υ.3 εργοδότης του εναγόμενου είπε μάλιστα ότι ενάγοντας ήταν μέσα στα άτομα που έβγαλαν έξω και ότι τον είδε. Αυτό είναι ψέμα. Ο Μ.Υ.3 αρχικά έλεγε «νομίζω ήταν μέσα» ερωτηθείς αν τον είδε απάντησε «ναι» μετά ξανά επανέλαβε πως νομίζει και μετά δήλωνε με βεβαιότητα ότι ήταν μέσα στα άτομα που έβγαλαν έξω, κάτι τέτοιο δεν το είπε στην κυρίως εξέταση του αλλά ούτε και στην κατάθεση του (Τεκμήριο 10), ενώ σε κάποιο άλλο σημείο της μαρτυρίας του αναφέρθηκε σε πληροφόρηση ότι ο ενάγων ήταν μέσα σε αυτά τα άτομα που έβγαλαν έξω. Για όλους τους πιο πάνω λόγους δεν αποδέχομαι την μαρτυρία της υπεράσπισης και ειδικότερα αυτή που έχει να κάνει με τις κινήσεις του εναγόμενου. Ευρήματα Δικαστηρίου: Με βάση την ενώπιον κατατεθείσα μαρτυρία καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: Ο ενάγων κατά τον ουσιώδη για την αγωγή χρόνο ήταν ηλικίας 19 ετών και υπηρετούσε την στρατιωτική του θητεία. Στις 26.11.2006 και ώρα 01:00 μαζί με δύο φίλους του επισκέφθηκαν το Club με την ονομασία Ivy στην Πάφο για διασκέδαση. Στην είσοδο του κέντρου ζήτησαν από τον εναγόμενο όπως τους αφήσει να εισέλθουν στο κάτω μέρος του κέντρου αλλά αυτός τους ανέφερε πως δεν μπορούν να πάνε καθότι εκεί πηγαίνουν όσοι έχουν ηλικία 30 ετών και άνω. Ο ενάγων είπε στον εναγόμενο ότι είναι ηλικίας 19 ετών ενήλικας και άρα δεν υπάρχει καμία διαφορά ενός 30χρονού και ενός 19χρονού. Στην είσοδο υπήρχε ακόμη ένα πρόσωπο ο οποίος τους ανέφερε ότι δεν μπορούσαν να πάνε στο κάτω μέρος καθότι πρέπει να είναι 20 χρονών. Ο εναγόμενος τότε ρώτησε τι από τα δύο ισχύ και ζήτησε να δει τον εργοδότη τους προκειμένου να μάθει. Ο εναγόμενος του ζήτησε να φύγει από την είσοδο γιατί εμπόδιζε την δουλεία του και τελικά αφού δεν ερχόταν οποιοσδήποτε υπεύθυνος στο μέρος εισήλθαν και πήγαν στο πάνω μέρος του κέντρου. Μετά από πάροδο 2 - 3 ωρών κοντά στο σημείο που βρισκόταν ο ενάγων με την παρέα του έγινε φασαρία με αποτέλεσμα να επέμβουν κάποια πρόσωπα που εργάζονταν στο κέντρο. Μετά την λήξη του επεισοδίου, ο εναγόμενος πήγε προς το μέρος του ενάγοντα και τον ρώτησε ποιο είναι το πρόβλημά του και όταν ο ενάγοντας του απάντησε πως το πρόβλημα ήταν ότι δεν τους άφησε να πάμε στο κάτω μέρος του κέντρου και δεν τον άφησε να δει το μάστρο του, ο εναγόμενος τον έπιασε από το χέρι και τον τράβηξε να τον βγάλει έξω από το κέντρο, όταν ο εναγόμενος τον ξαναρώτησε «ποιο είναι το πρόβλημα σου» και όταν ο ενάγοντας του έδωσε την ίδια απάντηση ο εναγόμενος αντέδρασε έντονα φωνάζοντας «τι είναι τούτες οι μαλακίες; και θέλεις να μιλήσεις με το μάστρο;», τότε ο ενάγοντας του απάντησε ότι τώρα δεν έχει σημασία αλλά εκείνος επέμενε να πάει ο ενάγοντας να τον δει (τον μάστρο) και τον οδήγησε σε μια αποθήκη, δίπλα από τις τουαλέτες του κέντρου. Εκεί ο εναγόμενος τον ξαναρώτησε «τι είναι τούτες οι μαλακίες;» και όταν ο ενάγοντας προσπάθησε να του εξηγήσει και ενώ ετοιμαζόταν να φύγει του είπε «μαζί σου εν συνεννοούμαι», ο εναγόμενος τον τράβηξε από τον ώμο και τον κτύπησε με γροθιά στο δεξί μάτι. Ο ενάγοντας προσπάθησε να αμυνθεί, αλλά λόγω του ότι ο εναγόμενος ήταν πιο γεροδεμένος συνέχισε να τον χτυπά με τα χέρια του στο πρόσωπο. Σε μια προσπάθεια του ενάγοντα να τον κάνει να σταματήσει τον έπιασε από το κεφάλι, όμως ο εναγόμενος πίεσε με όλη του τη δύναμη το αριστερό μάτι του ενάγοντα και στη συνέχεια έπεσαν και οι δύο στο πάτωμα. Ο ενάγοντας προσπάθησε να ξεφύγει, αλλά αμέσως ο εναγόμενος σηκώθηκε και άρχισε να τον χτυπά ενώ ήταν ακόμα στο πάτωμα, με τα χέρια του και τα πόδια του στο πρόσωπο. Μετά το ξυλοδαρμό του ενάγοντα, ο εναγόμενος τον έβγαλε έξω από το κέντρο, από πόρτα της αποθήκης, και τον άφησε στο έδαφος όπου και τον βρήκαν οι φίλοι του και τον μετέφεραν στο σπίτι του. Από εκεί ο πατέρας του τον πήρε στην Αστυνομία και ακολούθως στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου. Ο ενάγων εισήχθηκε στην της Χειρουργική Κλινική του Νοσοκομείου και παρέμενε για νοσηλεία μέχρι την 30.11.
- Η επίθεση που δέχτηκε ο ενάγων είχε ως αποτέλεσμα τον τραυματισμό του και τα τραύματα που υπέστη είναι όπως πιο πάνω περιγράφονται. Τα τραύματα του ενάγοντα υποχώρησαν πλήρως μετά από 1 με 1 ½ μήνα από το συμβάν. Νομική πτυχή του θέματος: Σύμφωνα με το άρθρο 26
(1)του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, όπως τροποποιήθηκε, επίθεση συνίσταται, μεταξύ άλλων, στην εκ προθέσεως χρήση κάθε είδους βίας κατά του προσώπου άλλου, είτε με κτύπημα, επαφή, μετακίνηση είτε άλλως πως, είτε άμεσα, είτε έμμεσα, χωρίς την συναίνεσή του. Τα συστατικά του αδικήματος είναι η χρήση βίας, η ύπαρξη πρόθεσης και η έλλειψη συναίνεσης. Είναι αδίκημα αγώγιμο per se, πράγμα που σημαίνει, ότι δεν απαιτείται η πρόκληση ζημίας. Αναφορικά με το πρώτο συστατικό, η επαφή πρέπει να είναι άμεση, είτε με το σώμα του εναγόμενου, είτε διά μέσου κάποιου οργάνου. Στην Αγγλική υπόθεση Fagan v. Metropolitan Police Commissioner
(1968)3 All E R 442 επιβεβαιώθηκε, ότι η βία μπορεί να ασκηθεί, είτε κατ΄ ευθεία από το σώμα του παραβάτη, είτε διά μέσου κάποιου οργάνου, το οποίο ελέγχεται από τις πράξεις του. Η πρόθεση είναι αυτή που ξεχωρίζει το αδίκημα της επίθεσης από το αδίκημα της αμέλειας. Απαιτείται η απόδειξη πρόθεσης άσκησης βίας κατά του προσώπου άλλου. Όπου, όμως, η χρήση βίας είναι αποτέλεσμα αμελούς πράξης, τότε η βάση αγωγής θα πρέπει να είναι αμέλεια και όχι επίθεση (Βλ., επίσης, Wilson v. Pringle, πιο πάνω, και Rasid v. Braybrook
(1972)8 JSC 1082). Στην Αγγλική υπόθεση Letang v. Cooper
(1964)2 All E R 929 υποδείχτηκαν τα ακόλουθα: «If one man intentionally applies force directly to another, the plaintiff has a cause of action in assault and battery, or, . in trespass to the person. The least touching of another in anger is a battery. If he does not inflict injury intentionally, but only unintentionally, the plaintiff has no cause of action today in trespass. His only cause of action is in negligence, and then only on proof of want of reasonable care». Σε μετάφραση: «Αν κάποιος εκ προθέσεως ασκήσει βία ευθέως πάνω σε άλλον, τότε ο ενάγοντας έχει αγώγιμο δικαίωμα για επίθεση ή βιαιοπραγία ή .. Επέμβαση στο πρόσωπο. Το παραμικρό άγγιγμα με θυμό συνιστά βιαιοπραγία. Αν, όμως, δεν προξενήσει βλάβη εκ προθέσεως, αλλά μόνο άνευ προθέσεως, ο ενάγοντας σήμερα δεν έχει αγώγιμο δικαίωμα για επέμβαση στο πρόσωπο. Έχει μόνο αγώγιμο δικαίωμα για αμέλεια και μόνο κατόπιν απόδειξης παράλειψης επίδειξης εύλογης φροντίδας». Τέλος, το αδίκημα διαπράττεται μόνο όπου δεν υπάρχει συναίνεση για την εφαρμογή της βίας. Η ύπαρξη συναίνεσης, εκτός αν λήφθηκε με απάτη, εμποδίζει την πράξη από του να είναι παράνομη. Στην υπό κρίση περίπτωση ο εναγόμενος χτυπώντας τον ενάγοντα με τον τρόπο που πιο πάνω περιγράφεται άσκησε βία κατά του προσώπου του χωρίς βέβαια την συναίνεση του. Η πρόθεση εμπεριέχει την συνειδητοποίηση (advertence) στο μυαλό του εναγόμενου για την συμπεριφορά του και τις συνέπειές της μαζί με επιθυμία για έλευση των συνεπειών αυτών. Βέβαια, η ερμηνεία αυτού του ορισμού είναι περισσότερο τεχνική, παρά ουσιαστική. Οι συγγραφείς του συγγράμματος Winfield on Torts, 7η έκδοση, αναφέρουν στην σελίδα 17: «Then, again, although intention always implies desire for the consequences of an act or omission, many a wrongdoer has found himself responsible in law for consequences which he not only did not desire in the layman΄s sence of the term but to which he did not even advert». Σε μετάφραση: «Και, πάλι, παρόλο που η πρόθεση προϋποθέτει πάντοτε επιθυμία για τις συνέπειες μιας πράξης ή παράλειψης, πολλοί παραβάτες έχουν βρεθεί υπεύθυνοι κατά νόμο για συνέπειες, τις οποίες όχι μόνο δεν επιθυμούσαν με την έννοια που ο όρος αυτός είναι αντιληπτός στο ευρύ κοινό, αλλά και δεν είχαν αναλογιστεί». Στην υπόθεση DPP v. Smith
(1961)AC 290 αποφασίστηκε, ότι ένας διάδικος θα πρέπει να θεωρείται, ότι είχε την πρόθεση, αν αυτό που απορρέει από την πράξη του είναι η αναγκαία ή φυσική συνέπεια αυτού που πράττει. Τέλος, στην Κυπριακή υπόθεση Georghios Protopapas v. The Police
(1962)CLR 27 ειπώθηκαν τα εξής: «. αν η Κατηγορούσα Αρχή αποδείξει μια πράξη η φυσική απόρροια της οποίας είναι ένα βέβαιο γεγονός και καμία μαρτυρία ή εξήγηση δεν δίδεται, τότε, οι ένορκοι δύναται, με την κατάλληλη καθοδήγηση, να βρουν ότι ο παραβάτης διέπραξε την πράξη αυτή με την ισχυριζόμενη πρόθεση». Η όλη συμπεριφορά του εναγόμενου δεν μπορεί υπό τις περιστάσεις να θεωρηθεί ως παράλειψη. Επρόκειτο περί ενέργειας, η οποία οδήγησε στον τραυματισμό του ενάγοντα. Από τα περιστατικά της υπόθεσης οδηγούμε στο συμπέρασμα ότι ο εναγόμενος διέπραξε την πράξη του, η οποία συνίσταται σε επίθεση κατά του προσώπου του ενάγοντα με πρόθεση. Συνεπακόλουθα είναι ένοχος του αδικήματος της επίθεσης. Το δικαίωμα αστικής αγωγής για αποζημιώσεις για επίθεση έχει αναγνωριστεί από πολύ παλιά στην υπόθεση Vassiliou v. Vassiliou XVI CLR 70. Η πιο πάνω υπόθεση αποφασίστηκε λίγο μετά τη θέσπιση του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, στον οποίο καμία πρόνοια δεν γινόταν ακόμα τότε για το αδίκημα της επίθεσης. Επειδή, όμως, τύγχανε εφαρμογής το κοινό δίκαιο με βάση το οποίο αναγνωριζόταν δικαίωμα πολιτικής αγωγής για αποζημιώσεις, το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε, ότι ορθά είχαν επιδικαστεί από το πρωτόδικο Δικαστήριο αποζημιώσεις για τις σωματικές βλάβες που το θύμα υπέστη συνεπεία της επίθεσης. Όπως σε κάθε αστικό αδίκημα έτσι και στο αδίκημα της επίθεσης, οι αποζημιώσεις έχουν βασικά αντισταθμιστικό χαρακτήρα (compensatory) και σκοπό έχουν την αποκατάσταση του θύματος. Σε αυτές μπορεί να περιλαμβάνονται και επαυξημένες (aggravated) αποζημιώσεις, οι οποίες μέσα στα πλαίσια των συνηθισμένων αποζημιώσεων αποσκοπούν στην επίτευξη του στόχου της αποκατάστασης του θύματος στη θέση που βρισκόταν πριν την διάπραξη του αδικήματος. Με την επιδίκαση επαυξημένων αποζημιώσεων παρέχεται η δυνατότητα επιδίκασης αποζημιώσεων όχι σαν μέτρο τιμωρίας του εναγόμενου, αλλά σε τέτοιο μέγεθος που να αντικατοπτρίζεται το αυξημένο μέγεθος της βλάβης που έχει υποστεί η αξιοπρέπεια του ενάγοντα λόγω της συμπεριφοράς του εναγόμενου. Είναι αποζημιώσεις αποκατάστασης, εφόσον αποσκοπούν στην αποκατάσταση της πληγείσας αξιοπρέπειας και περηφάνιας του θύματος και για τον λόγο αυτό διακρίνονται από τις τιμωρητικές ή παραδειγματικές αποζημιώσεις, οι οποίες αποσκοπούν στην τιμωρία του παραβάτη και την αποτροπή (Βλ. Socrates Eliades v. Vassos Lyssarides
(1979)1 CLR 254). Μέχρι την απόφαση στην Αγγλική υπόθεση Rookes v. Barnard
(1964)1 All E R 367 η άποψη που επικρατούσε ήταν ότι η επιδίκαση τιμωρητικών αποζημιώσεων ήταν επιτρεπτή οποτεδήποτε η συμπεριφορά ενός εναγόμενου ήταν τέτοια που να αξίζει τιμωρίας ως μέτρο παραδειγματισμού. Με την επιδίκαση τιμωρητικών αποζημιώσεων, ουσιαστικά, επιδικάζονταν αποζημιώσεις δυσανάλογες με τη ζημιά την οποία υπέστη ένας ενάγοντας, ώστε να τιμωρηθεί ο εναγόμενος για τη συμπεριφορά του και να αποκατασταθεί η δραστικότητα του νόμου. Στην πιο πάνω υπόθεση ο Λόρδος Diplock, ο οποίος έδωσε την απόφαση της Βουλής των Λόρδων, μείωσε δραστικά το πεδίο εφαρμογής τους, αφού, όπως ενδεικτικά ανέφερε, αποτελούν εξαίρεση στον πιο πάνω κανόνα, και όπως κάθε εξαίρεση, έτσι και αυτή, θα πρέπει να περιοριστεί. Αποφάσισε δε, ότι τιμωρητικές αποζημιώσεις θα πρέπει να επιδικάζονται σε τρεις μόνο περιπτώσεις, τις οποίες και προσδιόρισε. Αυτές οι περιπτώσεις είναι οι ακόλουθες: η περίπτωση αστικών αδικημάτων, τα οποία προκύπτουν από τη χρήση καταπιεστικής και αντισυνταγματικής συμπεριφοράς από λειτουργούς του δημοσίου, δεύτερο, η περίπτωση αστικών αδικημάτων, τα οποία διαπράττονται με πλήρη αδιαφορία για τα δικαιώματα του ζημιωθέντος μέρους και τα οποία διενεργούνται κάτω από συνθήκες που αποβλέπουν στον προσπορισμό κέρδους από τον αδικοπραγούντα και, τρίτο, όπου ο νόμος ρητά επιτρέπει την επιδίκαση παραδειγματικών αποζημιώσεων. Η ορθότητα της απόφασης στην Rookes επιβεβαιώθηκε στην Αγγλία και στην μεταγενέστερη υπόθεση Cassell & Co v. Broome
(1972)1 All E R 801 με την επισήμανση ότι οι τρεις κατηγορίες που τέθηκαν από τον Λόρδο Diplock θα πρέπει να τύχουν ευρείας εφαρμογής. Όχι μόνο στην Κύπρο, αλλά και σε άλλες χώρες, όπου εφαρμόζεται το κοινοδίκαιο, η προσέγγιση των Δικαστηρίων υπήρξε διαφορετική και ήταν κατά του περιορισμού που εκφράστηκε στην Rookes. Στην σημαντική για το υπό συζήτηση θέμα υπόθεση Berengaria P. Papakokkinou and Others v. Princess Zena De Tyra Kanther το Ανώτατο Δικαστήριο, αφού έκανε εκτενή αναφορά τόσο σε Κυπριακή όσο και Αγγλική, αλλά και Κοινοπολιτειακή νομολογία, εξέφρασε ρητά την προτίμησή του για μια πιο ευρεία προσέγγιση του θέματος κατά τρόπο που να επιτρέπει στα Κυπριακή Δικαστήρια να επιδικάζουν παραδειγματικές αποζημιώσεις για συμπεριφορά που αποτελεί αστικό αδίκημα, οποτεδήποτε αυτή η συμπεριφορά είναι τόσο αξιοκατάκριτη ή στοχεύει να γελοιοποιήσει το θύμα, έτσι που να του αξίζει η τιμωρία από πολιτικό Δικαστήριο. Αναφορικά με την ακριβή αντιμετώπιση που έτυχε το θέμα αυτό από το Ανώτατο Δικαστήριο στην πιο πάνω υπόθεση παραθέτω ενδεικτικό απόσπασμα από την απόφαση του Δικαστή Πική, όπως ήταν τότε, ο οποίος έδωσε την απόφαση του Εφετείου: «. Τιμωρητικές αποζημιώσεις μπορούν να επιδικαστούν κατά το κοινοδίκαιο. Ο καθορισμός της πολιτικής των δικαστηρίων στην κάθε χώρα ποικίλει ανάλογα με τις ηθικές αρχές και την ανάγκη που πηγάζει για προκήρυξη της δραστικότητας του νόμου έξω από τα όρια του ποινικού δικαίου. Στην Κύπρο δεν υπάρχει αυθεντία που να αποφασίζει για την εφαρμογή των αρχών που διακηρύχθηκαν στην Rookes. Όμως, στην Savva Paraskevas v. Despina Mouzoura
(1973)1 CLR 78 γίνεται εισήγηση, ότι δεν είναι απαραίτητο οι τιμωρητικές αποζημιώσεις να περιορίζονται στα όρια που έθεσε η Rookes. Η υπόθεση London v. Ryder
(1953)1 All E R 741 ακολουθήθηκε σε δύο περιπτώσεις από Επαρχιακό Δικαστήριο ως αυθεντία για την αρχή ότι τιμωρητικές αποζημιώσεις μπορούν να επιδικαστούν σε κάθε περίπτωση που ο εναγόμενος είναι ένοχος συμπεριφοράς η οποία αξίζει τιμωρίας (Βλ. I.C.P. Cyprus Ltd v. Times Newspapers Ltd and Others
(1972)4 JSC 455 και Toumba v. Loutsios
(1975)1 JSC 115). Είναι αξιοσημείωτο, ότι ο Λόρδος Devlin δεν έκρινε, ότι η υπόθεση London v. Ryder έρχεται σε αντίθεση με τις αρχές στην Rookes ή ότι είναι ασυμβίβαστη με αυτές. Μάλιστα, στην Rookes έγινε ειδική αναφορά στην πιο πάνω απόφαση ως αυθεντία για την αρχή ότι τιμωρητικές αποζημιώσεις μπορούν να επιδικαστούν οποτεδήποτε ένα αστικό αδίκημα πηγάζει από αθέμιτο κίνητρο ή κακή πρόθεση (malice), θρασύτητα (insolence) ή αλαζονεία (arrogance), συμπεριφορά, η οποία συνήθως συναντάται σε υποθέσεις επίθεσης ............................... Είναι γεγονός, ότι συμπεριφορά, η οποία συνοδεύεται από το στοιχείο της αλαζονείας, της θρασύτητας ή του αθέμιτου κίνητρου δυνατόν να δικαιολογεί επιδίκαση τιμωρητικών αποζημιώσεων, ειδικά αν τείνει να εξευτελίσει το θύμα. Κατ΄ επέκταση, δεν υπάρχει καμία σύγκρουση μεταξύ των αποφάσεων, από την μια, του Ανώτατου Δικαστηρίου στην Gregoriades v. Kyriakides
(1971)1 CLR 120 και Eliades v. Lyssarides
(1979)1 CLR 254 και την απόφαση στην Rookes, από την άλλη. ............................ Δεν είναι απαραίτητο να εκφράσουμε τελική άποψη αναφορικά με τα ακριβή όρια των τιμωρητικών αποζημιώσεων σε αυτήν την διαδικασία, ούτε και να πάρομε τελική θέση ως προς την εφαρμογή στην Κύπρο των αρχών που διακηρύχτηκαν στην Rookes, καθότι από όποια άποψη δει κανείς το δίκαιο ο εναγόμενος είναι υπεύθυνος για τιμωρητικές αποζημιώσεις. Αν ήμασταν υποχρεωμένοι να επιλέξομε μεταξύ των δύο αυθεντιών κλείνομε να ακολουθήσομε την ευρεία προσέγγιση, η οποία επιτρέπει την επιδίκαση τιμωρητικών αποζημιώσεων για συμπεριφορά που αποτελεί αστικό αδίκημα, οποτεδήποτε αυτή η συμπεριφορά είναι πραγματικά τόσο αξιοκατάκριτη ώστε να αξίζει τιμωρίας από πολιτικό Δικαστήριο. Με τον τρόπο αυτό το αστικό δίκαιο αποκτά ένα αποτελεσματικό όπλο για την καταστολή συμπεριφοράς, που είναι προσβλητική». Βλέπομε, λοιπόν, μια σημαντική διαφοροποίηση της Κυπριακής από την Αγγλική νομολογία πάνω σε αυτό το ζήτημα, η οποία είχε εκδηλωθεί πολύ πιο πριν την πιο πάνω απόφαση. Για παράδειγμα, στην υπόθεση Stavros Gregoriades v. Evangelos Kyriakides
(1970)1 CLR 120, υπόθεση, η οποία είχε αποφασιστεί μετά την απόφαση της Βουλής των Λόρδων στην Rookes, το Ανώτατο Δικαστήριο επιδοκίμασε την επιδίκαση τιμωρητικών αποζημιώσεων σε εφεσείοντα, ένα νεαρό ιατρό, ο οποίος είχε δεχτεί επίθεση από τον πρώην πεθερό του και εφεσίβλητο σε διάδρομο του Δικαστηρίου κατά τη διάρκεια δικαστικής διαδικασίας, που σχετιζόταν με το παιδί που ο εφεσείοντας είχε αποκτήσει με την κόρη του εφεσίβλητου. Το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε, ότι επρόκειτο περί σοβαρής επίθεσης, η οποία έλαβε χώρα απρόκλητα και εντός του χώρου του Δικαστηρίου και η οποία δικαιολογούσε την επιδίκαση τιμωρητικών αποζημιώσεων. Στην υπόθεση Γιαννάκη Ερωτοκρίτου v. Ειρήναρχου Θεοδώρου κ.α.
(1971)1 Α.Α.Δ. 1800 ο Πρόεδρος του Ανώτατου Δικαστηρίου, κ. Πικής, όπως ήταν τότε, επιβεβαίωσε τη δυνατότητα επιδίκασης τιμωρητικών αποζημιώσεων σε περιπτώσεις αστικών αδικημάτων. Και τέλος, στην υπόθεση Adrian Holdings Ltd v. Κυπριακής Δημοκρατίας διά του Γενικού Εισαγγελέα
(1998)1 Α.Α.Δ. 1836 επιβεβαιώθηκε η προσέγγιση που ακολουθήθηκε από την αρχή από τα Κυπριακά Δικαστήρια, ότι η επιδίκαση τιμωρητικών αποζημιώσεων επιτρέπεται στις περιπτώσεις εκείνες που η διαγωγή του εναγόμενου είναι τόσο αξιόμεμπτη, ώστε να αρμόζει επιβολή τιμωρίας από πολιτικό Δικαστήριο. Αξιόμεμπτη διαγωγή είναι εκείνη που συνοδεύεται από έντονα στοιχεία αλαζονείας, θρασύτητας ή αθέμιτου κίνητρου ή όταν τείνει να ταπεινώσει το θύμα του αδικήματος. Κρίνω ότι η υπό κρίση περίπτωση είναι κατάλληλη για επιδίκαση τιμωριτικών αποζημιώσεων οι οποίες ρητά αξιώνονται με την έκθεση απαίτησης του ενάγοντα. Η όλη συμπεριφορά του εναγόμενου είναι κατακριτέα και αξιόμεμπτη. Η σωματική ακεραιότητα του προσώπου προστατεύεται από το ίδιο το Σύνταγμα. Ο εναγόμενος αθέτησε κάθε υποχρέωση σεβασμού προς το πρόσωπο του ενάγοντα αφού του επιτέθηκε βάναυσα και με αγριότητα προκαλώντας τον τραυματισμό του. Η όλη συμπεριφορά του θα πρέπει να ανάλογα να αντιμετωπιστεί από το Δικαστήριο. Ο εναγόμενος προκάλεσε στον ενάγοντα όχι μόνο τραύματα, πόνο και ταλαιπωρία, αλλά έθιξε την ίδια την προσωπικότητα του, ο ενάγων για μεγάλο χρονικό διάστημα δεν μπορούσε να έχει κοινωνική ζωή αλλά και συναντήσει την κοπέλα του γιατί ντρεπόταν λόγω της κατάστασης του. Στο σύγγραμμα McGregor on Damages, 15η έκδοση, παράγραφος 428 αναφέρονται τα εξής σε σχέση με τον τρόπο με τον οποίο το Δικαστήριο προχωρεί με την επιδίκαση τιμωρητικών αποζημιώσεων: «Το ύψος μιας επιδίκασης παραδειγματικών αποζημιώσεων μπορεί πράγματι να επηρεαστεί από το ύψος της συνήθους αποζημίωσης. Έτσι, ο Lord Devlin στην Rookes v. Barnard
(1964)A.C. 1129 υπέδειξε, ότι σε μια υπόθεση όπου οι παραδειγματικές αποζημιώσεις αποτελούν το ορθό μέτρο ¨οι ένορκοι πρέπει να καθοδηγούνται, ότι, αν και μόνο αν, το ποσό το οποίο έχουν υπόψην τους να επιδικάσουν ως αποζημίωση (το οποίο, βεβαίως, μπορεί να είναι ένα ποσό επαυξημένο λόγω του τρόπου με τον οποίο ο εναγόμενος έχει συμπεριφερθεί στον ενάγοντα) είναι ανεπαρκές για να τον τιμωρήσει για την αποτρόπαιά του συμπεριφορά του και να τον αποτρέψουν από του να το επαναλάβει και τότε μπορεί να επιδικάσουν κάποιο μεγαλύτερο ποσό¨ και δεν υπάρχει λόγος γιατί η ίδια αρχή να μην εφαρμόζεται από Δικαστές που συνεδριάζουν χωρίς ενόρκους. Αυτή η αρχή έχει τύχει της πλήρους επιδοκιμασίας και των επτά Δικαστών την Cassell & Co v. Broome
(1972)A.C. 1027, 1089 και η εφαρμογή της επεξηγείται καλώς στην Drane v. Evangelou
(1978)1 WLR 455). Το πιο πάνω απόσπασμα από την απόφαση του Λόρδου Devlin και ειδικά η φράση «αν και μόνο αν» επεξηγήθηκε από τον Λόρδο Reid στην Broome στην σελίδα 1089: «. η διαφορά μεταξύ των συνήθων αποζημιώσεων και των τιμωρητικών είναι ότι κατά τον καθορισμό των πρώτων οι ένορκοι ή το άλλο δικαστήριο πρέπει να εξετάσουν πόσα θα πρέπει να λάβει ο ενάγων ενώ κατά τον καθορισμό των τελευταίων πόσα θα πρέπει να πληρώσει ο εναγόμενος. . Ο μόνος πρακτικός τρόπος είναι πρώτα να εξετάσουν την υπόθεση από την άποψη της αποζημίωσης του ενάγοντα. Δεν πρέπει μόνο να αποζημιωθεί για την αποδειχθείσα πραγματική απώλεια, αλλά, επίσης, για οποιαδήποτε βλάβη στα αισθήματά του και επειδή έχει υποστεί ύβρεις, ταπεινώσεις και άλλα παρόμοια. Και όπου ο εναγόμενος έχει συμπεριφερθεί με τρόπο αποτρόπαιο μια πλήρης αποζημίωση θα είναι το ορθό μέτρο. Έτσι, το Δικαστήριο θα καθορίσει στο μυαλό του το ποσό που θα ήταν το ορθό ως συνήθης αποζημίωση. Τότε, αν έχει αποφασίσει ότι η υπόθεση είναι η πρέπουσα για τιμωρητικές αποζημιώσεις, το Δικαστήριο πρέπει να στρέψει την προσοχή του στον εναγόμενο και να διερωτηθεί κατά πόσο το ποσό το οποίο έχει ήδη ορίσει ως συνήθεις αποζημιώσεις είναι ή δεν είναι επαρκές για να εξυπηρετήσει το δεύτερο σκοπό, της τιμωρίας ή αποτροπής. Αν το ποσό αυτό είναι επαρκές για το δεύτερο σκοπό καθώς και για τον πρώτο δεν πρέπει να προσθέσουν οτιδήποτε σε αυτό. Είναι αρκετό τόσο ως συνήθεις όσο και ως τιμωρητικές αποζημιώσεις. Πλην, όμως, αν νομίζουν ότι το ποσό είναι ανεπαρκές ως τιμωρία τότε πρέπει να προσθέσουν σε αυτό αρκετά για να το καταστήσουν ως ποσό επαρκές για τιμωρία. Ένα πράγμα που δεν πρέπει να κάμουν είναι να καθορίσουν ένα ποσό ως συνήθεις και ως τιμωρητικές αποζημιώσεις και να τα προσθέσουν. Πρέπει να έχουν υπόψη τους ότι οι συνήθεις αποζημιώσεις είναι πάντοτε μέρος της συνολικής τιμωρίας». Αναφορικά με το τελευταίο έχει υποδειχθεί στην Berengaria P. Papakokkinou and Others v. Princess Zena De Tyra Kanther, πιο πάνω, ότι όταν επιδικάζονται τιμωρητικές αποζημιώσεις είναι λάθος να γίνεται διαχωρισμός μεταξύ των αποζημιώσεων αυτών από τις συνήθεις αποζημιώσεις ή καλύτερα τις αποζημιώσεις αποκατάστασης. Το Δικαστήριο οφείλει, αν επιδικάσει τιμωρητικές αποζημιώσεις, να επιδικάσει αποζημιώσεις μια φορά και ο υπολογισμός των αποζημιώσεων πρέπει να βασίζεται σε μια σφαιρική άποψη των γεγονότων της υπόθεσης. Στην υπόθεση Berengaria P. Papakokkinou and Others v. Princess Zena De Tyra Kanther
(1982)1 CLR 65 αναφέρθηκε, ότι η αρχή που διέπει τον υπολογισμό των αποζημιώσεων στα αστικά αδικήματα είναι ότι οι αποζημιώσεις που θα επιδικαστούν θα πρέπει να είναι εκείνο το ποσό, το οποίο θα θέσει τον ενάγοντα στη θέση στην οποία θα βρισκόταν αν δεν διαπραττόταν το αδίκημα. Το ποσό που θα επιδικαστεί θα πρέπει να είναι δίκαιο και εύλογο και τα Δικαστήρια θα πρέπει να αποφεύγουν να επιδικάζουν την τέλεια αποζημίωση σε χρήμα (Βλ. Michalakis Paraskevopoulos v. Georghios Georghiou
(1970)1 CLR 116). Συνεπακόλουθα κρίνω υπό τις περιστάσεις πως το ποσό των €6000.- είναι ορθό και δίκαιο για σκοπούς αποκατάστασης. Επιπρόσθετα, δηλώνοντας την απαρέσκεια για την συμπεριφορά του εναγόμενου, καταλήγω πως το πιο πάνω ποσό δεν είναι επαρκές και δεν εξυπηρετεί και τον δεύτερο σκοπό της τιμωρίας ή αποτροπής και είμαι της άποψης πως θα πρέπει να επιδικαστεί μεγαλύτερο ποσό ώστε να ικανοποιηθεί και ο πιο πάνω σκοπός. Έχοντας κατά νου τον τρόπο που ο εναγόμενος συμπεριφέρθηκε στον ενάγοντα κρίνω πως το δίκαιο ποσό που θα πρέπει να επιδικάσω εναντίον του είναι το ποσό των € 8500.- Αναφορικά με τα έξοδα των πιστοποιητικών του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου επιδικάζω το ποσό των € 95.68 Κρίνω ότι τα έξοδα για την έκδοση του έχουν αποδειχτεί άλλωστε δεν έχουν αμφισβητηθεί από την πλευρά του εναγόμενου. Συνεπώς εκδίδω απόφαση υπέρ του ενάγοντα και εναντίον του εναγόμενου για το ποσό των € 8595.68 πλέον νόμιμους τόκους πλέον τα έξοδα της αγωγής όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στην κλίμακα του ποσού της απόφασης. (Υπ.) ............. Κ. Κουνίδου, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο