← Κύπρος

Παναγιώτη Πέτρου ν. Μάρω Παυλίδου, Αρ. Αγωγής :394/2005, 11η Νοεμβρίου 2010

Παναγιώτη Πέτρου ν. Μάρω Παυλίδου, Αρ. Αγωγής :394/2005, 11η Νοεμβρίου 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2010:A55 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον :- Μ. Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Αρ. Αγωγής :- 407394/20085 Μεταξύ :- Παναγιώτη Πέτρου 1.Γρηγόρης Δημητρίου Γρηγορίου 2.1.Ανδρέας Δημητρίου Γρηγορίου Ενάγοντεςα Και Φωστήρα Σπύρου άλλως Φωστήρα Γεωργίου ΧαραλάμπουςΜάρω Παυλίδου Εναγόμενη Ημερομηνία :- Πέμπτη 11η Νοεμβρίου 2010 Αίτηση Τροποποίησης Αναστολής της Διαδικασίας ημερομηνίας 125/107/2010 Για τους Ενάγοντες - Αιτητέςτην Εναγόμενη - Αιτήτρια :- κος. Ανδρέας ΖύμπηλοςΜάριος Α. Χαρτσιώτης (Για ν΄ ακούσει απόφαση :- Αυτοπροσώπως / κα. Χριστιάννα Χατζηγεωργίου ) Για την Εναγόμενη τον Ενάγοντα - Καθ΄ ηςου η Αίτηση :- καος. Αρίστη ΚορακίδουΚ. Μ. Χατζηπιέρα (Για ν΄ ακούσει απόφαση :- Αυτοπροσώπως / κος. Λοίζος Χατζηνεοφύτου ) Ενδιάμεση Απόφαση

  1. Μετά από την ολοκλήρωση της υπόθεσης των εναγόντων στις 10/9/10 άρχισε να καταθέτει ως μάρτυρας υπεράσπισης η ίδια η εναγόμενη υιοθετώντας σχετική γραπτή δήλωση. Υιοθέτηση η οποία ουσιαστικά αποτελούσε ολόκληρη τη κύρια εξέταση της ως μάρτυρας. Λόγω έλλειψης χρόνου η αντεξέταση της προγραμματίστηκε για τις 30/9/10 και συνεχίστηκε στις 4/10/10 ενώ ακολούθως ορίστηκε για συνέχιση στις 18/10/10.αναβολή της ακρόασης της αγωγής στις 30/6/2010 για συνέχιση στις 15/9/2010 η εναγόμενη καταχώρησε στις 5/7/2010 την αίτηση υπό εξέταση με την οποία αιτείται την έκδοση διατάγματος του Δικαστηρίου με το οποίο να αναστέλλεται κάθε διαδικασία και συνέχιση της ακροαματικής διαδικασίας «.για όσο χρονικό διάστημα το Δικαστήριο ήθελε καθορίσει μέχρις ότου ο Ενάγοντας . συγκατατεθεί να υποβληθεί σε ιατρική εξέταση από ιατρό της εκλογής της Εναγομένης».
  2. Η αίτηση της εναγομένης υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του ίδιου του συνηγόρου της. Για πρώτη φορά ορίστηκε γι΄ ακρόαση 3 ημέρες μετά την καταχώρηση της, δηλαδή στις 8/7/2010, κατά την οποία ημερομηνία ορίστηκε και πάλι γι΄ ακρόαση στις 15/9/2010, ενώ η ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης καταχωρήθηκε στις 10/9/
  3. 2.
  4. Η ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης περιέχει συνολικά οχτώ λόγους ένστασης και υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του ίδιου του ενάγοντα.
  5. Η ακρόαση της αίτησης διεξήχθη όπως ήταν προγραμματισμένη στις 15/9/2010 και το Δικαστήριο επιφύλαξε την απόφαση του. Οι ευπαίδευτοι δικηγόροι των διαδίκων περιορίστηκαν σε αγορεύσεις δίχως να αντεξεταστούν οι ενόρκως δηλούντες. Ασφαλώς το Δικαστήριο κατά την εξέταση αυτής της αίτησης διατηρεί υπόψη του το περιεχόμενο τόσο της αίτησης όσο και της ένστασης σε συνδυασμό με τα όσα σχετικά ανάφεραν οι ευπαίδευτοι δικηγόροι των διαδίκων ως μέρος της επιχειρηματολογίας τους.
  6. Παράλληλα βεβαίως το Δικαστήριο δεν είναι δυνατό να αγνοήσει το στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας στο οποίο υποβάλλεται το αίτημα της εναγομένης ως επίσης και τη διαδικασία στο σύνολο της η οποία έχει προηγηθεί αυτής της υποβολής. Τόσο από άποψης παρουσίασης σχετικής μαρτυρίας αλλά και με την έννοια οποιασδήποτε άλλης σχετικής προγενέστερης διαδικασίας, όπως αυτή της τροποποίησης της έκθεσης απαίτησης. Μάλιστα ο ίδιος ο ενόρκως δηλών αναφέρεται σε αυτό το δεδομένο στη παράγραφο 2 της ένορκης δήλωσης του.
  7. Στη συνέχεια θα εξετάσω τους λόγους ένστασης. 6.
  8. Αναφορικά με τον πρώτο λόγο ένστασης ως προς ότι ο ενάγων ήδη υποβλήθηκε σε μία ιατρική εξέταση από τον ιατρό της εναγομένης διερωτώμαι πραγματικά πως είναι δυνατό αυτός ο λόγος ένστασης να γίνει δεκτός ως βάσιμος. Ο ίδιος ο ενόρκως δηλών αναφέρεται σε αυτό το γεγονός ως ένα σχετικό δεδομένο στις παραγράφους 3 και 5 της ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της αίτησης. Μάλιστα το δεδομένο αυτό προωθείται ως ένας από τους βασικούς λόγους προς υποστήριξη έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος. Υπό την έννοια δηλαδή ότι εφόσον η εξέταση η οποία έγινε στις 4/12/2006 προηγήθηκε της χειρουργικής επέμβασης και γενικότερα της θεραπείας η οποία ακολούθησε κατά τη διάρκεια του έτους 2007 (παράγραφος 4 της ένορκης δήλωσης) γι΄ αυτό ακριβώς το λόγο χρήζει επανεξέτασης ο ενάγων από τον ίδιο γιατρό ο οποίος τον είχε εξετάσει προηγουμένως. Έτσι ώστε όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο ενόρκως δηλών στη παράγραφο 7 της ένορκης δήλωσης του «.η πλευρά της Εναγομένης θα έχει την ευκαιρία να ολοκληρώσει άποψη αναφορικά με την χειρουργική επέμβαση και θεραπεία της περιόδου 2007 και άρα να ετοιμάσει την υπεράσπιση της κατά την ακροαματική διαδικασία που διεξάγεται καλύτερα.». 6.
  9. Θεωρώ ότι ουσιαστικά ο πρώτος λόγος ένστασης όσο και να βασίζεται στη πραγματικότητα σε σχέση με τα μέχρι σήμερα δεδομένα αυτής της αγωγής εντούτοις αγνοεί το γεγονός ότι αν και αναγνωρίζεται αυτό το δεδομένο από την εναγόμενη εντούτοις η προώθηση του αιτήματος της δεν βασίζεται σε προηγούμενη ανυπαρξία ιατρικής εξέτασης του ενάγοντα από γιατρό της επιλογής της αλλά σε αναγκαιότητα η οποία προέκυψε από τα γεγονότα τα οποία ακολούθησαν αυτή την εξέταση. Δηλαδή, η επακόλουθη χειρουργική επέμβαση και γενικότερα θεραπεία του ενάγοντα μετά από τη διεξαγωγή αυτής της ιατρικής εξέτασης. 6.
  10. Βεβαίως θα μπορούσε ο πρώτος λόγος ένστασης να γίνει αντιληπτός και υπό την έννοια ότι εφόσον ήδη έχει υποβληθεί σε μία ιατρική εξέταση και δεν υπήρξε ουσιαστικά διαφοροποίηση της κατάστασης της υγείας του ενάγοντα με χειροτέρευση αυτής τότε δεν χρειάζεται αυτός να υποβληθεί σε δεύτερη ιατρική εξέταση. Όπως όμως και να ιδωθεί από το Δικαστήριο ο πρώτος λόγος ένστασης κρίνω ότι δεν είναι δυνατό βάσει αυτού και μόνο το αίτημα της εναγομένης να απορριφθεί. 6.
  11. Ο δεύτερος λόγος ένστασης είναι ότι η αίτηση «.υποβάλλεται καθυστερημένα και χωρίς να δίδεται οποιαδήποτε δικαιολογία της καθυστέρησης αυτής...». Κρίνω ότι ο λόγος αυτός ευσταθεί. 6.
  12. Διατηρώντας υπόψη τα όσα αναφέρονται εντός της ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της αίτησης σε συνάρτηση με τα διάφορα χρονικά δεδομένα της περίπτωσης υπό εξέταση διαπιστώνονται τα εξής. Πρώτο, ότι όντως υπάρχει καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης υπό εξέταση και δεύτερο, όχι ότι η εξήγηση η οποία προσφέρεται αναφορικά με τη καθυστέρηση αυτή δεν είναι ικανοποιητική αλλά ότι η εναγόμενη δεν προσφέρει καν οποιαδήποτε εξήγηση σε σχέση με αυτή τη διαπιστωθείσα καθυστέρηση έτσι ώστε να είναι καν δυνατό να κριθεί ότι αυτή είναι δικαιολογημένη. Δεν τίθεται καν δηλαδή θέμα εξέτασης της επάρκειας της εξήγησης η οποία προσφέρεται σε σχέση με τη καθυστέρηση καθότι τέτοια εξήγηση δεν έχει δοθεί. 6.
  13. Θεωρώ ότι δεν χρειάζεται λεπτομερή ανάλυση των χρονικών δεδομένων επί των οποίων το Δικαστήριο βασίζεται έτσι ώστε να κρίνει ότι όντως υπάρχει καθυστέρηση στη καταχώρηση της αίτησης υπό εξέταση. Ούτε και κρίνεται απαραίτητη η επανάληψη εντός αυτής της απόφασης των δεδομένων αυτών υπό μορφή χρονολογικής παράθεσης τους. Αρκετές σχετικές χρονικές λεπτομέρειες αναφέρονται εντός της ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της ένστασης (βλ. σχετικά τις παραγράφους 4 έως και 7 της ένορκης δήλωσης του ενάγοντα ως επίσης και τις παραγράφους 9 έως και 11). 6.
  14. Αξίζει όμως να σημειωθεί από το Δικαστήριο αναφορικά με τη χρονική πτυχή της αίτησης το εξής σημείο σε σχέση με την αίτηση της εναγομένης. Η ίδια, δια μέσω του συνηγόρου της (ο οποίος βεβαίως είναι και ο ενόρκως δηλών της ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της αίτησης, θέμα με το οποίο το Δικαστήριο ασχολείται κατά την εξέταση του έβδομου λόγου ένστασης) προβάλει ως βασικό λόγο προς υποστήριξη της βασιμότητας του αιτήματος της το εξής. 6.
  15. Αναφέρεται σχετικά στη παράγραφο 5 της ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της αίτησης η ισχυριζόμενη χειρουργική επέμβαση και θεραπεία η οποία έγινε στον ενάγοντα το
  16. Συγκεκριμένα υποστηρίζει ο ενόρκως δηλών ότι «.είναι δίκαιο υπό τις περιστάσεις να γίνει επανεξέταση του Ενάγοντα από τον ιατρό που τον εξέτασε το 2006 ώστε να υπάρχει και για την πλευρά μας πλήρης επιστημονική μαρτυρία σε σχέση με την ισχυριζόμενη επέμβαση και θεραπεία που έλαβε χώρα το 2007.». 6.
  17. Δημιουργείται το εξής λογικό ερώτημα. Ενήργησε έγκαιρα η εναγόμενη σε σχέση με τα έστω και κατ΄ ισχυρισμό δεδομένα τα οποία υπήρχαν στη διάθεση της αναφορικά με τις οποιεσδήποτε εξελίξεις στην κατάσταση της υγείας του ενάγοντα; 6.
  18. Η απάντηση στην οποία αβίαστα καταλήγει το Δικαστήριο σε σχέση με αυτό το ερώτημα όχι μόνο είναι αρνητική αλλά επιπλέον διαπιστώνεται ότι η εναγόμενη απέτυχε παντελώς να δικαιολογήσει με οποιοδήποτε τρόπο το γεγονός ότι αν και επήλθε εις γνώση της τουλάχιστον από τα τέλη του Φεβρουαρίου του 2008 (η αίτηση τροποποίησης επιδόθηκε στις 20/2/2008) ο ισχυρισμός ότι ο ενάγων είχε υποστεί δύο επιπρόσθετες χειρουργικές επεμβάσεις (παράγραφος 2 της ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της αίτησης τροποποίησης) εντούτοις η αίτηση υπό εξέταση δεν καταχωρήθηκε μέχρι και τον Ιούλιο του
  19. 6.
  20. Ανεξάρτητα και από όλα τα υπόλοιπα χρονικά δεδομένα και γεγονότα τα οποία προέκυψαν στο μεσοδιάστημα μεταξύ αυτών των δύο χρονικών σημείων το δεδομένο αυτό αποτελεί ένα καθοριστικό στοιχείο αναφορικά με τη τύχη της αίτησης της εναγομένης. Υπάρχουν βεβαίως και άλλα σχετικά χρονικά δεδομένα, όπως, παραδείγματος χάριν, ο ισχυρισμός του ενάγοντα (παράγραφος 4 (ε) στην ένορκη δήλωση του) ότι η ιατρική έκθεση του Δρ. Συμιλλίδη δόθηκε στον συνήγορο της εναγομένης τον Δεκέμβριο του
  21. 6.
  22. Τονίζω ότι είναι η ίδια η εναγόμενη η οποία επέλεξε να στηρίξει το αίτημα της σε ένα κατά την ίδια θεωρούμενο ως βασικό λόγο τον οποίο όμως η ίδια με τις ενέργειες της δεν θεώρησε επαρκώς σημαντικό έτσι ώστε να είχε ενεργήσει νωρίτερα προς εξασφάλιση μίας δεύτερης ιατρικής εξέτασης του ενάγοντα. 6.
  23. Παρά και το δεδομένο ότι η αποδοχή του δεύτερου λόγου ένστασης επισφραγίζει ουσιαστικά την έκβαση αυτής της απόφασης θεωρώ ότι θα ήταν ορθότερο όπως εξεταστούν και οι υπόλοιποι λόγοι ένστασης από το Δικαστήριο έτσι ώστε σε περίπτωση κατά την οποία μελλοντικά κριθεί κατ΄ έφεση ότι η κρίση του Δικαστηρίου επί του συγκεκριμένου λόγου ένστασης ήταν λανθασμένη τότε θα υπάρχει επίσης διαθέσιμο προς εξέταση και το σκεπτικό του Δικαστηρίου επί των υπολοίπων λόγων ένστασης. 6.
  24. Αναφορικά με τον τρίτο λόγο ένστασης ως προς το ότι δηλαδή η αίτηση «.αντιβαίνει στα Συνταγματικά Δικαιώματα του Καθ΄ου η Αίτηση - Ενάγοντα, όπως αυτά καθορίζονται στο άρθρο 30

(2)..» παρατηρώ τα εξής. Εισηγείται ο ενάγων (παράγραφος 8 της ένορκης δήλωσης του) ότι το αίτημα της εναγομένης «.υποβάλλεται εκ των υστέρων, με καθυστέρηση πέραν των δύο ετών, συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας και αντιβαίνει προς το συνταγματικά καταχωρημένο δικαίωμα μου να έχω και σύντομη αλλά κυρίως και δίκαιη εκδίκαση της υπόθεσης μου ενώπιον του Δικαστηρίου...». 6.
  1. Βεβαίως ήδη έχει κριθεί από το Δικαστήριο ότι όντως το αίτημα της εναγομένης υποβλήθηκε με αδικαιολόγητη καθυστέρηση. Αναφέρεται ουσιαστικά ο ενάγων με τον τρίτο λόγο ένστασης του κυρίως στο στοιχείο του εύλογου χρόνου σε σχέση με την εκδίκαση της αγωγής του. 6.
  2. Αναμφίβολα το γεγονός της καταχώρησης της αίτησης υπό εξέταση έχει προκαλέσει καθυστέρηση στη συνέχιση της εκδίκασης της αγωγής του ενάγοντα. Όσο όμως και να είναι δυνατό να κριθεί από αυτό το Δικαστήριο ότι υπάρχει αδικαιολόγητη καθυστέρηση στη καταχώρηση της αίτησης υπό εξέταση θεωρώ ότι το ερώτημα κατά πόσο η αίτηση αυτή αντιβαίνει το συνταγματικό του δικαίωμα για την εκδίκαση της αγωγής του σε εύλογο χρόνο εμπίπτει σε ένα γενικότερο ερώτημα. Το ερώτημα δηλαδή κατά πόσο η διάγνωση των αστικών δικαιωμάτων του ενάγοντα έχει γίνει σε εύλογο χρόνο θα απαντηθεί με την ολοκλήρωση της οποιασδήποτε διαδικασίας έχει προκύψει και ενδεχομένως θα προκύψει μετά και από την καταχώρηση της αγωγής του. Ερώτημα για το οποίο ακόμη και το ίδιο το Δικαστήριο καθίσταται υπόλογο. 6.
  3. Δηλαδή ενδεχομένως να είναι δυνατό να κριθεί ότι η αίτηση έρχεται σε αντίθεση με το συγκεκριμένο συνταγματικό του δικαίωμα υπό την εξής έννοια. Ότι εάν αυτή εγκριθεί παρά και τη διαπιστούμενη καθυστέρηση στην υποβολή της τότε αυτή θα προκαλέσει και επιπρόσθετη καθυστέρηση. Όμως πραγματικά θεωρώ ότι μέσα από μία εξισορρόπηση των συνταγματικών δικαιωμάτων και των δύο διαδίκων σε αυτή την αγωγή, υπό την έννοια δηλαδή της διάγνωσης όχι μόνο των δικαιωμάτων του ενάγοντα αλλά και των υποχρεώσεων της εναγομένης εντός του πλαισίου μίας δίκαιας δίκης, δεν θα αποκλειόταν για το Δικαστήριο να κρίνει, εάν άλλοι λόγοι δεν κρίνονταν βάσιμοι, ότι ο συγκεκριμένος λόγος ένστασης δεν είναι αρκετός έτσι ώστε να μην γίνει δεκτό το αίτημα της εναγομένης. 6.
  4. Ως έχουν όμως τα δεδομένα της περίπτωση υπό εξέταση θεωρώ ότι και αυτός ο λόγος ένστασης ευσταθεί καθότι όχι μόνο δεν είναι δυνατό να αγνοηθεί η καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης αλλά ούτε και θεωρείται ορθό να μην λάβει υπόψη του το Δικαστήριο την όλη επιπρόσθετη καθυστέρηση (πέραν δηλαδή από αυτή η οποία ήδη προκλήθηκε από την καταχώρηση και εκδίκαση της αίτησης, δίχως βεβαίως να ευθύνεται η εναγόμενη για οποιαδήποτε καθυστέρηση εκ μέρους του ίδιου του Δικαστηρίου) η οποία αναπόφευκτα θα προκληθεί από την έγκριση της αίτησης. 6.
  5. Όχι απλώς υπό την έννοια του χρόνου ο οποίος θα χρειαστεί για μία δεύτερη ιατρική εξέταση αλλά και του χρόνου ο οποίος ενδεχομένως να αναλωθεί κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας από την επανακλήτευση του οποιουδήποτε μάρτυρα του οποίου η επανακλήτευση ως αποτέλεσμα αυτής της ιατρικής εξέτασης θα μπορούσε να κριθεί αναγκαία από το Δικαστήριο μετά και από σχετικό αίτημα. 6.
  6. Αναφορικά με τον τέταρτο λόγο ένστασης ως προς το ότι δηλαδή η αίτηση «.είναι σκανδαλώδης και καθ΄ όλα απαράδεκτη αφού παραβιάζει την νομολογιακά καθιερωμένη ισότητα των όπλων μεταξύ των διαδίκων..» παρατηρώ τα εξής. Θεωρώ εντός του πλαισίου της συγκεκριμένης διαδικασίας υπό εξέλιξη με την εκδίκαση της αγωγής ότι ακόμη και σε περίπτωση έγκρισης της αίτησης υπάρχουν διαθέσιμοι μηχανισμοί προς αποφυγή της οποιασδήποτε παραβίασης της αρχής της ισότητας των όπλων. Όπως, παραδείγματος χάριν, με την έγκριση αιτήματος ή αιτημάτων για επανακλήτευση μαρτύρων. Θεωρώ όμως ότι το όλο θέμα καθίσταται ουσιαστικά ακαδημαϊκής σημασίας καθότι η ίδια η έκβαση αυτής της απόφασης δεν καθιστά αναγκαία την εξέταση των οποιωνδήποτε αρνητικών συνεπειών για τον ενάγοντα ως αποτέλεσμα έγκρισης της αίτησης. Συνεπώς το Δικαστήριο δεν προτίθεται να εξετάσει σε περισσότερο βάθος αυτό το λόγο ένστασης. Προσθέτω απλά ότι αυτός ο λόγος ένστασης από μόνος του δεν θα μπορούσε να κριθεί ότι ευσταθεί καθότι το Δικαστήριο σε περίπτωση έγκρισης της αίτησης θα διατηρούσε υπόψη του και επιπλέον θα εφάρμοζε τους οποιουσδήποτε διαθέσιμους μηχανισμούς προς αποφυγή της παραβίασης της αρχής της ισότητας των όπλων. Βεβαίως η θέση του ενάγοντα είναι ότι ακόμη και αυτοί οι διαθέσιμοι τρόποι δεν είναι αρκετοί υπό τις περιστάσεις όμως θεωρώ ότι η θέση αυτή είναι υπερβολική έτσι ώστε να ήταν δυνατό απλώς επί αυτής να κρινόταν ως απαράδεκτο το αίτημα της εναγομένης. 6.
  7. Αναφορικά με τον πέμπτο λόγο ένστασης ως προς το ότι η αίτηση «.συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας και υποβάλλεται με κακή πίστη, για να εκτραπεί η διαδικασία και για σκοπούς καθυστέρησης εκδίκασης της αγωγής..» κρίνω ότι δεν είναι δυνατό να διαπιστωθεί έχοντας ως βάση τα όσα δεδομένα υπάρχουν στη διάθεση του Δικαστηρίου ότι όντως ο λόγος αυτός ευσταθεί. 6.
  8. Αναφορικά με τον έκτο λόγο ένστασης ως προς το ότι η αίτηση «.στερείται νομικής βάσης και είναι νομικά αβάσιμη και αστήριχτη.» στο βαθμό στον οποίο αυτή αναφέρεται στη νομική βάση της αίτησης, όπως αυτή αναγράφεται επί αυτής, θεωρώ ότι αυτός δεν ευσταθεί. Εάν όμως με βάση αυτό το λόγο ένστασης υπάρχει επίσης αναφορά ως προς το κατά πόσο η αίτηση είναι νομικά βάσιμη σε σχέση με την υπάρχουσα νομολογία επί του συγκεκριμένου θέματος θα συμφωνήσω ότι όντως η εναγόμενη έχει αποτύχει να στοιχειοθετήσει τη νομική βασιμότητα του αιτήματος της. 6.
  9. Υπό την εξής έννοια. Σύμφωνα με σχετική νομολογία το βάρος ικανοποίησης του Δικαστηρίου για την αναγκαιότητα μίας ή περισσοτέρων ιατρικών εξετάσεων φέρει ο διάδικος ο οποίος τη ζητά και οποιοδήποτε διάταγμα για τον σκοπό αυτό αποτελεί επέμβαση στην προσωπική ελευθερία του ατόμου και θα πρέπει να δίδεται μόνο όταν το Δικαστήριο ικανοποιείται ότι τούτο είναι αναγκαίο για να αποδοθεί δικαιοσύνη. Ενώ σε περίπτωση όπου ζητείται δεύτερη ή επακόλουθη ιατρική εξέταση από ένα εναγόμενο θα πρέπει να αποκαλύπτονται γεγονότα τα οποία να δικαιολογούν τέτοια εξέταση. 6.
  10. Ουσιαστικά το βάρος ικανοποίησης μίας τέτοιας προϋπόθεσης αυξάνεται με κάθε νέα αίτηση. Μάλιστα τα γεγονότα τα οποία κρίνονται ως αναγκαία για την δικαιολόγηση μίας νέας εξέτασης θα πρέπει να είναι τέτοια τα οποία δεν ήταν διαθέσιμα κατά την πρώτη ιατρική εξέταση και τα οποία δεν θα μπορούσαν εύλογα να προβλεφθούν. Μία αίτηση για ιατρική εξέταση του αντιδίκου θα πρέπει να υποβάλλεται πριν από την έναρξη της δίκης και επιπλέον οποιαδήποτε καθυστέρηση στην υποβολή αίτησης πρέπει να δικαιολογείται ενώ όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα ισχυρότεροι πρέπει να είναι και οι λόγοι που υποστηρίζουν μία τέτοια αίτηση. 6.
  11. Διατηρώντας υπόψη τα δεδομένα της περίπτωσης υπό εξέταση κρίνω ότι όντως η αίτηση της εναγομένης είναι νομικά αβάσιμη και αστήριχτη. Μάλιστα το όλο σκεπτικό με το οποίο υποστηρίζεται το αίτημα της εναγομένης αγνοεί τη βασική αρχή ότι σε κάθε περίπτωση η ιατρική εξέταση του ενάγοντα ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και δεν αποτελεί ανεξάρτητο ή δεδομένο δικαίωμα του εναγομένου. Η διακριτική αυτή ευχέρεια ασκείται έχοντας ως γνώμονα τη δίκαιη και ισορροπημένη μεταχείριση των διαδίκων. Διατηρώντας υπόψη παράλληλα δηλαδή και το δικαίωμα της εναγομένης να ενημερώνεται έγκαιρα για τις θέσεις του ενάγοντα έτσι ώστε να έχει τη δυνατότητα να αντικρούσει τους ισχυρισμούς του ως προς την κατάσταση της υγείας του. 6.
  12. Πραγματικά όπως και να ιδωθεί το αίτημα της εναγομένης αυτό δεν είναι δυνατό να κριθεί ως βάσιμο διατηρώντας υπόψη κυρίως τη καθυστέρηση στην υποβολή του αλλά παράλληλα και τα όσα σχετικά προκύπτουν από τη μαρτυρία η οποία έχει παρουσιαστεί από τον ενάγοντα αναφορικά με την απουσία οποιασδήποτε χειροτέρευσης της υγείας του ως αποτέλεσμα των κατ΄ ισχυρισμό χειρουργικών επεμβάσεων κατά το έτος
  13. Αναφέρω απλά ως παράδειγμα την αναφορά του Δρ. Σιμιλλίδη στο συμπληρωματικό ιατρικό πιστοποιητικό ημερομηνίας 5/12/2007 (τεκμήριο 4), εντός του οποίου υπάρχει αναφορά και στις δύο εγχειρήσεις οι οποίες κατ΄ ισχυρισμό έγιναν το 2007, ότι η γνωμάτευση-πρόγνωση του ημερομηνίας 15/11/2005 (τεκμήριο 5) δεν διαφοροποιείται. 6.
  14. Αναφορικά με τον έβδομο λόγο ένστασης ως προς το ότι η αίτηση «.δεν στηρίζεται σε μαρτυρία και/ή μαρτυρία που προσφέρεται με την ένορκη δήλωση του είναι απαράδεκτη.» παρατηρώ τα εξής. 6.
  15. Όπως αναφέρεται και πιο πάνω η αίτηση της εναγομένης στηρίζεται σε ένορκη δήλωση του ίδιου του συνηγόρου της. Αναφέρεται σε μία από τις αυθεντίες επί της οποίας στηρίζεται το Δικαστήριο για να αντλήσει καθοδήγηση αναφορικά με το θέμα υπό εξέταση με αυτή την αίτηση ότι η πρακτική αυτή είναι ανεπιθύμητη (βλ. σχετικά τη σελίδα 1041 της απόφασης της Πολιτικής Έφεσης 7695, ημερομηνίας 21/11/1991, Thanos Hotels Ltd v. Δημήτριου Ιωάννου
(1991)1 Α. Α. Δ. 1036). 6.29. Βεβαίως η βασική αυθεντία επί του συγκεκριμένου θέματος είναι η απόφαση Re Efthymiou
(1987)1 C. L. R. 329 όπου ουσιαστικά αποφασίστηκε ότι είναι ασυμβίβαστη η ιδιότητα του δικηγόρου με αυτή του μάρτυρα στην ίδια διαδικασία. Το θέμα όμως έτυχε εξέτασης και σε μία πρόσφατη απόφαση στην Πολιτική Έφεση 130/2009 (Σχ. με 131/2009), ημερομηνίας 29/1/2010, Dmitry Rybolovlev v. Elena Rybolovleva. Αναφέρονται σχετικά σε αυτή την απόφαση από τον Κληρίδη Δ. τα ακόλουθα (η οποιαδήποτε υπογράμμιση είναι δική μου),:- «Το θέμα της κατάρτισης και υποβολής σε δικαστική διαδικασία ένορκης δήλωσης από δικηγόρο, διέπεται από καλά καθιερωμένες αρχές που εκπηγάζουν από τη νομολογία. Αν χρειάζεται να τις συνοψίσουμε ξανά, θα λέγαμε ότι γενικά ομιλούντες, μια ένορκη δήλωση δεν αποκλείεται απλά επειδή ο ομνύων είναι δικηγόρος. Οι δικηγόροι όμως θα πρέπει να αποστασιοποιούνται από τα γεγονότα που σχετίζονται με τα επίδικα θέματα και τυγχάνει γενικά ανεπιθύμητο να εμφανίζονται ως μάρτυρες ή ενόρκως δηλούντες σε δικαστική διαδικασία στην οποία εκπροσωπούν διάδικο, εκτός εάν αυτό είναι αναγκαίο. Αφ΄ ης όμως στιγμής δικηγόρος έχει με τον ένα ή άλλο τρόπο καταστεί μάρτυρας γεγονότων, τότε κωλύεται, λόγω ασυμβιβάστου, να συνεχίζει να εμφανίζεται χειριζόμενος την υπόθεση του πελάτη του ως δικηγόρος. (Ahapittas v. Roc Chic Ltd
(1968)1 CLR 1, In re Efthymiou
(1987)1CLR 319, Thanos Hotels Ltd v. Ιωάννου
(1991)1 Α. Α. Δ. 1036). Στις πιο πάνω καλά καθιερωμένες αρχές δεν κρίνουμε ορθό να προσθέσουμε ή να αναγνωρίσουμε και άλλη αρχή σύμφωνα με την οποία εάν ο ομνύων είναι δικηγόρος και δεν επεξηγεί με επάρκεια γιατί προβαίνει ο ίδιος στην ένορκη δήλωση και όχι ο πελάτης του, τότε η ένορκη δήλωση πάσχει και θα πρέπει ν΄ αγνοηθεί ή απορριφθεί. Ούτε και συμφωνούμε ότι μια τέτοια απόλυτη αρχή εξάγεται από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Dulal Dulal (ανωτέρω). Απλά, στην προσφυγή εκείνη το Ανώτατο Δικαστήριο με μονομελή σύνθεση, το οποίο επιλαμβανόταν ενδιάμεσης αίτησης στο πλαίσιο προσφυγής για αναστολή εκτέλεσης διαταγμάτων απέλασης και κράτησης, έκρινε ότι θα έπρεπε ο ομνύων δικηγόρος να παρασχεί κάποια εξήγηση γιατί προέβηκε ο ίδιος στην ένορκη δήλωση και όχι ο ίδιος ο αιτητής. Ενώ δε το Δικαστήριο εξέφρασε την άποψη ότι αυτός θα ήταν αρκετός λόγος γι΄ απόρριψη της αίτησης, εν τούτοις, προχώρησε και εξέτασε την ουσία της και την απέρριψε για άλλους λόγους, βασιζόμενο στα στοιχεία που παρατέθηκαν στην ένορκη δήλωση. Σημειώνεται ότι στην υπόθεση Dulal Dulal ο αιτητής, αν και ήταν υπήκοος της Μπαγκλαντές, κατά τον ουσιώδη χρόνο βρισκόταν στην Κύπρο αναμένοντας την έκβαση της αίτησης του. Υπ΄ εκείνες τις περιστάσεις κρίθηκε ότι χρειαζόταν μια εξήγηση ως προς το γιατί δεν κατάρτισε ο ίδιος την ένορκη δήλωση. Θα σημειώναμε εδώ, σε αντιδιαστολή, ότι το Ανώτατο Δικαστήριο με την ίδια μονομελή σύνθεση αποδέχτηκε ως κανονική ένορκη δήλωση δικηγόρου εκ μέρους αλλοδαπής αιτήτριας, εφόσον αυτή βρισκόταν στο εξωτερικό, χωρίς άλλη εξήγηση. . Με αυτά ως δεδομένα, μπορούμε να δεχθούμε ως αρχή της νομολογίας αναφορικά με το θέμα παροχής εξήγησης ως προς το γιατί ομνύων είναι δικηγόρος και όχι διάδικος ή άλλο πρόσωπο, ότι κάποια εξήγηση προς τούτο απαιτείται, εκεί όπου δεν προκύπτει υπό τις περιστάσεις ένας εμφανής καλός λόγος, όπως είναι η διαμονή του διαδίκου στο εξωτερικό και/ή άλλες εγγενείς δυσχέρειες οι οποίες δεν θα επέτρεπαν στον ίδιο να είναι ενόρκως δηλών.» 6.
  1. Διατηρώντας υπόψη τα όσα αναφέρονται πιο πάνω στη νομολογία μας σε σχέση με το θέμα το οποίο εγείρεται προς εξέταση με τον έβδομο λόγο ένστασης διαπιστώνω ότι ο λόγος αυτός δεν ευσταθεί παρά και το γεγονός ότι ο ενόρκως δηλών δεν παρέχει οποιαδήποτε εξήγηση γιατί ο ίδιος είναι ο ομνύων και όχι η ίδια η ενάγουσα. Έστω και εάν δεν προκύπτει υπό τις περιστάσεις ένας εμφανής καλός λόγος γιατί η ένορκη δήλωση δεν έχει γίνει από την ενάγουσα αλλά από τον δικηγόρο της. Διευκρινίζω ότι δεν τίθεται θέμα εξέτασης της επάρκειας κάποιας εξήγησης ως προς το θέμα αυτό καθότι πολύ απλά δεν προσφέρεται καν προς εξέταση η οποιαδήποτε εξήγηση. Ελλείψει όμως ακόμη και αυτής της εξήγησης δεν θα συμφωνήσω ότι η αίτηση δεν βασίζεται σε μαρτυρία η οποία είναι δυνατό υπό τις περιστάσεις να κριθεί ως παραδεκτή προς υποστήριξη της αίτησης. Απλά η μαρτυρία αυτή θεωρείται ως μαρτυρία η οποία δεν είναι επιθυμητό να είχε δοθεί υπό την μορφή την οποία έχει δοθεί. 6.
  2. Αναφορικά με τον όγδοο λόγο ένστασης ως προς το ότι η αίτηση «.είναι παράτυπη και/ή αντικανονική και/ή δεν συνάδει με τους θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, διότι γίνεται χωρίς την έγκριση του αιτητή και/ή ουδαμού της ενόρκου δηλώσεως αναφέρεται ότι ελήφθη η συγκατάθεση του αιτητή για την υποβολή της.» κρίνω ότι ο λόγος ένστασης αυτός δεν ευσταθεί για τον εξής λόγο. Δεν είναι δυνατό να αγνοηθεί από το Δικαστήριο ότι η ενάγουσα εκπροσωπείται από τον δικηγόρο τον οποίο έχει διορίσει με σχετικό διοριστήριο σύμφωνα με τη Δ.16 θ. 11 και ότι οι οποιεσδήποτε ενέργειες του ευπαίδευτου συνηγόρου της εναγομένης σε σχέση με τον χειρισμό της υπεράσπισης της και εν γένει της διαδικασίας η οποία ακολουθείται κατ΄ επιλογή του τεκμαίρεται ότι λαμβάνονται εκ μέρους της εναγομένης και με τη σιωπηρή εξουσιοδότηση και συγκατάθεση της. Επιπλέον, εντός της ένορκης δήλωσης υπάρχουν αναφορές στη «πλευρά της Εναγομένης» (όπως στη παράγραφο 5 και 6 της ένορκης δήλωσης) την οποία βεβαίως ο ίδιος ο ευπαίδευτος συνήγορος της εναγομένης τεκμαίρεται όχι μόνο ότι εκπροσωπεί αλλά παράλληλα ότι και δεσμεύει με τις δικές του δικονομικές ή άλλες ενέργειες όπως, παραδείγματος χάριν, προφορικές δηλώσεις κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας της αγωγής. Συνεπώς, παρά και το δεδομένο ότι η μαρτυρία εντός της ένορκης δήλωσης η οποία υποστηρίζει την αίτηση δεν είναι η καταλληλότερη υπό τις περιστάσεις, εντούτοις εντός του πλαισίου εξέτασης του όγδοου λόγου ένστασης διαπιστώνεται ότι δεν είναι δυνατό να κριθεί ότι ευσταθεί η θέση του ενάγοντα. 6.
  3. Θέση, με την οποία εν πάση περιπτώσει ουσιαστικά απαιτείται να ληφθεί υπόψη το περιεχόμενο αυτής της ένορκης δήλωσης, ως προς το ότι η αίτηση είναι παράτυπη ή αντικανονική ή δεν συνάδει με τους Διαδικαστικούς Κανονισμούς της Πολιτικής Δικονομίας καθότι αυτή έγινε χωρίς την έγκριση της εναγομένης ή διότι πουθενά εντός της ένορκης δήλωσης δεν αναφέρεται ότι ελήφθη η συγκατάθεση της εναγομένης για την καταχώρηση της αίτησης. 3.Η αναγκαιότητα υποβολής του αιτήματος τροποποίησης προέκυψε, όπως ο ίδιος ο ενόρκως δηλών προς υποστήριξη της αίτησης αναφέρει σχετικά, μετά από ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία έγινε δεκτή η ένσταση της ευπαίδευτης συνηγόρου της εναγομένης και δεν επιτράπηκε υποβολή καθότι το περιεχόμενο της δεν ανταποκρινόταν στη θέση των εναγόντων όπως αυτή αποτυπώνεται στη παράγραφο 4 (ε) της απάντησης στην υπεράσπιση και υπεράσπισης στην ανταπαίτηση. 4.Είχα την ευκαιρία να ελέγξω αποστενογραφημένο το σχετικό μέρος του πρακτικού το οποίο τηρήθηκε στις 4/10/2010 και αυτό το οποίο πραγματικά συνέβη δεν είναι ότι το Δικαστήριο δεν επέτρεψε υποβολή για το λόγο ο οποίος αναφέρεται πιο πάνω. Κατά ακρίβεια ο ίδιος ο ευπαίδευτος δικηγόρος επέλεξε ουσιαστικά να αποσύρει τη συγκεκριμένη υποβολή. Βεβαίως το Δικαστήριο υπέδειξε ότι η υποβολή ήταν αντίθετη με το δικόγραφο των εναγόντων (δηλαδή, την απάντηση στην υπεράσπιση και υπεράσπιση στην ανταπαίτηση) ενώ στη συνέχεια η ευπαίδευτη συνήγορος της εναγομένης αναφέρθηκε σχετικά στη παράγραφο 4 (ε) της απάντησης στην υπεράσπιση και υπεράσπιση στην ανταπαίτηση. Βεβαίως ο ευπαίδευτος δικηγόρος των εναγόντων υποστήριξε ότι αυτό το οποίο εννοούσε η συγκεκριμένη αναφορά σε αυτό το δικόγραφο ήταν ότι ο ένας επιβεβαιώνει την υπογραφή του ενός, προφανώς εννοώντας ότι ο κάθε μάρτυρας στο συγκεκριμένο έγγραφο επιβεβαίωνε ξεχωριστά την υπογραφή του πατέρα των εναγόντων και της εναγομένης. Εντούτοις το Δικαστήριο τον υπενθύμισε ότι αυτό το οποίο όντως αναφέρεται εντός της παραγράφου 4 (ε) είναι ότι η επίδικη συμφωνία «.υπεγράφη υπό της Εναγομένης ενώπιον 2 ικανών μαρτύρων.». Παρατηρώ απλά σε αυτό το σημείο της απόφασης ότι στη συνέχεια αναφέρεται στη παράγραφο 4 (ε) ότι αυτοί οι δύο ικανοί μάρτυρες «.προσυπόγραψαν ως μάρτυρες.». Μετά και από υπόδειξη του Δικαστηρίου ότι στην υποβολή αυτό το οποίο αναφερόταν ήταν ότι πρώτα η εναγόμενη υπέγραψε το έγγραφο και μετά ήλθε η κόρη της και σαν μάρτυρας έθεσε την υπογραφή της σε αυτό ο ευπαίδευτος δικηγόρος των εναγόντων ανάφερε και πάλι ότι οι δύο μάρτυρες επιβεβαιώνουν. Υπενθύμισε τότε το Δικαστήριο ότι αυτό το οποίο αναφέρεται εντός του συγκεκριμένου δικογράφου είναι ότι η εναγόμενη υπέγραψε ενώπιον δύο ικανών μαρτύρων. Αναφέρθηκε επίσης από το Δικαστήριο ότι το ερώτημα δεν είναι εάν θα κριθεί η ουσία της αγωγής αλλά αν θα επιτραπεί η υποβολή. Τότε ο ευπαίδευτος δικηγόρος των εναγόντων επέλεξε όπως αποσύρει την υποβολή του. Βεβαίως παρά και το γεγονός ότι δεν εκδόθηκε σχετική απόφαση του Δικαστηρίου επί του συγκεκριμένου θέματος η πραγματικότητα είναι ότι με τα δεδομένα τα οποία είχαν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου αναπόφευκτα θα κρινόταν ότι όντως η συγκεκριμένη υποβολή δεν θα μπορούσε να επιτραπεί καθότι θα κρινόταν από το Δικαστήριο ότι αυτή όντως ήταν αντίθετη με σαφή θέση εντός της απάντησης στην υπεράσπιση και υπεράσπισης στην ανταπαίτηση. 5.Βεβαίως σε σχέση με το αίτημα τροποποίησης υπό εξέταση με αυτή την απόφαση αξίζει να σημειωθεί το εξής δεδομένο όπως αυτό προκύπτει από τη μαρτυρία του Μ. Ε. 3, δηλαδή του πατέρα των εναγόντων. Συγκεκριμένα οι αναφορές οι οποίες έγιναν γενικά από αυτό τον μάρτυρα κατά τη διάρκεια της προφορικής κατάθεσης του σε σχέση με την υπογραφή της επίδικης συμφωνίας δωρεάς ή ουσιαστικά τις συνθήκες υπό τις οποίες αυτή υπογράφηκε τόσο από τον ίδιο όσο και από την εναγόμενη και αμφότερους τους μάρτυρες οι υπογραφές των οποίων φαίνονται επί των τεκμηρίων τα οποία έχουν κατατεθεί ως τεκμήρια. Όταν κλήθηκε από τον ευπαίδευτο δικηγόρο των εναγόντων να εξηγήσει αναλυτικά πως έχουν τα γεγονότα σε σχέση με την αναφορά του ότι η εναγόμενη δεν «κοτσιανιάζει» το σπίτι πάνω στα παιδιά του ανάφερε μεταξύ άλλων και τα εξής. Ότι δηλαδή ο ίδιος υπέγραψε τη βεβαίωση δωρεάς την οποία ετοίμασε ο δικηγόρος μπροστά στο δικηγόρο και ότι υπέγραψε και ο δικηγόρος ενώ στη συνέχεια πήρε αυτή τη βεβαίωση στο σπίτι και την υπέγραψε η εναγόμενη και μαζί με τη κόρη της σαν μάρτυρας. Ανάφερε τα πιο πάνω ο Μ. Ε. 3 αμέσως μετά την έναρξη της κύριας εξέτασης του. Κατά τηνα 6.
  4. Διατηρώντας υπόψη το σκεπτικό αυτής της απόφασης κρίνεται ότι δεν παρέχεται η ευχέρεια έγκρισης της αίτησης της εναγομένης. Επομένως, η αίτηση απορρίπτεται ενώ ωΩς προς το θέμα των εξόδων διατηρώντας υπόψη το αποτέλεσμα εκδίκασης της αίτησης τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται υπέρ της εναγομένης του ενάγοντα και εις βάρος των εναγόντων 1 και 2 της εναγομένης όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο μετά από την εκδίκαση της αγωγής. Μ. Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.