← Κύπρος

Βερεγγάριας Π. Παπακόκκινου κ.α. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας διά του Γενικού Εισαγγελέως, Αρ. Αγωγής: 940/04, 16.11.2010

Βερεγγάριας Π. Παπακόκκινου κ.α. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας διά του Γενικού Εισαγγελέως, Αρ. Αγωγής: 940/04, 16.11.2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2010:A58 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Χαραλάμπους, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 940/04 Μεταξύ:

  1. Βερεγγάριας Π. Παπακόκκινου Αλέκας Π. Παπακόκκινου ως Διαχειριστριών της Περιουσίας του Παναγιώτη Γ. Παπακόκκινου
  2. Βερεγγάριας Π. Παπακόκκινου προσωπικά
  3. Αλέκας Π. Παπακόκκινου προσωπικά Εναγουσών Και Κυπριακής Δημοκρατίας διά του Γενικού Εισαγγελέως Εναγομένης ------------------------- Ημερομηνία: 16.11.2010 Αίτηση ημερ. 21.1.2010 για διαγραφή Για Εναγόμενη - Αιτήτρια κα Αλεξάνδρου - Γι΄ αυτήν κα Ε. Κόκκινου Για Ενάγουσες 1 και 2 - Καθ΄ ων η Αίτηση και προσωπικά κα Αλ. Παπακόκκινου - Γι΄ αυτήν κ. Μ. Μυτίδης ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την αίτηση του ο Αιτητής - Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ζητά: «
  4. Την διαγραφή όλων των κάτωθι ως αχρήστων, σκανδαλωδών, ενοχλητικών, ασχέτων και προκαλούντων αμηχανία, δυσμένεις εντυπώσεις και αποτελούντων μαρτυρίαν και τεινόντων να καθυστερήσουν την δικαίαν διεξαγωγήν της διαδικασίας. (α) Παράγραφο 4.3 της Απάντησης στην Υπεράσπιση. «Περαιτέρω ήταν υποχρέωση του δικηγόρου των Εναγομένων που εχειρίζετο την υπόθεση και του δικηγόρου που ανέλαβε να χειρίζεται την υπόθεση και εκπροσωπεί τους Εναγόμενους, να διερευνήσει πρώτα τα γεγονότα και τους ισχυρισμούς των Εναγουσών και όχι ψευδώς ανευθύνως, χωρίς καμμία διερεύνηση, αλλά προκατειλημμένα, επιπόλαια ελαφρά τη καρδία, ανερυθριάστως και/ή άλλως πως, να ισχυρίζεται τους αβάσιμους αναληθείς αστήρικτους, αδιερεύνητους επιπόλαιους, με προκατάληψη, ψευδείς και ανυπόστατους και/ή άλλως πως ισχυρισμούς του και ισχυρίζεται επίσης ψεύδη, με επιπόλαιο και πρόχειρο τρόπο νομίζοντας ότι θα προσφέρει εξυπηρέτηση στην Κυπριακή Δημοκρατία (Εναγομένους) εργοδότες του ενώ τουναντίον δεν την εξυπηρετεί αλλά την ζημιοί με τον ανεύθυνο τρόπο που χειρίζεται το ζήτημα.» (β) Παράγραφος 4.4 της Απάντησης στην Υπεράσπιση: «Και αι Ενάγουσαι εκπλήττονται γιατί και ο πρώην και νυν δικηγόρος που εκπροσωπεί τους Εναγόμενους που είναι οι υπεύθυνοι, κλείνουν τόσο τους οφθαλμούς όσο και τα ώτα των και λέγουν αναλήθειες και ανευθυνότητες ως σενάρια επιστημονικής φαντασίας και αποκυήματα της φαντασίας των, νομίζοντας ότι θα αποφύγει η Δημοκρατία τις τεράστιες ευθύνες της.» (γ) Παράγραφος 4.8 της Απάντησης στην Υπεράσπιση. «Η πλευρά των Εναγουσών επιφυλάττει το δικαίωμα της να καταγγείλει στον Γενικό Εισαγγελέα ως Πρόεδρο του Πειθαρχικού Συμβουλίου την δικηγόρον Μαρία Αλεξάνδρου και τον δικηγόρον Αντώνη Μελά δια την αντιδεοντολογική συμπεριφορά αμφοτέρων που αντίστοιχα προκύπτει από τα ανώτερα ήτοι τόσο από το προηγούμενο έγγραφο, όσο και από το τροποποιημένο εκ πλευράς εναγομένων, και τα δύο έγγραφα.» Η αίτηση βασίζεται στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.19 Θ.26, Δ.27 Θ.1,2 και 3 και Δ.48 Θ.9(j). Τα γεγονότα πάνω στα οποία στηρίζεται η αίτηση ο Αιτητής αναφέρει ότι περιέχονται στο φάκελο της υπόθεσης. Οι Καθ΄ ων η αίτηση-Ενάγουσες καταχώρησαν ένσταση την οποία στηρίζουν στην Δ.48, θ.1, 2, 3, 4., στη Δ.16, θ.1-11, στη Δ.33 θ.1-15, στη Δ.27 θ.1, 2, 3 και στη Δ.30 θ.1-7 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στο αρ. 30 του Συντάγματος και στο αρ. 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων επί του Αποκλεισμού (estoppels), στον Περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60, αρ. 31 και άλλα, στην κατάχρηση της Δικαστικής διαδικασίας επί των Κανόνων φυσικών δικαιοσύνης, επί της Νομολογίας και της Δικαστηριακής Πρακτικής και επί των γενικών και Συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου και επικαλούνται του κάτωθι λόγους ένστασης: «
  5. Η ένσταση πάσχει Νομικά, ουσιαστικά και τυπικά. Είναι απαράδεκτος και απορρίπτεται η παράγ. 1 της αιτήσεως.
  6. Οι Εναγόμενοι καταχώρησαν αδιαμαρτύρητη εμφάνιση στο δικαστήριο με το σημείωμα εμφάνισης των, και συνεπώς αποκλείονται και/ή παρεμποδίζονται να υποβάλουν την παρούσα αίτηση και συνεπώς είναι estopped να υποβάλουν την εν λόγω αίτηση.
  7. Άνευ βλάβης των άνω Η αίτηση πάσχει μεταξύ άλλων αφού ο τύπος της αίτησης είναι λανθασμένος, το Ανώτατο Δικαστήριο καθόρισε την σωστή διαδικασία που πρέπει να ακολουθείται και όφειλαν να υποβάλουν αίτηση για οδηγίες τέτοια αίτηση δεν υπεβλήθη.
  8. Άνευ βλάβης των ανωτέρω Ήδη η υπόθεση είχεν από 18/9/09 ορισθή για οδηγίες και ζήτησαν τα μέρη να ορισθή για ακρόαση και ωρίσθη στις 29/1/2010 και συνεπώς αποκλείονται να καταχωρήσουν την εν λόγω αίτηση μετά που ορίσθη για ακρόαση, δεν δικαιούνται να καταχωρήσουν τέτοια στις 21/1/
  9. Οι Εναγόμενοι βομβαρδίζουν με Αιτήσεις τις Ενάγουσες, καταχρώνται την δικαστική διαδικασία, με διάφορες αιτήσεις μέχρι σήμερα και μάλιστα 2 ταυτόχρονα 21/1/2010 που η μια αναιρεί μάλιστα την άλλη.
  10. Η Αίτηση για δήθεν διαγραφή ισχυρισμών πρέπει να γίνεται πριν την επίδοση της υπεράσπισης και όχι μετά.
  11. Το δικαστήριο πρέπει να αποφύγει την Ακρόαση τέτοιας Αίτησης όταν μάλιστα γίνει αφού ορισθεί η Αγωγή για Ακρόαση (29/1/2010) και συνεπώς τέτοια αίτηση πρέπει να απορριφθεί διότι είναι άσκοπη και κακόπιστη και γίνεται και αποτελεί κατάχρηση των Δικονομικών Δυνατοτήτων και/ή άλλως πως.
  12. Η εξουσία του Δικαστηρίου στη διαπίστωση αν η δικογραφία αποκαλύπτει αγώγιμο δικαίωμα δεν είναι θέμα διακριτικής ευχέρειας αλλά θέμα δικαίου.
  13. Οι απαράδεκτες θέσεις στην αίτηση δεν είναι θέμα διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου αλλά θέμα δικαίου.
  14. Οι ισχυρισμοί των Εναγουσών δεν είναι ούτε άχρηστοι, ούτε σκανδαλώδεις, ούτε ενοχλητικοί, ούτε άσχετοι, ούτε προκαλούν αμηχανία, ούτε δυσμενείς επιπτώσεις, ούτε τείνουν να καθυστερήσουν την δικαίαν διεξαγωγήν της διαδικασίας, όπως απαράδεκτα, αβάσιμα, νομικά, ουσιαστικά και τυπικά, ισχυρίζονται οι Εναγόμενοι, τους οποίους ισχυρισμούς των αι Ενάγουσαι αρνούνται παντελώς και απορρίπτουν.
  15. Διά τις απαράδεκτες και αβάσιμες θέσεις των οι Εναγόμενοι επιδιώκουν να μην διαλευκανθή η υπόθεση ενώπιον του Δικαστηρίου αφού οι ίδιοι οι Εναγόμενοι δια της τροποποιημένης υπεράσπισης των προέβαλαν τέτοιες απαράδεκτες θέσεις και ισχυρισμούς στις παραγ. 1 α) β) γ) 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8, 9 που δικαιολογούν, αιτιολογούν και καθιστούν εύλογες και ορθές όλες τις παραγράφους της τροποποιημένης Απαντήσεως των Εναγουσών συμπεριλαμβανομένων και των παραγ. 4.3, 4.4, 4.8 ως Απάντηση μεταξύ άλλων στην Τροποποιημένη Υπεράσπιση των Εναγομένων, όλες οι παράγραφοι της Απαντήσεως των Εναγουσών είναι απόλυτα συνδεδεμένες, ως απάντηση στους απαράδεκτους ισχυρισμούς των Εναγομένων στην τροποποιημένη Έκθεση Υπεράσπισής των.
  16. Και πρόκειται για πραγματικά γεγονότα και Νομικά Σημεία που πρέπει να διαλευκανθούν και φωτιστούν κατά την Ακροαματική Διαδικασία και όχι να διαγραφούν και πεδίον επίλυσης των είναι η Ακροαματική διαδικασία, βάση της Δ.33 της Πολ. Δικονομίας. Διότι δι΄ αυτές τις απαράδεκτες αιτήσεις οι Εναγόμενοι θέλουν να προκαλέσουν αδικίαν στις Ενάγουσες να στερήσουν τα δικαιώματα των Εναγουσών που προκύπτουν από το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας τους Νόμους και τους Κανονισμούς. Και του αρ. 6 της Ευρ. Σύμβασης Ανθρωπ. Δικαιωμάτων του Συμβουλίου της Ευρώπης και άλλα.
  17. Συνεπώς είναι χρήσιμοι, οι ισχυρισμοί των Εναγουσών καθόλου σκανδαλώδεις, καθόλου ενοχλητικοί απόλυτα σχετικοί δεν προκαλούν καμίαν αμηχανία, δεν προκαλούν δυσμενείς εντυπώσεις. Ισχυρισμοί των Εναγουσών στην Απάντησήν των, είναι γεγονότα που προέκυψαν από τις θέσεις των Εναγομένων στο δικόγραφο τους καιδ εν τείνουν να καθυστερήσουν την δικαίαν διεξαγωγή της διαδικασίας, τουναντίον τείνουν να επισπεύσουν την δικαίαν διεξαγωγή της διαδικασίας και επί πλέον να βοηθήσουν το Δικαστήριο στην εξαγωγή συμπερασμάτων για την ορθή απονομή της δικαιοσύνης τουναντίον είναι ο βομβαρδισμός των απαράδεκτων Αιτήσεων των Εναγομένων που επιδιώκουν την καθυστέρηση και παρακώλυσης της διαδικασίας.
  18. Και συνεπώς ορθά και δίκαια προέβαλαν αι Ενάγουσαι τους ισχυρισμούς των στις παραγ. 4.3, 4.4, 4.8, της τροποποιημένης Απάντησης των Εναγουσών στις οποίες και εμμένουν και εν όψει των ανωτέρω αι Αιτήτριαι αιτούνται την απόρριψη της Αιτήσεως των Εναγομένων με έξοδα εναντίον των Αιτητών Εναγομένων και υπέρ των Καθ΄ ων η αίτηση, Εναγουσών.» Ενώπιον του Δικαστηρίου βρίσκονται και οι γραπτές αγορεύσεις των συνηγόρων και στις οποίες εκθέτουν τα επιχειρήματα και τις νομικές αυθεντίες που επικαλούνται. Η ουσία της θεραπείας που ζητείται από τον Εναγόμενο είναι η διαγραφή των τριών παραγράφων της Απάντησης στην τροποποιημένη Υπεράσπιση που καταχώρησε ο Εναγόμενος κατόπιν διαταγής του Δικαστηρίου για το λόγο ότι αυτές οι παράγραφοι είναι σκανδαλώδεις, τείνουν να προκαλέσουν προκατάληψη στον Εναγόμενο, είναι ενοχλητικές και θα καθυστερήσουν την δίκαιη εκδίκαση της αγωγής. Η απάντηση στην τροποποιημένη Υπεράσπιση καταχωρήθηκε στις 16.7.
  19. Από την παράγραφο 4.4 ζητείται η διαγραφή μέρους της παραγράφου όπως φαίνεται στο αιτητικό της αίτησης. Ότι η διαγραφή μιας αίτησης και/ή αγωγής και/ή δικογράφου σε αρχικό στάδιο της διαδικασίας είναι πολύ εξαιρετικό μέτρο που πρέπει να εφαρμόζεται μόνον στις περιπτώσεις εκείνες που η αίτηση ή η αγωγή ή το δικόγραφο, ανάλογα με την περίπτωση, στερείται αδιαμφισβήτητα νομικού ή πραγματικού ερείσματος, είναι φανερό και από την υπόθεση In re PELMAKO DEVELOPMENT LIMITED

(1991)1 A.Α.Δ. 246 στην οποία η αίτηση είχε νομική βάση, μεταξύ άλλων, τη Δ.19 κ.26 και Δ.27 κ.3 και το Δικαστήριο, τόσο πρωτόδικα όσο και κατ΄ έφεση αρνήθηκε να διαγράψει την αίτηση. Παραθέτω μικρό μόνο απόσπασμα από τη σελ. 255 της εν λόγω απόφασης: «Όπως έχουμε αναφέρει, η εγκυρότητα αίτησης για διάλυση, εξετάζεται αποκλειστικά με βάση το περιεχόμενο της και τις αντικειμενικές συνέπειες που συνεπάγεται η τεκμηρίωση των ισχυρισμών που προβάλλονται σ΄ αυτή. Η διαγραφή δικογράφου, και ιδιαίτερα δικογράφου με το οποίο ο διάδικος επικαλείται την άσκηση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, αποτελεί εξαιρετικό μέτρο το οποίο δικαιολογείται μόνο εφόσο το δικόγραφο κρίνεται αναντίλεκτα ανυπόστατο. Διαφορετικά, η διαγραφή θα συνεπαγόταν και παραβίαση του δικαιώματος διαδίκου να προσφύγει ενώπιον Δικαστηρίου, δικαίωμα το οποίο κατοχυρώνεται από το άρθρο 30.1 του Συντάγματος.» Το λεκτικό του Κανόνα 26 της Δ.19 είναι πανομοιότυπο με τον αντίστοιχο Αγγλικό Κ.27 της Δ.19 (βλέπε Supreme Court Practice 1959). Ο γενικός κανόνας αναφορικά με την εφαρμογή του Κανονισμού αυτού καθιερώθηκε στην υπόθεση Knowles v. Roberts
(1888)38 Ch.D. 263, σελ. 270 από τον Bowen L.J. όπου ανάφερε ότι το Δικαστήριο δεν θα υπαγορεύσει στους διαδίκους πώς θα συντάξουν τα δικόγραφα τους αλλά παράλληλα ο κανόνας αυτός υπόκειται στον περιορισμό ότι αν ένας διάδικος εισάξει δικόγραφο το οποίο είναι ή αχρείαστο ή σκανδαλώδες ή το οποίο τείνει να δυσχεράνει ή να καθυστερήσει τη δίκαιη εκδίκαση μιας υπόθεσης τότε το δικόγραφο αυτό είναι εκτός των δικαιωμάτων του διάδικου και το Δικαστήριο έχει εξουσία για τη διαγραφή του. Γεγονότα ή ζητήματα τα οποία είναι σχετικά με τα επίδικα θέματα γενικά δεν κρίνονται ως σκανδαλώδη με την έννοια του πιο πάνω Κανονισμού (βλ. Millinghton v. Loring
(1880)6 Q.B.D. 190, σελ. 196). Επομένως το τι πρέπει να εξεταστεί είναι κατά πόσο το ζήτημα για το οποίο υπάρχει ισχυρισμός ότι είναι σκανδαλώδες είναι κάτι για το οποίο θα γινόταν αποδεκτή μαρτυρία για να δείξει την αλήθεια ενός ισχυρισμού στις έγγραφες προτάσεις και ο οποίος ισχυρισμός είναι ουσιαστικός για την επίλυση των επιδίκων θεμάτων (Christie v. Christie
(1873)Ch. App. 499, σελ. 503 και Bullen & Leake and Jacob´s Precedents of Pleadings 12η Έκδοση, σελ. 144-145 κάτω από τον τίτλο «Scandalous pleadings»). Στην υπόθεση Χριστάκη Φ. Πελετιέ ν. Fayek M. Ataya,
(1990)1 Α.Α.Δ. σελ. 504 το πρωτόδικο Δικαστήριο διέταξε τη διαγραφή μέρους της παραγράφου 5 της Έκθεσης Υπεράσπισης σε αγωγή λίβελου που βασικά αποτελούσε επίκληση της υπεράσπισης της «δικαιολογίας» (justification). Παρόλο που τα όσα αναφέροντο στο μέρος αυτό αφορούσαν εταιρεία στην οποία ο Ενάγων ήταν Διευθύνων Σύμβουλος κι΄ όχι στον ίδιο τον Ενάγοντα, το Εφετείο ανέτρεψε την πρωτόδικη απόφαση καθότι έστω κι΄ αν υπάρχει η αρχή περί ξεχωριστής νομικής οντότητας μιας εταιρείας εντούτοις γεγονότα σχετικά με απόφαση του Δικαστηρίου εναντίον της εταιρείας μπορούσαν να έχουν σχέση και με τον Διευθυντή αυτής. Σχετικά με τις αρχές που διέπουν το θέμα αυτό της διαγραφής δικογράφων ή μέρους αυτών αναφέρομαι γενικά στο σύγγραμμα Bullen & Leake (πιο πάνω) σελ. 155-156 κάτω από τον τίτλο «Frivolous or vexatious pleadings and actions», σελ. 146-147 κάτω από τον τίτλο "Pleadings tending to prejudice embarrass or delay fair trial» και σελ. 148 κάτω από τον τίτλο «Abuse of process». Τόσον από αποφάσεις Αγγλικών Δικαστηρίων όσο και από αποφάσεις του δικού μας Ανωτάτου Δικαστηρίου φαίνεται ότι τα Δικαστήρια μόνον σε αραιές και καθαρές περιπτώσεις απορρίπτουν μια αγωγή in limine (on the threshold) δηλαδή στην έναρξη της διαδικασίας και χωρίς δίκη επί της ουσίας της υπόθεσης. (Βλέπε μεταξύ άλλων Knowles v. Roberts
(1888)38 Ch. D. 263, Dyson v. Attorney-General
(1911)1 K.B. 410, Law v. Dearnley
(1950)1 All E.R. 124, Mavromoustakis v. Yeroudes
(1965)1 C.L.R. 176, Papamichael v. Chaholiades
(1970)1 C.L.R. 305, Ιερά Μονή Αγίου Γεωργίου Κοντού ν. Γεώργιος Βοντισιάνου κ.λ.κ.
(1989)1 C.L.R. 359 και την υπόθεση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας Νίκος Κ. Κούντουρος ν. Χαράλαμπου Χ"Νικόλα
(1978)2 J.S.C. 227 η οποία δεν είναι δεσμευτική για το Δικαστήριο τούτο αλλά βοηθητική). Στη σελίδα 335 της υπόθεσης Χ"Νικόλα (πιο πάνω) ο κ. Πογιατζής, Α.Ε.Δ., όπως ήταν τότε, αναφέρει τα ακόλουθα: «The words `frivolous and vexatious action´ used in our Order 27, rule 3 and the corresponding English Order 25, rule 4 have construed to apply only to those pleadings which are so clearly frivolous that to put them forward would be an abuse of the process of the Court Whitworth v. Darbishire (68 L.T. 216). Under this Rule the question whether the pleading is obviously frivolous and vexatious is concluded by what appears on the pleading itself. It is a discretionary power which is exercised with caution and whenever the claim as pleaded is beyond amendment and is obviously unsustainable. There is nothing at all in the indorsed statement of claim in this action to suggest that it is a frivolous and vexatious action. On the contrary, it raises fairly the cause or causes of action which are fit to be adjudicated upon.» Με βάση την πιο πάνω νομική ανάλυση θα πρέπει τώρα να αποφασιστεί εάν πρέπει να διαγραφούν οι δύο επίδικες παράγραφοι, 4.3, 4.4 και 4.8 της Απάντησης στην Υπεράσπιση. Έχω αναγνώσει με προσοχή, και μελετήσει επίσης με προσοχή το κείμενο των τριών παραγράφων και έχω καταλήξει ότι τα κείμενα των τριών παραγράφων δεν αποτελούν ισχυρισμούς αλλά σχόλια εντελώς άσχετα με την υπό εκδίκαση υπόθεση. Ο Εναγόμενος στην Υπεράσπιση του ανάφερε διάφορους ισχυρισμούς τους οποίους θα πρέπει να αποδείξει σύμφωνα με την κειμένη νομοθεσία. Όλα όσα αναφέρονται σε απάντηση αυτών των ισχυρισμών δεν μπορούν να αποτελέσουν ισχυρισμούς σε οποιασδήποτε φύσεως δικόγραφο και ούτε σχετίζονται καθόλου με την υπό εκδίκαση υπόθεση. Το αν οι ισχυρισμοί που αναφέρει ο Εναγόμενος στην Υπεράσπιση του είναι ψευδείς και ανυπόστατοι, τούτο θα το αποφασίσει το Δικαστήριο κατά την εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης και δεν είναι ζήτημα το οποίο επιτρέπεται να δικογραφηθεί κατά τον τρόπο που έχει δικογραφηθεί. Όλα όσα αναφέρονται στις πιο πάνω παραγράφους είναι και αχρείαστα και σκανδαλώδη και το μόνο που επιτυγχάνουν είναι να δυσχεράνουν ή και να καθυστερήσουν την δίκαιη εκδίκαση της υπόθεσης και ούτε επιτρέπεται να προσαχθεί μαρτυρία προς απόδειξη των όσων αναφέρονται σε αυτές τις παραγράφους. Οι δικηγόροι που χειρίζονται μια υπόθεση παίρνουν συνέντευξη των πελατών τους, καταρτίζουν τα δικόγραφα τους και τα καταχωρούν και δεν έχουν καμιά υποχρέωση πριν καταχωρήσουν το δικόγραφο τους να διερευνήσουν εάν όσα ο αντίδικος τους ισχυρίζεται είναι αληθή και βάσιμα. Θα έλεγα ακόμη ότι όσα αναφέρονται στις πιο πάνω παραγράφους πέραν του ότι είναι αχρείαστα και σκανδαλώδη και άσχετα με την εκδικαζόμενη υπόθεση είναι και προσβλητικά προς τους δικηγόρους που χειρίστηκαν ή και χειρίζονται την παρούσα υπόθεση. Είναι επίσης η κρίση μου ότι η αίτηση δεν πάσχει νομικά καθ΄ οιονδήποτε τρόπο ή υποβάλλεται καθυστερημένα. Με βάση όλα τα πιο πάνω βρίσκω ότι η πλευρά του Εναγομένου δικαιούται στη θεραπεία που ζητά με την παρούσα αίτηση και συνακόλουθα εκδίδεται διάταγμα όπως η αίτηση, παράγραφος 1, δηλαδή διατάσσεται η διαγραφή των παραγράφων 4.3, μέρος της παραγράφου 4.4 και 4.8 της Απάντησης στην Υπεράσπιση. Περαιτέρω οι Καθ΄ ων η Αίτηση-Ενάγουσες καταδικάζονται στα έξοδα της παρούσας διαδικασίας όπως αυτά θα υπολογιστούν από το Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο και πληρωθούν στο τέλος της όλης διαδικασίας. (Υπ.) ............... Φ. Χαραλάμπους, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.