← Κύπρος

Αντωνέλλα Ιονίκα (άλλως Αντωνία Κωνσταντία Βασίλη Χριστοδούλου) ν. Κωνσταντίνος Ζουρίδης, Αρ. Αγωγής :- 1150/10, 9η Δεκεμβρίου 2010

Αντωνέλλα Ιονίκα (άλλως Αντωνία Κωνσταντία Βασίλη Χριστοδούλου) ν. Κωνσταντίνος Ζουρίδης, Αρ. Αγωγής :- 1150/10, 9η Δεκεμβρίου 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2010:A66 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον :- Μ. Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Αρ. Αγωγής :- 1150/10 Μεταξύ :- Αντωνέλλα Ιονίκα (άλλως Αντωνία Κωνσταντία Βασίλη Χριστοδούλου) Ενάγουσα Και Κωνσταντίνος Ζουρίδης Εναγόμενος Ημερομηνία :- Πέμπτη 9η Δεκεμβρίου 2010 Αίτηση για άδεια καταχώρησης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης ημερομηνίας 30/9 /2010 Για την Ενάγουσα - Αιτήτρια :- κος. Α. Παπαχαραλάμπους για Ελένη Βραχίμη και Σια (Για ν΄ ακούσει απόφαση :- Αυτοπροσώπως / κ. Μίλτος Γεωργιάδης ) Για Ενδιαφερόμενο Μέρος -Καθ΄ ης η Αίτηση :- κα. Φ. Στεφάνου για Χρυσαφίνη και Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε. (Για ν΄ ακούσει απόφαση :- Αυτοπροσώπως / κα. Φ. Στεφάνου ) Ενδιάμεση Απόφαση

  1. Καταχώρησε η ενάγουσα μονομερή αίτηση στις 7/5/2010 ουσιαστικά για προσθήκη της καθ΄ ης η αίτηση και ενδιαφερόμενου μέρους (στο εξής θα καλείται η «καθ΄ ης η αίτηση») ως διάδικος, δηλαδή ως η εναγόμενη
  2. Το Δικαστήριο έδωσε οδηγίες για επίδοση της αίτησης ενώ στη συνέχεια η αίτηση ορίστηκε γι΄ ακρόαση καθότι η καθ΄ ης η αίτηση είχε ένσταση ως προς το αίτημα προσθήκης της ως διάδικος σε αυτή την αγωγή.
  3. Στη συνέχεια στις 30/9/2010 η ενάγουσα καταχώρησε αίτηση με την οποία ζητούσε την άδεια του Δικαστηρίου για την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Η καθ΄ ης η αίτηση είχε ένσταση και σε αυτό το αίτημα της ενάγουσας προβάλλοντας συνολικά 11 λόγους ένστασης. Με την απόφαση αυτή εξετάζεται το αίτημα της ενάγουσας για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης.
  4. Υπενθυμίζω απλά ότι όπως αναφέρεται σχετικά στη Δ.48 θ. 4

(2)των Διαδικαστικών Κανονισμών της Πολιτικής Δικονομίας το Δικαστήριο κατά την εκδίκαση αιτήσεων, μετά από αίτηση ή προφορικό αίτημα, μπορεί, για καλό λόγο, να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων. Ενώ βεβαίως, όπως αναφέρεται επίσης στη Δ.48 θ. 4
(2)η ακρόαση αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Δ.
  1. Εντός του προβλεπόμενου δικονομικού πλαισίου εκδίκασης μίας αίτησης η δυνατότητα καταχώρησης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης αποτελεί το μοναδικό τρόπο προσθήκης μαρτυρίας από ένα διάδικο ο οποίος ήδη έχει παρουσιάσει μαρτυρία υπό τη καθορισμένη μορφή ένορκης δήλωσης ή ενόρκων δηλώσεων προς υποστήριξη της αντίστοιχης θέσης του. Συνεπώς, η εξασφάλιση άδειας καταχώρησης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, κατά την εκδίκαση μίας αίτησης, αποτελεί το μοναδικό τρόπο παρουσίασης επιπρόσθετης μαρτυρίας από ένα διάδικο.
  2. Παρά το γεγονός ότι οι λόγοι ένστασης συνολικά είναι 11 παρέχεται η ευχέρεια ομαδοποίησης τους και εξέταση της κοινής βάσης των ομαδοποιημένων λόγων ένστασης, διατηρώντας υπόψη βεβαίως οποιαδήποτε διαφορετικότητα μεταξύ τους. Μάλιστα, πέραν από τη δυνατότητα ομαδοποίησης των λόγων ένστασης, διαπιστώνονται τα ακόλουθα.
  3. Παρά και τη ξεχωριστή αρίθμηση και παράθεση των λόγων ένστασης υπάρχει ουσιαστικά επανάληψη είτε των ίδιων θέσεων είτε μίας εξ αυτών των θέσεων εντός πέραν του ενός λόγου ένστασης. Παραδείγματος χάριν, προβάλλεται η θέση στον πρώτο λόγο ένστασης ότι η αίτηση καταχωρήθηκε καταχρηστικά και αδικαιολόγητα, στον δεύτερο λόγο ένστασης αναφέρεται ότι η συμπληρωματική ένορκη δήλωση είναι καταχρηστική και αδικαιολόγητη, στον τρίτο λόγο ένστασης αναφέρεται ότι η καταχώρηση της αίτησης προσλαμβάνει τη μορφή περιφρόνησης του Δικαστηρίου και έκδηλη κατάχρηση της διαδικασίας ενώ στον τέταρτο λόγο ένστασης αναφέρεται ότι η αίτηση είναι αδικαιολόγητη «και/ή» καταχρηστική. Επίσης στον έκτο λόγο ένστασης ουσιαστικά πάλι υπάρχει αναφορά στο στοιχείο της έλλειψης δικαιολόγησης της αίτησης καθότι, όπως αναφέρεται, η αιτήτρια «.δεν παρουσιάζει σοβαρούς και/ή επαρκείς και/ή οποιουσδήποτε λόγους οι οποίοι να δικαιολογούν το αιτητικό και την χρησιμότητα και/ή αναγκαιότητα του αιτούμενου Διατάγματος για καταχώρηση Συμπληρωματικής Ενορκης Δήλωσης.».
  4. Επίσης διαπιστώνεται ομοιότητα ουσιαστικά μεταξύ του πρώτου λόγου ένστασης και του έβδομου λόγου ένστασης. Καθότι στον πρώτο λόγο ένστασης αναφέρεται ότι η αίτηση «.καταχωρήθηκε καταχρηστικά και αδικαιολόγητα, και θα πρέπει να απορριφθεί, καθότι η Αιτήτρια γνώριζε και/ή είχε εις γνώση της τα γεγονότα και/ή ισχυρισμούς.» τους οποίους επιθυμεί να εισαγάγει με την συμπληρωματική ένορκη δήλωση «.και τα οποία όφειλε να είχε καταγράψει και/ή να παραθέσει στην αρχική της Αίτηση.». Ενώ με τον έβδομο λόγο ένστασης αναφέρεται ότι το «.περιεχόμενο της . Αίτησης και ειδικότερα το τι στην ουσία επιδιώκεται να συμπεριληφθεί στην αρχική Ένορκη Δήλωση της Ενάγουσας . ήταν γνωστά και/ή θα έπρεπε να ήταν γνωστά στη τελευταία κατά την ετοιμασία και καταχώρηση της αρχικής Ένορκης Δήλωσης αυτής όσο και στο μεσοδιάστημα.»
  5. Περαιτέρω στον όγδοο λόγο ένστασης παρά και την αναφορά σε πρόθεση παραπλάνησης του Δικαστηρίου ουσιαστικά υπάρχει και πάλι παράλληλη αναφορά στο στοιχείο της κατάχρησης. Καθότι όπως αναφέρεται με την αίτηση της η αιτήτρια «.αποσκοπεί στην παραπλάνηση του Σεβαστού Δικαστηρίου και κατάχρηση της παρούσας διαδικασίας καθ΄ότι δεν έχει επισυνάψει οιονδήποτε στοιχείο ή τεκμήριο το οποίο να αποδεικνύει ότι το επίδικο υποθηκευμένο ακίνητο υποθηκεύτηκε προς όφελος της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ.»
  6. Επιπλέον, στον δέκατο λόγο ένστασης αναφέρεται ότι η αιτήτρια «.δεν παρουσιάζει εύλογη αιτία που να δικαιολογεί την έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος και/ή το αιτούμενο Διάταγμα δεν δικαιολογείται υπό τις περιστάσεις και/ή δεν θα ήταν ορθό και δίκαιο να επιτραπεί σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας». Δηλαδή, και πάλι υπάρχει αναφορά στο στοιχείο της έλλειψης δικαιολόγησης.
  7. Εμφανώς προβάλλονται γενικά σε αυτούς τους οχτώ λόγους ένστασης είτε τα κοινά στοιχεία τόσο της κατάχρησης όσο και της έλλειψης δικαιολόγησης της αίτησης υπό εξέταση είτε του ενός μόνο εκ των δύο αυτών στοιχείων ανεξάρτητα και από τη προτεινόμενη βάση επί της οποίας αυτά κατ΄ ισχυρισμό προκύπτουν.
  8. Θα μπορούσαν δηλαδή οι προαναφερόμενοι λόγοι ένστασης αριθμητικά να είχαν περιοριστεί και διατυπωθεί διαφορετικά με απλή αναφορά στα κοινά κατ΄ ισχυρισμό στοιχεία της κατάχρησης και έλλειψης δικαιολόγησης και στη συνέχεια να είχαν εξειδικευτεί οι οποιεσδήποτε διαφορετικές εκφάνσεις αυτών των στοιχείων.
  9. Διατηρώντας υπόψη τις παρατηρήσεις του Δικαστηρίου οι προαναφερόμενοι λόγοι ένστασης θα εξεταστούν διατηρώντας υπόψη τα κοινά τους στοιχεία.
  10. Ως προς τον τρόπο με τον οποίο προκύπτουν τα κοινά στοιχεία της κατάχρησης και έλλειψης δικαιολόγησης του αιτήματος της ενάγουσας αναφέρονται τα εξής στους λόγους ένστασης. 13.
  11. Στον πρώτο λόγο ένστασης ότι «.η Αιτήτρια γνώριζε και/ή είχε εις γνώση της τα γεγονότα και ισχυρισμούς τους οποίους επιθυμούσε να εισαγάγει με την παρούσα Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση και τα οποία όφειλε να είχε καταγράψει και/ή να παραθέσει στην αρχική της Αίτηση ημερ. 7/5/10». 13.
  12. Στον δεύτερο λόγο ένστασης ότι η προτεινόμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση «.σε κανένα ισχυρισμό των Καθ΄ ων η Αίτηση απαντά, όπως αυτοί εμφαίνονται στην Ένσταση τους . παρά μόνο αποτελεί επανάληψη των ισχυρισμών της Αιτήτριας στην Αίτηση της.». 13.
  13. Στον τρίτο λόγο ένστασης όπου δεν υπάρχει αναφορά σε αδικαιολόγητη καταχώρηση της αίτησης αλλά σε περιφρόνηση του Δικαστηρίου και παράλληλα «.έκδηλη κατάχρηση της διαδικασίας..» αναφέρεται ότι το περιεχόμενο της προτεινόμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης «.δεν διευκρινίζει με ποιό τρόπο συνδέεται και/ή εμπλέκεται η Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ με τη παρούσα Αγωγή». 13.
  14. Στον τέταρτο λόγο ένστασης αναφέρεται ουσιαστικά ότι τα κοινά στοιχεία της κατάχρησης και έλλειψης δικαιολόγησης προκύπτουν επειδή η αιτήτρια «.όφειλε να προσκομίσει όλα τα έγγραφα και/ή αποδεικτικά στοιχεία στην αρχική της Αίτηση .» και ότι συνεπώς η αίτηση «.πρέπει να απορριφθεί αφού δεν προσήλθε με καθαρά χέρια στο Δικαστήριο κατά την καταχώρηση της αρχικής της Αίτησης.». 13.
  15. Στον έκτο λόγο ένστασης αναφέρεται ότι η αιτήτρια «.δεν παρουσιάζει σοβαρούς και/ή επαρκείς και/ή οποιουσδήποτε λόγους οι οποίοι να δικαιολογούν το αιτητικό και την χρησιμότητα και/ή αναγκαιότητα του αιτούμενου Διατάγματος για καταχώρηση Συμπληρωματικής Ενορκης Δήλωσης.» ως επίσης ότι το περιεχόμενο «.της Ένορκης Δήλωσης που συνοδεύει την Αίτηση, όσον και η ίδια η Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση είναι γενικές, αόριστες, ασαφείς, παντελώς ελλιπείς και ατεκμηρίωτες». 13.
  16. Υπενθυμίζω απλά σε αυτό το σημείο της απόφασης την ομοιότητα η οποία παρατηρείται μεταξύ του έβδομου λόγου ένστασης και του πρώτου λόγου ένστασης ως επίσης ότι ο όγδοος λόγος ένστασης παρατίθεται πιο πάνω. 13.
  17. Ενώ σε σχέση με τον δέκατο λόγο ένστασης απλά υπενθυμίζω ότι ουσιαστικά και αυτός έχει σχέση με την έλλειψη δικαιολόγησης της έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος.
  18. Οι υπόλοιποι λόγοι ένστασης έχουν ως εξής. 14.
  19. Με τον πέμπτο λόγο ένστασης προβάλλεται η θέση ότι η αίτηση «.είναι αντινομική και/ή δεν θα έπρεπε να επιτραπεί καθότι δεν είναι γνήσια και αποτελεί προϊόν δευτέρας σκέψεως των Εναγόντων-Αιτητών». 14.
  20. Με τον ένατο λόγο ένστασης προβάλλεται η θέση ότι η αίτηση «.έχει ως μόνο σκοπό να καθυστερήσει και/ή εκτροχιάσει και/ή δυσχεράνει και/ή επιβραδύνει την όλη διαδικασία και/ή κατά συνέπεια να παρεμποδίσει την Ακροαματική Διαδικασία της κυρίως Αίτησης..». 14.
  21. Με τον ενδέκατο λόγο ένστασης προβάλλεται η θέση ότι το αιτούμενο διάταγμα «.θα είχε ως μοναδικό σκοπό να πλήξει την απονομή της δικαιοσύνης και δεν θα ήταν ορθό και δίκαιο να δοθεί υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης».
  22. Διατηρώντας υπόψη τα όσα ξεχωριστά σημεία προβάλλονται με αναφορά στα διαπιστωμένα από το Δικαστήριο ως κοινά στοιχεία στους πιο πάνω λόγους ένστασης, στη συνέχεια κρίνονται από το Δικαστήριο τα ακόλουθα. Σε σχέση τόσο με τον κάθε λόγο ένστασης με κοινά στοιχεία, όπως αυτοί αναφέρονται πιο πάνω, όσο και σε σχέση με τους υπόλοιπους λόγους ένστασης. 15.
  23. Σε σχέση με τον πρώτο λόγο ένστασης απορρίπτω ως αβάσιμη τη θέση ότι η αίτηση δεν θα πρέπει να γίνει δεκτή καθότι η ενάγουσα γνώριζε τους ισχυρισμούς τους οποίους προσπαθεί να εισαγάγει με την συμπληρωματική ένορκη δήλωση της και ότι όφειλε να τους είχε καταγράψει στην αρχική ένορκη δήλωση της και ότι συνεπώς η αίτηση αυτή καταχωρήθηκε καταχρηστικά και αδικαιολόγητα. Ουσιαστικά με την συμπληρωματική ένορκη δήλωση η ενάγουσα διευκρινιστικά απλά προσθέτει μία λεπτομέρεια την οποία παραλείπει μεν να αναφέρει στην αρχική ένορκη δήλωση της αλλά η οποία κάλλιστα θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι λογικά προκύπτει με βάση το υφιστάμενο περιεχόμενο της αρχικής ένορκης δήλωσης. Εάν δηλαδή ληφθεί υπόψη και το αντικείμενο της αίτησης για προσθήκη της καθ΄ ης η αίτηση ως διαδίκου. Καθώς δηλαδή ακόμη και στην αρχική ένορκη δήλωση υπάρχει αναφορά ότι όταν καταχωρήθηκε η αγωγή η ενάγουσα δεν είχε οποιαδήποτε στοιχεία που να έδειχναν σε ποια τράπεζα ήταν υποθηκευμένο το επίδικο ακίνητο. Ενώ με την αίτηση της σαφώς επιδιώκεται η προσθήκη της καθ΄ ης η αίτηση ως διαδίκου. Ονομαστικά δηλαδή ως μέρος του αιτήματος της ενάγουσας. Δηλαδή είναι απλώς θέμα κοινής λογικής να καταλήξει το Δικαστήριο ως προς τον λόγο για τον οποίο υπάρχει η συγκεκριμένη αναφορά στην αρχική ένορκη δήλωση έστω και εάν δεν αναφέρεται ρητά εντός της αρχικής ένορκης δήλωσης το όνομα της ενάγουσας. Ενώ, με τον ισχυρισμό τον οποίο η ενάγουσα επιδιώκει να προσθέσει στο αίτημα της με την συμπληρωματική ένορκη δήλωση, δεν αφήνεται πλέον οποιαδήποτε αμφιβολία ως προς την τράπεζα στην οποία ήταν υποθηκευμένο το συγκεκριμένο ακίνητο. Ασφαλώς το κατ΄ ισχυρισμό δεδομένο το οποίο επιδιώκει να προσθέσει με την συμπληρωματική ένορκη δήλωση της η ενάγουσα ήταν ήδη γνωστό σε αυτή κατά την καταχώρηση της αίτησης για προσθήκη διαδίκου. Απλά παρέλειψε ουσιαστικά να το αναφέρει αυτό ευθέως αφήνοντας όμως να νοηθεί με το ίδιο το αίτημα της ακριβώς σε ποία τράπεζα αυτή αναφερόταν. Διαπιστώνω ότι δεν υπάρχει οποιοσδήποτε λόγος με βάση τον οποίο το Δικαστήριο να καταλήξει σε αποδοχή του πρώτου λόγου ένστασης καθότι δεν έχω πεισθεί ότι η θέση η οποία προωθείται με αυτόν όντως ευσταθεί. Συνεπώς τόσο ο πρώτος όσο και ο έβδομος λόγος ένστασης απορρίπτονται καθότι με τον ίδιο τρόπο δεν είναι δυνατό να κριθεί ως βάσιμη η θέση ότι η αίτηση δεν θα πρέπει να γίνει δεκτή καθότι η ενάγουσα γνώριζε ή όφειλε να γνώριζε τους ισχυρισμούς τους οποίους επιδιώκει να προσθέσει με την συμπληρωματική ένορκη δήλωση της κατά την ετοιμασία της αρχικής ένορκης δήλωσης της. Ουσιαστικά ένα διευκρινιστικό στοιχείο επιδιώκει η ενάγουσα να προσθέσει με την συμπληρωματική ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης και όχι οποιοδήποτε ιδιαίτερο αριθμό ισχυρισμών τους οποίους γνώριζε ή όφειλε να γνώριζε κατά την καταχώρηση της κύριας αίτησης και τους οποίους όμως παρέλειψε να αναφέρει. 15.
  24. Η εντύπωση η οποία εύλογα δημιουργείται αναφορικά με τον δεύτερο λόγο ένστασης είναι ότι ο μόνος λόγος με βάση τον οποίο θα μπορούσε το Δικαστήριο να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης θα ήταν εάν αυτή θα απαντούσε σε ισχυρισμούς της καθ΄ ης η αίτηση. Ενώ, μερικώς αντιφατικά σε σχέση με άλλους λόγους ένστασης (όπως, παραδείγματος χάριν, ο πρώτος και έβδομος λόγος ένστασης) προβάλλεται και η θέση με τον δεύτερο λόγο ένστασης ότι η συμπληρωματική ένορκη δήλωση αποτελεί απλά επανάληψη των ισχυρισμών της ενάγουσας στην αρχική ένορκη δήλωση της. Θεωρώ γενικά ότι δεν είναι απαραίτητο όπως μία συμπληρωματική ένορκη δήλωση εμπεριέχει απαντητικούς ισχυρισμούς σε ένορκη δήλωση αντιδίκου έτσι ώστε η καταχώρηση αυτής να επιτρέπεται από ένα Δικαστήριο. Όμως ακόμη και διατηρώντας υπόψη αυτή τη γενική θέση του Δικαστηρίου αυτό το οποίο παρατηρείται είναι ότι η καθ΄ ης η αίτηση με την ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης της στην κύρια αίτηση της ενάγουσας όντως αναφέρει ως λόγο ένστασης ότι η ενάγουσα δεν «.παρουσιάζει τα αναγκαία στοιχεία που να δικαιολογούν το αιτητικό». Όπως μάλιστα αναφέρεται στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης στην κύρια αίτηση (παράγραφος 2) «.δεν αναφέρεται πουθενά στην αίτηση ή στην ένορκη δήλωση πώς και με ποιόν τρόπο οι καθ΄ ων η αίτηση 2 - Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ εμπλέκονται στην παρούσα υπόθεση.». Επομένως θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι η ενάγουσα όντως επιδιώκει με την αιτούμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση της να απαντήσει σε ισχυρισμό της καθ΄ ης η αίτηση ως προς την ανυπαρξία οποιασδήποτε σύνδεσης μεταξύ της καθ΄ ης η αίτηση και της αγωγής στην οποία ζητείται η προσθήκη της ως διάδικος. Ανεξάρτητα και από το κατά πόσο θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι η επιδιωκόμενη αναφορά αποτελεί απάντηση στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης στη κύρια αίτηση ή απλά ότι με αυτή επιδιώκεται η συμπλήρωση της αρχικής ένορκης δήλωσης και καλύτερη στοιχειοθέτηση της αίτησης. Κρίνω ότι ούτε και ο δεύτερος λόγος ένστασης ευσταθεί. Ακόμη και εάν θεωρηθεί ότι οι ισχυρισμοί οι οποίοι εμπεριέχονται εντός της προτεινόμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης αποτελούν επανάληψη των ισχυρισμών της ενάγουσας στην αρχική ένορκη δήλωση της εντούτοις με το περιεχόμενο της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης επιδιώκεται η συμπλήρωση των ισχυρισμών της αρχικής ένορκης δήλωσης με ρητή αναφορά στο όνομα της καθ΄ ης η αίτηση. Αναφορά η οποία δεν εμπεριέχεται εντός της αρχικής ένορκης δήλωσης. Ανεξάρτητα και από το κατά πόσο θα μπορούσε εύλογα να θεωρηθεί ότι συνάγεται η σύνδεση της καθ΄ ης η αίτηση μετά από συνάρτηση του περιεχομένου της αρχικής ένορκης δήλωσης με το αίτημα της ενάγουσας εφόσον με αυτό επιδιώκεται η προσθήκη της ως διαδίκου. Ενώ, επιπλέον, εντός της αρχικής ένορκης δήλωσης παρατίθεται ισχυρισμός ότι η ενάγουσα, προ της καταχώρησης της αγωγής, δεν είχε οποιαδήποτε στοιχεία τα οποία να έδειχναν σε ποια τράπεζα ήταν υποθηκευμένο το επίδικο ακίνητο. 15.
  25. Αναφορικά με τον τρίτο λόγο ένστασης διαπιστώνονται τα εξής. Κατ΄ αρχάς είναι άξιον απορίας πως η καταχώρηση της αίτησης «.προσλαμβάνει τη μορφή περιφρόνησης του Δικαστηρίου.» αλλά ακόμη και ότι αυτό αποτελεί «.έκδηλη κατάχρηση της διαδικασίας...». Θεμιτά και δικαιωματικά η ενάγουσα εντός του πλαισίου μίας ενδιάμεσης διαδικασίας εκδίκασης αίτησης βάσει της Δ.48 των Διαδικαστικών Κανονισμών της Πολιτικής Δικονομίας επιδιώκει τη καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Σύμφωνα δηλαδή με την Δ.48 θ. 4
(2). Αίτημα το οποίο θα μπορούσε ακόμη και να είχε υποβληθεί προφορικά. Αίτημα από το οποίο θα μπορούσε να προκύψει μία ενδιάμεση διαδικασία εντός μίας άλλης ενδιάμεσης διαδικασίας. Όπως και έχει προκύψει στη παρούσα περίπτωση. Όσο δικαιωματικά και θεμιτά η καθ΄ ης η αίτηση προβάλει ένσταση στο αίτημα της ενάγουσας έτσι με τον ίδιο τρόπο και η ενάγουσα υπέβαλε το δικό της αίτημα. Βεβαίως αναφέρεται ως μέρος του τρίτου λόγου ένστασης ότι η περιφρόνηση και κατάχρηση προκύπτουν καθότι εντός του περιεχομένου της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης δεν διευκρινίζεται με ποιο τρόπο συνδέεται ή εμπλέκεται η καθ΄ ης η αίτηση με την παρούσα αγωγή. Βεβαίως το θέμα αυτό έχει σχέση κυρίως με την εκδίκαση της κύριας αίτησης με την οποία επιδιώκεται η προσθήκη της καθ΄ ης η αίτηση ως διαδίκου. Ακριβώς γι΄ αυτό το λόγο και αποτελεί και λόγο ένστασης στην αποδοχή της κύριας αίτησης (έβδομος λόγος ένστασης). Από πραγματικής άποψης ο τρίτος λόγος ένστασης δεν ευσταθεί. Καθότι αναφέρεται εντός της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης η κατ΄ ισχυρισμό σχέση της καθ΄ ης η αίτηση με την παρούσα αγωγή. Θέμα και πάλι τονίζω το οποίο θα εξεταστεί κατά την εκδίκαση της κύριας αίτησης και όχι σε αυτή την ενδιάμεση διαδικασία σε άλλη ενδιάμεση διαδικασία. Αλλά και από νομικής άποψης δεν ευσταθεί ο τρίτος λόγος ένστασης καθότι η καταχώρηση της αίτησης υπό εξέταση δεν είναι δυνατό να κριθεί αδικαιολόγητη είτε βάσει της ύπαρξης περιφρόνησης του Δικαστηρίου είτε λόγω έκδηλης κατάχρησης της διαδικασίας. Ενώ το κατά πόσο θα πρέπει να προστεθεί η καθ΄ ης η αίτηση ως διάδικος σε αυτή την αγωγή αποτελεί θέμα το οποίο θα εξεταστεί εντός του πλαισίου εκδίκασης της κύριας αίτησης και όχι σε αυτή την ενδιάμεση διαδικασία σε άλλη ενδιάμεση διαδικασία. 15.
  1. Αναφορικά με τον τέταρτο λόγο ένστασης πραγματικά διερωτάται το Δικαστήριο πως ακριβώς η ενάγουσα δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια ή ότι όφειλε να προσκομίσει όλα τα έγγραφα ή αποδεικτικά στοιχεία στην αρχική της αίτηση. Αξίζει απλά να σημειωθεί ότι το μοναδικό έγγραφο το οποίο επιδιώκει να καταχωρήσει με την συμπληρωματική ένορκη δήλωση της η ενάγουσα είναι φωτοαντίγραφο του τεκμηρίου το οποίο εν πάση περιπτώσει καταχωρήθηκε με την αίτηση της για την έκδοση του προσωρινού διατάγματος. Ουσιαστικά η ενόρκως δηλούσα στην προτεινόμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση θα μπορούσε κάλλιστα απλά να είχε αναφερθεί στο περιεχόμενο του φακέλου της αγωγής. Έτσι ώστε να υποστήριζε τη θέση της ότι στη συγκεκριμένη δήλωση μεταβίβασης δεν αναγράφεται προς όφελος ποιου είχε κατατεθεί η υποθήκη. Επομένως ούτε και με βάση αυτή τη θέση είναι δυνατό να κριθεί ότι η αίτηση υπό εξέταση είναι είτε αδικαιολόγητη είτε καταχρηστική ή ότι η ενάγουσα δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια κατά την καταχώρηση της αρχικής, δηλαδή της κύριας αίτησης της. 15.
  2. Ως προς τον πέμπτο λόγο ένστασης διατηρώντας υπόψη τα όσα στοιχεία έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου δεν έχω πεισθεί ότι η αίτηση για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης είναι «αντινομική» ή ότι δεν είναι γνήσια και αποτελεί προϊόν δεύτερης σκέψεως της ενάγουσας. Απλά η ενάγουσα επιδιώκει να προσθέσει ουσιαστικά μία διευκρινιστική λεπτομέρεια στο αίτημα της με συγκεκριμένη αναφορά εντός της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης ενός ισχυρισμού ο οποίος εν πάση περιπτώσει συνάγεται εάν το Δικαστήριο αναλογιστεί το περιεχόμενο της αρχικής ένορκης δήλωσης σε συνάρτηση με το αντικείμενο της αίτησης για προσθήκη της καθ΄ ης η αίτηση ως διαδίκου. 15.
  3. Θεωρώ ότι η προώθηση του έκτου λόγου ένστασης (βλ. σχετικά την υποπαράγραφο 13.5 αυτής της απόφασης) παρερμηνεύει την έννοια του «καλού λόγου» όπως αυτός προβλέπεται σχετικά από τη Δ.48 θ. 4
(2). Κρίνεται ως υπερβολική η προτεινόμενη με αυτό τον λόγο ένστασης ερμηνεία αυτής της έννοιας. Ήδη έχω αναφέρει πιο πάνω πως το Δικαστήριο αντιλαμβάνεται το αίτημα της ενάγουσας σε σχέση με την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Το θέμα είναι πολύ απλό ενώ η καθ΄ ης η αίτηση με την ένσταση της μεθοδικά το αναγάγει σε ένα αχρείαστα πολύπλοκο ζήτημα. Όπως αναφέρεται σχετικά στη Δ.48 θ. 4
(2)το Δικαστήριο μπορεί για «καλό λόγο» να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων. Κατ΄ αρχάς δεν θα συμφωνήσω με τη θέση ότι η ενάγουσα δεν παρουσιάζει οποιοδήποτε λόγο με τον οποίο να δικαιολογείται το αίτημα της. Όμως πέραν και από τη διαπίστωση ότι όντως η ενάγουσα προσφέρει κάποιο λόγο προς υποστήριξη του αιτήματος της η αναφορά στον έκτο λόγο ένστασης σε σοβαρότητα ή επάρκεια του οποιουδήποτε προτεινόμενου λόγου προσθέτει στοιχεία τα οποία δεν αποτελούν συστατικά στοιχεία της έννοιας του «καλού λόγου» όπως αυτός προβλέπεται από τη Δ.48 θ. 4
(2)ή τουλάχιστον προτείνονται στοιχεία τα οποία η ίδια η καθ΄ ης η αίτηση με την ένσταση της δεν προωθεί πειστικά ή επαρκώς έτσι ώστε να κριθεί ως ορθή η θέση της. Κρίνω ότι ο λόγος ο οποίος προτείνεται από την ενάγουσα είναι καλός λόγος εντός της προβλεπόμενης έννοιας της Δ.48 θ. 4
(2). Ούτε και θεωρώ ότι η αναφορά σε δικαιολόγηση της χρησιμότητας ή αναγκαιότητας του αιτούμενου διατάγματος είναι δυνατό να γίνει δεκτή από το Δικαστήριο υπό τη μορφή προσθήκης ουσιαστικά νέων στοιχείων πέραν από το ένα και μόνο βασικό στοιχείο το οποίο πρέπει να ληφθεί υπόψη στη συγκεκριμένη περίπτωση. Δηλαδή, η ύπαρξη καλού λόγου. Επιθυμεί ουσιαστικά η ενάγουσα να προσθέσει μία διευκρίνιση στη μαρτυρία προς υποστήριξη του κύριου αιτήματος της. Θα πρέπει πρόωρα δηλαδή το Δικαστήριο - εάν γίνει δεκτή η λογική της καθ΄ ης η αίτηση - να κρίνει κατά πόσο αυτή η διευκρίνιση είναι αναγκαία ή χρήσιμη προς προώθηση του αιτήματος της ενάγουσας; Θεωρώ ότι αποτελεί καλό λόγο η επιθυμία της ενάγουσας απλά και μόνο να προσθέσει μία διευκρινιστική αναφορά στην όση μαρτυρία έχει παρουσιάσει προς υποστήριξη του αιτήματος της. Το κατά πόσο αυτή η διευκρίνιση ή ακόμη και το υπόλοιπο του συνόλου της μαρτυρίας προς υποστήριξη του κύριου αιτήματος της είναι χρήσιμη ή αναγκαία αποτελεί θέμα το οποίο θα κριθεί κατά την εξέταση της κύριας αίτησης της ενάγουσας. Αρκεί η επιδιωκόμενη προσθήκη να είναι σχετική με την υπόλοιπη μαρτυρία προς υποστήριξη αυτού του αιτήματος. Θεωρώ δηλαδή ότι είναι πρόωρο για το Δικαστήριο να κρίνει σε αυτό το ενδιάμεσο στάδιο μίας ενδιάμεσης διαδικασίας τη χρησιμότητα ή αναγκαιότητα προσθήκης μαρτυρίας η οποία τουλάχιστον εκ πρώτης όψεως είναι δυνατό να κριθεί ως σχετική με το αίτημα το οποίο επιδιώκει να προωθήσει ένας διάδικος. Κρίνω αβάσιμη επίσης τη θέση η οποία προβάλλεται με αυτό τον λόγο ένστασης ως προς το ότι δηλαδή τόσο η ένορκη δήλωση η οποία συνοδεύει την αίτηση όσο και η προτεινόμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση «.είναι γενικές, αόριστες, ασαφείς, παντελώς ελλιπείς και ατεκμηρίωτες». Αντιθέτως κρίνω ότι αμφότερες αυτές οι ένορκες δηλώσεις είναι συγκεκριμένα διατυπωμένες και επαρκώς σαφείς σε σχέση με τον σκοπό για τον οποίο η μία έχει καταχωρηθεί ενώ η άλλη ζητείται άδεια να καταχωρηθεί. 15.
  1. Υπενθυμίζω απλά ότι ο έβδομος λόγος ένστασης ήδη έχει κριθεί αβάσιμος ενώ ως προς τον όγδοο λόγο ένστασης κρίνω ότι πρόωρα με αυτό τον λόγο ένστασης τίθενται θέματα προς εξέταση των οποίων η εξέταση κρίνεται καταλληλότερη κατά το στάδιο εκδίκασης της κύριας αίτησης της ενάγουσας. Επιπλέον δεν διαπιστώνω ότι με την αίτηση αυτή - για ένα τόσο απλό διαδικαστικό θέμα - η ενάγουσα όντως αποσκοπεί στην παραπλάνηση του Δικαστηρίου ή κατάχρηση της διαδικασίας. 15.
  2. Σε σχέση με τον ένατο λόγο ένστασης πραγματικά δεν έχω πεισθεί ότι η ενάγουσα επεδίωξε ή επιδιώκει με την υποβολή αιτήματος της - και πάλι, για ένα τόσο απλό διαδικαστικό θέμα - τη καθυστέρηση ή εκτροχιασμό ή τη πρόκληση δυσχέρειας ή επιβράδυνσης της όλης διαδικασίας και κατά συνέπεια τη παρεμπόδιση της ακροαματικής διαδικασίας της κύριας αίτησης της. Διατηρώ δε υπόψη μου ότι είναι η ενάγουσα η οποία επιδιώκει τη προσθήκη της καθ΄ ης η αίτηση ως διαδίκου συνεπώς διερωτώμαι πραγματικά για ποιο λόγο η ίδια θα επεδίωκε τη καθυστέρηση ή τις οποιεσδήποτε προαναφερόμενες επιπτώσεις στη διαδικασία. 15.
  3. Αναφορικά με τον δέκατο λόγο ένστασης κρίνω ότι αυτός είναι αβάσιμος καθότι το Δικαστήριο έχει ικανοποιηθεί ότι υπάρχει καλός λόγος για την παραχώρηση της αιτούμενης άδειας για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Έτσι ώστε δηλαδή να προστίθεται η διευκρινιστική αναφορά την οποία η ενάγουσα επιθυμεί να προσθέσει με την προτεινόμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση της. 15.
  4. Αναφορικά δε με τον ενδέκατο λόγο ένστασης διερωτώμαι πραγματικά πως θα ήταν δυνατό υπό τις περιστάσεις όχι μόνο για αυτό το Δικαστήριο αλλά για ένα οποιοδήποτε λογικό Δικαστήριο να συμφωνούσε με τη θέση ότι το αιτούμενο διάταγμα «.θα είχε ως μοναδικό σκοπό να πλήξει την απονομή της δικαιοσύνης και δεν θα ήταν ορθό και δίκαιο να δοθεί υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης». Πραγματικά δεν έχω πεισθεί ότι η έγκριση του αιτήματος της ενάγουσας στη συγκεκριμένη περίπτωση θα είχε ως αποτέλεσμα να πληγεί η απονομή της δικαιοσύνης. Αντιθέτως έχω πεισθεί ότι υπό τις περιστάσεις της παρούσης περίπτωσης θα ήταν ορθό και δίκαιο όπως εγκριθεί το αίτημα της ενάγουσας.
  5. Συνεπώς, η αίτηση εγκρίνεται και δίδεται άδεια στην ενάγουσα όπως καταχωρήσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση σε σχέση με την αίτηση την οποία καταχώρησε στις 7/5/
  6. Ως προς το θέμα των εξόδων διατηρώντας υπόψη το αποτέλεσμα εκδίκασης της αίτησης τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται εις βάρος της καθ΄ ης η αίτηση και υπέρ της ενάγουσας όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο είτε μετά από την εκδίκαση της αγωγής σε περίπτωση έγκρισης της αίτησης ημερομηνίας 7/5/2010 είτε μετά από την εκδίκαση της αίτησης ημερομηνίας 7/5/2010 σε περίπτωση απόρριψης της. Μ. Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.