← Κύπρος

Emilia Brzezinska ν. Abdel Karim Azi Youssef, Αρ. Αγωγής: 2073/08, 09.12.2010

Emilia Brzezinska ν. Abdel Karim Azi Youssef, Αρ. Αγωγής: 2073/08, 09.12.2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2010:A67 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Δ.Ι. Κίτσιου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2073/08 Μεταξύ: Emilia Brzezinska από την Πολωνία Ενάγουσας και Abdel Karim Azi Youssef από την Πάφο Εναγόμενου --------------------- Αίτηση ημερομηνίας 22.9.2009 για αποκάλυψη εγγράφων και παροχή καλύτερων λεπτομερειών Ημερομηνία: 09.12.2010 Εμφανίσεις: Για Εναγόμενο-Αιτητή:κ. Α.Σοφοκλέους για κ.κ. Α.Π. Ερωτοκρίτου & Σία Για Ενάγουσα-Καθ΄ ης η αίτηση: κ. Ν. Νικολάου για κ. Λ. Γεωργίου (κα Τούρβα κατά την απόφαση) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στην παρούσα αγωγή και αφού είχαν συμπληρωθεί τα δικόγραφα στις 14.09.2009 δόθησαν γραπτές οδηγίες του Δικαστηρίου προς τους διαδίκους αναφορικά με τη Δ.30 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας και τυχόν οποιαδήποτε αίτηση για οδηγίες να ορισθεί στις 26.10.2009, η δε αγωγή ορίστηκε στις 26.10.2009. Στις 22.09.2009 ο Εναγόμενος (στο εξής ο Αιτητής) καταχώρησε αίτηση διά κλήσεως για οδηγίες (στο εξής η επίδικη αίτηση) με την οποία ζητά ως ακολούθως: «(Α) Απαιτείται από την Ενάγουσα όπως γνωστοποιήσει ενόρκως όλα τα σχετικά έγγραφα που βρίσκονται στην κατοχή, έλεγχο ή φύλαξη της και τα οποία σχετίζονται με οποιοδήποτε επίδικο θέμα που εγείρεται στην παρούσα αγωγή και ειδικότερα: (α) Ιατρικά πιστοποιητικά. (β) Αποδείξεις ειδικών ζημιών. (Β) Διαταγή του Δικαστηρίου όπως η εν λόγω ένορκη γνωστοποίηση γίνει από την Ενάγουσα μέσα σε είκοσι

(20)μέρες από την επίδοση σ΄ αυτήν του πιο πάνω ζητούμενου διατάγματος ή μέσα σε χρονικό διάστημα που το Δικαστήριο κρίνει εύλογο ή δίκαιο. (Γ) Λεπτομέρειες της παρ. 1 της Εκθέσεως Απαιτήσεως και ειδικότερα: (α) Τις δηλωμένες στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις απολαβές της για τον προ του ατυχήματος χρόνο. (β) Πινακίδα και αριθμόν Κοινωνικών Ασφαλίσεων όπου εδηλώνοντο οι εισφορές στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις αναφορικά με τον ισχυριζόμενο μισθό. (γ) Είδος και καθήκοντα εργασίας της ως ξενοδοχειακής υπαλλήλου. (Δ) Οποιαδήποτε άλλη θεραπεία ή διαταγή ή/και οδηγίες ήθελε κρίνει ορθή και δίκαιη υπό τας περιστάσεις το Σεβαστό Δικαστήριο.» Η επίδικη αίτηση στηρίζεται στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.28 Θ.1, 2, 3 και 12, Δ.48 Θ.1, 2, 7, 8 και 8
(1)(Ζ), Δ.30 Θ.1 και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η αίτηση δεν συνοδεύεται από ένορκη δήλωση. Στην πιο πάνω επίδικη αίτηση καταχωρήθηκε στις 23.11.2009 ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης στηριζόμενη στους ακόλουθους λόγους: «
  1. Δεν υπάρχει και/ή δεν δίνεται εκ μέρους του Αιτητή-Εναγόμενου, στην αίτηση του ημερομηνίας 22/09/2009, λεπτομερής κατάλογος εγγράφων των οποίων ο Αιτητής-Εναγόμενος, αιτείται και/ή ζητεί την αποκάλυψη των.
  2. Η αίτηση του Αιτητή-Εναγόμενου, είναι καταχρηστική.
  3. Η αίτηση του Αιτητή-Εναγόμενου αποσκοπεί στο «ψάρεμα» μαρτυρίας.
  4. Δεν είναι η κατάλληλη περίπτωση για να ασκηθεί η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου.
  5. Δεν αποκαλύπτονται και/ή δεν υπάρχουν γεγονότα στην παρούσα υπόθεση που να αιτιολογούν την έκδοση διατάγματος αποκάλυψης εγγράφων υπέρ του Αιτητή-Εναγόμενου και εναντίον της Καθ΄ ης η αίτηση-Ενάγουσας.
  6. Η αποκάλυψη εγγράφων εκ μέρους της καθ΄ ης η αίτηση-Ενάγουσας προς τον Αιτητή-Εναγόμενο, δεν θα χρησιμεύσει σε οτιδήποτε.
  7. Η αποκάλυψη εγγράφων εκ μέρους της Ενάγουσας δεν θα χρησιμεύσει σε οτιδήποτε που να μπορεί να θεωρηθεί υπό τις περιστάσεις ως αναγκαίο για τη δίκαιη διεκπεραίωση της δίκης.
  8. Η άρνηση του διατάγματος αποκάλυψης εγγράφων εκ μέρους του σεβαστού Δικαστηρίου δεν θα επηρεάσει με κανένα τρόπο την υπόθεση του Αιτητή-Εναγόμενου.
  9. Η αιτούμενη αποκάλυψη εγγράφων εκ μέρους της Ενάγουσας δεν θα μπορούσε να συμβάλει στην εξοικονόμηση εξόδων.
  10. Δεν καταδεικνύεται στην αίτηση ημερομηνίας 22/09/2009 του Αιτητή-Εναγόμενου η αναγκαιότητα και/ή η σχετικότητα και/ή η χρησιμότητα της αιτούμενης αποκάλυψης εγγράφων.
  11. Η Αιτούμενη διαταγή αποκάλυψης εγγράφων εναντίον της Ενάγουσας δεν θα εξυπηρετούσε την δίκαιη και αποτελεσματική διεξαγωγή της ακρόασης.
  12. Δεν είναι ορθό και δίκαιο να εκδοθεί η αιτούμενη διαταγή αποκάλυψης εγγράφων εναντίον της Ενάγουσας.
  13. Δεν αποκαλύφθηκε οτιδήποτε και/ή δεν προκύπτει οτιδήποτε που δεικνύει ότι η αιτούμενη αποκάλυψη είναι προς το συμφέρον της απονομής δικαιοσύνης.
  14. Η Αίτηση του Εναγόμενου βασίζεται σε ελλιπή και/ή αόριστη και/ή λανθασμένη νομική βάση.
  15. Οι ζητούμενες λεπτομέρειες αποσκοπούν στην παροχή εκ των προτέρων του μαρτυρικού και/ή της μαρτυρίας την οποία η Ενάγουσα θα χρησιμοποιήσει για την υποστήριξη της απαίτησης και των ισχυρισμών που με πλήρη λεπτομέρειες και σαφήνεια αναπτύσσει στην Έκθεση Απαίτησης της.
  16. Οι Αιτούμενες λεπτομέρειες αποσκοπούν στο ψάρεμα μαρτυρίας.
  17. Τα αιτούμενα με την αίτηση ημερομηνίας 22/09/2009 δεν εμπίπτουν στην εμβέλεια παροχής λεπτομερειών.
  18. Οι Αιτούμενες λεπτομέρειες είναι άσχετες με τα επίδικα θέματα και/ή μη αναγκαίες.
  19. Η αίτηση του Εναγόμενου-Αιτητή, δεν συνοδεύεται από ένορκη δήλωση και με την οποία να υποστηρίζονται και/ή να δικαιολογούνται οι θεραπείες και/ή τα αιτούμενα με την αίτηση του.» Περαιτέρω σημειώνεται ότι οι λόγοι ένστασης υποστηρίζονται από ένορκη δήλωση της Κούλλας Παντελή, δικηγορικής υπαλλήλου στο δικηγορικό γραφείο του δικηγόρου της Ενάγουσας-Καθ΄ ης η Αίτηση. Παρά το γεγονός ότι σ΄ αυτήν γίνεται αναφορά ως ένορκη δήλωση, από τη μελέτη αυτής συνάγεται ξεκάθαρα ότι, σε αντίθεση με ότι επιβάλλεται από τη Δ.39 όπου στις ενόρκους δηλώσεις θα πρέπει να γίνεται παράθεση μόνο γεγονότων, στην εν λόγω ένορκη δήλωση αναπτύσσονται συλλογισμοί και θέσεις οι οποίες αφορούν σε νομικά θέματα και επιχειρήματα που θα μπορούσαν να προωθηθούν είτε ως λόγοι ένστασης είτε κατά τις αγορεύσεις. Για το λόγο αυτό το Δικαστήριο θεωρεί ότι είναι αχρείαστο να παραθέσει εκ νέου τα όσα διατυπώνονται στην ένορκη δήλωση της Κούλλας Παντελή. Η ακροαματική διαδικασία της αίτησης διεξάχθηκε διά των αγορεύσεων των συνηγόρων των διαδίκων χωρίς αντεξέταση ενόρκως δηλούντα. Και οι δύο πλευρές ανέπτυξαν τις δικές τους εισηγήσεις και θέσεις επικαλούμενοι νομολογία προκειμένου για την υποστήριξη των απόψεων τους. Νομική πτυχή: Παρά το γεγονός ότι στην επίδικη αίτηση γίνεται λόγος για γνωστοποίηση ενόρκως των εγγράφων γίνεται αποδεκτό, ότι ουσιαστικά είναι αποκάλυψη εγγράφων που ζητείται άλλωστε αυτό ενισχύεται από τη νομική βάση στην οποία περιλαμβάνεται η Δ.28 αλλά και μέσα από τους λόγους ένστασης και τις αγορεύσεις όπου προκύπτει πως αυτό ήταν το αντικείμενο της δίκης στην αίτηση. Κρίνεται συνεπώς ότι πρόκειται για απλή παρατυπία για την οποία το Δικαστήριο εκδίδει διάταγμα απαλλαγής και ως εκ τούτου ακολουθεί στη συνέχεια ανάλυση και αναδρομή στο θεσμό της αποκάλυψης εγγράφων προς καλύτερη κατανόηση των όσων θα ακολουθήσουν στην απόφαση. Η διαδικασία για την αποκάλυψη εγγράφων δύναται να αρχίζει με αίτηση οποιουδήποτε από τους διαδίκους η οποία δεν συνοδεύεται με ένορκη δήλωση. Με την αίτηση ζητείται διάταγμα για ένορκη αποκάλυψη όλων των εγγράφων που βρίσκονται ή βρίσκονταν στην κατοχή ή τον έλεγχο του άλλου διαδίκου και που σχετίζονται με οποιοδήποτε επίδικο θέμα. Η έγκριση της αίτησης είναι ζήτημα που εμπίπτει εντός της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου το οποίο μπορεί να την απορρίψει ή να την αναβάλει αν ικανοποιηθεί ότι η αποκάλυψη δεν είναι αναγκαία στο στάδιο που της επιλαμβάνεται. Όσον αφορά τα κριτήρια άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου αυτά καθορίζονται με σαφήνεια στη Δ.28 Κ.1 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας. Κύρια δικαιολογητική βάση του θεσμού της αποκάλυψης εγγράφων είναι η παροχή προς τους διαδίκους όλου του σχετικού έγγραφου υλικού πριν τη δίκη, έτσι ώστε, να υποβοηθηθούν αξιολογώντας τη δύναμη ή την αδυναμία των αντίστοιχων εκδοχών τους, και να τους δοθεί πλέον η βάση για τη δίκαιη ως αναμένεται επίλυση της διαφοράς πριν ή και κατά τη δίκη. Με την εφαρμογή της Δ.28 και την αποκάλυψη κάθε διάδικος καθίσταται ικανός πριν τη δίκη να χρησιμοποιήσει ή να παρουσιάσει σαν μαρτυρία σχετικό έγγραφο υλικό για να υποστηρίξει την υπόθεση του ή να αντικρούσει τη θέση του αντιδίκου του. Περαιτέρω δια της αποκάλυψης εγγράφων επιτυγχάνεται η εξάλειψη του αιφνιδιασμού ο οποίος σχετίζεται με έγγραφη απόδειξη κατά ή πριν τη δίκη καθώς και η μείωση των εξόδων της αντιδικίας. Συνακόλουθα ο στόχος στον οποίο αποβλέπει η αποκάλυψη εγγράφων είναι τριπλός, δηλαδή: (α) για να καταστεί δυνατό όπως κάθε διάδικο μέρος χρησιμοποιήσει πριν τη δίκη ή να παρουσιάσει κατά τη δίκη σαν μαρτυρία σχετικό έγγραφο υλικό για να υποστηρίξει την υπόθεση του ή να αντικρούσει την υπόθεση του αντιδίκου του, (β) να αποτρέψει αιφνιδιασμό κατά τη δίκη ο οποίος σχετίζεται με έγγραφη απόδειξη, (γ) να μειώσει τα έξοδα της δίκης. Σε όλες τις περιπτώσεις που χρειάζεται διάταγμα του Δικαστηρίου για την αποκάλυψη εγγράφων η αποκάλυψη δεν αποτελεί δικαίωμα αλλά είναι ζήτημα που εμπίπτει εντός της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων όταν υπάρχει επίδικο θέμα που σχετίζεται με πραγματικά περιστατικά, το Δικαστήριο θα πρέπει να χορηγήσει διάταγμα για αποκάλυψη εγγράφων εφόσον ο κάθε διάδικος εκ πρώτης όψεως δικαιούται σε αποκάλυψη (Borthwick v. Beauvais
(1948)2 All E.R. 635, C.A.. Σύμφωνα με τον Lord Greene M.R.: Οι διάδικοι δικαιούνται σε διάταγμα για αποκάλυψη εγγράφων σχεδόν αυτομάτως. Βλ. και Coope & Co. Ltd v. Emmerson
(1887)12 Appr. Cas. 300). Προς καλύτερη εφαρμογή της Δ.28 υπάρχουν δύο γενικοί και ουσιώδεις όροι ως προς τα έγγραφα που πρέπει να αποκαλύπτονται: (α) θα πρέπει να είναι σχετικά, δηλαδή πρέπει να σχετίζονται με κάποιο επίδικο θέμα στην αγωγή ή άλλη διαδικασία, (β) πρέπει να είναι ή να ήταν στην κατοχή, φύλαξη ή έλεγχο του διαδίκου από τον οποίο απαιτείται να προβεί στην αποκάλυψη. Αξίζει να σημειωθεί ότι και οι δύο πιο πάνω όροι στην πρακτική έχουν ερμηνευθεί όχι περιοριστικά αλλά εκτεταμένα για να καταστήσουν τη διαδικασία αποκάλυψης ένα αποτελεσματικό εργαλείο για τη δίκαιη επίλυση της υπόθεσης. Η γενική διατύπωση του κανόνα είναι πως κάθε έγγραφο σχετίζεται με τα επίδικα θέματα στην αγωγή το οποίο όχι μόνο θα αποτελούσε μαρτυρία πάνω σε οποιοδήποτε ζήτημα αλλά και όταν είναι εύλογο να υποτεθεί ότι περιέχει πληροφορίες οι οποίες μπορεί είτε άμεσα είτε έμμεσα να καθιστούν ικανό το διάδικο που ζητά την αποκάλυψη, είτε να προωθήσει τη δική του υπόθεση ή να βλάψει την υπόθεση του αντίδικου του. Το έγγραφο, είτε άμεσα είτε έμμεσα θα έχει αυτή τη συνέπεια αν είναι έγγραφο το οποίο δίκαια δύναται να οδηγήσει σε μια σειρά έρευνας η οποία με τη σειρά της να έχει μια από τις δύο αυτές συνέπειες (βλ. Compagnie Financiere et Compagnie Financiere er Commercale v. Peruvian Gueno Co.
(1882)11 Q.B.D. 55, C.A. 62, 63). Παρά τα πιο πάνω όμως έχει νομολογηθεί ότι δεν επιτρέπεται αποκάλυψη εγγράφων για να καταστεί ικανός ένας διάδικος να ¨ψαρέψει¨ μαρτυρία (βλ. Board v. Thomas Hedley & Co Ltd
(1951)2 All E.R. 431) ή για να πάρει πληροφορίες που σχετίζονται με ζητήματα εκτός των επιδίκων θεμάτων της αγωγής ή μαρτυρία η οποία θα τον καθιστούσε ικανό να θεμελιώσει μια νέα υπόθεση (βλ. Edmiston v. British Transport Commission
(1955)2 All E.R. 823). Ακολουθεί επομένως, πως ένας διάδικος πρέπει να αποκαλύψει όλα τα έγγραφα τα οποία είναι ή ήταν κάτω από τη δική του προσωπική κατοχή, φύλαξη ή έλεγχο, ανεξάρτητα από το ποιός είναι ο ιδιοκτήτης τους, έστω και αν δεν αποτελούν δική του ιδιοκτησία ή παρόλο που είναι κοινή ιδιοκτησία του με άλλο πρόσωπο (βλ. Chantrey Martin & Co v. Martin
(1953)2 All E.R. 691) ή παρόλο που είναι στην κατοχή, φύλαξη ή έλεγχο οποιουδήποτε αντιπροσώπου ή υπηρέτη του (βλ. Swanston v. Lishman
(1881)45 L.T. 360) ή στην κατοχή, φύλαξη ή έλεγχο του ως υπηρέτη ή αντιπροσώπου για άλλο πρόσωπο ή από κοινού με κάποιο άλλο πρόσωπο ή πρόσωπα (βλ. Bovil v. Cowan
(1870)5 Ch.App. 495). Περαιτέρω κρίνεται σκόπιμο να ακολουθήσουν κάποιες αναφορές στο θέμα της παροχής λεπτομερειών αφού ζητείται ανάλογο διάταγμα με την επίδικη αίτηση. Η Δ.19 Κ.6 προβλέπει τα ακόλουθα: «A further and better statement of the nature of the claim or defence, or further and better particulars of any matter stated in any pleading, notice, or written proceeding requiring particulars, may in all cases be ordered, upon such terms, as to costs and otherwise, as may be just». Όπως έχει αναφερθεί στην υπόθεση Χριστόδουλου Κ. Θεμιστοκλέους ν. Χρ. Γεωργιάδης Λτδ
(2000)1(Α) Α.Α.Δ. σελ. 157 η Δ.19 Κ.6 θα πρέπει να ερμηνεύεται και εφαρμόζεται υπό το πρίσμα της Δ.19 Κ.4 στην οποία προβλέπονται τα εξής: «Every pleading shall contain, and contain only, a statement in a summary form of the material facts on which the party pleading relies for his claim or defence, as the case may be but not the evidence by which they are to be proved and shall, when necessary, be divided into paragraphs, numbered consecutively. Dates, sums, and numbers shall be expressed in figures and not in words. The pleadings shall be signed by the advocate, or by the party, if he sues or defends in person». Στην ίδιο πιο πάνω απόφαση (Χρ. Θεμιστοκλέους) γίνεται εκτενής ανάλυση των αρχών και καθοδηγητικών γραμμών που θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου σε αίτημα για περισσότερες και καλύτερες λεπτομέρειες, γι΄ αυτό και κρίνεται ορθό όπως παρατεθούν αυτούσια αποσπάσματα από την πιο πάνω απόφαση: «Από το συνδυασμένο αποτέλεσμα των πιο πάνω ακολουθεί και η αρχή, που εκφράζεται ως βασική αρχή στη νομολογία, ότι περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες μπορούν να δοθούν μόνο αναφορικά με τα ουσιώδη γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται το δικόγραφο και όχι αναφορικά με τη μαρτυρία που θα προσκομισθεί προς απόδειξη τους. Δίδονται δε ώστε ο αντίδικος να γνωρίζει ποια υπόθεση μπορεί να αναμένει να παρουσιασθεί στη δίκη και να μην καταληφθεί εξ απίνης. Οι λεπτομέρειες έχουν σκοπό να διευκρινίσουν και εξειδικεύσουν τα ισχυριζόμενα ουσιαστικά γεγονότα, αλλά κατ΄ ουδένα λόγο να εκμαιεύσουν ή να αποκαλύψουν την ίδια τη μαρτυρία με την οποία αυτά τα αποδειχθούν. Αίτημα για λεπτομέρειες ως προς το όνομα προσώπου σχετιζόμενου προς τα γεγονότα που εκτίθενται στο δικόγραφο είναι φυσικό να δημιουργεί δυσκολίες. Από μια άποψη, όπως ήταν και η άποψη του πρωτόδικου δικαστηρίου, η μη παροχή διευκρινίσεων ως προς το ποιο πρόσωπο ενήργησε εκ μέρους της εταιρείας όπως ισχυρίζεται ο εφεσείων θα άφηνε την εφεσίβλητη στο σκοτάδι για το τι μπορούσε να αναμένει στη δίκη, και μάλιστα αφού η ίδια, ως ενάγουσα, δεν θα ήταν σε θέση να γνωρίζει ποιο μάρτυρα θα αναμένετο έτσι να παρουσιάσει για να αντικρούσει την υπεράσπιση. Από μια άλλη άποψη, η διευκρίνιση του ονόματος θα αναφέρετο στη μαρτυρία η οποία θα στοιχειοθετούσε τον ισχυρισμό του εφεσείοντα. Όσον αφορά τη νομολογία, η απόφαση The National Supply Corp. of the Libyan Arab Republic v. Achaia Shipping Ltd
(1975)1 C.L.R. 427, στην οποία μας παρέπεμψε ο κ. Σπυριδάκης, δεν είναι ευθέως σχετική. Το πράγμα έχει όμως εξετασθεί στην Αγγλική νομολογία. το πιο πάνω είναι ακριβώς το δίλημμα που είχε να αντιμετωπίσει ο Kay, J., στην υπόθεση The Briton Medical and General Life Association Ltd v. The Britannia Life Association and Whinney, 59 LT 888, σε αίτηση της ενάγουσας εταιρείας για λεπτομέρειες, μεταξύ άλλων, ως προς το ποιοι εκ των διευθυντών της ενάγουσας είχαν ενεργήσει με τον τρόπο που ισχυρίζετο η εναγόμενη εταιρεία στο δικόγραφο της και με αλλότρια κίνητρα ώστε να επιφέρουν τη διάλυση της προς δικό τους όφελος. Ο Kay, J., παραθέτοντας τη γενική αρχή, εξέφρασε τη δυσκολία που παρουσίαζε η αίτηση στα πλαίσια της τοσούτο μάλλον ως εκ της έλλειψης σχετικής νομολογίας. Παρατηρώντας ότι το δικόγραφο ήταν εσκεμμένα αόριστο, ενέκρινε την αίτηση και διέταξε την παροχή λεπτομερειών ώστε να διευκρινίζετο κατά πόσον οι διευθυντές είχαν ενεργήσει προφορικά ή γραπτά και, αν προφορικά, ποιοι είχαν έτσι ενεργήσει, και αν γραπτά, πότε. Σύντομα μετά, το θέμα ηγέρθη και ενώπιον του Court of Appeal στην υπόθεση Temperton v. Russell and Others 9 TLR 319. Ο ενάγων στην αγωγή του εναντίον των εναγομένων αξιωματούχων συντεχνίας ισχυρίζετο ότι αυτοί είχαν επηρεάσει εργολάβους, με τους οποίους είχε συνάψει συμφωνίες, να τις παραβούν και τους υπαλλήλους τους να εγκαταλείψουν την εργοδότηση τους. Οι εναγόμενοι ζήτησαν και τους ενεκρίθησαν λεπτομέρειες ως προς τον τρόπο με τον οποίο, όπως ισχυρίζετο ο ενάγων, είχαν έτσι επηρεάσει. Ο ενάγων έδωσε λεπτομέρειες ως προς τα ονόματα των εργολάβων στους οποίους αναφέρετο και ως προς τον τρόπο με τον οποίο οι εναγόμενοι είχαν ενεργήσει, λέγοντας ότι είχαν επηρεάσει με απειλές τους υπαλλήλους μέλη της συντεχνίας να εγκαταλείψουν την εργοδότηση τους με αποτέλεσμα οι εργολάβοι να μην μπορούν να εκτελέσουν τις συμφωνίες τους με τον ενάγοντα. Οι εναγόμενοι όμως δεν ικανοποιήθησαν και ζήτησαν περαιτέρω λεπτομέρειες ως προς το ποιος από τους εναγόμενους ενήργησε και πως σε αναφορά με τους υπαλλήλους και ως προς τα ονόματα των εν λόγω υπαλλήλων. Ο ενάγων ενέστη ισχυριζόμενος και ότι ο ίδιος δεν γνώριζε τα στοιχεία αυτά και ότι εν πάση περιπτώσει η αποκάλυψη των ονομάτων των υπαλλήλων θα συνιστούσε αποκάλυψη της μαρτυρίας και των μαρτύρων του. Η εξέλιξη της υπόθεσης δείχνει τη διχογνωμία που μπορεί να υπάρξει σε τέτοια περίπτωση. Ο Master απέρριψε τη θέση του ενάγοντα και ενέκρινε την παροχή περαιτέρω λεπτομερειών όπως εζητούντο, ανετράπη όμως από τον Judge in Chambers, η απόφαση του οποίου ανετράπη από το Divisional Court. Στο Court of Appeal η έφεση του ενάγοντα επέτυχε και επικυρώθηκε η απόφαση του Judge in Chambers με την οποία παραμερίσθηκε το διάταγμα του Master για περαιτέρω λεπτομέρειες. Ο Lord Esher, M.R., παρατήρησε ότι οι αρχικά δοθείσες λεπτομέρειες ήσαν επαρκείς. Ο ενάγων ισχυρίζετο ότι ο κάθε ένας από τους εναγόμενους είχε ενεργήσει με τον τρόπο με τον οποίο εξήγησε και ήταν πλέον θέμα μαρτυρίας αν θα επετύγχανε εναντίον ενός εκάστου εναγόμενου, ώστε να μην ετίθετο θέμα περαιτέρω προσδιορισμού του πως ο κάθε εναγόμενος ενήργησε. Όσον αφορά τα ονόματα των υπαλλήλων, ο Lord Esher θεώρησε ότι η αποκάλυψη τους θα ήταν εντελώς έξω από τα πλαίσια των λεπτομερειών». Συνεχίζει όμως η πιο πάνω απόφαση ως εξής: «Σε υποθέσεις δυσφήμισης το δικαστήριο είναι διατεθειμένο να διατάξει λεπτομέρειες των ονομάτων προσώπων τα οποία εμπλέκονται από τον εναγόμενο σε αναφορά με την υπεράσπιση της αλήθειας της αναφοράς (ίδε Zierenberg v. Laboudhere
(1893)2 Q.B. 183, Wootton v. Sievier
(1913)3 K.B. 499). Αυτό φαίνεται να συνδέεται όχι μόνο προς την ιδιαίτερη υφή, δικογραφική και άλλη, της δυσφήμισης αλλά και προς την αρχή ότι αν οι λεπτομέρειες είναι αναγκαίες για σκοπούς διευκρίνισης της θέσης του αντιδίκου, δεν μπορεί να υπάρξει άρνηση στην παραχώρηση τους μόνο και μόνο διότι θα έχουν ως επακόλουθο την αποκάλυψη των ονομάτων ενδεχομένων μαρτύρων. Αυτός είναι και ευρύτερος κανόνας, όπως διατυπώνεται στην υπόθεση Bishop v. Bishop
(1901)P.235, όπου απεφασίσθη ότι ο ισχυρισμός της συζύγου σε αγωγή διαζυγίου για σκληρότητα εκ μέρους του συζύγου της υπό τη μορφή προσβλητικής συμπεριφοράς στην παρουσία προσκεκλημένων και υπηρετών τους δικαιολογούσε την παροχή λεπτομερειών ως προς το ποιοι ήσαν οι εν λόγω προσκεκλημένοι και υπηρέτες». Συμπέρασμα Δικαστηρίου: Λαμβάνοντας υπόψη τα πιο πάνω με ιδιαίτερη αναφορά στα όσα έχουν νομολογηθεί και ισχύουν για το θεσμό της αποκάλυψης εγγράφων, και όσα αυτός εξυπηρετεί, το Δικαστήριο κρίνει ότι το αίτημα για ένορκη αποκάλυψη εγγράφων είναι δικαιολογημένο και δεν έχει τεθεί κατά τη δίκη οποιοσδήποτε ικανός λόγος για μη έκδοση του. Με κάθε σεβασμό στη θέση του Καθ΄ ου η Αίτηση πως θα έπρεπε να γίνεται κατάλογος εγγράφων του οποίου να ζητείται η αποκάλυψη, αυτή δεν γίνεται αποδεκτή για τους πιο κάτω λόγους: (α) Ο θεσμός της ένορκης αποκάλυψης όπως ισχύει με την Δ.28 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας, διαφαίνεται ότι αναγνωρίζει αφ΄ ενός μεν τη γενική αποκάλυψη (Δ.28 κ.1) αφ΄ ετέρου την ειδική αποκάλυψη (Δ.28 κ.11). Υποστήριξη στο συμπέρασμα αυτό προκύπτει κατ΄ αρχήν από το συνδυασμό των δύο εν λόγω διατάξεων αλλά και από τη νομολογία (βλέπε υπόθεση TBF (Cyprus) Ltd κ.ά. ν. Εμπορικής Μελετών Σχεδιασμού και Επιχειρηματικού Κεφαλαίου Ανώνυμης Εταιρείας κ.α.
(2001)1 A.A.Δ.
  1. Στην εν λόγω υπόθεση διαφαίνεται πως το Διάταγμα το οποίο εκδόθηκε μονομερώς για γενική αποκάλυψη δεν ακυρώθηκε από το Πρωτόδικο Δικαστήριο που το εξέδωσε παρά την αίτηση ακύρωσης του αλλά ούτε και από το Εφετείο που εκδίκασε την έφεση στην πρωτόδικη απόφαση. Σημειώνεται δε πως η αποκάλυψη στην εν λόγω έφεση αφορούσε σε πρόωρο στάδιο διαδικασίας για τους λόγους βέβαια που κρίθηκαν ικανοί, πόσο μάλλον μετά την ολοκλήρωση των δικογράφων ως συμβαίνει στην παρούσα περίπτωση. Είναι δε πλήρως διαφωτιστικό το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση αυτή και ως εκ τούτου παρατίθεται στη συνέχεια: «Ο δικαστής είπε στο προκειμένο ότι είναι άλλοι οι στόχοι της Δ.28 Θ.
  2. Η άποψη του, με λίγα λόγια, είναι ότι ο Θ.11 χρησιμοποιείται εφ΄ όσον η προηγηθείσα διαταγή για γενική αποκάλυψη δεν απέληξε στην αποκάλυψη και συγκεκριμένων εγγράφων που, με έρεισμα πλέον το Θ.11, μπορεί ο διάδικος να ζητήσει για να ολοκληρωθεί η διαδικασία. Επικροτούμε αυτή την προσέγγιση......». (β) Το ότι είναι επιτρεπτό να ζητείται ένορκη αποκάλυψη συγκεκριμένου εγγράφου δεν επηρεάζεται η εφαρμογή της Δ.28 κ.1 και αυτό συνάγεται ρητά από τη Δ.28 κ.11, βέβαια σ΄ αυτήν την περίπτωση όπως ορθά επισημαίνεται στο σύγγραμμα The Annual Practice του 1958, σελίδα 725 απαιτείται η απόδειξη εκ πρώτης όψεως της σχετικότητας αλλά και κατοχής των εγγράφων των οποίων ζητείται η αποκάλυψη, οπότε, σε τέτοια περίπτωση είναι αναγκαίο να επισυνάπτεται και ένορκη δήλωση που να υποστηρίζει την αίτηση δυνάμει της Δ.28 κ.11, σε αντίθεση δε στην αίτηση δυνάμει της Δ.28 Κ.1 δεν απαιτείται ούτε η ένορκη δήλωση αλλά ούτε και η επίδοση της αίτησης, εκτός αν κρίνει βέβαια το Δικαστήριο ή επιλέξει ο διάδικος να την επιδώσει. (γ) Εάν υπήρχε υποχρέωση για κατάλογο εγγράφων δεν θα εξυπηρετούνταν ο σκοπός και η φιλοσοφία του θεσμού της αποκάλυψης εγγράφων όπως αυτός έχει καθοριστεί από τα νομολογηθέντα, αφού, εάν ο διάδικος δεν γνωρίζει τι έγγραφα κατέχει η άλλη πλευρά πώς θα συντάξει τέτοιο κατάλογο, άλλωστε όπως έχει νομολογηθεί (Astra-Nat Production v. Neo-Art Productions
(1928)W.N. 218) υπάρχει σκοπιμότητα στην αποκάλυψη των εγγράφων που πιθανόν δεν γνωρίζει η άλλη πλευρά. (δ) Ο τύπος 22 (Form No 22) των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας προνοεί για τον τρόπο σύνταξης της ένορκης αποκάλυψης μέσα από ένα περιεκτικό και πλήρες πλαίσιο που δεν επιτρέπει συμπέρασμα ότι δεν είναι εφικτή η διαταγή για γενική αποκάλυψη. Προχωρώντας για την παρούσα περίπτωση παρατηρείται πως δεν υπάρχει ως νομική βάση η Δ.28 Κ.11 αλλά ούτε και ένορκη δήλωση που να υποστηρίζει την αίτηση, συνεπώς δεν δικαιολογείται η έκδοση διατάγματος ειδικής αποκάλυψης, παρ΄ όλο που στην αίτηση περιλαμβάνονται δύο ομάδες εγγράφων πλην όμως δεν εξειδικεύονται και δεν αποτελούν συγκεκριμένα έγγραφα υπό την έννοια της Δ.28 Κ.11. Περαιτέρω δεν στοιχειοθετείται με μαρτυρία εκ πρώτης όψεως ούτε η σχετικότητα ούτε η κατοχή τους, σημειώνεται ωστόσο πως εάν υπάρχουν τέτοια έγγραφα δεν σημαίνει ότι δεν θα πρέπει να αποκαλυφθούν στη γενική αποκάλυψη αφού σε τέτοια περίπτωση πιθανό να καταχωρηθεί νέα αίτηση με αχρείαστη διαδικασία και δημιουργία εξόδων, είτε εάν δεν αποκαλυφθούν ενδεχομένως να κριθεί ότι δεν θα μπορούν να παρουσιαστούν κατά τη δίκη. Συνακόλουθα με όλα τα πιο πάνω το αίτημα Α χωρίς την ειδική αποκάλυψη, κρίνεται δικαιολογημένο για την καλύτερη απονομή της δικαιοσύνης λαμβανομένων υπόψη ότι έχουν ολοκληρωθεί τα δικόγραφα στην αγωγή, η απαίτηση της Ενάγουσας στηρίζεται σε πραγματικά περιστατικά [Borthwick (ανωτέρω)] περιλαμβάνει ειδικές ζημιές οι οποίες κατονομάζονται οπότε αναμένεται να γνωρίζει η πλευρά του Εναγόμενου-Αιτητή αν υπάρχουν οποιαδήποτε έγγραφα σε σχέση με τα επίδικα θέματα. Περαιτέρω όσον αφορά το αίτημα για παροχή λεπτομερειών, διαπιστώνεται κατ΄ αρχήν ότι αυτό στερείται του αναγκαίου νομικού ερείσματος αφού η Δ.19 Κ.6 δεν περιλαμβάνεται στη νομική βάση της επίδικης αίτησης. Το γεγονός αυτό συνιστά παρατυπία, ωστόσο λαμβάνοντας υπόψη αφ΄ ενός μεν τα όσα έχουν νομολογηθεί στην υπόθεση Karl H. Wunderlich k.α. v. Ευθύβουλου Παναγιώτου
(1999)1(A) A.A.Δ. 366, αφ΄ ετέρου ότι στους λόγους ένστασης δεν γίνεται λόγος για τέτοια παρατυπία και επειδή η ακρόαση διεξάχθηκε ουσιαστικά χωρίς να εγερθεί από τους διαδίκους, αλλά στη βάση του ωσάν να μην υπήρχε τέτοια παρατυπία, με τοποθέτηση της Καθ΄ ης η Αίτηση επί της ουσίας της αίτησης για παροχή λεπτομερειών το Δικαστήριο εκδίδει διάταγμα απαλλαγής από την παρατυπία και προχωρεί στην εξέταση της ουσίας της. Έχοντας κατά νου τη σχετική νομική πτυχή που διέπει το ζήτημα της παροχής λεπτομερειών κρίνεται ότι οι δύο πρώτες περιπτώσεις δεν αφορούν σε παροχή περαιτέρω λεπτομερειών αλλά πρόκειται για αναζήτηση μαρτυρίας, ωστόσο για την τρίτη περίπτωση κρίνεται ότι θα ήταν ορθό και δίκαιο να γνωρίζει η πλευρά του Εναγόμενου το είδος και τα καθήκοντα σε γενικές γραμμές της εργασίας της Ενάγουσας, καθότι αυτά τα στοιχεία σχετίζονται με τα επίδικα θέματα είτε των γενικών αποζημιώσεων γενικότερα, είτε με τις ειδικές ζημιές της απώλειας εισοδημάτων της Ενάγουσας ώστε να γνωρίζει τι ακριβώς θα αντιμετωπίσει, συνεπώς η παροχή της αιτούμενης στο στοιχείο (γ) λεπτομέρειας κρίνεται δικαιολογημένη. Συνακόλουθα με τα πιο πάνω εκδίδεται διάταγμα με το οποίο η Ενάγουσα-Καθ΄ ης η Αίτηση διατάσσεται όπως προβεί σε ένορκη αποκάλυψη των εγγράφων τα οποία έχει ή βρίσκονταν στην κατοχή ή τον έλεγχο της αναφορικά με τα επίδικα θέματα της αγωγής. Η ένορκη δήλωση να καταχωρηθεί εντός 45 ημερών από σήμερα. Περαιτέρω η Ενάγουσα-Καθ΄ ης η Αίτηση διατάσσεται όπως εντός 45 ημερών από σήμερα παραδώσει γραπτώς στον Εναγόμενο ή το δικηγόρο του λεπτομέρειες ως προς το (Γ)(γ) της επίδικης αίτησης, αντίγραφο να καταχωρηθεί στο φάκελο του Δικαστηρίου. Τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται προς όφελος του Αιτητή και εναντίον της Καθ΄ ης η Αίτηση, να υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο για να πληρωθούν στο τέλος της δίκης στην αγωγή. (Υπ.) ................. Δ. Ι. Κίτσιος, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other Actions/Interim Αναφορά: Πολιτική δικαιοδοσία - Αποκάλυψη εγγράφων - Δ.28 κ.1 και κ.11 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.