← Κύπρος

ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΑΠΟΧΕΤΕΥΣΕΩΝ ΠΑΦΟΥ ν. Τάκη Χαραλάμπους Τσιολή, Αρ. Αγωγής: 2797/2007, 10 Δεκεμβρίου 2010

ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΑΠΟΧΕΤΕΥΣΕΩΝ ΠΑΦΟΥ ν. Τάκη Χαραλάμπους Τσιολή, Αρ. Αγωγής: 2797/2007, 10 Δεκεμβρίου 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2010:A69 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Κ. Κουνίδου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2797/2007 Μεταξύ: ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΑΠΟΧΕΤΕΥΣΕΩΝ ΠΑΦΟΥ Εναγόντων - και - Τάκη Χαραλάμπους Τσιολή Εναγόμενου -------------------- Ημερομηνία: 10 Δεκεμβρίου 2010 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες: κ. Α. Γεωργιάδης (Για να ακούσει απόφαση κ. Μ. Γεωργιάδης) Για τον Εναγόμενο: κ. Χ. Φωτίου (Για να ακούσει απόφαση κ. Λ. Χ'' Νεοφύτου ) -------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι ενάγοντες, το Συμβούλιο Αποχετεύσεων Πάφου, με την αγωγή τους αξιώνουν εναντίον του εναγόμενου την είσπραξη των αποχετευτικών τελών και την πρόσθετη επιβάρυνση 20% για τα έτη 2001 -

  1. Ο εναγόμενος κατά την αναφερόμενη περίοδο, ήταν ιδιοκτήτης 5 ακινήτων τα οποία βρίσκονταν εντός της περιοχής η οποία θα εξυπηρετείτο ή μπορούσε να εξυπηρετηθεί από το σύστημα αποχέτευσης λυμάτων και όμβριων υδάτων, το οποίο θα κατασκευαζόταν κατά τη διάρκεια της Πρώτης Φάσης του Συστήματος Αποχέτευσης Λυμάτων και Όμβριων Υδάτων Πάφου. Στα εν λόγω ακίνητα κατά την περίοδο 2001-2006 λειτουργούσαν τουριστικές αναπτύξεις. Σύμφωνα με την κοινή δήλωση των δικηγόρων τα αποχετευτικά τέλη για την πιο πάνω περίοδο ύψους €41.397.02 (Λ.Κ.24.228.60) δεν πληρώθηκαν. Αποτελεί παραδεκτό γεγονός ότι τα τέλη αποχετευτικών και ομβρίων υδάτων για το έτος 2001 μέχρι και το 2006, καθώς και οι παρατάσεις πληρωμής τους δημοσιεύτηκαν στην Επίσημη Εφημερίδα της Κυβέρνησης καθώς και σε 3 ημερήσιες εφημερίδες σύμφωνα με τον Κανονισμό 36 της Κ.Δ.Π 108/
  2. Είναι επίσης παραδεκτό ότι οι προθεσμίες καταβολής των εν λόγω οφειλών του εναγόμενου παρήλθαν πριν την καταχώρηση της παρούσας αγωγής, χωρίς ο εναγόμενος να τις καταβάλει και για αυτό του επιβλήθηκε με βάση την νομοθεσία πρόσθετη επιβάρυνση 20% επί του συνόλου των εν λόγω οφειλών, ήτοι €8279.40 (Λ.Κ.4.845.72). Κατά την ακροαματική διαδικασία της υπόθεσης, κατατέθηκε από κοινού, κατάλογος (Τεκμήριο 1) με τα παραδεκτά γεγονότα της υπόθεσης και στη συνέχεια οι συνήγοροι των διαδίκων παρουσίασαν γραπτώς τις αγορεύσεις τους. Σύμφωνα με τον συνήγορο των εναγόντων, στην προκειμένη περίπτωση, είναι παραδεκτό ότι οι ενάγοντες γνωστοποιούσαν τα τέλη του Παραρτήματος της Ε/Α και τις προθεσμίες πληρωμής τους σύμφωνα με τον Κανονισμό 36 και ότι οι προθεσμίες παρήλθαν χωρίς ο εναγόμενος να πληρώσει και συνεπώς επιβλήθηκε από τους ενάγοντες στον εναγόμενο πρόσθετη επιβάρυνση σύμφωνα με το άρθρο 30

(3)του Ν. 1/71. Αναφορικά με την δημοσίευση του Κανονισμού 36 υποστήριξε πως αποτελεί εκτελεστή διοικητική πράξη εναντίον της οποίας χωρεί μόνο προσφυγή και το Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να εξετάσει τη νομιμότητα επιβολής της επιβάρυνσης. Ως προς την συνταγματικότητα της νομοθετικής πρόνοιας που αφορά την επιβολή πρόσθετης επιβάρυνσης επικαλέστηκε την υπόθεση Loizou v. Sewage Board of Nicosia
(1988)1 C.L.R 122. Ο συνήγορος του εναγόμενου, στην αγόρευση του, αναφέρει πως το εναπομείναν προς εκδίκαση ζήτημα είναι το κατά πόσο η επιβολή πρόσθετης επιβάρυνσης είναι νόμιμη και συνταγματική. Με αναφορά σε νομολογία, η οποία έκρινε ότι η πρόσθετη επιβάρυνση πρόκειται για κύρωση προς εξαναγκασμό έθεσε δύο ερωτήματα. Πρώτο κατά πόσο η κύρωση αυτή θα έπρεπε να γνωστοποιηθεί στον εναγόμενο και πότε; και δεύτερο, κατά πόσο η κύρωση ως ποινή μπορεί να επιβληθεί χωρίς να τηρηθούν οι πρόνοιες του άρθρου 12.1 του Συντάγματος και του άρθρου 5 (α) της ΕΣΔΑ. Στην πρώτη περίπτωση υποστήριξε ότι με βάση τα παραδεκτά γεγονότα της υπόθεσης προκύπτει ότι γνωστοποιήθηκε μόνο η επιβολή των τελών και όχι η πρόσθετη επιβάρυνση, η οποία θα έπρεπε να κοινοποιηθεί στον εναγόμενο ώστε να μπορεί να λάβει τα όποια ένδικα μέτρα προβλέπει ο νόμος εναντίον της. Σύμφωνα με τον κ. Φωτίου, στην προκειμένη περίπτωση η πρόσθετη επιβάρυνση γνωστοποιήθηκε στον εναγόμενο με την επίδοση της αγωγής, γεγονός που καθιστά την αξίωση πρώιμη μη γεννηθείσα κατά τον χρόνο καταχώρησης της. Επίσης ανάφερε ότι η γνωστοποίηση επιβολής πρόσθετης επιβάρυνσης δεν πληρεί ούτε τα κριτήρια του άρθρου 5 και 14 του Ν.158
(1)/99, διατάξεις που είναι επιτακτικές ώστε η μη τήρηση τους να καθιστούν την διοικητική πράξη στην πρώτη περίπτωση ακυρώσιμη και στην δεύτερη ανυπόστατη αφού ως σύνθετη διοικητική πράξη θα έπρεπε να προηγηθεί η προειδοποίησης σύμφωνα με το άρθρου 14 και μετά η επιβολή της κύρωσης. Στο δεύτερο ερώτημα που έθεσε, ανάφερε ότι η απάντηση είναι αρνητική γιατί το Συνταγματικό Δικαίωμα της Δίκαιης δίκης δεν έχει εφαρμογή μόνο στις σχέσεις πολίτη και της Δικαστικής εξουσίας αλλά καλύπτει όλες τι εκφάνσεις του κράτους. Στην παρούσα περίπτωση, ένα Διοικητικό όργανο, σύμφωνα με τον κ. Φωτίου, προχώρησε στην επιβολή κύρωσης η οποία μπορεί να προβλέπεται από το νόμο χωρίς όμως να τηρηθεί η Συνταγματική Διάταξη του άρθρου 12 και του άρθρου 5 της ΕΣΔΑ, των άρθρων 5 και 14 του Ν.158
(1)/99. Για τους πιο πάνω λόγους κάλεσε το Δικαστήριο όπως απορρίψει την αξίωση εναντίον του εναγόμενου σε σχέση με την πρόσθετη επιβάρυνση. Εξουσία επιβολής τελών και δικαιωμάτων από το Συμβούλιο «ως ήθελε εκάστοτε καθορισθεί» μέσα στα όρια της περιοχής του παρέχει το άρθρο 30
(1)(β) του περί Αποχετευτικών Συστημάτων Νόμου του 1971 (Ν. 1/71). Το άρθρο 49 του Νόμου παρέχει εξουσιοδότηση στο Συμβούλιο για θέσπιση Κανονισμών. Το Συμβούλιο Αποχετεύσεων Πάφου, ασκώντας της εξουσίες που του χορηγούνται με το άρθρο 49, έκδωσε τους Περί Αποχετεύσεων Κανονισμούς του 1999 (Κ.Δ.Π.108/99). Σύμφωνα με τον Κανονισμό 36, «τα τέλη που επιβάλλονται δυνάμει των Κανονισμών 32, 33 και 34 είναι πληρωτέα κάθε χρόνο κατά το χρόνο και χρόνους και στον τόπο ή τόπους τους οποίους εκάστοτε θα καθορίζει το Συμβούλιο με γνωστοποίηση του η οποία θα δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας και σε τρεις τουλάχιστον ημερήσιες εφημερίδες». Περαιτέρω, ο Κανονισμός 39 αναφέρει «Σε περίπτωση κατά την οποία ο ιδιοκτήτης ή κάτοχος υποστατικού, ο οποίος είναι υπόχρεος σύμφωνα με τα πιο πάνω να καταβάλλει χρηματικό ποσό ως τέλος, καθυστερεί την πληρωμή, αυτή θα επιβαρύνεται με ποσό ύψους 20% πάνω στο οφειλόμενο τέλος.» Στην υπόθεση Πεττεμερίδη ν. Συμβούλιο Βελτ. Αμαθούντας Υπόθεση 82/88 ημερομηνίας 18.6.1990 λέχθηκε ότι, «τέλος» επιβάλλεται μονομερώς στον πολίτη, αλλά είναι αντάλλαγμα δημοσίου δικαίου για ιδιαίτερη χρησιμοποίηση και υπηρεσία ή ωφέλεια του ιδιώτη. Το τέλος έχει σκοπό να καλύψει μερικά ή ολικά δαπάνη για κάποια υπηρεσία και τη δημιουργία των μέσων για παροχή της υπηρεσίας. Το τέλος πρέπει να είναι ανάλογο με το γενικό κόστος της παροχής και δεν πρέπει εύλογα να υπερβαίνει την αξία της. Το κόστος δεν είναι κατ΄ανάγκη μόνον η τρέχουσα δαπάνη για την παροχή της υπηρεσίας ή ωφελήματος. Εκείνο το οποίο έχει αποφασιστεί οριστικά είναι ότι τα αποχετευτικά τέλη συνιστούν φορολογία και μάλιστα όχι ανταποδοτικού χαρακτήρα (βλ. Loizou v. Sewage Board of Nicosia
(1988)1 C.L.R 122, Kanika Hotels Ltd v. Συμβουλίου Αποχετεύσεων Λεμεσού - Αμαθούντας, Α.Ε.1491 ημερ. 17.1.1997). Η δε χρηματική επιβάρυνση και πάλι σύμφωνα με την νομολογία, δεν αποτελεί φορολογία αλλά κύρωση η οποία προβλέπεται από τον Νόμο για διασφάλιση της αποτελεσματικότερης λειτουργίας του προς επίτευξη του σκοπού του. Στην υπόθεση Πεττεμερίδη (πιο πάνω) λέχθηκε ότι η πρόσθετη χρηματική επιβάρυνση που επιβλήθηκε στην αιτήτρια 25% με βάση την Νομοθεσία γιατί δεν πλήρωσε τον φόρο ενοικίου που της επιβλήθηκε, δεν είναι ποινή στο νόημα του άρθρου 12 του Συντάγματος αλλά διοικητική ποινή για εξαναγκασμό προς συμμόρφωση για χάρη της λειτουργίας των δημοσίων υπηρεσιών και πως οι φορολογικές πρόσθετες επιβαρύνσεις επιβάλλονται για την ακριβή τήρηση των φορολογικών νόμων. Η συνταγματικότητα νομοθετικών διατάξεων που επιβάλλουν πρόσθετες επιβαρύνσεις σε ορισμένους φόρους έχει εξεταστεί μεταξύ άλλων στην υπόθεση Meropi Michael Loizou v. Sawage Board of Nicosia
(1988)1 C.L.R.122 και Kantrara Shipping Limited v. Δημοκρατίας
(1971)3 ΑΑΔ 176. Προσαυξήσεις της τάξης του 20%, στην πρώτη υπόθεση και 5%, στην δεύτερη, κρίθηκαν συνταγματικά παραδεκτές. Γιατί έχουν έρεισμα σε αντικειμενικό κριτήριο, την παράληψη πληρωμής του φόρου. Όπως έχει λεχθεί την Loizou (πιο πάνω): «The tax payer is charged with this additional burden for the sole reason of non payment at the prescribed time. This does not offend the provisions of Article 24.4 of the Constitution, nor is it a punishment in the sense of Article 12.3 of the Constitution. It is in a sense only a sanction prescribed by Law in order to prompt the tax payer to pay in time, a matter conducive to proper administration, taking cognizance of all the burdens cast on public revenue by non punctual payment". Στην προκειμένη περίπτωση, η υποχρέωση για την καταβολή αποχετευτικών τελών πηγάζει από διοικητική απόφαση, επίσης είναι παραδεκτό, ότι οι ενάγοντες επέβαλαν πρόσθετη επιβάρυνση στον εναγόμενο, λόγω της παράληψης του να εκπληρώσει την υποχρέωση του για πληρωμή των τελών που του επιβλήθηκαν. Στον κατάλογο παραδεκτών γεγονότων (Τεκμήριο 1) περιλαμβάνεται μεταξύ άλλων και η εξής δήλωση «Συνεπώς επιβλήθηκε από τους ενάγοντες στον εναγόμενο, πρόσθετη επιβάρυνση ίση προς 20% επί του συνόλου των εν λόγω οφειλών, ως η παράγραφος 4 (β) της έκθεσης απαίτησης», έτσι που ο εναγόμενος δηλώνει και αποδέχεται ότι του επιβλήθηκε πράγματι η πρόσθετη επιβάρυνση. Να σημειωθεί δε ότι στην έκθεση υπεράσπισης του εναγόμενου δεν προβάλλονται τα όσα ο συνήγορος του ανάφερε στην αγόρευση του. Με την έκθεση υπεράσπισης του ισχυρίζεται μόνο ότι οι νομοθετικές διατάξεις για επιβολή και είσπραξη τελών, δικαιωμάτων και μισθωμάτων από τους ενάγοντες είναι αντισυνταγματικές και ότι η έκθεση απαίτησης είναι αόριστη, γενική μη αποκαλύπτουσα αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του. Επιπρόσθετα, ενώ στην αγόρευση του ο συνήγορος του εναγόμενου υποστηρίζει αρχικά ότι δεν έγινε γνωστοποίηση επιβολής πρόσθετης επιβάρυνσης πριν την έγερση της αγωγής, στην συνέχεια επικαλείται την γνωστοποίηση και προσθέτει ότι δεν πληρεί τα κριτήρια του άρθρου 5 και 14 του Ν.158
(1)/
  1. Εισηγείται ο συνήγορος του εναγόμενου επίσης ότι υπάρχει παραβίαση του άρθρου 12.1 του Συντάγματος και του άρθρου 5(α) της ΕΣΔΑ. Οι διατάξεις τους είναι πιστεύω άσχετες. Το άρθρο 12.1 του Συντάγματος καθιερώνει την αρχή, Κανένα έγκλημα καμία ποινή δίχως προγενέστερο νόμο (Nullum crimen nulla poena sine lege), που σημαίνει ότι ένα πρόσωπο δεν μπορεί να τιμωρηθεί για πράξη για την οποία δεν υπάρχει νόμος που να την προβλέπει κατά τον χρόνο τέλεσης της και το άρθρο 5 της ΕΣΔΑ διασφαλίζει το Δικαίωμα του ατόμου στην προσωπική ελευθερία και ασφάλεια. Αντίστοιχη αρχή με το άρθρο 12.1 του Συντάγματος κατοχυρώνει το άρθρο 7 της ΕΣΔΑ και όχι το άρθρο 5, ενώ το άρθρο 6 κατοχυρώνει το Δικαίωμα στη χρηστή απονομή της δικαιοσύνης. Το πρώτο ζήτημα που εγέρθει από την πλευρά του εναγόμενου θεωρώ ότι καλύπτεται και απαντάται από τα παραδεκτά γεγονότα της υπόθεσης δηλαδή την παραδοχή της επιβολής της πρόσθετης επιβάρυνσης, την ύπαρξη της Κ.Δ.Π.108/99 και των Κανονισμών 36 και
  2. Ενώ το δεύτερο στην συνέχεια. Η αναθεωρητική δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου βάσει του άρθρου 146 του Συντάγματος διαχωρίζεται θεσμικά από την πολιτική δικαιοδοσία των Επαρχιακών Δικαστηρίων. Όπως εξηγείται στην απόφαση της Ολομέλειας Συμβ. Εγγρ. Αρχ. & Πολ. Μηχανικών ω. Κωνσταντίνου κ.α
(1994)2 Α.Α.Δ. 453, οι δύο δικαιοδοσίες δεν εφάπτονται σε κανένα σημείο (βλ και Takis P. Marlides Ltd v. Γενικός Εισαγγελέας
(1997)1 ΑΑΑΔ 1424). Η εγκυρότητα διοικητικής πράξης ή απόφασης μπορεί να προσβληθεί μόνο με προσφυγή στο Ανώτατο Δικαστήριο. Αν δεν ακυρωθεί από αρμόδιο αναθεωρητικό δικαστήριο η διοικητική πράξη, η απόφαση διατηρεί καθόλα την ισχύ της ως προς τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που απορρέουν από αυτή. Η επιβολή της πρόσθετης επιβάρυνσης που προβλέπεται από τον Νόμο (Άρθρο 30
(3)του Ν.1/71, Κ.Δ.Π 108/99 Καν.39) , για την οποία υπάρχει παραδοχή εκ μέρους του εναγόμενου ότι του επιβλήθηκε, έχει τα γνωρίσματα διοικητικής πράξης από την οποία παράγοντα έννομα αποτελέσματα. Επιχειρείται από μέρους του εναγόμενου, η ένδικη αμφισβήτηση και ανατροπή της διοικητική πράξης επιβολής επιβάρυνσης σε σχέση με τέλη που επιβλήθηκαν, μέσω αυτής της διαδικασίας και αυτό είναι λάθος. Το τεκμήριο της νομιμότητας είναι ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά της διοικητικής πράξης. Σύμφωνα με πάγια αρχή του Διοικητικού Δικαίου, η διοικητική πράξη από την έναρξη της ισχύος της έως την ακύρωση της με δικαστική απόφαση ή με διοικητική πράξη ή ανάκληση ή κατάργηση της ή γενικά την παύση της ισχύος της, κατά οποιοδήποτε τρόπο, παράγει όλα τα έννομα αποτελέσματα της, ανεξάρτητα από το αν τυχόν έχει νομική πλημμέλεια. Τούτο ισχύει και αν ακόμα παραβιάζει την αρχή της νομιμότητας και έχει ελάττωμα, το οποίο σε περίπτωση προσβολής της με το προβλεπόμενο ένδικο μέσο μπορεί να επιφέρει την ακύρωση η τροποποίηση της. Συνεπακόλουθα τα όσα επικαλείται ο συνήγορος του εναγόμενου, περί παραβίασης των άρθρων 5 και 14 του Ν.158
(1)/99, θα μπορούσαν να εγερθούν και να εξεταστούν μόνο στα πλαίσια προσφυγής στο Ανώτατο Δικαστήριο δυνάμει του άρθρου 146.1 του Συντάγματος. Όπως ανέφερε, ο κ. Φωτίου συγκεκριμένα, η μη τήρηση των άρθρων 5 και 14 του Ν.158
(1)/99 καθιστούν σύμφωνα με την άποψη του την διοικητική πράξη στην πρώτη περίπτωση ακυρώσιμη και στην δεύτερη ανυπόστατη. Το γεγονός της επιβολής των τελών αλλά και της πρόσθετης επιβάρυνσης είναι κατά την άποψη αρκετό. Αν η επιβολή έγινε νόμιμα ή παράνομα, ορθά ή εσφαλμένα, δεν μπορεί να κριθεί από το Επαρχιακό Δικαστήριο και οι ενάγοντες έχουν δικαίωμα να διεκδικήσουν τα τέλη και την πρόσθετη επιβάρυνση με αγωγή (βλ. Νίτσα Κυριάκου κα. ν. Διευθυντής Τμήματος Τελωνείων
(2000)1 Α.Α.Δ. 589). Συνεπώς εκδίδω απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον του εναγόμενου για το ποσό των €49676.42 πλέον νόμιμο τόκο από 26.1.2010 μέχρι εξόφλησης, σύμφωνα με την δήλωση των συνηγόρων ημερομηνίας 26.1.2010, πλέον τα έξοδα όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............ Κ. Κουνίδου, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.