Tsircon Co Limited ν. Parpareshis Nikolas Constructions Limited, Αρ. Αγωγής: 1347/08, 13/01/2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2010:A2 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Ενώπιον: Α. Δαυίδ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1347/08 Tsircon Co Limited Ενάγοντες - Αιτητές και Parpareshis Nikolas Constructions Limited Εναγόμενοι - Καθ΄ ων η Αίτηση Αίτηση Ημερομηνίας 12/10/2009 Ημερομηνία:13/01/2010 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες - Αιτητές: κ. Κρίτων Βλαδιμήρου για Κ. Τσιρίδης & Σία Για τους Εναγόμενους - Καθ΄ ων η Αίτηση: κ. Καρράς για Αντ. Κ. Καράς Δ.Ε.Π.Ε (για ν΄ ακούσει απόφαση η κα Λυσιώτου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αίτηση, η πλευρά των εναγόντων - αιτητών επιδιώκει την έκδοση απόφασης προς όφελος της, στηριζόμενη σε παραδοχή που ως διατείνεται περιέχεται στην παράγραφο 6 της υπεράσπισης των εναγομένων - καθ΄ ων η αίτηση. Την υπό συζήτηση αίτηση η οποία εδράζεται στη Δ.24 θ.6 και Δ.48 θ.9(
- m)των Διαδικαστικών Κανονισμών περί Πολιτικής Δικονομίας, συνοδεύει και υποστηρίζει Ένορκη Δήλωση του Δημήτρη Καραμάνου, ημερ. 12/10/2009. Στα πλαίσια της ως άνω δήλωσης του ο Δημήτρης Καραμάνος αφού υποδεικνύει πως όντας στην υπηρεσία των εναγόντων και ότι εκ της θέσεως του γνωρίζει πολύ καλά τα γεγονότα της υπό συζήτηση υπόθεσης, προβάλλει τη θέση ότι οι εναγόμενοι με την υπεράσπιση τους παραδέχονται ότι οφείλουν στους ενάγοντες το ποσό των €10.074,01 από προϊόντα που τους προμήθευσαν οι τελευταίοι. Οι εναγόμενοι, συνεχίζει, ισχυρίζονται απλά ότι υπέστησαν ζημία ύψους €2.000, ποσό όμως που δεν διεκδικούν με ανταπαίτηση στην υπεράσπιση τους. Υποδεικνύοντας ότι είναι ορθό και δίκαιο όπως εκδοθεί η αιτούμενη απόφαση, υπογραμμίζει πως ως η πληροφόρηση την οποία έλαβε από τον δικηγόρο των εναγόντων, οι τελευταίοι δικαιούνται στην έκδοση απόφασης προς όφελος τους για το ποσό των €10.074,01 χωρίς να αναμένεται η τελική εκδίκαση της αγωγής. Οι καθ' ων η αίτηση στην υπό εξέταση αίτηση καταχώρισαν ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης. Η ένσταση στηρίζεται επίσης στους διαδικαστικούς κανονισμούς περί Πολιτικής Δικονομίας Δ.24 θ.6, Δ-48 θ.1-4, στο άρθρο 30.2 του Συντάγματος και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Οι λόγοι της ένστασης προβάλλονται στο σώμα της. Ειδικότερα, προτάσσεται πως: "1.Οι Εναγόμενοι - Καθ' ων η αίτησις ισχυρίζονται ότι η παράγραφος 6 της Έκθεσης Υπεράσπισης των δεν ισοδυναμεί με παραδοχή των Εναγομένων ότι οφείλουν και χρωστούν στους Ενάγοντες Αιτητές το ποσό των €10.074,01 σεντ. 2. Οι Εναγόμενοι Καθ' ων η αίτηση ισχυρίζονται ότι οι ενάγοντες αιτητές λανθασμένα ερμήνευσαν και παρεξήγησαν την παράγραφο 6 της Εκθέσεως Υπερασπίσεως ότι το ποσό των €10.074,01 σεντ δήθεν ισοδυναμεί με παραδοχή χρέους ή και μέρους της ισχυριζόμενης αξίωσης των Εναγόντων - Αιτητών. 3. Οι Εναγόμενοι Καθ' ων η αίτηση ισχυρίζονται ότι το αιτητικό των Εναγόντων είναι πρόωρο και τυχόν έγκρισης του και συνακόλουθα έκδοση βεβιασμένης απόφασης θα στερήσει τους Εναγόμενους καθ' ων η αίτηση τους του δικαιώματος υπεράσπισης των (Murphy vs Culha
(1976)3 All E.R. 533)
- Οι Εναγόμενοι - Καθ' ων η Αίτηση ισχυρίζονται ότι το Δικαστήριο για να εκδώσει απόφαση δυνάμει των παραδοχών, πρέπει η φύση των παραδοχών να είναι τέτοια που να κλείνει κάθε δρόμο για την προβολή υπεράσπισης σύμφωνα με το πνεύμα της σχετικής νομολογίας.
- Η αίτηση των Εναγόντων - Αιτητών δεν συνοδεύεται με οποιοδήποτε τεκμήριο που να αποδεικνύει τους ισχυρισμούς των.
- Οι Εναγόμενοι - Καθ' ων η αίτησης ισχυρίζονται ότι ο Ενόρκως Δηλών δεν γνωρίζει και δεν έχει γνώση και μάλιστα προσωπική γνώση για να υποστηρίξει την Αίτηση και/ή η Αίτηση των Αιτητών στερείται απόδειξη των ισχυρισμών τους.
- Οι Εναγόμενοι - Καθ' ων η αίτησις αναφορικά με τους ισχυρισμούς των αιτητών στις παραγράφους 3 και 4 της Ενόρκου Δηλώσεως, ότι δεν διεκδικούν αποζημιώσεις με Ανταπαίτηση των, οι Καθ' ων η Αίτησις προβάλουν ότι σύμφωνα με την Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου η τροποποίησης των Δικογράφων μπορεί να γίνει σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας και επιφυλάσσουν το δικαίωμα τους οι εναγόμενοι να προβούν σε τροποποίηση των δικογράφων αν χρειασθεί να γίνει." Τα γεγονότα επί των οποίων εδράζεται η ένσταση εκτίθενται στην ένορκη δήλωση του Θεορή Κουτσού, ημερ. 12/11/
- Ο ως άνω ομνύων, διευθυντής όπως προβάλλει της καθ΄ ης η αίτηση προτάσσει τη θέση ότι η τελευταία δεν οφείλει το ποσό των €10.074,01 σεντ στους ενάγοντες και ότι οι τελευταίοι λανθασμένα παρεξήγησαν και παρερμήνευσαν την παράγραφο 6 της υπεράσπισης. Η παράγραφος 6 της υπεράσπισης, υποστηρίζει, δεν ισοδυναμεί με παραδοχή των εναγομένων ότι οφείλουν στους ενάγοντες - αιτητές το ποσό των €10.074,01 σεντ. Αποτελεί περαιτέρω θέση του ότι η υπό εξέταση αίτηση, λόγω της φύσης της και του χρόνου που αυτή προωθείται έπρεπε να γίνει προφορικά. Υπογραμμίζει παράλληλα ότι τυχόν έγκριση του αιτήματος θα αποστερούσε την πλευρά των εναγομένων από το δικαίωμα υπεράσπισης. Περεταίρω, προβάλλει τον ισχυρισμό πως το πρόσωπο που προέβηκε στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης δεν έχει προσωπική γνώση, ούτε η αίτηση συνοδεύεται από οποιοδήποτε τεκμήριο απόδειξης των προβαλλόμενων από τον ομνύοντα ισχυρισμών. Η μη διεκδίκηση εξάλλου μέσω ανταπαίτησης των διεκδικούμενων αποζημιώσεων από την πλευρά της καθ' ης η αίτηση, υποδεικνύει πως δεν εμποδίζει την τελευταία, με ανάλογη τροποποίηση των δικογράφων της σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας να πράξει τούτο. Κατά το στάδιο της παρουσίασης της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου, δεν προσφέρθηκε οποιαδήποτε επιπρόσθετη μαρτυρία με την καταχώριση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων, ούτε αντεξετάστηκε οποιοσδήποτε από τους ενόρκως δηλούντες. Οι δικηγόροι των δύο πλευρών περιορίστηκαν σε αγορεύσεις προς υποστήριξη των θέσεών τους. Αποτέλεσε θέση του κ. Βλαδιμήρου, για την πλευρά των αιτητών ότι η παραδοχή των εναγομένων, όπως αυτή παρουσιάζεται στην παράγραφο 6 της υπεράσπισης τους είναι αναμφισβήτητη. Με δεδομένο άλλωστε ότι δεν διεκδικούν το ποσό της ζημιάς που ισχυρίζονται ότι υπέστησαν, ούτε προβάλλουν τη θέση ότι προέβηκαν σε σχετικές επιδιορθώσεις δεν επιτρέπεται η κατάληξη ότι οι αναφορές της συγκεκριμένης παραγράφου λανθασμένα ερμηνεύθηκαν από την πλευρά των αιτητών ως παραδοχή. Η φύση άλλωστε της παραδοχής όπως αυτή αναδύεται από την ως άνω παράγραφο της υπεράσπισης είναι τέτοια που στερεί τους εναγομένους από την προβολή οποιασδήποτε υπεράσπισης, με δεδομένο ότι ουσιαστικά δεν αρνούνται ότι αγόρασαν προϊόντα και οφείλουν το ποσό των €10.074,01 σεντ, αλλά μόνο ότι έπαθαν ζημιά την οποία οι ίδιοι προσδιορίζουν στο ποσό των €2.
- Σχολιάζοντας περαιτέρω θέσεις που προτάσσονται στην ένσταση της καθ' ης η αίτηση, υπέδειξε ότι στην υπό συζήτηση περίπτωση δεν απαιτείται η παράθεση οποιουδήποτε επιπρόσθετου τεκμηρίου για τη επιτυχία της αίτησης, ενώ παράλληλα υπέδειξε πως η Δ.65 που η καθ' ης η αίτηση εταιρεία ισχυρίζεται ότι θα έπρεπε να ακολουθηθεί, πέραν του γεγονότος ότι δεν χωρούσε η εφαρμογή της κάτω από οποιεσδήποτε περιστάσεις, αυτή από μακρού χρόνου έχει ήδη καταργηθεί Αντίθετη ήταν η εισήγηση του κ. Καρά για την πλευρά της καθ' ης η αίτηση εταιρείας ο οποίος υπογράμμισε ότι η παράγραφος 6 της υπεράσπισης σε καμία περίπτωση δεν περιλαμβάνει παραδοχές κατά τον τρόπο που θα επέτρεπε την έκδοση απόφασης. Η συγκεκριμένη παράγραφος, υποστήριξε, εντασσόμενη στο σύνολο των δικογραφημένων θέσεων της εναγόμενης εταιρείας, σε καμία περίπτωση δεν επιτρέπει την κατάληξη στο συμπέρασμα ότι υπάρχει παραδοχή από την πλευρά της τελευταίας κατά τον τρόπο που αυτή αναγνωρίζεται ότι πρέπει να υπάρχει για να επιτύχει αίτηση αυτής της φύσης. Υπάρχει υπέδειξε συζητήσιμο ζήτημα ακόμη και για το θέμα της ζημίας που επικαλείται η καθ' ης η αίτηση ότι υπέστη στην υπεράσπιση της, πέραν και ανεξάρτητα από το γεγονός ότι σε αυτό το στάδιο τούτο δεν διεκδικείται, υπογραμμίζοντας ότι παραμένει πάντα ανοικτό το ενδεχόμενο σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας να ζητηθεί η τροποποίηση των δικογραφημένων θέσεων της εναγόμενης κατά τρόπο που να περιλαμβάνει το συγκεκριμένο ποσό ως αξίωση σε βάρος των εναγόντων. Αποτελεί κατέληξε συνταγματικό δικαίωμα της πλευράς των εναγομένων να ακουστούν στα πλαίσια ακροαματικής διαδικασίας, αφού υπάρχουν αμφισβητούμενα γεγονότα Στην υπόθεση Ελληνίδης κ.α. ν. Καζακιάν
(1990)1 ΑΑΔ, σελ. 128, υποδείχθηκε μεταξύ άλλων ότι η διαπίστωση γεγονότων έξω από το πλαίσιο της δίκης δεν είναι επιτρεπτή εκτός εκεί όπου γίνεται ειδική πρόβλεψη από τους δικονομικούς θεσμούς. Η Δ.24 θ.6 των Διαδικαστικών Κανονισμών περί Πολιτικής Δικονομίας, προβλέπει ουσιαστικά μία τέτοια περίπτωση. Ως ειδικότερα προνοείται στην εν λόγω Διαταγή: "Οποιοσδήποτε διάδικος μπορεί, σε οποιοδήποτε στάδιο θέματος ή ζητήματος που έγιναν παραδοχές γεγονότος είτε στα δικόγραφα ή διαφορετικά, να αποταθεί στο Δικαστήριο ή Δικαστή για τέτοια απόφαση ή διάταγμα που θα δικαιούται σύμφωνα με αυτές τις παραδοχές, χωρίς να περιμένει την αποπεράτωση οποιουδήποτε άλλου ζητήματος μεταξύ των διαδίκων και το Δικαστήριο ή Δικαστής μπορεί μετά από τέτοια αίτηση να εκδώσει τέτοιο διάταγμα ή να δώσει τέτοια απόφαση που θα κρίνει δίκαια." Όπως υποδεικνύεται στο Σύγγραμμα Precedents of Pleadings των Bullen and Leake and Jacob´s, 12η έκδοση, σελ 79 : "Where sufficient admissions are made by the defendant, by his defence or otherwise, the plaintiff may apply for such judgment or order as from those admissions he may be entitled to, without waiting for the trial; and the court may give such judgment or make such order on such application as it thinks just." (Βλέπε επίσης το Σύγγραμμα Halsbury´s Laws of England, 4η έκδοση, τόμος 37 σελ. 235 παράγραφος 314 υπό τον τίτλο "Judgment on admissions".) Η παραδοχή εξάλλου σε μία υπεράσπιση όπως υποδεικνύεται στη σελ 77 του ως άνω συγγράμματος Precedents of Pleadings των Bullen and Leake and Jacob´s, μπορεί να είναι είτε ρητή είτε να αναδύεται ως εξυπακουόμενη από τη μη αντίκρουση ουσιαστικών γεγονότων που καταγράφονται στην έκθεση απαίτησης. Το ζήτημα έχει απασχολήσει τόσο την Κυπριακή όσο και την Αγγλική νομολογία η οποία έχει υιοθετηθεί από τα Δικαστήρια της Δημοκρατίας. Στην υπόθεση Τσιμεντοποϊία Βασιλικού Λίμιτεδ ν. Μακαρίου,
(1993)1 ΑΑΔ 370, ουσιαστικά έχει κωδικοποιηθεί η έκταση της εφαρμογής της συγκεκριμένης Διαταγής των Διαδικαστικών Κανονισμών, ενώ παράλληλα τίθενται τα όρια εντός των οποίων θα πρέπει να κινηθεί η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου κατά την εξέταση αιτήματος όπως το υπό συζήτηση. Αναφέρονται μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα στη σελ. 375: "Η φύση των παραδοχών κάτω από τη Δ.24 θ.6 στην οποία είναι θεμιτό να βασισθεί δικαστήριο για την έκδοση απόφασης πρέπει να είναι τέτοια που να κλείνει κάθε δρόμο για την προβολή υπεράσπισης. Αυτό είναι το πνεύμα της σχετικής νομολογίας: Ellis v. Allen [1911-1913] All E.R. Rep. 906, Technistudy Ltd v. Kelland [1976] 3 All E.R. 632 και Murphy v. Culhane, ανωτέρω. Βλέπε επίσης την απόφαση του Γ. Νικολάου, Π.Ε.Δ. στην υπόθεση 878/89 Νίκος Χριστοφή ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ και Άλλου ημερ. 6/2/90. Η εφεκτικότητα στη χρήση της διάταξης για πρόωρη απόφαση, εκτός φυσικά στην περίπτωση που μια παραδοχή δεν αφήνει περιθώρια υπεράσπισης, υπογραμμίζει εμφαντικά και την ανάγκη για προσεκτική στάθμιση των δεδομένων της κάθε συγκεκριμένης υπόθεσης." Επανερχόμενος στην υπό συζήτηση περίπτωση, ευθύς εξαρχής θα πρέπει να σημειωθεί πως δεν εμποδίζεται η προώθηση της υπό συζήτησης αίτησης από το γεγονός ότι αυτή δεν βασίζεται στην παλαιά Δ.65 των Διαδικαστικών Κανονισμών περί Πολιτικής Δικονομίας. Δεν θα μπορούσε άλλωστε τούτο σύννομα να συμβαίνει. Οι επισημάνσεις του ευπαίδευτου συνηγόρου υπεράσπισης για το ζήτημα, ότι δηλαδή η ως άνω Διαταγή έχει ήδη καταργηθεί από το 1996 ενώ παράλληλα πως και αν ακόμα η ως άνω Διαταγή εξακολουθούσε να τελεί σε ισχύ, σε καμία περίπτωση δεν θα κάλυπτε την υπό συζήτηση περίπτωση, λόγω της κλίμακας της υπό συζήτηση υπόθεσης, δεν μπορεί παρά να υιοθετηθούν πλήρως και από το Δικαστήριο. Κατά τον ίδιο τρόπο υιοθετείται και η θέση της πλευράς των αιτητών πως στα πλαίσια αίτησης όπως η υπό συζήτηση, δεν αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση η παρουσίαση πρόσθετων αποδεικτικών στοιχείων για την επιτυχία της. Είναι αρκετή η κατάδειξη παραδοχών, άμεσων ή έμμεσων στις δικογραφημένες θέσεις του καθ' ου η αίτηση, τέτοιων που θα πληρούσαν τα κριτήρια που απαιτούνται σε περιπτώσεις ως η υπό συζήτηση και θα επέτρεπαν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου προς όφελος της πλευράς των αιτητών. Ούτε βεβαίως μπορεί να ανακόψει κατά τον τρόπο που εισηγείται η καθ' ης η αίτηση, την πορεία της υπό συζήτηση αίτησης, ο προβαλλόμενος από την υπεράσπιση ισχυρισμός ότι το πρόσωπο που προέβηκε στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης δεν έχει προσωπική γνώση των γεγονότων της υπόθεσης. Με δεδομένη την δήλωση του ως άνω προσώπου ότι όντας στην υπηρεσία των εναγόντων - αιτητών γνωρίζει πολύ καλά τα γεγονότα της υπόθεσης, ενώ είναι εξουσιοδοτημένος να προβεί στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει και υποστηρίζει την αίτηση, σε συνδυασμό τούτο με το γεγονός πως όχι μόνο δεν αντεξετάστηκε για το ζήτημα αλλά ούτε καν τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου οποιοδήποτε άλλο στοιχείο ή μαρτυρία για το ζήτημα που θα επέτρεπε την υιοθέτηση των πιο πάνω θέσεων της καθ' ης η αίτηση, αυτές στο τέλος της ημέρας παρέμειναν μετέωρες, γενικές και αόριστες αναφορές, αδύνατες να πείσουν για την ορθότητα τους. Ό,τι ουσιαστικά απασχολεί στα πλαίσια της υπό συζήτηση αίτησης είναι εάν πράγματι οι αναφορές στην παράγραφο 6 της υπεράσπισης των εναγομένων, αποτελούν παραδοχές τέτοιας μορφής και έντασης, οι οποίες κλίνουν κάθε δρόμο για την προβολή υπεράσπισης. Εξετάζοντας με προσοχή την υπεράσπιση των εναγομένων, στο σύνολο της, διακρίνεται η σαφής άρνηση της απαίτησης των εναγόντων, αφού οι εναγόμενοι κατά τρόπο κατηγορηματικό αρνούνται όχι μόνο τον τρόπο δημιουργίας αλλά και το ύψος του διεκδικούμενου με την απαίτηση ποσού, όπως αυτά εξηγούνται και καταγράφονται στις παραγράφους 4 και 5 της έκθεσης απαίτησης. Ρητή άρνηση εξάλλου εντοπίζεται σε σχέση με το σύνολο των δικογραφημένων ισχυρισμών των εναγόντων, πλην αυτών που περιλαμβάνονται στην παράγραφο αρ. 2 της έκθεσης απαίτησης. Είναι γεγονός πως παρά τις ως άνω σαφείς τοποθετήσεις των εναγομένων, στην παράγραφο 6 της υπεράσπισης, κατά τρόπο αφηρημένο, γενικό και αόριστο, γίνεται λόγος για προσφορά προς τους ενάγοντες εκ μέρους των εναγομένων, μέσω επιστολής του δικηγόρου τους πριν την καταχώρηση της παρούσας αγωγής, ενός ποσού της τάξης των €8.000, ενώ προσδιορίζεται ένα ποσό της τάξης των € 2000 ως ζημιά την οποία υπέστησαν. Η δικογράφηση εκ μέρους των εναγομένων της παραγράφου 6 της υπεράσπισης κατά τον πιο πάνω τρόπο, ασύνδετα με τις ισχυριζόμενες συναλλαγές των διαδίκων όπως αυτές προβάλλονται από τους ενάγοντες στην απαίτησή τους, και γίνονται αντικείμενο ειδικής άρνησης από τους εναγόμενους στην υπεράσπιση τους, ομολογουμένος μπορεί να οδηγήσει σε σύγχυση. Η ως άνω αναφορά όμως στην εν λόγω επιστολή και το περιεχόμενό της από την πλευρά των εναγόμενων, σε καμιά περίπτωση δεν φαίνεται να συνδέεται από την πλευρά των τελευταίων με το συγκεκριμένο ποσό που αξιώνεται στην έκθεση απαίτησης των εναγόντων, ποσό που ως πιο πάνω έχει αναφερθεί ο τρόπος δημιουργίας του, όπως προβάλλεται από την πλευρά των εναγόντων στις παραγράφους 4 και 5 της έκθεσης απαίτησης τους, γίνεται ρητά αντικείμενο άρνησης από την πλευρά των εναγομένων. Στη βάση όλων όσων έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου με τις δικογραφημένες θέσεις των δύο πλευρών, σε καμία περίπτωση δεν μπορεί με άνεση να συνδεθεί το ποσό που διεκδικείται από την πλευρά των εναγόντων με το ποσό που η πλευρά των εναγομένων φαίνεται να δηλώνει ότι προσέφερε με επιστολή του δικηγόρου της στην πλευρά των εναγόντων. Η υπόθεση εκ μέρους του Δικαστηρίου ότι το προσφερόμενο ποσό με την επιστολή του δικηγόρου των εναγομένων, ημερ. 14/10/2008, αντιστοιχεί στο ποσό της απαίτησης των εναγόντων όπως αυτή περιγράφεται στην έκθεση απαίτησής τους, το οποίο τόσο πριν όσο και μετά την εν λόγω αναφορά στην υπεράσπιση τους οι εναγόμενοι ρητά αρνούνται, θα αποτελούσε ενέργεια εκ μέρους του Δικαστηρίου ανεπίτρεπτη και αντινομική. Για τους λόγους που πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω αποτελεί κατάληξη του Δικαστηρίου ότι η αναφορά που περιέχεται στην παράγραφο 6 της υπεράσπισης της εναγόμενης εταιρείας, εντασσόμενη στο σύνολο της προβαλλόμενης από την πλευρά της τελευταίας υπεράσπιση και συνολικά θεωρούμενη με αυτήν, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι κλείνει κάθε δρόμο για την προβολή υπεράσπισης. Συνακόλουθα των πιο πάνω, η παρούσα αίτηση κρίνεται ότι δεν μπορεί να έχει επιτυχή κατάληξη και απορρίπτεται. Τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας ενόψει του γεγονότος ότι δεν φαίνεται να συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος που να οδηγεί στην εκτόπιση του κανόνα ότι ακολουθούν το αποτέλεσμα, (Halsbury's Laws of England, 3η έκδοση, τόμος 30, σελ 412,παράγραφοι 795-796) επιδικάζονται προς όφελος της καθ' ης η αίτηση και εναντίον της αιτήτριας εταιρείας, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον αρμόδιο προς τούτο Πρωτοκολλητή στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) ........ Α. Δαυίδ, Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο