ΑΚΙΝΗΤΑ Π. ΙΩΑΝΝΙΔΗ ΛΤΔ ν. HUSSEIN CAGNER, Αρ.αγωγής 368/2004, 21 Ιανουαρίου,2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2010:A7 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ - ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Ενώπιον: Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Α.Ε.Δ. Αρ.αγωγής 368/2004 Μεταξύ: ΑΚΙΝΗΤΑ Π. ΙΩΑΝΝΙΔΗ ΛΤΔ Εναγόντων και HUSSEIN CAGNER Εναγομένου Και ως ετροποποιήθη δυνάμει διαταγής του Δικαστηρίου ημερ. 12.10.06 ΑΚΙΝΗΤΑ Π. ΙΩΑΝΝΙΔΗ ΛΤΔ Εναγόντων και HUSSEIN CAGΙNER Εναγομένου ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 21 Ιανουαρίου,2010. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ Για τον αιτητή-εναγόμενο: κ. Χακκί Ονέν Για τους καθ΄ ων η αίτηση-ενάγοντες: κ. Λάρης Βραχίμη Παρών ο κ.Ouzkan R. Kubilay, ο οποίος ασκεί καθήκοντα μεταφραστή Α Π Ο Φ Α Σ Η ΕΓΓΡΑΦΕΣ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ Οι ενάγοντες με την παρούσα αγωγή αξιώνουν εναντίον του εναγόμενου αποζημιώσεις για παράνομη επέμβαση στην ακίνητη ιδιοκτησίας τους που βρίσκεται στην οδό Δελφών 10 στην Αμμόχωστο. Αξιώνουν επίσης Δηλωτική Απόφαση ότι οι ενάγοντες είναι νόμιμοι ιδιοκτήτες και δικαιούνται στην άμεση κατοχή της προαναφερθείσας ακίνητης ιδιοκτησίας ως και Διατάγματα με το οποίο να απαγόρευεται στον εναγόμενο να παραμείνει στην κατοχή του επίδικου υποστατικού ή να εισέρχεται ή με οποιοδήποτε τρόπο να επεμβαίνει στο υποστατικό και Διάταγμα με το οποίο ο εναγόμενος να διατάσσεται όπως εγκαταλείψει το υποστατικό και/ή παραδώσει στους ενάγοντες ελεύθερη κατοχή του εν λόγω υποστατικού. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς που δικογραφούνται στην Έκθεση Απαίτησης ο εναγόμενος κατά ή προ του έτους 2001 παράνομα και αυθαίρετα εισήλθε στο ακίνητο που βρίσκεται επί της οδού Δελφών 10 στην Αμμόχωστο του οποίου ιδιοκτήτες είναι οι ενάγοντες και παράνομα και αυθαίρετα έλαβε κατοχή του εν λόγω ακινήτου και ότι επενέβηκε παράνομα και εξακολουθεί να επεμβαίνει παράνομα επί του ακινήτου. Προβάλλεται, επίσης, ο ισχυρισμός ότι ο εναγόμενος παράνομα και αυθαίρετα προέβηκε σε ουσιώδεις μετατροπές και αλλοιώσεις μονίμου χαρακτήρα του ακινήτου. Ο ισχυρισμός εξειδικεύεται με παροχή λεπτομερειών σύμφωνα με τις οποίες ο εναγόμενος προχώρησε σε μετατροπή του ακινήτου από κατοικία σε εστιατόριο και ότι στα πλαίσια αυτά προέβηκε σε επεμβάσεις ή μετατροπές εξωτερικά επί του κτιρίου, εξωτερικά στην μπροστινή αυλή, εσωτερικά επί της διαρρύθμισης του χώρου και ότι οι πιο πάνω αλλαγές, οι οποίες περιγράφονται με λεπτομέρειες, έχουν αλλοιώσει ουσιαστικά την όλη φύση του κτιρίου. Περαιτέρω, ισχυρίζονται ότι το κόστος αποκατάστασης των παράνομων και αυθαίρετων μετατροπών και αλλοιώσεων του ακινήτου στις οποίες προέβηκε ο εναγόμενος υπερβαίνει τις Λ.Κ.300,000.00 και ότι η ενοικιαστική αξία του ακινήτου υπερβαίνει το ποσό των Λ.Κ.7,500.00 μηνιαίως. Τέλος, οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι, συνεπεία της πιο πάνω παράνομης επέμβασης, έχουν στερηθεί του δικαιώματος κατοχής και απόλαυσης της περιουσίας τους και έχουν υποστεί απώλεια και ζημιά. Στην Υπεράσπισή του ο εναγόμενος εν πρώτοις θέτει κάποια προκαταρκτικά ζητήματα τα οποία χαρακτηρίζει ως «προαντιρρήσεις» οι οποίες έχουν ως εξής: - Η επίδικη ακίνητη ιδιοκτησία δεν είναι στην κατοχή του εναγόμενου από το Δεκέμβριο του 2005 και γι΄ αυτό η αγωγή δεν μπορεί να προχωρήσει. - Σύμφωνα με τα Άρθρα 155
(3)και 159
(3)του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας στις αγωγές που οι δύο πλευρές ανήκουν σε διαφορετικές κοινότητες χρειάζεται να συνεδριάζουν δικαστές από την ελληνοκυπριακή κοινότητα και από την τουρκοκυπριακή κοινότητα ενώ ο δικαστής στην παρούσα αγωγή προέρχεται μόνο από την ελληνοκυπριακή κοινότητα με αποτέλεσμα να μην έχει σχηματιστεί δικαστήριο κατάλληλο και σύμφωνο με το Σύνταγμα. - Το αρμόδιο Δικαστήριο πρέπει να είναι το Δικαστήριο Αμμοχώστου όπου κατοικά ο εναγόμενος και όπου βρίσκεται η επίδικη ακίνητη ιδιοκτησία, ενώ ο ενάγων καταχώρησε την παρούσα αγωγή στο Επαρχιακό Δικαστήριο Αμμοχώστου που συνεδριάζει στη Λάρνακα, γι΄ αυτό η αγωγή πρέπει να απορριφθεί. Επί της ουσίας ο εναγόμενος ισχυρίζεται, βασικά, τα εξής: - Η επίδικος ακίνητη ιδιοκτησία δεν είναι στην κατοχή του εναγόμενου από το
- - Ο εναγόμενος μπήκε στο επίδικο ακίνητο με την άδεια της Διοίκησης που είναι ενεργός στη βόρεια Κύπρο και τον απάλλαξε στο τέλος του Δεκέμβρη 2005 και από τότε δεν έχει κατοχή. - Δεν έκανε καμμία ανακαίνιση στο ακίνητο, του παραδόθηκε όπως ήταν και το εγκατέλειψε όπως ήταν. - Δεν είναι ο εναγόμενος που στέρησε τους ενάγοντες από το ακίνητο τους, δεν δημιούργησε αυτός τα γεγονότα του
- ΠΑΡΑΔΕΚΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ Πριν την ακρόαση της παρούσας αγωγής αμφότεροι οι συνήγοροι των διαδίκων προέβησαν στα ακόλουθα παραδεκτά γεγονότα. (I) Οι ενάγοντες είναι ιδιοκτήτες και δικαιούνται στην κατοχή της επίδικης περιουσίας σύμφωνα με τους Νόμους της Κυπριακής Δημοκρατίας. (II) Συμφωνούν όπως εκδοθεί διάταγμα εναντίον του εναγόμενου σύμφωνα με το οποίο να διατάσσεται να μην ξαναεισέλθει στην επίδικη περιουσία. (III) Δηλώνεται ότι ο εναγόμενος δεν κατέχει πλέον την επίδικη περιουσία και (IV) Ότι ο εναγόμενος έλαβε κατοχή της επίδικης περιουσίας και έχει κάμει ουσιαστικές μετατροπές. ΜΑΡΤΥΡΙΑ Κατά την ακροαματική διαδικασία κατέθεσαν από πλευράς εναγόντων ένας μόνο μάρτυρας ο Πάνος Ιωαννίδης, Δ/ντής των εναγόντων. Από πλευράς Υπεράσπισης δεν προσκομίσθηκε οποιαδήποτε μαρτυρία. Ο Μ.Ε.1 είναι Διευθυντής της ενάγουσας εταιρείας και κατάγεται από την Αμμόχωστο. Το επίδικο ακίνητο είναι ιδιοκτησίας της ενάγουσας εταιρείας (Τεκμήριο 4). Το επίδικο ακίνητο είναι το πατρικό του Μ.Ε.1 από ηλικίας δύο ετών. Διέμενε σ΄ αυτό κατά τη διάρκεια της παιδικής του ηλικίας ως μαθητής και, αργότερα, ως φοιτητής μέχρι που παντρεύτηκε και μετοίκησε σ΄ άλλο σπίτι. Η μητέρα του, όμως, παρέμεινε σ΄ αυτό μέχρι και την τουρκική εισβολή. Όταν άρχισε η 2η φάση της τουρκικής εισβολής στις 13.8.74 φρόντισε τόσο η δική του οικογένεια όσο και αυτή της μητέρας του να μεταφερθούν εκτός Αμμοχώστου και, συγκεκριμένα, στη Λευκωσία. Μετά από τη 2η φάση της εισβολής δεν ήταν δυνατόν πλέον να έχει οποιαδήποτε πρόσβαση στο επίδικο ακίνητο μέχρι το 2003 που «επετράπησαν» οι επισκέψεις στις κατεχόμενες περιοχές, κάτι που η οικογένεια του Μ.Ε.1 δεν έκανε πλην ενός ατόμου, θεωρώντας ότι κάτι τέτοιο συνεπαγόταν αναγνώριση του κατοχικού καθεστώτος. Είχε, όμως, ενημέρωση για το επίδικο ακίνητο. Συγκεκριμένα, ένα μέλος της ευρύτερης οικογένειας του Μ.Ε.1, ο σύζυγος μίας από τις δύο αδελφότεκνες του, ο οποίος είναι Γερμανός και κάτοχος Γερμανικού διαβατηρίου και διαμένει μονίμως στην Κύπρο, επισκέφθηκε από το 2001 ως ξένος υπήκοος την περιοχή. Η πληροφόρηση που είχε τότε ο Μ.Ε.1 ήταν ότι είχε κατοικηθεί το πατρικό του σπίτι, το οποίο στο μεταξύ είχε μετατραπεί σε εστιατόριο και έφερε μαζί του και φωτογραφικό υλικό (Τεκμήριο 8). Αυτές οι φωτογραφίες υπήρχαν και στο διαδίκτυο για σκοπούς διαφήμισης του ονομαζόμενου εστιατορίου «HURMA - fish and meat restaurant», οι οποίες φωτογραφίες απεσύρθηκαν από το διαδίκτυο τέλος Νοεμβρίου του 2008 διότι εν τω μεταξύ το κτίριο επί του ακινήτου είχε παρανόμως κατεδαφιστεί πλήρως γύρω στις 3 ή 4 Νοεμβρίου του 2008, γεγονός που ο Μ.Ε.1 είχε πληροφορηθεί από τουρκόφωνες εφημερίδες στις 5.11.
- Στη συνέχεια της μαρτυρίας του ο Μ.Ε.1 περιέγραψε με λεπτομέρεια τις αλλαγές που είχαν γίνει στο επίδικο ακίνητο προ της κατεδάφισης του, οι οποίες αλλαγές, όπως ανέφερε ήταν μεγάλης έκτασης τόσο στο εξωτερικό όσο και στο εσωτερικό του κτιρίου. Τις αλλαγές που περιέγραψε αναλυτικά στο δικαστήριο ανέφερε ότι φαίνονται και σε βιντεοταινία την οποία έλαβε ο σύζυγος της αδελφότεκνης του κατά τη μετάβαση και επίσκεψη του στο κτίριο το
- Αυτές τις αλλαγές τις πληροφορήθηκε και από τη αδελφή του Μαρίνα Αδαμίδου, η οποία εισήλθε στο υποστατικό το Μάρτιο του 2004 μετά που επετράπη η δίοδος μέσω των οδοφραγμάτων. Μέσω τρίτων προσώπων ο Μ.Ε.1 έμαθε το όνομα του κατόχου της περιουσίας του και κατέθεσε την παρούσα αγωγή εκ μέρους της εταιρείας του. Ακολούθησε προσωπική επίδοση της στον εναγόμενο. Τον Νοέμβριο 5 ή 6 του 2008 πληροφορήθηκε ότι το ακίνητο είχε κατεδαφιστεί. Κατά παράκληση του λήφθηκαν φωτογραφίες από το Γερμανό σύζυγο της αδελφότεκνης του του κατεδαφισμένου πλέον κτιρίου. Δήλωσε, τέλος, ότι ουδέποτε ο ίδιος πώλησε το επίδικο ακίνητο και ότι ουδέποτε ο ίδιος έδωσε οποιαδήποτε άδεια για τις αλλαγές που έγιναν στο επίδικο ακίνητο. Αντεξεταζόμενος, διαφώνησε ότι το επίδικο ακίνητο εγκαταλείφθηκε λόγω των γεγονότων του
- Εξήγησε ότι το ακίνητο εγκαταλείφθηκε ένεκα του φυσικού φόβου και ενστίκτου αυτοσυντήρησης και επιβίωσης από την επιδρομή της τουρκικής στρατιωτικής αεροπορίας με την έναρξη της 2ης φάσης της παράνομης τουρκικής εισβολής. Πρόσθεσε σ΄ άλλη ερώτηση που του υποβλήθηκε ότι άσχετα από ποιος είναι υπαίτιος της εισβολής ο εναγόμενος κατέλαβε παρανόμως το σπίτι του. Ερωτηθείς αν του έκανε οποιαδήποτε παρατήρηση του εναγόμενου μόλις έμαθε ότι έλαβε κατοχή του ακινήτου, ο Μ.Ε.1 απάντησε ότι μόλις ήταν εφικτό από τα γεγονότα να κάνουν κάτι το έκαναν. Στην υποβολή ότι τα γεγονότα που άρχισαν στις 15.7.74 και συνεχίστηκαν μετά δεν τα προκάλεσε ο εναγόμενος και ότι ο εναγόμενος είχε την κατοχή του σπιτιού του ως αποτέλεσμα αυτών των γεγονότων, απάντησε ότι έστω και αν κάποιος άλλος παρανόμησε και ο τρίτος εκμεταλλευτεί την παρανομία των τρίτων, δεν παύει να παρανομεί εναντίον εκείνου. Εδώ, πρόσθεσε, ο εναγόμενος, άσχετα με το ποιος προκάλεσε την εισβολή, εν γνώσει του έμπαινε σε ξένη περιουσία χωρίς την άδεια του νομίμου ιδιοκτήτη και, συνεπώς, είναι παράνομος. Ερωτηθείς κατά πόσο όλα τα πρόσωπα μετά τα γεγονότα του 1974 που κατέλαβαν σπίτια είτε στο βορρά είτε στο νότο, βρίσκονται στην ίδια θέση, ο Μ.Ε.1 απάντησε ότι εις μεν το κατεχόμενο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας στο βορρά έχουν καταληφθεί περιουσίες, εκδόθηκαν παράνομοι τίτλοι, άλλαξε η μορφή πλείστων των περιουσιών και καταστράφηκαν περιουσίες, ενώ, αντίθετα, στην περιοχή που ελέγχει το νόμιμο κράτος όσες περιουσίες των νομίμων Τούρκων της Κύπρου κατελήφθησαν για να στεγαστούν Έλληνες της Κύπρου πρόσφυγες έγινε με τρόπο επίσημο από τη νόμιμη κυβέρνηση και κάτω από όρους και με ειδικό κρατικό φορέα. Τόνισε ότι με κανένα τρόπο στις ελεύθερες περιοχές έγινε παράνομη κατοχή ξένης περιουσίας, ούτε τίτλοι ιδιοκτησίας εξεδόθηκαν σε βάρος της τουρκοκυπριακής περιουσίας αλλά αυστηρά για να στεγασθούν είτε ως οικία, είτε επαγγελματικά ελληνοκύπριοι πρόσφυγες μέχρι την επίλυση του Κυπριακού ζητήματος. Στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας έγινε αναφορά σε απόσπασμα από την Τουρκοκυπριακή Εφημερίδα KIBRIS (Τεκμήριο 11) στην οποία υπάρχουν δηλώσεις του εναγόμενου οι οποίες αναφέρονται στο επίδικο ακίνητο. Μεταξύ άλλων αναφέρεται ότι δύο μέρες μετά από την κατεδάφιση του κτιρίου, που ο εναγόμενος είχε μετατρέψει σε εστιατόριο με το όνομα Hurma , είχε ζητήσει προσωρινό διάταγμα από το Δικαστήριο ζητώντας να μην μπει οποιοσδήποτε στο ακίνητο ή να κτίσει σ΄ αυτό ή να αλλάξει τη φυσική κατάσταση του και ότι το εν λόγω διάταγμα εδόθη στις 10/11/08 αλλά, κατ΄ εκείνο το στάδιο δεν είχε επιδοθεί. ΘΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΕΙΣΗΓΗΣΕΙΣ ΤΩΝ ΜΕΡΩΝ Μετά την ολοκλήρωση της ακροαματικής διαδικασίας αμφότεροι οι συνήγοροι των διαδίκων αγόρευσαν υποστηρίζοντας τις εκατέρωθεν θέσεις τους. Ο κος Βραχίμης εκ μέρους των εναγόντων, αφού αναφέρθηκε στα γεγονότα της υπόθεσης, επεσήμανε ότι η παρούσα υπόθεση αφορά παράνομη επέμβαση σε ακίνητη ιδιοκτησία και διά της αγωγής τους διεκδικούν την επιστροφή της ακίνητης ιδιοκτησίας (ejectment). Με βάση αυτή τη βάση αγωγής, όπως εξήγησε, δεν εγείρεται θέμα αναγκαιότητας για να αποδειχθεί κατοχή από μέρους του ενάγοντα. Είναι αρκετό να είναι ο ιδιοκτήτης του ακίνητου. Ο κος Βραχίμης τόνισε ότι, έστω και αν ο εναγόμενος έπαυσε να είναι ο κάτοχος του ακινήτου, αυτό έγινε όχι με τη δική του επιλογή. Συνέχισε να διεκδικεί την κατοχή του ακινήτου με διαδικασίες στην παράνομη διοίκηση στα κατεχόμενα. Όσον αφορά τη δηλωτική απόφαση που αξιώνεται με την οποία να αναγνωρίζεται ότι οι ενάγοντες είναι οι νόμιμοι ιδιοκτήτες του ακινήτου, ο συνήγορος παρέπεμψε στο Άρθρο 41 του Ν.14/60, τονίζοντας ότι η αναγνωριστική απόφαση κατοχυρώνεται από το Νόμο. Επεσήμανε δε ότι το αίτημα για έκδοση αναγνωριστικής απόφασης είναι δικαιολογημένο ενόψει του ότι υπήρξε αμφισβήτηση των δικαιωμάτων του ενάγοντα, λαμβάνοντας υπόψη τη συμπεριφορά και ενέργειες του εναγόμενου με τις οποίες φαίνεται ότι θεωρούσε ότι αυτός ήταν ο νόμιμος κάτοχος. Το ίδιο, πρόσθεσε, ισχύει και για τη θεραπεία έκδοσης απαγορευτικού διατάγματος που να απαγορεύει στον εναγόμενο να ξαναεισέλθει στο ακίνητο και να λάβει κατοχή ενόψει του ότι ο εναγόμενος μετά που έχασε την κατοχή του ακινήτου συνέχισε να τη διεκδικεί. Τέλος, ο συνήγορος ανέφερε ότι ουδεμία μαρτυρία υπήρξε από τον εναγόμενο από την οποία να προκύπτει συζητήσιμο θέμα να είχε δικαίωμα κατοχής ή οτιδήποτε που να αμφισβητεί τα αιτήματα των εναγόντων. Ο κος Onen εκ μέρους του εναγόμενου, αναφέρθηκε σε τρία νομικά ζητήματα ως ακολούθως: Πρώτον Εφόσον η ακίνητη περιουσία δεν υπάρχει πλέον δεν υπάρχει θέμα εκδίκασης της υπόθεσης η οποία θα πρέπει να απορριφθεί. Δεύτερον Με βάση τα Άρθρα 155
(3)και 159
(3)του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας αν οι διάδικοι σε μια υπόθεση ανήκουν σε διαφορετική κοινότητα της Κύπρου τότε η σύνθεση του Δικαστηρίου θα πρέπει να περιλαμβάνει Δικαστή τόσο από την Ε/Κ όσο και την Τ/Κ κοινότητα. Εδώ ενόψει του ότι ο Εναγόμενος ανήκει στην Τ/Κ κοινότητα θα έπρεπε στη σύνθεση του εκδικάζοντας Δικαστηρίου να υπάρχει Τ/Κ Δικαστής. Εφόσον λοιπόν η σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου δεν είναι σύμφωνη με το Σύνταγμα η αγωγή πρέπει να απορριφθεί. Τρίτον Το αρμόδιο Δικαστήριο είναι εκείνο εντός της περιφέρειας του οποίου βρίσκεται το ακίνητο. Εδώ εφόσον το ακίνητο βρίσκεται στην Αμμόχωστο, αρμόδιο Δικαστήριο είναι αυτό της Αμμοχώστου και άρα το παρόν Δικαστήριο Αμμοχώστου που συνεδριάζει στη Λάρνακα δεν είναι το αρμόδιο δικαστήριο. Ανεξάρτητα και χωρίς επηρεασμό στις πιο πάνω νομικές του εισηγήσεις, ο κος Onen δέχτηκε ότι είναι φανερό σύμφωνα με τα έγγραφα της Κυπριακής Δημοκρατίας ότι ο Ενάγων είναι ο ιδιοκτήτης της επίδικης ακίνητης περιουσίας και δεν έχει ένσταση να εκδοθεί απόφαση περί τούτου. Περαιτέρω, αφού επεσήμανε ότι ο Εναγόμενος έχει εγκαταλείψει την επίδικη ακίνητη περιουσία, δήλωσε ότι δεν έχει ένσταση να εκδοθεί απόφαση για να μην εισέλθει σ΄ αυτή. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Οι Ενάγοντες είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης εγγεγραμμένη στην Κύπρο και ο Μ.Ε.1 είναι διευθυντής της εταιρείας. (Τεκμήριο 1, 2 και 3) Οι Ενάγοντες κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ήταν και είναι ιδιοκτήτες και δικαιούμενοι στην κατοχή της κατοικίας που ευρίσκετο επί της οδού Δελφών 10 στην Αμμόχωστο, τεμάχιο 448, Φ/Σχ. 33/13.1.1, Άγιος Ιωάννης, Αμμόχωστος. (Τεκμήριο 4) Κατά ή προ του έτους 2001 ο Εναγόμενος εισήλθε στο αναφερόμενο ακίνητο και έλαβε κατοχή και επενέβηκε επί αυτού προβαίνοντας σε ουσιώδεις μετατροπές και αλλοιώσεις μονίμου χαρακτήρα του ακινήτου όπως εξειδικεύονται στις λεπτομέρειες της παραγράφου 5 της Έκθεσης Απαίτησης. Οι Ενάγοντες έλαβαν γνώστη των λεπτομερειών των πιο πάνω ενεργειών του Εναγόμενου όταν έγινε μερική άρση του περιορισμού στην ελεύθερη διακίνηση Ελληνοκυπρίων στις κατεχόμενες περιοχές από πληροφόρηση που πήραν από το Γερμανό σύζυγο της αδελφότεκνης του Μ.Ε.1. Συγκεκριμένα η πληροφόρηση που πήραν ήταν ότι η οικία στο εν λόγω ακίνητο είχε στο μεταξύ μετατραπεί σε εστιατόριο (Τεκμήριο 8). Οι λεπτομέρειες για τις αλλαγές που έγιναν στην οικία στο εν λόγω ακίνητο δόθηκαν και από την κα Μαρίνα Αδαμίδου εκ μέρους των Εναγόντων η οποία εισήλθε στο υποστατικό το Μάρτιο του 2004 μετά που επετράπη η δίοδος μέσω των οδοφραγμάτων στις κατεχόμενες περιοχές. Γύρω στις 5 ή 6 Νοεμβρίου του 2008 οι Ενάγοντες πληροφορήθηκαν ότι η οικία εντός του επίδικου ακινήτου είχε κατεδαφιστεί. Ουδέποτε οι Ενάγοντες πώλησαν ή ενοικίασαν το αναφερόμενο ακίνητο στον Εναγόμενο και ουδέποτε του παραχώρησαν οποιαδήποτε άδεια για τις αλλαγές που έγιναν σ΄ αυτό. Ο Εναγόμενος δεν κατέχει πλέον την επίδικη περιουσία. Μετά την κατεδάφιση της οικίας που είχε μετατραπεί σε εστιατόριο στο επίδικο ακίνητο ο εναγόμενος προσέφυγε σε δικαστήριο του ψευδοκράτους ζητώντας την έκδοση προσωρινού διατάγματος για να αποτρέψει οποιοδήποτε από το να μπει ή να κτίσει οτιδήποτε στο επίδικο ακίνητο. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ: Η παρούσα αγωγή εδράζεται στο αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης σε ακίνητη περιουσία. Στη Λάμπρου και Άλλης v. Κεφάλα και Άλλων
(2000)1(Γ) Α.Α.Δ.1516, 1527, αναφέρθηκαν τα πιο κάτω σε σχέση με το αδίκημα της παράνομης επέμβασης: «Η παράνομη επέμβαση σε ακίνητη ιδιοκτησία είναι ουσιαστικά αδίκημα εναντίον της κατοχής και όχι της κυριότητας του ακινήτου. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Adamou ν. Christofi
(1974)1 C.L.R.100, έστω και μικρός βαθμός κατοχής είναι αρκετός για να νομιμοποιεί τον Ενάγοντα να εγείρει αγωγή εναντίον του Εναγόμενου. Στην υπόθεση Liasidou and Another v. Papademetriou
(1975)1 C.L.R.122, λέχθηκε ότι κατοχή (possession) σημαίνει πραγματική κατοχή (occupation) ή φυσικό έλεγχο της περιουσίας. Ο ιδιοκτήτης που δεν έχει κατοχή δεν μπορεί να ενάγει σε σχέση με παράνομη επέμβαση στην ιδιοκτησία του, με εξαίρεση την περίπτωση όπου υπάρχει πρόκληση ζημιάς στην περιουσία ή όπου η επέμβαση έχει μόνιμο χαρακτήρα. (Δέστε Γεωργίoυ ν. Ανδρέα
(1988)1(Δ) Α.Α.Δ. 2311, όπου η φύτευση δένδρων θεωρήθηκε ως επέμβαση μόνιμου χαρακτήρα που νομιμοποιούσε την ιδιοκτήτρια που ενοικίαζε το κτήμα σε άλλους να εγείρει αγωγή). Στην παρούσα περίπτωση, οι Εφεσίβλητοι - Ενάγοντες 3 και 4 ήταν εγγεγραμμένοι συνιδιοκτήτες και, παρόλο ότι δεν είχαν κατοχή, αφού η επέμβαση στο κτήμα είχε μόνιμο χαρακτήρα, κατά την κρίση μας εδικαιολογείτο η νομιμοποίηση τους για να εγείρουν την αγωγή[1]». Με βάση τα πιο πάνω προκύπτει ότι στην περίπτωση της παράνομης επέμβασης όταν ο ενάγων δεν έχει πραγματική κατοχή (occupation) ή φυσικό έλεγχο της περιουσίας του δεν μπορεί να εναγάγει σε σχέση με παράνομη επέμβαση στην ιδιοκτησία του. Όταν, όμως, ο Ενάγων δεν έχει κατοχή και εναγάγει κάτοχο ζητώντας την παράδοση της κατοχής της περιουσίας του τότε η απαίτηση του είναι βασισμένη στη δύναμη του τίτλου που έχει και, συνεπώς, εκείνο που πρέπει, απλώς, να αποδείξει είναι τον τίτλο του. Παραπέμπω στο σημείο αυτό στο Σύγγραμμα CLERK & LINDSELL ON TORTS, 18η έκδοση,
(2000), στο οποίο με έχει παραπέμψει ο κος Βραχίμης στη σελίδα 960 παρα. 18-75 κάτω από τον τίτλο «ΑCTION FOR THE RECOVERΥ OF LAND». «Ejectment Ιn the action of ejectment, now called the action for the recovery of land, the claimant is out of possession and claims immediate possession of the land. To do this he must recover "by the strength of his own title and not by the weakness of the defendant´s". He must therefore prove the links in his own title. .» Οι νομικές αρχές που εφαρμόζονται συνοψίζονται στο πιο πάνω Σύγγραμμα ως εξής στην παρα. 18 -76, σελ. 961-962: «It is submitted that the law can now be expressed in the following propositions: (
- a)In a case of ordinary trespass where the plaintiff in possession sues for interference with his possession of land, jus tertii is no defence. (
- b)If the plaintiff is not in possession and is suing an occupier for recovery of the land (ejectment), he claims a right to possession based on the strength of his title, so he must show that title, for "possession is good against all the world except the person who can show a good title". (
- c)Since title to land is relative, the plaintiff may show a better title either. (
- i)by his prior possession previous to that of the defendant. In such case where the defendant has taken possession wrongfully from the plaintiff, the defendant cannot plead jus tertii, and it is irrelevant that, as in Asher v. Whitlock, some third person has a better right to possess that the plaintiff, or (
- ii)by his title, independently of prior possession, to own the land. In such case where the plaintiff produces a documentary or paper title the defendant may challenge it by pleading jus tertii, that is, that the plaintiff has no such title as alleged and that the title belongs to another person, for example, that a will under which the plaintiff claim is invalid and that the property therefore belongs to another». ΝΟΜΙΚΑ ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΠΟΥ ΤΕΘΗΚΑΝ ΑΠΟ ΤΟ ΣΥΝΗΓΟΡΟ ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ Προτού εξετάσουμε την εφαρμογή των πιο πάνω νομικών αρχών στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης θεωρώ σκόπιμο να αναφερθώ συνοπτικά στα νομικά ζητήματα που τέθηκαν από το συνήγορο του Εναγόμενου κατά το στάδιο των τελικών αγορεύσεων. Πρέπει να επισημανθεί από την αρχή ότι αυτά τα συγκεκριμένα νομικά ζητήματα έχουν τεθεί και εξεταστεί από το Δικαστήριο σε προγενέστερο στάδιο στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης και έχουν εκδοθεί γι΄ αυτά σχετικές ενδιάμεσες αποφάσεις. Συγκεκριμένα, για το ζήτημα της σύνθεσης του Δικαστηρίου και των ισχυρισμών περί παραβίασης των Άρθρων 153
(3)και 159
(3)του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας εξεδόθη απόφαση στις 23.5.2006 σύμφωνα με την οποία κρίθηκε ότι εξακολουθεί να εφαρμόζεται ο Περί Απονομής της Δικαιοσύνης (Ποικίλλες Διατάξεις) Ν.33/64ο οποίος θεσπίστηκε με βάση το Δίκαιο της Ανάγκης λόγω του ότι σήμερα δεν υπηρετούν στα Δικαστήρια που έχουν καθιδρυθεί σύμφωνα με τους Νόμους της Κυπριακής Δημοκρατίας Τουρκοκύπριοι Δικαστές. Όπως, λοιπόν, επισημάνθηκε στην εν λόγω ενδιάμεση απόφαση εφόσον δεν υπάρχουν Τουρκοκύπριοι Δικαστές δεν είναι δυνατό σήμερα να δικαστεί ένας Τουρκοκύπριος πολίτης ο οποίος έχει τα ίδια δικαιώματα και υποχρεώσεις με τον Ελληνοκύπριο πολίτη, από Τουρκοκύπριο Δικαστή. Όσον αφορά το ζήτημα για τοπική αναρμοδιότητα του Δικαστηρίου να εκδικάσει την παρούσα αγωγή λόγω του ότι το επίδικο ακίνητο βρίσκεται στην Αμμόχωστο, και αυτό εξετάστηκε και εκδόθηκε ενδιάμεση απόφαση στις 23.5.06 όπου αποφασίστηκε ότι με βάση διάταγμα του Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερ. 13.9.1974, μεταξύ άλλων, ενοποιήθηκε η Επαρχία Αμμοχώστου με την Επαρχία Λάρνακας για σκοπούς της απονομής της Δικαιοσύνης εφόσον, ως αποτέλεσμα της Τουρκικής εισβολής, έχει καταληφθεί η πόλη και μεγάλο μέρος της Επαρχίας Αμμοχώστου και εκτοπίστηκε από την περιοχή η μεγάλη πλειοψηφία των κατοίκων της, όπως συνέβηκε και με άλλες περιοχές της Κύπρου που έχουν καταληφθεί από τα Τουρκικά στρατεύματα[2]. Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω ασφαλώς το Δικαστήριο δεν πρόκειται να εξετάσει εκ νέου τα πιο πάνω νομικά θέματα τα οποία κρίθηκαν και αποφασίστηκαν με την πιο πάνω αναφερόμενη ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου. ΤΕΛΙΚΑ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ-ΑΞΙΟΥΜΕΝΕΣ ΘΕΡΑΠΕΙΕΣ Υπό το φως των πιο πάνω ευρημάτων και καθοδηγούμενη από τις νομικές αρχές που έχουν σκιαγραφηθεί ανωτέρω διαπιστώνω ότι ο εναγόμενος επενέβη παράνομα στο επίδικο ακίνητο της ενάγουσας εταιρείας μετατρέποντας την οικία η οποία ευρίσκετο εντός αυτού σε εστιατόριο. Ενόψει του γεγονότος το οποίο αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι ο εναγόμενος δεν κατέχει πλέον την επίδικη περιουσία, θεραπεία για παράδοση της κατοχής της επίδικης περιουσίας (ejectment) δεν έχει πλέον αντικείμενο. Ο κ. Βραχίμης έχει, κατά συνέπεια, περιορίσει τις αιτούμενες θεραπείες σε έκδοση δηλωτικής απόφασης ότι η ενάγουσα είναι ο ιδιοκτήτης του επίδικου και ακινήτου και στην έκδοση απαγορευτικού διατάγματος που να απαγορεύει στον εναγόμενο να ξαναεισέλθει και λάβει κατοχή του ακινήτου. Δηλωτική Απόφαση Η δυνατότητα του Δικαστηρίου να εκδίδει αποφάσεις αναγνωριστικές δικαιώματος καθορίζεται ρητά στο άρθρο 41 του Νόμου 14/60. Καθοδήγηση για τον τρόπο άσκησης αυτού του δικαιώματος μπορούμε να πάρουμε από σχετική αγγλική νομολογία. Όπως έχει νομολογηθεί η έκδοση δηλωτικής απόφασης αποτελεί χρήσιμη και σημαντική θεραπεία για τη διακρίβωση και τον καθορισμό των νομικών δικαιωμάτων των διαδίκων. Η δηλωτική απόφαση μπορεί να συνοδεύεται και με άλλες θεραπείες. Πρέπει να σημειωθεί ότι δηλωτική απόφαση μπορεί να εκδοθεί για τον καθορισμό νομικού δικαιώματος και μόνο στην περίπτωση όπου ένας εναγόμενος έχει αμφισβητήσει τα δικαιώματα του Ενάγοντα. Η εξουσία έκδοσης δηλωτικών αποφάσεων εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και εκεί όπου δεν εξυπηρετείται οποιοσδήποτε σκοπός δεν εκδίδεται. Μεταξύ τέτοιων περιπτώσεων είναι όταν εγείρονται ακαδημαϊκά ή υποθετικά ερωτήματα. Παραπέμπω στην υπόθεση Padden v Arbuthnot Pensions & Investements Ltd.
(2004)EWCA Civ 582 όπου γίνεται αναφορά στην ακόλουθη περικοπή από την απόφαση FSA v. Rourke (9 October 2001) unreported): "So far as the CPR are concerned, the power to made declarations appears to be unfettered. As between the parties . it seems to me that the court can grant a declaration as to their rights, or as to the existence of facts, or as to a principle of law, where those rights, facts or principles have been established to the court´s satisfaction. The court should not, however, grant any declarations merely because the rights, facts or principles have been established when one party asks for a declaration. The court has to consider whether, in all the circumstances, it is appropriate to make such an order." Επίσης στην ίδια απόφαση παρατίθεται και η ακόλουθη περικοπή: "It seems to me that, when considering whether to grant a declaration or not, the court should take into account justice to the claimant, justice to the defendant, whether the declaration would serve a useful purpose and whether there are any other special reasons why or why not the court should grant the declaration". Tέλος, χρήσιμη καθοδήγηση μπορεί να αντληθεί από το Σύγγραμμα Bullen and Leake Precedents of Pleadings 12η Εκδ. στη σελ.384 όπου συνοψίζεται και αναλύεται η σχετική αγγλική νομολογία και οι αρχές που αναπτύχθηκαν αναφορικά με την έκδοση δηλωτικών αποφάσεων. Παραθέτουμε πιο κάτω τα ακόλουθα αποσπάσματα: "The action for a declaration is a useful and important procedural method for ascertaining and determining the legal right of parties, or for the determination of a point of law or the construction of a document and for the determination of the validity of orders or decisions of inferior courts or tribunals.. . Accordingly, the action for a declaration may be used in a great variety of circumstances, and may be accompanied by other claims for ancillary or specific or alterative relief or remedies. . . On the other hand an action for a declaration only lies for a declaration of legal right and only against a defendant who has asserted a right or formulated a claim against the plaintiff or controverted the claim of the plaintiff to his legal right (see Re Clay [1911] 1 Ch.66). . . The power to make binding declarations of right is a discretionary power and the court will refuse to exercise such jurisdiction to determine academic or hypothetical questions." Εχοντας κατά νουν όλα τα πιο πάνω θεωρώ ότι η παρούσα περίπτωση είναι κατάλληλη για έκδοση δηλωτικής ή αναγνωριστικής απόφασης εφόσον, όπως προέκυψε από τα ευρήματα του Δικαστηρίου, υπήρξε από πλευράς εναγόμενου αμφισβήτηση των δικαιωμάτων της Ενάγουσας Εταιρείας ακόμη και στο στάδιο που ο εναγόμενος είχε απωλέσει την κατοχή του επίδικου ακινήτου εφόσον συνέχισε να τη διεκδικεί προσφεύγοντας σε δικαστήρια του ψευδοκράτους. Πέραν τούτου και ,σε συμφωνία με τα όσα υποστήριξε ο κ. Βραχίμης, το σύνολο της συμπεριφοράς και ενεργειών του Εναγόμενου σαφώς αποδεικνύουν ότι θεωρούσε τον εαυτό του νόμιμο κάτοχο του επίδικου ακινήτου. Απαγορευτικό Διάταγμα Τα ίδια ισχύουν και σε ότι αφορά τη θεραπεία για απαγορευτικό διάταγμα, η οποία μπορεί να εκδοθεί με βάση το άρθρο 32 του Νόμου 14/60. Με άλλα λόγια λαμβάνοντας υπόψη τη στάση και συμπεριφορά που επέδειξε ο Εναγόμενος, όπως επεξηγήθηκε ανωτέρω, ο κίνδυνος να υπάρξει παράνομη είσοδος στο μέλλον στο επίδικο ακίνητο από τον εναγόμενο δεν μπορεί να αποκλειστεί. Ως εκ τούτου, κρίνω ότι δικαιολογείται η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Κατ΄ ακολουθία όλων των πιο πάνω κρίνω ότι η Ενάγουσα Εταιρεία πέτυχε να αποδείξει την απαίτηση της εναντίον του Εναγόμενου και ως αποτέλεσμα εκδίδεται: Α. Δήλωση ότι οι ενάγοντες είναι νόμιμοι ιδιοκτήτες και δικαιούνται στην άμεση κατοχή της ακίνητης περιουσία που βρίσκεται επί της οδού Δελφών 10 στην Αμμόχωστο, τεμάχιο 448, Φύλλο/Σχέδιο 33/13.1.1μ Αγ. Ιωάννης, Αμμόχωστος. Β. Διάταγμα με το οποίο να απαγορεύεται στον εναγόμενο προσωπικά ή δια των υπαλλήλων ή αντιπροσώπων ή των με οποιοδήποτε τρόπο εξουσιοδοτημένων του από του να εισέλθουν εκ νέου και λάβουν κατοχή και/ή με οποιοδήποτε τρόπο επέμβουν εκ νέου στο πιο πάνω αναφερόμενο ακίνητο. Τα έξοδα της παρούσας αγωγής επιδικάζονται σε βάρος του Εναγόμενου και υπέρ του Ενάγοντα όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Λ.Δημητριάδου-Ανδρέου Α.Ε.Δ., /ΑΚΣ. [1] Δέστε επίσης, την υπόθεση Orams κ.α. ν. Αποστολίδη Πολ. Έφεση 121/05, ημερ. 21.12.06. [2] Δέστε Θεοδούλου (Αρ. 1)
(1990)1 ΑΑΔ 438 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο