← Κύπρος

ANGEL OPERATIONS ν. Antranig Guezakutchukian ως διαχειριστή της περιουσίας της αποβιώσασας Destine Houssein Helvagioglou, Αρ. Αγωγής 2946/2009, 29.1.2

ANGEL OPERATIONS ν. Antranig Guezakutchukian ως διαχειριστή της περιουσίας της αποβιώσασας Destine Houssein Helvagioglou, Αρ. Αγωγής 2946/2009, 29.1.2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2010:A3 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΣΤΗ ΛΑΡΝΑΚΑ Ενώπιον: Γ. Ν. Γιασεμή, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 2946/2009 Μεταξύ: ANGEL OPERATIONS Εναγόντων -και- Antranig Guezakutchukian, ως διαχειριστή της περιουσίας της αποβιώσασας Destine Houssein Helvagioglou Εναγομένου Ημερομηνία: 29.1.

  1. Εμφανίσεις: Για αιτητές: Ο κ. Μ. Βλαδιμήρου. Για καθ΄ ου η αίτηση: Ο κ. Χρ. Ματθαίου. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η αίτηση αυτή με την οποία ζητείται η έκδοση παρεμπίπτοντος απαγορευτικού διατάγματος, καταχωρήθηκε στον τύπο της μονομερούς. Όμως, στη βάση των όσων αναφέρονται στην ένορκη δήλωση η οποία τη συνοδεύει κρίθηκε ότι δεν υπήρχε λόγος για την εξέταση της με τη διαδικασία του κατ΄ επείγοντος, και μάλιστα στην απουσία της αντίδικης πλευράς. Ως εκ τούτου, δόθηκαν οδηγίες να επιδοθεί. Αφού έγινε αυτό ο εναγόμενος εμφανίστηκε μέσω δικηγόρου και δήλωσε ότι θα ενστεί στην αίτηση. Καταχώρησε προς τούτο ειδοποίηση ενστάσεως η οποία συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του εναγομένου. Συγκεκριμένα, με την αίτηση ζητείται να απαγορευθεί στον εναγόμενο να αποξενώσει ή να επιβαρύνει με οποιονδήποτε τρόπο δύο τεμάχια γης τα οποία βρίσκονται στην τοποθεσία Σκάλα. Ο βασικός ισχυρισμός είναι ότι τα τεμάχια αυτά ήσαν το αντικείμενο πώλησης από τον εναγόμενο προς την ενάγουσα εταιρεία δυνάμει γραπτής συμφωνίας ημερομηνίας 19.11.
  2. Και περαιτέρω, ότι ο εναγόμενος παρέλειψε να ενεργήσει για τη μεταβίβαση τους επ΄ ονόματι της, κατά παράβαση της πιο πάνω συμφωνίας. Όμως, ας σημειωθεί ότι δεν αναφέρεται οπουδήποτε, είτε στην έκθεση απαιτήσεως είτε στην αίτηση, ποιος είναι ο ιδιοκτήτης των εν λόγω τεμαχίων. Και στα δύο προαναφερθέντα έγγραφα ο εναγόμενος εμφανίζεται απλώς ως ο πωλητής τους ενώ στον τίτλο της αγωγής φαίνεται ότι ενάγεται ως διαχειριστής της περιουσίας της αποβιωσάσης Destine Houssein Helvagioglou, η οποία προφανώς ήταν Τουρκοκυπρία. Η ιδιότητα του αυτή δεν αναφέρεται στην έκθεση απαιτήσεως αλλά ούτε και στην ένορκη δήλωση η οποία συνοδεύει την αίτηση. Εν πάση περιπτώσει, η προαναφερθείσα καταγωγή της αποβιωσάσης επιβεβαιώνεται από τον εναγόμενο στην ένορκη δήλωση του, όπου επίσης αναφέρει ότι αυτή ήταν η ιδιοκτήτρια των επίδικων τεμαχίων. Μετά δε το θάνατο της αυτά αποτελούν μέρος της περιουσίας της για την οποία ενεργεί ως διαχειριστής δυνάμει σχετικού διατάγματος δικαστηρίου. Και προσθέτει περαιτέρω, ότι μέχρι το 1974 η αποβιώσασα είχε τη μόνιμη κατοικία της στη Λάρνακα. Όμως, μετά την τουρκική εισβολή και προφανώς συνεπεία αυτής, εγκαταστάθηκε στην κατεχόμενη από τα τουρκικά στρατεύματα περιοχή της Δημοκρατίας όπου και παρέμεινε μέχρι το θάνατο της, στις 24.9.
  3. Λεχθέντων των πιο πάνω είναι εμφανές ότι, εκ πρώτης όψεως, η βάση αγωγής στην παρούσα υπόθεση παραπέμπει σε παράβαση γραπτής συμφωνίας για πώληση γης. Συγκεκριμένα, στην παράγραφο 2 της έκθεσης απαιτήσεως αναφέρεται πως «Δυνάμει συμφωνίας ημερομηνίας 9 Νοεμβρίου 2003 η ενάγουσα συμφώνησε με τον εναγόμενο όπως αγοράσει από τον εναγόμενο το κτήμα με τα πιο κάτω στοιχεία», τα οποία και παραθέτει. Ενώ με την αξίωση ζητείται, ως κύρια θεραπεία, διάταγμα με το οποίο να διατάσσεται η μεταβίβαση των εν λόγω τεμαχίων στην ενάγουσα εταιρεία. Διαζευκτικά, ζητείται η καταβολή αποζημιώσεων ίσων προς τη σημερινή τους αγοραία αξία. Όμως, ένας όρος της συμφωνίας ο οποίος παρατίθεται αυτούσιος στην παράγραφο 4 της έκθεσης απαιτήσεως αναφέρει τα εξής: «Ο πωλητής θα λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα για να εξασφαλίσει την έγκριση του Κηδεμόνα Τ/Κυπριακών Περιουσιών ούτως ώστε να γίνει κατορθωτή η πώληση και μεταβίβαση των πιο πάνω κτημάτων στο όνομα της αγοράστριας εταιρείας σε εύλογο χρονικό διάστημα μετά την υπογραφή της συμφωνίας ημερομηνίας 9 Νοεμβρίου 2003.» Και πρόσθετα, στην παράγραφο 5, πως «Μετά την υπογραφή της συμφωνίας, καμιά ενέργεια δεν έγινε εκ μέρους του εναγομένου για την προώθηση της μεταβίβασης των κτημάτων στην αγοράστρια εταιρεία.», ισχυρισμός που παραπέμπει σε παράβαση της από τον εναγόμενο. Περαιτέρω, στην παράγραφο 8 του εν λόγω δικογράφου αναφέρεται ότι «Ο εναγόμενος αθετώντας τη συμφωνία και αφού ισχυριζόμενος ότι εξασφάλισε την έγκριση του κηδεμόνα ΤΚ/Περιουσιών να πωλήσει τα υπό αναφορά κτήματα αρνείται να τα πωλήσει στην Ενάγουσα όπως έχει συμφωνήσει στις 9/11/03 γιατί θεωρεί ότι έχει τη δυνατότητα να πωλήσει τα ακίνητα σε μεγαλύτερα ποσά». Προηγουμένως, στην παράγραφο 7, αναφέρεται ότι «Στις 6/8/04 η ενάγουσα ενημερώθηκε από το Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λάρνακας ότι ο Κηδεμόνας ΤΚ/Περιουσιών έχει απορρίψει την κατάθεση του πιο πάνω αναφερόμενου πωλητηρίου». Αυτά όσον αφορά τη βάση αγωγής της ενάγουσας εταιρείας από την άποψη της δικογραφίας. Στην ένορκη δήλωση, η οποία υποστηρίζει την αίτηση, ορκίζεται ο κ. Θέμης Ιωάννου, ένας εκ των δύο διευθυντών της ενάγουσας εταιρείας. Όσο και αν αυτό που ακολουθεί ακούγεται παράξενο, ο άλλος διευθυντής της είναι ο εναγόμενος, σύμφωνα με τα όσα ο ίδιος αναφέρει στη δική του ένορκη δήλωση και υποστηρίζει με αντίγραφο πιστοποιητικού διευθυντών του Εφόρου Εταιρειών ημερομηνίας 24.6.2005 το οποίο επισυνάπτει σ΄ αυτή. Εν πάση περιπτώσει, ο κ. Ιωάννου αναφέρει αρχικά στην ένορκη δήλωση του ότι δυνάμει πωλητηρίου εγγράφου ημερομηνία 19.11.2003 ο εναγόμενος πώλησε στην ενάγουσα εταιρεία τα προαναφερθέντα δύο τεμάχια γης των οποίων τα κτηματολογικά στοιχεία παραθέτει λεπτομερώς. Και προσθέτει ότι το τίμημα πώλησης, χωρίς να αναφέρει ποιο ήταν αυτό, θα πληρωνόταν με την καταβολή ποσού £20.000,- κατά την υπογραφή της συμφωνίας ενώ το υπόλοιπο θα πληρωνόταν με τη μεταβίβαση των τεμαχίων στην ενάγουσα εταιρεία. Όπως δε ισχυρίζεται περαιτέρω, η ενάγουσα εταιρεία συμμορφώθηκε πλήρως με τους όρους της συμφωνίας καταβάλλοντας στον εναγόμενο το συμφωνηθέν ποσό των £20.000,- ως προκαταβολή. Εν τούτοις, κατά παράβαση της συμφωνίας ο εναγόμενος παρέλειψε να της μεταβιβάσει τα εν λόγω τεμάχια όταν, όπως το θέτει, «έλαβε διαβεβαιώσεις έγκρισης από τον Κηδεμόνα ΤΚ/Περιουσιών». Στη συνέχεια ο κ. Ιωάννου αναφέρει και το εξής, ότι ενώ το έγγραφο της συμφωνίας κατατέθηκε στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λάρνακος για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης, στις 6 Αυγούστου, χωρίς να αναφέρει ποιού έτους, η ενάγουσα ενημερώθηκε από το εν λόγω Επαρχιακό Κτηματολόγιο «ότι ο κηδεμόνας Τ/Περιουσιών έχει απορρίψει την κατάθεση του πωλητηρίου». Να σημειωθεί ότι η πληροφορία αυτή είναι η ίδια που αναφέρεται στην παράγραφο 7 της έκθεσης απαιτήσεως, όπου διευκρινίζεται ότι η πληροφόρηση από το εν λόγω κτηματολογικό γραφείο είχε γίνει στις 6.8.
  4. Ακολούθως, ο κ. Ιωάννου ισχυρίζεται ότι ο εναγόμενος κατά παράβαση της εν λόγω συμφωνίας αρνήθηκε να παρουσιαστεί στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λάρνακος για να μεταβιβάσει στην ενάγουσα εταιρεία τα επίδικα τεμάχια, αν και κλήθηκε κατ΄ επανάληψη προς τούτο, και ότι παρέλειψε να λάβει μέτρα υλοποίησης της συμφωνίας εν΄ όψει των πιο πάνω διαβεβαιώσεων του Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσιών για έγκριση της. Τέλος, ο κ. Ιωάννου ισχυρίζεται πως αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα η ενάγουσα εταιρεία θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά εξαιτίας ενδεχόμενης διατάραξης του status quo σε σχέση με την ιδιοκτησία των τεμαχίων. Ενώ προηγουμένως ισχυρίζεται ότι ο εναγόμενος παρέβη τη συμφωνία προκειμένου να πωλήσει τα εν λόγω τεμάχια σε πιο ψηλή τιμή. Ο εναγόμενος στη δική του ένορκη δήλωση αμφισβητεί ακόμα και τη διενέργεια της πώλησης των συγκεκριμένων τεμαχίων στην ενάγουσα εταιρεία. Όμως, στη συνέχει αναφέρει διαζευκτικά ότι η πώληση των τεμαχίων πραγματοποιήθηκε χωρίς να ληφθεί προηγουμένως η συγκατάθεση του Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσιών σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου 139/
  5. Επίσης, ο εναγόμενος αρνείται ότι του κατεβλήθη από την ενάγουσα εταιρεία το ποσό των £20.000,- ενώ υποδεικνύει και κάποιες παραλήψεις στην αίτηση. Πιο σημαντικές είναι η παράλειψη να τεθεί ενώπιον του δικαστηρίου, μαζί με την ένορκη δήλωση, η ισχυριζόμενη γραπτή συμφωνία ημερομηνίας 19.11.2003 καθώς επίσης οποιαδήποτε απόδειξη πληρωμής του ποσού των £20.
  6. Όπως προκύπτει από την αίτηση και την ειδοποίηση ενστάσεως καθώς επίσης από τις αγορεύσεις των συνηγόρων το αίτημα της ενάγουσας εταιρείας για έκδοση παρεμπίπτοντος απαγορευτικού διατάγματος θα πρέπει να εξεταστεί με αναφορά στις πρόνοιες του άρθρου 32

(1)του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960. Ο συνήγορος της ενάγουσας εταιρείας εισηγήθηκε ότι ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις που θέτει το προαναφερθέν άρθρο και παρέπεμψε σε συγκεκριμένη Ευρωπαϊκή Νομοθεσία η οποία, όπως εισηγήθηκε, υπερισχύει των σχετικών προνοιών του Νόμου 139/91 και της Κυπριακής νομολογίας η οποία επεξηγεί την εφαρμογή τους. Με την τοποθέτηση του αυτή ουσιαστικά αποδέχεται το καθεστώς που διέπει τα επίδικα τεμάχια γης, όπως το πρόβαλε ο εναγόμενος. Ο συνήγορος του τελευταίου βασιζόμενος στα ίδια δεδομένα εισηγήθηκε αντίθετα ότι η συγκεκριμένη νομολογία είναι δεσμευτική για το δικαστήριο τούτο και θα πρέπει εφαρμόζοντας την να απορρίψει την αίτηση της ενάγουσας εταιρείας. Αυτό ήταν και το βασικότερο θέμα με το οποίο ασχολήθηκαν οι συνήγοροι στο πλαίσιο των αγορεύσεων τους. Η συγκεκριμένη πτυχή θα είναι και στο επίκεντρο της εξέτασης η οποία θα ακολουθήσει. Όμως, προηγουμένως θα πρέπει να προσδιοριστεί η δικαιοδοσία του δικαστηρίου με βάση το άρθρο 32
(1)του Νόμου 14/1960. Σύμφωνα με το άρθρο αυτό το δικαστήριο έχει εξουσία να εκδίδει, μεταξύ άλλων, παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα εάν κρίνει τούτο δίκαιο ή πρόσφορο, νοουμένου όμως ότι πληρούνται οι τρεις κατ΄ ελάχιστον προϋποθέσεις τις οποίες θέτει η επιφύλαξη του ιδίου άρθρου. Πρόκειται για διακριτικής φύσεως εξουσία η οποία ασκείται αφού το δικαστήριο ικανοποιηθεί προηγουμένως για τη στοιχειοθέτηση των εν λόγω τριών προϋποθέσεων. Η εξέταση τους γίνεται με αναφορά στην έκθεση απαιτήσεως εάν υπάρχει, ειδικά ως προς την πρώτη προϋπόθεση, και τη μαρτυρία η οποία προσφέρεται υπό μορφή γραπτής ένορκης δήλωσης και των τεκμηρίων που τη συνοδεύουν. Όσον αφορά τις πρώτες δύο προϋποθέσεις ό,τι εξετάζεται είναι κατά πόσο η έκθεση απαίτησης αποκαλύπτει την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση κατά τη δίκη και αν από τη μαρτυρία διαπιστώνεται η ύπαρξη πιθανότητας ο αιτητής να δικαιούται σε θεραπεία. Με τη φράση «σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση» δεν απαιτείται να καταδειχθεί παρά μόνο η ύπαρξη συζητήσιμης υπόθεσης με αναφορά τη δικογραφία, στην προκειμένη περίπτωση την έκθεση απαιτήσεως, (βλ. Odysseos v. A. Pieris Estates Ltd
(1982)1 C.L.R. 557, σελίδα 569). Για τη δεύτερη προϋπόθεση, ανωτέρω, όπως αποφασίστηκε στην προαναφερθείσα υπόθεση, η κατάδειξη της ύπαρξης ορατής πιθανότητας επιτυχίας της απαίτησης είναι αρκετή. Η εξέταση αυτή γίνεται με αναφορά στη μαρτυρία, αποφεύγοντας την αξιολόγηση της και την εξαγωγή ευρημάτων όσον αφορά την ουσία της διαφοράς μεταξύ της διαδίκων. Η νομοθεσία στην οποία αναφέρθηκαν και οι δύο πλευρές είναι ο περί Τουρκοκυπριακών Περιουσιών (Διαχείριση και άλλα Θέματα) (Προσωρινές Διατάξεις) Νόμος 139/91, όπως έχει τροποποιηθεί. Με τις πρόνοιες του ο Νόμος αυτός θέτει υπό το καθεστώς διαχείρισης, από τον Κηδεμόνα που ορίζει, τις τουρκοκυπριακές περιουσίες οι οποίες βρίσκονται στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές και ανήκουν σε Τουρκοκυπρίους οι οποίοι δεν έχουν τη συνήθη διαμονή τους στις περιοχές αυτές. Οι εν λόγω πρόνοιες έχουν εξεταστεί και επεξηγηθεί στην σχετικά πρόσφατη υπόθεση Perihan Mustafa Korkut v. Απόστολου Γεωργίου, Πολιτική Έφεση 303/2006, απόφαση ημερομηνίας 11 Σεπτεμβρίου, 2008. Αφορούσε την περίπτωση πώλησης ακίνητης περιουσίας η οποία ανήκε σε Τουρκοκύπρια και ενέπιπτε στις πρόνοιες του εν λόγω Νόμου. Όπως ετέθη από το Ανώτατο Δικαστήριο, με αναφορά στα γεγονότα της υπόθεσης εκείνης, «Το βασικό ερώτημα που θα πρέπει να απαντηθεί είναι κατά πόσο ο Νόμος 139/91 περιορίζει, καθ΄ οιονδήποτε τρόπο, το δικαίωμα του Τουρκοκύπριου ιδιοκτήτη να πωλεί και να μεταβιβάζει την ακίνητη περιουσία του». Αποφαίνεται δε επί του θέματος αυτού ως εξής: «Συνοψίζοντας μπορούμε να πούμε ότι μετά τη θέσπιση του Νόμου 139/91 κάθε ακίνητη περιουσία Τουρκοκύπριου, ο οποίος τον Ιούλιο του 1991 δεν κατοικούσε στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές, περιήλθε υπό την κατοχή και διαχείριση του Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσιών και καμιά δικαιοπραξία δεν μπορεί νόμιμα να συναφθεί αναφορικά με αυτή, εκτός από τον ίδιο τον Κηδεμόνα. Η κυριότητα της ακίνητης περιουσίας παραμένει βέβαια στους ιδιοκτήτες της, οι οποίοι περιορίζονται προσωρινά, κατά τη διάρκεια της έκρυθμης κατάστασης, από του να μπορούν να την αποξενώσουν, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων. Δεν αποκλείεται βέβαια, κάτω από προϋποθέσεις, είτε η μεταβίβαση και εγγραφή της περιουσίας επ' ονόματι των τέκνων των ιδιοκτητών, είτε η, μετά το θάνατο του νόμιμου ιδιοκτήτη, μεταβίβαση του τίτλου στους νόμιμους κληρονόμους. Η οποιαδήποτε δικαιοπραξία που φορά την κυριότητα τουρκοκυπριακής περιουσίας μπορεί να γίνει μόνο ύστερα από σχετική άδεια και πάντοτε μέσω του Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσιών. Ωσαύτως, κάθε δικαστική διαδικασία, όπως η παρούσα, θα πρέπει να εγείρεται όχι εναντίον του ιδιοκτήτη Τουρκοκύπριου, αλλά εναντίον του Κηδεμόνα, ο οποίος σύμφωνα με το άρθρο 6(β) εγείρει ή υπερασπίζεται οποιαδήποτε αγωγή ή λαμβάνει μέρος σε οποιαδήποτε διαδικασία που αφορά τουρκοκυπριακή περιουσία. Εν όψει όλων των πιο πάνω, είναι φανερό ότι η μεταξύ των διαδίκων σύμβαση για την πώληση και μεταβίβαση της συγκεκριμένης ακίνητης περιουσίας έγινε κατά παράβαση των προνοιών του Νόμου 139/91 και συνεπώς είναι παράνομη.» Στη συνέχεια της απόφασης του, και αφού προβαίνει σε αναφορά στο άρθρο 23 του περί Συμβάσεως Νόμου, Κεφ. 149, το Ανώτατο Δικαστήριο διαπιστώνει, με βάση τα προλεχθέντα, πως «Κάθε συμφωνία με παράνομο σκοπό ή αντιπαροχή είναι άκυρη». Αποφαίνεται δε εν κατακλείδι ότι «Το δικαστήριο δεν θα εφαρμόσει σύμβαση η οποία ρητά ή εξυπακουόμενα απαγορεύεται από το νόμο». Βασικά, ως εκ της διαπίστωσης αυτής, το Ανώτατο Δικαστήριο ανατρέποντας την πρωτόδικη απόφαση απέρριψε την αγωγή του ενάγοντα αγοραστή της τουρκοκυπριακής περιουσίας. Όσον αφορά το θέμα της συνταγματικότητας του Νόμου 139/91 το Ανώτατο Δικαστήριο παρέπεμψε σε προηγούμενη νομολογία του με την οποία έχει αποφασιστεί ότι οι πρόνοιες του δεν αντιβαίνουν προς το δικαίωμα της ιδιοκτησίας το οποίο προστατεύεται από το Άρθρο 23 του Συντάγματος. Η αναφορά ήταν στις υποθέσεις Kίτση ν. Γενικού Εισαγγελέα
(2001)1 Α.Α.Δ. 1077, Αντωνάκη Χρ. Σολωμονίδη Λτδ ν. Γενικού Εισαγγελέα
(2003)1 Α.Α.Δ. 1275 και Suleyman ν. Δημοκρατίας, υπόθ. αρ. 99/2005, ημερομηνίας 21.5.
  1. Το δικαίωμα της ιδιοκτησίας το οποίο προστατεύει το Άρθρο 23 του Συντάγματος δεν είναι άλλο από το δικαίωμα «σεβασμού της περιουσίας» το οποίο εγγυάται και προστατεύει η Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προστασία των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Θεμελιωδών Ελευθεριών. Η τελευταία έχει υιοθετηθεί από τον ομώνυμο Νόμο 26/1962 και αποτελεί μέρος του Κυπριακού Δικαίου, με αυξημένη ισχύ έναντι των άλλων νόμων. Ενώ πρόσφατα έχει υιοθετηθεί και από τη Συνθήκη της Λισσαβώνας που αποτελεί μέρος του Κοινοτικού Δικαίου το οποίο εφαρμόζει η Κυπριακή Δημοκρατία ως κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Επομένως, δεδομένου ότι το δικαίωμα της ιδιοκτησίας το οποίο προστατεύεται από τα προαναφερθέντα δικαιϊκά συστήματα είναι το ίδιο με αυτό στο Άρθρο 23 του Συντάγματος, το δικαστήριο τούτο δε θα μπορούσε να καταλήξει σε διαφορετική ερμηνεία όσον αφορά την εγκυρότητα των σχετικών προνοιών του Νόμου 139/91, εξεταζομένων υπό το φως των σχετικών προνοιών των προαναφερθέντων συστημάτων. Η παρούσα υπόθεση δε διαφέρει ως προς τα βασικά γεγονότα της, όπως αυτά εκτίθενται πιο πάνω, από τα γεγονότα που είχαν διαπιστωθεί στην υπόθεση Perihan Mustafa Korkut v. Απόστολου Γεωργίου, ανωτέρω. Υπενθυμίζεται ότι ο κ. Ιωάννου μιλά ξεκάθαρα στην ένορκη δήλωση του για πώληση των δύο τεμαχίων γης τα οποία, αποτελεί κοινό τόπο, ότι είναι τουρκοκυπριακής ιδιοκτησίας και η ιδιοκτήτρια τους τα είχε εγκαταλείψει το 1974 συνεπεία της τουρκικής εισβολής. Η πώληση τους δε διενεργήθηκε από τον εναγόμενο προς την ενάγουσα εταιρεία δυνάμει πωλητηρίου εγγράφου ημερομηνίας 19.11.
  2. Συνεπώς, με βάση την προαναφερθείσα νομολογία η συμφωνία αυτή είναι παράνομη και ως εκ τούτου άκυρη. Η παράβαση της δε από οποιοδήποτε συμβαλλόμενο μέρος δεν μπορεί να αποτελέσει βάση για αγωγή προς όφελος του άλλου μέρους για διεκδίκηση οποιασδήποτε θεραπείας. Κατά συνέπεια υπόκειται σε απόρριψη. Όμως, στην έκθεση απαιτήσεως δίδεται και μια κάπως διαφορετική εικόνα ως προς τη φύση της επίδικης συμφωνίας. Από το απόσπασμα στην παράγραφο 4, που όπως φαίνεται αποτελεί βασικό όρο της, μπορεί εύλογα να συναχθεί ότι πρόκειται για συμφωνία δυνάμει της οποίας ο εναγόμενος είχε αναλάβει την υποχρέωση να εξασφαλίσει την έγκριση του Κηδεμόνα προκειμένου τα συγκεκριμένα τεμάχια γης να πωλούντο στη συνέχεια στην ενάγουσα εταιρεία. Μια τέτοια συμφωνία δε θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως συμφωνία πώλησης γης. Αν δε μετά τη σύναψη της ο εναγόμενος παρέλειψε να λάβει μέτρα, όπως είναι ο ισχυρισμός της ενάγουσας εταιρείας στην παράγραφο 5 της εκθέσεως απαιτήσεως, προς την πιο πάνω κατεύθυνση, τότε το ενδεχόμενο αυτό μπορεί να συνιστά παράβαση. Όμως, ακολούθως, στην παράγραφο 7, και χωρίς ο ισχυρισμός αυτός να προβάλλεται διαζευκτικά, αναφέρεται ότι «Στις 6/8/04 η ενάγουσα ενημερώθηκε από το Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λάρνακας ότι ο Κηδεμόνας ΤΚ/Περιουσιών έχει απορρίψει την κατάθεση του πιο πάνω αναφερομένου πωλητηρίου». Ο πιο πάνω ισχυρισμός αντίθετα με ό,τι αναφέρεται στην παράγραφο 5 της έκθεσης απαιτήσεως, αποκαλύπτει ότι έγιναν ενέργειες προς την κατεύθυνση του Κηδεμόνα προκειμένου να ληφθεί η συγκατάθεση του για πώληση των εν λόγω τεμαχίων γης στην ενάγουσα εταιρεία. Επομένως, δεν μπορεί να λεχθεί ότι υπήρξε παράβαση της από τον εναγόμενο. Τουλάχιστον δεν αποκαλύπτουν κάτι τέτοιο οι σχετικές αναφορές στην έκθεση απαιτήσεως οι οποίες παραπέμπουν σε ό,τι ακολούθησε μετά τη σύναψη της. Οι πιο πάνω αντίθετοι μεταξύ τους ισχυρισμοί που αφορούν στο ίδιο βασικά θέμα εξουδετερώνουν ο ένας τον άλλο ώστε να μην είναι δυνατό να διαπιστωθεί στη βάση αυτών η αποκάλυψη εύλογης αιτίας αγωγής. Ή, όπως αλλιώς θα μπορούσε να τεθεί, αιτία αγωγής προς συζήτηση στο πλαίσιο της ακρόασης της υπόθεσης. Ενώ, αν η συμφωνία αφορά απλά και μόνο πώληση γης, όπως έχει ήδη διαπιστωθεί, αυτή είναι παράνομη και οποιαδήποτε παράβαση της δεν είναι δυνατό να αποτελέσει βάση για αγωγή. Τέλος, το γεγονός ότι οι πιο πάνω διαφορετικές αιτίες αγωγής προβάλλονται σωρευτικά, αποτελεί παράγοντα ο οποίος προκαλεί σύγχυση και ενισχύει έτι περαιτέρω την κατάληξη στην οποία οδηγούμαι, δηλαδή πως δεν αποκαλύπτεται στην έκθεση απαιτήσεως, ως έχει, συζητήσιμη υπόθεση. Περαιτέρω, η αντίφαση η οποία διαπιστώνεται να υπάρχει μεταξύ των ουσιωδών γεγονότων της έκθεσης απαιτήσεως και των ισχυρισμών στην ένορκη δήλωση του κ. Ιωάννου ως προς τη φύση της επικαλούμενης συμφωνίας δεν μπορεί επίσης να περάσει απαρατήρητη. Είναι άμεσα σχετική με την επόμενη προϋπόθεση του άρθρου 32
(1). Δηλαδή αν από τη μαρτυρία υπάρχει πιθανότητα να δικαιούται ο αιτητής σε θεραπεία. Αναπόφευκτα, οποιαδήποτε μαρτυρία εξετάζεται στο πλαίσιο αυτό θα πρέπει να παραπέμπει στη δικογραφημένη εκδοχή του τελευταίου. Στην προκειμένη περίπτωση δε συμβαίνει κάτι τέτοιο. Ο κ. Ιωάννου αναφέρεται ευθέως στην ένορκη δήλωση του σε συμφωνία πώλησης γης που είναι εντελώς διαφορετική ως προς το αντικείμενο της από τη συμφωνία η οποία περιγράφεται στη παράγραφο 4 της έκθεσης απαιτήσεως, όπως παρατίθεται πιο πάνω. Εν ολίγοις, παρατίθεται μαρτυρία προς απόδειξη της σύναψης μιας άλλης συμφωνίας από τη δικογραφημένη, τουλάχιστο, κατά ένα μέρος. Αφού κατά ένα άλλο, αυτό που αναφέρεται στη συμφωνία πώλησης τουρκοκυπριακής περιουσίας, η αιτία αγωγής που αποκαλύπτει δε μπορεί να προχωρήσει, εν πάση περιπτώσει, λόγω παρανομίας. Εκτός από αυτό το ιδιαίτερα σοβαρό μειονέκτημα που διαπιστώνεται στη μαρτυρία, στη βάση της οποίας θα πρέπει να ικανοποιηθεί η προαναφερθείσα δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32
(1), υπάρχουν και άλλες σοβαρές παραλείψεις. Για παράδειγμα δεν αναφέρεται πουθενά υπό ποιους όρους και πότε χρονικά θα υποχρεούτο ο εναγόμενος να μεταβιβάσει τα τεμάχια στην ενάγουσα εταιρεία. Αναφέρει μόνο ότι η τελευταία εκπλήρωσε την υποχρέωση της για καταβολή του ποσού των £20.000,- ως προκαταβολή. Λόγω αυτής της παράλειψης δε φαίνεται αν προέκυψε και πότε το προβαλλόμενο αγώγιμο δικαίωμα. Πρόσθετα δεν αναφέρεται με ποια ιδιότητα είχε συμβληθεί στις 19.11.2003 ο εναγόμενος με την ενάγουσα εταιρεία για την πώληση των εν λόγω τεμαχίων δεδομένου ότι κατά το χρόνο εκείνο η ιδιοκτήτρια τους βρισκόταν ακόμα στη ζωή ώστε να διαφανεί κατά πόσο νομιμοποιείτο η εν λόγω πράξη του. Οποιαδήποτε ιδιότητα του αποδοθεί τώρα θα είναι απλή υπόθεση η οποία δεν αποτελεί μαρτυρία. Βέβαια, δεν είναι χωρίς αιτία που υπάρχουν οι πιο πάνω ασάφειες και παραλείψεις. Για άγνωστο λόγο, αφού δε δίδονται οποιεσδήποτε εξηγήσεις, δεν έχει τεθεί ενώπιον μου η ισχυριζόμενη γραπτή συμφωνία ημερομηνίας 19.11.2003. Η παρουσίαση της στο δικαστήριο θα καταδείκνυε ενδεχομένως τη φύση της και όλους τους όρους αυτής καθώς επίσης την ιδιότητα υπό την οποία ο εναγόμενος είχε συμβληθεί, (βλ. El Fath Co. For International Trade S.A.E. v. E.D.T. Shipping Ltd
(1992)1 Α.Α.Δ. 1255, στη σελίδα 1271). Πρόσθετα, επισημαίνεται ότι δεν κατατέθηκε και οποιαδήποτε απόδειξη για πληρωμή από την ενάγουσα εταιρεία των £20.000,- που θα αποτελούσε ικανοποιητική ένδειξη της συμμόρφωσης από αυτήν στον συγκεκριμένο όρο. Η ανεξήγητη απουσία των εγγράφων αυτών ουσιαστικά εξουδετερώνει την οποιαδήποτε αποδεικτική αξία θα μπορούσε να έχει η ένορκη μαρτυρία του κ. Ιωάννου, εξεταζομένη ακόμα και στο πλαίσιο του άρθρου 32
(1), και συμβάλλει στην εδραίωση της σύγχυσης και της αβεβαιότητας που προκαλείται από την επίκληση διαφορετικών συμφωνιών στην έκθεση απαιτήσεως και στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση. Στη βάση των πιο πάνω παρατηρήσεων είναι πλέον φανερό ότι η παρούσα αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει, μάλιστα με βάση τους δικούς της όρους, όπως έχει επεξηγηθεί. Ενώ θα ήταν και ανώφελο πλέον να επιχειρηθεί εξέταση της τρίτης προϋπόθεσης του άρθρου 32
(1). Πολύ περισσότερο να εξεταστεί κατά πόσο θα ήταν δίκαιο ή πρόσφορο να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα, δεδομένου ότι από το υλικό που έχει εξεταστεί δε διαφαίνεται ποιο συγκεκριμένο σκοπό θα μπορούσε κάτι τέτοιο να εξυπηρετήσει. Ως εκ των ανωτέρω η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του καθ΄ ου η αίτηση, εναγομένου και εναντίον της αιτήτριας, ενάγουσας εταιρείας. Αυτά να υπολογιστούν από τη Πρωτοκολλητή και να τύχουν της έγκρισης του δικαστηρίου και, εν πάση περιπτώσει, να καταβληθούν με το πέρας της υπόθεσης. (Υπ.)................ Γ. Ν. Γιασεμής, Π.Ε.Δ. /ΣΣΑ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.