ΠΑΥΛΟΣ Γ. ΠΑΥΛΑΚΗΣ ΛΤΔ c/o Nissi Beach Hotel ν. GIOVANNI DEVELOPERS LTD κ.α., Αρ. Γενικής Αίτησης Έφεσης: 2/08, 5 Μαρτίου 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2010:A6 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Η. ΓΕΩΡΓΙΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Γενικής Αίτησης Έφεσης: 2/08 Μεταξύ: ΠΑΥΛΟΣ Γ. ΠΑΥΛΑΚΗΣ ΛΤΔ c/o Nissi Beach Hotel, Εφεσειόντων - Αιτητών -και-
- GIOVANNI DEVELOPERS LTD
- Διευθυντού Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας Εφεσίβλητων - Καθ΄ ων η αίτηση Συνενωμένη με τις πιο κάτω εφέσεις: Αρ. Γενικής Αίτησης Έφεσης: 3/08 ΠΑΥΛΟΣ Γ. ΠΑΥΛΑΚΗΣ ΛΤΔ c/o Nissi Beach Hotel, Εφεσειόντων - Αιτητών -και-
- GIOVANNI DEVELOPERS LTD
- Διευθυντού Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας Εφεσίβλητων - Καθ΄ ων η αίτηση Αρ. Γενικής Αίτησης Έφεσης: 4/08 ΠΑΥΛΟΣ Γ. ΠΑΥΛΑΚΗΣ ΛΤΔ c/o Nissi Beach Hotel, Εφεσειόντων - Αιτητών -και-
- GIOVANNI DEVELOPERS LTD
- Διευθυντού Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας Εφεσίβλητων - Καθ΄ ων η αίτηση Αρ. Γενικής Αίτησης Έφεσης: 5/08 ΠΑΥΛΟΣ Γ. ΠΑΥΛΑΚΗΣ ΛΤΔ c/o Nissi Beach Hotel, Εφεσειόντων - Αιτητών -και-
- GIOVANNI DEVELOPERS LTD
- Διευθυντού Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας Εφεσίβλητων - Καθ΄ ων η αίτηση Αίτηση ημερ. 12.2.10 για αναστολή διαδικασίας πώλησης δια Δημόσιου Πλειστηριασμού 5 Μαρτίου 2010 Εμφανίσεις: Για τους αιτητές: κ. Στ. Δρυμιώτης Για τους καθ΄ ων η αίτηση: κ. Α. Λάντος
- Οι αιτητές επιδιώκουν την έκδοση διατάγματος, με το οποίο να αναστέλλεται η διαδικασία πώλησης με δημόσιο πλειστηριασμό που θα γίνει στις 7.3.10 αναφορικά με τα συνιδιόκτητα κτήματα με αρ. εγγραφής 0/5687, 0/5788, 0/5790 και 0/5789 στο χωριό Σωτήρα μέχρι την τελική εκδίκαση της έφεσης με αρ. 330/09 και 331/
- Η νομική βάση της αίτησης έχει ως ακολούθως: «Η αίτηση βασίζεται στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμους Κεφ. 6 άρθρα 86-91, ως ετροποποιήθη από τον Νόμο 58(Ι)/03, στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Δικαστικούς Θεσμούς Δ.35 17-19, Δ.40 Θ11, Δ.47 Θ1-3, Δ.48 Θ1-8, στον Περί Ακινήτων Ιδιοκτησίας Νόμο Κεφ. 224, Περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60 άρθρο 32, ως ετροποποιήθη από τον Νόμο 58(Ι)/03 στη διακριτική ευχέρεια και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου, και στη σχετική Νομολογία.»
- Η αίτηση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση του κ.Γεώργιου Παύλου στην οποία μεταξύ άλλων αναφέρονται τα ακόλουθα: α) Είναι αξιωματούχος των αιτητών και είναι εξουσιοδοτημένος και γνωρίζει καλώς και προσωπικά τα γεγονότα της υπόθεσης. β) Στις 4.1.08 ο διευθυντής του Κτηματολογίου εξέδωσε τέσσερα πιστοποιητικά για τα τέσσερα συνιδιόκτητα κτήματα και με βάσει αυτά δεν μπορούσε να γίνει διαχωρισμός σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 27 του Κεφ.
- γ) Εναντίον της πιο πάνω απόφασης του διευθυντή του Κτηματολογίου οι αιτητές καταχώρησαν τέσσερεις αιτήσεις - εφέσεις. Στις 29.5.09 εκδόθηκε απόφαση από το Επαρχιακό Δικαστήριο με την οποία απορρίφθηκαν οι πιο πάνω αιτήσεις - εφέσεις. δ) Στις 5.11.09 καταχωρήθηκε έφεση εναντίον της απόφασης ημερ. 29.5.09 στο Ανώτατο Δικαστήριο αφού προηγουμένως παρατάθηκε ο χρόνος καταχώρησης της έφεσης. ε) Κατά ή περί την 27.1.10 οι αιτητές παρέλαβαν τέσσερεις επιστολές με τις οποίες ειδοποιούνται από τον Επαρχιακό Κτηματολογικό Λειτουργό Αμμοχώστου ότι τα τέσσερα συνιδιόκτητα κτήματα θα πωληθούν με δημόσιο πλειστηριασμό στη Σωτήρα στις 7.3.10 (βλ. τεκμ. 3 μέχρι και 6). Την 1.2.10 οι αιτητές ζητούσαν από τον διευθυντή του Κτηματολογίου την αναστολή της πώλησης (βλ. τεκμ.7). Στις 4.2.10 ο διευθυντής του Κτηματολογίου με επιστολή του απέρριψε το αίτημα (βλ. τεκμ.8). στ) Ενόψει των πιο πάνω οι αιτητές καταχώρησαν την παρούσα αίτηση με την οποία ζητούν την αναστολή του δημόσιου πλειστηριασμού διότι εάν τα κτήματα πωληθούν οι εφέσεις θα καταστούν άνευ αντικειμένου και στην περίπτωση επιτυχίας των εφέσεων αυτές θα είναι άνευ αντικρίσματος καθότι τα κτήματα θα έχουν ήδη πωληθεί και πέραν δε τούτου οι αιτητές θα υποστούν ζημιές και απώλειες οι οποίες δεν θα μπορούν να θεραπευθούν σε μεταγενέστερο στάδιο αφού τα κτήματα θα αλλάξουν ιδιοκτησία.
- Στην πιο πάνω αίτηση φέρει ένσταση ο καθ΄ ου η αίτηση. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση μεταξύ άλλων αναφέρονται τα ακόλουθα: α) Αμφισβητείται ότι ο κ.Γεώργιος Παύλου, ενόρκως δηλών στην αίτηση, είναι αξιωματούχος των αιτητών και ότι είναι σε θέση να γνωρίζει τα γεγονότα της υπόθεσης. Σύμφωνα με έρευνα που διενεργήθηκε στον Έφορο Εταιρειών δεν είναι διευθυντής ή και αναπληρωματικός διευθυντής και συνεπώς αμφισβητείται ότι έχει οποιαδήποτε εξουσιοδότηση να προβεί στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση. β) Αναφέρεται στο τι θα έπρεπε να πράξουν οι αιτητές και περαιτέρω δηλώνεται ότι δεν δικαιολογείται η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. γ) Στις 4.1.08 ο διευθυντής του Κτηματολογίου εξέδωσε τέσσερα πιστοποιητικά με βάσει τα οποία τα τέσσερα συνιδιόκτητα κτήματα που περιγράφονται πιο πάνω δεν μπορούσε να γίνει διαχωρισμός σύμφωνα με το άρθρο 27 του Κεφ.
- Οι αιτητές καταχώρησαν αιτήσεις - εφέσεις ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου οι οποίες κατόπιν σχετικής απόφασης απορρίφθηκαν στις 29.5.
- Στη συνέχεια καταχωρήθηκαν εφέσεις κατά της πιο πάνω απόφασης με την οποία ζητούν την ακύρωση της απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου. δ) Μετά την απόφαση του Δικαστηρίου υποβλήθηκε αίτηση στο Κτηματολόγιο Αμμοχώστου για πώληση των συνιδιόκτητων κτημάτων με δημόσιο πλειστηριασμό σύμφωνα με το Κεφ.
- ε) Ο Επαρχιακός Κτηματολογικός Λειτουργός στις 23.7.09 απέστειλε επιστολή με την οποία τους καλούσε να παρευρεθούν στην επιτόπια έρευνα που θα γινόταν στις 7.8.09 (βλ. τεκμ.2). Οι αιτητές δεν παρουσιάστηκαν στην επιτόπια έρευνα παρά μόνο ο καθ΄ ου η αίτηση. στ) Κατά ή περί την 27.1.10 οι καθ΄ ων η αίτηση παρέλαβαν τέσσερεις επιστολές ημερ. 14.1.10 με τις οποίες ο Επαρχιακός Κτηματολογικός Λειτουργός τους πληροφορούσε ότι στις 7.3.10 θα διενεργηθεί δημόσιος πλειστηριασμός με τις επιφυλαχθείσες τιμές όπως αυτές αναφέρονται στην παρ. 9 της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την ένσταση. ζ) Σε περίπτωση που εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα οι καθ΄ ων η αίτηση θα υποστούν ζημιά αφού για να πληρώσουν τα κτήματα που αγόρασαν τα υποθήκευσαν και πληρώνουν επιτόκιο στην τράπεζα. Οι αιτητές δεν θα υποστούν καμία ζημιά αφού δεν οφείλουν οποιοδήποτε ποσό σε αντίθεση με τους καθ΄ ων η αίτηση τους οποίους οι τόκοι και τα δάνεια τους πιέζουν και οι αιτητές ενεργούν με αυτό τον τρόπο για να τους εξαναγκάσουν να τους τα πωλήσουν σε εξευτελιστική τιμή ή να υποχρεωθούν να αγοράσουν το μερίδιο τους σε υπερβολική τιμή.
- Οι δυο συνήγοροι περιορίστηκαν σε αγορεύσεις. Ο μεν συνήγορος του αιτητή εισηγήθηκε ότι συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις για την έκδοση του απαιτούμενου διατάγματος και περαιτέρω εισηγήθηκε ότι το Δικαστήριο έχει σύμφυτη εξουσία να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. Ο δε συνήγορος του καθ΄ ου η αίτηση εισηγήθηκε ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.
- Το ερώτημα που θα πρέπει να εξεταστεί είναι κατά πόσο το Δικαστήριο έχει εξουσία να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα με βάση την Δ.35 Θ
- Όπως διαφαίνεται από τα γεγονότα ο διευθυντής του Κτηματολογίου Αμμοχώστου στις 4.1.08 εξέδωσε τέσσερα πιστοποιητικά βάσει των οποίων τα τέσσερα συνιδιόκτητα κτήματα δεν ήταν δυνατό να γίνει διαχωρισμός σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 27 του Κεφ.
- Έτσι καταχωρήθηκαν αιτήσεις - εφέσεις κατά της πιο πάνω απόφασης στο Επαρχιακό Δικαστήριο Αμμοχώστου με αρ. 2/08, 3/08, 4/08 και 5/08 με τις οποίες οι αιτητές αξίωναν την ακύρωση της απόφασης του διευθυντή του τμήματος Κτηματολογίου. Στις 29.5.09 το Επαρχιακό Δικαστήριο Αμμοχώστου απέρριψε τις πιο πάνω αιτήσεις - εφέσεις. Ο αιτητής καταχώρησε έφεση εναντίον της πιο πάνω απόφασης αφού προηγουμένως εκδόθηκε απόφαση με την οποία παρατάθηκε ο χρόνος καταχώρησης της έφεσης. Στη συνέχεια ο καθ΄ ου η αίτηση υπέβαλε αίτηση στο Κτηματολόγιο Αμμοχώστου για να προχωρήσει στην πώληση των συνιδιόκτητων κτημάτων με δημόσιο πλειστηριασμό. Με επιστολή του ημερ. 15.1.10 ο επαρχιακός κτηματολογικός λειτουργός Αμμοχώστου κοινοποιούσε την απόφαση του ότι στις 7.3.10 θα πωληθούν με δημοπρασία τα επίδικα ακίνητα. Όπως διαφαίνεται από τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα το Επαρχιακό Δικαστήριο Αμμοχώστου στις 29.5.09 απέρριψε τις πιο πάνω αιτήσεις - εφέσεις. Οι διατάξεις της Δ.35 Θ18 δεν εφαρμόζονται ανασταλτικά σε περιπτώσεις όπου δεν επιβάλλεται από την προσβαλλόμενη κατ΄ έφεση απόφαση κάποια θετική υποχρέωση καθήκον. Όπως έχει αναφερθεί στην υπόθεση Παπακόκκινου κ.ά. ν. Γενικές Ασφάλειες Κύπρου
(1997)1(Β) ΑΑΔ 693 αναστολή χωρεί σε σχέση μόνο με εκτέλεση απόφασης όχι με τη συνέχιση της εξέλιξης της μη συμπληρωθείσας διαδικασίας. Η αναφορά στον εν λόγω κανονισμό δεν αποβλέπει στην αναστολή της ευρύτερης διαδικασίας από την οποία προέκυψε ενδιάμεση απόφαση αλλά μόνο της διαδικασίας που εκπορεύεται αυτοτελώς από απόφαση της οποίας σκοπείτε η ικανοποίηση. Στην υπόθεση Λύρας κ.ά. ν. Πετρολίνα Λτδ (Αρ.1) Πολ. Έφ. 9946/ημερ.30.10.97 αναφέρθηκε ότι το αντικείμενο με βάσει τη Δ.35 Θ18 είναι η αναστολή θετικής υποχρέωσης ή καθήκοντος το οποίο επιβάλλεται από την απόφαση η οποία εφεσιβάλλεται. Το αντικείμενο της αναστολής είναι η υποχρέωση ή καθήκον που επιβάλλεται από την απόφαση και όχι η παγιοποίηση ή ο προσωρινός παραμερισμός της απόφασης η οποία εφεσιβάλλεται. Στην προκειμένη περίπτωση η απόφαση του Δικαστηρίου ημερ.29.5.09 δεν θέτει οποιαδήποτε θετική υποχρέωση ούτε επιβάλλει οποιοδήποτε καθήκον το οποίο θα μπορούσε να αποτελέσει το αντικείμενο διαταγής βάσει της Δ.35 Θ18 αφού με την πιο πάνω απόφαση απορρίφθηκαν οι πιο πάνω αιτήσεις - εφέσεις. Συνακόλουθα οι πρόνοιες της Δ.35 Θ18 δεν δίνουν έρεισμα στην έκδοση του υπό εξέταση διατάγματος. 7.1 Στη συνέχεια θα εξετάσω κατά πόσο υπάρχει δικαιοδοσία έκδοσης των διαταγμάτων με βάσει τις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου όπως εισηγήθηκε ο ευπαίδευτος συνήγορος του αιτητή. Αγορεύοντας παρέπεμψε στο Δικαστήριο στην απόφαση Αυξεντίου ν. Stormy Appeal Estate Limited κ.ά. αρ. αίτηση - έφεσης αρ.6/06 του Ε.Δ. Λάρνακας. 7.2 Στην υπόθεση Αυξεντίου (απόφαση του Π.Ε.Δ. Κ. Κληρίδη όπως ήταν τότε) στα πλαίσια αίτησης - έφεσης και αφού προηγουμένως απορρίφθηκε αίτηση για έκδοση προσωρινού διατάγματος με το οποίο ζητείτο η ματαίωση αναγκαστικής πώλησης αδιανέμητου ακινήτου, επιζητήθηκε αμέσως μετά η έκδοση του ιδίου ή παρομοίου διατάγματος το οποίο να ίσχυε μέχρι την αποπεράτωση της έφεσης η οποία καταχωρήθηκε και με την οποία προσβλήθηκε η ορθότητα της απόφασης με την οποία απορρίφθηκε το αίτημα. Στην πιο πάνω υπόθεση με την κυρίως αίτηση - έφεση η αιτήτρια ουσιαστικά επιδίωκε την ακύρωση απόφασης του διευθυντή του Κτηματολογίου. Με μονομερή αίτηση της η αιτήτρια διεκδίκησε την έκδοση προσωρινού διατάγματος με το οποίο να αναβαλλόταν η καθορισθείσα πώληση του ακινήτου. Κατόπιν ακρόασης το Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση και συνακόλουθα αρνήθηκε να εκδώσει οποιοδήποτε διάταγμα. Λίγες ώρες μετά την απόρριψη της αίτησης η πλευρά της αιτήτριας καταχώρησε έφεση κατά της ορθότητας της ενδιάμεσης απόφασης και επίσης καταχώρησε μονομερώς αίτηση με την οποία ζητούσε κατ΄ επειγόντως θεραπεία μέχρι την διεκπεραίωση της έφεσης. Το Δικαστήριο εξέδωσε την ίδια μέρα προσωρινό διάταγμα με το οποίο διατάσσετο η αναβολή της πώλησης. Μετά από ακροαματική διαδικασία εκδόθηκε διάταγμα με το οποίο απαγόρευε στον επαρχιακό κτηματολογικό λειτουργό να προχωρήσει στον ορισμό ημερομηνίας πώλησης μέχρι την εκδίκαση και πλήρη αποπεράτωση της έφεσης η οποία καταχωρήθηκε και με την οποία προσβάλλεται η ορθότητα της ενδιάμεσης απόφασης με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση για έκδοση προσωρινού διατάγματος με το οποίο να αναβαλλόταν η πώληση του ακινήτου. Το Δικαστήριο κατέληξε στην πιο πάνω απόφαση αφού έκρινε ότι παρέχετο ικανοποιητική νομική βάση στην αίτηση παραπέμπουσα στις εγγενείς και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. 7.3 Παρέχεται εξουσία έκδοσης διατάγματος με το οποίο να αναστέλλεται η ακύρωση προηγούμενου διατάγματος μέχρι το πέρας της έφεσης που καταχωρήθηκε εναντίον της απόφασης ακυρωτικής του προηγούμενου διατάγματος. Στην υπόθεση Erinford Properties Ltd v. Cheshire County Council
(1974)2 All E.R. 448, αναφέρεται ότι τέτοιο διάταγμα μπορεί να εκδοθεί αν η έφεση δεν είναι αβάσιμη ή επιπόλαιη και όπου το ισοζύγιο της ευχέρειας θα καθιστούσε σκόπιμη την έκδοση του. Στην υπόθεση Thanos Club Hotels Limited v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας κ.ά.
(2003)1 ΑΑΔ 312 είχε εκδοθεί απαγορευτικό διάταγμα στα πλαίσια μονομερούς αίτησης το οποίο ακυρώθηκε μετά που έφερε ένσταση η άλλη πλευρά. Οι εφεσείοντες άσκησαν έφεση και παράλληλα υπέβαλαν μονομερή αίτηση, στο πλαίσιο της έφεσης με την οποία ζητούσαν την έκδοση απαγορευτικού διατάγματος όμοιο με εκείνο που το πρωτόδικο Δικαστήριο ακύρωσε. Τέθηκε το ερώτημα κατά πόσο παρέχεται στο Ανώτατο Δικαστήριο, στο πλαίσιο της δευτεροβάθμιας του δικαιοδοσίας πρωτογενής δικαιοδοσία έκδοσης απαγορευτικού διατάγματος σε σχέση με το αντικείμενο της αγωγής που εκκρεμεί ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Έρεισμα για την παροχή τέτοιας θεραπείας παρείχαν σύμφωνα με τον συνήγορο των εφεσειόντων τα άρθρα 25 και 32 του Κεφ. 6. Αποφασίστηκε ότι το άρθρο 32 δεν έχει δικαιοδοτικό χαρακτήρα αλλά κάνει πρόνοια για εξουσία με την οποία περιβάλλεται αρμόδιο Δικαστήριο που έχει δικαιοδοσία να επιληφθεί του αντικειμένου της αγωγής. Αποφασίστηκε ότι το Ανώτατο Δικαστήριο δεν περιβάλλεται με δικαιοδοσία να επιληφθεί του αντικειμένου της αγωγής. Πολιτική δικαιοδοσία να επιληφθεί του θέματος παρέχεται αποκλειστικά στο αρμόδιο Επαρχιακό Δικαστήριο. Η κατ΄ έφεση δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστήριο είναι δικαιοδοσία δεύτερου βαθμού. Περιορίζεται στο αντικείμενο της έφεσης και σε θέματα άρρηκτα συνυφασμένα με την δικαιοδοσία αυτή. Συνεπώς το αίτημα για απαγορευτικό διάταγμα δεν ενέπιπτε στο πλαίσιο της δικαιοδοσίας δεύτερου βαθμού του Ανωτάτου Δικαστηρίου με αποτέλεσμα το αίτημα να απορριφθεί. 7.4 Στην υπόθεση Γεωργίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2005)1ΑΑΔ 1523, ο αιτητής είχε εξασφαλίσει προσωρινό διάταγμα από το Ε.Δ. Λευκωσίας στη βάση μονομερούς αίτησης το οποίο τροποποιήθηκε την επομένη ημέρα ως προς την εγγύηση κατόπιν σχετικού αιτήματος του αιτητή. Οι καθ΄ ων η αίτηση καταχώρησαν ένσταση και με απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου το διάταγμα κατέστη οριστικό. Το διάταγμα ακυρώθηκε ακολούθως από το Ανώτατο Δικαστήριο κατόπιν αίτησης των καθ΄ ων η αίτηση για ένταλμα certiorari. Ο αιτητής καταχώρησε έφεση εναντίον της απόφασης και με μονομερή αίτηση στο Ανώτατο Δικαστήριο ζήτησε την «διατήρηση σε ισχύ και/ή παράταση της ισχύος του διατάγματος» που είχε ακυρωθεί μέχρι την πλήρη εκδίκαση και αποπεράτωση της έφεσης. Το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι δεν είχε τέτοια εξουσία. Στην παρατήρηση ότι ο αιτητής είχε άλλες υπαλλακτικές νομικές διαδικασίες στη διάθεση του με τις οποίες μπορούσε να προασπίσει τα θεμιτά του συμφέρονται εκκρεμούσης της έφεσης του ώστε αν πετύχει στην έφεση του, η απόφαση του Εφετείου να μην καταστεί κενό γράμμα, ο αιτητής στράφηκε την ίδια ημέρα στο Επαρχιακό Δικαστήριο και ζήτησε με μονομερή αίτηση το διάταγμα που το Ανώτατο Δικαστήριο δεν είχε εκδώσει. Αρχικά εκδόθηκε αλλά κατόπιν ένστασης και ακρόασης ακυρώθηκε επειδή καθώς κρίθηκε το θέμα είχε ήδη περιέλθει οριστικά στην δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Με μονομερή αίτηση η οποία κατατέθηκε στο πλαίσιο της έφεσης εναντίον της απόφασης για την έκδοση του εντάλματος certiorari ο αιτητής ζήτησε από την ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου την έκδοση του ίδιου διατάγματος. Ο δικηγόρος του αιτητή εισηγήθηκε πως η απόφαση στην Erinford καθιέρωσε αρχές οι οποίες επιτρέπουν την άσκηση εξουσίας για τη δίκαιη διαρρύθμιση τέτοιων ενδιάμεσων ζητημάτων και πως τίποτε δεν εμποδίζει την ίδια λύση και στην Κύπρο. Το Ανώτατο Δικαστήριο απαντώντας το ερώτημα ανέφερε τα ακόλουθα στη σελ.1354: «Να δούμε λοιπόν την Erinford η οποία, καθώς μας φαίνεται, στην Κύπρο σε ορισμένες περιπτώσεις θεωρήθηκε πως απεικόνιζε αρχές που ίσχυαν και στο δικό μας σύστημα (βλ. π.χ. την Tafco ν Ship "Lambros L" (No2)
(1977)1 CLR 159) σε άλλες αντικρίστηκε με επιφυλακτικότητα (βλ. Stavros Makris Ltd n. Ports Authority
(1985)1 CLR 731) ενώ σε μια τέθηκε ερωτηματικό (βλ. Ocean Corp. Ltd v. Novorossijskrybprom Co Ltd (Αρ.2)
(1996)1 ΑΑΔ 1154). Για να κατανοήσει κανείς την Erinford χρειάζεται όχι μόνο να συλλάβει τη λεπτομέρεια των στοιχείων της αλλά και το πλαίσιο των αγγλικών νομοθετικών διατάξεων στις οποίες εντασσόταν η περίπτωση και οι οποίες, σε ουσιώδη πτυχή, στην οποία θα αναφερθούμε αργότερα, διέφεραν από τις Κυπριακές. Στην Erinford είχε απορριφθεί, στις 14 Μαρτίου 1974, αίτημα των εναγόντων για προσωρινό διάταγμα με το οποίο να εμποδιζόταν η τοπική Αρχή να εξετάσει τις αιτήσεις τους για πολεοδομική άδεια, χωρίς συνάρτηση με παρόμοια εκκρεμούσα αίτηση άλλων προσώπων, μη διαδίκων στην αγωγή, σε σχέση με παρακείμενη γη. Μετά την απόρριψη του αρχικού αιτήματος, οι ενάγοντες αποτάθηκαν αμέσως στο πρωτόδικο δικαστήριο για διάταγμα με τους ίδιους όρους για σκοπούς έφεσης την οποία, καθώς δήλωσαν είχαν πρόθεση να καταχωρίσουν αλλά χρειάζονταν μερικές ημέρες, ήτοι μέχρι τις 20 Μαρτίου το αργότερο. Ας σημειωθεί ότι μεταγενέστερα το ζήτημα θα μπορούσε να ρυθμιστεί με βάση το άρθρο 69
(1)του Supreme Court of Judicature (Consolidation) Act, 1925 και ήταν ακριβώς για να δοθεί αυτή η ευκαιρία που ζητείτο το διάταγμα. Ο συνήγορος των εκεί εναγομένων εισηγήθηκε, χωρίς όμως να παραπέμψει σε αυθεντίες, πως σύμφωνα με την πρακτική τέτοιο διάταγμα μόνο το εφετείο είχε εξουσία να εκδώσει. Το δικαστήριο αναφέρθηκε εκτενώς στις αποφάσεις οι οποίες αφορούσαν στο ζήτημα και στις οποίες εμφανιζόταν κάποια διάσταση. Κατέληξε, με την ερμηνεία που τους έδωσε, ότι επειδή καθίστατο αναγκαία η προστασία του δικαιώματος έφεσης, παρεχόταν ανάλογα και εξουσία για την έκδοση σχετικού διατάγματος και ότι, επιπλέον, ήταν προτιμότερο, για λόγους ευκολίας, το ζήτημα να εξεταζόταν αρχικά από το πρωτόδικο δικαστήριο. Βλέπουμε λοιπόν πως το πρόβλημα στην Erinford δεν αφορούσε το κατά πόσο το εφετείο είχε εξουσία να εκδίδει τέτοια διατάγματα. Θεωρείτο δεδομένο ότι την είχε, ως προϋπόθεση για την άσκηση της εξουσίας βάσει του προαναφερθέντος άρθρου 69
(1). Το πρόβλημα ήταν το κατά πόσο είχε και το πρωτόδικο δικαστήριο συντρέχουσα εξουσία. Στην προκείμενη περίπτωση δεν είναι αυτό το πρόβλημα. Ούτε μπορεί να θεωρηθεί ότι επειδή το αγγλικό εφετείο έχει, αναφορικά με κάποιο ζήτημα, εξουσία η ίδια εξουσία θα πρέπει να υπάρχει δευτεροβάθμια και στην Κύπρο. Στην Αγγλία, πέρα από την πρόνοια στους Θεσμούς του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Rules of the Supreme Court), όμοια με τη δική μας Δ.35 Θ18, για την αναστολή εκτέλεσης δικαστικής απόφασης ή επακόλουθης προς αυτήν διαδικασίας μέχρι τη διεκπεραίωση ασκηθείσας έφεσης, υπήρχε και το άρθρο 69(Ι) του Supreme Court of Judicature (Consolidation) Act, 1925 το οποίο παρείχε σε δικαστή του εφετείου την εξουσία, εκκρεμούσης της έφεσης, να εκδίδει ενδιάμεσο διάταγμα για να αποτρέπει δυσμενή επηρεασμό απαίτησης στην οποία αφορούσε η έφεση: S.69 -
(1)In any cause or matter pending before the Court of Appeal, any direction incidental thereto not involving the decision of the appeal may be given by a single Judge of that Court, and a single Judge of that Court may at any time during vacation make any interim order to prevent prejudice to the claims of any parties pending an appeal, as he may think fit. Δεν εισήχθη στην Κύπρο ανάλογη πρόνοια και αυτό δεν είναι τυχαίο. Ίσως να εκφράζει την πολιτική του δικαίου, με την οποία να σταθμίστηκε το όφελος έναντι των ενδεχομένων προβλημάτων κατόπιν που λήφθηκε υπόψη και ο τρόπος με τον οποίο λειτουργεί ο διάδικος στη χώρα μας. Πάντως ο νομοθέτης δεν ηθέλησε να παραχωρήσει τέτοιο δικαίωμα σε εφεσείοντα και δεν μας επιτρέπεται να αντιστρατευθούμε αυτή την τάξη πραγμάτων. Δεν μπορεί επομένως να προωθηθεί η εξέταση του θέματος στη βάση του ubi jus ibi remedium. Εξάλλου, υπό αυτές τις περιστάσεις καθίσταται άτοπη και η θεώρηση του ζητήματος από τη σκοπιά της σύμφυτης ή εγγενούς εξουσίας του Δικαστηρίου. Όπως υπέδειξε η Πλήρης Ολομέλεια στη Χαραλαμπίδης ν. Μελωδία (Χαραλαμπίδου)
(1997)1 ΑΑΔ 724, με απόφαση του Πική, Π.: «Οι «εγγενείς εξουσίες του Δικαστηρίου», τις οποίες επικαλείται ο αιτητής, δεν διευρύνουν τη δικαιοδοσία ή τις εξουσίες του Δικαστηρίου, ούτε έχουν ως λόγο την επέκτασή τους. οι σύμφυτες εξουσίες του Δικαστηρίου είναι εκείνες που εξυπακούονται από τη φύση της λειτουργίας του - Δικαστήριο της δικαιοσύνης - χάριν της αποτελεσματικής άσκησης των δικαιοδοσιών του και της αποτροπής της κατάχρησης των ενώπιον του διαδικασιών.» Το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι δεν είχε εξουσία και έτσι απέρριψε το αίτημα. 7.5 Όπως έχει αναφερθεί και πιο πάνω το Επαρχιακό Δικαστήριο Αμμοχώστου στις 29.5.09 απέρριψε τις πιο πάνω αιτήσεις - εφέσεις με τις οποίες ο αιτητής ζητούσε διάταγμα με το οποίο να ακυρώνεται ή και να παραμερίζεται η απόφαση του διευθυντή του Κτηματολογίου. Στη συνέχεια καταχωρήθηκε έφεση εναντίον της πιο πάνω απόφασης. Κατόπιν σχετικής αίτησης του καθ΄ ου η αίτηση, ο διευθυντής του Κτηματολογίου αποφάσισε την πώληση με δημοπρασία των επίδικων ακινήτων. 7.6 Όπως διαφαίνεται, τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης διαφέρουν από τα γεγονότα της απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας στην υπόθεση Αυξεντίου ανωτέρω αφού σε εκείνη την υπόθεση εκκρεμούσε προς εκδίκαση η αίτηση έφεσης και όταν ζητήθηκε η έκδοση διατάγματος με το οποίο να αναβαλλόταν η καθορισθείσα πώληση του ακινήτου το Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση. Στη συνέχεια καταχωρήθηκε έφεση κατά της ορθότητας της ενδιάμεσης απόφασης και επίσης καταχωρήθηκε μονομερώς αίτηση με την οποία ζητούσε κατ΄ επειγόντως θεραπεία μέχρι την διεκπεραίωση της έφεσης. Το Δικαστήριο εξέδωσε σχετικό διάταγμα και μετά από ακροαματική διαδικασία εξέδωσε διάταγμα με το οποίο απαγόρευε στον επαρχιακό κτηματολογικό λειτουργό από το να προχωρήσει στον ορισμό ημερομηνίας πώλησης μέχρι την πλήρη αποπεράτωση της έφεσης εναντίον της ενδιάμεσης απόφασης. 7.7 Όπως και στην υπόθεση Γεωργίου ανωτέρω, έτσι και στην προκειμένη περίπτωση το πρόβλημα δεν είναι όμοιο με την υπόθεση Erinford στην οποία θεωρείτο δεδομένο ότι είχε εξουσία να εκδίδει τέτοια διατάγματα, ως προϋπόθεση για την άσκηση της εξουσίας βάσει του άρθρου 69
(1)του Supreme Court of Judicature (Consolidation) Act, 1925. Το πρόβλημα ήταν το κατά πόσο είχε και το πρωτόδικο Δικαστήριο συντρέχουσα εξουσία. Ούτε μπορεί να θεωρηθεί ότι επειδή το αγγλικό Εφετείο έχει, αναφορικά με κάποιο ζήτημα, εξουσία η ίδια εξουσία θα πρέπει να υπάρχει πρωτοβάθμια και στην Κύπρο. Στην Αγγλία, πέρα από την πρόνοια στους Θεσμούς του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Rules of the Supreme Court), όμοια με τη δική μας Δ.35 Θ18, για την αναστολή εκτέλεσης δικαστικής απόφασης ή επακόλουθης προς αυτήν διαδικασίας μέχρι τη διεκπεραίωση ασκηθείσας έφεσης, υπήρχε και το άρθρο 69
(1)του Supreme Court of Judicature (Consolidation) Act, 1925 το οποίο παρείχε σε Δικαστή του Εφετείου την εξουσία, εκκρεμούσης της έφεσης, να εκδίδει ενδιάμεσο διάταγμα για να αποτρέπει δυσμενή επηρεασμό απαίτησης στην οποία αφορούσε η έφεση. Ο νομοθέτης στην Κύπρο δεν θέλησε να παραχωρήσει τέτοιο δικαίωμα και δεν είναι επιτρεπτό για το Δικαστήριο να αντιστρατευθεί αυτή την τάξη πραγμάτων. Δεν μπορεί επομένως να προωθηθεί η εξέταση του θέματος στη βάση του ubi jus ibi remedium. (βλ. υπόθεση Γεωργίου ανωτέρω). Συνεπώς το Δικαστήριο δεν έχει εξουσία να εκδώσει τέτοιο διάταγμα κάτω από τις συνθήκες που περιγράφονται πιο πάνω. 7.8 Σύμφωνα με τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, η λεγόμενη εγγενής ή, άλλως, σύμφυτη εξουσία (inherent power) του Δικαστηρίου, η οποία ενυπάρχει λόγω της ταύτισής της με το Δικαστήριο και τις ανάγκες της ύπαρξής της για τη λειτουργία του Δικαστηρίου ως Δικαστηρίου δικαίου, δεν επεκτείνεται πέραν του ορίου που προσδιορίζεται από την αναγκαιότητα της ίδιας της ύπαρξής της ούτε, κατά κανόνα, αποτελεί πηγή εξουσίας ανεξάρτητη από το νόμο και τους θεσμούς, με άλλα λόγια, η σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου, εκεί όπου δεν υπάρχει ειδική πρόνοια, είτε στο νόμο είτε στους θεσμούς, δεν μπορεί, κατά κανόνα, να αποτελέσει από μόνη της, με την απλή επίκλησή της, αυτοδύναμη δικαιοδοτική βάση για ένα συγκεκριμένο διάβημα. Κατ΄ εξαίρεση, απλή επίκληση της σύμφυτης εξουσίας του Δικαστηρίου είναι επιτρεπτή μόνο στην περίπτωση που η τυχόν άρνηση εξουσίας ή δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου θα ισοδυναμούσε με αποστέρηση συνταγματικά κατοχυρωμένου δικαιώματος διαδίκου. (βλ. Evand Promotions Ltd κ.ά. αρ. αίτησης 19/98 και στις εκεί αναφερόμενες αυθεντίες). 8. Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω η Δ.35 Θ18 δεν έχει εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση και περαιτέρω το Δικαστήριο δεν έχει εγγενή ή και σύμφυτη εξουσία για την έκδοση τέτοιου διατάγματος. Συνακόλουθα η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του καθ΄ ου η αίτηση και εναντίον του αιτητή όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. (Υπ.): ....................... Η. Γεωργίου, Ε.Δ. ......./ΕΑ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο