Μιχάλη Αβραάμ Πιττάκη ν. Hellenic Bank Public Company Ltd ή και Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ που προηγουμένως λεγόταν Hellenic Bank Ltd, Αρ. Αγωγής: 710/09, 24 Μαρτίου 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2010:A8 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΠΟΥ ΣΥΝΕΔΡΙΑΖΕΙ ΣΤΗ ΛΑΡΝΑΚΑ Αρ. Αγωγής: 710/09 Μεταξύ: Μιχάλη Αβραάμ Πιττάκη Ενάγοντα και Hellenic Bank Public Company Ltd ή και Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ που προηγουμένως λεγόταν Hellenic Bank Ltd, με έδρα τη Λευκωσία Εναγομένων ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 24 Μαρτίου 2010 Αίτηση ημερ. 16.7.2009 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον Ενάγοντα-Αιτητή: κ. Μ. Παπαθανασίου Για τους Εναγομένους- Καθ΄ων η αίτηση: κ. Μ. Σιδεράς Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Μαζί με την καταχώρηση γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος στο πλαίσιο της παρούσας αγωγής ο ενάγων καταχώρησε την υπό κρίση αίτηση. Η απαίτηση του ενάγοντα είναι για την έκδοση δήλωσης ή απόφασης Δικαστηρίου ότι η απόφαση που εκδόθηκε εκ συμφώνου εναντίον του στην αγωγή αρ. 1472/99 Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου έγινε χωρίς τις οδηγίες του ή/και χωρίς την συγκατάθεση του ή/και εν αγνοία του ή/και υπό συνθήκες απάτης εις βάρος του ή/και λόγω πλάνης ή/και λάθους, καθώς επίσης για την έκδοση απόφασης ή διατάγματος Δικαστηρίου με το οποίο να ακυρώνεται ή παραμερίζεται η εν λόγω απόφαση. Με την υπό εξέταση αίτηση ο ενάγων ζητά απόφαση ή/και διάταγμα Δικαστηρίου με το οποίο να αναστέλλεται η εκτέλεση της απόφασης που εκδόθηκε εναντίον του στην προαναφερθείσα αγωγή αρ. 1472/99 Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου μέχρι την εκδίκαση της παρούσας αγωγής. Αξίζει να σημειωθεί ότι η εν λόγω αίτηση καταχωρήθηκε μονομερώς, πλην όμως το Δικαστήριο δεν εξέδωσε διάταγμα μονομερώς και, κατόπιν αιτήματος εκ μέρους του αιτητή, έδωσε οδηγίες όπως αυτή επιδοθεί στην άλλη πλευρά, η οποία καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης στην αγωγή και ένσταση στην αίτηση. Η υπό κρίση αίτηση στηρίζεται στη Δ.48 Θθ. 1, 2, 8 και 9 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, στο άρθρο 32 του Νόμου 14/60 και στα άρθρα 8 και 9 του Κεφ.
- Η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του ενάγοντα-αιτητή. Στην ένορκη του δήλωση ο ενάγων-αιτητής αναφέρει τα ακόλουθα. Πριν μερικές μέρες ο αρμόδιος δικαστικός επιδότης τον πληροφόρησε ότι υπάρχει δικαστική απόφαση εναντίον του στην αγωγή αρ. 1472/99 και ότι εκδόθηκε ένταλμα κατάσχεσης της κινητής του περιουσίας και ότι ο επιδότης προτίθετο από μέρα σε μέρα να προβεί στην κατάσχεση της περιουσίας του αιτητή για εξόφληση του δικαστικού χρέους του που συνολικά ανήρχετο στο ποσό των €40.000 περίπου. Τότε ο αιτητής έδωσε οδηγίες να γίνει έρευνα στο φάκελο του Δικαστηρίου για να διαπιστωθεί τι έγινε, καθότι τελούσε υπό άγνοια ότι όφειλε τέτοιο ποσό ή ότι κινήθηκε τέτοια αγωγή. Όπως προέκυψε από τα στοιχεία του φακέλου του Δικαστηρίου, στην εν λόγω αγωγή δεν περιέχεται δικογραφημένος ισχυρισμός ότι ο αιτητής ήταν πρωτοφειλέτης ή εγγυητής αλλά ότι υποθήκευσε κάποιο ακίνητο του προς εξασφάλιση χρέους του εναγομένου 1 και ότι η εναγομένη 2 υπέγραψε εγγύηση προς όφελος του εναγομένου 1, επομένως δεν ήταν δυνατό να εκδοθεί απόφαση εναντίον του για πληρωμή του χρέους προς τους ενάγοντες. Περαιτέρω, ενώ στην ένορκη δήλωση επίδοσης της αγωγής αναφέρεται ότι του επιδόθηκε αντίγραφο του κλητηρίου έναντι της υπογραφής του, η υπογραφή που φαίνεται δεν είναι η δική του υπογραφή και ούτε στην παρουσία του έγινε η επίδοση. Ακόμα ο αιτητής ουδέποτε υπέγραψε έντυπο διορισμού δικηγόρου εναγομένων που φαίνεται κατατεθειμένο από τον κ. Τάκη Παπαμιχαλόπουλο, η υπογραφή του σε αυτό φαίνεται πλαστογραφημένη και ο ίδιος ουδέποτε έδωσε οδηγίες για να εκπροσωπηθεί στην αγωγή και να δεχθεί απόφαση εναντίον του. Ο αιτητής αναφέρει επίσης ότι, εξ όσων πληροφορείται, ο εναγόμενος 1 βαρύνεται με ποινικές καταδίκες για απάτες και πλαστογραφίες και κατά τον χρόνο της ένορκης του δήλωσης βρίσκεται κατάδικος στις Κεντρικές Φυλακές. Ο αιτητής ισχυρίζεται περαιτέρω ότι πριν 14 περίπου χρόνια ο εναγόμενος 1 τον παρακάλεσε να τον εγγυηθεί γιατί αντιμετώπιζε σοβαρά οικογενειακά και οικονομικά προβλήματα. Παρόλο που δεν τον γνώριζε καλά, μετά από πολλές παρακλήσεις του, ο αιτητής δέχθηκε να υποθηκεύσει μόνο ένα από τα πολλά ακίνητα του, μικρής αξίας, στο Παραλίμνι, για καθαρά ανθρωπιστικούς λόγους χωρίς ποτέ ο ίδιος να δεχθεί να τον εγγυηθεί προσωπικά. Τέλος, ο αιτητής ισχυρίζεται ότι αν προχωρήσει η εκτέλεση της απόφασης με αναγκαστική πώληση της κινητής του περιουσίας, θα υποστεί ταπείνωση, εξευτελισμό και μεγάλη οικονομική ζημιά καθότι η περιουσία του θα πουληθεί σε εξευτελιστικές τιμές με δημόσιο πλειστηριασμό και πιστεύει ότι θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα καθότι έχει καλό αγώγιμο δικαίωμα στο πλαίσιο της παρούσας αγωγής. Στην ένορκη δήλωση επισυνάπτονται αντίγραφο του κλητηρίου εντάλματος στην αγωγή αρ. 1472/99, η ένορκη δήλωση επίδοσης της αγωγής προς αυτόν, το κατ΄ ισχυρισμόν πλαστό διοριστήριο έγγραφο προς τον κύριο Παπαμιχαλόπουλο και η απόφαση που εκδόθηκε εναντίον του στην εν λόγω αγωγή. Στο σημείο αυτό κρίνω σκόπιμο να αναφέρω ότι σε κατοπινό στάδιο, μετά και την καταχώρηση της ένστασης, κατόπιν σχετικού διατάγματος του Δικαστηρίου, ο αιτητής καταχώρησε συμπληρωματική ένορκη δήλωση με την οποία επισύναψε την ένορκη δήλωση επίδοσης της αγωγής προς αυτόν, καθότι εκ παραδρομής και καλόπιστου λάθους στην αρχική του ένορκη δήλωση επισυνάφθηκε η ένορκη δήλωση επίδοσης προς τους εναγομένους 1 και 2 και όχι προς τον ίδιο. Η ένσταση βασίζεται στις Δ.17 Θ. 10, Δ.26 Θ. 14, Δ.33 Θ. 15 και Δ.48 Θθ. 1 και 4 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, στο άρθρο 32 του Νόμου 14/60, στα άρθρα 8 και 9 του Κεφ. 6 και στις γενικές εξουσίες του Δικαστηρίου. Οι λόγοι της ένστασης είναι ότι η αίτηση πάσχει γιατί στερείται οποιουδήποτε ή ορθού νομικού υπόβαθρου, δεν αποκαλύπτει οποιαδήποτε πραγματική βάση αγωγής ούτε και παρέχονται εξηγήσεις για την τόση καθυστέρηση εκ μέρους του αιτητή, ο αιτητής αποκρύπτει ουσιαστικά γεγονότα από το Δικαστήριο και η αίτηση είναι καταχρηστική με σκοπό τη δημιουργία καθυστέρησης και την αποφυγή των υποχρεώσεων του αιτητή προς τους εναγομένους. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της κας Φωτεινής Καροτσάκη που βρίσκεται στην υπηρεσία των εναγομένων και εργάζεται στο τμήμα ανάκτησης χρεών. Η κα Καροτσάκη ισχυρίζεται ότι οι ισχυρισμοί του αιτητή στην ένορκη του δήλωση είναι αβάσιμοι και άσχετοι και αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις για την αποφυγή των υποχρεώσεων του με βάση τη δικαστική απόφαση εναντίον του. Επίσης, η κα Καροτσάκη αναφέρει ότι ο αιτητής ήταν ένας από τους εναγομένους σαν εγγυητής του εναγομένου 1 στην αγωγή αρ. 1472/99 για χρέη του οποίου είχε υποθηκεύσει θεληματικά ακίνητη περιουσία του σύμφωνα με γραμμάτιο συνήθους τύπου και/ή έγγραφο υποθηκεύσεως ακινήτου, το οποίο ο αιτητής παραδέχεται, και στο οποίο περιγράφεται σαφώς η ανάληψη των υποχρεώσεων του. Ο ίδιος, μέσω του δικηγόρου του, συναίνεσε στην έκδοση απόφασης εναντίον του αφού προηγουμένως είχε καταχωρηθεί σημείωμα εμφάνισης και υπεράσπιση εκ μέρους του από δεόντως εξουσιοδοτημένο δικηγόρο. Αντίγραφο της δήλωσης υποθήκευσης επισυνάπτεται ως τεκμήριο. ΄Ηταν η θέση της κας Καροτσάκη ότι ο αιτητής κωλύεται μετά την παρέλευση 8 ετών από την έκδοση τελεσίδικης απόφασης να εγείρει θέμα για αντικανονική επίδοση της αγωγής, δεν αποκαλύπτει οποιαδήποτε βάση αγωγής και εν πάση περιπτώσει ο ισχυρισμός του είναι ότι εξαπατήθηκε από τους συνεναγομένους του στην αγωγή αρ. 1472/99 και τον δικηγόρο τους και έτσι όφειλε να λάβει μέτρα εναντίον αυτών. Ο ισχυρισμός του αιτητή για τον τρόπο με τον οποίο ο εναγόμενος 1 τον έπεισε να υποθηκεύσει το κτήμα του αφορά αποκλειστικά τις σχέσεις του με αυτόν και δεν επηρεάζει με οποιονδήποτε τρόπο τους εναγομένους ή τα δικαιώματα τους, έτσι ώστε δεν δημιουργεί αγώγιμο δικαίωμα εναντίον των εναγομένων. Η κα Καροτσάκη απορρίπτει τους ισχυρισμούς του αιτητή ότι μόνο πρόσφατα έλαβε γνώση για την ύπαρξη της απόφασης στην αγωγή αρ. 1472/
- Προς τούτο κατέθεσε αντίγραφο αίτησης των εναγομένων που καταχωρήθηκε στο Κτηματολόγιο για την εκποίηση του ενυπόθηκου ακινήτου του αιτητή ημερ. 11.10.2001, αντίγραφο επιστολής των εναγομένων προς το Κτηματολόγιο για την πώληση του εν λόγω ακινήτου ημερ. 24.9.2001 και επιστολή του Κτηματολογίου προς τον αιτητή, η οποία κοινοποιήθηκε στους εναγομένους, ημερ. 23.1.2008 με την οποία δινόταν η τελευταία ειδοποίηση στον αιτητή ότι αν δεν τακτοποιήσει το χρέος του το συντομότερο θα επισπεύδετο η διαδικασία πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου του. Γι΄ αυτό η κα Καροτσάκη πιστεύει ότι ο αιτητής εσκεμμένα παρέλειψε να αποκαλύψει την πιο πάνω αλληλογραφία στο Δικαστήριο με σκοπό την παραπλάνηση του, ότι δεν συντρέχουν οι λόγοι για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος και ότι η αίτηση αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας και αντιβαίνει στις αρχές της τελεσιδικίας των δικαστικών αποφάσεων. Κατόπιν ανταλλαγής ειδοποιήσεων και από τις δύο πλευρές για την αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων, και οι δύο παρευρέθηκαν στο Δικαστήριο και αντεξετάστηκαν στο πλαίσιο της ακρόασης της αίτησης. Ο αιτητής, ερωτηθείς σε ποιες ενέργειες προέβη από το 1999 που υποθήκευσε το ακίνητο του προς όφελος του εναγομένου 1, ανέφερε ότι το μόνο πράγμα που έκανε ήταν να υπογράψει πληρεξούσιο προς τον πρωτοφειλέτη για να υποθηκεύσει το ακίνητο του. Ουδέποτε υπέγραψε ως εγγυητής, ουδέποτε διόρισε δικηγόρο να τον αντιπροσωπεύσει στην αγωγή και ουδέποτε έλαβε κλήση για την εν λόγω αγωγή. Ούτε ποτέ επισκέφθηκε το Κτηματολόγιο για να δει τι απέγινε με το ενυπόθηκο ακίνητο του. Η πρώτη φορά που πληροφορήθηκε για την αγωγή και την απόφαση εναντίον του ήταν μέσω του δικαστικού επιδότη για την εκτέλεση εντάλματος κινητών. Παραδέχθηκε τη λήψη της επιστολής του Κτηματολογίου ημερ. 23.1.2008 λέγοντας ότι όταν την έλαβε δεν προέβη σε οποιαδήποτε ενέργεια καθότι θεώρησε ότι, από τη στιγμή που υποθήκευσε το ακίνητο του προς όφελος του πρωτοφειλέτη, το εν λόγω ακίνητο θα πωλείτο και ο ίδιος δεν μπορούσε να κάνει οτιδήποτε γι΄ αυτό. Ο αιτητής είπε επίσης ότι δεν θυμάται την πηγή της πληροφορίας του για το γεγονός ότι ο πρωτοφειλέτης βρίσκεται στη φυλακή, ούτε θεώρησε ότι όφειλε να ψάξει το θέμα περαιτέρω όταν το πληροφορήθηκε. Όμως, μετά το τηλεφώνημα του δικαστικού επιδότη προσπάθησε να τον εντοπίσει αλλά δεν τα κατάφερε. Τέλος, ισχυρίστηκε ότι περιμένει να δει το αποτέλεσμα της παρούσας αγωγής και αν υποχρεωθεί να πληρώσει οποιοδήποτε ποσό τότε θα προβεί σε καταγγελία στην αστυνομία, εμμένοντας ότι ουδέποτε δέχθηκε να υπογράψει ως εγγυητής αλλά μόνο να υποθηκεύσει το κτήμα του προς όφελος του πρωτοφειλέτη και αρνήθηκε ότι οι ισχυρισμοί του αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις για να αποφύγει τις υποχρεώσεις του. Η κα Καροτσάκη επιβεβαίωσε το περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης στην αγωγή αρ. 1472/99 και ότι ο αιτητής φέρεται μόνο να έχει υπογράψει έγγραφο υποθήκευσης ακινήτου, με αποτέλεσμα την έκδοση απόφασης εναντίον του. Είπε επίσης ότι αρχικά εκδόθηκε ένταλμα κατάσχεσης κινητής περιουσίας το οποίο αποσύρθηκε άνευ βλάβης, ότι εκκρεμεί η διαδικασία εκποίησης του ενυπόθηκου ακινήτου στο Κτηματολόγιο και ότι το ένταλμα κατάσχεσης κινητής περιουσίας, για το οποίο πληροφορήθηκε ο αιτητής, εκδόθηκε στις 29.5.
- ΄Αλλες ενέργειες στις οποίες οι εναγόμενοι προέβησαν προς εκτέλεση της δικαστικής απόφασης είναι, πέραν της διαδικασίας εκποίησης του ακινήτου που ξεκίνησε το 2001, η καταχώρηση αίτησης πτώχευσης εναντίον του πρωτοφειλέτη. Τέλος, η κα Καροτσάκη δεν ήταν σε θέση να σχολιάσει το πληρεξούσιο που δόθηκε από τον αιτητή στον πρωτοφειλέτη καθότι δεν το είχε υπόψη της και η ίδια ανέλαβε τον χειρισμό της παρούσας υπόθεσης μετά την έκδοση της δικαστικής απόφασης. Κατά την αγόρευση του ο δικηγόρος του αιτητή ισχυρίστηκε ότι διαφάνηκε μέσα από την αντεξέταση του αιτητή ότι αυτός έχει ξεκάθαρη υπόθεση καθότι ουδέποτε ανέλαβε προσωπική εγγύηση των υποχρεώσεων του πρωτοφειλέτη παρά μόνο εξουσιοδότησε αυτόν, μέσω πληρεξουσίου εγγράφου, να υποθηκεύσει το ακίνητο του προς όφελος των υποχρεώσεων του πρωτοφειλέτη. Επομένως, η μοναδική αξίωση που θα μπορούσαν να έχουν οι εναγόμενοι εναντίον του στο πλαίσιο της αγωγής αρ. 1472/99 ήταν για διάταγμα εκποίησης της υποθήκης, και παρόλα αυτά λανθασμένα και/ή λόγω πλάνης και/ή χωρίς πραγματικό ή νομικό έρεισμα εκδόθηκε απόφαση εναντίον του για το ποσό που όφειλε ο πρωτοφειλέτης. Επίσης, ο κ. Παπαθανασίου εισηγήθηκε ότι, με βάση τη μαρτυρία του αιτητή όπως αυτή προκύτπει από τις ένορκες δηλώσεις του, η δικαστική απόφαση εκδόθηκε εναντίον του κατόπιν δόλου και/ή απάτης εις βάρος του αιτητή, χωρίς την συγκατάθεση του και κατόπιν παραβίασης των αρχών της φυσικής δικαιοσύνης. ΄Ηταν η θέση του κ. Παπαθανασίου ότι στην παρούσα περίπτωση τηρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος και ότι η παράλειψη αναφοράς του αιτητή στην επιστολή του Κτηματολογίου ημερ. 23.1.2008 δεν αποτελεί απόκρυψη ουσιαστικού γεγονότος το οποίο θα μπορούσε να επηρεάσει την έκβαση της αίτησης του, δεν έγινε σκόπιμα και εν πάση περιπτώσει ο αιτητής έδωσε όλες τις απαραίτητες εξηγήσεις σε σχέση με την εν λόγω επιστολή. Τέλος, ο κ. Παπαθανασίου κάλεσε το Δικαστήριο να δεχθεί τη θέση του αιτητή αναφορικά με το πότε ο ίδιος έλαβε γνώση για τα επίδικα γεγονότα και γιατί δεν θορυβήθηκε με τη λήψη της επιστολής του Κτηματολογίου ημερ. 23.1.2008, καλώντας το Δικαστήριο να καταλήξει ότι ο αιτητής ενήργησε χωρίς οποιαδήποτε καθυστέρηση, και η όλη συμπεριφορά του δεν αποτελεί αδιαφορία ή καταφρόνηση της δικαστικής διαδικασίας. Ο κ. Παπαθανασίου πρόβαλε τη θέση ακόμα ότι ο λόγος που προβλήθηκε στην ένσταση για την έλλειψη του νομικού υπόβαθρου της αίτησης δεν προωθήθηκε με μαρτυρία και επομένως πρέπει να θεωρηθεί ότι εγκαταλείφθηκε, αλλά εν πάση περιπτώσει η οποιαδήποτε παράλειψη είναι παρατυπία η οποία θεραπεύεται, σύμφωνα με σχετική νομολογία. Ο δικηγόρος των καθ΄ων η αίτηση υιοθέτησε όλους τους λόγους ένστασης, αναφέροντας αρχικά ότι ο αιτητής πρόβαλε γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς για να υποστηρίξει τη θέση του έτσι ώστε αυτοί να μην μπορούν να στοιχειοθετήσουν και να αποδείξουν ότι έχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. Οι ισχυρισμοί του αιτητή για απάτη από τρίτα πρόσωπα, χωρίς βέβαια αποδεικτικά στοιχεία, δεν αποτελούν κριτήριο για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Επίσης, ο κ. Σιδεράς εξέφρασε τη θέση ότι οι καθ΄ων η αίτηση ήγειραν με την ένσταση τους τον ισχυρισμό τους για την έλλειψη νομικού υπόβαθρου της υπό κρίση αίτησης και αυτός ο ισχυρισμός είναι καθαρά νομικός και δεν χρήζει προσκόμισης μαρτυρίας προς υποστήριξη του. Ο κ. Σιδεράς ισχυρίστηκε ότι τυχόν έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα έχει ως αποτέλεσμα την απώλεια του δικαιώματος ανάκτησης του χρέους που οφείλεται στους εναγομένους. Τέλος, κάλεσε το Δικαστήριο να προβληματιστεί σε σχέση με την συμπεριφορά του ενάγοντα όταν πληροφορήθηκε για το ποιόν του πρωτοφειλέτη, και να απορρίψει την αίτηση χωρίς να εξετάσει την ουσία αυτής για τον λόγο ότι ο αιτητής απέκρυψε ουσιώδη γεγονότα από το Δικαστήριο. Το πρώτο θέμα με το οποίο κρίνω σκόπιμο να ασχοληθώ είναι ο λόγος ένστασης ότι η υπό κρίση αίτηση στερείται οποιουδήποτε ή ορθού νομικού υπόβαθρου. Η νομική βάση της αίτησης είναι η Δ.48 Θθ. 1, 2, 8 και 9 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, που παρέχει τη δυνατότητα καταχώρησης αίτησης με την σχετική παράκληση και ρυθμίζει τη μορφή της αίτησης και τη σχετική διαδικασία προώθησης της. Η αίτηση βασίζεται επίσης στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν. 14/60, το οποίο αποτελεί το νομικό υπόβαθρο της ουσίας της εν λόγω αίτησης. Όπως είναι γνωστό, το άρθρο 32 παρέχει γενική και ευρεία εξουσία στο Δικαστήριο να εκδίδει προσωρινά διατάγματα είτε απαγορευτικής είτε προστακτικής μορφής, νοούμενου βέβαια ότι τηρούνται οι απαραίτητες προϋποθέσεις. Θεωρώ ότι το διάταγμα το οποίο ζητείται με την παρούσα αίτηση είναι ουσιαστικά απαγορευτικής μορφής, καθότι ζητείται η αναστολή εκτέλεσης της απόφασης στην αγωγή αρ. 1472/99, δηλαδή να εμποδιστούν οι εναγόμενοι-καθ΄ων οι αίτηση να προβούν σε οποιαδήποτε διαβήματα ή μέτρα εκτέλεσης της εν λόγω απόφασης μέχρι την εκδίκαση της υπό κρίση αγωγής. Επομένως, καταλήγω ότι το αιτούμενο διάταγμα εμπίπτει εντός των προνοιών και του πνεύματος του άρθρου 32 του Ν. 14/60, το οποίο και αποτελεί την ορθή νομική βάση της υπό εξέταση αίτησης. Περαιτέρω, αφού έχω μελετήσει με προσοχή τον προβαλλόμενο ισχυρισμό των καθ΄ων η αίτηση σε σχέση με την έλλειψη του νομικού υπόβαθρου της αίτησης, επισημαίνω τα ακόλουθα. Οι καθ΄ων η αίτηση στηρίζουν την ένσταση στη Δ.17 Θ. 10, τη Δ.26 Θ. 14 και τη Δ.33 Θ. 15 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, οι οποίοι δεν αφορούν ούτε και έχουν οποιαδήποτε σχέση με την αιτούμενη θεραπεία που ζητείται στο πλαίσιο της παρούσας αίτησης. Η μόνη σχετική δικονομική πρόνοια είναι η Δ.33 Θ. 15, η οποία δεν αφορά την παρούσα αίτηση αλλά την απαίτηση του ενάγοντα στο πλαίσιο της αγωγής, δυνάμει της οποίας ζητείται ο παραμερισμός και/ή η ακύρωση απόφασης Δικαστηρίου λόγω ισχυριζόμενου δόλου. Επίσης, οι καθ΄ων η αίτηση τόσο στην ένσταση όσο και στην ένορκη δήλωση της κας Καροτσάκη που τη συνοδεύει, καθώς και κατά την αγόρευση του δικηγόρου τους, δεν προσδιόρισαν με οποιοδήποτε τρόπο ποια θεωρούν ότι θα μπορούσε να αποτελούσε την ορθή νομική βάση της αίτησης, με αποτέλεσμα αυτός ο ισχυρισμός να μην έχει εξειδικευτεί και να παραμένει γενικός και αόριστος. Το Δικαστήριο έχει την άποψη ότι οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας δεν περιέχουν οποιαδήποτε πρόνοια που να παρέχει την ευχέρεια στον αιτητή να ζητά την αιτούμενη θεραπεία παρά μόνο καλύπτουν το διαδικαστικό μέρος της καταχώρησης της παρούσας αίτησης. Θεωρώ, όμως, ότι το άρθρο 32 του Νόμου 14/60 δίνει τη δυνατότητα στον αιτητή να ζητά το αιτούμενο διάταγμα και κατ΄ επέκταση την εξουσία στο Δικαστήριο, αν κρίνει ορθό και σκόπιμο, να το εκδώσει. Ως εκ τούτου, κρίνω ότι η αίτηση βασίζεται στην ορθή νομική βάση και θα προχωρήσω να εξετάσω την ουσία αυτής. Το επόμενο θέμα που εγείρεται προς εξέταση είναι ο λόγος που προβλήθηκε από τους καθ΄ων η αίτηση για την παράλειψη του αιτητή να αποκαλύψει στο Δικαστήριο ουσιώδη γεγονότα, και συγκεκριμένα τη λήψη της επιστολής του Κτηματολογίου ημερ. 23.1.2008 δυνάμει της οποίας έλαβε γνώση για την πρόθεση πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου του. Αποτελεί βασική νομική αρχή ακολουθούμενη σταθερά τόσο από την Αγγλική όσο και την Κυπριακή νομολογία ότι στις μονομερείς αιτήσεις ο αιτητής έχει υποχρέωση να φέρει σε γνώση του Δικαστηρίου όλα τα ουσιώδη γεγονότα που μπορεί να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική του κρίση. Παράλειψη αποκάλυψης όλων των ουσιαστικών γεγονότων θεωρείται ως είδος «εξαπάτησης» του Δικαστηρίου και έχει ως συνέπεια την άρνηση του Δικαστηρίου να τον ακούσει ακυρώνοντας το προσωρινό διάταγμα που εξέδωσε χωρίς να εξετάσει την ουσία του. Η πιο πάνω καθιερωμένη νομική αρχή αποκτά ιδιαίτερη σημασία καθότι η έκδοση προσωρινού διατάγματος μονομερώς συνιστά εξαιρετικό μέτρο εφόσον παρέχεται κατά παρέκκλιση του κανόνα της φυσικής δικαιοσύνης που αποκλείει την παροχή θεραπείας χωρίς την παροχή ευκαιρίας στον αντίδικο να ακουστεί, όπως έχει χαρακτηριστικά λεχθεί στην υπόθεση Louis Vuitton v. Δέρμοσακ Λτδ. και Άλλης
(1992)1 Α.Α.Δ.1453. Στην υπόθεση Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ.248, το Εφετείο τόνισε για ακόμα μια φορά ότι η μονομερής αίτηση είναι υψίστης πίστεως (uberrima fides), και επομένως ο αιτητής έχει καθήκον να φέρει σε γνώση του Δικαστηρίου οποιαδήποτε γεγονότα γνωρίζει, ή που με εύλογη επιμέλεια θα γνώριζε, τα οποία μπορεί να είναι ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο και μπορεί να ασκήσουν επιρροή στην κρίση του Δικαστηρίου. Η υποχρέωση πλήρους αποκάλυψης όλων των ουσιωδών γεγονότων εκτείνεται ακόμα και σε αναφορά σε τυχόν υπεράσπιση που ο αιτητής έχει λόγο να πιστεύει ότι μπορεί να προβάλει η άλλη πλευρά - βλ. Global Cruises v. Metro Shipping
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ.
- Καθοδηγούμενη από τις πιο πάνω νομικές αρχές, θεωρώ ότι το θέμα της μη αποκάλυψης εξετάζεται στις περιπτώσεις όπου το Δικαστήριο καλείται να εκδώσει, και εκδίδει, μονομερές διάταγμα χωρίς το πρόσωπο εναντίον του οποίου ζητείται το διάταγμα να λάβει γνώση και να έχει την ευκαιρία να ακουστεί, επομένως είναι καθήκον του αιτητή να θέσει την όλη υπόθεση του με ακριβή και δίκαιο τρόπο. Όταν το άλλο μέρος αποταθεί για ακύρωση του διατάγματος και το Δικαστήριο διαπιστώσει ότι έχει αποκρυφθεί κάποιο ουσιαστικό γεγονός, τότε ακυρώνει το διάταγμα και δεν εξετάζει την ουσία. Για τον σκοπό εξέτασης της μη αποκάλυψης, το Δικαστήριο περιορίζεται μόνο στα γεγονότα που στοιχειοθέτησαν την αρχική αίτηση - βλ. Demstar Ltd. v. Zim Israel Navigation Co. Ltd. κ.ά., Αίτηση για Αναθεώρηση στην Αγωγή Ναυτοδικείου αρ.157/90, ημερ.30.5.
- Στην υπό κρίση περίπτωση, όμως, ενώ η αίτηση καταχωρήθηκε μονομερώς, το Δικαστήριο δεν προχώρησε στη μονομερή έκδοση διατάγματος με βάση τα δεδομένα που τέθηκαν ενώπιον του στο πλαίσιο αυτής, και κατόπιν αιτήματος του δικηγόρου του αιτητή έδωσε οδηγίες όπως η παρούσα αίτηση επιδοθεί στην άλλη πλευρά, η οποία, αφού έλαβε γνώση αυτής, εμφανίστηκε και καταχώρησε ένσταση. ΄Ετσι, η πλευρά των καθ΄ων η αίτηση είχε την ευκαιρία να προβάλει τη δική της θέση και όλα τα στοιχεία που έκρινε αναγκαίο για την κρίση του Δικαστηρίου. Επομένως, στο παρόν στάδιο το Δικαστήριο καλείται να αποφασίσει επί της παρούσας αίτησης και της τυχόν έκδοσης διατάγματος με βάση όλα τα στοιχεία και γεγονότα που έχουν τεθεί ενώπιον του και από τις δύο πλευρές, και όχι με βάση μόνο τη μονομερή αίτηση και την ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει. Ως εκ τούτου, κρίνω ότι αυτός ο λόγος ένστασης είναι αβάσιμος. Προχωρώντας όμως ακόμα ένα βήμα πιο κάτω, έχοντας υπόψη τις πιο πάνω αρχές της νομολογίας για το θέμα μη αποκάλυψης ουσιώδους γεγονότος, κρίνω ότι η παράλειψη αναφοράς και παρουσίασης της εν λόγω επιστολής από τον αιτητή δεν έχει ουσιαστική σημασία στο πλαίσιο της παρούσας αίτησης καθότι η θέση του είναι ξεκάθαρη ότι αποδέχθηκε και συγκατατέθηκε στο να υποθηκεύσει το ακίνητο του προς εξασφάλιση των υποχρεώσεων του πρωτοφειλέτη στην αγωγή αρ. 1472/99 και μάλιστα ήταν έτοιμος να δεχθεί τις συνέπειες των δικών του πράξεων με την πώληση του εν λόγω ακινήτου προς ικανοποίηση των πιστωτών του πρωτοφειλέτη, χωρίς οποτεδήποτε να αμφισβητήσει το δικαίωμα των πιστωτών να πουλήσουν το ακίνητο και να εισπράξουν το ποσό έναντι του λαβείν τους. Ως εκ τούτου, δεν θεωρώ ότι η αποκάλυψη αυτής της επιστολής θα διαφοροποιούσε με οποιονδήποτε τρόπο τη θέση που προβάλλει ο αιτητής και ενδεχόμενα θα μπορούσε να επηρεάσει την κρίση του Δικαστηρίου κατά την εξέταση της παρούσας μονομερούς αίτησης. Η μαρτυρία που προσκομίστηκε στο πλαίσιο εκδίκασης της παρούσας αίτησης περιορίζεται στις ένορκες δηλώσεις του αιτητή και της κας Καροτσάκη καθώς επίσης στην προφορική μαρτυρία που δόθηκε από αυτούς κατά την αντεξέταση τους από την άλλη πλευρά. Ο αιτητής, κατά την αντεξέταση του, αναφέρθηκε στις συνθήκες κάτω από τις οποίες δέχθηκε να προσφέρει το ακίνητο του προς τον πρωτοφειλέτη για την υποθήκευση αυτού προς εξασφάλιση του πρωτοφειλέτη έναντι των καθ΄ων η αίτηση, τις ενέργειες στις οποίες προέβη προς τον σκοπό αυτό με την υπογραφή σχετικού πληρεξουσίου προς τον πρωτοφειλέτη και τελικώς πώς κατέληξε να είναι αντιμέτωπος με την έκδοση απόφασης εναντίον του στο πλαίσιο της αγωγής αρ. 1472/99 και μάλιστα προσωπικά υπεύθυνος για το ποσό της απόφασης, λέγοντας ότι ουδέποτε παρέλαβε την επίδοση της αγωγής και ουδέποτε υπέγραψε διοριστήριο δικηγόρου ισχυριζόμενος ότι οι υπογραφές που φέρονται ως δικές του είναι πλαστογραφημένες. Ο δικηγόρος των καθ΄ων η αίτηση προσπάθησε να αμφισβητήσει τη θέση του αιτητή, με αναφορά στην παράλειψη του να προβεί σε κάποιες ενέργειες που κατά την άποψη του ήταν φυσιολογικό και αναμενόμενο να κάνει, και συγκεκριμένα την παράλειψη του αιτητή να προβεί σε οποιαδήποτε μέτρα μετά τη λήψη της επιστολής του Κτηματολογίου ή να επικοινωνήσει ή να ενδιαφερθεί να μάθει για τον πρωτοφειλέτη όταν πληροφορήθηκε ότι αυτός είχε καταδικαστεί. Αναφορικά με το πρώτο σκέλος, η στάση του αιτητή ήταν ότι δεν μπορούσε να κάνει οτιδήποτε για να αποτρέψει την πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου εφόσον ο ίδιος δέχθηκε να το προσφέρει προς όφελος του πρωτοφειλέτη. Σε σχέση με το δεύτερο σκέλος, ήταν η θέση του αιτητή ότι δεν υπήρχε κάτι με το οποίο έπρεπε να ασχοληθεί εφόσον η υποθήκη του ακινήτου του ήταν δεδομένη και αδιαμφισβήτητη. Ο αιτητής σε εκείνο το στάδιο δεν είχε λόγο να θορυβηθεί και να διερωτάται ή ανησυχεί μήπως ο πρωτοφειλέτης θα προέβαινε σε οποιαδήποτε άλλη ενέργεια εις βάρος του. Αυτοί οι ισχυρισμοί του αιτητή αναφορικά με τα γεγονότα της υπόθεσης, και κυρίως την αποδοχή του για υποθήκευση του ακινήτου, την υπογραφή του πληρεξουσίου προς τον πρωτοφειλέτη για την υποθήκευση, την υποθήκευση δυνάμει του εν λόγω πληρεξουσίου και την έκδοση απόφασης εναντίον του αναφορικά με την πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου δεν αμφισβητούνται ούτε και από την πλευρά των καθ΄ων η αίτηση. Επομένως, θεωρώ ότι οι ισχυρισμοί του αιτητή στο πλαίσιο της παρούσας αίτησης σε σχέση με τα γεγονότα της υπόθεσης παραμένουν αναντίλεκτοι. Ο ισχυρισμός του ότι ο ίδιος συμφώνησε με τον πρωτοφειλέτη και υπέγραψε σχετικό πληρεξούσιο μόνο αναφορικά με την υποθήκευση του ακινήτου και όχι για ανάληψη προσωπικής ευθύνης των υποχρεώσεων του πρωτοφειλέτη, δεν αντικρούστηκε από την άλλη πλευρά. Σημειώνω ότι το πληρεξούσιο δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου για να υποστηρίξει τη θέση του αιτητή που προβάλλεται στην αίτηση και να δώσει την ευκαιρία στο Δικαστήριο να το αξιολογήσει, όμως, έχοντας υπόψη το βάρος απόδειξης που φέρει ο αιτητής σε τέτοιας φύσης αίτηση και το γεγονός ότι η μαρτυρία του δεν αντικρούστηκε ούτε και αμφισβητήθηκε σε σχέση με τα επίδικα γεγονότα, ικανοποιούμαι ότι ο αιτητής παρουσίασε στο Δικαστήριο όλα όσα είναι αναγκαία για να υποστηρίξει τη θέση του στο πλαίσιο της παρούσας αίτησης. Η ίδια διαπίστωση ισχύει και για τους υπόλοιπους ισχυρισμούς του αιτητή, αναφορικά με το πότε έλαβε γνώση για πρώτη φορά για την ύπαρξη της έκδοσης απόφασης εναντίον του για το οφειλόμενο ποσό στην αγωγή αρ. 1472/99, καθώς επίσης για τις υπογραφές που φαίνονται δικές του τόσο στο αντίγραφο του κλητηρίου εντάλματος της εν λόγω αγωγής κατά την επίδοση της όσο και στο έντυπο διορισμού δικηγόρου. Και πάλιν οι καθ΄ων η αίτηση, πέραν της γενικής άρνησης αυτών, δεν κατάφεραν να αντικρούσουν και να αμφισβητήσουν επαρκώς αυτούς τους ισχυρισμούς, με αποτέλεσμα αυτοί να κρίνονται βάσιμοι για τον σκοπό πάντοτε εκδίκασης της παρούσας αίτησης. Παρόλο που το χρονικό διάστημα που παρήλθε από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης στην αγωγή αρ. 1472/99 μέχρι την ημερομηνία κατά την οποία ο αιτητής έλαβε γνώση αυτής, μέσω του δικαστικού επιδότη, είναι αρκετά μεγάλο, εν τούτοις αυτό από μόνο του δεν μπορεί να αποτελεί εμπόδιο ή κώλυμα στον αιτητή να προβεί στα μέτρα που επιθυμεί και είναι νόμιμα στη διάθεση του με σκοπό τον παραμερισμό της εν λόγω απόφασης, για τους λόγους που ισχυρίζεται, καθότι το Δικαστήριο δέχεται τη θέση του ότι πληροφορήθηκε για πρώτη φορά για την ύπαρξη της απόφασης εναντίον του για το ποσό και τις συνθήκες που οδήγησαν στην εκ συμφώνου απόφαση για το εν λόγω ποσό εκ μέρους και εναντίον του, μέσω του δικαστικού επιδότη, θέση η οποία και πάλι παρέμεινε αναντίλεκτη. Υπό το φως των δεδομένων, όπως αυτά παρουσιάστηκαν και από την πλευρά των καθ΄ων η αίτηση, και κυρίως τα μέτρα που έλαβαν οι εναγόμενοι προς εκτέλεση της εκδοθείσας απόφασης, ικανοποιούμαι ότι ο αιτητής ενήργησε άμεσα και καλόπιστα μόλις πληροφορήθηκε για την ύπαρξη της απόφασης εναντίον του σε σχέση με την προσωπική του ευθύνη και οι ενέργειες του δεν καταδεικνύουν με οποιονδήποτε τρόπο προσπάθεια κωλυσιεργίας εκ μέρους του για την είσπραξη της οφειλής των εναγομένων ή ότι η αίτηση αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας. Η μαρτυρία της κας Καροτσάκη κατά την αντεξέταση της περιορίστηκε σε γεγονότα και μάλιστα αυτά που προέκυπταν από τον φάκελο της υπόθεσης των εναγομένων ή που ήταν στην προσωπική της γνώση. Η κα Καροτσάκη δεν δίστασε να αναφέρει στο Δικαστήριο ότι δεν είχε πλήρη γνώση της υπόθεσης από την αρχή αυτής και, όπως ήδη αναφέρεται πιο πάνω, κάποιες θέσεις της για τη συμπεριφορά του αιτητή ή τους ισχυρισμούς του για γεγονότα για τα οποία η ίδια δεν είχε ούτε μπορούσε να είχε γνώση, ήταν γενικά και αυθαίρετα συμπεράσματα της που δεν ήταν ικανά να αντικρούσουν τις θέσεις του αιτητή. Απομένει τώρα να ασχοληθώ με το κατά πόσο τηρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος, το οποίο ζητείται με βάση το άρθρο 32 του Νόμου 14/
- Το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν. 14/60, έχει εξεταστεί και ερμηνευτεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Ενδεικτικά παραπέμπω στις υποθέσεις Odysseos v. Pieris Estates Ltd. and Others
(1982)1 C.L.R.557, Acropol Shipping Co. Ltd. v. Rossis
(1976)1 C.L.R.38, National Bank of Greece v. Matovia
(1987)1 Α.Α.Δ.303, Κ.Ο.Τ. ν. Θεωρή
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ.152, A.B.P. Holdings Ltd. v. Ανδρέα Κιταλίδη και Άλλων (Aρ.2)
(1994)1 Α.Α.Δ.694, Γρηγορίου και Άλλων ν. Χριστοφόρου και Άλλων
(1995)1 Α.Α.Δ.248 και Demades Overseas Ltd. v. Studio MA.ST Ltd.
(1996)1(B) Α.Α.Δ.799. Οι προϋποθέσεις που πρέπει απαραίτητα να συνυπάρχουν για να δικαιολογείται η έκδοση προσωρινού διατάγματος με βάση το άρθρο 32 του Ν.14/60 είναι: «(α) Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, (β) Η ύπαρξη πιθανότητας ότι ο Ενάγων δικαιούται σε θεραπεία ή ότι έχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας, και (γ) Θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε κατοπινό στάδιο εκτός αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα.» Όπως υποδεικνύεται στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd. and Others (ανωτέρω), το θέμα δεν τελειώνει εδώ, και το Δικαστήριο πρέπει επιπρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει τέτοιο διάταγμα - βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Πασχάλη Χ'Βασίλη
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ.152. Σε τέτοιου είδους αιτήσεις, ο αιτητής πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι πληρούνται και οι τρεις προαναφερόμενες προϋποθέσεις του άρθρου 32 για να δημιουργηθεί το υπόβαθρο πάνω στο οποίο το Δικαστήριο στην ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας θα προχωρήσει να αποφασίσει υπέρ ή εναντίον της έκδοσης του προσωρινού διατάγματος. Το Δικαστήριο, σ' αυτό το στάδιο, δεν καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης, κάτι το οποίο αποτελεί την κρίση του Δικαστηρίου κατά τη δίκη της ουσίας της υπόθεσης. Αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας είναι η διαπίστωση κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση του διατάγματος. Σχετικά παραπέμπω στις υποθέσεις Jonitexo Ltd. v. Adidas
(1984)1 C.L.R.663 και Γρηγορίου και άλλων ν. Χριστοφόρου και Άλλων (ανωτέρω). Για σκοπούς ικανοποίησης της πρώτης προϋπόθεσης, δηλαδή της ύπαρξης σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, είναι αρκετό αν αποκαλύπτεται με βάση τα δικόγραφα συζητήσιμη υπόθεση. Όσο αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, αυτή της ύπαρξης πιθανότητας επιτυχίας, είναι αρκετό για το Δικαστήριο να ικανοποιηθεί ότι με βάση τη μαρτυρία που έχει προσαχθεί υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας του ενάγοντα στην αγωγή. Ενδεικτικά παραπέμπω το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Κυτάλα και Άλλοι ν. Χρυσάνθου και Άλλων
(1996)1 Α.Α.Δ.253: «Η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας που αποτελεί προϋπόθεση γίνεται στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας: Βλ. Odysseos v. Pieris Estates Ltd. and Others
(1982)1 C.L.R.557. Διευκρινίζουμε ότι η μαρτυρία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας. Το Εφετείο στην υπόθεση Constantinides v. Makriyiorghou
(1978)1 C.L.R.585, παρέθεσε επιδοκιμαστικά το εξής απόσπασμα από την απόφαση του δικαστή Slade J., στη Re Lord Cable (deceased) Garatt and Others v. Waters and Others
(1976)3 All E.R.417 (σελ.430) στην οποία εξηγείται ότι, ακόμα και μετά την απόφαση στην American Cyanamid v. Ethicon
(1975)1 All E.R.504, η προοπτική επιτυχίας δε μπορεί παρά να εξετάζεται στη βάση μαρτυρίας: "Nevertheless, in my judgment it is still necessary for any plaintiff who is seeking interlocutory relief to adduce sufficiently precise factual evidence to satisfy the Court that he has a real prospect of succeeding in his claim for a permanent injunction at the trial. If the facts adduced by him in support of his motion do not by themselves suffice to satisfy the Court as to this, he cannot in my judgment expect it to assist him by inventing hypotheses of fact on which he might have a real prospect of success. For example, if he wishes the Court to grant him relief on the basis that another person has at all material times held certain assets as nominee for a third party, he must adduce sufficient factual evidence to show both the grounds on which such claim is made and that he has a real prospect of establishing that such assets are so held. Likewise, if he wishes the Court to grant him relief on the basis that certain trustees have in the past been acting in breach of trust, he must adduce factual evidence sufficient to show not only what acts or omissions are relied on but also that he has a real prospect of establishing that they constituted a breach of trust under the relevant system of law."» Η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν.14/60 συναρτάται με τα συγκεκριμένα γεγονότα της κάθε υπόθεσης, και όπως τονίστηκε στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd. and Others (ανωτέρω), το ζήτημα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων εξετάζεται μέσα στα πλαίσια αυτής της προϋπόθεσης. Όσο απομακρύνεται η πιθανότητα να συνιστά επαρκή θεραπεία η θεραπεία των αποζημιώσεων, τόσο ενισχύεται η πιθανότητα να πληρούται η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32. Αν η υπόθεση εκ της φύσης της δεν επιδέχεται τη θεραπεία των αποζημιώσεων ή ο υπολογισμός των αποζημιώσεων θα είναι αδύνατος, τότε εύκολα μπορεί να λεχθεί ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μελλοντικό στάδιο εκτός αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Αντίθετα, εκεί που η ζημιά μπορεί να υπολογιστεί, έστω και με κάποια δυσκολία, τότε δε θεωρείται ανεπανόρθωτης φύσης και γι'αυτό δε μπορεί να ευσταθήσει ο ισχυρισμός ότι το Δικαστήριο δεν είναι σε θέση να αποδώσει πλήρη δικαιοσύνη. Άλλη περίπτωση είναι όταν αν δεν εκδοθεί το προσωρινό διάταγμα θα είναι αδύνατη η ικανοποίηση, λόγω της κακής οικονομικής κατάστασης του εναγομένου, τυχόν απόφασης που θα εκδοθεί υπέρ του ενάγοντα. Διαφωτιστικό επί τούτου είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση M.Ch. Mitsingas Trading Ltd. and Another ν. Timberland Co.
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ.1791: «Το ίδιο ισχύει και για το εύρημα του Δικαστηρίου ότι στην απουσία του προσωρινού διατάγματος θα ήταν, σε περίπτωση τελικής επιτυχίας, αδύνατη η πλήρης αποκατάσταση των δικαιωμάτων τους. Όπως επισημαίνεται στην Papastratis v. Petrides
(1979)1 C.L.R.231, 240, την οποία το πρωτόδικο Δικαστήριο επικαλείται στην απόφαση του, το κριτήριο για την έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος είναι η αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με τη στενή αντίληψη της υλικής ζημίας αλλά, με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου τη θεραπεία. Ο αθέμιτος ανταγωνισμός έχει προεκτάσεις, μεταξύ των οποίων και ο επηρεασμός της εμπορικής εύνοιας, που είναι δύσκολο να αποτιμηθούν σε χρήμα ή να εξακριβωθούν με βεβαιότητα.» Με βάση το γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, προκύπτει ξεκάθαρα ότι η παρούσα αγωγή και απαίτηση αφορά τον παραμερισμό ή/και ακύρωση απόφασης Δικαστηρίου η οποία λήφθηκε με ισχυριζόμενο δόλο, δικαίωμα το οποίο παρέχεται στον αιτητή δυνάμει της Δ.33 Θ.
- Δεν υιοθετώ τη θέση που προβλήθηκε εκ μέρους των καθ΄ων η αίτηση ότι ο οποιοσδήποτε ισχυριζόμενος δόλος ασκήθηκε εις βάρος του αιτητή από τον πρωτοφειλέτη και όχι από τους εναγομένους, έτσι ώστε ο αιτητής να μην έχει αγώγιμο δικαίωμα έναντι των εναγομένων αλλά έπρεπε να κινηθεί μόνο εναντίον του πρωτοφειλέτη. Η εξουσία ακύρωσης απόφασης δυνάμει της Δ.33 Θ. 5 είναι ευρεία και δεν περιορίζεται μόνο έναντι του προσώπου που κατ΄ ισχυρισμό άσκησε το δόλο, αλλά αφορά στο πρόσωπο εκείνο που πέτυχε την έκδοση απόφασης υπέρ του και ανεξάρτητα αν αυτό κατ΄ ισχυρισμό άσκησε δόλο ή όχι, και το βάρος απόδειξης εναπόκειται στον ενάγοντα-αιτητή να αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό με την απαραίτητη μαρτυρία τα γεγονότα εκείνα που θα στοιχειοθετήσουν το δόλο που ασκήθηκε εις βάρος του και θα οδηγήσουν στην ακύρωση της εν λόγω απόφασης που εκδόθηκε εναντίον του. Ο ισχυρισμός του αιτητή περί ύπαρξης δόλου αναφορικά με τη συμφωνία που ο ίδιος έκανε με τον πρωτοφειλέτη όσο αφορά τον τρόπο εξασφάλισης των υποχρεώσεων του τελευταίου προς τους ενάγοντες, και ειδικότερα τι συμφώνησε με τον πρωτοφειλέτη και για ποιο σκοπό υπέγραψε το πληρεξούσιο έγγραφο προς τον πρωτοφειλέτη, που ήταν μόνο η υποθήκευση του ακινήτου, είναι αρκετός για να καταδείξει ότι με την παρούσα αγωγή αποκαλύπτεται συζητήσιμη υπόθεση και εγείρεται σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, και έχω ικανοποιηθεί ότι ο αιτητής έχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας στην αγωγή του. Αυτή η διαπίστωση του Δικαστηρίου ενδυναμώνεται ιδιαίτερα από τους υπόλοιπους ισχυρισμούς του αιτητή περί δόλου που διαπράχθηκε εις βάρος του με την πλαστογράφηση της υπογραφής του για την επίδοση της αγωγής σ΄ αυτόν, την πλαστογράφηση της υπογραφής του για το διορισμό δικηγόρου στο πλαίσιο της εν λόγω αγωγής, τη μη λήψη γνώσης για την εν λόγω αγωγή με βάση τα πιο πάνω δεδομένα και τέλος την έλλειψη οδηγιών εκ μέρους του σε οποιοδήποτε δικηγόρο για να δεχθεί απόφαση εναντίον του για το εν λόγω ποσό, καθότι ο αιτητής ισχυρίζεται ότι ουδέποτε έθεσε την υπογραφή του σε οποιοδήποτε από τα έγγραφα που αναφέρονται πιο πάνω και ουδέποτε διόρισε δικηγόρο να τον εκπροσωπήσει σε μια διαδικασία για την οποία δεν είχε λάβει γνώση. Χωρίς να υπεισέρχομαι στην αξιολόγηση της ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρίας ή σε οποιαδήποτε τελικά ευρήματα, και έχοντας υπόψη το σύνολο των πιο πάνω δεδομένων που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστήριο στο πλαίσιο της παρούσας αίτησης, κρίνω ότι οι δύο πρώτες προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 ικανοποιούνται. Η θέση του δικηγόρου του αιτητή ότι η απόφαση που εκδόθηκε στην αγωγή αρ. 1472/99 εκδόθηκε λανθασμένα και/ή λόγω πλάνης και/ή χωρίς οποιοδήποτε πραγματικό ή νομικό έρεισμα ενόψει του περιεχομένου της έκθεσης απαίτησης, ότι δηλαδή η έκθεση απαίτησης αναφέρεται μόνο στην εγγύηση του αιτητή μέσω της υποθήκευσης του ακινήτου του, δεν με βρίσκει σύμφωνη για τον εξής λόγο. Όπως φαίνεται από το φάκελο του Δικαστηρίου στο πλαίσιο της αγωγής αρ 1472/99, το περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης είναι ξεκάθαρο και μιλά από μόνο του, και σύμφωνα με τους όρους του εγγράφου υποθήκης του ακινήτου που καταχωρήθηκε με την ένορκη δήλωση της κας Καροτσάκη που συνοδεύει την ένσταση, ο αιτητής ανέλαβε την προσωπική υποχρέωση αποπληρωμής του ποσού που οφείλει ο πρωτοφειλέτης προς τους ενάγοντες και που εύλογα οδηγεί στο συμπέρασμα ότι με βάση το περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης και τα σχετικά έγγραφα που αποτελούν τη μαρτυρία προς υποστήριξη της απαίτησης των εναγόντων δικαιολογείτο η έκδοση της απόφασης στην εν λόγω αγωγή όπως αυτή εκδόθηκε. Εν πάση περιπτώσει όμως, το παρόν Δικαστήριο δεν μπορεί και δεν έχει εξουσία με οποιοδήποτε τρόπο να επισέλθει στη νομιμότητα και ορθότητα της εν λόγω απόφασης του Δικαστηρίου καθότι δεν δικαιούται να αναθεωρήσει την εν λόγω απόφαση, έργο το οποίο ανήκει αποκλειστικά στο Εφετείο. Αναφορικά με την τρίτη προϋπόθεση, με τα ενώπιον του Δικαστηρίου δεδομένα, καταδεικνύεται ότι αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα θα είναι δύσκολο αν όχι αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Αυτό γιατί, ο αιτητής, πέραν της πώλησης του ακινήτου του, θα αντιμετωπίσει την περαιτέρω λήψη μέτρων εκτέλεσης της απόφασης που εκδόθηκε εναντίον του για το εν λόγω ποσό, με πρώτο μέτρο την κατάσχεση κινητής περιουσίας του, την οποία ο ίδιος παραδέχεται ότι κατέχει, με αποτέλεσμα αυτή η περιουσία του να πουληθεί σε πολύ χαμηλές τιμές σε αναγκαστική πώληση, που δεν αντιπροσωπεύουν την πραγματική αξία αυτής, και σε περίπτωση που ακυρωθεί η απόφαση του Δικαστηρίου τότε ο αιτητής δεν θα μπορεί να ανακτήσει την ίδια περιουσία και έτσι θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά. Πέραν τούτου, λαμβάνω υπόψη και την πιθανότητα λήψης περαιτέρω μέτρων εναντίον του αιτητή προς ικανοποίηση της εν λόγω απόφασης, εφόσον, σύμφωνα με τους δικούς του ισχυρισμούς, κατέχει ακίνητη περιουσία, και τις τυχόν δυσμενείς συνέπειες που θα προκληθούν προς αυτόν. Εν πάση περιπτώσει, εξετάζοντας το θέμα αυτό σε γενικότερο πλαίσιο, ισοζυγίζοντας το δικαίωμα του αιτητή στην απόλαυση και ιδιοκτησία όλης της περιουσίας του και το δικαίωμα των εναγομένων στην εκτέλεση της απόφασης που έχουν υπέρ τους και την είσπραξη του λαβείν τους, καταλήγω ότι το πρώτο έχει προτεραιότητα ενόψει των συνεπειών που η εκτέλεση της απόφασης θα έχει στον αιτητή, όπως εξηγείται πιο πάνω, έναντι της αναγνώρισης του δικαιώματος των εναγόντων προς ικανοποίηση της οφειλής προς αυτούς, το οποίο θα υποστεί μόνο καθυστέρηση. Πέραν των όσων αναφέρονται πιο πάνω αναφορικά με το τι προέχει στο ισοζύγιο της ευχέρειας, σε περίπτωση που η επικρατούσα κατάσταση πραγμάτων διαταχθεί να παραμείνει ως έχει μέχρι την τελική εκδίκαση της αγωγής, οι εναγόμενοι δεν θα υποστούν οποιαδήποτε ζημιά έστω και αν στο τέλος κερδίσουν τη δίκη καθότι θα δικαιούνται να προχωρήσουν με μέτρα εκτέλεσης της εν λόγω απόφασης και να εισπράξουν όλο το οφειλόμενο ποσό προς αυτούς, συμπεριλαμβανομένων των τόκων μέχρι εξόφλησης. Σε αντίθετη περίπτωση, ο ενάγων θα υφίσταται σοβαρή ζημιά, η οποία θα είναι δύσκολο ή και αδύνατο να επανορθωθεί. Όπως επισημάνθηκε στην υπόθεση Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Πασχάλη Χατζηβασίλη (ανωτέρω), ο βασικός σκοπός των διαταγμάτων κάτω από το άρθρο 32 είναι η διατήρηση της επικρατούσας κατάστασης προς αποφυγή πρόκλησης ανεπανόρθωτης ζημιάς στον ενάγοντα. Τέλος, δεν υιοθετώ τη θέση των καθ΄ων η αίτηση ότι η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος ουσιαστικά ισοδυναμεί με την έκδοση τελικής απόφασης επί της ουσίας της αγωγής, καθότι εκείνο που επιζητείται με την παρούσα αίτηση δεν είναι ο τελικός καθορισμός των δικαιωμάτων των διαδίκων με την απόφαση για ακύρωση ή μη της δικαστικής απόφασης στην αγωγή αρ. 1472/99 αλλά η διατήρηση της επικρατούσας κατάστασης πραγμάτων με την αναστολή εκτέλεσης της δικαστικής απόφασης ενόσω εκκρεμεί αντιδικία μεταξύ των διαδίκων και μέχρι την τελική απόφαση του Δικαστηρίου επί των επίδικων θεμάτων της αγωγής. Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται πιο πάνω, κρίνω ότι ο αιτητής κατέφερε να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος δικαιολογείται πλήρως με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Ν. 14/
- Ως εκ τούτου, εκδίδεται διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο αναστέλλεται η εκτέλεση της απόφασης που εκδόθηκε εναντίον του ενάγοντα στην αγωγή αρ. 1472/99 Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου ημερ. 18.1.2001 μέχρι πλήρους εκδίκασης ή αποπεράτωσης της παρούσας αγωγής. Τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται υπέρ του ενάγοντα-αιτητή και εναντίον των εναγομένων-καθ΄ων η αίτηση όπως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) ............ Ε. Εφραίμ, Ε.Δ. /ΓΙ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο