Γιώργος Ησαία κ.α. ν. Κυριάκος Καπετάνιος κ.α., Αρ. Αγωγής: 92/2008, 13.4.2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2010:A9 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΠΟΥ ΣΥΝΕΔΡΙΑΖΕΙ ΣΤΗ ΛΑΡΝΑΚΑ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Δημητριάδου - Ανδρέου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 92/2008 1.Γιώργος Ησαία 2.Μυριάνθη Ησαία Ενάγοντες και 1.Κυριάκος Καπετάνιος και Ανδρέας Τσαπαρέλλας Λίμιτεδ 2.Κ & M Famagusta Developers Limited Εναγόμενοι Αίτηση ημερ. 27/10/08 για παραμερισμό απόφασης Ημερομηνία: 13.4.2010 Εμφανίσεις: Για Αιτήτρια / Εναγόμενη 2: κ. Φ. Βαλιαντής. Για Καθ΄ ων η Αίτηση / Ενάγοντες: κα Διάκου. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αίτηση η Εναγόμενη 2 - Αιτήτρια ζητά από το Δικαστήριο διάταγμα το οποίο να ακυρώνει και / ή παραμερίζει την απόφαση που εξέδωσε στις 13/5/
- ΑΙΤΗΣΗ ΚΑΙ ΕΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΠΟΥ ΤΗ ΣΥΝΟΔΕΥΕΙ Η αίτηση στηρίζεται στη Δ.17 θ.10, Δ.48, θ.9(h), Δ.5 θθ 1-3, Δ.51, θ.3 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στο Άρθρο 30 του Συντάγματος και στις γενικές εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Συνοδεύεται δε από Ένορκη Δήλωση της Μαρίας Αντωνίου, ενός εκ των Διευθυντών της Εναγόμενης 2 Εταιρείας, στην οποία αναφέρονται, εν περιλήψει, τα εξής: · Στις 13/5/08 εξεδόθη απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου εναντίον της Εναγόμενης 2 να πληρώσει στους Ενάγοντες το ποσό των €9.000 για ζημιές που έχουν υποστεί από 3/5/07 μέχρι 2/5/08 πλέον €750 μηνιαίως από 3/5/07 μέχρι παράδοσης της κατοχής του επίδικου διαμερίσματος στους Ενάγοντες πλέον τόκους και έξοδα. · Η πιο πάνω απόφαση εξεδόθη λόγω ισχυριζόμενης παράλειψης εμφάνισης της Εναγόμενης 2 κατά την ημέρα που ήταν ορισμένη η αγωγή. · Από έρευνα στο φάκελο της υπόθεσης προέκυψε ότι η επίδοση εγένετο στην ενόρκως δηλούσα στις 27/2/
- · Από τις αρχές του 2008 μέχρι σήμερα η ενόρκως δηλούσα υποφέρει από σοβαρά γυναικολογικά προβλήματα με επακόλουθο να υποβληθεί σε εγχειρήσεις και να της χορηγηθεί θεραπευτική αγωγή οπόταν και έτυχε μεγάλων χρονικών περιόδων άδειας και αποχής από την εργασία της. Λόγω αυτών των προβλημάτων υγείας παρέλειψε και/ή ξέχασε να αναφέρει και/ή ειδοποιήσει τους άλλους αξιωματούχους της Εναγόμενης Εταιρείας για την επίδοση και ύπαρξη της παρούσας αγωγής. · Για τον πιο πάνω λόγο δεν υπήρξε εμφάνιση στο Δικαστήριο κατά την ημερομηνία που ήταν ορισμένη η υπόθεση και εκδόθηκε απόφαση χωρίς να δοθεί στην εναγόμενη η δυνατότητα να υπερασπισθεί. · Η Εναγόμενη 2 πληροφορήθηκε για την ύπαρξη της παρούσας αγωγής όταν στις 19/9/08 οι ενάγοντες επέδωσαν στην Εναγόμενη 2 απαίτηση πληρωμής χρέους με επισυνημμένη την εκδοθείσα απόφαση ημερ. 13/5/
- · Η Εναγόμενη 2 έχει πολύ καλή υπεράσπιση και θα πρέπει να της δοθεί το δικαίωμα να την προβάλει στο Δικαστήριο. Συγκεκριμένα: o (α) Στο Πωλητήριο Έγγραφο ημερ. 3/11/06 δεν υπάρχει συγκεκριμένη πρόνοια για αποζημιώσεις πέραν των νομίμων αποζημιώσεων που προνοείται στον όρο 11 της συμφωνίας. Επομένως οι Ενάγοντες ουδέν δικαίωμα έχουν για αποζημιώσεις για απώλεια της ενοικιαστικής αξίας του διαμερίσματος. o (β) Οι Ενάγοντες δεν οφείλουν μόνο το ποσό των Λ.Κ.1.000 ως αναφέρεται στην παρα. 4 της Έκθεσης Απαίτησης αλλά το ποσό των Λ.Κ.7.000 πλέον ΦΠΑ. o (γ) Ο λόγος της καθυστέρησης στην παράδοση ήταν η εκτέλεση μεγάλης έκτασης έξτρα εργασιών που ανεβάζουν το συνολικό ποσό σε €27.337,
- o (δ) Η Εναγόμενη Εταιρεία έχει αλλάξει όνομα και στις 21/12/07 έχει μετονομασθεί σε Κ & M (FAMAGUSTA) DEVELOPERS & CONSTRUCTIONS LTD πριν την καταχώριση της αγωγής στις 25/2/08 όπου αναγράφεται το παλαιό λανθασμένο όνομα. - Η καθυστέρηση δεν είναι τέτοια που να υπερφαλαγγίζει το δικαίωμα της Εναγόμενης 2 να ακουστεί όταν διαπιστώνεται ότι έχει εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπόθεση. ΕΝΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΕΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΠΟΥ ΤΗ ΣΥΝΟΔΕΥΕΙ Στην αίτηση καταχωρήθη ένσταση η οποία βασίζεται στη Δ.17 θ.10, Δ.48 θθ.2-4, 8 και 9 των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και στο Άρθρο 30
(2)του Συντάγματος. Ως λόγοι ένστασης εξειδικεύονται οι εξής: § Η Εναγόμενη 2 ουδεμία υπεράσπιση διαθέτει στην παρούσα αγωγή § Η Εναγόμενη 2 είναι ένοχη ασύγγνωστης αμέλειας και καθυστέρησης στην καταχώρηση της αίτησης § Η Εναγόμενη 2 δεν προσέρχεται στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια. Η Ένσταση συνοδεύεται από Ένορκη Δήλωση του Χριστάκη Κωνσταντίνου, δικηγόρου συνεργαζόμενου μετά της δικηγόρου των Εναγόντων, στην οποία αναφέρονται, εν συνόψει, τα ακόλουθα: ü Η αίτηση καταχωρήθη στις 27/10/08, ενώ η Ένορκη Δήλωση που τη συνοδεύει έχει προγενέστερη ημερομηνία, ήτοι 16/10/
- Η αίτηση γίνεται 5 μήνες μετά την έκδοση της απόφασης και πέραν των 7 μηνών μετά την επίδοση της αγωγής στην Εναγόμενη
- ü Ενώ η ενόρκως δηλούσα επικαλείται λόγους υγείας όμως πάντοτε ήταν το μόνο αρμόδιο άτομο για την Εναγόμενη 2 που βρισκόταν αδιάλειπτα στα γραφεία της και παραλάμβανε τις επιδόσεις. ü Η ενόρκως δηλούσα σκοπίμως αποκρύβει από το Δικαστήριο ότι ακόμα και μετά που έλαβε γνώση για την ύπαρξη της απόφασης παρέλαβε επιταγή από τους Ενάγοντες η ίδια προσωπικά στις 17/10/08 για ποσό €22.211,00 κατά την προσωρινή παράδοση της οικίας στους Ενάγοντες και αφού προηγήθηκε σωρεία αλληλογραφίας της Εναγόμενης 2 προς τη δικηγόρο των Εναγόντων καθώς και τηλεφωνικές συζητήσεις. ü Η Εναγόμενη 2 δεν έχει καθόλου υπόθεση στην παρούσα αγωγή και η προβαλλόμενη ως υπεράσπιση της είναι εντελώς αβάσιμη. ü Με την αίτηση επιδιώκεται καθυστέρηση και καταστρατήγηση της αρχής για ύπαρξη τέλους στις δικαστικές διαδικασίες. ΑΚΡΟΑΜΑΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ Κατά την ακροαματική διαδικασία κατέθεσε η ενόρκως δηλούσα εκ μέρους της Εναγόμενης 2 / Αιτήτριας Μαρία Αντωνίου η οποία, βασικά, επανέλαβε τα όσα περιέχονται στην Ένορκη Δήλωση της. Ανέφερε, συγκεκριμένα, ότι στον ουσιώδη για την αγωγή χρόνο ήταν Διευθύντρια της Εναγόμενης 2 και είχε παραλάβει μία αγωγή στις 27/2/08 την οποία δεν έδωσε στους υπόλοιπους αξιωματούχους της εταιρείας ή στους δικηγόρους της λόγω προβλημάτων υγείας που αντιμετώπιζε και που την ανάγκασαν να απουσιάσει για μεγάλο χρονικό διάστημα. Λόγω αυτών των προβλημάτων υγείας επέδειξε αμέλεια και παραδέχθηκε ότι, υπό αυτές τις συνθήκες, για την ίδια να προβεί στα απαραίτητα διαβήματα μετά την επίδοση της αγωγής ήταν το τελευταίο πράγμα με το οποίο ασχολήθηκε. Για το γεγονός της έκδοσης απόφασης έλαβε γνώση εντός της περιόδου του 2008 με 2009 χωρίς να θυμάται τη συγκεκριμένη ημερομηνία. Όσον αφορά το επίδικο διαμέρισμα αυτό παραδόθηκε στους Ενάγοντες και η καθυστέρηση που υπήρξε ήταν ελάχιστη για σκοπούς τροφοδοσίας του με νερό και ρεύμα. Το μόνο που δεν τοποθετήθηκε στο σύμπλεγμα ήταν ο ανελκυστήρας και, μόλις εξοφλήσουν οι αγοραστές την εταιρεία, θα τοποθετηθεί. Κατέθεσε ως ΤΕΚΜΗΡΙΑ 1 και 2 επιστολές της Εναγόμενης 2 προς τους Ενάγοντες σύμφωνα με τις οποίες, η μεν πρώτη (Τεκμήριο 1), η εταιρεία τους πληροφορεί ότι οι εργασίας είχαν διεκπεραιωθεί στο διαμέρισμα και καλούντο να ξοφλήσουν το υπόλοιπο οφειλόμενο ποσό καθώς και το ποσό για τις έξτρα εργασίες. Μάλιστα στην επόμενη επιστολή (Τεκμήριο 2) η εταιρεία δήλωνε ότι ακύρωνε τη συμφωνία πώλησης με τους Ενάγοντες λόγω μη συμμόρφωσης των Εναγόντων με την προηγούμενη επιστολή. Τέλος, κατέθεσε ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 3 επιστολή της δικηγόρου των Εναγόντων σύμφωνα με την οποία ζητούσε, ανάμεσα στ΄ άλλα, να ενημερωθεί για το συνολικό ποσό που ήταν οφειλόμενο γιατί οι Ενάγοντες ήταν πρόθυμοι να εξοφλήσουν το υπόλοιπο του τιμήματος νοουμένου ότι θα παραλάμβαναν το διαμέρισμα με ρεύμα και νερό. Η κα Αντωνίου ανέφερε, ακόμη, ότι στο επίδικο διαμέρισμα είχαν γίνει επιπρόσθετες εργασίες για ένα σεβαστό ποσό και δεν έχουν πληρωθεί από τους Ενάγοντες. Η κα Αντωνίου δεν έτυχε αντεξέτασης από την άλλη πλευρά. Μετά την προσκόμιση της πιο πάνω μαρτυρίας αμφότεροι οι συνήγοροι των διαδίκων αγόρευσαν υποστηρίζοντας τις εκατέρωθεν θέσεις και εισηγήσεις τους. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Οι αρχές που διέπουν την εξέταση Αιτήσεως για παραμερισμό απόφασης έχουν επανειλημμένα αναφερθεί στη Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Ας σημειωθεί ότι το Δικαστήριο έχει διακριτική εξουσία να παραμερίσει απόφαση δική του κάτω από τις πιο κάτω Διατάξεις των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας: (α) Δ.17, θ.10[1] που αφορά παραμερισμό απόφασης ένεκα παράλειψης καταχώρησης εμφάνισης. (β) Δ.26, θ.14[2] που αφορά παραμερισμό απόφασης ένεκα παράλειψης καταχώρησης Υπεράσπισης. (γ) Δ.33, θ.5[3] που αφορά παραμερισμό απόφασης ένεκα παράλειψης του Εναγόμενου να εμφανιστεί την ημέρα της δίκης. Όπως έχει αναφερθεί στην υπόθεση Γιαννάκης Χρυσάνθου κ.α. ν. Mariala Construction Limited
(1996)1 A.A.Δ. 129, η Δ.33, θ.5 προσομοιάζει απόλυτα με τις πρόνοιες της Δ.17, θ.10 και της Δ.26, θ.14 και επομένως μπορούμε να αντλήσουμε καθοδήγηση και από τις αυθεντίες που βασίζονται γενικά στις πιο πάνω πρόνοιες. Η νομολογία μας αναγνωρίζει δύο περιπτώσεις όπου είναι ορθό και δίκαιο να παραμεριστεί η εκδοθείσα απόφαση. Η πρώτη περίπτωση είναι όταν εκδίδεται απόφαση λόγω αντικανονικότητας στη διαδικασία που οδήγησε στην έκδοση της απόφασης στην Αγωγή. Σε αυτή την περίπτωση δεν θα έπρεπε να εκδοθεί απόφαση από το Δικαστήριο. Ο Εναγόμενος δικαιωματικά (ex debito justiciae) δικαιούται σε παραμερισμό της απόφασης και το Δικαστήριο, αφού ικανοποιηθεί ότι υπήρχε αντικανονικότητα στη διαδικασία με αποτέλεσμα να μην δικαιούται ο Ενάγοντας σε απόφαση κατά το δεδομένο χρόνο είναι υποχρεωμένο να παραμερίσει την απόφαση. Η δεύτερη περίπτωση είναι αυτή κατά την οποία η διαδικασία ήταν κανονική και ορθά είχε εκδοθεί η απόφαση αλλά ο Εναγόμενος λόγω αβλεψίας ή παραλείψεως του δεν εμφανίστηκε στην αγωγή με αποτέλεσμα να εκδοθεί απόφαση εναντίον του. Στην πρώτη περίπτωση όπου αποδεικνύεται ότι δεν θα έπρεπε να εκδοθεί απόφαση στην αγωγή με βάση τα γεγονότα το Δικαστήριο θα πρέπει να παραμερίσει την απόφαση ενώ στη δεύτερη περίπτωση όπου η έκδοση της απόφασης έγινε κανονικά και νομότυπα το Δικαστήριο θα ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ του παραμερισμού της απόφασης εάν ο εναγόμενος ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή Υπεράσπιση στην αγωγή και η μη εμφάνιση του ήταν δικαιολογημένη υπό τις περιστάσεις. Θα σκιαγραφήσω στη συνέχεια τις νομικές αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου όταν εξετάζεται η δεύτερη περίπτωση που αναφέρθηκε ανωτέρω. Το Δικαστήριο διατηρεί αναμφίβολα διακριτική ευχέρεια κατά την άσκηση του πλαισίου εξουσίας του με παράγοντες που σχετίζονται με την αιτιολόγηση της απουσίας του διαδίκου κατά την ημερομηνία που εξεδόθη η απόφαση στην απουσία του αφενός και με την ευρύτερη επίδειξη μιας καλής υπόθεσης από πλευράς του αφετέρου. Ως πρόσθετος γενικός παράγοντας είναι και η πιστοποίηση ότι ο διάδικος δεν επέδειξε εσκεμμένη αδιαφορία προς τη δικαστική διαδικασία ούτε βέβαια και πρόθεση εγκατάλειψης της υπόθεσης του[4]. Στην Phylactou v. Michael τονίζεται η ανάγκη εξισορρόπησης των θεμελιακών για την απονομή της Δικαιοσύνης παραγόντων. Από τη μια της ανάγκης να κατοχυρώνεται αποτελεσματικά το δικαίωμα ενός διαδίκου να προβάλει τη θέση του και από την άλλη της ανάγκης διασφάλισης της άνευ προσκόμματος αποπεράτωσης της δίκης. Το πρωταρχικό κριτήριο είναι η αποκάλυψη από μέρους του Αιτητή καλής Υπεράσπισης η οποία να δικαιολογεί επανάνοιγμα της υπόθεσης ταυτόχρονα όμως το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τη συμπεριφορά του Αιτητή και αν αυτή είναι τέτοια ώστε να υποσκάπτει τα θεμέλια της απονομής της δικαιοσύνης θα αρνηθεί να επανανοίξει την υπόθεση. Όπου η συμπεριφορά του Αιτητή είναι αδικαιολόγητη και περιφρονητική ώστε να δείχνει πλήρη παραγνώριση για τη δικαστική διαδικασία και για τα δικαιώματα του αντιδίκου, το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να αρνηθεί να παραμερίσει μια απόφαση παρά την αποκάλυψη συζητήσιμης Υπεράσπισης. Για το λόγο αυτό λαμβάνεται επίσης υπόψη από το Δικαστήριο ως μια επιπρόσθετη παράμετρος ο χρόνος που έχει διαρρεύσει από τη μέρα έκδοσης της απόφασης μέχρι την καταχώρηση της Αίτησης καθώς και οι επεξηγήσεις που δίδονται γιατί αφέθηκε η υπόθεση να προχωρήσει στην έκδοση απόφασης χωρίς να καταχωρηθεί Υπεράσπιση[5]. Στην υπόθεση Παναγιώτης Ανδρέου ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(2003)1(Γ) Α.Α.Δ 1596 ο τότε Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου Γ.Μ. Πικής συμπύκνωσε τις αρχές που διέπουν αιτήσεις παραμερισμού στις ακόλουθες προτάσεις:- «(α) Η παράλειψη εμφάνισης ή υποβολής Υπεράσπισης πρέπει να εξηγηθεί όπως και η όποια καθυστέρηση στην υποβολή αιτήματος για παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης. (β) Προϋπόθεση για τον παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης αποτελεί η αποκάλυψη συζητήσιμης Υπεράσπισης. (γ) Και όπου αποκαλύπτεται Υπεράσπιση η αίτηση δυνατόν να απορριφθεί, όταν η καθυστέρηση, στην κίνηση του μηχανισμού για παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης είναι τέτοια που να καταδεικνύει καταφρόνηση της δικαστικής διαδικασίας.» Ο Αιτητής θα πρέπει να καταδείξει στο Δικαστήριο σοβαρό και εύλογο λόγο για την παράλειψη του να εμφανιστεί στο Δικαστήριο συνεπεία της οποίας λήφθηκε η εναντίον του απόφαση, ως και το ότι επεδίωξε το επανάνοιγμα της υπόθεσης με την πρώτη δυνατή ευκαιρία. Όσον αφορά την προϋπόθεση να ικανοποιήσει ο Αιτητής το Δικαστήριο πως έχει επί της ουσίας της υπόθεσης εκ πρώτης όψεως Υπεράσπιση δεν απαιτείται απόδειξη των γεγονότων που στοιχειοθετούν την Υπεράσπιση. Αρκεί να εγείρει ο Αιτητής ότι έχει καλή Υπεράσπιση, πράγμα που κρίνεται χωρίς αξιολόγηση της μαρτυρίας. Το Δικαστήριο ερευνά τα ενώπιον του στοιχεία για να διαγνώσει μόνο αν υπάρχει εκ πρώτης όψεως Υπεράσπιση ή συζητήσιμο σημείο. Στο στάδιο αυτό δεν υπεισέρχεται στην ουσία της Υπεράσπισης[6]. ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΝΟΜΙΚΩΝ ΑΡΧΩΝ ΣΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΤΗΣ ΠΑΡΟΥΣΑΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ Προχωρώ τώρα να εξετάσω τα θέματα που εγείρονται στην παρούσα αίτηση καθοδηγούμενη από τις νομικές αρχές που έχω σκιαγραφήσει πιο πάνω. Εν πρώτοις θα πρέπει να αναφερθώ στο ιστορικό της παρούσας υπόθεσης όπως προκύπτει από τα γεγονότα που έχουν τεθεί ενώπιον μου και το περιεχόμενο του φακέλλου της υπόθεσης. Όπως προκύπτει από το ιστορικό της παρούσας υπόθεσης η αγωγή καταχωρήθηκε στις 25/2/08 και επιδόθηκε στην Εναγόμενη 2 στις 27/2/
- Στις 19/3/08 καταχωρήθηκε μονομερής αίτηση για απόφαση λόγω μη καταχώρησης σημειώματος εμφάνισης η οποία ορίστηκε στις 9/4/
- Στις 9/4/08 οι Ενάγοντες ζήτησαν να ορισθεί η υπόθεση σε άλλη ημερομηνία για απόδειξη και ορίσθηκε στις 9/5/08 και εν συνεχεία στις 13/5/08 ημερομηνία κατά την οποία, αφού οι Ενάγοντες καταχώρησαν Ένορκη Δήλωση προς το σκοπό απόδειξης της υπόθεσης τους το Δικαστήριο προχώρησε στην έκδοση απόφασης εναντίον της Εναγόμενης 2 για το ποσό των €9.000 ως ζημιές που είχαν υποστεί οι Ενάγοντες από 3/5/07 μέχρι 2/5/08 ποσό €750 μηνιαίως από 3/5/07 μέχρι παράδοσης και κατοχής του επίδικου διαμερίσματος στους Ενάγοντες από την Εναγόμενη 2 πλέον τόκο και έξοδα. Προχωρώ να εξετάσω εν πρώτοις το κατά πόσο η Αιτήτρια έχει καταδείξει σοβαρό και εύλογο λόγο για την παράλειψη της να καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης μετά που της επεδόθη το κλητήριο ένταλμα της παρούσας αγωγής. Προτού εξετάσω τους ισχυρισμούς της ενόρκως δηλούσας θα πρέπει να απαντηθεί το ζήτημα που ήγειρε η πλευρά των καθ΄ων η αίτηση εναγόντων σε σχέση με την ημερομηνία της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την παρούσα αίτηση. Συγκεκριμένα η ένορκη δήλωση της Μαρίας Αντωνίου είναι ημερομηνίας 16.10.2008, ενώ η αίτηση φέρει ημερομηνία 27.10.2008 και άρα η ένορκη δήλωση είναι προγενέστερη της αίτησης. Για το ζήτημα της υπογραφής ένορκης δήλωσης με ημερομηνία προγενέστερη της αίτησης υπάρχει σχετική νομολογία σε περιπτώσεις προσωρινών διαταγμάτων. Αναφέρομαι στην υπόθεση Αίτηση Stavros Hotels Apartments Ltd κ.α.
(1994)1 ΑΑΔ 836 η οποία αφορούσε περίπτωση έκδοσης προσωρινού διατάγματος που βασίστηκε σε ένορκη δήλωση που υπεγράφη περισσότερο από ένα μήνα πριν από την καταχώρηση της αγωγής και, βέβαια, της αίτησης για την έκδοσή του. Στην εν λόγω υπόθεση κρίθηκε ότι η ένορκη δήλωση που είχε καταχωρηθεί αναφερόταν σε αγωγή ανύπαρκτη και εμφάνιζε πρόσωπα ως ενάγοντες και ως εναγόμενους που δεν είχαν αυτή την ιδιότητα τότε. Κρίθηκε επομένως ότι το διάταγμα που είχε εκδοθεί θα έπρεπε να ακυρωθεί εφόσον δεν υπήρχε το υπόβαθρο εφόσον ο όρκος δόθηκε πριν από την έκδοση του κλητηρίου εντάλματος. Παρόμοια ήταν και η προσέγγιση στην υπόθεση Αίτηση Nicolaou Bros Tourist Enterprises Ltd
(1999)1 ΑΑΔ 201 όπου είχε εκδοθεί προσωρινό διάταγμα στη βάση ένορκης δήλωσης που υπεγράφη πριν την καταχώρηση της αγωγής κατά το χρόνο της έκδοσης του προσωρινού διατάγματος και κρίθηκε ότι τούτο είχε ως αποτέλεσμα η ένορκη δήλωση να μην μπορεί να ληφθεί υπόψη και, συνεπακόλουθα, το προσωρινό διάταγμα να είχε εκδοθεί στην απουσία του απαραίτητου πραγματικού βάθρου. Η πιο πάνω νομολογία διακρίνεται, ωστόσο, από την υπό εξέταση περίπτωση εφόσον παρά το γεγονός ότι η ημερομηνία της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση είναι προγενέστερη της αιτήσεως έγινε στα πλαίσια υφιστάμενης αγωγής και, επομένως, θεωρώ ότι μπορώ να την λάβω υπόψη μου για τους σκοπούς εξέτασης της αιτήσεως. Με βάση τους ισχυρισμούς της Μαρίας Αντωνίου που είναι εκ των Διευθυντών της Εναγόμενης Εταιρείας στην οποία επεδόθη η αγωγή στην Ένορκη Δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση προκύπτει ότι η ίδια παρέλειψε και/ή ξέχασε να αναφέρει και/ή να ειδοποιήσει τους άλλους αξιωματούχους της εταιρείας της για το γεγονός της επίδοσης και ύπαρξης της παρούσας αγωγής. Ο λόγος που προβάλλεται είναι ότι από τις αρχές του 2008 μέχρι σήμερα υποφέρει από σοβαρά γυναικολογικά προβλήματα που την ανάγκασαν να υποστεί δύο χειρουργικές επεμβάσεις και να της χορηγηθεί θεραπευτική αγωγή με επακόλουθο να απουσιάσει με άδεια από την εργασία της για μεγάλες χρονικές περιόδους και, επίσης, στη διάρκεια αυτού του χρονικού διαστήματος η ίδια να ενδιαφέρεται μόνο για την υγεία της. Όπως προκύπτει, περαιτέρω από τους ισχυρισμούς της Μαρίας Αντωνίου η Εναγόμενη 2, Εταιρεία πληροφορήθηκε, τελικώς, για την ύπαρξη της παρούσας αγωγής στις 19/9/08 όταν οι Ενάγοντες επέδωσαν στην Εναγόμενη 2 απαίτηση πληρωμής χρέους με επισυνημμένη την εκδοθείσα απόφαση ημερ. 13/5/08. Είναι η κρίση μου ότι ο λόγος που προβάλλεται από την αιτήτρια για την παράλειψη καταχώρηση σημειώματος εμφάνισης στην παρούσα υπόθεση συνιστά ικανοποιητική και εύλογη δικαιολογία. Να σημειώσω ότι η εξήγηση που δόθηκε δεν έτυχε αμφισβήτησης όπως θα μπορούσε να γίνει από την αντίδικη πλευρά μέσω αντεξέτασης της ενόρκως δηλούσας στην Ένορκη Δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση. Η μόνη αναφορά που γίνεται από τους Ενάγοντες / Καθ΄ ων η αίτηση στα πλαίσια της Ένορκης Δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση τους είναι όσα καταγράφονται στην παρα. 4(Β) αυτής και με την οποία, βασικά, εκφράζεται απορία πως ενώ η Μαρία Αντωνίου είχε προβλήματα υγείας εντούτοις βρισκόταν πάντα στα γραφεία της Εναγόμενης Εταιρείας και παρελάμβανε τις επιδόσεις. Δεν βρίσκω, επομένως, κανένα λόγο να μην αποδεχθώ τη βασιμότητα του λόγου που προβλήθηκε και της εξήγησης που δόθηκε για το πιο πάνω θέμα. Όσον αφορά το βάρος απόδειξης σε αυτού του είδους τις αιτήσεις να πω ότι η υπόθεση Ζήνωνα Μερκή εμπορευόμενου υπό την επωνυμία Merkis General Bonded Warehouse v. Yiannouka Holiday Inns Ltd
(1994)1 Α.Α.Δ.736 αποφάσισε κατά πλειοψηφία ότι η ορθή προσέγγιση όσον αφορά το βάρος απόδειξης είναι όπως αναλύθηκε στην Evans v. Bartlans
(1937)2 All ER646 και εξαντλείται με την παράθεση με την Ένορκη Δήλωση επαρκών εξηγήσεως και στοιχείων τόσο για την καθυστέρηση όσο και για την εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση, έστω και αν αυτή αμφισβητούνται με την ένσταση. Η σχετική μαρτυρία που δύναται να προσκομισθεί από την αίτηση είναι υπό τη μορφή Ένορκης Δήλωσης ή άλλη έγγραφη μαρτυρία που επισυνάπτεται στην Ένορκη Δήλωση, χωρίς να προσκομίζεται προφορική μαρτυρία, αλλά με δικαίωμα αντεξέτασης οποιουδήποτε από τους ενόρκως δηλούντες με βάση τη Δ.89, θ.
- Από το 1999 που τροποποιήθηκε η Δ.48, θ.4 με τον Διαδικαστικό Κανονισμό 5/99 (στις 23/12/99) το λεκτικό της συνάδει με την πιο πάνω νομολογία εφόσον ρητά αναφέρεται ότι η ακρόαση αιτήσεως διεξάγεται στη βάση γεγονότων που αναφέρονται στις Ένορκες Δηλώσεις (επιτρεπομένων και συμπληρωματικών Ένορκων Δηλώσεων κατόπιν αδείας του Δικαστηρίου) και τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Δ.
- Τέλος, να επισημάνω ότι δεν υπήρξε καθυστέρηση μετά που η Εναγόμενη 2 πληροφορήθηκε για την ύπαρξη της παρούσας αγωγής να προβεί στα κατάλληλα διαβήματα για να εξασφαλίσει παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης εφόσον το πληροφορήθηκε στις 19/9/08 και η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε στις 27/10/
- Έχοντας λοιπόν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι δόθηκε από την Αιτήτρια ικανοποιητική και εύλογη εξήγηση για την παράλειψη καταχώρησης σημειώματος εμφάνισης στην παρούσα αγωγή προχωρώ να εξετάσω κατά πόσο η Αιτήτρια έχει αποκαλύψει καλή και/ή συζητήσιμη υπεράσπιση. Υπενθυμίζω ότι το ζήτημα τούτο εκδικάζεται σε επίπεδο ισχυρισμών. Η Αιτήτρια οφείλει εδώ να παραθέσει τα γεγονότα που, κατά τη θέση της, εγείρουν μια καλή υπόθεση επί της ουσίας. Δεν αναμένεται να πείσει για την ύπαρξη των γεγονότων αυτών. Είναι αρκετό να επικαλείται ότι αυτά ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Έχει νομολογηθεί ότι η αποκάλυψη μιας καλής υπόθεσης και/ή συζητήσιμης υπεράσπισης προϋποθέτει την προσκόμιση στο Δικαστήριο κάποιων αποδεικτικών στοιχείων τα οποία εξυπακούεται ότι θα πρέπει να εμπεριέχουν κάποιο βαθμό πειστικότητας που θα καθορίζεται και θα καταδεικνύεται μέσα από τους ίδιους τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς ώστε η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να μην ασκείται επί ματαίω και μόνο αν θα εξυπηρετηθεί χρήσιμος σκοπός επίλυσης της διαφοράς των διαδίκων. Το βάρος απόδειξης είναι στους ώμους των Αιτητών[7]. Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Καλλής Ξενοφών ν. Alpha Bank Ltd
(2002)1 Α.Α.Δ. αποδοχή ισχυρισμών χωρίς ίχνος υποστηρικτικού υλικού που να προσδίδει σ΄ αυτούς κάποια βαρύτητα θα ισοδυναμούσε με κλονισμό της βεβαιότητας που πρέπει να υπάρχει τόσο για την τελεσιδικία των δικαστικών αποφάσεων όσο και για τα δικαιώματα των πολιτών. Θα ΄ταν εύκολο, αναφέρθηκε στην εν λόγω απόφαση, κάθε φορά να προβάλλεται ένας αστήρικτος ισχυρισμός και να παραμερίζονται νομότυπα ληφθείσες αποφάσεις. Στην προκειμένη περίπτωση η Αιτήτρια επικαλείται στην Ένορκη Δήλωση της ότι οι Ενάγοντες δεν οφείλουν μόνο το ποσό των Λ.Κ.1.000 ως αναφέρεται στην παρα. 4 της Έκθεσης Απαίτησης αλλά το ποσό των Λ.Κ.7.000 ΦΠΑ και, περαιτέρω, ότι ο λόγος της καθυστέρησης στην παράδοση - του επιδίκου διαμερίσματος - ήταν η εκτέλεση μεγάλης έκτασης έξτρα εργασιών που ανεβάζουν το συνολικό ποσό σε €27.337,67. Είναι αξιοσημείωτο ότι στην Ένορκη Δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση επισυνάπτονται δύο επιστολές από την Εναγόμενης 2 που απευθύνονται στους Ενάγοντες η πρώτη ημερ. 22/9/08 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 1) και η δεύτερη ημερ. 3/10/08 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 2) στις οποίες γίνεται αναφορά σε ύπαρξη οφειλής από πλευράς των Εναγόντων προς την Εναγόμενη εταιρεία και σε παράλειψη τους να την εξοφλήσουν ως επίσης και στην ύπαρξη έξτρα εργασιών που οι Ενάγοντες ζήτησαν με συνεπαγόμενη οφειλή γι΄ αυτές που είναι απλήρωτες. Μάλιστα και στις δύο επιστολές η ουσία που προκύπτει είναι ότι οι Ενάγοντες οφείλουν καθυστερημένα ποσά προς την Εναγόμενη εταιρεία η οποία ήταν έτοιμη να τους παραδώσει το διαμέρισμα που αγόρασαν. Υπενθυμίζω ότι οι Ενάγοντες με βάση τους δικογραφημένους ισχυρισμούς τους στην Έκθεση Απαίτησης και τη μαρτυρία που προσκόμισαν μέσω Ένορκης Δήλωσης για απόδειξη της απαίτησης τους εναντίον της Εναγόμενης 2 βασιζόταν σε παράλειψη της Εναγόμενης να της παραδώσει το διαμέρισμα που αγόρασαν από αυτή ενώ είχαν εκπληρώσει τις συμβατικές τους υποχρεώσεις καταβάλλοντας το ποσό των Λ.Κ.1.000 που θα καταβάλλετο με τη μεταβίβαση του επ΄ ονόματος τους. Επί τη βάση των πιο πάνω διεκδίκησαν αποζημιώσεις για ζημιές που υπέστησαν λόγω μη παράδοσης του διαμερίσματος. Υπενθυμίζω ότι το ζήτημα της αποκάλυψης εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης εκδικάζεται σε επίπεδο ισχυρισμών. Ο Αιτητής-Εναγόμενος 1 εκείνο που αναμένεται να πράξει, και το έχει πράξει, είναι να παραθέσει τα γεγονότα εκείνα που, κατά τη θέση της, εγείρουν υπεράσπιση επί της ουσίας. Δεν αναμένεται να πείσει για την ύπαρξη των γεγονότων αυτών. Είναι αρκετό να επικαλείται ότι αυτά ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Συνεπώς, ακόμα και στην περίπτωση όπου οι Καθ΄ων η Αίτηση-Ενάγοντες αμφισβητούν τα γεγονότα αυτά, δεν γεννάται υποχρέωση στον Αιτητή να αποδείξει την αλήθεια τους. Όπως έχει τονισθεί από τον Έντιμο Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Π. Αρτέμη στην υπόθεση Έλλη Κ. Χ"Νικολάου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2001)1 Α.Α.Δ. 1179 στη σελίδα 1181: «... Όσον αφορά αξιολόγηση επισημαίνουμε πως για τους σκοπούς αίτησης της φύσεως της παρούσας όπου δίδονται στοιχεία για την ύπαρξη καλής υπεράσπισης δεν πρέπει αυτή να απορρίπτεται απλώς και μόνο γιατί υπάρχει σύγκρουση στα γεγονότα επί των ενόρκων δηλώσεων [Evans v. Bartlam (ανωτέρω)] και στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο δεν πρέπει να υπεισέρχεται στην ουσία της υπεράσπισης.» Κατ΄ ακολουθίαν όλων των πιο πάνω είναι η θέση μου ότι η Εναγόμενη με τα ζητήματα τα οποία έχει εγείρει έχει θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου τέτοια γεγονότα ικανά και επαρκή ώστε να εγείρουν συζητήσιμη υπεράσπιση επί της ουσίας και, επομένως, πληρούται και αυτή η προϋπόθεση. ΚΑΤΑΛΗΞΗ: Κατ΄ ακολουθία όλων των πιο πάνω θεωρώ ότι δικαιολογείται η έγκριση της υπό εξέταση αίτησης. Κατά συνέπεια εκδίδεται διάταγμα ως η παρα. (Α) αυτής, δηλαδή διάταγμα ακύρωσης και / ή παραμερισμού της απόφασης που εξεδόθη στην παρούσα αγωγή στις 13/5/08. Όσον αφορά τη θέση που προβάλλεται από τους Ενάγοντες για τον όρο για προπληρωμή κάθε επιδικασθέντος ποσού απαίτησης και εξόδων κρίνω σχετικό να παραθέσω το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Κλεάνθους ν. Tradex Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ.988: «Κατά τον παραμερισμό απόφασης η οποία εκδόθηκε κανονικά αλλά διαπιστώνεται ότι υπήρξε υπαιτιότητα του εναγομένου, όπως συμβαίνει στην υπό εξέταση υπόθεση, η συνήθης πρακτική είναι να επιδικάζονται υπέρ του ενάγοντα τα έξοδα τα οποία θα υποστεί ως εκ του αποτελέσματος, η πληρωμή των οποίων, συνήθως εντός τακτής προθεσμίας, καθίσταται όρος για τον παραμερισμό. Η επιβολή οποιωνδήποτε άλλων όρων πέραν εκείνου της πληρωμής των εξόδων συνιστά μέτρο εξαιρετικό εκτός εάν η επιβολή τους δικαιολογείται από τις περιβάλλουσες συνθήκες της συγκεκριμένης υπόθεσης. Το ζήτημα είναι πραγματικό και ως τέτοιο αποφασίζεται από το δικαστήριο στο πλαίσιο ενάσκησης της διακριτικής του ευχέρειας. Στην περίπτωση κατά την οποία διαπιστώνεται ανάγκη επιβολής πρόσθετων όρων, το κύριο μέλημα του δικαστηρίου είναι η στάθμιση του λόγου ο οποίος υπαγορεύει την επιβολή των όρων με την αναγκαιότητα της μη αποστέρησης του δικαιώματος υπεράσπισης του εναγομένου. Οι όροι που τελικά θα τεθούν θα πρέπει να είναι τέτοιοι ώστε να παρέχουν στον εναγόμενο τη δυνατότητα εκπλήρωσης του έτσι ώστε το δικαίωμα του εναγομένου για υπεράσπιση να διατηρείται ανεπηρέαστο.» Με βάση τα πιο πάνω θεωρώ ότι και στην προκειμένη περίπτωση η επιβολή οποιωνδήποτε άλλων όρων πέραν εκείνου της πληρωμής των εξόδων θα συνιστούσε μέτρο που δεν δικαιολογείται υπό τα περιστατικά και τις περιβάλλουσες συνθήκες της παρούσας υπόθεσης. Επομένως τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ των Καθ΄ ων η Αίτηση / Εναγόντων και εναντίον της Αιτήτριας / Εναγόμενης όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, να καταβληθούν δε εντός ενός μηνός από σήμερα. (Υπ) Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου Α.Ε.Δ ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] "Where judgment is entered pursuant to any of the preceding rules of this Order, it shall be lawful for the Court in a proper case to set aside or vary such judgment upon such terms as may be just." [2] "Any judgment by default whether under this Order or under any other of these rules may, in a proper case, be set aside by the Court upon such terms as costs or otherwise as the Court may think fit." [3] "Any judgment obtained where one party does not appear at the vial way in a proper case be set aside by the Court upon such terms as way seem fit upon an application made within fifteen days after the trial." [4] Δέστε Evans v. Bartlam
(1937)2 All E.R. 646, Kotsapas v. Titan Construction and Engineering Company
(1961)C.L.R. 317, Christoforou v. Kyriakoulli
(1963)2 C.L.R. 159, Phylactou v. Michael
(1982)1 C.L.R. 204, Mine and Quarry Services Ltd v. A. Γεωργίου (Μαύρου)
(1993)1 Α.Α.Δ. 26, Βίκα Πίκο Ντίσκο Λτδ ν. Χάπυ Στρητς Ντίσκο Λτδ
(1997)1(Α) Α.Α.Δ. 28, Day v. RAC Motoring Services Ltd
(1999)1 All E.R. 1007, ΠΠατούρης ν. Hellenic Bank Ltd
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 2118, Ελενίτσα Κωνσταντινίδη ν. Nur Habib Hissin Π.Ε. 11606/25.10.2004, Salamis Shipping Services Ltd v. BATA (CYPRUS) LTD Π.Ε. 11689/25.10.2004, Χριστάκης Πίττας ν. UNIGOODS TRADING COMPANY LTD Π.Ε. 11542/25.10.2004 και Ευριδίκη Παπανικολάου ν. Κυριακής Κότσαπα Π.Ε. 11762/2.11.2004 και SIBERIA AIR v. Βρασίδα Πουλλίκα Π.Ε. 11880 ημερ. 27.6.05 και Χριστάκης Ευσταθίου ν. Panart Limited Π.Ε. 11717, ημερ. 21.11.05 [5] Δέστε Mine and Quarry Services Ltd v. A. Γεωργίου (Μαύρου)
(1993)1 Α.Α.Δ. 26, Milouca Motor Trading Ltd v. Χρ. Κούρτη
(1997)1 Α.Α.Δ. 941, Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ ν. Έλενας Ιακώβου κ.α.
(2001)1(A) Α.Α.Δ. 457. [6] Δέστε Μαρία Λευκίδου ν. Άριστου Κανναουρίδη
(1999)1(Α) Α.Α.Δ. 528 [7] Δέστε Πατούρης ν. Hellenic Bank Ltd
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 2118, 2124: «.. Ενέχει δυνητικά το στοιχείο της πειστικότητας υπεράσπιση η οποία είναι λογικοφανής βασισμένη σε γεγονότα που την καθιστούν συζητήσιμη. Εφόσον η προβαλλόμενη υπεράσπιση έχει αυτά τα χαρακτηριστικά, καθίσταται συζητήσιμη. Όπου ελλείπει η αναγκαία θεμελίωση, η αίτηση απορρίπτεται.» Δέστε επίσης Γιωργαλλίδης ν. Ταπελλογραφείου Κ. Παύλου & Σία Λτδ
(2000)1(Β) 1101, 1106 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο